Και ξαφνιάστικα – ωπ! Τι θέλω εγώ; Δεν το είχα σκεφτεί.

Αλήθεια, σκεφτόμουν συνέχεια να βάλω τους άλλους να πουν τι θέλουν, αλλά ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να πω τι θέλω εγώ.

Άνοιξα τον κειμενογράφο. Πριν ξεκινήσω, έτυχε να θυμηθώ δύο πράγματα:

Το ποιήμα του araxtou.

Το μήνυμα του Θέμη.

Ήταν αρκετά για να καταλάβω ότι, σήμερα θα έπρεπε να φωνάξω τι θέλω.

Σήμερα ήταν η μέρα.

Προσπάθησα να το γράψω με λίγες λέξεις. Είπα «όσο πιο λίγες, τόσο πιο καλά». Προσπάθησα να καθαρίσω το μυαλό μου.

Και ξεκίνησα.

Σταμάτησα να γράφω 20 λεπτά αργότερα, έχοντας γράψει 88 ‘Θέλω’ σε 750 λέξεις. Όλα με κεφαλαίο θήτα. Ήμουν σε ντελίριο. Δεν καταλάβαινα τι γινόταν γύρω μου. Επι 20 λεπτά έγραφα, μανιωδώς.

Είπα τι Θέλω.

Αυτά που Θέλω Εγώ.

Ο araxtos το είπε περίφημα:

«[…] Το ζήτημα είναι να μιλάς
όχι όταν είσαι απ έξω
αλλά μέσα στη φυλακή
τότε θα σε πιστέψω […]»



 ? 

–>

Η Krios αναρωτιέται για την αληθινή αγάπη, και τί φοβίζει τον κόσμο από το να πει αυτό που αισθάνεται (τι άραγε…)…

*

O Θέμης, αναρωτιέται γιατί δεν δείχνουμε περισσότερο σεβασμό (και αφοσίωση) σε αυτά που αγαπάμε, και μας βάζει σε ένα test

*

Η Vanesssa (ναι, βρε περίεργοι, με τρία s) σε παλαιότερο post της, αναρωτιόταν γιατί φταίνε ΚΑΙ οι άντρες για τις (κακές, γενικά) μεταξύ τους σχέσεις…

*

Η Mandy αναρωτιέται που πάνε οι φιλίες, και γιατί δεν είναι τόσο δυνατές (τόσο αληθινές) όπως παλιά…

*

Ο kukuzelis ρωτά, σχεδόν αφοπλιστικά: «Γιατί όσα δεν έκανα είναι σημαντικότερα απ’ όσα κατάφερα;»

*

Ο κόσμος έχει απορίες.

Γιατί το να ρωτάς, να αναρωτιέσαι, είναι σημάδι αυτογνωσίας και ταπεινότητας.

Ας καταθέσουμε όλοι -σαν φόρο τιμής, από σεβασμό- μία γνώμη στις απορίες τους…

Ας συμμετέχουμε στην διαδρομή.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πέρασαν να πουν ένα γειά.

Δύο κοπέλες, που συμμετέχουν στην διαδικασία του blogging λίγο ποιό μακρυά από μας (δεν είμαστε δα και το κέντρο του κόσμου).

Διάβασα και τα δύο, ενδελεχώς – και… όχι, τα σχόλια, θα τα κρατήσω για κείνες.

Εσεις, να μπείτε, να διαβάσετε, και να κάνετε τα δικά σας.

Χαιρετώ λοιπόν, την Mandy, και την Vanesssa (και τους φίλους της Vanesssa’s : Stefanos και wisdom).

Καλωσήρθατε στην παρέα μας κυρίες μου.

(*) Οχι, πείτε, δεν είναι πολύ ωραίος τίτλος; Ποιά ποίηση και αηδίες, εδώ φαίνεται ο μάγκας ο αρκούδος…

–>

  • Η πολυαναμενόμενη Αγαμιάδα παραδόθηκε στο κοινό της…
  • Ο Araxtos υπόσχεται απάντηση – ποιητική, προφανώς…
  • Η ΘτΠ, έκανε εξαιρετική δουλειά, αλλά για άλλη μία φορά, έμεινε θύμα του κεφαλαίου
  • Η titania άρχισε τις αποστολές με mail, λαμβάνοντας την επίσημη άδεια της DiS παίρνοντας τον ρολο αυτού που λέμε συχνά Χορηγός Επικοινωνίας

    Ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει. Ασταμάτητος.



