Αγοράζω την εφημερίδα «Το ποντίκι» απο τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να αγοράζει εφημερίδα.

Στην αρχή, μ’ αρέσανε πολύ οι φωτογραφίες και τα σχόλια. Έκανα απίστευτο γέλιο, με πράγματα που -απο τότε- ήταν πολύ πολιτικά, αλλά απόλυτα κατανοητά. Για χρόνια κοίτούσα πρώτα τις φωτογραφίες, και μετά διάβαζα.

Υστερα ωρίμασα ελαφρώς, και έριχνα μιά ματιά στα άρθρα. Όλο και περισσότερο διάβαζα, ανέλυα, καταλάβαινα.

Στο ποντίκι γίνεται αληθινή δημοσιογραφική δουλειά. Πως το καταλαβαίνεις; όταν ένας δημοσιογράφος κάνει έρευνα και ρεπορτάζ για έναν άλλο δημοσιογράφο.

Οχι κάθε Πέμπτη, αλλά αρκετά συχνά, πηγαίνω στο περίπτερο του Αρτέμη και του λέω: «Πιάσε ένα ποντίκι» – και αυτός συνήθως απάντάει κάτι σε στυλ «και τι είμαι εγώ, γάτα;» και γελάμε, και χάνω το τραίνο – αλλά δεν πειράζει, μεγάλη εφημερίδα είναι, θα διαβάσω κανένα άρθρο μέχρι να έρθει το επόμενο.

Αυτή η πλάκα πρέπει να γίνεται σε όλα τα περίπτερα, με όλα τα ποντίκια.

Δεν θα ξεχάσω την απογοήτευσή μου την ημέρα που ανακάλυψα ότι τυπώνεται στα πιεστήρια του Λαμπράκη. Τότε είχα παει και εγώ εκεί, για να τυπωσω ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, τύπου Telemarketing το οποίο – αφού πρέπει να τα ξέρετε όλα- το κατέστρεψα ολοσχερώς. ‘Η εν πάσει περιπτώσει, τουλάχιστον το μισό. Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο post.

Εχω ήδη λοιπόν πάει στα πιεστήρια του Λαμπράκη, και ήξερα οτι εκεί τυπώνουν ένα σωρό έντυπα, και όχι μόνο τις εφημερίδες του. Αλλά και πάλι, το ανεξάρτητο ποντίκι να τυπώνεται στον Λαμπράκη, ε, κάτι έκανε στην αθώα συνείδησή μου.

Τεσπα. Το πέρασε το τεστ, με τα χρόνια, τα έβαλε με όλους, και συνεχίζει – όχι τόσο δυναμικό όπως πριν, αλλά ούτε και εγώ είμαι ίδιος.

Περίεργο πράγμα πάντως: Οτι εφημερίδα, έντυπο, ακόμα και διαφημιστικό να αφήσω στο γραφείο, κάποιος θα ζητήσει να του ρίξει μια ματιά. Κα-νέ-νας δεν έχει ζητήσει ποτε να ρίξει μία ματιά στο ποντίκι, όσες φορές και να το έχω αφήσει στο γραφείο.

Σκουικ.


 ? 

–>

Για όποιον ενδιαφέρεται, εχθές, δεν γιόρταζα.

Επειδή εχθές μου ήρθαν μερικά μηνύματα, «Χρόνια πολλά» και «να περάσεις καλά απόψε», και άλλα τέτοια, το ξεκαθαρίζω:

Καθώς, για να γιορτάσεις τα του Αγίου Βαλεντίνου, χρειάζονται δύο, ε, δεύτερη δεν υπάρχει.

Και να γιορτάσω μόνος μου δεν λέει 🙂

Αλλά, δεν τσαντίζομαι με αυτή την γιορτή. Καλώς υπάρχει. Οτι γίνεται εμπορική εκμετάλευση, γίνεται. Οτι μερικοί άνθρωποι πονούν πολύ -επειδή τους θυμίζει οτι δεν έχουν βρει ακόμα το ταίρι τους-, πονούν. Αλλά την βρίσκω καλοπροαίρετη γιορτή, και σαν τέτοια την αντιμετωπίζω.

