Κάθε φορά που μιλάω για μπάσκετ, μου έρχεται μια ιστορία στο μυαλό.

Εκεί, όπου έκανα την μεγαλύτερη μαλακία των μεταεφηβικών μου χρόνων.

Πηγαίνω στο γήπεδο να δω Περιστέρι, κόντρα στον Ολυμπιακό.

Η παράδοση λέει ότι στην παντοκρατορία του Άρη, ήμουν Ολυμπιακός, στην παντοκρατορία του Ολυμπιακού, ήμουν Περιστέρι (εδώ και δύο χρόνια, πηγαίνω στο γήπεδο του Sporting).

Εχω αργήσει, καθώς για άλλη μία φορά δεν μπορώ να βρω ταξί με τίποτα. Κόσμος έξω, αρκετός. Πλερώνω εισιτήριο, ντανγκα-ντάνγκα, αντε βρε παιδιά, σε καλή μεριά να πάρουμε καμία μεταγραφή. Μπαίνω στο γήπεδο.

Με το καινούργιο κιτρινομπλε κασκόλ μου, μια ομορφιά.

Τώρα, πρέπει να πω οτι έχω ξαναπάει στο Περιστέρι άλλες δύο, βία τρεις φορές. Και σε παιχνίδια χωρίς οι αντίπαλοι να φέρνουν φιλάθλους – τουλάχιστον όχι οργανωμένα.

Έχει σημασία.

Μπαίνω λοιπόν στο γήπεδο. Στ’ αριστερά μου, στο ένα πλάι της κερκίδας, απέναντι απο τις θέσεις των επισήμων, είναι οι «οργανωμένοι». Οι άγριοι. Οι ζουλού. Οι μάου-μάου. Κοινώς, οι φίλαθλοι του Περιστερίου.

Παρένθεση: Πολύ καλά παιδιά, όλοι τους. Στην πραγματικότητα, δεν είναι οργανωμένοι σε τίποτα. Ούτε για πλάκα. Απλώς είναι όλοι προκατειλειμένοι – ταυτόχρονα. «θα μας αδικήσει ο διαιτητής, γιατί έχει προσωπικά μαζί μας». Οπότε τον βρίζουμε – με τον που το βλέπουμε. Εννίοτε πάει και «*.μαζί μου» – οπότε το βρίσιμο γίνεται χειρότερο, μακράς διαρκείας, και περιλαμβάνει και μέλη οικογενείας, χαριτωμενιές του τύπου «ανόητε», «βλάξ» και «ανάγωγε» – που σας πληροφορώ, όταν η υπόλοιπη κερκίδα τον βρίζει με χριστους και παναγίες, τέτοιες χαριτωμενιές βγάζουν εξαιρετικό γέλιο.

Συνοψίζω: Γιάννης, κιτρινομπλε κασκόλ, στα αριστερά του κερκίδα με Μάου- Μάου.

Στο βάθος, πάνω απο τους προπονητές, ποιό ήρεμοι οπαδοί. Του Περιστερίου, προφανώς. Δεν βρίζουν παρά μόνο σε εξαιτερικές περιπτώσεις, χειροκροτούν (ποτέ τον αντίπαλο) και δεν συμμετέχουν σε συνθήματα – παρά μόνο αν όοοοοολοι οι άλλοι, συμπεριλαμβανομένων των φροντιστών, του γιατρού του αγώνα, και των νοσοκόμων τραγουδάνε ενεργά (ήτοι κουνάνε χέρια και πόδια, ταυτόχρονα με τα συνθήματα).

Στο πέταλο, πίσω απο την μπασκέτα, δεν υπάρχει ψυχή.

Ολο το γήπεδο έχει κόσμο, μερικοί είναι και όρθιοι, πίσω απο το πέταλο, ψυχή. Ω, αγαπητέ αναγνώστη, που λες να έκατσε ο ήρωας της ιστορίας μας; Πίσω – απο – το – πέταλο. Τελευταίο σκαλί, στην μέση.

Μόνος μου, εγώ και ο πόνος μου.

Χαμογελάω κιόλα το ζώον, οτι είμαι και έξυπνος.

Ξάφνου, οι πόρτες ξανανοίγουν και μπαίνει μία ομάδα των ΜΑΤ, που κάθεται ΔΕΞΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ μου. Χέζομαι πάνω μου, αλλά κανείς δεν μου λέει να φύγω. ΔΕΞΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ μου, άγριοι και σκυθρωποί, δυό μέτρα, με τις στρατιωτικές τους χακί στολές, με τα κράνη τους και τα γκλομπ τους. Τουλάχιστον, πίσω μου μπαίνουν και άλλοι οπαδοί.

Το παιχνίδι ξεκινάει. Δεν φτάνει που ΔΕΞΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ είναι τα ηνωμένα έθνη, μπροστά μου, στα κάγκελα, καμιά δεκαριά απο αυτούς, δεν βλέπουν τα ταικτενόμενα. Κοιτάνε πίσω μου. Με τις ασπίδες τους. Σοβαροί. Εξίσου σκυθρωποί. Η μπάλα παίζει. Το πορτοκαλί τόπι στουμπάει στο έδαφος. Ολοι φωνάζουν. Και οι πίσω μου και οι δεξιά κερκίδα και η αριστερή. Ολοι μαζί. Ντούπ-ντούπ. Άγχος. Αγωνία. Ο Ολυμπιακός βάζει καλάθι.

Οι πίσω πανηγυρίζουν.

Ωπ. Λάθος. Οι αριστεροί μάου-μάου ΔΕΝ πανηγυρίζουν. Οι δεξιοί ούτε. Κιχ. Εγώ δεν πανηγυρίζω. Οι «πίσω μου σε έχω σατανά» why?

Γυρίζω, το κεφάλι, με ύφος. Σαν σε ταινία. Slow motion. Καμιά εβδομηνταριά γαύροι γεμίζουν το οπτικό μου πεδίο. Ωπ. Λάθος. Εγώ, με το κίτρινο κασκόλ του Περιστερίου, ΔΕΞΙΑ και ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΜΑΤ, πίσω γαύροι, σε μία κερκίδα. Ολοι αυτοί – και εγώ. Κακοί και άγριοι – ισάξιοι των Μάου-μάου – ίσως λίγο ποιο κακοί, καθώς αυτοί είναι εκτός έδρας, και ταξιδέψανε απο μέρη απρόσιτα και μυθολογικά (τον Πειραιά) για να με συναντήσουν. Εμένα. Νιώθω σαν την κατσίκα στο Jurasic Park. Μόνος. Αβοήθητος.

