Ο Γιώργος Γεραπετρίτης, έδωσε μία συνέντευξη πριν από λίγες ημέρες στην Ράνια Τζίμα, για το Mega. Είχα σημειώσει να την σχολιάσω, καθώς θεώρησα όσα είπε ιδιαιτέρως σημαντικά – μα σβήνω τελείως το κείμενό μου. Η απάντηση του Ντίλιαν στην ερώτηση “τελικά, ποιος πλήρωνε για τις υπηρεσίες σας”, παρότι δεν είναι καινούργια, είναι εξαιρετικά σημαντική και τα αλλάζει όλα: Οι κυβερνήσεις. Οι μόνοι μας πελάτες, είναι οι κυβερνήσεις. Δηλαδή, μεταξύ άλλων, η κυβέρνηση του Γιώργου Γεραπετρίτη. Εκεί αλλάζουν όλα.

Πριν λίγο καιρό, κόντρα σε κάθε άλλο κείμενο που έχω διαβάσει με την υπόθεση, είχα αναφέρει μία πάγια, και όχι ιδιαίτερα δύσκολη για μένα να την τεκμηριώσω, θέση:

Οι άνθρωποι που έχουν παρακολουθηθεί, είναι πρωτίστως θύματα. Είναι θύματα βιασμού της προσωπικής τους ζωής, και ως τέτοια, ως θύματα βιασμού δηλαδή, δεν έχω προσωπικά καμία απαίτηση να βγουν μπροστά, να εκτεθούν, ή να κυνηγήσουν τους δράστες τους.

Ξέρω, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν να ακούει ότι ο Χατζηδάκης, ο Γεωργιάδης, ο Σαμαράς, ο Βορίδης – και όλοι αυτοί τέλος πάντων είναι θύματα και δεν έχουν ευθύνες να αποκαλύψουν την διαδικασία. Είναι προσωπική μου άποψη, και την καταθέτω γνωρίζοντας καλά ότι είναι μάλλον ενοχλητική – αλλά έτσι πιστεύω, έτσι λέω:

Την ευθύνη για να τους προστατέψουμε έχουμε πρωτίστως εμείς ως κοινωνία, και μόνο με την δική μας προστασία μπορούμε να τους δώσουμε τα εχέγγυα και την ασφάλεια που χρειάζονται για να προβούν σε οποιεσδήποτε κινήσεις. Αν δεν το κάνουν, φταίμε εμείς.

Αυτό θα ήταν και το σχόλιό μου για την συνέντευξη Γεραπετρίτη. Ακούγοντάς τον να λέει ότι όχι μόνο δεν ξέρει, αλλά δεν έψαξε κιόλας να δει αν τον παρακολούθησαν -μία δήλωση βαθιά προσβλητική, θα το δούμε πιο κάτω- είχα όλη την πρόθεση να τον υπερασπιστώ, και να σταθώ δίπλα του σε όλο αυτό.

Όμως – κάτι άλλαξε.

Ο Ταλ Ντίλιαν, σε δήλωσή του στην Δώρα Αναγνωστοπούλου στην εκπομπή Mega Stories, ξεκαθάρισε πως πελάτες αυτού του λογισμικού, είναι «μόνο κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου». Η δήλωσή του αποκτά περισσότερο νόημα, καθώς ο Ντίλιαν είναι ένοχος σε πρώτο βαθμό στο πρωτομελές που έγινε ως … ιδιώτης. Εγώ προσωπικά, με αυτήν την δήλωση, βλέπω μία διάθεση να εκβιάσει την κυβέρνηση ώστε να προστατευτεί από μεταγενέστερη αναβάθμιση των κατηγοριών, που θα φέρει αναπόφευκτα και μεγαλύτερες ποινές, αν κατακαδικαστούν. Ως τέτοια ενέργεια, θεωρώ την δήλωσή του αληθινή.

~

Τι αλλάζει στην σκέψη μου;

Ας δούμε λίγο την εικόνα. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έκανε τρεις, για μένα ξεκάθαρες, δηλώσεις:

Μία, ότι ήταν στόχος παρακολούθησης.