Αν με διαβάζει η επόμενη σύντροφός μου, της το λέω: Την μέρα του Αγίου Βαλεντίνου, εγώ λέω να κάτσουμε σπίτι.

Χωρίς τηλεόραση – μόνο μουσική, χωρίς φως – μόνο κεριά, μόνο εγώ και εσύ.

Και, επειδή αν περάσει απο το χέρι μου μάλλον θα πεινάσουμε, θα μαγειρέψεις εσύ – και θα βάλω εγώ το κρασί.

Και δεν θα σου αγοράσω δώρο – ούτε και σύ να μου πάρεις. Για να την σπάσουμε σ’ αυτούς που την θεωρούν εμπορική, και πάνε να βγάλουνε λεφτα τέτοια μέρα. Ε; τι λές;

Θα βρω άλλο δώρο να σου κάνω 🙂

 ? 

–>

Είχα, τότε που άνοιξα το blog, μία αμφιβολία.

Δεν ήμουν σίγουρος αν θα γίνει κατανοητό πως επιδιώκω την επικοινωνία μαζί σας. Με το πέρασμα του χρόνου, αυτό έγινε σαφές – γέμισε το mail μου μηνύματα.

Οι περισσότεροι απο εσάς, έχετε επικοινωνήσει μαζί μου. Μερικοί εξ αυτών, χωρίς να έχετε κάνει ποτέ comment – συνεπώς, τελείως άγνωστοι σε μένα.

Εμφανιστήκατε κάποια στιγμή, και είπατε ένα γεια, αθόρυβα μέσω mail.

Πολύ μου αρεσε αυτό. Για να είμαι ειλικρινής, περισσότερο μου άρεσε που άγνωστοι σε μένα άνθρωποι, πεταγόντουσαν ‘για ένα γειά’.

Σήμερα έγινε κάτι όμως, που με έκανε να σκεφτώ. Ηρθε ένα mail που πάνω κάτω έλεγε: καλά τα γράφεις ρε παιδάκι μου, αλλά πολύ βρίζεις, και χαλάς την ωραία εικόνα σου.

– Ωπ.

Να ξεκαθαρίσω κάτι; ευχαριστώ (και δημόσια) τον αποστολέα. Είτε έχει δίκιο, είτε έχει άδικο, έχει άποψη και την λέει. Και είναι σαφώς πιο δύσκολο να πεις στον άλλον «δεν μ’αρέσει αυτό» παρά να πεις «πολύ σε γουστάρω». Τον ευχαριστώ λοιπόν -και χαίρομαι που έχω δώσει την εικόνα οτι ο άλλος μπορεί να μου γράψει «ξέρεις, δεν μ’ αρέσει αυτό»- αλλά εδώ τέθηκε ένα θέμα.

Και μάλλον έχει δίκιο ο άνθρωπος. Με μία γρήγορη πρόχειρη ματία μου, μόνο εγώ και η DiS «βωμολοχούμε» (αντε και κανα δύο άλλοι περιστασιακά) κατά κύριο λόγο, και η DiS έχει προσφάτως ηρεμήσει (καλύτερα να σου βγει το μάτι λένε, ε;).

Ωπ – καλά τα λέει λοιπόν. Βρίζω λιγουλάκι.

Και αν δεν αρέσει αυτό στους αναγνώστες μου; Και αν τους δίωχνω γιατί λένε «καλά τα λέει, αλλά ήταν ανάγκη να πει εδω ‘ρε γαμώτο’;»;

Εν ολίγοις: είναι blog αυτό, ή είναι άρθρο; Paper;

Θα μου πεις, όταν γράφεις όλο για τους αμερικανούς, τους παλαιστίνιους και τους παπάδες δεν κάνεις μόνο blog.

Θα μου πεις, όταν γράφεις όλο για τις αγάπες σου που δεν έπιασαν και αυτές που έπιασαν και το πόσο χάλια είναι πολλές φορές το σπίτι σου, δεν γράφεις μόνο άρθρα.