Θαυμάσια εικόνα.

Δεν γελάει κανείς – και πολύ περισσότερο εγώ.

Το πρώτο απο τα τέσσερα ημίχρονα ήταν το πιο ενδιαφέρον της ζωής μου. Με αυτοκτονικές τάσεις, πανυγηρίζω τα καλάθια του Περιστερίου – αλλά επειδή είναι μόνο «τάσεις» και δεν έχουν την σιγουριά του «εδώ τελειώνει η ζωή σου» και έχω ελπίδες να ξεφύγω, δεν γιουχάρω τους κόκκινους.

Εχουν στο μεταξύ φύγει κανα-δυό ΑΤΙΑ (αγνωστης ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα) προς τον αγωνιστικό χώρο, πάνω απο το κεφάλι μου, πάνω απο το κεφάλι των ηνωμένων εθνών, που τα χαζεύουν λες και βλέπουν συνέχεια πράγματα πάνω απο το κεφάλι τους, συνηθισμένη εικόνα. Οι κάφροι πίσω μου, βρίζουν, σε κάθε φάση ει δυνατόν, ακόμα και όταν ο φροντιστής σκουπίζει τον ιδρώτα εκατομμυρίων ευρώ που αφήνουν στον αγωνιστικό χώρο γομάρια δυόμιση μέτρων που δεν μπορούν να μετρήσουν μέχρι το είκοσι.

Α-πα-πα, δεν ντρέπονται τα παλιόπαιδα.

Όταν το διαολεμενο ημίχρονο ήρθε, σηκώθηκα, σχεδόν αθόρυβα και πήγα στην γωνία να δω το υπόλοιπο παιχνίδι (και όχι την ζωή μου να περνάει μπροστά στα μάτια μου) με μία σχετική άνεση. Και επειδή το ύφος μετράει, σηκώθηκα α-ργά, κοίταξα πίσω, χασμουρήθηκα, και μετά έφυγα. Α-ργά. Μπορεί και να σταμάτησα να δέσω τα κορδόνια μου, τόση απάθεια.

Ο Ολυμπιακός έχασε, το Περιστέρι κέρδισε, ο Γιάννης γλυτωσε. Ολα εκείνη την ημέρα πήγαν κατ’ ευχήν.

Μου ‘μεινε η ιστορία να την λέω στα παιδιά μου (σε σας).

 ? 

–>

Ξαπλώστε στον καναπέ.

‘Ηρθε η ώρα για ψυχανάλυση.

Πιάσαμε κουβέντα με την Κατερίνα, και με ρωτά γιατί γράφω. Τι κερδίζω απο αυτή την διαδικασία.

Χμ-μμ.

Και απαντώ, χωρίς να πολυσκεφτώ:

«Ξεκίνησα κατά τύχη. Για πλάκα. Εν ολίγοις, χωρίς να ξέρω που θα με
βγάλει όλο αυτό.

Μετά όμως ανακάλυψα οτι ήταν ένας υπέροχος τρόπος να ‘ρίξω’ τις ασφάλειές μου. Τους ‘τοίχους’ που χτίζω, χτίζεις, χτίζουμε όλοι για να προστατευτούμε.

Εξηγώ. Ας πούμε ότι γνωρίζω έναν άνθρωπο. Τώρα, εγώ είμαι ένας συγκεκριμένος χαρατήρας ανθρώπου. Σκέφτομαι, λειτουργώ και περιμένω κάποια πράγματα – σωστά, λάθος, δεν έχει σημασία.

Είχα μάθει (και σύντομα συνήθησα να το κάνω) να μην παρουσιάζω τις σκέψεις μου με την μία. Τις πίστευα (προφανώς, γι αυτο τις ακολουθούσα), αλλά ο συνομιλητής σου δεν είναι ανάγκη, ούτε έχει καμία διάθεση να σε μάθει χωρίς να είναι προετοιμασμενος για αυτό.

Ούτε και γω είμαι.

Έλα όμως που η διαδικασία της δοκιμής, της προσαρμογής (αν χρειάζεται), της γνώσης παίρνει χρόνο.. Χρόνο που καμιά φορά δεν είμαι ούτε ‘γω, ούτε ο άλλος διατεθημένος να δώσει.

Αυτό λοιπόν, χάνεται.

Τώρα όμως, κατέβασα τους ‘τοίχους προστασίας’ που είχα σηκώσει. Λέω «αυτός είμαι, αυτά πιστεύω, αυτά σκέφτομαι». Οσοι με πλησιάζουν γνωρίζουν ήδη -όσο, και αν είχαν όρεξη να ασχοληθούν- τι σκέφτομαι, τι περιμένω. Ετσι κατεβάζω τις άμυνες μου, αφοσιώνομαι στην ουσία, δεν φοβάμαι.

Αυτό είναι βασικά. Λες αυτά που αισθάνεσαι, και δεν είναι φυλακισμένα πλέον. Δεν φοβάσαι. Πες πως είναι ένας ανομολόγητος έρωτας που πέρασες, που τον συναντάς και του λες «ξέρεις, μ’ αρέσεις πολύ» αυτό, αυτό το ανομολόγητο που το ξεφορτώνεσαι, και βγάζει φτερά, πετάει.

Και δεν το χρεώνεσαι πια. Αν με κάνεις παρέα, του λες (του έρωτα του παραδείγματος), είναι γιατί με ξέρεις. Δικαιούσαι να φύγεις, να μην σ’ αρέσει, να μην γουστάρεις, αλλά αν κάτσεις, δεν μπορείς να πεις οτι εξαπατήθηκες.

Λειτουργία απολυτα χαλαρωτική, ισοδύναμη με άπειρες ψυχολογικές κουβέντες.

Στις οποίες, ειρήσθω εν παρώδω τι κάνεις; ακριβώς το ίδιο. Μοιράζεσαι με έναν άγνωστο, χωρίς να ζητάς την έκριση ή την αποδοχή του, πράγματα που σε βασανίζουν.

Για να τα «ξεφορτωθείς» – και όχι με την κακή ίσως έννοια που κουβαλάει αυτή η κουβέντα.

Όσο αφορά εμένα, όμως, όπως ίσως θα έχεις διαπιστώσει, blog είναι και διασκέδαση. Μία στις δέκα είναι καταχώρηση ψυχής, η άλλες είναι η παρέα. Η πλάκα. Ο χαβαλές. ‘Η ο προβληματισμός – αλλα για κάτι κοινό, για κάτι που μοιράζομαι με τους αναγνώστες μου.

