Όλο λέω «να ένα θέμα να γράψω» και όλο το αφήνω γιατί προκύπτει κάποιο άλλο, και ύστερα άλλο, και στο τέλος μαζεύονται πολλά και αυτή η διαρκής, εξαντλητική, ασταμάτητη ορμή θεμάτων κάθε μέρα (κάθε μέρα, ρε φίλε, μία μέρα ησυχίας δεν έχουμε) με καταπλακώνει και ξεχνάω τα μισά.

Έτυχε να έχω χρόνο, και ετυχε να υπάρχει καλό θέμα σχολιασμού, σχεδόν-όχι-γκρίνιας (ναι, καλά) οπότε ας ξεκινήσω να γράφω την σκέψη μου, και αν βγάλει κανένα νόημα όλο αυτό, θα το ανεβάσω κιόλας.

Έχουμε και λέμε:

Προσωπικά, δεν αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανος για τον Αντετοκούνμπο.

Βέβαια, δεν αισθανόμουν και ιδιαίτερα απογοητευμένος με τον Σχορτσιανίτη, κάποτε, οπότε παραμένω σταθερά ασυγκίνητος στα «Έλληνας θεός», «Πήρε την Ελλάδα στα χέρια του και την σήκωσε στους ουρανούς» κ.α.

Χαίρομαι πάρα πολύ βέβαια που χαίρεται ο κόσμος. Χαίρομαι αγνά, γιατί αυτοί που χαίρονται είδαν πίσω από το χρώμα, ή την καταγωγή, και επέλεξαν να χαρούν με κάποιον που δηλώνει ανοιχτά, και κόντρα σε κάθε γραφειοκρατία ή ρατσισμό, «ένας από αυτούς».

Βέβαια, δεν χάρηκαν όλοι, όχι όλος ο κόσμος, διότι, να με συμπαθάτε κιόλας, αλλά όταν πας σε συγκέντρωση «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ-Αλβανέ» (ή όταν τον υπουργοποιείς στην κυβέρνησή σου) δεν είμαι σίγουρος γιατί τώρα στέλνεις συγχαρητήρια – εκτός και αν ήσουν παιδιόθεν οπαδός των Μπακς, οπότε καταλαβαίνω, κέρδισε η ομάδα σου, δεν φέρνω αντίρρηση. Η ο άλλος θυμήθηκε τον Σαμαρά, λέει, που του έδωσε το διαβατήριο να πάει NBA. Τον Σαμαρά. Τον Σαμαρά που ξέρουμε όλοι. Ε, αυτά είναι γελοία πράγματα, κακώς τα αφήνουμε αχαρακτήριστα, αυτό το θράσος μένει και να μου το θυμηθείτε.

Να σας πω τι τρέχει όμως με μένα; Όταν χιονίζει και όλοι λένε «τέλεια, θα ασπρίσει η Αθήνα» – εγώ σκέφτομαι τους άστεγους. Όταν έρχονται Ολυμπιακοί και οι δρόμοι ομορφαίνουν, εγώ σκέφτομαι τους ναρκομανείς που τους βάζουν σε ένα λεωφορείο και τους παρατάνε αλλού να μην φαίνονται (όποιος έχει καλή μνήμη και θυμάται)

Ετσι και όταν κερδίζει ένας μετανάστης (διπλός κιόλας, από Νιγηρία – Ελλάδα και από Ελλάδα – Αμερική) σκέφτομαι τους μετανάστες που έμειναν πίσω.

Βλέπω τα χρυσά δαχτυλίδια και τις σαμπάνιες της νίκης, και σκέφτομαι τον άνθρωπο που πρόσφατα αυτοκτόνησε γιατί ενώ τον είχαν κλειδωμένο σε ένα απαράδεκτο καμπ θα τον έστελναν με το ζόρι πίσω σε μία πατρίδα που τον μισούσε.

Βλέπω να αγκαλιάζει την οικογένειά του, και σκέφτομαι την γυναίκα που κάηκε με το εγγονάκι της στην σκηνή της, επειδή έκανε κρύο.

Δεν κάνω επίκληση σε κανένα συναίσθημα, ούτε πάω να σας γαμήσω την χαρά, περιμένετε. Λέω εγώ. Εγώ τα σκέφτομαι όλα αυτά. Είναι κατάρα, όχι τιμή.

Το πρόβλημα είναι πως καθώς δεν έχω κάνει αρκετά (τώρα πια, ούτε και στο μπλογκ μου δεν γράφω γι’ αυτά) δεν μπορώ να αισθανθώ υπερήφανος. Μπράβο Γιάννη, αλλά δεν βοήθησα πουθενά.

Δεν ήμουν στο σχολείο σου στα Σεπόλια, όταν πούλαγες CD, δεν σε προστάτεψα από όσα άκουσες, δεν σε προστάτεψα όταν σήκωσες την σημαία, όταν κυκλοφορούσες στους δρόμους, όταν ζήτησες διαβατήριο, όταν – δεν ήμουν εκεί.

Κάποιοι ήταν. Κάποιοι ήταν δίπλα σου, κάποιοι σε πίστεψαν, κάποιοι σε στήριξαν, όχι μόνο γιατί ήσουν δύο μέτρα, αλλά κυρίως επειδή ήσουν ένα παιδί, με μία αδικία τροφοδοτούμενη από το χρώμα σου, το επώνυμό σου, την χώρα καταγωγής σου.

Και αυτοί οι κάποιοι, έχουν δικαίωμα να είναι σιωπηλά, μέσα τους, ή φωναχτά, ουρλιάζοντας, περήφανοι. Και η περηφάνια δεν περισσεύει για τους υπόλοιπους από εμάς, είναι ορισμένη, ότι έκανες στο παρελθόν πληρώνεσαι. Εσύ, σήκωσες βάρη, άκουσες τους προπονητές σου, μάτωσες και στερήθηκες. Αυτοί, πήγαν απέναντι σε ένα απόλυτα υπαρκτό τείχος, με εχθρό αντιλήψεις, το κράτος το ίδιο, τους συνανθρώπους τους, τους γείτονές τους. Για κάθε έναν από αυτούς που μπορεί να άκουσε το «νεγρολάτρη» (κατά το nigga lover) η μάχη ήταν εκεί, διαρκής, η ζωή τους όλη – και ένα κομμάτι υπερηφάνειας το δικαιούνται πια.

Μάχη η δική σου που σ’ εφερε μέχρι εκεί, μάχη και η δική τους.

Και έτσι δεν τολμώ να μοιραστώ την περηφάνια και την χαρά τους. Αν την μοιραστώ, νιώθω ότι θα ξεγελάσω τον κόσμο ότι δώσαμε τον ίδιο δύσκολο αγώνα μ’ αυτούς – και όχι, σε καμία περίπτωση δεν δώσαμε τον ίδιο αγώνα.

Αυτοί να είναι περήφανοι για σένα, που δικαίωσες τις προσδοκίες τους παρά τις δηλητηριώδεις αντιλήψεις των άλλων για το χρώμα και την (αρχική) καταγωγή σου, που έγινες τίμιος και σωστός – και γω απλώς θα χαμογελάω με την χαρά τους.

Θα χαρώ ακόμα περισσότερο αν κάνεις όλη αυτή τη χαρά και την συμπάθεια του κόσμου, δύναμη. Ο αθλητισμός έχει μία τάση να προσπερνά φραγμούς, να ανοίγει τον κόσμο στο διαφορετικό, να ραγίζει λίγο τοξικές αντιλήψεις. Αν πάρεις αυτήν την ευκαιρία, και καταφέρεις να τους πείσεις ότι αυτός που είναι φυλακισμένος τόσο καιρό σε απαράδεκτο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι κι αυτός άνθρωπος, όπως είσαι κι εσύ, ότι μπορεί, αν του δοθούν οι ευκαιρίες, αν του δοθούν τα χέρια και η αγάπη, αν κριθεί δίκαια για αυτό που είναι, μπορεί να γίνει ένας αξιόλογος επιστήμονας, ένας γιατρός, ένας αρχιτέκτονας, ένας πυροσβέστης, σκουπιδιάρης, προγραμματιστής, ζωγράφος, δάσκαλος, τραγουδιστής, οτιδήποτε λαχταρά να γίνει, ένας από εμάς, όχι ένα ανώνυμο πτώμα στα κύματα ή ραμμένα χείλη σε ένα κάμπ – αν πείσεις τους συνανθρώπους μου και μεταφέρεις την αγάπη που απλόχερα σου έδωσαν προς αυτούς τους ανθρώπους.

Αυτό, θα κάνει την ζωή πιο εύκολη δεκάδων ανθρώπων που πασχίζουν να κάνουν την ζωή αυτών των άλλων μεταναστών πιο εύκολη. Γιατροί, δημοσιογράφοι, εθελοντές, οι άνθρωποι που πολεμούν καθημερινά, ανώνυμα, αθόρυβα, σαν κι αυτούς που στάλθηκαν δίπλα σου και σου έδωσαν κι εσένα μία ευκαιρία. Θα τους προσφέρεις μία ελπίδα, στην καθημερινή μάχη που δίνουν με τον εγκατεστημένο ρατσισμό στην χώρα μας. Θα τους δώσεις μία ανάσα.

Ε, τότε θα είμαι και γω περήφανος, γιατί έγραψα αυτό το κείμενο, γιατί έκανα μία προσπάθεια, γιατι προσπάθησα να σπείρω μία ιδέα 🙂

Και θα μοιραστώ και γω λίγο τότε, προσεκτικά και με σεβασμό, την περηφάνεια αυτών που σε προστάτεψαν όταν έπρεπε γιατί πίστεψαν σε σένα σαν άνθρωπο, ως αυτός που ήλπισε σε σένα, όταν μπορούσες 🙂

Εν αναμονή της δικής μου χαράς λοιπόν,
ένας συνονόματος θαυμαστής σου.

Προσωπικά, δεν έχω καταλήξει σε ποια μεριά ανήκω όσο αφορά την οπλοκατοχή. Είμαι αρκετά αφελής, στο να πιστεύω στην προσωπική ελευθερία του καθενός αν θέλει να έχει στην κατοχή του ένα όπλο – και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό. Είμαι αρκετά πραγματιστής, για να αντιληφθώ κοιτώντας τους συνανθρώπους μου (ή και εμένα, εδώ που τα λέμε) ότι αυτό, δεν είναι καθόλου καλή ιδέα τελικά.

Όπως το βλέπω εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό, τα όπλα είναι για να αποδίδουν μιας μορφής δικαιοσύνης: Έχω ένα όπλο, σημαίνει ότι θα πυροβολήσω και να σκοτώσω καποιον που μπαίνει στο σπίτι μου προσπαθώντας να με ληστέψει πχ. Αυτο, για κάποιους, θεωρείται νόμιμο και ηθικό – ή ένστασή μου είναι ότι υποκαθιστά τους νόμους και την τάξη της κοινωνίας που ζούμε, και μάλιστα με έναν ανεπίστρεπτο τρόπο: η θανατική ποινή, στο ίδιο παράδειγμα, είναι εξ ορισμού σχεδόν αποδεκτή τιμωρία.

Παρότι φοβάμαι πως αυτό ως συλλογισμός είναι τρομερά επικίνδυνος, από την άλλη, έχω στο μυαλό μου έναν κανόνα, που εδώ βραχυκυκλώνει την σκέψη μου: κανένας δεν είναι ένοχος πριν αποδειχθεί ένοχος. Ήτοι, όπως στο φτωχό μου το μυαλό κανένας ρομά δεν είναι ληστής επειδή είναι ρομά, κανένας αποφυλακισμένος δεν είναι σίγουρο ότι θα επαναλάβει το έγκλημά του επειδή το έκανε μία φορά, έτσι και κανένας που φέρει όπλο δεν θα σκοτώσει επειδή φέρει όπλο – ειδικά αν είναι νόμιμο, και καταχωρημένο.

Είπαμε, είμαι μπερδεμένος, το παραδέχομαι. Όχι απλώς μάλλον έχω, αλλά σίγουρα έχω τρύπες και κενά στους συλλογισμους μου, και είμαι βέβαιος ότι και η μία, και η άλλη πλευρά έχει επιχειρήματα, σοβαρά και αξιόλογα.

Η δολοφονία στα Γλυκά Νερά έχει ξαναξεκινήσει την συζήτηση, όπως γίνεται πάντα σε ένα στυγερό έγκλημα, και από ανθρώπους που περίμεναν μία ευκαιρία για να δικαιωθούν για την άποψή τους περί οπλοκατοχής, ή, και σε όχι μικρότερο βαθμό, από ανθρώπους που θυμωμένοι ονειρεύονται να εκδικηθούν για το θύμα. Ο θυμός δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος σε τέτοια πράγματα, αλλά οι νόμοι βγαίνουν από ψηφοφόρους κατ’ αρχάς, και αυτό σημαίνει οπωσδήποτε κάτι.

Από εμένα λοιπόν, που δεν είμαι απολύτως σίγουρος για την ορθότητα της μίας ή της άλλης πλευράς, έχει γεννηθεί εδώ και καιρό ένα όχι και τόσο αυτονόητο κατά πως φαίνεται ερώτημα: Θέλουμε όντως να έχουν όλοι δικαίωμα να οπλοφορούν;

Το λέω διότι δικαίωμα οπλοφορίας θα έχουν όλοι. Και όλοι, σημαίνει όλοι. Βεβαίως, θα περνάνε εξετάσεις, θα καταγράφονται, θα κοστίζει ασφαλώς η απόκτησή του (κάτι που κάνει λίγο ταξική την οπλοφορία, αλλά αυτό λύνεται, με μία γενναία επιδότηση από το κράτος ώστε ΟΛΟΙ να μπορούν να αποκτήσουν όπλο, όπως έγινε πχ με τα τάμπλετ), και η χρήση του θα επιφέρει τις ανάλογες ευθύνες και συνέπειες, ουδείς διαφωνεί μ’ αυτό – αλλά αν αύριο το πρωι είχαν όλοι δικαίωμα να φέρουν όπλο, όλοι-όλοι, αισθάνομαι ότι θα είχαμε μία πραγματικότητα τελείως διαφορετική.

Το όλοι-όλοι έχει μία σημασία: Αν συμφωνούμε ότι είναι μία διαδικασία δικαιοσύνης και ασφάλειας – είναι σημαντικό να έχουν όλοι δικαίωμα σ’ αυτήν, έτσι δεν είναι; Αλλιώς ούτε δικαιοσύνη θα είναι, ούτε ασφάλεια – οπότε δεν συζητάμε το ίδιο πράγμα, και τότε ουδείς θα μπορεί να είναι υπερ της ελεύθερης οπλοκατοχής.

Βλέπετε όμως, ως κοινωνία, θα έλεγε κανείς ότι ζούμε με ξεκάθαρες σχέσεις δυνατών και αδυνάτων. Για παράδειγμα, ΑΝ όντως πεθαίνουν άνθρωποι εκτός ΜΕΘ γιατί είναι όλες γεμάτες – και δεν θέλουμε να διαθέσουμε λεφτά για να εξοπλίσουμε τις υπάρχουσες άδειες με προσωπικό – αυτό, γεννά, πολλούς θυμωμένους συγγενείς. Ανθρώπους που είδαν τον δικό τους άνθρωπο να πεθαίνει αβοήθητος από την μια, και αισθάνονται οργή βλέποντας την κυβέρνηση να επιχαίρει που «είμαστε όμως καλύτερα από άλλες χώρες», για παράδειγμα. Σίγουρα θέλετε να έχουν όπλο όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εγώ δεν θα σας αδικήσω, αν το θέλετε, μπορώ και να συνταχτώ, αλλά είστε βέβαιοι;

Ή, ένα άλλο παράδειγμα. Κάποιος μένει προφυλακισμένος για πέντε, έξι, επτά μήνες – για κάτι που δεν έκανε τελικά. Η φυλακή είναι πολύ άσχημο μέρος, η ζωή του -ειδικά αν είναι αδύναμος, ένας κοινός θνητός, που δεν τυγχάνει πολιτικής ή άλλης προστασίας- μπορεί να καταστραφεί. Μένει μέσα φυλακισμένος και διαβάζει καθημερινά τον τύπο να του προσάπτει κατηγορίες που δεν ισχύουν, ότι είναι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης πχ, ή ότι ταξίδεψε σε διάφορες χώρες – κάτι που τον κάνει καταφανώς ένοχο, σε κάποια ασυνάρτητη λογική. Και μετά, ουπς, αθωώνεται. Φαντάζεστε πόσο οργισμένος θα νιώθει; Θέλετε σίγουρα εκείνη την ώρα να κατέχει, νομίμως, ένα όπλο;

Ή ας πούμε κάποιος που περνά φυλακισμένος σε ένα «καμπ» (όπως συνηθίζουμε να ονομάζουμε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις μέρες μας) για μήνες, ή και χρόνια – ώσπου εξετάζεται η περίπτωσή του, και τελικά, για φαντάσου, ήταν όντως πρόσφυγας και δικαιούτω προστασία. Φαντάζεστε να έχει ζήσει εκει μέσα τόσο καιρό, οι δίπλα του να πεθαίνουν γιατί δεν έχουν ένα γιατρό, να τρώει σαπισμένα φαγητά, να κοιμάται σε διαφανείς σχεδόν σκηνές, σε λάσπες, χιόνια και ανυπόφορη ζέστη, και μετά να του εξηγήσουν ότι «δεν είχαν αρκετούς πόρους να εξετάσουν την περίπτωσή του σε σωστό χρόνο»; Θα βγει έξω λοιπόν, και δικαιούται ένα όπλο. Το φαντάζεστε;