ΟΚ. Ας πιάσουμε την ερώτηση αλλιώς. Γράφω για σας, ή για μένα;

Γιατί αν γράφω για σας, γράφω άρθρα. Που μπορεί να περιέχουν καμιά φορά την ζωή μου, αλλά – είναι πάντα για την δική σας ικανοποίηση.

Αν γράφω για μένα, γράφω ημερολόγιο. Που μπορεί να βάζω που και πού (ή συχνότερα) και κανένα «κοσμικό γεγονός» αλλά είναι μόνο και μονο γιατί άξιζε να μπει στο ημερολόγιό μου.

Μμμμ.. Λυπάμαι που θα το πω αυτό, αλλά είναι το αναμενόμενο. Ίσως μια μέρα να αρθρογραφώ για λογαριασμό σας.

Μέχρι τότε, είσαστε ευπρόσδεκτοι στο ημερολόγιό μου.

*

(*) Εμείς.

Εγωϊσμός. Τι υπέροχο πράγμα.

Πριν λίγο καιρό, μίλαγα με μία φίλη. Δυσκολευόμουν να την πείσω ότι ο πιο σημαντικός άνθρωπος που έχει να σκεφτεί είναι ο εαυτός της.

Μα, γιατί να είναι τόσο δύσκολο;

Μας έμαθαν βλέπεις, να μην είμαστε εγωϊστές. Να τα μοιραζόμαστε όλα. Να μην σκεφτόμαστε μόνο τον ευατό μας. Δεν είναι «καθώς πρέπει» να κάνουμε ότι γουστάρουμε – υπάρχουν και άλλοι.

Αλλά, όταν μένει μόνο ένα κομμάτι τούρτα, και είσαστε πολλοί, δεν το τρώει κανείς. Μένει και χαλάει, ή πρέπει να σβήσει το φως.

Ή δεν κυνηγάς τα θέλω σου δηλαδή, ή πρέπει να το κάνεις με καθεστώς τύψεων.

Αμ δε.

Κυρίες, κύριοι και μικρά παιδιά, μία αποκάλυψη: είναι υπέροχο πράγμα ο εγωϊσμός.

Βασικά, με βοήθησε ο Βασίλης αρκετά σε αυτό το subject. Πριν ήμουνα και εγώ αλτρουιστής μέχρι βλακείας. Αυτός μου έδειξε πρώτη φορά οτι its all right να είσαι για πάρτη σου – αρκεί να είσαι τίμιος, και ειλικρινής με όλους.

Το καλοκαίρι, βρέθηκα να το δοκιμάζω αυτό, στην πράξη.

Ενιωσα θαυμάσια με τον εαυτό μου. Ζητούσα αυτό που ήθελα, έπαιρνα ότι ήταν διατεθημένοι να μου δώσουν. Αν ήμουν εντάξει με αυτό, ok. Αλλιώς, το άφηνα.

Εγώ ήμουν η μονάδα μέτρησης.

Δεν είναι πάντα συμπαθες αυτό. Μερικοί θα σας αντιπαθήσουν. Είναι όμως το τιμιότερο πράγμα που μπορείτε να δώσετε – και πιθανώς, το τιμιότερο πράγμα που μπορείτε να ζητήσετε.

Χωρίς τύψεις. Αν θέλω το τελευταίο κομμάτι, θα το πω. Αν το θέλει και άλλος, θα το μοιραστούμε.

Αλλιώς, θα το φάω, είτε κλείσουν τα φώτα, είτε όχι.



 ? 

–>

Κάτι μυστήριο τρέχει στο βασίλειο της βουρζουαζίας, και δεν είναι το καζανάκι.

Κατσέτες δεξιά, κατσέτες αριστερά, του Blue Video γίνεται. Σταματημό δεν έχουνε.

Και εγώ, ο αρκούδος, που ήρθε από τα βουνά και δεν ξέρει, ρωτάει: Ποιός τις γράφει;

Ποιός επωφελείται;

Γιατί, οτιδήποτε και να γίνεται, κάποιος, κάπου επωφελείται.