     ? 

    –>

  • Ξύπνησα. Μάζεψα και έβαλα πλυντήριο (φτού! ξέχασα να βάλω σήμερα, φεύγοντας..). Μεσημεράκι. Πήγα στους δικούς μου για φαϊ. Λεμονάτο, νοστιμότατο. Κουβέντα, χαβαλές, επιστροφή.

    Είδα το Eric the Vicking – το είχα πάρει μαζί με την «Βραδυνή». Χε, χε. Χε, χε, χε, χα.

    Με πήρε ο ύπνος, ξύπνησα γύρω στις εξίμιση. Είδα (λίγο) Πανιώνιο, περίμενα.
    Επτάμιση, ΑΕΚ – Ολυμπιακός από κρακαρισμένο κουτί. Έχασα την περιβόητη σκηνή (φτού). Τελείωσε. Μαλακία παιχνίδι. Κατέβηκα, πήρα αυγά, μπεϊκον, πιπεριές, τυρί (που ‘σαι Βασίλη να δεις). Ταινία απο το DVDάδικο: Tais-toi.

    Μαγείρεψα ομελέτα. Μμμμμ. Την έφαγα συνοδεία ταινίας. Βράδυ. Σκοτάδι. Βροχή. Αστραπές.

    Θυμήθηκα.

    Αναποδογύρισα τις φωτογραφίες, η μόνη φορά που είχα φωτογραφίες στο σπίτι – πολλά χρόνια μετά. Τις έκρυψα στο συρτάρι. Κεραυνοί.

    Εβγαλα τις τηλεοράσεις από το ρεύμα. Ξεκίνησα να σκουπίζω – μιάμιση η ώρα το βράδυ. Αμίλητος. Μόνο εγώ ξέρω γιατί. Δύο. Ξάπλωσα – μόνος. Βιβλίο – οι τηλεοράσεις εκτός ρεύματος, παρότι αστραπες και κεραυνοί είχαν σταματήσει.

    Σκοτάδι. Υπνος.

    (*) Η απάντηση στο ερώτημα που δεν τέθηκε: «πως πέρασες την Κυριακή σου»;


     ? 

    –>

    Εκτός από τα προφανή – λεφτά, συνεργασία με την υπερδύναμη, ανοησία, εκτός από τα αυτονόητα, μπορεί κανείς να μου εξηγήσει ΓΙΑΤΙ;

    Γιατί ρε γαμώτο;



     ? 

    –>

    Κοίτα με όταν δουλεύω, κοίτα με όταν εξυπηρετώ, όταν πίνω τον καφέ μου, κοίτα με όταν αγοράζω, κοίτα με όταν κλέβω, κοίτα με!

    Κοίτα με.



     ? 

    –>

    …Ο αραχτός έχει γενέθλιατραβάτε να πείτε χρόνια πολλά βρε-…

    …H άλλη είδε επιτέλους Ολυμπιακό (εδώ δεν τον είδαμε εμείς, και τον είδαν οι βάζελοι) και έγραψε ολόκληρο post για αυτό – σχεδόν τρομοκρατημένη…

    …H krios επέστρεψε για να πει οτι είναι εδώ, και (όποτε μπορεί) γράφει

    …ο κόσμος γυρίζει.

    Επι του πιεστηρίου: όχι για όλους.



     ? 

    –>

    Ανακάλυψα κάτι.

    Είμαι δυνατός μπροστά στους άλλους, αλλά αδύναμος στον εαυτό μου.

    Ισως δεν έχω καταφέρει ακόμα να αντιμετωπίσω τους εφιάλτες μου.

    Ο εν λόγω φίλος, που ταλαιπωρήθηκε, στην ουσία έζησε την διαδικασία για πέντε ημέρες. Διαγνώσθηκε καρκίνο, καλοήθη, και σε πέντε μέρες είχε χειρουργηθεί. Είναι καλά, και απολύτως καθαρός.

    Εγώ όμως, σακατεύτηκα.