Ένα άλλο παράδειγμα – κάποιον που συμμετέχει σε μία πορεία. Φανταστείτε τώρα ότι -μία στο εκατομμύριο, δεν λέω ότι συμβαίνουν όντως αυτά- ΜΑΤ και ΔΙΑΣ αρχίζουν και επιτίθονται χωρίς καμία απολύτως αφορμή, οδηγώντας τις μηχανές τους πάνω στο αδύναμο να αντιδράσει πλήθος, χτυπώντας αλύπητα όποιον πέσει στα χέρια τους – ακόμα και με πυροσβεστήρες στο κεφάλι, φορτώνοντάς τους πέτρες ή μολότοφ που δεν τους ανήκουν, ή μπαίνοντας στο σπίτι τους χωρίς ένταλμα. Ότι απειλούν με βιασμούς νεαρές γυναίκες, και βασανίζουν αιχμαλώτους τους στο τμήμα. Φαντάζεστε οι διαδηλωτές να είναι νομίμως οπλισμένοι, και να αισθάνονται πως πρέπει να αμυνθούν; Είστε βέβαιοι πως θέλετε να γίνει έτσι;

Ή να ακούει ο γονιός στις ειδήσεις ότι το παιδί σου κάνει κατάληψη γιατί «δεν θέλει τις μάσκες» – ενώ στην πραγματικότητα κάνει κατάληψη επειδη δεν θέλει να είναι με άλλους εικοσιπέντε μαθητές στην ίδια, κλειστή αίθουσα και η μόνη «ασφάλεια» να είναι ένα πανί τετραπλάσιου μεγέθους απο το κανονικό. Πρέπει να αισθάνεται μεγάλη αδικία για όλο αυτό. Φαντάζεστε εκείνη την ώρα να θυμηθεί ότι έχει όπλο;

Μου έρχεται στο μυαλό και η υπόθεση της Μανωλάδας, ή του Αιγυπτίου που τον βασάνισαν στον φούρνο για να μην τον πληρώσουν. Εργάτες να κοιμούνται σε παραπήγματα, και την ώρα της πληρωμής να τους απειλούν με καραμπίνες – και να τους πυροβολούν. Πολιτικοί που κυβερνούν να φτάνουν στο σημείο να δικαιώνουν τους δράστες, προκαταβάλλοντας την δικαιοσύνη. Και οι εργάτες αυτοί να φέρουν όπλο. Θέλετε σίγουρα να συμβεί αυτό;

Εγώ όπως είπα, δεν έχω ακόμα κατασταλάξει. Ο μόνος λόγος που θα δεχόμουν, θα ήταν η ελευθερία του ανθρώπου να φέρει όπλο αναλαμβάνοντας τις συνέπειες και τις ευθύνες αφού το χρησιμοποιήσει. Αυτό, αυτόματα σημαίνει ότι όλοι θα είχαν δικαίωμα να έχουν όπλο – και επειδή σε μία τέτοια συνθήκη δεν επιτρέπεται να υπάρχουν ταξικές διαφοροποιήσεις, ο σκοπός δεν είναι να εξοπλιστούν (κυριολεκτικά) μόνο οι ισχυροί, όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι: εκτος από τον μέσο πολίτη, που το ονειρεύεται, δικαίωμα θα είχαν και οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι αδικημένοι – οι πάντες.

Να φέρουν όπλο, και μόνο όταν το χρησιμοποιήσουν να κρίνονται γι’ αυτό και για τις συνθήκες που οδήγησαν, τελικά, στην χρήση τους.

Τι λέτε;

Έχω ξανααναφερθεί στον Κώστα Βαξεβάνη κάποιες φορές – και στην κατάσταση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα ακόμα περισσότερες. Η πιο αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση της οικονομικής δολοφονίας του, όπου ως εκδότης καταγγέλλει πως ο πρωθυπουργός έχει επικοινωνήσει με διαφημιζόμενους για να τους αποτρέψει από το να διαφημιστούν στην εφημερίδα του (εκτός από το να φροντίζει η ίδια η κυβέρνηση να τον ξεχωρίζει από το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων ΜΜΕ στην κρατική διαφήμιση) – και το ίδιο σχεδόν σύνολο της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, τηλεοπτικός, έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, αγνοεί επιδεικτικά μία τόσο σοβαρή καταγγελία.

Μια καταγγελία που θα όφειλε να στείλει κάποιον στην φυλακή – είτε τον πρωθυπουργό, αν όντως συμβαίνουν αυτά που καταγγέλλονται, είτε τον ίδιο, αν ψεύδεται ή δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του.

Εδώ όμως, η δημοσιογραφία κατάφερε, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να κατέβει ακόμα ένα (και ίσως όχι μόνο ένα) σκαλί πιο κάτω. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για την (ένοχη) σιωπή στην οικονομική δολοφονία του – εδώ μιλάμε για την φυσική του εξόντωση. 

Μιλάμε για την δολοφονία του Κώστα Βαξεβάνη.

~

Ο Κώστας Βαξεβάνης, την Παρασκευή 23 Απριλίου μέσω του δικτυακού του τόπου, ενημέρωσε το κοινό του για μία σειρά από γεγονότα, τα οποία θεωρεί ότι συνδέονται άμεσα – και θέτουν σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα. 

– Στις 6/4 εκδότης, μαζί με έναν δημοσιογράφο του, συνάντησαν και μίλησαν επί μία ώρα με κάποιον, που τον ενημέρωσε πως έχει πληροφορίες ότι κάποιος ΜΦ (κατονομάζεται στο άρθρο) είχε ζητήσει από δολοφόνο να προβεί σε τρία χτυπήματα: ένα (ψεύτικο) χτύπημα στο σπίτι του, και δύο δολοφονίες δημοσιογράφων, ο ένας εκ των οποίων δεν κατονομάζεται («δεν θυμάται» ο πληροφοριοδότης) ενώ ο άλλος ήταν ο ίδιος ο Βαξεβανης.

Ο Βαγγέλης Τριάντης, ο δημοσιογράφος που ήταν μαζί με τον Βαξεβάνη, ατύπως ενημερώνει την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Αθηνών, Σωτηρία Γεωργακοπούλου. Ταυτόχρονα ενημερώνονται οι δικηγόροι του (δεν αναφέρει πόσοι είναι) και άλλοι δύο δημοσιογράφοι. Συνολικά δηλαδή, την πληροφορία γνωρίζουν ήδη την ημέρα της καταγγελίας ο εκδότης, τρεις δημοσιογράφοι, μία εισαγγελέας (που κατονομάζεται), και οι δικηγόροι  – σύνολο τουλάχιστον έξι άτομα. 

– Τρεις ημέρες μετά, στις 9/4 δολοφονείται ο δημοσιογράφος Γιώργος Καραϊβάζ.

– Στις 16/4 οι αστυνομικοί σταματούν για έλεγχο δύο ανθρώπους που διαφεύγουν πυροβολώντας με καλάσνικοφ προς τους αστυνομικούς.

– Την ίδια ημέρα, 16/4 ο Κώστας Βαξεβάνης καταγγέλλει πως άγνωστος προσπάθησε να μπει στα γραφεία της εφημερίδας Documento.

– Μία ημέρα μετά, στις 17/4, άγνωστος «γαζώνει» το σπίτι του ΜΦ με καλάσνικοφ χωρίς να πετύχει τίποτα άλλο εκτός από το κουβούκλιο και τον τοίχο του σπιτιού του.

– Στις 23/4 ο Βαξεβάνης ενημερώνεται από «σοβαρή πηγή» πως οι δύο ένοπλοι που διέφυγαν του ελέγχου με πυροβολισμούς, ήταν οι ίδιοι που είχαν αναλάβει το συμβόλαιο θανάτου, και ο Κώστας Βαξεβάνης δημοσιεύει την υπόθεση.

Ωραία ως εδώ; Είναι η υπόθεση όπως την παρουσίασε ο Κώστας Βαξεβάνης, χωρίς καμία δική μου παρέμβαση. Πάμε τώρα στο πως βλέπω τα πράγματα.

~

Κατ’ αρχάς, αυτή η ιστορία έχει έξι τουλάχιστον μάρτυρες. Έξι άνθρωποι έμαθαν ότι θα συμβούν πράγματα μέχρι και δέκα ημέρες πριν συμβούν. Ένα εκ των οποίων, ήταν μία δολοφονία. Ένα δεύτερο, μία επίθεση σε ένα σπίτι – ψεύτικη, ή αληθινή-. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να καταθέσουν ότι τα γνώριζαν από την κατάθεση του πληροφοριοδότη πριν γίνουν – και μία εξ αυτών δεν ανήκει στον δημοσιογραφικό κύκλο του Βαξεβάνη, ούτε έχει έμμισθη σχέση μαζί του – αντιθέτως, θα έλεγε κανείς ότι εκ θέσεως είναι μία από τις πιο αξιόπιστες μάρτυρες.

Κατα δεύτερον, αυτή η υπόθεση έχει μία δολοφονία δημοσιογράφου. Αν και δεν είναι απολύτως σαφές ότι ο Καραϊβάζ είναι το δεύτερο θύμα καθώς δεν κατονομάζεται, εκ των πραγμάτων, επηρεάζει μία υπόθεση που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών. Ο δημοσιογραφικός κόσμος έχει (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) ασχοληθεί και αναζητήσει πληροφορίες για το θέμα. 

Τρίτον, μία μόνο ενέργεια από αυτές που είχαν εξαρχής αναφερθεί, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί: η δολοφονία του δεύτερου δημοσιογράφου.

Αυτά τα τρία, όταν μαζευτούν δίνουν ένα πολύ εκρηκτικό μίγμα: Ένας δημοσιογράφος, με μάρτυρες, ισχυρίζεται ότι, γνώριζε πως αποτελεί στόχο, πως κάποιος ακόμα (άγνωστος τότε) δημοσιογράφος επίσης αποτελεί στόχο δολοφονικής επίθεσης, και πως συνδέονται τουλάχιστον η δική του απόπειρα δολοφονίας του με «ψεύτικο» χτύπημα. 

Και πως αντιδρά το σύνολο σχεδόν της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα; Αγνοεί σε όλα τα επίπεδα την είδηση.

Όσο και αν ακούγεται απίστευτο, η μόνη αναφορά στις καταγγελίες για συμβόλαιο δολοφονίας συναδέλφου τους που κάνουν έντυπος, ραδιοφωνικός, τηλεοπτικός και ηλεκτρονικός τύπος, είναι όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι αναλαμβάνει την έρευνα. Εν πολλοίς, έχουν μία δήλωση για μία έρευνα που επίκειται, χωρίς να έχουν αναφερθεί στο συμβάν που ερευνάται – ή έχουν την καταδίκη της ΕΣΗΕΑ, ή την μήνυση του ΜΦ στον εκδότη, χωρίς να έχει αναφερθεί πιο πριν το γιατί μηνύεται!

Θυμίζω: μία υπόθεση που έχει, όχι μόνο μία καταγγελία για απόπειρα δολοφονίας, αλλά δύο συμβάντα ακόμα που μπορούν να συνδέονται, το ένα εκ των οποίων είναι μία εκτελεσμένη δολοφονία δημοσιογράφου!

Το τρίτο μέρος αυτού του άρθρου μου είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα, και θα προσπαθήσω να το γράψω όσο πιο ήρεμα μπορώ.

~

Να σας πω τι συμβαίνει όταν ενενήντα εννέα δημοσιογράφοι παίρνουν λεφτά από κάποιον – και ένας δεν παίρνει; Οι ενενηνταεννέα καταγγέλουν αυτόν που ξεχώρισε τον έναν συνάδελφό τους. Ενημερώνουν τους αναγνώστες τους, αναρωτιόνται για ποιον λόγο τον ξεχώρισε, εξετάζουν τις προθέσεις και τις θέσεις των δύο πλευρών, και, αν χρειαστεί, παίρνουν θέση. 

Να σας πω όμως τι συμβαίνει όταν οι ενενηνταεννιά αποκρύπτουν τελείως την πληροφορία από τους αναγνώστες τους; Εκατό στερούν λεφτά από έναν. Περισσότερα λεφτά γι’ αυτούς, και πλήρης κάλυψη στον ευεργέτη τους.

Τώρα, να σας πω τι γίνεται όταν ενενήντα εννέα δημοσιογράφοι αποκρύπτουν ότι ένας συνάδελφός τους καταγγέλει ότι στο όνομά του υπάρχει, με στοιχεία, ένα συμβόλαιο θανάτου;

Ένας δρόμος, όχι μόνο αυτός της δημοσιογραφίας αλλά και της ανθρωπιάς, είναι να ασχοληθούν με τις καταγγελίες του. Να κρίνουν τα λεγόμενά του. Να ερευνήσουν όσα καταγγέλει. Να τον καταγγείλουν με την σειρά τους αν ψεύδεται, να σταθούν δίπλα του αν τα στοιχεία του έχουν βάση. Όχι επειδή τον συμπαθούν, αλλά είτε γιατί δεν θέλουν να βρεθούν στην θέση του, είτε γιατί δεν θέλουν να σωπάσει η δημοσιογραφία με σφαίρες, είτε γιατί ακουν την ψυχή της δημοσιογραφίας, όπου όλα δημοσιεύονται και όλα κρίνονται – κάνουν το καθήκον τους.

Ο άλλος δρόμος, είναι να μην ενημερώσουν κανέναν. Είτε γιατί πιστεύουν ότι αυτοί δεν θα βρεθούν στην θέση του (αλήθεια, πως το ξέρουν αν δεν ξέρουν ποιος είναι ο θύτης;) είτε γιατί κι αυτοί τον θέλουν νεκρό.

Όταν ενενήντα εννιά δημοσιογράφοι αποκρύπτουν απ’ το κοινό ότι ένας συνάδελφός τους κινδυνεύει από κάποιον, τότε εκατό άνθρωποι θέλουν να τον σκοτώσουν.

Ο Κώστας Βαξεβάνης δημοσιοποίησε την ιστορία του για να σωθεί. Η ενημέρωση του κοινού θα λειτουργούσε, και ελπίζω ειλικρινά πως λειτούργησε όντως, ως ασπίδα. Για να σκοτώσεις κάποιον δεν είναι ανάγκη να σηκώσεις το όπλο – μπορείς απλώς, για λίγο, να θολώσεις τα μάτια των περαστικών, να κάνεις τα στραβά μάτια. 

Να κατεβάσεις την πένα.

Στην ταινία Σέρπικο, ο εξοβελισμένος αστυνομικός, ο απόκληρος, που δεν πηγαίνει με την κατεύθυνση των συναδέλφων του, έχει την τύχη του προδότη – χειρότερη από αυτή του εχθρού. Δεν τον σκοτώνουν οι επίορκοι συνάδελφοί του, δεν του χαρίζουν καν αυτήν την τιμή να τον αντιμετωπίσουν ως εχθρό και να απολογηθούν για τις πράξεις τους – απλώς, την κατάλληλη στιγμή, δεν τον προστατεύουν. Κάνουν τα στραβά μάτια. Είναι μόνος του, απέναντι στους χειρότερους εφιάλτες του. Δεν χρειάζεται να κρατήσει πολυ – ένας πυροβολισμός, και όλοι θα σταθούν δίπλα του μετά, στο φέρετρο, όπως αρμόζει σε έναν ήρωα που πέθανε στο καθήκον.

Όταν εσύ ως δημοσιογράφος κατεβάσεις για λίγο την πένα, όταν κάνεις τα στραβά μάτια, η ασπίδα χάνεται. Ο δημοσιογράφος είναι πια μόνος του. Ο δολοφόνος θα κάνει ανενόχλητος την δουλειά του, και, όταν τελειώσει, μπορείς να την ξαναπιάσεις με πυγμή για να δηλώσεις πόσο συγκλονισμένος είσαι, και παρότι ήσασταν ορκισμένοι εχθροί, η δημοσιογραφία είναι πάνω από όλα και σας ενώνει όλους στην οδύνη.

Αν το κάνεις αρκετά νωρίς δε, δεν θα ξοδέψεις και μελάνι – μια χαρά μπορείς να γράψεις τον επικήδειό του με το αίμα του.

Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»

Ο καιρός του κορονοϊού έχει φέρει μία θεαματική αλλαγή στην κυβερνητική πολιτική, που δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι είναι σαφής από όλους. Μια αλλαγή που συμβαίνει τώρα, που θα συζητείται για χρόνια, και που θα επηρεάσει τις πολιτκές εξελίξεις στο μέλλον όσο τίποτα άλλο (πλην, ίσως, της διάδοσης του Τραμπισμού)

Όσοι από εμάς εμπιστέυονται την δημοκρατία ως πολίτευμα, επιχειρηματολογώντας πως είναι το καλύτερο δυνατό αυτήν την στιγμή, παρά τα προβλήματά του, δεν παραλείπουμε ένα σοβαρότατο μειονέκτημά του:

Μία κυβέρνηση αναλαμβάνει την απόλυτη εξουσία για τέσσερα χρόνια, και, μέσα σ’ αυτά, εκτός από πολύ συγκεκριμένες αποφάσεις που χρειάζονται ευρύτερη πλειοψηφία, το 90% των αποφάσεων αυτών μπορούν να ληφθούν χωρίς να ερωτηθεί κανείς για την γνώμη του. Δίδεται δηλαδή ένα τετραετές πάσο, στο οποίο οι κυβερνώντες (όποιοι και να είναι αυτοί, είτε τους έχουμε επιλέξει εμείς και μας είναι αρεστοί, είτε τους έχουν επιλέξει οι άλλοι και μας είναι δυσάρεστοι, είτε τους έχουμε επιλέξει εμείς αλλά μας είπαν ψέματα και πλέον μας είναι δυσάρεστοι) μπορούν να καθορίσουν το παρόν και το μέλλον μας – και εμείς, ως ψηφοφόροι, η μόνη δυνατότητα εκλογικής αντίδρασης που έχουμε είναι στο τέλος της τετραετίας να κρίνουμε τις αποφάσεις, τις υποσχέσεις και τα αποτελέσματα, και να ψηφίσουμε είτε θετικά, είτε αρνητικά. Τότε όμως. Στο τέλος της τετραετίας. 