Οπως ακριβώς είναι και η ζωή μου :)»

Την ίδια κουβέντα που είχα με τον Κώστα, εχθές το βράδυ.

Το μυστικό είναι η α-πο-λυ-τη ειλικρίνεια. Αν είσαι ειλικρινής, no matter αν είσαι καλός ή κακός άνθρωπος, γυναικάς ή τραβεστί, ήρεμος ή άγριος, γέρος ή νέος – αν είσαι ειλικρινής αυτοί που σε πλησιάζουν, ξέρεις οτι το κάνουν για αυτό που είσαι. Χωρίς να χρειάζεται να προσποιείσαι οτιδήποτε άλλο.

Απίστευτα χαλαρωτικό, σας βεβαιώ.

Η καλύτερη εξήγηση που μπορώ να δώσω λοιπόν για την δική μου διαδικασία γραψίματος. Δεν είναι απαραίτητο να ταιριάζει για όλους τους blogger. Ταιριάζει όμως απόλυτα με μένα.

Οσοι με γνωρίζουν και στις δύο μορφές μου, δικτυακή και face to face, μπορούν να το πιστοποιήσουν.


 ? 

–>

Διάβαζα την Τζούλια, για τον Fred Durst των Limp Bizkit που του χάκεψαν το κινητό και προσωπικές φωτογραφίες γυρίζουν δεξά-αριστερά, δώθε-κείθε στα μάτια του κάθε ματάκια – και τι θυμήθηκα;

Δεν ξέρω ποιος μου το ‘στειλε, (μπορεί να είναι μπλογκεράς, συνεπως με ειδοποιείτε για τυχόν finders credits) αλλά το ίδιο έπαθε και το αστέρι της σόου μπιζζζζ, Paris Hilton.

Το οποίο είναι μια μορφή πολλών καρατίων, με πατέρα – ξενοδόχο, πτωχοοικογένεια δηλαδή και βάλε, που έπαιζε με το κινητό της, και…

Η συνέχεια εδώ.

Οχι μόνο φωτό. Αλλά και τηλεφωνικούς καταλόγους της πήρανε, και μηνύματα, και ποιος ξέρει τι άλλο.

Και καλά, με την Paris γελάσαμε(;) γιατί τα θέλει ο κωλαράκος της. Πλην όμως αύριο, φτωχέ μου επισκέπτη θα είσαι εσύ, ο άλλος, ή ακόμα χειρότερα, εγώ. Και τότε μήτε θα γελάμε, στο λέω, που τα privetια μας θα κάνουν βόλτα στο διαδίκτυο.

Σαν προψες θυμάμαι ήτανε που κάτι μυστήριοι αγοράσανε σκληρούς δίσκους, απο τράπεζες ή υπουργείο – θα σας γελάσω, και επειδή το byte δύσκολα σβήνει, το τι στοιχεία μαζέψανε, δεν λέγεται παλικάρια μου.

Μέχρι και τσόντες πρόστυχες, άλφα πράγμα δηλαδής, να κοιτά ο μπαμπάς και του παιδιού να μην δίνει.

Και θα μου πεις, τι να κάνω, να το κάψω το ρημάδι; Να το κάψεις, αλλιώς να εύχεσαι να προλάβουμε όλοι να απενεχοποιηθούμε, και κάτι μυστήριες φωτογραφίες που έχει ο πάσα ένας στο κινητό του, να μην είναι τις ντροπής.

(μην με κοιτάτε εμένα έτσι, το κινητό μου δεν τραβάει φωτογραφίες ούτε άμα του δέσεις μία κάμερα στην κεραία)

Αντε βρε. Χαμογελάστε. Σας παίρνουν μάτι κανα εκατομμύριο σχωριανοί.

ΠιΕς. Τώρα κάτι κουβέντες που λένε οτι δήθεν το ‘κανε επίτηδες η Paris να βγουν να γίνει ντόρος για διαφημιστικούς λόγους, σιγά μην το πιστεψω. Αλφα το κορίτσι είναι αθώο και τέτοια πράγματα εν κάνει, και βητα δεν έχω τόσο πρόστυχο μυαλό να πιστέψω τέτοιες συνωμοσίες.

& nbsp;? 

–>

Χουανίτα, η παρθένα.

Στο Star, στις 17:30 καθημερινά. Πολύ ενδιαφέρον. Αφθονο υλικό για τα μελλοντικά δελτία ειδήσεων. Απο την παραγωγή, τσουπ στην κατανάλωση.

Να σας πω περιγραφή;

Ο δρόμος προς την ενηλικίωση έχει πάντα δυσκολίες. Για την 17χρονη Χουάνα όμως ο δρόμος αυτός θα έχει ανυπέρβλητα εμπόδια, καθώς ένα ιατρικό λάθος θα αλλάξει τα δεδομένα της ζωής της για πάντα? (Ντανιέλα Αλβαράντο, Ρικάρντο Αλαμο). Ο δρόμος προς την ενηλικίωση έχει πάντα δυσκολίες. Η 17χρονη Χουάνα όμως θα δοκιμάσει τη μεγαλύτερη έκπληξη που θα μπορούσε να της επιφυλάξει η ζωή. Ενα ιατρικό λάθος κατά τη διάρκεια μια τεχνητής γονιμοποίησης θα αλλάξει όλα αυτά που μέχρι τώρα είχε ως δεδομένα!

Τι έπαθε αυτό το αθώο, 17χρονο κορίτσι; το γκαστρώσανε. Χωρίς να το (χμ, χμ) διακορεύσουνε. Και παρθένα, και γκαστρωμένη.

Κοινώς; 153 (ναι, εκατόν πενήντα τρία) επεισόδια απόλυτης βλακείας.

Θα μου πεις, τι να δεις; Να κλαίνε στον Μικρούτσικο (α, ρε πούστη, και σε πήγαινα όταν έγραφες μόνο τραγούδια, πως γελάστηκα έτσι…) για τα προβλήματά τους διάφορες κυρίες σε μία εκπομπή που εντελώς ειρωνικά ονομάζεται «Αυτό Που Θέλουν Οι Γυναίκες»…

Αυτό που θέλουν οι τηλεθεατές. Και ξέρεις καλά τι θέλουν οι τηλεθεατές όταν ανακαλύπτεις οτι σε δελτίο ειδήσεων, βραδυνό, σοβαρό, βλέπεις είδηση οτι και καλά στην Τουρκία, μετά απο αγώνα βόλλευ γυναικών, μαλλιοτραβηχθήκανε.