Αναρωτιέμαι λοιπόν, ποιος γράφει αυτές τις κασσέτες… Νά ‘ναι ο Παπάς; Μαλακία του. Σχεδόν σίγουρα υπογράφει την «επαγγελματική» του καταδίκη. Νά ‘ναι ο ..νεαρός; πιο πιθανό. Αλλά γιατί; Να τα κρατάει σε αρχείο; Εχετε δει παπά; όσο σεβάσμιος είναι, άλλο τόσο ερωτικά χάλιας είναι. Είναι αυτές στιγμές για αναμνήσεις;

Συνεπως, αν ο νεαρός καταγράφει τις προσωπικές στιγμές του …ζευγαριού, δεν τις κρατάει για …αισθηματικούς λόγους. Και αν όχι γι αυτό, τότε οι λόγοι είναι επαγγελματικοί. Μπίζνες που λέμε, και συνεχίζω.

Συχνά οι κασσέτες περιέχουν συνομιλίες μεταξύ δικαστικών. Ε, πως; δεν έχουν και αυτοί οι άνθρωποι δικαίωμα στην επικοινωνία; Εχουν. δεν θα κάνουν και καμία δουλειά από το τηλέφωνο; Θα κάνουν. Δεν θα πουν και καμιά κουβέντα παραπάνω; Θα πουν.

Ποιός την γράφει;

Γιατί την γράφει;

Θα μου πείτε, καλά. Να εκβιάσουν δικαστικό το καταλαβαίνω. Παπά όμως γιατί;

Κατ’ αρχάς, για να πάνε στον παράδεισο. Ξέρεις τι δόντι έχεις άμα πεθάνεις, και έχεις σχωροχάρτι από παπά; Ούτε απο το τελωνείο του άγιου Πέτρου δεν περνάς. Ντιούτι φρή λέμε.

Για ρίξτε μία ματιά και πείτε μου τι λείπει από την εκκλησία σήμερα. Ρευστό; Περιουσιακά στοιχεία; Ανωνυμία; Ευκολίες; Φήμη; Υπάρχει «εκεί έξω» κάτι που να μην έχει το παπαδαριό;

Ξέρετε τι σημαίνει να έχεις δόντι Αρχιεπίσκοπο; Να σας πω; Μήτε φυλακή πας, μήτε φαντάρος, ταξιδεύεις-ζεις-καλοπερνάς με ξένα έξοδα (και κόλλυβα, επίσης), αγοράζεις σπίτια κοψοχρονιά, σε βοηθάνε όλοι οι «τριγύρω» της εκκλησίας (και ξέρουμε καλά τι θέσεις έχουν οι τριγύρω της εκκλησίας, έτσι😉 και πάει λέγοντας…

Καλύτερα να έχεις πιάσει Αρχιεπίσκοπο απο τα αρχίδια, παρά τον Παπούλια, που λέει ο λόγος.

Οπότε, τον γράφεις σε μία κασσέτα με τον νεαρό, και καθάρισες.

Τα χειρότερα πράγματα έγιναν από τις καλύτερες προθέσεις, λένε.

Και το αντίθετο, συμπληρώνω εγώ.



 ? 

–>

Στο παρελθόν, ήταν ξεκάθαρο: Δεν είχε εισιτήρια.

Αλλά, όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν.

Όπως πάντα, δημοσιεύω την φωτό με την άδειά του. Ή καλύτερα της. Της πιο όμορφης περιπτερούς που έχω δει ποτε στην ζωή μου. Αχχχχχχ…. 🙂

Βγαίνω το βράδυ του Σαββάτου. Εγώ, ο Αντώνης, η Ινό (εκ ρωσίας), η Βερόνικα (φίλη Ινούς εκ ρωσίας) η Αγγελική, ο Κώστας (φρέσκος θείος), ο Στέφανος.

Είμαστε στο Mikes Irish Bar, που να πάτε δηλαδής, διότι εξαιρετικό το μέρος.

Ακούμε λάιβ συγκρότημα που λέγεται «Fanky» (η Ινό νομίζει οτι λέγεται «Fucky» που σηκώνει μεγάλα γέλια) και παίζει καλή μουσική με αρκετή δόση πλάκας.

Παιρνάμε καλά. Κάνουμε την πλάκα μας, γνωριζόμαστε, όξω βρέχει, μέσα φουζίτσου.