Δύο, ότι δεν έλεγξε το κινητό του περαιτέρω, αντίθετα από κάποια από τα άλλα θύματα.

Τρία, ότι δεν έκανε μήνυση, γιατί «δεν θα άλλαζε σε τίποτα το αποτέλεσμα της δίκης».

.

Στο πρώτο, ξεκαθαρίζουμε ότι είναι ένα θύμα στην υπόθεση των παρακολουθήσεων. Και σύμφωνα με την λίστα του Μενουδάκου αλλά και σύμφωνα με τον ίδιο.

Στο δεύτερο, δεν ερεύνησε. Αυτό, για μένα πάντα, δηλώνει ότι ξεκάθαρα παρακολουθήθηκε. Δεν έχει σημασία τώρα, αλλά θα έχει όταν θα προχωρήσει η σκέψη μου. Η θέση μου λοιπόν είναι ότι ο Γιώργος Γεραπετρίτης δείλιασε. Δεν θέλει να ξέρει αν όντως παρακολουθήθηκε, διότι ξέρει πολύ καλά.

Στο τρίτο, δεν προχώρησε την διαδικασία μέσω νομικών διαδικασιών. Εδώ, ο Γιώργος Γεραπετρίτης πιάνεται να λέει τρομερά ψέματα. Σύμφωνα με τον Κεσσέ, αλλά και πάμπολών δημοσιευμάτων και απόψεων που έχουν ακουστεί από ικανότερους από εμένα σε νομικά θέματα, ασφαλώς και θα έπαιζε ρόλο στην διαδικασία, και ο Γεραπετρίτης, με βάση το νομικό παρελθόν του, το ξέρει θαυμάσια. Ψεύδεται λοιπόν, για να καλύψει άλλη μία δειλία: δεν θέλει να δυσκολέψει τους δράστες του βιασμού των προσωπικών του στιγμών. Και επειδή αυτοί εκβιάζουν την κυβέρνηση, δεν θέλει να δυσκολέψει ούτε τους εντολοδόχους τους. Διότι ξέρει πολύ καλά θεωρώ ποιοι είναι οι εντολοδόχοι τους.

Θύμα, δειλός, ξανά δειλός και ψεύτης.

Και όλα αυτά θα τα δικαιολογούσα απόλυτα – αλλά. Αλλά.

Με την δήλωση Ντίλιαν, η κυβέρνηση μπαίνει στο κάδρο ως εντολοδόχος. Οι παρακολουθήσεις έγιναν, το ξέρουμε καλά αυτό, κάποιος τις πλήρωσε, ξεκάθαρα, κάποιος τις παρήγγειλε, κι αυτό είναι επίσης προφανές, και ο ιδιώτης καταδικασμένος ως δράστης δείχνει τον ένοχο χωρίς υπεκφυγες: Την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

Δηλαδή την κυβέρνηση στην οποία συμμετέχει και ο Γεραπετρίτης.

Δεν είναι πια μόνο θύμα.

Ο Γεραπετρίτης είναι θύτης.

Και εδώ αλλάζουν όλα.

~

Σεβασμός στα θύματα (τον Χατζηδάκη, τον Γεωργιάδη, τον Σαμαρά, τον Γεραπετρίτη) σημαίνει σεβασμός σε ΟΛΑ τα θύματα. Σημαίνει σεβασμός και στον Κουκάκη, τον Ανδρουλάκη, την Σίφορντ. Σεβασμος απαιτείται σε όλους. Και σε αυτούς που φοβούνται, αλλά και σ’ αυτούς που ξεπερνούν τον φόβο τους και αναζητούν την αλήθεια. Και έχω επιλέξει να στέκομαι δίπλα σ’ αυτούς που αναζητούν την αλήθεια και απολύτως απέναντι σε όσους πάνε να τους φιμώσουν, να τους κλείσουν τον δρόμο, να τους δυσκολέψουν.

