Κάποιες φορές, πρέπει να παίρνεις την τύχη στα χέρια σου.
Απο το καράβι ήδη, σκεφτόμουν την επιστροφή. Εδώ δεν βρήκα εισιτήριο για να πάω, θα βρώ για να γυρίσω; Έχω και δουλειά, δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα.
Αν και σκεφτόμουν σοβαρά να πάρω τηλέφωνο απο το καράβι σε ταξιδιωτικό γραφείο της Πάρου, (http://www.polostours.gr/, κάνει και παραδόσεις εισιτηρίων στην Αθήνα – το ρεπορτάζ δεν είναι διαφημιστικό) και να κλείσω εισιτήριο επιστροφής τηλεφωνικά, είπα οτι είναι πια εξωφρενικό, σχεδόν παράνοια – θα κλείσω όταν κατέβω απο το βαπόρι.
Ποιο μάγκας απο όλους αυτούς.
Πρώτη μου στάση λοιπόν, με το που κατέβηκα στο νησί, με 40€ όλα κι όλα στην τσέπη, να κλείσω εισιτήριο.
Πάω στο πρακτορείο. Βρίσκω ήδη κόσμο, αλλά δεν είναι αυτοί που κατέβηκαν τώρα, μικρή η σειρά, περιμένω. Φεύγει ο μπροστινός, σειρά μου, Καλημέρα σας.
Για την Κυριακή, προς Πειραιά, τι υπαρχει;
«Το τάδε φεύγει τάδε ώρα, το τάδε τάδε ώρα, το τάδε τάδε….»
Ολα αφιξη πριν τις 12 το βράδυ. Ωραία, θα κοιμηθώ σπίτι μου.
«…αλλά δεν υπάρχουν εισιτήρια.»
Ντουπ.
Μην μου το κάνεις αυτό! Εχω δουλειά την Δευτέρα είπαμε!
«Μηπως κάτι μετά τα μεσάνυχτα;»
«Στις δωδεκάμιση το Ρομίλντα.»
«Μπορώ», (όπως λέει και η διαφήμιση) «να κλείσω με το Ρομίλτα μία κράτηση, αλλά αν κάτι αδειάσει στα προηγούμενα, να την ακυρώσω»;
«Οχι δυστυχώς, είναι του Αγούδημου αυτά ξέρετε.»
Φαίνεται πως άλλους, η φράση «είναι του Αγούδημου», πρέπει να αποτελεί εξήγηση για όλων των ειδών τις κακοτοπιές. Για μένα δεν πιάνει, δεν πα νά ‘ναι και του Λάτση – αλλά δεν θέλω να το διακινδυνεύσω:
Κλείνω με τον Αγούδημο στις δώδεκα τα μεσάνυχτα.
Παίρνω τηλέφωνο τον Νίκο, που ενώ εγώ μάχομαι με τα θηρία της ναυσιπλοοίας, αυτός κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. «Ερχομαι» μου λέει, οπότε δίνουμε ραντεβού στο χαμπουργκεράδικο του Χανιώτη.
Χώρος ιερός. Ο τύπος έχει τα πιο καθαρά χάμπουργκερ που έχω φάει ποτέ. Μιλάμε για ποιότητα φαγητού. Η ψυχωση έχει ξεκινήσει πριν απο χρόνια, σε σημείο που του ζήταγα ένα τσιζμπεργκερ με μπέϊκον τόσες φορές, που αναγκάστηκε να το βάλει στο μενού του. Και έκτοτε, όποτε βρίσκομαι Πάρο, θα φάω απο εκεί.
Τρώμε (τι άλλο; τσιζμπεϊκον). Ποίημα, όπως πάντα. Ο κυρ-Βαγγέλης, για άλλη μία φορά, ζωγράφισε.
Το ίδιο και η Παρασκευούλα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Δουλειά σας.
Κλείσαμε και με την επιστροφή, καιρός να περάσουμε καλά. Στο επόμενο επεισόδιο: Τρεις μέρες στο παράδεισο.

–>


Το καράβι είναι -φυσικά- γεμάτο. Ο νεαρός με το μπλε κουστούμι που κοιτάει τα εισιτήρια κοιτάει το δικό μου. Ετοιμάζομαι να πάω κατάστρωμα, με τελευταίας στιγμής εισιτήριο, στα εικοσικάτι ευρώ, δεν μπορείς να έχεις απαιτήσεις.


Ξανά πίσω στο καθήκον, τρέχω να προλάβω την ζωή που με προσπέρασε. Να ευχαριστήσω δια τις ευχές σας, δημόσιες και ιδιωτικές, να φορέσω την μπέρτα μου, να πάρω και τα χαρτομάντηλά μου (δεν είμαστε και τελείως καλά, ε) και να πετάξω στους φωτεινούς ουρανούς που μας κάνουν παρέα.
Ο Αρκούδος ασθενεί αυτές τις μέρες. Αψού, σνίφ, και λοιπά παράγωγα του κρυώματος. Θα επανέλθει πιο δυνατός όταν του το επιτρέψουν τα μικρόβια…
Εδώ και καιρό ήθελα ένα κινητό με φωτογραφική μηχανή.