Ε, τα μέσα γίνονται όξω και κατά τις τρεις την κοπανάμε. Να βρει ο Στέφανος ταξί, βρίσκει. Κάνω και εγώ την βόλτα μου με τον Αντώνη, πάμε μέχρι το σπίτι του με τα πόδια, ανακαλύπτω για άλλη μία φορά την χρησιμότητα της καράφλας – στην βροχή είναι πολύ εύκολο να την στεγνώσεις.

Σπίτι του αυτός, πάω για ταξί.

Περιμενω αρκετή ώρα, κανα πεντάλεπτο (ναι, εσύ που κοροϊδεύεις στο βάθος, κάτσε ένα πεντάλεπτο στο κρύο, με βρεγμένη καράφλα να δεις την σχετικότητα του χρόνου και πως ένα πεντάλεπτο που με την κοπέλα σου γίνεται μηδεν χρόνος, στην βροχή γίνεται μήνας και βάλε).

Τεσπά, περιμένω.

Τσουπ – ταρίφας. Ταψί, όπως λέμε για πλάκα οι γνωρίζοντες.

Τον κόβω απ΄έξω. Τσιγαράκι, κινητό ανοιχτό σε λάθος χέρι. γμ την ατυχία μου, αλλά δεν γαμιέται, θα το πάρω. Υψώνω το κουλό μου. Σταματάει πλήρως. Ανοίγω την πόρτα.

Τεκές. Το χασίσι που πιάσανε στην Κορινθία; απο το βαπόρι απ΄την περσία; ε, εδώ καταναλώθηκε. Εν ολίγοις το τσιγάρο δεν ήτονε αθώο, ήτονε απο τα καλά, εκ περσίας, εκ πελλοπονήσου, θα σας γελάσω κύριε πρόεδρε, διότι αδαής, αλλά όσο να πεις, πως μυρίζει το δίφυλλο γνωρίζουμε.

Ασταδιάλο λέω. Αλλά, κάθομαι. Και ούτε του λέω τίποτις του ανθρώπου.

Μια χαρά διαδρομή κάναμε. Με ρωτησε κάποια στιγμή, καπνίζεις; τσου του λέω, και αυτό ήταν όλο. Και στην κουβέντα όλους Σουμάχερ τους έλεγε – δεν είπα τίποτα, και ας είμαι Μοντόγιας του λόγου μου.

Ούτε τον πονηρό έκανα. Να του πω δηλαδή σκιουζ-μη, εκ τριπόλεως το χαρμάνι, ή κάτι παρόμοιο. Τον χαζό και μήτε γνωρίζω άλλα απο τα Καρέλια.

Ουτε καν αριθμό του δεν κράτησα. Τι είμαι εγώ δηλαδής, ασφάλεια;



 ? 

–>

Σάββατο. Το πρωϊ (βάλε μεσημέρι) πηγαίνω στο πλανητάριο. Πρώτη φορά, δεν ξέρω τους δρόμους, είμαι μισή ώρα νωρίτερα. Πάλι καλά. Μισή ώρα αργότερα να μην είμαι, που το συνηθίζω κιόλα το σκαζμένο.

Μισή ώρα νωρίτερα λοιπόν, και επειδή την βλέπω λίγο village την δουλειά, με ουρά στο γκισέ, λεω ‘δεν παίρνω 2 τίκετς να τα ‘χω γιατί διόμιση αρχινάει, μην γίνει καμιά έκπληξη;’. Έτσι λέω, πάω στην δεσποινις. Πριν ρωτήσω, ενημερώνει: Για των 2.30, νο τίκετς και γουι αρε μπουκτ. Πτου, τηλέφωνο στην παρέα, ‘να γίνει 3.30, να γίνει’ αγοράζω μεταπωλημένο 3.30.

Μάθημα πρώτον: Το Σάββατο, το πλανητάριο έχει κόσμο. Ειδικά στις 2.30.

Βλέπουμε το θέαμα, φανταστικό, ωραία δουλειά, να το χαίρεσαι τον θείο σου Ελίνα μου, υπερπαραγωγή. Δύο μικρά πόιντς έχω μόνο, αλλά είναι γιατί είμαι μικρόψυχος: Λίγο θολά τα γραφικά, λίγο ζαλιστήκαμεν. Είπαμε, μικρόψυχος.