Θεωρώ προσωπικά, ότι η κυβέρνηση κάνει ό,τι μπορεί για να τους δυσκολέψει – και με τις πράξεις της, (όπως την άρση της δυνατότητας να μάθουν αν παρακολουθούνται, την άρνηση να ενημερωθεί το σώμα της βουλής για τις παρακολουθήσεις από την υπεύθυνη ανεξάρτητη αρχή), αλλά και με τις παραλείψεις της (όπως με την αδιανόητη καθυστέρηση στον έλεγχο των εταιρειών και των τεχνικών τους υποδομών πχ). Αυτό είναι αρχικά ακατανόητο, εκτός… εκτός και αν ο Ντίλιαν λέει την αλήθεια. Τότε η κυβέρνηση είναι δράστης. Τότε ο Γεραπετρίτης είναι δράστης.

~

Ο Γεραπετρίτης ήταν ξεκάθαρος. Είπε ήμουν στόχος, δεν ήθελα να μάθω, και δεν ήθελα να έχουν ποινές οι δράστες. Όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, ότι ο Γεραπετρίτης, εκτός από πολίτης, είναι και θεσμικό μέρος του κράτους. Το κινητό του, δεν είναι μόνο το κινητό ΤΟΥ. Είναι το κινητό ΜΑΣ. Αν κάποιος το παρακολουθεί, δεν παρακολουθεί το κινητό του Γιώργου, παρακολουθεί το κινητό του Υπουργού. Δεν είναι στο χέρι του να πει “δεν ήθελα να ξέρω”. Δεν είναι στο χέρι του να πει “υποθέτω”, “ίσως”, “δεν νομίζω”. Αυτές είναι ντροπιαστικές δηλώσεις, γιατί όταν αναλαμβάνει μία τέτοια θέση, ο Γιώργος δεν αποφασίζει πια αν θα επιλέξει πχ να μάθει αν παρακολουθήθηκε. Ο Υπουργός οφείλει να ξέρει αν παρακολουθήθηκε. Ο Υπουργός οφείλει να ξέρει τι έμαθαν οι δράστες. Ο Υπουργός οφείλει να ξέρει ποιοι είναι οι δράστες. Ο Υπουργός οφείλει να τιμωρήσει τους δράστες. Δεν είναι ο Γιώργος. Δεν κάνει κουμάντο μόνος του στο σπίτι του και δρα σύμφωνα με τον χαβά του και τις διαθέσεις του. Είναι υπηρέτης του κράτους και οφείλει να μας προστατεύει.

Διότι, θύματα των παρακολουθήσεων, είμαστε και εμείς.

Αν κάποιος τον εκβιάζει, ΜΑΣ εκβιάζει. Αν κάποιος τον ελέγχει ΜΑΣ ελέγχει.

Όταν αποφασίζει να μην τιμωρήσει τους δράστες, και αυτοί εκβιάζουν μετά την κυβέρνηση με αποκαλύψεις, δεν είναι πια υπόθεση του «Γιώργου». Είναι δική μας.

Όταν βιάζεται και εκβιάζεται η κυβέρνηση, η πολιτική, ο στρατός, η δημοσιογραφία, το εμπόριο – είναι δική μας υπόθεση πια.

Όταν ο Ντίλιαν δηλώνει ότι πελάτης είναι η κυβέρνηση, η κυβέρνηση είναι ο δράστης, είναι απέναντί μας. Και ο Υπουργός Γεραπετρίτης, με αυτά που για μένα ξεκάθαρα είναι ψέματα και δειλίες στην δήλωσή του, στέκεται απέναντί μας.

Επιλέγει.

Είναι θύτης.

Ως θύματα, τα μέλη της κυβέρνησης ή της ΝΔ (Βορίδης, Γεωργιάδης, Χατζηδάκης, Πελώνη, Πλεύρης, Δένδιας, Σαμαράς, Βλάχου – και τόσοι άλλοι) έχουν την απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη στήριξή μου – ακόμα και αν μένουν σιωπηλά, και κυρίως αν μένουν σιωπηλά. Όπως όμως, και ακόμα μεγαλύτερη, έχουν και όσα πολεμούν, μιλούν δυνατά και θέλουν την αλήθεια. Και, ακόμα μεγαλύτερη στήριξη, οφείλουμε να έχουμε στους πολίτες αυτής της χώρας που θέλουν να τιμωρηθούν οι ένοχοι:

Στο μεγαλύτερο θύμα των υποκλοπών.