Και λες, «καλά, πως έγινε και επιλέξανε αυτό το θέμα;». Και απαντάς «καλά χαζός είσαι; Γυναίκες ΚΑΙ ξύλο – η απόλυτη επιτυχία»

Χουανίτα, η παρθένα. Και μετά αναρωτιόμαστε.



 ? 

–>

Οχι η πράξη, προφανώς, αλλά το κείμενο που την συνοδεύει.

Α-η-δί-α.

Επιπλέον, στον δικτυακό τόπο της Unisef, δεν βρήκα αντίστοιχο Δελτίου Τύπου. Το ξέρουν εκεί;

NewsFlash. Μετά απο έρευνα, ανακάλυψα οτι όντως είναι δελτίου τύπου της Unisef. Απλώς δεν έχει ακόμα περαστεί στον δικτυακό τόπο. Αυτοί, έχει μία λογική να γλύφουν, και λόγος δεν μου πέφτει ‘μένανε.

Αλλά παρόλα αυτά, επιμένω: το κείμενο είναι σιχαμερό. Με 5.000$, φθηνά την αγόρασε την διαφήμιση ο τύπος.



 ? 

–>

Πρώτα εμφανίστηκαν άλλοι. Αλλά αυτούς δεν τους πρόλαβα, γιατί είμαι καινούργιος.

Υστερα, ήρθε ο Sikia, με τον καινούργιο του λόγο. Μετά, διακριτικά και προσεκτικά, όπως οφείλει ένας κύριος, ο jdsallinger μου πρότεινε να με κεράσει μέλι. Μοιάζει να κατέβηκε το blog του, παρά τα καλά λόγια που του μοιρασαν αφιλοκερδώς οι κυρίες, αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα, μια κατεβαίνουν, μία ανεβαίνουν που λέει και το Cosmopolitan.

Η σεξουαλικότητα ανέβηκε, μπας και έρχεται το καλοκαίρι;

Στο μεταξύ, εδώ και έναν-δύο μήνες, έχω ένα πολύ hard core link (χωρίς πλάκα), που διστάζω να ανεβάσω.

Βασικά, είτε το πιστεύετε είτε όχι, ντρέπομαι να ανεβάσω.

Απο την άλλη, γίνεται. Συμβαίνει. Και εφόσον με επηρέασε (είτε θετικά, είτε αρνητικά) μπορούσε να μπει στο blog μου.

Το βάζω τώρα. Σοβαρός, χωρίς πλάκα. Αν πάτε, με δική σας ευθύνη, μην με μαλώσετε μετά.

Περσυνά, ξινά σταφύλλια. Κατέβηκε και αυτό. Δεν βαστάει ο έρωτας παιδιά, σας το ‘χω πει.



 ? 

–>

Το πρώτο οινοπνευματωδες που ήπια, ήταν ένα snaps ροδάκινο, στο Back Bar στην Πάρο, καλοκαίρι, με τον Νίκο.

Για ακρίβεια δεν ήταν ένα, τρία ήταν. Οταν σηκώθηκα, γιατί καθόμασταν έξω, άρχισα να ζαλίζομαι. Πρώτο πιοτί, πρώτο μεθύσι.

Σημείωση για να είμαστε ακριβής με την ιστορία. Τότε, το Black Bar’s ΔΕΝ έδινε μπόμπες.

Συνέχισα με διάφορες δοκιμές, για να βρώ το ποτό μου. Με τα πολλά, (και αφου απέρριψα τα καθαρά ποτά ουίσκι και βότκα) βρήκα το Southern.

Στην αρχή με κοκα-κόλα, με πορτοκάλι, με σπράιτ. Μετά σκέτο. Στο τέλος, ζητούσα μόνο ένα παγάκι.

Σημείωση για να είμαστε ακριβής με την ιστορία. Ζητούσα μόνο με ένα πάγο, το έπινα όπως τύχαινε να μου το φέρουν. Η λογική του ενός παγακίου μόνο είναι βάσιμη, και έχει να κάνει με το σε πόση ώρα πίνεις το ποτό σου, και τι γεύση θέλεις να έχει στην τελευταία γουλιά. Αντ΄αυτού, ερχότανε χωρίς πάγο, πληρες με παγάκια, και πάει λέγοντας. Ενδιαφέρουσα παραλαγή ήταν με έναν πάγο – αλλά με κερασάκι.

Εχω να μετρήσω δύο μόνο απίστευτα μεθύσια στην ζωή μου. Στο ένα με πήγε σπίτι ο Βασίλης. Στο άλλο ο Νίκος. Αν δεν βρισκόντουσαν αυτοί, ακόμα στους δρόμους θα τριγύρναγα.

Στο σπίτι, το μόνο ποτό που μπήκε ήταν κρασί. Και λευκό, αλλά κυρίως Μαυροδάφνη.

(Είμαι των γλυκών ποτών, τι να κάνω;)

Ατελείωτα μπουκάλια μαυροδάνφη κοσμούσαν μια γωνιά της κουζίνας μου, όπου, ως καλός Ευρωπαίος, μαζευα μπας και τα ανακυκλώσω. Ως γνωστόν, τα μπουκάλια του κρασιού δεν επιστρέφονται, αντιθέτως με τα μπουκάλια της μπύρας που παίρνεις και χρήμα. Αδικία, αλλά δεν είναι ανάγκη να επεκταθούμε. Πάντως, δεν ανακυκλωθήκανε δοκίμως τα μπουκάλια, απλώς πεταχτήκανε. Τώρα, τα ξαναμαζεύω.

Πιστεύω οτι είμαι εξαιρετικά εππηρεπής στις καταχρήσεις. Γι αυτό και τις αποφεύγω. Τσιγάρο τσου, ποτό όχι, σεξ όποτε μπορώ (να κάνω, όχι να αποφύγω), σεξ (ώπ – τό ‘παμε αυτό), ναρκωτικά νιέτ.

Βασικά, αυτό γίνεται γιατί είμαι αδύναμος. Αδύναμος χαρακτήρας. Αν αφηνόμουν θα ήμουν σίγουρα σεξομανής πότης, καρκινοπαθές παχύσαρκο πρεζόνι – και όταν λέω σίγουρα, εννοώ χίλια τα εκατό.

Παράδειγμα; Η μαυροδάφνη που λέγαμε. Στην αρχή, πήρα για να δοκιμάσω. Υστερα, ανακάλυψα πόσο μ’ αρεσε που με ζάλιζε -το ποτό με βαράει εύκολα- χωρίς να αφήνει κατάλοιπα την επόμενη μέρα.