Μάθημα δεύτερον: Να πάτε όμως, και ας ζαλιστείτε λιγουλάκι, αξίζει αγρίως.

Εντέλει; Το καλόν.

Γυρίζω σπίτι. Έχω ραντεβού με παρέα που ακυρώνεται, συνεπώς ξεκινάω να φτιάξω μία μακαροναδούλα. Απλή, τυράκι και τόνο, όπως την τρώνε στο χωριό μου.

Πως την φτιάχνουν την μακαροναδούλα; Πρώτα ανάβουν το μάτι. Ύστερα, βάνουν νερό στην κατσαρόλα, και περιμένουν να βράσει.

Αυτό κάνω και εγώ. Αλλά. Α-λλά. Σε άλλο μάτι βάλαμεν την κατσαρόλα, άλλο ανάψαμεν. Και αφήκαμε και μία σακούλα, προχείρως, στο μάτι που τελικώς ανάψαμεν.

Είναι να μην σε βρεί το κακό το μάτι που λέμε.

Ξαναπάω στην κουζίνα να δώ τι έκαμε, έβρασε η σαχλαμάρα; Αμ δε. Η σαχλαμάρα κάθεται εκεί, κρύα οσάν μοντέλο τηλεόρασης. Αντιθέτως, το άλλο μάτι φροντίζει να κάψει μία σακούλα πλαστική, αφήνοντας στον αέρα άνετα έναν χημικό πόλεμο που όμοιό του ούτε οι Κούρδοι δεν έχουν γνωρίσει (επί Σαντάμ), αλλά και ένα καλώδιο βραστήρα που τυχαίως εβρίσκετω παραπλησίως της εστίας. Όχι της εφημερίδας, της άλλης. Καλά δηλαδή που ο βραστήρας δεν ήτο στο ρεύμα, διότι άλλως, όταν πήραν τηλέφωνο στον άλλο κόσμο, εγώ θα έκανα σέρβις.

Και ανοίξαμε τα παράθυρα να αντικαταστήσουμε τον εσωτερικό χημικό πόλεμο με καυσαέριο και κρύο, και παγώσαμε.

Εντέλει: Το κακόν.

Αμπιγιέζ δεν υπάρχει, μην το ψάχνετε.

Πι Ες: μία μικρή καθαρεύουσα στον λόγο μου, ασύντακτη και κακοειπωμένη, είναι διότι παρακολουθούσα διαρκώς παπάδες το Σ/Κ. Που μπορεί ο κώλος και οι τσέπες μερικών να είναι γεμάτες – αλλά ο σοβαρός και μεστός λόγος της καθαρεύουσας, όσο ζώον και μικρόνους να είσαι, σε γεμίζει σεβασμό και εμπίστοσύνη για την θρησκευτική πορεία της χώρας τούτης.



 ? 

–>

Πλάκα-πλάκα, δεν μπορώ να αντιληφθώ ΤΙ είναι αυτό που ξεχωρίζει την Αμερική από φασιστικά καθεστώτα του παρελθόντος..

Πρώτα απ’ όλα, έχουν μισθοφόρους για τις βρωμοδουλείες τους:

Τον μήνα που πέρασε στελέχη του Πενταγώνου δήλωσαν ότι εδώ και δύο χρόνια έχει δημιουργηθεί μια νέα απόρρητη μονάδα, που έχει ως στόχο τη συλλογή πληροφοριών και τη διεξαγωγή μυστικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Ηδη η μονάδα αυτή έχει δράσει στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν αλλά και σε άλλες χώρες.