Την Δευτέρα 9/2 στην επίσημη ενημέρωση των συντακτών από την κυβέρνηση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιτέθηκε στον δημοσιογράφο Χρήστο Αβραμίδη για ερώτησή του, απειλώντας τον με μήνυση.

Οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία, καθώς αν αναλωθούμε σε αυτές μάλλον το χατήρι του Μαρινάκη θα κάνουμε – μπορείτε όμως, αν δεν έχετε ήδη γνώση της υπόθεσης, να δείτε εδώ το βίντεο και εδώ την πλήρη απομαγνητοφώνηση.

Ας πούμε πως αυτό που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει βασικό για να συνεννοηθούμε, είναι πως ο Χρήστος Αβραμίδης κάνει μία ερώτηση, και ο Παύλος Μαρινάκης (δεν) απαντά, αλλά όταν ο δημοσιογράφος επανέρχεται με συμπληρωματική ερώτηση τον απειλεί με μηνύσεις. Επειδή νοήμοντα όντα θεωρώ πως είμαστε εδώ, μπορούμε πιστεύω να διακρίνουμε πως όλη η φασαρία γίνεται αποκλειστικά και μόνο για να μην αναγκαστεί να συμφωνήσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στο ότι το λιμενικό σ’ αυτήν την απόσταση από την στεριά μόνο αποτροπή θα έλεγε κανείς ότι προσπάθησε να κάνει, αν όχι κάτι χειρότερο, και το ότι προσπάθησε να τους σώσει (“υπερβαίνοντας καμιά φορά και τις δυνατότητές του”) ήρθε ως συνέχεια του δυστυχήματος που το ίδιο το λιμενικό προκάλεσε.

Αυτό είναι σε πρώτη ανάγνωση άξιο συζήτησης. Αλλά αυτή η συζήτηση, γίνεται ήδη.

Εμείς έχουμε να συζητήσουμε κάτι άλλο.

~

Εμείς έχουμε να συζητήσουμε αυτό που έγινε ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ. Αντιγράφω από τα επίσημα δελτία της ενημέρωσης από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, στις απαντήσεις προς τον Χρήστο Αβραμίδη:

Μία μέρα πριν:

Ο β’ πληθυντικός που χρησιμοποιείτε είναι άτοπος και νομίζω ενέχει και πάρα πολύ μεγάλο στοιχείο λαϊκισμού, όπως όλες σας οι ερωτήσεις. Σας ενδιαφέρει μόνο να λαϊκίσετε και να δημιουργήσετε εντυπώσεις και όχι να ενημερώσετε τον κόσμο […] Αυτό το οποίο δεν λέτε, επίσης, γιατί ο στόχος σας δεν είναι να ενημερώσετε όπως και σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις, αλλά να παραπλανήσετε.

Και μια μέρα πριν:

Μάλλον δεν τα έχετε κατανοήσει ή κάνετε ότι δεν τα καταλαβαίνετε για να δημιουργήσετε εντυπώσεις. […] Μάλλον δεν έχετε καταλάβει τίποτα. […] Το λέω για άλλη μια φορά, μπας και το καταλάβετε και όχι για να κάνουμε τώρα διάλογο πάνω σε κάτι το οποίο δεν έχετε αντιληφθεί ή κάνετε ότι δεν αντιλαμβάνεστε. […] Λοιπόν, απαντώ όχι γιατί θα το καταλάβετε ή γιατί υπάρχει περίπτωση να σας πείσω. Ούτως ή άλλως, έχουμε καταλάβει όλοι τι γίνεται εδώ πέρα, αλλά, μόνο και μόνο επειδή φαντάζομαι ότι έχετε ως στόχο να παραθέσετε αποσπασματικά κάποιες απαντήσεις, να το πω άλλη μια φορά, αν και σε όλα αυτά έχω απαντήσει. […] Και επαναλαμβάνω, γιατί είναι άχαρος αυτός ο ρόλος, αλλά είναι ιερή υποχρέωση η αντιμετώπιση ανθρώπων οι οποίοι κάνουν, είναι σε διατεταγμένη υπηρεσία, το «κίνημα των «τυμβωρύχων»» και θεωρώ τιμή μου που απαντάω, όπως και πολλοί άλλοι, σε αυτή τη χυδαία προπαγάνδα, γιατί βάζετε μπροστά απώλειες ανθρώπων για να κάνετε πολιτική, δήθεν με δημοσιογραφικές ερωτήσεις, ότι όσο και να προσπαθείτε, θα πέφτει πλέον στο κενό η προπαγάνδα σας. Δεν θα σας περάσει, δεν θα δημιουργείτε ψευδείς εντυπώσεις στον κόσμο μόνο και μόνο για να βγάλετε κάποιους ανθρώπους από την κοινωνία που παραπλανώνται από εσάς με ψέματα. Δεν θα σας περάσει.