Υστερα – και έκτοτε, μου κάνει παρέα στις μέρες που δεν θέλω να ξαπλώσω και να σκέφτομαι ταυτόχρονα.

Βασικά, τις μέρες που δεν θέλω να σκέφτομαι το παραμικρό.

Το θηλυκό του ονόματός του, δε, δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο.

Μπουκόβσκι, είσαι ο ήρωάς μου. (ο αληθινός, όχι ο γιαλατζί).

Μην ανησυχείτε. Σε χρόνο d-t θα είμαι πάλι ο γνωστός, χαρωπός, φιλικός, χαμογελαστός, χωρις-σκοτούρες arkoudos που γνωρίσατε και εμπιστεύεστε.

Ο άνθρωπος χωρις προβλήματα.

Οπου να ‘ναι.

Άλλωστε, πόσο να κρατήσει πια;



 ? 

–>

Παραπλανώντας τον κόσμο απο τα πραγματικά προβλήματά μου, και χρησιμοποιώντας την εκκλησία ως εύκολη λύση, εχω την φωτογραφία-ντοκουμέντο για τα προβλήματα του θρησκευτικού μας κράτους.

Μετά απο αυτό αντιλαμβάνεστε γιατί πήγαν όλα κατά διαόλου.

Αντε βρε, καλό Σαββατοκύριακο σε όλους μας/σας/τους.



 ? 

–>

Πήρα (τώρα, με τις τελευταίες μου τσαντίλες) αρκετά mail που έλεγαν «είσαι μοναδικός, εξαιρετική περίπτωση» – με τον καλό τρόπο.

Τρείς σκέψεις πάνω σ’ αυτό.

Πρώτη σκέψη.
Γι’αυτό τα τραβάω όλα αυτά. Δεν ξέρω αν είναι κατάρα ή ευχή να «διαφέρεις», αλλά εγώ, τώρα τελευταία, ως κατάρα το βιώνω. Μεταγενέστερη σκέψη μου με κάνει να πιστεύω οτι αν είμαι διαφορετικός είναι μόνο σε σχέση με τους Τσαρούχες, τους Γκλέτσους, και τα άλλα ανδροείδωλα που πλασάρονται ως χρυσή ευκαιρία σχέσης.

Δεύτερη σκέψη.
Αν είμαι πράγματι, σε ένα επίπεδο που δεν το κατανοώ, δεν έχω διάθεση να αλλάξω. Μ’ αρέσει όπως είμαι. Μ’ αρέσει που έχω πλεόνασμα έρωτα και θέλω να το δώσω με αυστηρή επιλογή. Μ’ αρέσει που πιστεύω στην χημεία – και υπολογίζω σ’αυτήν. Και αν την πατάω γι’ αυτό, όχι, δεν έχω διάθεση να αλλάξω. Δεν είπα «να πάνε να γαμηθούν οι γυναίκες, θα αλλάξω, και θα γίνω αυτό που χρειάζονται» – είπα «να ξεκαθαρίσω κάτι; ΑΥΤΟΣ ΕΙΜΑΙ.» Ούτε παιχνίδια, ούτε μαλακίες.

Τρίτη σκέψη.
Δεν είμαι ‘ιδιαίτερη περίπτωση’. Αντιθέτως, οι περισσότεροι φίλοι μου είναι έτσι. Σκέφτονται έτσι. Αντιδρούν έτσι. Και αρκετοί γνωστοί μου επίσης. Με όλους αυτούς συμφωνούμε. Συνεπώς, σε σας κυρίες αναφέρομαι, εκεί έξω υπάρχουν πολλά αρσενικά που σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο.

Τρεις σκέψεις για ένα σχόλιο.

Εχθές, τα είχα πάρει. Ήμουν πολυ θυμωμένος. Ανέβασα ένα post που τα έλεγε ακριβώς όπως τα ένιωθα – αλλά όσο πιο πολύ το έβλεπα, τόσο πιο πολύ θύμωνα που κατέληξα τόσο θυμωμένος.

Και τροφοδοτούνταν τόσο αυτή η διαδικασία, που τα παράτησα και το κατέβασα.

Να πα’ να γαμηθεί.

Αλλά το παράπονο μένει. Η αδικία είναι εδώ, στο πετσί μου. Ρε γαμώτο, δεν αισθάνομαι οτι έχω δώσει σε κανέναν το δικαίωμα με την συμπεριφορά μου να μου συμπεριφέρεται έτσι.

Για να δούμε πως μεταφράζεται αυτό το ‘έτσι’.

Υπάρχουν μερικοί αντρες που γαμούν, και φεύγουν. Δεν επενδύουν συναίσθημα, αισθήματα, τίποτα. Ως εδώ, καλά. Μαγκιά τους.

Για να το κάνουν, ψήνουν ‘αθώες’ κορασίδες. Παραμύθι, «σ’ αγαπάω», ή κάτι παρόμοιο για τις ρομαντικές, εξήγηση του τύπου «τέτοιος είμαι και σε όποιον αρέσω» στις πιο ‘ψαγμένες’.

Θες έτσι, θες αλλιώς, πέφτουν.

Εν γνώση τους, και ως εδώ καλά επίσης.

Στη πραγματικότητα όμως, ζητάνε κάτι παραπάνω – οι κορασίδες. Πιστεύουν ειλικρινώς και βαθιά μέσα στην καρδιά τους ότι για αυτήν θα γυρίσει αυτός ο σκληρός άντρας, το αντράκι, και θα τις αγαπήσει. Οτι πίσω απο την δική τους φούστα θα τρέξει. Οτι αυτές αξίζουν παραπάνω απο τις άλλες, οτι θα τον πείσουν για αυτό.

Αυθυποβολή, μοιρολατρεία, ανάγκη για επιβεβαίωση, όπως και να το πεις, είναι αυθόρμητο, βγαίνει και βαράει – κάποια στιγμή πάνω στην πραγματικότητα:

Το μόνο που ήθελε ήταν να γαμήσει και να φύγει.

Στους έρωτες την κοπανάει ά-με-σα.

Πιο σκληρή η πραγματικότητα απο το όνειρο, η κοπέλα πληγώνεται.

Οκ. So far η ιστορία δεν με αφορά.

Τα τελευταία χρόνια συναντώ διαρκώς τέτοιες κοπέλες. Κοπέλες όπου το όνειρο του να ρίξω το αντράκι «που γαμεί και φεύγει» έχει γίνει αυτοσκοπός. Δεν τους τυχαίνει, τον αναζητούν. Τον έχουν ανάγκη.