  • Σε ποιές άλλες ρε γαμώτο;

    Δεύτερον, έχουν φυλακές σε ξένες χώρες (για να μην τους πιάνει το αμερικανικό δίκαιο), που λειτουργούν με τέτοιο τρόπο, που ακόμα και η δικαστική αρχή της χώρας τους τα αποδοκιμάζει:

    ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ δικαστής απεφάνθη χθες πως τα στρατοδικεία στο Γκουαντάναμο στα οποία δικάζονται ύποπτοι για τρομοκρατία είναι αντισυνταγματικά, ενώ επέκρινε την αμερικανική κυβέρνηση ότι κρατά στις φυλακές εκατοντάδες άτομα χωρίς να έχουν κανένα νομικό δικαίωμα. Καταπέλτης για την κυβέρνηση Μπους αποτελεί η απόφαση της ομοσπονδιακής δικαστού Τζόις Χενς Γκριν, η οποία εξέτασε τις αγωγές περισσότερων από 11 κρατουμένων. Είπε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο κατέστησε σαφές πριν από λίγους μήνες πως οι κρατούμενοι στο Γκουαντάναμο έχουν συνταγματικά δικαιώματα, τα οποία θα πρέπει να εφαρμόζουν τα κατώτερα δικαστήρια.

  • Ε, και; είναι η φωνή της λογικής, δεν λέω – αλλά αλλάζει κάτι;

    Σαν να μην έφτανε αυτό, κάνουν και βασανιστήρια:

    Σύμφωνα με μυστικό έγγραφο, υπάρχουν βιντεοταινίες που δείχνουν δεσμοφύλακες στο Γκουαντανάμο να γρονθοκοπούν κρατουμένους «σε πολύ ευαίσθητα σημεία», να τους δένουν στα κρεβάτια, να τους πατούν το κεφάλι ενώ τους είχαν ακινητοποιημένους στο πάτωμα, να τους γυμνώνουν από τη μέση και κάτω και να τους αφήνουν εκτεθειμένους. Κομμάτι του οπτικού υλικού είδε ομάδα εμπειρογνωμόνων από τη Νότια Διοίκηση ΗΠΑ στο Μαϊάμι, η οποία επιβλέπει τη βάση στην Κούβα.

  • Και η Ευρώπη (εμείς), παρακολουθεί ατάραχη

    Πριν από λίγο καιρό, η Σοφία Σακοράφα είχε αναφέρει ένα ρητό που μου άρεσε πολύ (δεν το θυμάμαι ακριβώς):

  • Οταν πήραν το σπίτι των ανθρώπων στην γειτονιά μου, δεν φώναξα, γιατί δεν ήταν δική μου δουλειά.
  • Οταν πήραν το σπίτι του γείτονά μου, δεν φώναξα, γιατί δεν ήταν δική μου δουλειά.
  • Όταν πήραν το δικό μου σπίτι, δεν υπήρχε κανείς για να φωνάξει…
  • Δεν ήταν δικό της, δεν θυμάμαι ποιανού. Το είχε αναφέρει για την Παλαιστίνη (για την οποία ειρήσθω εν παρόδω κάνει σχετικά αθόρυβη αλλά εξαιρετικά ουσιαστική δουλειά), αλλά νομίζω οτι ταιριάζει και σε αυτή την περίπτωση…

    Που θα πάει αυτό;

  • Ρε γαϊδούρια, λίγο ντροπή ρε…

    Η εφημερίδα Απογευματινή, την Παρασκευή, σημειώνει ότι στην εκπομπή του Αlter αναφέρθηκε ότι σε αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαιναν δύο άνδρες, η αστυνομία βρήκε μισό κιλό ηρωίνης. Ο Βορειοηπειρώτης, που ήταν γνωστός του Αρχιεπισκόπου, καταδικάσθηκε σε 6,5 χρόνια φυλάκιση, ενώ ο συνεπιβάτης του σε 12 χρόνια. In.gr

    Καλός άνθρωπος ο ενορίτης σύμφωνα με τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος.
    Με επιστολή που δεν διαψεύδεται καν.

    Για να μην πω για τα άλλα που ακούστηκαν στο Extra 3.

    Λίγο ντροπή ρεεεεεεε…

    Είμαι ακόμα εδώ. Απίστευτο;

    Βαθιά, όσο δεν πάει άλλο.

    Δεν είναι για όλους αυτό το μήνυμα. Μην σας παραξενέψει – αν δεν το αποκωδικοποιήσετε σωστά, δεν είναι για σας. Διαβάστε κάτι άλλο που να έχει περισσότερο νόημα. Τόσα γράφω ο μπαγάσας, σ’ αυτό κολλήσατε;



     ? 