Και λίγο πιο πριν:

Κατ’ αρχάς να πω, όχι απαντώντας στην ερώτησή σας, η οποία προφανώς, όπως το σύνολο των ερωτήσεών σας εμπεριέχει «τοποθέτηση προϊόντος» και το προϊόν είναι η παραπλάνηση της κοινής γνώμης […] Είδατε που δεν ακούτε τις απαντήσεις; … Δουλειά ενός δημοσιογράφου, που ενημερώνει την κοινή γνώμη και δήθεν θέλει να είναι αντικειμενικός, είναι, πριν υιοθετήσει μια ανακοίνωση ενός σωματείου εργαζομένων, να τη διασταυρώσει. Και η αναπαραγωγή ψευδών ειδήσεων, έχει την ίδια απαξία με την εξ υπ’ αρχής διατύπωσής τους. Ένας δημοσιογράφος έχει δύο αντικρουόμενες πληροφορίες… και επιλέγει να εμφανίσει ως δεδομένο το πρώτο. Πάρα πολύ απλά, κοροϊδεύει τον κόσμο. Ακριβώς αυτό κάνει, όσο και να μην το παραδέχεστε. […] Όσο και να προσπαθείτε να μετατρέψετε σε κυβερνητική μία ευθύνη, χωρίς να είστε καν εισαγγελέας, ενός τραγικού δυστυχήματος που ερευνάται, με τα ψέματα που λέτε, δεν θα το καταφέρετε. […] Κοιτάξτε να δείτε, μάλλον το πρόβλημα κατανόησης των απαντήσεων δεν έχει να κάνει με τις απαντήσεις μου, έχει να κάνει με την κατανόηση των ελληνικών ή το γεγονός, ότι δεν θέλετε να καταλάβετε.[…] κάθε σας ερώτηση εμπεριέχει το κίνητρο της ιδεοληψίας και της παραπλάνησης της κοινής γνώμης.[…] Μην έχετε τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σας, κάνουν εντελώς άλλη δουλειά από αυτή που κάνετε εσείς και πολύ πιο σοβαρή, απλά και την «Καθημερινή» την εργαλειοποιείτε γιατί μέσα στο ρεπορτάζ λέει και άλλα πράγματα και έχει κάνει και πολλές άλλες αναλύσεις.[…] σκοπίμως κάνετε ότι δεν τα ακούτε και εσείς και κάποια μειοψηφία συναδέλφων σας, για να δημιουργήσουν εντυπώσεις στον κόσμο

Και λίγο πιο πριν:

Γιατί κάνετε και πολιτικές τοποθετήσεις, πέραν της δημοσιογραφίας- ότι το «επιτελικό κράτος», όπως λέτε ειρωνικά […] Και επαναλαμβάνω για ακόμα μία φορά, μήπως και επιλέξετε να κόψετε άλλο βίντεο παραπλανητικό […] Σήμερα δεν μου κάνατε ερώτηση, που οι μισοί που είναι σήμερα στην συνάντηση ανήκουν και παραπάνω, σε άλλα κόμματα. Δεν σας ενοχλεί, δεν σας ενοχλεί αυτό. Αν ήτανε κανένας σήμερα από την Νέα Δημοκρατία θα με ρωτάγατε, αλλά επειδή είναι από το ΚΚΕ και καλά κάνει ο καθένας και είναι όπου είναι ή από άλλα κόμματα, αυτό δεν σας ενοχλεί. Και επαναλαμβάνω αυτό που σας είπα, ότι δεν κάθομαι να παίρνω πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων από τους δημοσιογράφους που έρχονται εδώ. Δεν σας αντιμετωπίζω ως πρώην υποψήφιο βουλευτή ενός κόμματος. Καλά κάνατε και κατεβήκατε. Τώρα έρχεστε εδώ ως δημοσιογράφος και ως δημοσιογράφο σας αντιμετωπίζω.