Μέχρι τότε, η κυβέρνηση συνήθως κάνει ο,τι θέλει, ανεξέλεγκτα.

Ως τότε, όμως, έχουμε βρει τρόπο να αντιδρούμε ως πολίτες στις αποφάσεις του κράτους, δείχνοντας την αρνητική μας διάθεση σε κάτι που διαφωνούμε. Είτε με πορείες, είτε με παραστάσεις διαμαρτυρίας, είτε με εξωτερικευμένη κοινωνική αντίδραση κυρίως μέσω του τύπου, δεν είναι σπάνιο οι κυβερνώντες να αντιλαμβάνονται ότι μία απόφαση που παίρνουν θα τους κοστίσει είτε όταν οι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες, είτε εκείνη την στιγμή από το μέγεθος των αντιδράσεων – και (καλώς ή κακώς) τις παίρνουν πίσω.

Αυτό το δούναι και λαβείν είναι υγιές, ένα θεσμοθετημένο κοινωνικά «άνοιγμα της χύτρας» ώστε να μην μαζευτούν απαράδεκτες αποφάσεις και η έλειψη ανοχής οδηγήσει σε θεσμικές ανωμαλίες. Ο κόσμος δικαιούται να διαφωνεί, να αντιδρά, να οργανώνεται, να εκφράζεται, να διαμαρτύρεται και να επαναστατεί, και το εν ισχύ κράτος όχι απλώς οφείλει, αλλά είναι και προς το συμφέρον του να ακούει την κοινωνία που εκ της θέσεως του έχει οριστεί να υπηρετεί.

Τέσσερα χρόνια είναι πολλά, για να μην υπάρχει κανένας έλεγχος

~

Η πανδημία έχει φέρει όμως τα πάνω-κάτω. Χωρίς να πάρω θέση για τις αποφάσεις της κυβέρνησης, καθώς το θέμα μου εδώ είναι περισσότερο θεωρητικό, υπάρχουν πολίτες που αντιδρούν – αλλά η αντίδραση του κόσμου δεν είναι πια θεσμοθετημένη.

Δεν υπάρχει ειδικός αριθμός στα SMS δικαιολόγησης εξόδου από το σπίτι, για «Αντίδραση/διαφωνία» – όπως υπάρχει για αγορές. 

Μπορεί να μοιάζει γελοίο ως επισήμανση – αλλά κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, όταν, στην επέτειο του Πολυτεχνείου μία γυναίκα έφαγε πρόστιμο γιατί προσήλθε εντελώς ατομικά στο Πολυτεχνείο να εναποθέσει ένα λουλούδι, με SMS άσκησης. Η ιστορία της απέτρεψε και άλλους (μεταξύ των οποίων και τον γράφοντα) να αφήσουν ένα λουλούδι στο ίδιο σημείο, όχι για λόγους προστασίας από τον κορονοϊό, αλλά αποκλειστικά για λόγους νομιμότητας.

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, όταν επιστρατεύθηκαν δεκάδες αστυνομικοί για να σταματήσουν …πέντε βουλευτές του ΜέΡΑ25 να παραγματοποιήσουν διαμαρτυρία στην Αμερικάνικη πρεσβεία, ενώ δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν στους αντίστοιχους διαδηλωτές του ΚΚΕ που κατέβηκαν με SMS για γιατρό, αφού υπάρχει νοσοκομείο κοντά στην πρεσβεία…

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, που απαγορεύτηκαν, με νόμο, οι συγκεντρώσεις άνω των τριών για την ίδια ημέρα – παρότι καμία επιτροπή δεν παραδέχθηκε ποτέ, ότι είχε ζητήσει τέτοια μέτρα.

Κάθε άλλο παρά γελοίες ήταν οι προσαγωγές, οι επιθέσεις, και η αντίδραση στις εκδηλώσεις για την επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, οι πεταμένες ανθοδέσμες, και οι κρότου λάμψης μέσα στον κλειστό χώρο πολυκατοικίας.

Κάθε άλλο παρά γελοίες ήταν οι αντιδράσεις των αστυνομικών δυνάμεων που έριξαν χημικά και στοίβαξαν διαδηλωτές για τις αντιδράσεις στον νόμο που αφορά τον Κουφοντίνα.

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν που το υπουργείο προστασίας του πολίτη εξέδωσε ανακοίνωση (που μετά την πήρε πίσω, λέγοντας θρασύτατα ότι φταίμε εμείς που δεν καταλάβαμε -πάλι- σωστά) για την σωστή θέση που πρέπει να βρίσκονται φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι για να μην …χτυπήσουν.

~

Κάθε άλλο παρα γελοία είναι όλα αυτά – κυρίως επειδή είναι τρομαχτικά.

Οι πολίτες δεν έχουν κανέναν τρόπο αντίδρασης πια, και οι αποφάσεις συνεχίζουν να παίρνονται ερήμην τους. Είτε είναι για τα πανεπιστήμια, είτε είναι για τον Κουφοντίνα, είτε είναι για τα μέτρα στήριξης, είτε για την άρση της ασυλίας της πρώτης κατοικίας, είτε είναι για οτιδήποτε άλλο, η κυβέρνηση καταστέλει κάθε μορφή συγκέντρωσης με ένα επιχείρημα που θα φανεί ιδιαιτέρως προβληματικό συν τω χρόνο:

«Για το καλό σας»

Με αυτήν την δικαιολογία την ημέρα του Πολυτεχνείου απαγόρεψε τις συγκεντρώσεις, με αυτήν συλλαμβάνει και εξοντώνει με το σκληρότατο πρόστιμο των 300 ευρώ, με αυτήν πατάσσει κάθε ατομική ή ομαδική αντίδραση. Όταν δε συνεργάζεται με την διαδεδομένη στήριξη των ΜΜΕ, οι φωνές σιωπούνται ποικιλοτρόπως.

Βέβαια, αυτό δεν λειτουργεί αντίστροφα. Η κυβέρνηση συνεχίζει να νομοθετεί ακάθεκτη ακόμα και νομοσχέδια που είναι δεδομένο ότι θα φέρουν αντιδράσεις, ειδικά εν μέσω πανδημίας – όπως αυτό για την …δυνατότητα να χρεωκοπεί ένα φυσικό πρόσωπο, και να χάνει την πρώτη κατοικία του. Περιέργως πως, θα έλεγε κανείς πως η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται την πανδημία και την φυσική αδυναμία αντιδράσεων, ακριβώς για να περάσει τέτοια νομοθετήματα: 151+ έχει, μπορεί να το κάνει κάλλιστα.

Νόμιμο, αλλά ελέγχεται ως προς το ηθικό του.

Διότι θα έλεγε κανείς πως θα μπορούσε, εν μέσω πανδημίας, «για το καλό μας» να δοθούν άλλοι τρόποι σχολιασμού και δυνατότητας αντίδρασης, όπως πχ να ζητάται μέσω του κοινοβουλίου, αυξημένη πλειοψηφία για να περάσουν νόμοι που αφορούν έντονα τους πολίτες και δημιουργούν προβλήματα.

Για το καλό μας, για παράδειγμα, συνεχίζονται να έρχονται ακόμα και εμβόλιμα σε νομοσχέδια άσχετα νομοθετήματα, που ανατρέπουν καταστάσεις ετών, ψηφίζονται εν ριπή οφθαλμού, ακόμα και όταν ελέγχονται για την αιτιολόγησή τους, την αποτελεσματικότητά τους, ή ακόμα και την συνταγματική νομιμότητά τους.

Αν όμως, αν, η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται αυτήν την δύσκολη κατάσταση, τότε θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως (και με βάση και τις αρνήσεις των λοιμωξιολόγων για οποιαδήποτε ανάμιξη σε πολιτικού τύπου αποφάσεις, όπως είναι η απαγόρευση κυκλοφορίας ή συγκέντρωσης σε ανοικτό χώρο) να υποθέσει λοιπόν ότι η κυβέρνηση εργαλειοποιεί τον δικαιολογημένο φόβο, για να κάμψει κάθε δημόσια εκφρασμένη αντίδραση για τις αποφάσεις της.

«Για το καλό μας» μεν, αλλά όχι και τόσο – αν με εννοείτε.

Για παράδειγμα, «για το καλό μας» θα μπορούσε να αυστηροποιήσει τις συνθήκες με τις οποίες ένας άνθρωπος δύναται να φέρει νόμιμα όπλο, αντί να καταστείλει τις εκδηλώσεις μνήμης για τον Γρηγορόπουλο – και όχι να προσλαμβάνει ακόμα περισσότερους αστυνομικούς, ένοπλους, με τις λιγότερες δυνατόν ώρες και δυνατότητες εκπαίδευσης.

~

Όμως, το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Γιατί ακόμα και αν κάποιοι νόμοι αλλάζουν στο μέλλον, από άλλες κυβερνήσεις με πιο ευήκοα ώτα στους ανθρώπους που οφείλουν να ακουν και να προστατεύουν – αυτό που πληγώνεται ανεπανόρθωτα, είναι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση στα θέματα της πανδημίας.

Είναι ήδη αρκετά πληγωμένη αυτή η εμπιστοσύνη, όταν για παράδειγμα η κυβέρνηση εξηγεί γιατί δεν χρειάζονται μάσκες στα σχολεία λίγο πριν εσπευσμένα αντιληφθεί το λαθος της (και το αντικαταστήσει με ένα λίγο μικρότερο λάθος στα μεγέθη), ή στην επιμονή ότι δεν κολλάει στις τάξεις γιατί είναι καλύτερα να έχει περισσότερους μαθητες από ότι λιγότερους, και εν πάσει περιπτώσει, ο μέσος όρος δικαιώνει την απόφασή  της.

Αν όμως ο κόσμος αντιληφθεί ότι οι αποφάσεις παίρνονται όχι «για το καλό μας», αλλά για να κυβερνούν ανεξέλεγκτοι, και μάλιστα με προφάσεις δικαιολογημένες «επιστημονικά» ο κόσμος θα χάσει την μοναδική κατεύθυνση που μπορεί να του σώσει την ζωή, και θα αφεθεί ανεξέλεγκτα πια, σε κάθε ψεκασμένη ή μη υπόθεση που θα κάνει τα πράγματα να μοιάζουν λίγο πιο λογικά από ότι ζει σήμερα.

Και αντίθετα από έναν νόμο που αύριο από τους καταλληλότερους ανθρώπους αλλάζει, ούτε οι νεκροί συνάνθρωποί μας θα ξαναγυρίσουν στην ζωή, ούτε θα φτάσει ο χρόνος για να επαναχτιστεί μία σχέση εμπιστοσύνης απέναντι στους εκλεγμένους και σ’ αυτούς που τους επιλέγουν.

«Για το καλό μας», λοιπον, ελπίζω να γίνει αντιληπτό σύντομα όλο αυτό και να αλλάξει κατεύθυνση αυτή η εκτροπή. Για να μην ακολουθήσουν άλλα πράγματα, κι αυτά «για το καλό μας»

It’s summer all over again. 

Βάλθηκε η κυβέρνηση να μας πείσει ότι δεν ήξερε ότι θα ερχόντουσαν τουρίστες με τον φονικό ιο, δεν της το ‘χαν πει, ήταν μεταλλαγμένος, έκανε πολύ σχολαστικά τεστ με περίπλοκους κώδικες και αλγόριθμους που τους έχουν ζητήσει από όλο τον κόσμο, τέλος πάντων μην χαλάμε τον κόσμο, δεν την είχαμε ενημερώσει ότι κάτι μπορεί να πάει στραβά – ασε που καλά καλά δεν είναι σίγουρη καν ότι έφταιγαν τα κάτι εκατομμύρια τουρίστες (η πλειοψηφία αυτών χωρίς να έχουν τεσταριστεί) που από πέντε νεκρούς φτάσαμε σε εκατοντάδες νεκρούς – και θα είχαμε περισσότερους αν δεν κάναμε οδυνηρά για την οικονομία μας lockdown.

Και τώρα ανοίγει το εμπόριο.

Με μέτρα, αποστάσεις, μάσκες, χωρητικότητα ανά τετραγωνικό και είναι όλα καλώς καμωμένα, οργανωμένα και έτοιμα – όπως ακούω με προσοχή στις ειδήσεις.

Και αφού είναι κανονισμένα και έτοιμα και οργανωμένα, αν κάτι πάει στραβά, τι θα φταίει, ο κόσμος θα φταίει.

Όμως είναι summer all over again, και σύντομα θα παίζουμε το παιχνίδι του μουτζούρη, και πάλι θα λέμε δεν μας είπε κανείς, και πάλι φοβάμαι ότι θα μετράμε νεκρούς, καθώς το άνοιγμα γίνεται, as summer all over again, με σχεδόν μηδενική προετοιμασία και προστασία.

~

Για να καταλάβουμε το πρόβλημα, αν θέλουμε πραγματικά να το καταλάβουμε και όχι να κάνουμε ότι δεν υπάρχει μέχρι να χρειαστεί να πούμε «α, δεν μας είπατε», είναι σημαντικό να δούμε ποια μέτρα δεν έχουν ληφθεί ώστε να δημιουργηθεί.

Τα καταστήματα για να λειτουργήσουν υπό την μορφή που διαφημίζεται, χρειάζονται τρία πράγματα: Ένα, προσωπικό. Δύο, πελάτες. Τρία εμπόρευμα – που με την σειρά του χρειάζεται και αυτό προσωπικό (είτε ανθρώπους που θα το φτιάξουν, είτε ανθρώπους που θα το μεταφέρουν). Μια σημαντική μάζα ανθρώπων ενεργοποιείται δηλαδή, ταυτόχρονα.

Οι κανόνες των δύο μέτρων απόσταση, και της χωρητικότητας των καταστημάτων, είναι ενέργειες που πρέπει να κάνει ο πολίτης, ή το κατάστημα. Είναι κανόνες ασφαλείας, που όμως δεν κόστισαν τίποτα στην κυβέρνηση (εκτός ίσως από μειωμένες πωλήσεις και φόρους – και εξηγώ πιο κάτω ότι καταλαβαίνω ότι δεν είναι λίγο. Άκου όμως).

Αντιθέτως όμως, αυτά που θα κόστιζαν στην κυβέρνηση, από τα δελτία ειδήσεων και την επίσημη ενημέρωση, μάλλον διακριτικά παραλείπονται:

– Ότι ο εργαζόμενος θα πρέπει να πάει στην δουλειά του, και ο πελάτης να κατέβει να ψωνίσει σημαίνει περισσότερος κόσμος στα ΜΜΜ, που όμως δεν έχουν ενισχυθεί όσο θα έπρεπε, ούτε καν κατά την διάρκεια του τελευταίου lockdown.

– Ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί να πάρει δικαιολογημένη άδεια εάν βρεθεί ύποπτος για κρούσμα (από σχέση δηλαδή με άλλο επιβεβαιωμένο κρούσμα), πιθανότατα θα τον αναγκάσει να πηγαίνει στην εργασία του, μέχρι να ελεγχθεί και ο ίδιος αν έχει ασθενήσει.

– Ότι ο εργαζόμενος όχι μόνο δεν στηρίζεται οικονομικά αν ασθενήσει από κορονοϊό, αλλά αντιθέτως αν μείνει σπίτι θα πρέπει να αναπληρώσει μετά το κενό που θα δημιουργήσει στην επιχείρηση με επιπλέον μέρες απλήρωτης εργασίας, όχι μόνο δεν τον αναγκάζει να προστατέψει οικογένεια, συναδέλφους και πελάτες, αλλά σχεδόν τον υποχρεώνει να μην το δηλώσει – εκτός και αν είναι πια πολύ αργά γι’ αυτόν και τους γύρω του.

– Ότι η εταιρία δεν χρειάζεται να ανακοινώσει συμβάν στους πελάτες ή να κλείσει μετά από κρούσμα, δημιουργεί σίγουρες συνθήκες διασποράς για όλους τους εμπλεκόμενους.

– Ότι η εταιρία, αν αποφασίσει να τελικά αυτοβούλως να κλείσει -ενώ δεν έχει υποχρέωση- για να προστατέψει προσωπικό και πελάτες, δεν λαμβάνει ούτε για τους εργαζόμενους ούτε για την ίδια καμία παροχή, ενίσχυση ή βοήθημα, κάνει πολύ πιθανό ότι δεν θα επιλέξει αυτήν την διαχείριση, ειδικά αν έχει ζημιωθεί ανεπανόρθωτα κατά την προηγούμενη περίοδο του lockdown.