    Οι άμυνες μου, μπροστά του έμοιαζαν απόλυτες: μέχρι και πλάκα του έκανα, για να δω πως είναι.

    Αλλά η αλήθεια με προδίδει:

    Δύο άνθρωποι, χεσμένοι, κάνανε πλάκα ο ένας στον άλλο, για να (του) δώσουν κουράγιο.

    Εγώ φοβόμουν μην τον χάσω (είναι καθαρά εγωϊστική διαδικασία, σας διαβεβαιώ) αυτός μην τυχόν και δεν ξυπνήσει την επόμενη μέρα – ή αντιλαμβανόμενος πόσο κοντά εφτασε σ’ αυτό.

    Το βράδυ εχθές, έπνιξα την ανασφάλειά μου στον ύπνο. Εκλεισα τα μάτια μου, και σκέφτηκα ωραία πράγματα που μου έχουν συμβεί τους τελευταίους τρεις-τέσσερις μήνες, για να πιαστώ από κάτι ευχάριστο.

    Με πήρε ο ύπνος, ντυμένο, πάνω απο τα σκεπάσματα (πρέπει να κρύωσα κάποια στιγμή, γιατί ξύπνησα εξίσου ντυμένος, μέσα στα σκεπάσματα). Ολα τα φώτα ανοιχτά, σε όλο το σπίτι.

    Ταλαιπωρήθηκα πολύ, ψυχολογικά κυρίως, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είμαι ικανός να αυτοπροστατευτώ – βασικό στοιχείο της δομημένης προσωπικότητάς που χρειάζεται να έχεις όταν πας να βοηθήσεις άλλους.

    Το καθήκον μου στους άλλους το έκανα με το παραπάνω: ο φίλος μου όταν έφυγα γελούσε.

    Να δούμε πότε θα κάνω το καθήκον μου και στον εαυτό μου.

    Αντε να δούμε.

    …όσο εσύ είσαι απασχολημένος με το να την προγραμματίζεις.

    Εχτές, τα κέφια μου ήταν πεσμένα.

    Σήμερα, δεν έχω χρόνο για τέτοιους εγωϊσμούς:

    Πολύ φίλος μου βρίσκεται στο νοσοκομείο και παλεύει για την ζωή του.

    Εχω μία ιστορία από το παρελθόν, ενδιαφέρουσα για τον τρόπο σκέψης μου.

    Μία φορά, πάνω στην πίεση της δουλειάς, ξεχνάω στην Πατησίων (στο πεζοδρόμιο μάλιστα) το κινητό που μου είχε δανείσει ο πατέρας μου. Είμαι γύρω στις 28 ώρες συνεχόμενες στο πόδι – και έχει φτάσει η στιγμή να πάω σπίτι μου (τότε έμενα Κηφισιά).

    Γυρίζω, με ταξί (πολυτέλεια για μένα, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, πρέπει να ήταν 1 ή 2 το πρωϊ) σπίτι, ξεντύνομαι, πάω για ύπνο…

    …και ανακαλύπτω την απώλεια.

    Παίρνω τηλέφωνο και με φρίκη αντιλαμβάνομαι ότι το έχω χάσει. Εν τάχει κάνω απολογισμό της ημέρας (εδώ το είχα, εκεί το είχα) και βρίσκω το τελευταίο σημείο που μπορεί να βρίσκεται.

    Στα σκαλοπάτια κτιρίου, δίπλα από τον Κωτσόβολο της Πατησίων.

    Τι να κάνω, δεν είναι δικό μου, πρέπει να πάω να το βρω (τότε τα κινητά ήταν πανακριβα). Αλλά είμαι στην Κάτω Κηφισία, 2 το πρωϊ, είναι πιο δύσκολο να βρεις ταξί από ότι είναι στο φεγγάρι.

    Μου κόβει να πάω στον Μπάμπη (τικ-τακ το ρολόϊ χτυπάει, κάποιος θα βρει το κινητό και θα το κλέψει) και βρίσκω εκεί μία ταξιτζού(!) η οποία, παρακαλώ, είναι μισθωμένη και περιμένει πελάτη. Την πιάνω και της λέω το πρόβλημα (θα πάμε, θα δούμε, και θα γυρίσουμε πάλι πίσω) τσιμπάει, δέχεται.