Και λίγο πιο πριν:

Όπως υπάρχουν αγρότες οι οποίοι ανήκουν στο χώρο της Ν.Δ., υπάρχουν αγρότες οι οποίοι ανήκουν, και πολλοί μάλιστα στα μπλόκα, σε άλλα κόμματα, της Αριστεράς, της Κεντροαριστεράς και δεν σας είδα να σας ενοχλεί κάτι τέτοιο. Άρα, θεωρώ ότι είναι προσβλητική αυτή η θεώρηση και η αντιμετώπιση του ζητήματος. Τώρα, από εκεί και πέρα, με αυτή την λογική, θα έπρεπε κι εγώ να μην σας αντιμετωπίζω ως δημοσιογράφο, που με ρωτάτε και είναι υποχρέωσή μου να σας αντιμετωπίζω, αλλά ως πρώην υποψήφιο βουλευτή του ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Κάθε άνθρωπος έχει την πολιτική του ταυτότητα, την πολιτική του κατεύθυνση. Την επιλέγει και έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει και έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικεί για τον κλάδο του. Τώρα, ως προς το ριάλιτι, δεν ξέρω αν ζηλέψατε τον πρώην παίκτη ριάλιτι και θέλετε να πάτε σε ένα από τα επόμενα ριάλιτι, ούτως ώστε αυτά τα πέντε λεπτά δημοσιότητας που επιζητείτε με παραπλανητικές ερωτήσεις να τα έχετε σε πανελλήνια μετάδοση. Για να κάνουμε και λίγο πλάκα. […] Άρα, αυτή η σπέκουλα, αυτή η προπαγάνδα, ότι ήρθαν κάποιοι που δεν ήταν αντιπροσωπευτικοί και ήταν «χαμένος χρόνος» η συνάντηση, όπως ακούγεται από τα διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης και από κάποιους δημοσιογράφους, όπως εσείς και ο τρόπος που ρωτάτε, φαίνεται ότι δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα. Δεν πειράζει. Υπάρχει και η λαϊκή ρήση «ξύδι» για κάποιους οι οποίοι, στο τέλος της ημέρας, δεν τους νοιάζει το καλό των αγροτών ή των λοιπών επαγγελματιών, αλλά μόνο το μπάχαλο. […] Και εξαντλώ και εγώ την επιείκειά μου πολλές φορές γιατί η δική μου δουλειά είναι να απαντώ σε ενημέρωση πολιτικών συντακτών, μεταφέρω τα αιτήματα που θέτετε. Το γεγονός ότι δεν έχω πάρει απάντηση, δεν θα μου ζητάτε εμένα τα ρέστα. Άρα αναμένουμε. Ελληνικά μιλάμε. Αναμένουμε. […] Είναι αυτονόητο, ότι δεν χρειαζόταν καν να πείτε για αριστερούς και δεξιούς, είναι νομίζω ένας περιττός λαϊκισμός που ούτε στο ακροατήριο που απευθύνεστε έχει κάποια αξία.

Αυτά, είναι μέχρι 15/1. Μπορείτε να δείτε τις ερωτήσεις, μπορείτε να δείτε τις απαντήσεις. Μπορείτε να κρίνετε, αλλά δεν έχω αλλάξει ούτε κόμμα: Σε κάθε συνάντηση, προσβολές. Σε κάθε ερώτηση σχεδόν, ειρωνείες, υπονοούμενα, προσβολές. Όσο πίσω και να πάω, κάθε ημέρα, αυτή η αντιμετώπιση. Θα μπορούσα να το κάνω ΓΙΑ ΜΗΝΕΣ – τα ίδια θα συναντούσα.