Όλα αυτά θα κόστιζαν στο κράτος, είναι βέβαιο: Αν πολλαπλασίαζε τα τεστ ώστε όλοι να ξερουν κατ’ αρχάς αν είναι ασθενείς ή όχι, αν διέθετε περισσότερα μέσα μεταφοράς στους πολίτες, είτε πελάτες είτε εργαζόμενους, αν προνοούσε για εργαζομένους που αυτοπεριορίζονται σε καραντίνα για πιθανό κρούσμα, ή αν φρόντιζε οι ασθενείς με διαπιστωμένο κορονοϊό όχι μόνο να μην  ζημιωθούν οι ίδιοι για την ανάρρωσή τους αλλά τους κάλυπτε και αυτούς και τις εταιρείες τους ανάλογα, αν λόγω διαπιστωμένων κρουσμάτων σε μία επιχειρήση την στήριζε, ώστε όλοι να παραμείνουν χωρίς δικό τους κόστος αλλά με βοήθεια από το κράτος ασφαλείς – όλα αυτά θα είχαν ένα ξεκάθαρο, και αρκετά οδυνηρό, το παραδέχομαι, κόστος για το κράτος. 

Αλλά θα τα γλύτωνες από νεκρούς. Και, οικονομικά μιλώντας, θα τα γλύτωνες από πανάκριβες ΜΕΘ, πανάκριβα ιδιωτικά «επιταγμένα» νοσοκομεία, από μία άνευ προηγουμένου διασπορά και των αρνητών της πανδημίας που θεωρώ βέβαιο ότι θα ξεκινήσει με όλο αυτό (γιατί ο επιχειρηματίας και ο εργαζόμενος θα καλυφθούν ψυχολογικά πίσω από ένα «σιγά μωρέ τώρα, μία γρίπη είναι» για να γλυτώσουν τις επώδυνες οικονομικά συνέπειες) και θα τα γλύτωνες απο το επόμενο ακόμα πιο σκληρό για πολλούς λόγους, και σίγουρα πιο κουραστικό lockdown που θα αναγκαστούμε λόγω κρουσμάτων να μπούμε, αν τα χειρότερα σενάρια επιβεβαιωθούν και αυτές οι ακατανόητες ενέργειες φέρουν την αναμενόμενη αύξηση σε ασθενείς και διασπορά.

Και έχω επίγνωση, μιλώντας γι’ αυτά, για το πόσο κοστίζουν και τα κλειστά μαγαζιά, και η κλειστή οικονομία για μία κυβέρνηση και τους πολίτες της. Αντιλαμβάνομαι πλήρως, και δεν το λέω ειρωνικά, πόσο επικίνδυνο είναι να έχεις μία οικονομία που φυτοζωεί. Ταυτοχρόνως όμως, πρέπει να καταστεί σαφές, πολύ πριν ξανααρχίσουμε τα «δεν ήξερα» και «δεν μου είπατε» και «πίνουν μπύρες στις πλατείες τα κωλόπαιδα» πως η σκληρή πραγματικότητα μας κάνει να επιλέξουμε πιο κόστος επιθυμούμε να διαχειριστούμε και πως – αλλά το κόστος, είτε έτσι είτε αλλιώς, είναι βέβαιο.

Όπως, πχ, ασφαλώς και θα είχαν κόστος τα περισσότερα τεστ σε τουρίστες, όταν ανοίξαμε το καλοκαίρι τα σύνορα.

Αλλά τα ανοίξαμε με το μικρότερο δυνατόν κόστος προετοιμασίας. Και μπήκαν τουρίστες-φορείς του κορονοϊού, και εξαπλώθηκαν τα κρούσματα, και είχαμε χιλιάδες (από εκατοντάδες, μέχρι τότε) νεκρούς, οδηγηθήκαμε σε lockdown, και οδηγήσαμε την οικονομία μας να περνάει εξαιρετικά δύσκολα τώρα.

Αυτό είναι το τίμημα. Είναι, θεωρώ, πολύ απλά τα πράγματα. Οι κανόνες για δύο μέτρα και μάσκες και χωρητικότητα είναι σωστοί, αλλά μοιάζουν πολύ με την λογική «μόνο πέντε άνθρωποι ανα λεωφορείο που θα σας πάει στο αεροδρόμιο να ταξιδέψετε με γεμάτο αεροπλάνο όλοι μαζί»: Μπορούμε να το περιγράφουμε ως ανέκδοτο που λέει στην σκηνή ένας standup comedian, αλλά την ώρα του λογαριασμού εκεί πληρώνεις το ποτό σου, όχι με την ζωή σου, ή την ζωή των συγγενών σου.

Ας μιλήσουμε λοιπόν, για σεβασμό

Κατα κοινή ομολογία τουλάχιστον των Γεωργιάδη, Μητσοτάκη και Κικίλια, το (μοναδικό λένε αυτοί, ίσως μεγαλύτερο λέω εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τουρισμό) λάθος της κυβέρνησης ήταν που άργησε να πάρει τα μέτρα στην Θεσσαλονίκη, και περίμενε να …τελειώσει πρώτα η γιορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου. Η κοσμοσυρροή έφερε, όπως καταλαβαίνει κάθε λογικός άνθρωπος, και την ανάλογη αύξηση σε κρούσματα και νεκρούς.

Ο μόνος που φάνηκε σχετικά ειλικρινής σε όλο αυτό, ήταν ο Γεωργιάδης: 

«Μία από τις πιο σφοδρές κριτικές και ένα από τα λάθη που κάναμε ήταν όταν οι λοιμωξιολόγοι μας είχαν εισηγηθεί μια παρόμοια στρατηγική στη Θεσσαλονίκη πριν την γιορτή του Αγίου Δημητρίου, εμείς από σεβασμό στην παράδοση της πόλης και στην Ορθοδοξία, δεν κλείσαμε τότε τη Θεσσαλονίκη πριν από τον Άγιο Δημήτριο. 

Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό που κάναμε ήταν μεγάλο λάθος γιατί καλώς ή κακώς την ημέρα του Αγίου Δημητρίου παρά την καλή πρόθεση της εκκλησίας να συνεργαστεί και να τηρήσει τα μέτρα, ο κόσμος προσήλθε μέσα και έξω από τις εκκλησίες με μαζικό τρόπο με αποτέλεσμα η διάδοση του κορονοϊού να πάρει τις επόμενες εβδομάδες μεγάλες διαστάσεις.

Εγώ έχω μια ελπίδα ότι έως αύριο θα έχουν επικρατήσει ηρεμότερες σκέψεις, διότι αν αυτό που φοβόμαστε εμείς και οι γιατροί βγει αληθινό και συγκεντρωθεί κόσμος στις εκκλησίες και έχουμε τις επόμενες ημέρες αύξηση του ιού, θα θρηνήσουμε πολλούς νεκρούς και οι κόποι θα έχουν πάει χαμένοι. Δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία θέλει να πάρει επάνω της μια τόσο μεγάλη ευθύνη»

Το πήρε πίσω βέβαια, σε ένα μόνο κομμάτι όμως: διέψευσε τον εαυτό του (το συνηθίζει ο Γεωργιάδης αυτό, να αυτοδιαψεύδεται με τόσο πάθος που είναι σχεδόν σαν να ζητά να τον παραδεχθεί ο ακροατής στο ότι έχει πάλι δίκιο)  στο ότι το εισηγήθηκαν όντως οι λοιμωξιολόγοι.

Βέβαια, δεν έχουμε τρόπο να το ξέρουμε, καθώς παρά τις αλλεπάλληλες εγκλίσεις από την αντιπολίτευση η κυβέρνηση αρνείται να παραδόσει τα πρακτικά των επιτροπών – αλλά το υποστήριξε και ο κ. Εξαδάκτυλος, ότι η επιτροπή (για κάποιο λόγο που δυσκολεύομαι να κατανοήσω) δεν εισηγήθηκε (κατά πλειοψηφία) το να μην γίνει η εν λόγω μεγάλη λειτουργία.

Το πρόβλημα είναι προφανώς ότι στα υπόλοιπα τα πράγματα παραμένουν όπως τα ξέραμε: Η κυβέρνηση έπρεπε να σταματήσει την λειτουργία – δεν το έκανε. Αυτό (καθώς δεν έχει υπάρξει άλλο γεγονός με τόση κοσμοσυρροή) φαίνεται να ευθύνεται για την μετάδοση του ιού – θυμίζω άλλωστε ότι και ιερείς είναι ανάμεσα στα θύματα του κορονοϊού. 

Πήρε λοιπόν μία απόφαση η κυβέρνηση, το μεγαλύτερο κατ’ αυτήν λάθος της, και επέτρεψε μία λειτουργία της εκκλησίας που σκότωσε, τελικά, κόσμο.

Από «σεβασμό».

Ok.

Και μετά, πήγε να το επαναλάβει: ζήτησε από τις εκκλησίες στις γιορτές, Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, να έχουν μόλις 9 πιστούς μέσα στις εκκλησίες.

…Και η εκκλησία αντέδρασε, και τελικά – από σεβασμό – το κράτος υπαναχώρησε στις εντολές του, οι εννιά έγιναν δεκαπέντε και τριάντα, και, αφού δεν μέτρησε και κανείς, μπορεί να έγιναν πενήντα – αλλά πάντως έγιναν, όσοι ήταν.

Και, ω του θαύματος, ξαναέχουμε πρόβλημα. Όχι μόνο από αυτό, δεν θέλω να είμαι άδικος, ο κόσμος μαζεύτηκε σε σπίτια, έκανε ρεβεγιόν, κάποιοι πήγαν και στο εξωτερικό και κάποιοι ήρθαν εδώ – μόνο και μόνο για να έχουμε και εμείς το νέο στέλεχος του κορονοϊού, μη χάσουμε.

Κάτι που οδήγησε την κυβέρνηση να απαγορέψει (μεταξύ άλλων) εντελώς την λειτουργία των Φώτων με πιστούς.

…και η Εκκλησία αντέδρασε, και, όπως είπε και ο εκπρόσωπος τύπου της εκκλησίας αυτάρεσκα «έδειξε ανυπακοή», και οι εκκλησίες διαφήμησαν, (ΔΙΑΦΗΜΙΣΑΝ!) ότι θα ανοίξουν για πιστούς, και όντως το έκαναν, και …οι σκηνές είναι αποκαρδιωτικές. Μέσα, και έξω από τους ναούς.

Μέχρι που τα περιπολικά και οι αστυνομικοί που περίμεναν απ’ έξω …μαζεύτηκαν για αγιασμό. Με «σεβασμό».

Αντιλαμβάνεστε ένα pattern εδώ, έτσι;  Από σεβασμό στην εκκλησία,  είτε παρακάμπτουμε τους επιστήμονες, είτε βάζουμε κανόνες και μετά τους αλλάζουμε, είτε βάζουμε κανόνες, και ύστερα παρακολουθούμε ατάραχοι να τους αγνοούν.

~

Θέλω να με προσέξετε λίγο εδώ, γιατί είναι εύκολο να παρεξηγηθώ: 

Δεν λέω ότι αυτά που απαιτεί η κυβέρνηση είναι σωστά. Πχ, είχα πάρει θέση μαζί με όσους φώναζαν (άλλο που από κανέναν όπως έλεγε η κυβέρνηση δεν άκουσε διαμαρτυρίες) για το άνοιγμα των συνόρων χωρίς επαρκείς ελέγχους. Τελικά, ελέγχθηκαν περίπου το 10-15% των επισκεπτών, και ένα 10% μετέφερε τον ιό – κάτι που σημαίνει πως το ίδιο έκανε και το 10% που δεν ελέγχθηκε.

Και από τους 1-3-5 νεκρούς ημερησίως – φτάσαμε στους 100.

Ή, η κυβέρνηση λέει «εννιά άτομα» χωρίς να έχει απόφαση της επιτροπής.

Ή, η κυβέρνηση λέει «μπορούν να είναι 25 άτομα στις τάξεις» και όταν κάποιος διαμαρτύρεται του λένε «δεν υπάρχει ανησυχία, γιατί ΚΑΤΑ ΜΕΣΟ ΟΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ(!)»

Ή, η κυβέρνηση λέει «δεν χρειάζονται μάσκες, μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα» – και μετά τις απαιτεί παντού.

Ή, η κυβέρνηση λέει «δεν χρειάζονται μάσκες στα σχολεία, είναι υπερβολή» – και μετά τις κάνει υποχρεωτικές, στέλνει ένα λάθος μέγεθος, και κάπου 8-9 μήνες μετά στέλνει (υποτίθεται) και την δεύτερη σωστή.

Δεν λέω λοιπόν ότι αυτά που απαιτεί η κυβέρνηση είναι σωστά. Κάθε άλλο.

Απλώς θα ήθελα να μείνουμε λίγο στο πως εννοείται ο «σεβασμός».

~

Ο Γεωργιάδης λέει (και μαζί του όλη η κυβέρνηση) πως «αν αυτό που φοβόμαστε εμείς και οι γιατροί βγει αληθινό και συγκεντρωθεί κόσμος στις εκκλησίες και έχουμε τις επόμενες ημέρες αύξηση του ιού, θα θρηνήσουμε πολλούς νεκρούς και οι κόποι θα έχουν πάει χαμένοι».

Ομολογία σε τρία επίπεδα: Ατομικό, κυβερνητικό, επιστημονικό.  Αν συγκεντρωθεί κόσμος στην εκκλησία το ξέρουμε και εμείς, και οι γιατροί, θα θρηνήσουμε νεκρούς. 

Ε, λοιπόν συγκεντρώθηκε.

Δεν υπάρχουν αμφιβολίες εδώ. Δεν λέμε «μπορεί να το είπαν – μπορεί και όχι» οι επιστήμονες, ή «μπορεί να ήταν πολλοί οι εννιά – μπορεί να ήταν και λίγοι, τελικά». Δεν είναι τουρίστες και η ψεύτικη μετάλλαξη το πρόβλημα. Δεν είναι ότι δεν ξέραμε

Ξέρουμε.

Η πολιτεία έθεσε τους κανόνες, εν πλήρη γνώση του προβλήματος. Η εκκλησία εξήγησε γιατί δεν ανεχόταν μία τέτοια απόφαση, και δημοσιοποίησε το δικό της «μολών λαβέ». Η πολιτεία δεν έκανε πίσω, κράτησε την ισχύ της απόφασης μέχρι τέλους. Η εκκλησία την αγνόησε.

Και η πολιτεία έκανε πίσω, όχι απλώς ανεχόμενη, αλλά σχεδόν υπερασπιζόμενη, με τους αστυνομικούς που το είχαν εύκολο και λογικό να κόβουν πρόστιμα σε έναν άνθρωπο, ή να βαράνε παιδιά που κάθονται σε μία πλατεία, εδώ να συγκεντρώνονται για να αγιαστούν.

Αυτό, η κυβέρνηση το λέει σεβασμό. Εγώ, το λέω το ακριβώς αντίθετό του.

Σεβασμός στον άλλο, δεν είναι να αποδέχεσαι κάθε του καπρίτσιο – το αντίθετο. Όταν βάζεις κανόνες, πρέπει να είναι δύσκολοι, αλλά να είναι κανόνες. Όταν η κυβέρνηση προέτρεψε τους πολίτες να στείλουν (ψεύτικο) μήνυμα άσκησης για να εκκλησιαστούν – ενώ θα μπορούσε, αν ήθελε, να προσθέσει έναν ειδικό αριθμό, όταν αύξησε εν μία νυκτί τους πιστούς, ή αγνόησε (ας μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας) την ξεκάθαρη απειλή για διόγκωση της πανδημίας για μία (μεγάλη, το καταλαβαίνω) γιορτή, έστειλε ένα μήνυμα: 

Δεν σε σέβομαι.

Όχι μόνο στους πολίτες, που οφείλει να υπηρετεί, αλλά και στην εκκλησία. Οι κανόνες μας δεν είναι και τόσο σημαντικοί: Αν θυμώσεις, αλλάζουν. Κάμπτονται. Είναι ευλύγιστοι.

Έχω δίπλα μου ανθρώπους που πιστεύουν, και ξέρω πόσο τους κόστισε κάθε μία από αυτές τις αποφάσεις. Είδα στα μάτια τους την αμφισβήτηση, κάθε φορά που η πολιτεία έλεγε «καλά, δεν πειράζει» όταν πρώτα τους είχε πληγώσει, και τους είχε αναγκάσει σε αντίδραση. 

Και ο καταστηματάρχης πληγώνεται. Και ο έμπορος. Και ο επιχειρηματίας. Και ο υπάλληλος. Και ο νοσοκόμος, ή ο γιατρός πληγώνεται. Όλοι πληγωνόμαστε. Ο ηθοποιός, ή ο τραγουδιστής πληγώνεται. Αυτός που έχει μήνες να δουλέψει και του τελειώνουν τα έτοιμα – αν έχει έτοιμα.

Ο γιατρός, που ζει με τον φόβο, ο νοσοκόμος, που πεθαίνουν άνθρωποι στα χέρια του. Και γω, που ήθελα να αφήσω ένα λουλούδι στο Πολυτεχνείο, ή στο σημείο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, ή να αντιδράσω στον νόμο για την πτώχευση των ανθρώπων – και δεν το έκανα, από φόβο ή από υπακοή.

Όλοι έχουμε πληγωθεί από αυτήν την πανδημία. Οι κοντά τέσσερις χιλιάδες νεκροί είχαν οικογένειες, φίλους, είχαν ανθρώπους που τους νοιάζονται, ανθρώπους που τους αγαπούσαν και θα τους λείψουν. Κάθε ένας από αυτούς είχε ένα ονοματεπώνυμο, μία ιστορία, μία πορεία. 