Για να τον βρουν απλώνουν τα δίχτυα τους. Λένε σε όλους τους πιθανούς υπόπτους «σ’ αγαπώ» και «σε έχω ανάγκη» και «μου λείπεις» και «σε σκέφτομαι».

Αν τις αγαπήσει τελικά, δεν είναι το αντράκι. Οπότε δεν κάνει. Οπότε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο την κοπανάνε.

Δεν μου λέτε ρε μαλακισμένες, γράφει πουθενά πάνω μου οτι είμαι το αντράκι; Γράφει πουθενά πάνω μου οτι είμαι ο γαμώ και φεύγω; Οτι δεν επενδύω συναισθήματα; Οτι δεν μοιράζομαι;

Αμα παίξεις με την καρδιά μου μωρη αρχίδω, επειδή δεν είναι από σίδερο, όπως την έχουν τα αντράκια, αλλά είναι ευαίσθητη όπως την έχουμε εμείς οι υπόλοιποι, άμα την πιάσεις άγαρμπα, θα τσαλακωσει. Θα σκιστεί.

Θα με γαμήσεις.

Και ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα; ΤΟ ΦΩΝΑΖΩ ο καριόλης οτι δεν είμαι αντράκι. Οτι δεν ανήκω σ’ αυτήν την κατηγορία αντρών. Οτι είμαι άλλο πράγμα, θέλει άλλη αντιμετώπιση.

Η δικιά μου η καρδιά, θέλει άλλη προσοχή. Αν επενδύσω σε σένα, θα με γαμήσεις άμα μου πεις «ας το αφήσουμε καλύτερα».

Γιαυτό και επενδύω αργά. Σπάνια. Σχεδόν ποτέ. Οι φίλες είναι φίλες – αλλά το παραπάνω είναι ιδαίτερα δύσκολο για μένα.

Οποτε; Δεν καταλαβαίνετε οτι δεν είμαι για δοκιμές; Δεν υπάρχει μυστήριο εδώ, σας το έχω ξεκαθαρίσει και παλιότερα:

Και ξεκαθαρίζω: Δεν αγαπάω αν δεν με αγαπούν. Δεν αγαπάω επειδή με αγαπούν. Δεν τάζω λαγούς με πετραχείλια. ΔΕΝ ΛΕΩ ΨΕΜΜΑΤΑ. Δεν λέω σ’ αγαπώ για πλάκα. Ξέρω τι θέλω – γι αυτό δεν κάνω πίσω. Αν δεν ξέρω τι θέλω, το λέω: δεν ξέρω τι θέλω. Κα-θα-ρά, με λόγια ΚΑΙ με πράξεις. Δεν πηδιέμαι με την μία και λέω σ’ αγαπώ στην άλλη. Δεν σκέφτομαι ΚΑΝ την πρώην όταν είμαι με την νυν. Αν μου συμβεί, σπάνιο αυτό, είμαι ειλικρινής. Και ή φεύγω και απο τις δύο, ή απο την μία. Αφιέρωνομαι, γαμώ το κερατό μου, πλήρως, σε αυτό που νιώθω για σενα. Δεν ακούω τους άλλους, τους αρέσεις ή όχι. Ακούω ΜΟΝΟ εμένα και σένα. Δεν παίζω παιχνίδια. Δεν δοκιμάζω τον έρωτα καμιάς – δεν το έκανα ΠΟΤΕ.

Αυτό κάνω εγώ, αυτό περιμένω και απο αυτήν. Αυτό, και τίποτα άλλο.

Δεν είναι ξε-κα-θα-ρο; Πως αλλιώς να το πω;

Πουτανιές, παιχνίδια, γαμιέμαι με άλλον και ‘αγαπάω’ εσένα και τέτοια, δεν προβλέπονται.

Σας είναι πολύ; Σας είναι δύσκολο; Δεν είναι στο κέφι σας;

Μην σώσετε και ‘ρθείτε.

Αρκετά βάσανα πέρασα.

Υ.Γ. Ισχύουν τα ίδια με το χθεσινό. Όποιος θέλει να κάνει σχόλιο, με mail. Δεν απαντάω σώνει και καλά αν δεν έχω όρεξη – και τις τελευταίες μέρες δεν έχω. Οποτε μου την δώσει, θα έχει την ίδια τύχη με το προηγούμενο, θα κατέβει.

Δεν ειμαι μόνο καλός άνθρωπος, αν ξαφνιαστήκατε. Τα παίρνω και εγώ κάπου-κάπου.

Σκατά. Ούτε τόσο θυμωμένος δεν αντέχω να είμαι.

Δεν θέλω καν να με βλέπω έτσι. Και δεν θέλω καν να το βλέπω.



 ? 

–>

Πλησίον της οργάνωσης.

Μέρος πρώτον.

Ημουν -και γώ- όταν ήμουν μικρός πρόσκοπος. Ουτε καν. Μέχρι λυκόπουλο έφτασα.

Δεν έχω ιδέα τι πέρασε απο το μυαλό των δικών μου να με κάνουν λυκόπουλο. Για μένα που ήμουν πιτσιρικάς, πλάκα είχε. Πράσινο καπελάκι, στολή, γίνε καλό παιδί, να βοηθάς τους άλλους, τουτέστιν ενδιαφέροντα πράγματα.

Και φυσικά το βιβλίο – και ο όρκος. Και το χέρι κάπως μυστήρια, για να μοιάζει με τα αυτιά του λύκου. Αλλά η χριστιανοσύνη, χριστιανοσύνη.

Μετά πάει. Το παράτησα, με παράτησε, μετακομίσαμε, κάτι έγινε και τα λυκόπουλα πήραν τον δρόμο για τον μύθο. Η στολή χάθηκε, το καπέλο και το σήμα κρατήσανε λίγο παραπάνω, το ίδιο και το βιβλίο, αλλά δεν απέφυγαν το μοιραίο της λήθης.

Να κάνω μία παρένθεση εδώ; Μεγάλωσα χωρίς αρχές τύπου «στρατός, οικογένεια, εκκλησία» ή κατά το κοινώς γνωστό «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια». Και μεγαλώνοντας χάλαγα, δεν έφτιαχνα. Συνεχίζω.

Κάποια στιγμή πήρα χαμπάρι/μου είπανε ότι τα λυκόπουλα – πρόσκοποι ήταν εξαιρετική προετοιμασία για τους μασόνους. Ενδιαφέρον, αλλά τίποτα περισσότερο.

Να το θυμηθώ μόνο, πριν πάω τα παιδιά μου εκεί.