Νομίζω ότι εκεί είναι το θέμα. Από εκεί πρέπει να αρχίσουμε.

~

Όλοι λένε σήμερα πως ο Μαρινάκης, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος, υπερβαίνει τα εσκαμμένα με τον Χρήστο Αβραμίδη όταν τον απειλεί με μηνύσεις. Όχι, όχι. Υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα εδώ: Ότι αγνοήσαμε συνειδητά το επι μήνες bullying του Μαρινάκη προς τον Αβραμίδη. Ότι σχεδόν σε κάθε ερώτηση, όσο πιθανόν επίμονη και λάθος και να είναι, ή όσο σωστή, τίμια και επίκαιρη, ο Μαρινάκης επιτίθεται διαρκώς προσωπικά στον Αβραμίδη.

Και εμείς το ανεχθήκαμε αυτό.

Και βέβαια, ο Μαρινάκης, καθώς δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο για την συμπεριφορά του, το πήγε ένα βήμα παραπέρα.

Ένα βήμα παραπέρα – αλλά σε μία διαδρομή που ήταν ήδη λάθος.

Και εμείς οφείλαμε να υπερασπιστούμε τον Αβραμίδη από την πρώτη προσωπική επίθεση που δέχθηκε. Και δεν το κάναμε.

Δεν το έκαναν οι συνάδελφοί του. Δεν το έκανε το σωματείο του. Μα κυρίως δεν το κάναμε εμείς.

Κάθε μέρα αντιμέτωπος με αυτό το αδιανόητο gaslighting, κάθε μέρα με αυτήν την αντιμετώπιση στην δουλειά του, και εμείς σταθήκαμε σιωπηλοί. Δεν διαμαρτυρηθήκαμε, δεν φωνάξαμε, δεν αντιδράσαμε.

~

Συγγνώμη ρε συ Χρήστο. Αλήθεια, συγγνώμη. Σε εγκαταλείψαμε. Ήταν αναμενόμενο ότι αυτή η συμπεριφορά που αντιμετώπισες θα έφτανε εκεί – αφού πήρε θάρρος από την ακατανόητη σιωπή μας. Δεν είναι ότι δεν το είδαμε – απλώς μουδιασμένοι από την γενικότερη αντίστοιχη συμπεριφορά το θεωρήσαμε ίσως λογικό, δεδομένο, προφανές.

Δεν θα πω ότι τώρα είναι αργά – δεν είναι. Έστω και τώρα έπρεπε να υπάρχει μία αντίδραση. Αλλά οφείλαμε σε σένα προσωπικά πολύ περισσότερα από όσα κάναμε.

Είμαστε όλοι λάθος. Και ελπίζω να μην το επαναλάβουμε. Όχι για να προστατέψουμε την δημοσιογραφία (μόνο) αλλα κυρίως για να προστατέψουμε έναν συνάνθρωπό μας – σε ανθρώπινο επίπεδο.

Γιατί αν δεν είμαστε ικανοί να προστατέψουμε έναν άνθρωπο από τόσες και τέτοιες φανερές, δημόσιες, ανοίκειες επιθέσεις, σίγουρα δεν μπορούμε να προστατέψουμε την δημοσιογραφία ευρύτερα. Είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε αυτό. Και το πρώτο βήμα είναι να παραδεχθούμε την αδυναμία μας, και να ζητήσουμε μία συγγνώμη.

Ας ξεκινήσουμε από εκεί, και διορθώνονται μετά και τα υπόλοιπα.

Υ.Γ.: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ότι βγήκαν αρκετοί και είπαν ότι «ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν ξαναδεί τέτοια συμπεριφορά κυβερνητικού εκπροσώπου προς δημοσιογράφο». Μα, γιατί, τις άλλες τις συμπεριφορές κυβερνητικών τις έχετε ξαναδει ποτέ; Έχουν ξαναγίνει τέτοια πράγματα που βλέπουμε από την πρώτη μέρα της συγκεκριμένης κυβέρνησης;