Όταν η εκκλησία αντιστάθηκε, το κράτος όφειλε να εξηγήσει. Από σεβασμό. Να επιμείνει, δείχνοντας ότι η απόφασή του δεν ήταν στο πόδι. Από σεβασμό. Ότι αυτές οι εντολές έχουν τίμημα – για όλους. Και να σεβαστεί αυτό το τίμημα της κόντρας, όπως και εμείς.

Όταν η κυβέρνηση δείλιασε, έδειξε ότι η ίδια πρώτα φοβάται αυτό το τίμημα. Dura lex, sed lex – δεν είναι μόνο γι’ αυτόν που ελέγχεται για τον νόμο, μα και, και κυρίως, γι’ αυτόν που βάζει τον νόμο: Οι νόμοι είναι για όλους, μα πρωτίστως, κυρίως, θα έπρεπε να είναι γι’ αυτόν που τους θέτει.

Και αυτή η δειλία, έδειξε ασέβεια. Η εκκλησία αισθάνεται δικαιωμένη (αν είναι ποτέ δυνατόν, πόσοι ιεράρχες ακόμα πρέπει να πεθάνουν για να αντιληφθεί ότι εγκληματεί πρωτίστως απέναντι σ’ αυτούς;!), αλλά θεωρώ πως, βαθιά μέσα της, νιώθει την ασέβεια αυτής της δειλίας.

Οι πολίτες, που χάνουν όχι μόνο τις ατομικές τους ελευθερίες με κίνδυνο υπέρογκα πρόστιμα (πάνω από το μισό του κατώτατου μισθού!), αλλά και φτάνουν σε μία άνευ προηγουμένου φτωχοποίηση, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας. Όσοι υποχώρησαν, και αποδέχθηκαν τους σκληρούς κανόνες, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας. Όσοι θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο καθημερινά, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας.

Μια κυβέρνηση που ζητά από όλους να είναι γενναίοι, και η ίδια δειλιάζει, που παίρνει απόφαση (όχι για πρώτη φορά θυμίζω) ότι θα πεθάνουν οι πολίτες, που το ξέρει, το γνωρίζει, της είναι απολύτως σαφές – μα το κάνει, αρκεί να μην συγκρουστεί, μια κυβέρνηση δειλή, είναι μία ασεβής κυβέρνηση.

Ας κρύψει όσο θέλει την δειλία της ονομάζοντάς την «σεβασμό», ας κρυφτεί όσο θέλει από την πραγματικότητα λέγοντας πως είχαμε «Ανοιχτές εκκλησίες με αυστηρή τήρηση των μέτρων«: Η στάση ζωής όλων μας, είναι αμφίδρομη. Αν με σεβαστείς, αν οι αποφάσεις σου κοστίσουν, θα σε σεβαστώ κι εγώ με την σειρά μου. Και αν δειλιάσεις, αν πεις ψέματα, αν φοβήθηκες τις ίδιες σου τις αποφάσεις, αν έβαλες την ζωή μου, των ανθρώπων που αγαπώ ως ασπίδα μην τυχόν και πληγωθεί η εικόνα σου, έτσι θα σε αντιμετωπίσω κι εγώ: 

Με την ασέβεια που σου αρμόζει.

Προσπαθώ εδώ και καιρό να καταλάβω τι συμβαίνει. Δεν είμαι μόνος, το ξέρω, ούτε οι γύρω μου δεν έχουν ακριβώς καταλάβει νομίζω. Οι νεκροί αυξανονται, δεν είναι πια μόνο ηλικιωμένοι ή μόνο με υποκείμενα νοσήματα, το ένα νοσοκομείο μετά το άλλο γεμίζει, οι ΜΕΘ γεμίζουν, η διαλογή γίνεται ήδη – σε όσα νοσήματα μας σκότωναν ή μας έκαναν την ζωή δύσκολη μέχρι πέρσι, φέτος είναι θέμα απόφασης του γιατρού αν θα νοσηλευτούν ή όχι, καθώς δεν αντέχουν οι δομές της χώρας μας ΚΑΙ Covid ΚΑΙ καρκίνους ή ζάχαρο ξέρω γω, τα κρεβάτια είναι μετρημένα, τα τεστ παραμένουν αδιανόητα χαμηλά (και ακριβά, καθώς τουλάχιστον εμένα τρεις φορές με έχει στείλει ο ΕΟΠΥ να κάνω ιδιωτικά τεστ (120 ευρώ το κομμάτι), ενώ οι διαγνωσμένοι αυξάνονται εκθετικά μέρα με την μέρα.

(Οι δε γιατροί/νοσοκόμοι ως άνθρωποι ΘΑ ΚΛΑΤΑΡΟΥΝ – δεν ξέρω αν το καταλαβαίνει κανείς, Post Traumatic Stress θα πάθουν, σας τους φαντάρους του πολέμου, θα πέφτουν σαν τα κοτόπουλα, οι παράλληλες απώλειες της κρίσης που ζούμε)

Σε όλα αυτά, σε αυτήν την μάχη, οι ηγέτες μας επιχαίρουν για την κατάστασή μας, είμαστε καλύτερα από τον γείτονα, λένε, είμαστε γενικά καλά, λένε, δεν χρειάζεται ενίσχυση η δημόσια υγεία, λένε, δεν χρειάζονται αποστάσεις τα σχολεία, λένε, ούτε τα ΜΜΜ, λένε – και εν πάσει περιπτώσει, πέθαναν στα χέρια σας εκατό, δεν θα μας κουνάτε και το δάχτυλο.

Προσπαθώ εδώ και καιρό να καταλάβω τι συμβαίνει. Θα έλεγε  κανείς οτι αυτή η εικόνα είναι τρομακτική – όχι μόνο αποδεδειγμένη απώλεια του ελέγχου, αλλά και η προφανής απώλεια της συνειδητοποίησης της απώλειας του ελέγχου, σαν να έχει πιάσει φωτιά το Μάτι – αλλά να είναι σε αργή κίνηση, να έχει γίνει ο δρόμος πίσσα, να μην μπορούμε να κουνηθούμε, να πεθαίνει ο κόσμος γύρω μας, αλλά όχι ένα λεπτό, αλλά σε μέρες, σε εβδομάδες, σε μήνες – και εμείς να έχουμε όλο τον χρόνο να αντιδράσουμε αλλά να μην το κάνουμε, λες και η αντίδραση δεν χωράει σε ένα λεπτό, αλλά η ζημιά κρατάει μήνες, δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, είναι σουρεαλιστικό όλο αυτό.

Και θα έλεγε κανείς ότι αυτή η εικόνα είναι παράλογη, και τρομακτική και ποιος θα την άντεχε – αλλά ταυτόχρονα η δημοσιογραφία αποφεύγει κάθε ερώτημα, κάθε κριτική, κάθε καμπανάκι του κινδύνου, δεν ρωτούν, δεν αναρωτιούνται, δεν αντιδρούν, κάνοντας την κατάσταση ακόμα πιο δύσκολη, γιατί μπορεί εγώ με τους φίλους μου να συζητάμε «ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΕΣ ΜΕΘ», αλλά όταν στους υπουργούς δεν υπάρχει αυτή η ερώτηση, ή καλύπτονται αδιαμαρτύρητα με ψέματα και κοροϊδίες, δεν έχει αντίκρισμα η αγωνία μας, ο φόβος και οι ανησυχίες μας, ο θυμός και οι αντιδράσεις μας – όλα αυτά σταματούν σε εμάς, σαν να μην υπάρχουμε. Και στο μεταξύ, συνεχίζουμε να καιγόμαστε άφωνοι.

Προσπαθώ εδώ και καιρό να καταλάβω τι φταίει. Ξέρω, βέβαια, τι φταίει. Και εσύ, ο αναγνώστης ξέρεις τι φταίει. Όλοι ξέρουμε τι φταίει. Ήμασταν τρομερά τυχεροί και πήραμε χαμπάρι τι γίνεται στην Ιταλία αρκετά νωρίς, σταματήσαμε επιτυχημένα κάθε διασπορά τότε, και μετά όλα πήγαν κατά διαόλου, ο κόσμος εφησυχάστηκε ή πήρε λάθος οδηγίες, το ένστικτο της οικονομικής αυτοσυντήρησης και της ιδεοληπτική τσιγκουνιάς πήρε τα επάνω του, ανοίξαμε τα σύνορα για την οικονομική βοήθεια του τουρισμού χωρίς ουσιαστική προστασία, με ψέματα για πρωτοποριακούς αλγόριθμους, μεταφράσαμε όπως θέλαμε εμείς τους «ειδικούς» λοιμωξιολόγους και δαιμονοποιήσαμε κάθε λογική αντίδραση στα λεγόμενά τους, κρατώντας ταυτόχρονα μυστικές τις οδηγίες τους, κάναμε ταυτόχρονα την δουλίτσα μας πτωχεύοντας τον κόσμο σε φυσικό επίπεδο, χαρίζοντας στις τράπεζες και τα πληρωμένα ως τώρα δάνεια, και τα σπίτια τους, ικανοποιήσαμε τον εθνικό κορμό της εκκλησίας (θέτοντάς τους και τους ίδιους σε τρομερό, ανείπωτο κίνδυνο) με πλήρη κάλυψη, σιωπη και αυτοδιοίκητο για να μην έχουμε έσωθεν αντιδράσεις, τα κάναμε μπάχαλο σε απλά πράγματα όπως οι μάσκες στα σχολεία (αφού πρώτα επιχειρηματολογήσαμε με πάθος ότι δεν χρειάζονται) ή κοροϊδέψαμε ξεδιάντροπα τους γονείς μπερδεύοντάς τους με μέσους όρους για να μην ετοιμάσουμε περισσότερες αίθουσες, και πάει λέγοντας.

Με τον κόσμο να πεθαίνει, σε αυτές τις τρομαχτικές συνθήκες που είναι πλέον ξεκάθαρο προς όλους ότι είναι θέμα τιμής για την κυβέρνηση να μην διορθωθούν ούτε στο ελάχιστο (δείτε τον προϋπολογισμό για να αντιληφθείτε τι μας περιμένει το 2021)  καθίσταται σαφές σε μένα ότι η πανδημία μας φέρνει απέναντι σε μία σκληρή πραγματικότητα: Δεν θα σωθούμε από τους εκλεγμένους ηγέτες μας.

Είναι απλό: το μοντέλο διακυβέρνησής τους, απλώς δεν δουλεύει. 

Το δοκιμάσαμε, απέτυχε, καιρός να το αποδεχτούμε, δεν θέλουν, δεν μπορούν, εδώ δεν καταλαβαίνουν καλά-καλά τι κάνουν λάθος, δεν θα αλλάξουν, δεν ξέρουν πως να αλλάξουν, δεν είναι ικανοί να αντιμετωπίσουν αυτήν την κατάσταση.

Ας το αντιληφθούμε, για να μπορέσουμε να πάμε ένα βήμα πιο πέρα.

Το πρόβλημα είναι ότι είμαστε στο έλεός τους, και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει. Ακόμα και αν οι νεκροί μειωθούν, οι βασικές δομές της χώρας δεν πρόκειται να αντέξουν: ούτε οι γιατροί και οι νοσοκόμοι θα αντέξουν άλλη πίεση, ούτε οι υποδομές υγείας μας, ούτε τα οικονομικά μας, ούτε η κοινωνία μας σε ένα επόμενο κρούσμα. 

Και όχι μόνο οι εκλογές αργούν, αλλά δεν είναι σαφές αν το πρόβλημα είναι κατανοητό σε όλους, ούτε είναι σαφές ότι μία οποιαδήποτε διαφορετική κυβέρνηση μπορεί να αλλαξει ρότα, ούτε, πολύ περισσότερο, θα έχουμε τα εργαλεία -οικονομικά και κοινωνικά- σε δύο χρόνια, να αλλάξουμε τότε μεθόδους αντιμετώπισης.

Οπότε, τι κάνουμε;

Προσπαθώ εδώ και καιρό να καταλάβω τι συμβαίνει. Είμαι απολύτως βέβαιος ότι δεν μοιράστηκα καμία καινούργια αλήθεια μαζί σου, τα ξέρεις ήδη όλα αυτά, αλλά κι εσύ προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει, προσπαθείς να βεβαιωθείς ότι και οι άλλοι έχουν τις ίδιες ανησυχίες, τις ίδιες αγωνίες, προσπαθείς να καταλάβεις τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει όλο αυτό.

Εγώ νομίζω όμως πως ξέρω πως.

Η κυβέρνηση δρα σε μία φούσκα. Είτε ξέρει τα προβλήματα και αυτή η φούσκα την προστατεύει, είτε, ακόμα χειρότερα αδυνατεί να τα αντιληφθεί  τι γίνεται γύρω της επειδή μπορεί να δει μόνο μέχρι τα όριά της, αυτή η φούσκα δεν είναι η προστασία της, είναι η κατάρα της – και η δική μας.

Οι συντάκτες αυτής της φούσκας, οι δημιουργοί και συντηρητές της, είναι οι δημοσιογράφοι. 

Για μία και μοναδική φορά, τώρα που το τίμημα είναι οι ζωές όλων μας, τους ζητώ να ασκήσουν τίμια, ερευνητική, ουσιαστική δημοσιογραφία

Δεν το ζητώ από αυτούς που το κανουν ήδη – έχω ήδη ζητήσει πολλές φορές από τους αναγνώστες μου- να τους στηρίξουν όπως μπορούν, για μια δημοσιογραφία που θα προστατέψει την δικαιοσύνη, την δημοκρατία μας.

Πλεόν το ζητώ από όλους. Πλέον, η κατάσταση είναι στο απροχώρητο, η μάχη έχει νεκρούς, οφείλουμε όλοι να διαλέξουμε στρατόπεδο. Τα εκατομμύρια της στήριξης του κλάδου χρησιμοποιήθηκαν με λάθος τρόπο, ενδυνάμωσαν λάθος τακτικές, θεμελίωσαν λάθος τρόπο σκέψης. Τώρα είμαστε στην δυσκολότερη στιγμή, σ’ αυτό το σημείο που οι φιλίες, ή τα αφεντικά, ή οι προτιμήσεις -οτιδήποτε άλλο πλην της αλήθειας, της έρευνας και της κριτικής- γίνονται θύτες, δολοφόνοι, εγκληματίες.

Σας εκλιπαρώ, αλλάξτε. Σας ικευτεύω, δημοσιογραφήστε. Ξέρετε τι είστε μέχρι τώρα – αλλάξτε. Όλα τα μάτια και όλες οι ελπίδες είναι στραμμένες πάνω σας – οι τελευταίες ελπίδες όλων μας. Είναι τόσο σημαντικό ο κόσμος να είναι ενημερωμένος, είναι τόσο σημαντικό η αγωνία του να αποκτήσει μορφή, να αποκτήσει όνομα και υπόσταση. Αλλάξτε, μεταμορφωθείτε, κάποτε καποιοι από εσάς μπορούσατε να είστε ερευνητικοί με τις κυβερνήσεις που δεν στηρίζατε, μπορούσατε να κάνετε την δουλειά σας, σωστά – κάντε το και τώρα, κινδυνεύουμε, χωρίς ΜΕΘ, χωρίς τεστ, χωρίς λογική θα πεθάνουν και άλλοι συνάνθρωποί μας θα πεθάνετε κι εσείς, θα πεθάνουμε κι εμείς.

Είμαστε όλοι μαζί κλεισμένοι σε ένα Μάτι που καίει κόσμο, ακατάπαυστα, για μήνες. Έχουμε τα μάτια μας κλειστά, τα αυτιά μας κλειστά, την λογική μας φιμωμένη. Ο βασιλιάς είναι γυμνός και εμείς απορούμε μαζί σας, που ακόμα και τώρα αγνοείτε τις κραυγές μας, και μας ζητάτε να χειροκροτήσουμε τα υπέροχα μεταξωτά του ράσα.

Αν δεν έχουμε όμως αυστηρή, τίμια, ουσιαστική κριτική, μόνο από τύχη θα γλυτώσουμε.

Και αυτή μας τελειώνει.

Γίνετε εσείς το εμβόλιο που θα μας γλυτώσει. 

Ας γίνει, έστω και έτσι, έστω και τώρα, η δημοσιογραφία το εμβόλιο που θα μας γλυτώσει.

Αλλιώς είμαστε χαμένοι.
 
Υ.Γ.: Διαβάστε και το άρθρο του Zaphod που ήταν το έναυσμα της διαδικασίας σκέψης που οδήγησε σ’ αυτό το άρθρο.

Τώρα που πια γίναμε ..όλοι αντιφασίστες και (οι μεγαλύτεροι) αντιναζιστές, και η δίκη της εγκληματικής οργάνωσης ξεκαθάρισε σε όλους ότι πρόκειται όντως τελικά, για εγκληματική οργάνωση (για φαντάσου), και οι πονηροί άρχισαν να την χρησιμοποιούν (παλι) είτε για να χτυπήσουν τους εκλογικούς τους αντιπάλους, είτε για να αποφύγουν πιθανές συσχετίσεις μαζί της – ας κάνουμε λίγο ένα μικρό βήμα πίσω, ας αποφύγουμε πρόσωπα και στιγμές, και ας ασχοληθούμε με το τι ακριβώς κάνει αυτήν την εγκληματική οργάνωση τόσο αντιπαθητική, που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες άνθρωποι απ’ έξω από το εφετείο, και εκατομμύρια άλλοι σπίτια τους παρακολουθώντας την υπόθεση, και πανηγύρισαν κλαίγοντας την ενοχή της.