    –>

    Εχω μια μικρή παραξενιά.

    Καλά, ας το πιάσουμε απο την αρχή αυτό γιατι δεν έχω μόνο μία.
    Ας πούμε καλύτερα «Εχω άλλη μία παραξενιά»:

    Μην με πάρεις το πρωϊ τηλέφωνο.

    Αν ακούσω το πρωϊ το κινητό να χτυπά -και μόνο που το ακούω να χτυπάει- σπάζομαι. Τι μυστήριο πράγμα; Ο μονος τρόπος να μην με πειράξει είναι να το ξέρω ότι κάποιος θα πάρει. Τα ξαφνικά, τα απροετοίμαστα με τσακίζουν.

    Και για να γίνω ποιο παράξενος, τα Σαββατοκύριακα δεν με πειράζει. Τις καθημερινές είναι που με ενοχλεί.

    Μέχρι να βγω στον δρόμο, είμαι ευαίσθητος στο ριγκτόουν μου. Μετά, μου περνάει.

    Θα μου πεις: «γιατί δεν το κλείνεις;» Ελα μου ντε. Δεν το κλείνω το ρημάδι – μόνο και μόνο μην σκάσει τίποτα επείγον. Γιαυτό και σπάζομαι. Γιατί ο μόνος λόγος που του επιτρέπω (προσέξτε πως ξαφνικά το κινητό μου αποκτά προσωπικότητα) να χτυπήσει το πρωϊ είναι για κάτι επείγον – γι’ αυτό και πετάγομαι όταν χτυπάει.

    Και, βέβαια, τίποτα επειγον δεν είναι. Ο παπάρας φίλος μου που έχει να μου μιλήσει από τον στρατό, και με θυμήθηκε «τι κάνεις ρε μπαγάσα, καλά;» και εγώ κατεβάζω τους ρυθμούς τις καρδιάς μου ξανά στο φυσιολογικό, προσπαθώντας να μην γίνω αδίκως κακός. Γιατί δεν φταίει αυτός. Εγώ φταίω.

    Και φυσικά, πάει η μέρα μου. Τσακίδια.

    Δεν ξέρω γιατί – δεν με νοιάζει να μάθω.

    Αν είσαι εχθρός μου, πάρε με το πρωϊ. Θα το εκτιμήσω.



     ? 

    –>

    Δεν είχα σκοπό να ανεβάσω post, γιατί πήζω ελαφρώς, αλλά δεν μπορώ να το αφήσω να πάει έτσι…

    […]
    -Ξέρεις τότε ήμουν πολύ ερωτευμένος μαζί σου.
    -Τι λες; Δεν είναι δυνατόν…
    […]

    Η maya παρουσιάζει το παράλληλο σύμπαν. Αυτό στο οποίο όλα γίνονται – ταυτόχρονα.

    Η θέση μου, καθαρά και ξάστερα διατυπωμένη στο δικό της post.


    Ταυτόχρονα θαρρείς, παράλληλο ερώτημα και απο την occhiata.

    Με είχες ρωτήσει κάποτε, αν είχα θελήσει ποτέ κάποιον που δεν μπορούσα να έχω.. και γελάω. Γελάω ενώ σκέφτομαι την απάντηση που είχα δώσει..»‘Οταν θέλω κάτι το διεκδικώ και όταν αυτό δεν μπορεί να γίνει το προσπερνώ». Γελάω γιατί τώρα δεν μπορώ να κάνω τίποτε από τα δύο…

    Το ξαναλέω: υποκλίνομαι σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ξέρουν να αγαπάνε



     ? 

    –>

    Οσοι είσαστε φρέσκιοι, μπήκατε εξ’αιτίας του αφιερώματος του in.gr, και κάτι σας θυμίζει η φάτσα μου, μία παράκληση:

    Μην γυρίζετε τα γραφεία φωνάζοντας «Αρκούδεεεεεεε». Μπορεί να είναι απολύτως φιλικό, αλλά κάνει κάτι σε παράκρουση.

    Thanks anyway.



     ? 

    –>