    Η πιο μάγκας ταξιτζού που έχω γνωρίσει. Μου λέει «μη σε νοιάζει ρε, εκεί θα είναι, έχω διαίσθηση και σε κάτι τέτοια πέφτω πάντα μέσα» και με ηρεμεί λιγάκι… αλλά όχι πολύ: έχει περάσει αρκετή ώρα, το κινητό είναι σε σημείο που φωνάζει «κλέψτε με σας παρακαλώ, το αφεντικό μου είναι ένας ηλίθιος» και ακόμα και αν δεν έχει δυνατή φωνή, του την έχω δώσει εγώ, καλώντας το (χτυπουσε δυνατά η μαλακία) αρκετές φορές μέχρι να αντιληφθω την απουσία του – έχω λοιπόν κάθε λόγο να είμαι αγχωμένος…

    …και τότε, πίσω μας, πέφτει ένα μηχανάκι. Στην Κύμης, αν δεν κάνω λάθος, βλέπω ένα παπάκι να σέρνεται και να μας προσπερνάει. Δύο οι επιβάτες, μία κοπέλα και ένας νεαρός, που κουτρουβαλιάζονται και το ακολουθούν – ευτυχώς είναι στο φανάρι και είμαστε όλοι σταματημένοι, αλλιώς…

    ..πάντως, δεν περάσανε και καλά: η κοπέλα εσπασε το πόδι της ο νεαρος χτύπησε -όχι σοβαρά- το κεφάλι του και ζαλιζόταν..

    Απο εκείνη την στιγμή, και μέχρι που φύγαμε, κατάλαβα το μάταιο του να ασχολείσαι με βλακείες: ποιο κινητό, και αηδίες, άλλοι έχουν σοβαρότερα προβλήματα από μένα.

    Και μάλιστα, αν το ξεχνάω, καμιά φορά η ζωή μου το θυμίζει.

    (Παρότι δεν είναι αυτό το θέμα, για να μην μείνετε με την απορία, ναι το βρήκα. Δεν ήταν στην Πατησίων, ένα ζευγάρι που είχε μπαράκι εκεί κοντά, το πήρε και μου το έδωσε όταν ξανακάλεσα)



     ? 
    –>

    Άλλο ετοιμαζόμουν να γράψω…

    αλλά η occhiata έκανε παρέμβαση, σαφέστατη και κατηγορηματική. Στο blog της, θυμήθηκα αυτό που άφησα να ξεχαστεί.

    Το διάβασα απο το πρωϊ, αλλά είχα κάνει ένα εγκληματικό λάθος: προσπάθησα να καταλάβω σε ποιόν αναφερόταν, αντί να διαβάσω τι λέει.

    Η πλάκα είναι ότι στον φίλο μου τον Νίκο, τέτοια πράγματα του έλεγα στα δύσκολα. Εγώ. Σ’ αυτόν.

    Αλλά του τό ‘χω πει, πράγματι. Καμιά φορά, μας αρέσει να πονάμε λιγάκι.

    Μας θυμίζει οτι ήμαστε ζωντανοί.

    Κάθε φορά που ξεχνάω ότι είμαι κριαρι με μεγάλες βουτιές στα βάθη και ορμητικές πτήσεις στα ύψη, η ζωή έρχεται να μου το θυμίσει.

    Οχι, λέω να μην σας δείξω τι έγραφα.

    Θα κάνω υπομονή.

    Ή απλώς, θα προσπαθήσω να θυμάμαι τα λογια της occhiatas.

    Ευχαριστώ βρε. Ακόμα και αυτά που ξέρω είναι χρήσιμο καμιά φορά να μου τα θυμίζουν.

    (Η φωτό είναι από τον δικτυακό τόπο http://philip.greenspun.com/dogs/george – έψαχνα για μία φωτό, και βρήκα το πιo υπέροχο σκυλί που μπορούσα να συναντήσω. Ταιριάζει και με αυτή την κουβέντα, η οποία γίνεται για να αποδειχθεί οτι η ζωή συνεχίζεται γύρω μας, ανεξαρτήτως τι μας συμβαίνει)


    Αν έβρισκα πιο πριν αυτή την φωτό, δεν θα ανέβαζα τίποτα άλλο σήμερα.