Τι ακριβώς είναι αυτό που πολεμήσαμε;

Η Χρυσή Αυγή είναι μία ρατσιστική, φασιστική, εθνικιστική οργάνωση. 

Το ‘χουμε;

Κάθε μία από αυτές τις λέξεις, σημαίνει κάτι διαφορετικό.

Είναι μία ρατσιστική οργάνωση.

Πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα – ότι δεν είναι καν όλοι άνθρωποι. Πιστεύει πως η θρησκεία κάποιου, η φυλή και το μέρος που γεννήθηκε, οι πολιτικές του πεποιθήσεις, οι σεξουαλικές του προτιμήσεις – κάποιο ή όλα από αυτά τα στοιχεία είναι δικαιωματικά αρκετά να του στερήσουν τα βασικά του δικαιώματα.

Είναι μία φασιστική οργάνωση.

Η Χρυσή Αυγή δεν αρκείται μόνο να πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, αλλά θεωρεί αυτονόητο ότι έχει τον έλεγχο στις ζωές των άλλων – δια της ισχύος, ή της βίας.

Δεν έχει κανένα ιδεολογικό πρόβλημα να στερήσει από κάποιον την υγεία του, όπως έδειξε στις αιμοδοσίες μόνο για έλληνες. Αν και δεν ήταν εφικτό να κατευθύνει που θα πάει το αίμα που μαζεύτηκε (ούτε καν ξέρω τι έγινε μ’ αυτό το αίμα, τώρα που τα λέμε) οι «ξένοι» δεν είναι αρκετοί για να το χρησιμοποιήσουν και να σωθούν. Δεν έχει κανένα ιδεολογικό φραγμό να κάνει συσσίτια μόνο για έλληνες, όπου κανείς ξένος δεν αξίζει το ίδιο φαγητό με τον έλληνα. 

Πολύ ευχαρίστως θα μαχαιρώσει έναν «πακιστανό», έναν «κομμουνιστή», μία «πούστρα», καθώς δεν αξίζει καν να ζουν – δεν είναι καν άνθρωποι .

Είναι μία εθνικιστική οργάνωση.

Πιστεύει ότι άπαξ και είσαι Έλληνας, (προφανώς και ετεροφυλόφιλος, δεξιός – εθνικιστής, και χριστιανός), είσαι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους δίπλα σου. Αυτός ο Έλληνας, είναι για την ΧΑ η καθαρή φυλή, η αρία φυλή. Πιστεύει στο όνομα αυτής της πατρίδας του, δικαιολογούνται τα πάντα. Πιστεύει ότι το τρίπτυχο που οριοθετεί αυτήν την ελληνική υπεροχή, είναι το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».

Αυτά υποστηρίζει η Χρυσή Αυγή.

Και αυτά ακριβώς είναι που ο κόσμος που ήταν έξω από το εφετείο, και οι άνθρωποι που έκλαιγαν από τα σπίτια τους με την ανακοίνωση της απόφασης, σιχαίνονται και μισούν περισσότερο.

Είναι αυτοί που αυτήν την ιδεολογία την πολέμησαν στους δρόμους, την πολέμησαν πολιτικά, την πολέμησαν με την δικαιοσύνη – ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους, την πολέμησαν θεσμικά, την πολέμησαν στις παρέες και χάλασαν φιλίες και οικογένειες εξαιτίας της.

Είναι αυτοί που αυτήν την ιδεολογία την αναγνωρίζουν ακόμα και όταν συγκαλύφθηκε με κοστούμια, γραβάτες και προσφωνήσεις «κύριε βουλευτά».

Είμαστε καλά ως εδώ; Γιατί τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

~

Όσοι έχουν μπει στον κόπο να διαβάσουν το επι χρόνια εκδιδόμενο blog μου, ή τα tweets μου τότε που είχα και την έκθεση στα social, θα πρέπει πια να ξέρουν ότι η πρόθεσή μου πάντα, ήταν να ενωθούμε στα βασικά. Ακόμα και αν διαφωνούμε στα επιμέρους, αν οι εγωισμοί μας μας αφήσουν να συμφωνήσουμε στις θεμελιώδεις αρχές μας, θα μπορέσουμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά.

Αρκεί, πράγματι, να συμφωνήσουμε στις θεμελιώδεις αρχές μας.

Πχ οι δικές μου αρχές (και αν δεν σας αρέσουν όχι, δεν έχω άλλες 🙂 ) είναι πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα.

Το ίσο δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην ζωή, την ελευθερία, στην τροφή, την υγεία, την παιδεία και την αξιοπρεπή διαβίωση, όπου και αν έχουν γεννηθεί, ό,τι θεό και αν πιστεύουν, όποιο κόμμα και αν υποστηρίζουν, όποια και αν είναι η σεξουαλική τους προτίμηση.

Το δικαίωμα να υποστηρίζει άλλα κόμματα -ακόμα και κανένα κόμμα, όπως είναι οι αναρχικοί- και να κρίνεται για τις πράξεις του, και όχι για την ιδεολογία του – αν δεν ορίζονται οι πράξεις του από αυτήν.

Το δικαίωμα ο καθένας να πιστεύει στον δικό του Θεό, και (όσο δεν παραβαίνει τους νόμους) να τον λατρεύει όπου και όπως αυτός νομίζει.

Το δικαίωμα στον γάμο και την τεκνοθεσία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι σεξουαλικές του προτιμήσεις.

Ακόμα και αυτά δεν λέω ότι είναι εύκολα. Πόσο φαγητό δικαιούται ο κάθε άνθρωπος; Πόση υγεία; Ποιο κόμμα επιτρέπουμε, ακόμα και εκείνο που δεν υποστηρίζει την δημοκρατία ή τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που αναφέρω πιο πάνω;

Δεν είναι προφανώς εύκολο – μα είναι μία αρχή. Είναι μία αρχή που θα μας επιτρέψει να βρούμε τις γραμμές μας, και να διαπραγματευτούμε ο ένας με τον άλλον μετά το πως και το πόσο πρέπει να γίνει.

Αυτά είναι τα ακριβώς αντίθετα από την Χρυσή Αυγή. Αν το θέλετε, αυτό είναι το πολυδιαφημιζόμενο «άλλο άκρο»: αυτός ο αντιφασισμός, αυτός ο αντιναζισμός, αυτός ο αντιρατσισμός.

Το ‘χουμε; Γιατί τώρα είναι που δυσκολεύουν πολύ τα πράγματα.

~

Όταν τα βάλεις όλα αυτά κάτω, θα δεις ότι το πολιτικό μας φάσμα δηλώνει πολύ πιο εύκολα πολέμιος της Χρυσής Αυγής από ότι είναι στην πραγματικότητα. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται, προφανώς, και η νίκη έχει πολλούς φίλους – αλλά αυτό που γίνεται τώρα, δεν είναι απλώς προβληματικό, είναι εξόχως επικίνδυνο.

Το να είσαι αντίθετα από την Χρυσή Αυγή, δεν σημαίνει μόνο να είσαι αντίθετος στον αγκυλωτό σταυρό, στον Κασιδιάρη, τον Λαγό ή τον Μιχαλολιάκο – αλλά να είσαι αντίθετος στην ιδεολογία της, στον τρόπο σκέψης της, στις αρχές που διέπουν την δράση της.

Αντι-χρυσαυγίτης, από μόνο του, μπορείς να είσαι για χίλιους λόγους: μπορεί να ακολουθείς μία μόδα, όπως εκφράζεται τώρα, να προσπαθείς να γλυτώσεις από την χρυσαυγίτικη μόδα που υποστήριζες στο παρελθόν, ή να ελπίζεις στην μετακίνηση των ψηφοφόρων της.

Το σημαντικό, το ουσιώδες και το ειλικρινές, είναι να είσαι ενάντια στις ιδέες που διέπουν την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Είναι όλοι οι άνθρωποι στα μάτια σου ίσοι; Τους κρίνεις αποκλειστικά με βάση τα κομματικά τους πιστεύω; Δίνεις δικαιώματα στους ανθρώπους που ζουν με διαφορετική σεξουαλικότητα; Δίνεις ελευθερία και αξιοπρεπή διαβίωση σε ανθρώπους που έρχονται από άλλες χώρες; αποφεύγεις να χρησιμοποιήσεις την πατρίδα και τον πατριωτισμό ως εργαλείο για να πετύχεις δικούς σου σκοπούς;

Αν διετείνεσαι ως ο «μεγαλύτερος χρυσαυγιτοφάγος» του κόσμου, και ταυτόχρονα στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σου η εθνικότητα κάθε εγκληματία είναι χαρακτηριστικό του στοιχείο που εξηγούσε το έγκλημα, ή προεκλογικό σου σύνθημα ήταν να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας από τους ξένους, και ότι θα φροντίσεις ώστε οι παιδικοί σταθμοί να είναι μόνο για έλληνες, αν πανηγυρίζεις για την πτώση της ενώ υπουργοί, βουλευτές και αντιπροεδροί σου πηγαίνουν ακόμα και σήμερα χέρι-χέρι με τις πολιτικές δυνάμεις και την ιδεολογία που γέννησαν την Χρυσή Αυγή, ή επιτρέπεις σε βουλευτές σου να μιλούν για «λάθρους» και «κομμούνια», αν στερείς χωρίς κανέναν απολύτως λόγο στην βουλή με την ψήφο σου το διαβατήριο στους ανθρώπους που γεννήθηκαν εδώ (εκτός και αν παίζουν πολύ καλό μπάσκετ) ή τα ίδια δικαιώματα που έχουν όλοι σε ανθρώπους που απλώς τους έτυχε να αγαπούν έναν άνθρωπο που εσύ δεν εγκρίνεις, αν αφήνεις αδίκως κλειδωμένους ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, να καούν, να πεινάσουν, να τρελαθούν επειδή «είναι ξένοι» και «έτσι προασπίζεις την ασφάλεια της τοπικής κοινωνίας» τότε αυτή η υποκρισία σου δεν είναι ούτε ενοχλητική, ούτε καν κωμική. Είναι επικίνδυνη.

Είναι τρομαχτική και επικίνδυνη.

Γιατί η Χρυσή Αυγή, πριν φορέσει σαν καθως πρέπει πολιτικός γραβάτες και κουστούμια, ήταν εμφανής. Είχε αγκυλωτούς σταυρούς, υπέγραφε με το σήμα των ΣΣ, το αριθμοσύμβολο του Χίτλερ, τραγουδούσε ναζιστικά εμβατήρια και «θα ξαναγυρίσουμε και θα τρέμει η γη»

Όταν όμως ένα οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα διατείνεται για την φιλελευθερία του, για την μάχη που έδωσε για τον ναζισμό, και δεν είναι ειλικρινές, δεν θα κερδίσει ψηφοθηρικά τους γνήσιους οπαδούς του Χίτλερ, που θα πάνε αλλού αντιλαμβανόμενοι την κοροϊδία, αλλά ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥΣ.

Ανθρώπους που, παρακειμένοι από την γενικότερη ευφορία για την πτώση του εξαμβλώματος της Χρυσής Αυγής, θα σπεύσουν να ακούσουν το σύνθημα του «απόλυτου εχθρού του χρυσαυγιτισμού», μα, κάτω από τον μανδύα αυτόν, θα υποκύψουν σε ιδέες και πρακτικές που καθόλου δεν αντιμάχονται τον ρατσισμό – για να μην πω ότι τον υπερβαίνουν κιόλας.

Θα δημιουργηθεί μια νέα γενιά ρατσιστών, εθνικιστών – φασιστών, αυτήν που στο εξωτερικό την αποκαλούμε Alt-Right, αυτή που διώχνει σε πρώτη φάση τα λογότυπα του χίτλερ από την εικόνα της, μα κρατά αναλοίωτες τις ιδέες και την φιλοσοσοφία της.

Προσέξτε: δεν λέω ότι θα μετακινηθεί η υπάρχουσα ακροδεξιά μορφή σε alt-right: Λέω ότι από τα πανηγύρια στις στάχτες της καύσης του θλιβερού μορφώματος των ναζί, θα δημιουργηθούν καινούργιοι ακροδεξιοί, απλώς και μόνο επειδή κάποιοι θέλουν να εκμεταλλευτούν για λογαριασμό τους το γεγονός με τον μανδύα της φιλελευθερίας.

~

Η στιγμή είναι μοναδική. Πανηγυρίσαμε, δακρύσαμε, δικαιωθήκαμε. Όσοι θωρούμε τον απέναντί μας άνθρωπο με σεβασμό και αξιοπρέπεια, όσοι επιλέγουμε να τον κρίνουμε για τις πράξεις του μοναχά, πετύχαμε κάτι που, μέχρι εχθές, ήταν ανήκουστο.

Και ήταν ανήκουστο όχι γιατί ήταν άδικο, αλλά γιατί ήταν κρυμμένο παντού, από τηλεοπτικές οθόνες μέχρι βουλευτικές έδρες, από θρανία και οικογενειακά τραπέζια, μέχρι στο αφεντικό και τον γιατρό μας.

Ήταν ανήκουστο ακριβώς γιατί υπήρχε παντού, γιατί τρεφόταν από πολλούς που διατείνονταν πως ξέρουν το καλό μας, ενώ ήταν πασιφανές ότι μοιράζοντας ιδέες και φιλοσοφία με το τέρας.

Εκείνη η στιγμή, πέρασε.

Το αμέσως επόμενο λεπτό (42″ ακριβώς μετά, για την ακρίβεια) το θηρίο είναι ακόμα μπροστά μας, φορά υποκριτικά αντιναζιστικό μανδύα, και μας προσκαλεί όλους στις χολερές αγκάλες του για να μας προστατέψει από όποιον εχθρό τον εμπιστευτούμε να μας ονοματίσει.

Και η σκύλα που γέννησε το αυγό του φασισμού, δεν είναι απλώς έγκυος, δεν τρέφει απλώς τα μικρά της, αλλά κάνει πολλούς από εμάς, περισσότερους από εμάς, ύπουλα και σκοτεινά, τροφούς της εμετικής της ιδεολογίας.

Η στιγμή που οι δικαστές πήραν την απόφαση να ονοματίσουν το θηρίο, πέρασε. Τώρα είναι η ώρα να ορίσουμε εμείς τι είναι αντιφασισμός, τι είναι αντιναζισμός, τι είναι αντιρατσισμός, και να στείλουμε την κάθε πλευρά στην γωνιά της.

Τώρα ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε ότι η μόνη αποδεκτή ιδεολογία, είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής, της ελευθερίας, και της αξιοπρέπειας. Ότι καμία έκπτωση δεν νοείται σ’ αυτό, από την ιδεολογία του οποιουδήποτε.

Τώρα, που τα φώτα είναι στραμμένα εδώ ακριβώς, το να φωνάξουμε αυτά τα ιδεώδη, θα είναι το καλύτερο φάρμακο για να διώξει κάθε αρρωστημένη σκέψη που πασχίζει να τα εκμεταλλευτεί.

Τώρα που είμαστε πολλοί, και η φωνή μας μοιάζει, και ακούγεται σαν μία, τώρα που η στιγμή είναι δική μας, ας μην διστάσουμε να ακουστούμε: Ας γίνουμε με τιμή το άλλο άκρο του ναζισμού. Ας ορίσουμε εμείς τις αρχές του, ας τοποθετηθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο σ’ αυτόν τον σκοπό, και ας απομακρύνουμε από εκεί όποιον δεν πιστεύει στην βασική του αρχή, τον άνθρωπο.

Γιατί αν το επιτρέψουμε με την σιωπή μας, αύριο, οι ίδιοι άνθρωποι που κερδίσαμε σήμερα, αυτοί που πολεμούν με λύσσα όσα πιστεύουμε, δεν θα φοράνε πια αγκυλωτό για να τους ξεχωρίζουμε εύκολα.

Το big brother ξαναμπαίνει στις ζωές μας – και η προετοιμασία για την υποδοχή του μοιάζει να είναι ακριβώς αυτή που θα υποσχόταν το κόνσεπτ του – αυτό θεωρώ είναι το ένα από τα δύο στοιχεία στα οποία καλό θα ήταν από την αρχή να μην το αντιμετωπίσουμε υποκριτικά: 

Προφανώς ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην 24ωρη παρακολούθηση της ζωής μιας προεπιλεγμένης ομάδας έγκλειστων χαρακτήρων δεν προδιαθέτει σε ποιότητα και αξιοπρέπεια – ήδη από τις καταστατικές του αξίες.

Η ανακοίνωση των παικτών που θα συμμετάσχουν (το πρώτο και το τελευταίο επίπεδο ενασχόλησής μου με το θέμα) ανέδειξε ήδη από την αρχή το πρόβλημα: ένα συνοθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας, σεξισμού, με ρόλους «θυμάτων» και «θυτών», ένα μοντέλο που ομοιάζει με αυτό του Στάνφορντ – μόνο που οι ρόλοι στο πείραμά του είναι τυχαίοι, ενώ εδώ μοιρασμένοι από την αρχή, ξεκάθαροι και προδιαγεγραμμένοι, ώστε από την μία να είναι όσο πιο εύπεπτοι είναι δυνατόν από ένα κοινό που δεν ξέρει ή δεν θέλει ούτε κατ’ ελάχιστον να κουραστεί να ανακαλύψει τον προστατευόμενό του ή αυτούς που θα επιλέξει να εξαφανίσει με ένα SMS του και από την άλλη και από τους παίκτες που ξέρουν ακριβως τι ρόλο καλούνται να παίξουν, και για ποιον λόγο είναι στο παιχνίδι.