Μέρος δεύτερον.

Στην Πατησίων, δεν θυμάμαι καλά σε ποιο ύψος, υπάρχει η εκκλησία της Σαϊεντολογίας. Καθώς περπατάω αρκετά, δεν είναι λίγες οι φορές που έχω περάσει απο κεί. Στην αρχή ήταν μόνο στον πρώτο όροφο πολυκατοικίας, αλλά αργότερα, ενα δύο τετράγωνα πιο πέρα, νοικιάσανε και ένα ισόγειο, αρκετά μεγάλο κατάστημα. Πωλούσαν βιβλία και άλλα τέτοια κόλπα.

Απο τότε που είχαν μονο τον όροφο της πολυκατοικίας, πάντα μία κοπέλα μίλαγε στον δρόμο στους περαστικούς, με σκοπό να τους ανεβάσει επάνω και να τους κάνει μέλη.

Μία φορά, ρώτησε και μένα. Το όνομά της ήταν Ζωή, καμία 35-40 χρονών, ευγενικότατη κυρία.

«Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;»

«Βεβαίως»

«Θα θέλατε να συμπληρώσουμε μαζί αυτό το ερωτηματολόγιο;»

«Γιατί όχι;»

Ε, λοιπόν αυτό το γιατί όχι, κράτησε περιπου μισή ώρα. Το μόνο που θυμάμαι είναι η ερώτηση «τι θέλεις περισσότερο τώρα στην ζωή σου» και οτι απάντησα «την Μαρία», γιατί τότε, ε, αυτό ήθελα περισσότερο.

Τελοσπάντων, χαιρετιστήκαμε, οι μέρες περάσανε, η Μαρία δεν ήρθε, όλα πήγαιναν όπως έπρεπε να πάνε δηλαδή.

Εντωμεταξύ, κάθε φορά που ξαναπερνάω απ΄εκεί, χαιρετάω την Ζωή. Μία μέρα με ρωτάει αν θέλω να μάθω περισσότερα για την Σαϊενετολογία.

Μπα. Δεν τσιμπάω.

Μα ανέβα μου λέει, για λίγο είναι μόνο.

Θυμάστε για το κορόιδο και το έξυπνο πουλί; έ, με έπιασε περιέργεια, και ανέβηκα στον πρώτο όροφο.

Δύο λαχταριστές -να με συμπαθάτε- κοπέλες ήταν εκεί ως πελάτισσες. Διαβάζανε βιβλία, κοιτάγανε δεξιά και αριστερά, ρωτάγανε για σεμινάρια. Αφου, σκέφτηκα να γραφτώ και εγώ – λέω, δεν μπορεί, τόσο ωραίες κοπέλες (δεν έπαιζε και Μαρία πλέον) μπορεί να έχω καμία ευκαιρία…

Και μου κόβει. Ρε, λέω, μπας και είναι φόλι; Μπας και οι μικρές είναι διαφημιστικό;

Δεν γράφομαι πουθενά, κάτι φυλλάδια παίρνω, ευχαριστώ Ζωή μου, γειά σου, γειά.

Γειά.

Όταν αργότερα έπιασαν το ισόγειο – βιτρίνα, όλο κόσμο είχανε μέσα. Ωραιότατες κοπέλες.

Τώρα είναι βίντεο κλάμπ. Βρε, λες να είναι δικό τους;

Και, μέρος τρίτον.

Μου θυμησε και κάτι άλλο αυτή η ιστορία. Κάτι μυστήριους τύπους, με άσπρο πουκάμισο – μαύρο παντελόνι, καρτελάκι χριστιανοκάτι, γραβάτα, πιθανώς σακάκι, ψηλούς, ευγενικούς, ξανθούς, ωραία παιδιά, που πάνε δυο-δυο και κάτι πάνε να ψήσουνε τον κόσμο.

Μια φορά με σταματήσανε κει-δά στην Πανεπιστημίου. Δεν ήταν δύο, ήταν πολύ περισσότεροι. Δέκα, δώδεκα ίσως. Όλοι ωραίοι και ωραίες. Μοντέλα. Δε κλίν κατ τύποι, που τους έχεις εμπιστοσύνη ότι άμα τους δώσεις την φωτογραφική να σε τραβήξουν, δεν θα την κοπανήσουν. Που τους δίνεις και την κόρη σου, που λέει ο λόγος, για βόλτα. Δεν τους φοβάσαι οτι θα προκύψει τίποτα.

Με σταματάει λοιπόν ένας τέτοιος. Ελληνοαμερικάνικα πάει να μου σκάσει το παραμύθι. Τον ρωτάω, συγνώμη, τόσοι είσαστε, κανέναν άσχημο, χοντρό και φαλακρό δεν έχετε; Δεν καταλαβαίνει, τα χάνει. Του λέω κοιτα τους: σαν κλωνοποιημένα είσαστε. Βρείτε μου έναν άσχημο ανάμεσά σας και αυτόν θα ακούσω τι έχει να μου πει. Και φεύγω.

Δεν πειράζει. Θα βρει άλλον να πει το παραμύθι του.

 ? 

–>

Το Σάββατο πήγαμε, όπως κάθε Σάββατο σχεδόν, για μπάλα.

Κοντά στο τέλος του πρώτου ημιχρόνου, σε φάση ανύποπτη στραβοπατάω, ρίχνω το βάρος στο δεξί μου πόδι και νιώθω ένα ‘κλακ‘ στον αστράγαλο. Δυνατό. Ώπα, λέω, μαλακία έγινε εδώ.

Είμαι γονατισμένος και πιάνω το πόδι μου. Δεν πονάω, είμαι μόνο λίγο μουδιασμένος.

Το παιδί της αντίπαλης ομάδας, που είναι δίπλα μου και με βλέπει να γονατίζω -μπορείι να πέταξα κανένα αχ, δεν θυμάμαι- σκύβει δίπλα μου και με ρωτάει: Είσαι καλά ρε φίλε; τι είναι αυτό το κράκ που ακούστηκε;

Ω-πα λέω, τα πράγματα δυσκολεύουν. Το ‘κλακ’ έγινε ‘κρακ’.

Σηκώνομαι να περπατήσω. Σιγά – σιγά, κάτω απο τον αστράγαλο, ένας γνώριμος πόνος κάνει την εμφάνισή του. Ο Βασίλης, συμπαίκτης στην ομάδα, σκέφτεται «περπάτα ρε μαλάκα, μην κολλήσεις τώρα» – (μου το ΄πε μετά), μου λέει «ή βγες, ή τρέχα, χαλάς το οφσάιντ». Δίκιο έχει ο άνθρωπος. Πιάνει πιο δυνατά ο πόνος, βγαίνω, πάω στον γιατρό.

Ω-ω-πα λέω, νάτο το τρίτο, είναι άντρας. Δύο φορές έχω φύγει από το γήπεδο τραυματίας, στα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, και τις δύο φορές άντρας γιατρός, παρότι τρεις στις πέντε έχουμε γυναίκα γιατρό.

Και τις δύο, έχω χτυπήσει στο ίδιο σημείο – κοινώς, διάστρεμμα.

Βασικά, το δεξί μου πόδι ξέρει καλά από διαστρέμματα. Τι μπάσκετ, τι ποδόσφαιρο, μέχρι και περπάτημα στον δρόμο με έχει στείλει κουτσό σπίτι. Μόνο απο το ποδόσφαιρο έχω τραυματιστεί, στο ίδιο σημείο (και περίπου με τον ίδιο τρόπο) τρεις -μαζί με αυτή- φορές.

Ο Βασίλης, ο εν λόγω συμπαίκτης και απο τους καλύτερους φίλους μου, έχει άλλη διαδικασία με τους τραυματισμούς – έχει πάθει πολλές φορές χειρότερα από μένα, αλλά μερικές φορες, δάγκωνε τα δόντια και συνέχιζε να παίζει.

Ε, εγώ δεν είμαι έτσι. Άλλο πράμα ο αρκούδος. Ο αρκούδος, πείτε τον όπως θέλετε, άμα πονάει, πονάει. Το ακούει το πόδι του – ειδικά όταν του έχει δώσει τα σημάδια τόσες φορες με τραυματισμό στο ίδιο σημείο.

Ε, ο αρκούδος πονάει.

**[

Οχι τόσο ωστε να μην πάει στο Όνομα Του Ρόδου βέβαια.

Με τον καινούργιο θείο (είδες πόσα θα μάθεις δίπλα μου; σου χρωστάω την μπύρα, την ξέχασα τελείως), την Αγγελική, και τον Αντώνη, Σάββατο βράδυ, κουτσαίνοντας και πρησμένος, αλλά πήγα. Εξαιρετικοι οι 15-50 που επιτέλους βρήκανε μία γυναίκα να τραγουδά σαν τους άνδρες – αλλά το πρόγραμμα, όσες φορές έχω πάει, είναι το ίδιο…

Και όχι τόσο, ωστε να μην πάει στο Applebees την Κυριακή βέβαια.

Ρε Νικόλα, είναι δυνατόν, κοτζαμάν καφε, (εσπρέσσο δεν ητανε;) πως τον γλύτωσες; Πάντως το τσιζκέηκ που πήρα, ήταν νοστιμότατο.

]**

Τέλοσπαντων. Στο γραφείο σήμερα είχε πλάκα. Καραφλός, κουτσαίνοντας, μορφάζοντας, να κουβαλάω το πορτοκαλί κουτί με το φαγητό μου. Μια απορία για τον καθένα που κοίταγε.:)

Aφού οι γυναίκες bloggerισες είναι τόσες πολλές, και ανατρέπουν το σκηνικό που τις θέλει να χρησιμοποιούν το internet λιγότερο από τους άνδρες,είπα να χρησιμοποιήσω αυτή την δυναμική, αυτή την πηγή γνώσεων μπας και καταλάβω κάτι λίγο παραπάνω για τις γυναίκες.

Ιδού λοιπόν η ερώτηση:

Κάνετε ποτέ εσείς οι γυναίκες το πρώτο βήμα; Και πως ακριβώς;

Η απάντηση στα comments, βεβαίως-βεβαίως.

Αλλά αφού αυτό είναι μπλογκ, κοινώς ανοιχτό ημερολόγιο (πως λέμε ανοιχτό πανεπιστήμιο; έτσι) σας λέω και τον λόγο που με οδηγεί στο να αναρωτηθώ.

Εχω βρεθεί, αρκετές πλέον φορές να αναρωτιέμαι «προς τι το ενδιαφέρον». Επικοινωνεί μαζί μου, και αναρωτιέμαι αν μου λέει «θέλω να σου πω οτι με ενδιαφέρεις» ή αν μου λέει ακριβώς αυτό που ακούγεται από το τηλέφωνο/mail/γράμμα/ταχυδρομικό περιστέρι.

Ας ξεχάσουμε για λίγο τι θέλω εγώ. Τι θέλει αυτή με απασχολεί. Θα έπρεπε να μην ασχολούμαι καθόλου με το τι θέλει αυτή, αλλά με το τι θέλω εγώ – ok, έτσι θα έπρεπε να γίνεται, αλλά δεν το κάνω.

Είναι hit-on κίνηση; είναι άτολμη προσπάθεια να μου πει «θέλω να καταλάβεις οτι προσπαθώ – αλλά δεν μπορώ να στο πω στα ίσια»; Οταν κλείνουμε το τηλέφωνο, τι κάνει; Αναρωτιέται αν κατάλαβα; Αναρωτιέται γιατί δεν κατάλαβα; Αν είμαι τόσο χαζός; Ή μήπως παίρνει τηλέφωνο κάποιον άλλο με την ίδια φιλική διάθεση που πήρε και μένα; Ή κλείνει το τηλέφωνο και παίρνει τον γκόμενο;

Διαβάζει – δεν διαβάζει τούτο το μπλόγκ, εγώ πρέπει να το πω ξεκάθαρα: είμαι παντελώς ηλίθιος. Κάθε φορά που προσπάθησα να καταλάβω τι ακριβώς γίνεται απο τα συμφραζόμενα, απέτυχα πα-τα-γω-δώς. Άλλες φορές νόμιζα οτι υπήρχε κάτι (πρόσφατο αυτό, μεγάλα γέλια πρέπει να έγιναν εκεί) και άλλες οτι δεν υπήρχε τίποτα, και στεναχώρησα αδίκως κάποιες.

Αμα δεν μου το πεις στα μούτρα, απλά και ξεκάθαρα, τσάμπα παιδεύεσαι.

Και έτσι οδηγήθηκα στο στο αρχικό ερώτημα: Υπάρχει περίπτωση να εννοεί κάτι; Υπάρχει περίπτωση να προσπαθεί, αποτυχημένα αλλά γλυκύτατα, να μου πει κάτι; ‘Η μήπως δεν κάνουν τέτοια οι γυναίκες και σκέφτομαι απλώς σαν άντρας;

E;