Ο ρατσιστής δηλαδή, αφού έγινε δεκτός ακριβώς γι’ αυτό, για τον ρόλο του, βλέποντας αλβανίδες και ρουμάνες στο παιχνίδι, καταλαβαίνει τι ακριβώς πρέπει να κάνει για συνεχίσει να κάνει αυτό που έχει κληθεί εξ αρχής να καλύψει.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς: όταν το κόνσεπτ είναι αυτό δεν περιμένεις πολλά από το κάστινγκ και όταν το κάστινγκ είναι τόσο σοφά εναρμονισμένο με το κόνσεπτ το πράγμα ολοκληρώνεται γλυκά. Και ο ΣΚΑΙ το ξέρει, και ο διαφημιζόμενος το ξέρει, και ο τηλεθεατής το ξέρει. 

Υπάρχει όμως και η επιπλέον ανάγνωση, η επιπλέον υποκρισία που είναι σημαντικό να ξεπεράσουμε πριν ακόμα ξεκινήσει η σειρά, για να μπορούμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας χωρίς να κοροϊδευόμαστε:

Το big brother δεν είναι «το παράθυρο στην κοινωνία» όπως διατείνεται πως είναι.

Όταν πρωτοήρθε στην ζωή μας, παρουσιάστηκε ως το παράθυρο στην ζωή καθημερινών ανθρώπων, η ευκαιρία να δούμε ανθρώπους όπως είναι τις ώρες που δεν βρίσκονται -υποτίθεται- κάτω από τα φώτα την δημοσιότητας και δεν -υποτίθεται- είναι αναγκασμένοι να προσποιούνται. 

Το συνονθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας και σεξισμού που έχει επιλεχθεί όμως, είναι άστοχο να ορίζεται (από τον ΣΚΑΙ) ως «παράθυρο στην κοινωνία». Όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά κυρίως επειδή δεν υπάρχουν μόνο τέτοιοι άνθρωποι.

Πότε είδατε έναν αναρχικό να παρουσιάζει τις θέσεις του πχ για μία κατάληψη; Πότε είδατε έναν αλληλέγγυο προς τους μετανάστες να εξηγεί γιατί το κάνει, και τι πιστεύει; Πότε είδατε έναν ομοφυλόφιλο ή έναν φυλακισμένο ή έναν ρομά ή έναν άθεο ή έναν μετανάστη να εξιστορούν με πόσες και ποιες αντιλήψεις (που πολλές φορές αναπαράγονται σωρηδόν από τα ίδια τα μέσα) έχουν να αντιπαρατεθούν στην καθημερινότητά τους για να ζήσουν όσα έχει πρόσβαση να ζήσει ένας οποιοσδήποτε πολίτης;

Όλα αυτά μπορεί να είναι αντικείμενα έρευνας σε ένα ντοκιμαντέρ πχ, αλλά δεν αντιπροσωπεύονται αντίστοιχα με τους ρυθμούς των ρατσιστών, των ομοφοβικών, των φασιστών ή των σεξιστών και συντηρητικών ατόμων που καλούμαστε κάθε μέρα να αφομοιώσουμε μέσω της ΜΜΕ επικοινωνιακής καθημερινής γραμμής.

Δεν συζητάμε δηλαδή πια αν μία «ψυχαγωγική» εκπομπή που επιλέγει το καστ της είναι ή όχι μία αντικειμενική αναπαράσταση του μέσου πολίτη, γιατί ξεκάθαρα κατ’ εμέ, η ίδια η ενημερωτική τηλεόραση εν γενει  δεν καλύπτει με το ίδιο σθένος και την ίδια δυναμική μία ειλικρινής και τίμια αντιπροσώπευση του πολίτη δίπλα μας.

Και, πάλι για μένα τουλάχιστον ξεκάθαρα, όλο αυτό δεν λειτουργεί ενημερωτικά «να, έτσι είναι η κοινωνία μας, γεμάτη ρατσιστές, φασίστες σεξιστές και ομοφοβικούς», αλλά εντελώς εκπαιδευτικά, «να, τέτοιος ρατσιστής/ομοφοβικός/συντηριτικός/φασίστας/σεξιστής πρέπει να είσαι για να έχεις δικαίωμα στα 5′ δημοσιότητας που θα σου δώσουμε».

Αν λοιπόν κάτι είναι το big brother, και αυτό αλλάζει άρδην την οπτική μου σ’ αυτήν την εκπομπή, και την αντίστοιχη αντιμετώπισή μου στην προβολή της, είναι πως είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα της  «τηλεοπτικής κοινωνίας». Αν κανείς το δει όχι ως μικρογραφία της κοινωνίας, αλλά μικρογραφία της άποψης της τηλεόρασης για το πως θέλει να είναι η κοινωνία, θα καταλάβει όχι μόνο την εγγενή απέχθεια στο προϊόν που δημιουργείται προς κατανάλωση, αλλά και στον φόβο που αισθάνομαι με την προβολή του.

Δεν γελιέμαι. Η σειρά θα έχει κοινό, θα έχει χορηγούς, θα έχει τηλεθέαση και θα αποκτήσει λόγο στην κοινωνία μας. Λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον γιατρό στους γιατρούς χωρίς σύνορα που τρέχει να εμβολιάσει τον άνθρωπο ενώ του πετάνε πέτρες, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον δημοσιογράφο του thepressproject που θα αναδείξει μία ρατσιστική συμπεριφορά ή του omniatv που θα αναδείξει ένα σεξιστικό πρόβλημα, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με την διεθνή αμνηστία που θα υπερασπιστεί έναν αδύναμο.

Είναι για μένα σαφές πως, ο,τι μπορεί να γίνει από την κοινωνία για να αυτοπροστατευτεί, την αφορά αποκλειστικά μέχρι τα δευτερόλεπτα πριν την έναρξη του πρώτου επεισοδίου. Μετά από αυτό, ο,τι και να γίνει έχουμε χάσει. Είτε είμαστε τυχεροί και το κόνσεπτ δεν πιάσει, είτε είμαστε άτυχοι και τα πράγματα πάνε ακριβώς όπως τα ονειρεύεται ο ΣΚΑΙ με αίμα, σεξ, δάκρυα και ιδρώτα, αυτά δηλαδή που φέρνουν ακόμα μεγαλύτερη επισκεψιμότητα νούμερα και πωλήσεις, το μόνο που θα μπορούμε να ελπίζουμε είναι να διαχειριστούμε την ζημιά μας.

Και όσο εμείς ξοδευόμαστε να κοιτάμε με ενφιαφέρον και άποψη τα δωμάτια των άλλων, αποφεύγουμε πολύ έντεχνα να κοιτάξουμε το δικο μας, και το πως έχει καταντήσει.

Τώρα που φτάνουμε στο τέλος του άρθρου, έχω και μία παραδοχή να κάνω: στον τίτλο γράφω για δύο υποκρισίες, αλλά στο τέλος έχω φυλάξει και μία τρίτη, πιο σημαντική:

Ποιος φταίει που το Big Brother υπάρχει;

Η εταιρία πουλάει στον ΣΚΑΙ μια ιδέα που πιστεύει ότι ενδιαφέρει το κοινό, και αυτός το αγοράζει, γιατί συμφωνεί, και έτσι θα έρθουν νούμερα, τηλεθέαση, χρήματα και ανάπτυξη. Το κόνσεπτ είναι, όπως είπαμε, γνωστό – και πάνω σ’ αυτό, αισχρά πλην όμως τίμια, το καστ το συμπληρώνει θαυμάσια γιατί αυτό θέλει το κοινό. Οι χορηγοί και οι διαφημιζόμενοι προσβλέπουν ακριβώς σε αυτήν την τηλεθέαση, και πιστεύουν ότι το κοινό των εκπομπών αυτών είναι και οι δικοί τους πελάτες. Τα άλλα ΜΜΕ θα στηρίξουν αυτό το προϊόν, διαφημίζοντάς το αφού αφορά και το δικό τους κοινό (είτε θετικά, είτε αρνητικά – διαφήμιση είναι).

Ποιος από αυτούς ευθύνεται τελικά;

Όλοι αυτοί, βασίζονται σε μία συνισταμένη για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Οι παίκτες, η εταιρία που έχει την ιδέα, ο ΣΚΑΙ που κάνει την παραγωγή, οι διαφημιζόμενοι – όλοι αυτοί έχουν μία κοινή συνισταμένη: αυτό αρέσει στον πελάτη.

Ο πελάτης με την σειρά του, ψηφίζει. Επιλέγει. Αποδέχεται. Αποδέχεται τον ρατσιστή, αποδέχεται την διαδικασία, την ιδέα, αποδέχεται τον χορηγό και την πλύση εγκεφάλου για να αποκτήσει άποψη και γνώμη γι’ αυτόν τον οχετό. Αποδέχεται, κυρίως, ο ένας τον άλλον, ως κοινό και πελάτη.

Οπότε, ποιος ευθύνεται τελικά;

Μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο σε όλους τους άλλους. Την παραγωγή, την ιδέα, την χρηματοδότηση, τους παίκτες και τον παρουσιαστή, αυτούς που το διατηρούν και το πολλαπλασιάζουν στην οπτική μας μέχρι να το αποδεχθούμε. Είναι εύκολο, και κυρίως, χωρίς κόπο για εμάς.

Πόσο θα μας πάρει όμως να παραδεχθούμε, ότι το αληθινό προϊόν του Big Brother είμαστε τελικά εμείς, το κοινό, και είμαστε εξίσου συνυπεύθυνοι με τους υπόλοιπους για την μετάδοσή του;

Μου ήταν δύσκολο να επιλέξω να κρατήσω αυτόν τον τίτλο μιλώντας για τον Βασίλη Μάγγο, τον αγώνα και τον θάνατό του. Δύσκολο, γιατί αν και όλα ξεκίνησαν από εκεί, και όλα τελικά φαίνεται να καταλήγουν εκεί, δεν θα έπρεπε ίσως να τιτλοφορήσω την ιστορία του με τέτοιον δύσοσμο τίτλο. Φευ, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δυστυχώς, δεν μπορούμε να κάνουμε οτι δεν τα βλέπουμε. Ας ασχοληθούμε λοιπόν μ’ αυτά επιτέλους.

Έναν μήνα πριν, ο Βασίλης Μάγγος, καταγγέλει ότι οι αστυνομικές δυνάμεις στον Βόλο, αφού πρώτα τον χτύπησαν και τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, στην συνέχεια βλέποντας την κατάστασή του τον έδιωξαν, χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες.

ΕΓΩ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΟΣ, ΚΑΤΑΓΓΕΛΩ:

Βρίσκομαι στο νοσοκομείο με 6 ή 7 κατάγματα στα πλευρά και με θλάση στο συκώτι και την χοληδόχο κύστη , χτυπημένος άγρια κ βασανισμένος από τις δυνάμεις καταστολής(ΜΑΤ,ΟΠΚΕ,Ασφάλεια). Υπάρχουν τα σχετικά βίντεο κ φωτογραφίες, οπότε σας δίνω μια μικρή μόνο γεύση του τι έγινε..

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή…

Το Σάββατο, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στη καύση σκουπιδιών από την Lafarge, ενάντια δηλαδή στον καρκίνο και τον θάνατο που πλανάται πάνω από την πόλη μας και το εισπνέουμε όλοι καθημερινά, αφού συνεχως βρωμάει το καμένο πλαστικό στην ατμόσφαιρα της πόλης μας. Κι επειδή βλέπω κάτι ψευτοανακοινωσεις απο τη μεριά της αστυνομίας, που προσπαθούν να βγουν και θύματα(!), παρά τα όσα αίσχη κάνανε και τα χουν καταγράψει ο κόσμος με τα κινητά και τις κάμερές του, μιας και υπάρχει κ ο φακός συγκεκριμένων ρεπόρτερ από συγκεκριμένες φυλλάδες και κανάλια που παίζουν το βρώμικο παιχνίδι της εξουσίας.

Ζήτημα πρώτο, λοιπόν: Ύπηρξε μια «μικρή ομάδα ταραξιών αντιεξουσιαστών» που ήθελε «να χυθεί αίμα αστυνομικών»; Ε, λοιπόν τέτοια ομάδα δεν υπήρξε, το μόνο που υπήρξε ήταν η οργή του κόσμου που θέλησε να μπει στο εργοστάσιο, να κρεμάσει τα πανό του και να διαμαρτυρηθεί και οι «κύριοι» αστυνομικοί παρεμπόδιζαν την είσοδο των διαδηλωτών. Δεν υπολόγισαν όμως πως ο κόσμος έχει απηυδήσει με την κατάσταση αυτή και αν τους μπάτσους τους νοιάζει πιο πολύ το να εκτελούν εντολές απ’ την υγεία τους και από την υγεία όλων των πολιτών, των παιδιών μας και του μέλλοντος αυτής της πόλης, ε κι εμάς δεν μας νοιάζει τότε ποιος θα σταθεί μπροστά μας, θα κάνουμε ότι μπορούμε για να περάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε όπως εμείς, οι χιλιάδες πολίτες, οι κινήσεις και τα εγχειρήματα, συλλογικά αποφασίζουμε.

Και ας μας πουν, λοιπόν, αφού όπως ψευδώς ισχυρίζονται πως τους αφορά το ζήτημα, για ποιο λόγο είναι συνέχεια απέναντι μας στις διαμαρτυρίες μας για την καύση, είτε στο δημαρχείο, είτε στη νομαρχία, είτε προχθές στο ίδιο το εργοστάσιο όπως και σήμερα στη Λάρισα, όπως πάντα και παντού. Επίσης, γιατί φέρνουνε ολόκληρο στρατό στη πόλη μας, όταν τίθεται το ζήτημα αυτό, σε μορφή διαμαρτυρίας; Άρα, καλύτερα να μην μιλάνε για την ελάχιστη μορφή βίας απέναντι στη βία που μας επιβάλουν κάθε μέρα.

Και κάπου εκει, ξεκινάει το όργιο της καταστολής. Πέσανε μερικές μπογιές προς τα ΜΑΤ και προς το εργοστάσιο, άντε και καμιά πέτρα, σας το δίνουμε, και οι «άριστοι» ξεκινήσανε να πετάνε κρότου λάμψης και δακρυγόνα μέσα στο κόσμο, σε μεγάλους ανθρώπους, σε μικρά παιδιά, άντρες, γυναίκες, η καταστολή δεν κάνει διακρίσεις. Με το που δημιουργήθηκε ο αναμενόμενος πανικός, οι προστάτες μας με στολή, ξεκίνησαν να χτυπάνε αδιακρίτως ΟΠΟΙΟΝ/Α βλέπανε μπροστά τους, όπως υπάρχουν και τα σχετικά βίντεο και φωτογραφίες. Αφού επικράτησε χάος, συνέλαβαν κάποιους μετά… «μουσικής» των γκλοπς και αφού έγινε η προσπάθεια από αλληλέγγυο κόσμο να απεγκλωβιστούν από την παραλία όσοι βρίσκονταν εκεί, που κι εκεί συλλάβανε κόσμο που πήγε να βοηθήσει, κι ενω όλα είχαν τελειώσει από πλευράς των διαδηλωτών ξαναξεκίνησαν αναίτια να τρέχουν τον κόσμο και το κορυφαίο? Οι πανέξυπνοι, ρίξανε χημικά έξω από το νοσοκομείο! Αν υπάρχει Όσκαρ ηλιθιότητας και σαδισμού, παρακαλώ όπως το αποδώσετε άμεσα στην ΕΛ.ΑΣ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μαζεύτηκε κόσμος έξω από το αστυνομικό μέγαρο στο Αλιβέρι, απλώς και μόνο για να υποδηλώσει τη παρουσία του και την αλληλεγγύη του προς τα παιδιά που κρατούνταν, ακόμη μία νόμιμη διαμαρτυρία και συγκέντρωση, όπου χτυπήθηκε άσχημα από την αστυνομία για να εκδιωχθούν από που? Από τον δρόμο έξω από το τμήμα! 
Φυσικά, ξέρουμε πως αυτή είναι η γραμμή, είναι μια σύγχρονη χούντα που τη βλέπουμε καθημερινά κυρίως στη πρωτεύουσα κι απλώς τη ζήσαμε και στη πόλη μας.

Κι εδώ, φτάνουμε στην δικιά μου περίπτωση. Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να βγάζουν οι ασφαλίτες το παιδί που είχαν κρατούμενο κι εγώ αντί να τρέξω στο πλήθος, έτρεξα προς το μέρος των μπάτσων να διαμαρτυρηθώ, γιατι έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, με έπνιξε το δίκιο μου, έλεγα από μέσα μου κοίτα να δεις, εμ μας μολύνουν τον αέρα με καρκίνο, εμ μας βαράνε αλύπητα τα τσιράκια τους με τα χημικά, τις κρότου λάμψης και τα γκλοπς, εμ μας τραβολογάνε δέσμιους στα δικαστήρια. Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες.

Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες 
και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου. Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε «κάτω το κεφάλι πούστη», επειδή βογγούσα και έκανα «αααα» απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε «τι α μωρη κραγμένη» και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα. Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. 

Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι. Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: «βλέπεις, τα λες και μόνος σου». Βέβαια, όταν τον ρώτησα τι θα έκανε αν ήταν το παιδί του στη θέση μου, μου απάντησε πως το παιδί του δεν θα ήταν «τέτοιο τσογλάνι να πηγαίνει στις πορείες», άσχετα με το τι ευαγγελίζονται στις ανακοινώσεις τους, για να κανουν επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης… Αν και θεωρώ θετικό το στοιχείο να πηγαίνουν τα παιδιά των αστυνομικών στις πορείες, κατι θα ξέρουν…

Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…

Ξέρω πως η επίθεση εναντίον μου ήταν στοχευμένη. Ξέρω πως δεν τους νοιάζει να βαράνε μπροστά στα μάτια του κόσμου και να κάνουν επίδειξη εξουσίας. Ξέρω πως δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι σε σχέση με τον ρόλο της αστυνομίας, όσα και να αποκαλυφθούν για αυτούς, αφού είναι οι εντολοδόχοι εκτελεστές του κρατικού μηχανισμού. Αλλά αν θεωρούν πως μας φοβίζουν, εκεί κάνουν ένα μεγάλο λάθος: δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, οσους κι από ‘μας αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούνε πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα!!

Ο πατέρας του μιλά στην Εφημερίδα των Συντακτών εκείνες τις ημέρες και καταγγέλλει με την σειρά του:

«Οπως προκύπτει από σχετικό βίντεο που υπάρχει, ο γιος μου πήγε να πει “τι κάνετε” προς τους αστυνομικούς των ΟΠΚΕ και ΜΑΤ που βρίσκονταν έξω από τα δικαστήρια της πόλης. Οι αστυνομικοί πετάχτηκαν από μια απόσταση 10-15 μέτρων μακριά, οπότε ακόμη και να είπε κάτι ο γιος μου δεν το άκουσαν, απλά ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν.

»Επεσαν πάνω του 10 οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι και τον έσπασαν στο ξύλο, κυριολεκτικά. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει 6 ή 7 σπασμένα πλευρά και το συκώτι του έχει πάθει μια μικρή θλάση, γεγονός που μας βάζει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες διότι ταράχτηκε ζωτικό όργανο του οργανισμού του. Ενώ τον χτυπούσαν και τους φώναζε “σταματήστε, δεν μπορώ να πάρω ανάσα”, αυτοί συνέχιζαν. Και δεν είναι αντιγραφή από αυτό που έγινε στην Αμερική, αφού όταν σπάσει κανείς -ακόμη και ραγίσει- ένα πλευρό, δεν μπορεί να αναπνεύσει από τον φοβερό πόνο.

»Αφού του έβαλαν χειροπέδες, τον χτυπούσαν εκεί που πονούσε ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο που τον έβαλαν για να τον πάνε στο Αστυνομικό Τμήμα. Αλλά και μέσα στο Τμήμα επίσης τον χτυπούσαν με σαδισμό και τον βασάνισαν. Το παιδί τούς παρακαλούσε για ένα ποτήρι νερό και τον έβαλαν σε έναν καταψύκτη ο οποίος έτρεχε σταγόνα σταγόνα και προσπαθούσε, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια του, να βάλει τη γλώσσα του να πάρει μια σταγόνα νερό και αυτοί γελούσαν. Πού ζούμε; Τι καταστάσεις είναι αυτές; Σε ποιον αιώνα ζούμε; Σε αυτή τη χώρα που λέγεται χώρα της δημοκρατίας;

»Το ότι τελικά τον άφησαν σημαίνει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν είπε κάτι εναντίον τους και τον άφησαν επειδή δεν υπήρχε κατηγορία. Και, κατά δεύτερον, επειδή τη στιγμή που τον συνέλαβαν έγιναν δικαστές και τον τιμώρησαν. Όταν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί στο Τμήμα σταμάτησαν το σαδιστικό τους έργο και βαρέθηκαν να τον χτυπάνε, ο γιος μου τους άκουσε να λένε “τώρα τι κάνουμε, αν τον κρατήσουμε θα πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο”. Και του έδωσαν μια κλοτσιά και τον πέταξαν έξω.

Όταν ένα αυτοκίνητο χτυπάει κάποιον στον δρόμο και τον εγκαταλείπει, αυτό ονομάζεται εγκατάλειψη θύματος. Αυτοί όχι μόνο τον εγκατέλειψαν, αλλά του έδωσαν και μια κλωτσιά να πάει στο χαντάκι για να μη φανεί το τι έκαναν. Όμως, είναι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας νεαρός να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί από 10 πάνοπλους αστυνομικούς. Δεν είναι ο ρόλος της αστυνομίας αυτός σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Αίσχος!

»Η παραμικρή κίνηση του παιδιού στο αμέσως επόμενο διάστημα, το οποίο ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, μπορεί να είναι και ένας και δύο μήνες, μπορεί να του δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα ζωτικά του όργανα και σε ό,τι αφορά το συκώτι του δεν γνωρίζουμε τι συνέπειες θα έχει αυτό, δηλαδή αν θα κάνει επέμβαση, αν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στην ίδια του τη ζωή. Αυτή τη στιγμή αυτό που προέχει είναι η υγεία του παιδιού. Βεβαίως, σκεφτόμαστε να κινηθούμε και νομικά, έχουμε έρθει σε επαφή με δικηγόρους, είμαστε σε επαφή και με τις κινήσεις του Βόλου, ενώ υπάρχουν και δικηγόροι που ήταν παρόντες στο περιστατικό.

»Πριν από λίγες μέρες ο γιος μου είχε υπογράψει μια σύμβαση για να δουλέψει, να μπορέσει να ζήσει, να έχει τη ζωή στα χέρια του και ήταν χαρούμενος γι’ αυτό. Ποιος θα τον αποκαταστήσει τώρα σε αυτό;».

Έναν μήνα μετά, εχθές, ο Βασίλης Μάγγος βρίσκεται νεκρός έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και, παραδόξως, η ιστορία που ακολουθεί φαίνεται να είναι χειρότερη από αυτήν που προηγήθηκε.

Πλήθος δημοσιευμάτων αναφέρει τον θάνατο του νεαρού. Δημοσιογραφικά, συνδέεται με την καταγγελία του ξυλοδαρμού του, παρότι, επίσημα, κανένα από τα δημοσιεύματα (τουλάχιστον στα μεγάλα μέσα) δεν αναφέρεται άμεσα ως αιτία θανάτου του.

Κατά το μεσημέρι, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, βγάζει αυτήν την ανακοίνωση:

Χάθηκε ένας νέος άνθρωπος 26 χρονών στο Βόλο. Σε ιστοσελίδες και έντυπα που εκφράζουν ή πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο γίνεται προσπάθεια ή ακόμη χειρότερα συνδέεται ευθέως ο θάνατος με προ μηνός καταγγελία του για αστυνομική βία.

Πρόκειται για αθλιότητα, ασύστολο ψέμα, ακόμη μία, ακόμη ένα. Είναι ανεύθυνοι και αδίστακτοι.

Τα αίτια θανάτου θα αποδειχθούν από την νεκροψία-νεκροτομή που έχει διαταχθεί.

Ας αφήσουμε τη μνήμη του παιδιού στην ησυχία του και τους οικείους του στην θλίψη τους

Κάθε γραμμή – κυριολεκτώ, κάθε γραμμή – από αυτήν την ανακοίνωση είναι μία ύβρις.

Αν αναλύσει κανείς το πνεύμα αυτής της ανακοίνωσης (μέσα του Σύριζα συνδέεουν τον θάνατο με τις καταγγελίες και αυτό είναι άθλιο, ένα ακόμα ψέμα, και θα αποδειχθεί στην νεκροψία) θα αντιληφθεί ότι αυτό που πραγματικά συμβαίνει, είναι μία άνευ προηγουμένου εργαλειοποίηση του θανάτου του Βασίλη Μάγγου από το Υπουργείο, για κομματικούς λόγους, χωρίς καμία απολύτως βάση.

Όπως αναφέρει σε έρευνα που έκανε το ThePressProject, τα μεγαλύτερα από τα μέσα που αναφέρθηκαν στον θάνατο του νεαρού, προφανώς δεν πρόσκεινται ούτε εκφράζουν τον Σύριζα:

 Μάλιστα, με μία απλή αναζήτηση, εντοπίζει κανείς αναρτήσεις της ιστοσελίδες του Βήματος που αναφέρει «Νεκρός ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από την ΕΛΑΣ», του Newsit που αναφέρει «Βόλος: Πέθανε ξαφνικά ο 27χρονος που είχε καταγγείλει αστυνομική βία», του ιστότοπου της εφημερίδας Τα Νέα με τίτλο «Πέθανε ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς», του TheToc με «Σάλος στο Βόλο: Νεκρός 27χρονος που είχε καταγγείλει ξυλοδαρμό από αστυνομικούς», του StarChannel με τίτλο «Βόλος: Πέθανε 27χρονος, ο οποίος είχε καταγγείλει αστυνομική βία», καθώς και της HuffingtonPost πως «Πέθανε 26χρονος στον Βόλο που είχε καταγγείλει αστυνομική βία».

Επίσης, ο ίδιος ο Συριζα ΔΕΝ είχε, μέχρι εκείνη την ώρα της ανακοίνωσης του Υπουργείου αναρτήσει ΚΑΜΙΑ δήλωση. Καμία απολύτως, το τσεκαρα και ο ίδιος.

Ούτε μέσα του Συριζα λοιπόν, ή των …αντιεξουσιαστών, ούτε ο ίδιος ο Συριζα. Αν το Υπουργείο δεν είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτήν την ιστορία, δεν θα είχα ασχοληθεί, καθώς πράγματι, πολλοί πίστεψαν πως τα δύο γεγονότα συνδέονται (η καταγγελλία και η κατάληξη), και αυτό θα ήταν μία λογική σύνδεση, μα όντως άδικη πριν εκδοθεί η απόφαση. Υποδεικνύοντας ενόχους όμως, και μάλιστα άδικα, το Υπουργείο (το ίδιο Υπουργείο που θα έπρεπε να είναι ελεγχόμενο για τις καταγγελλίες για τον ξυλοδαρμό, έναν μήνα πριν θυμίζω) ξεκαθάρισε πως τον ενδιαφέρει προτίστως να αποκομίσει πολιτικα οφέλη από τον θάνατο του νεαρού – κάτι επιεικώς απαράδεκτο, σε κάθε ευνομούμενη χώρα.

Η καταγγελία όμως που κάνει το Υπουργείο, είναι πως προσπάθησαν να συνδέσουν τον θάνατο με τον ξυλοδαρμό, κάτι που είναι ψέμα και θα αποδειχθεί στην νεκροψία. …Γιατί είναι ψέμα; γιατί είναι αλητεία; Πως ξέρουν, στο Υπουργείο, τι θα βγάλει η νεκροτομή; Ψέμα θα είναι μόνο αν πράγματι, στην νεκροψία, δεν φανεί ότι άμεση αιτία του θανάτου του είναι ο ξυλοδαρμός. Αυτό, θα το μάθουμε όλοι όταν γίνει αυτή η νεκροτομή – όλοι: το Υπουργείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, τότε μόνο, αν κάποιος είχε πει ότι ο Μάγγος πέθανε από τον ξυλοδαρμό θα αποδειχθεί ψεύτης. Εκτός του ότι κανείς από αυτούς που καταγγέλει το Υπουργείο δεν το είπε, και να το είχε πει, πως μπορεί το υπουργείο να το ξέρει από τώρα προκαταβάλοντας το αποτέλεσμα;

Τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, πολυ γρήγορα. Ο πατέρας του Βασίλη, δηλώνει στο tvxs:

«Εμείς όμως το ψάξαμε και μάθαμε, ότι την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Έτσι μας είπαν. Πήγαμε στον εισαγγελέα και τον ρωτήσαμε ευθέως: Έχει το δικαίωμα η οικογένεια να επιλέξει που θα πάει η σωρός; Του λέμε εμείς το αντέχουμε ψυχολογικά να περιμένουμε μια μέρα, αφού την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Δεν αντέχουμε το οικονομικό κόστος της μεταφοράς στη Θεσσαλονίκη, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους επιλέγουμε τη Λάρισα» συμπληρώνει, περιγράφοντας τον διάλογό του με τον εισαγγελέα.

«Ο εισαγγελέας μας απάντησε πως ναι, έχουμε λόγο ως οικογένεια, αλλά η απόφαση έχει ληφθεί. Ποιος πήρε την απόφαση ρωτήσαμε; Μας κοιτούσε ο εισαγγελέας χωρίς να μιλάει. Δεχτήκατε πιέσεις του είπα. Μας κοιτούσε και δεν μιλούσε, ομολογώντας με τον τρόπο του ότι δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση. Μετά μάθαμε, ότι άλλαξαν τα δεδομένα και στη Λάρισα δεν θα έχει ιατροδικαστή για τις επόμενες 15 ημέρες! Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν;» αναρωτιέται ο Γ. Μάγγος.

Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν; αναρωτιέται ο άνθρωπος. Άδικο έχει;

~

Ο Βασίλης Μάγγος, έναν μήνα πριν, κατήγγειλε όχι μόνο τον ξυλοδαρμό του, αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά της αστυνομίας. Αγνοώ που βρίσκεται η διαδικασία ελέγχου αυτής της υπόθεσης – οι μέχρι τώρα (μη) καταδίκες αστυνομικών σε ανάλογες περιπτώσεις καταγγελιών, δεν με αφήνουν ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Στον θάνατό του, το καταγγελλόμενο υπουργείο εργαλειοποιεί στεγνά και αδυσώπητα σε  μία απίστευτης αθλιότητας ανακοίνωση τον θάνατό του για να χτυπήσει πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος που τώρα έχει κυβερνητικές ευθύνες. 

Όπως έχω ξαναπει στο παρελθόν, αν χρειαστεί να δοκιμάσουμε να βρεθούμε στην θέση του Βασίλη για να αισθανθούμε την αδικία, μάλλον θα χάσουμε το νόημα. Το ζητούμενο δεν είναι να καταγγείλουμε την αστυνομική βία, ή την κυβερνητική αναλγησία επειδή μπορεί να είμαστε εμείς αύριο στην θέση του, αλλά μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αυτός.

Ο Βασίλης Μάγγος, άθελά του, συμμετέχοντας εντελώς τυχαία σε μία διαμαρτυρία για τα σκουπίδια στην πόλη του, αποκάλυψε ένα ολόκληρο κύκλωμα που, δειλά σκουπίδια τον χτυπούν επειδή αντιδρά, αισχρά σκουπίδια τον αφήνουν στον δρόμο παρότι χρειάζεται ιατρική βοήθεια, και γραβατωμένα σκουπίδια αντί να απολογηθούν για τις όποιες ευθύνες τους, εργαλειoποιούν τον ίδιο τον θάνατό του απλώς και μόνο για να αντιπαρατεθούν φθηνά σε πολιτικούς τους αντιπάλους. 

Το νεκρό κορμί του Βασίλη Μάγγου, ξαπλωμένο σε ένα παγωμένο κρεβάτι νεκροτομείου, δεν έχει τίποτα πιο ουσιώδες να μας πει που δεν το έχουμε καταλάβει ήδη μόνοι μας. Το αποτέλεσμα της έρευνας στα πληγωμένα σωθικά του, δεν θα μας υποδείξει κάποιον καινούργιο ένοχο για την δυσώδη κατάσταση που τριγυρίζει όχι μόνο στα ρουθούνια μας, αλλά και μπροστά στα μάτια μας:

Αυτά τα σκουπίδια είναι δικά μας. Εμείς καταναλώσαμε, εμείς επιτρέψαμε την ύπαρξή τους, εμείς τα μαζέψαμε όπως-όπως να μην τα βλέπουμε στην αυλή μας, εμείς τα καταχωνιάσαμε και κάνουμε διαρκώς πως δεν υπάρχουν. Οι πιο αναίσθητοι από μας, το πετυχαίνουν. Οι πιο ευαίσθητοι από μας, που ακόμα ενοχλούνται και διαμαρτύρονται, είναι τόσο ενοχλητικοί, που προτιμάμε το εύκολο τρόπο να τους κλείσουμε το στόμα με μπουνιές, παρά να ασχοληθούμε με τα σκουπίδια μας.

Όμως το κακό με τα σκουπίδια έχει παραγίνει. Δεν κρυβεται πια, ούτε μπορούμε με φθηνά αρώματα να κρύψουμε την δυσωδία τους. 

Έχει έρθει πια ο καιρός, θεωρώ, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, και να τελειώνουμε μια και καλή μ’ αυτά.

«Δεν λέμε ότι το παιδί μας πέθανε από τα τραύματα. Δεν λέμε πως αυτά ήταν η άμεση αιτία θανάτου του. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο ξυλοδαρμός, που είχαν πέσει δέκα πάνω του και του έσπασαν τα πλευρά, επηρέασε πολύ την ψυχολογία του. Αυτό δεν θα το δείξει καμία ιατροδικαστική έρευνα

Ο γιος μας λοιπόν δεν ήταν ένας Γρηγορόπουλος, δεν διεκδικούμε κάτι τέτοιο

Αλλά αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αστυνομικό κράτος καταστολής

Δεν θέλουμε ένα κίνημα για το παιδί μας. Ένα κίνημα για την αστυνομική βία χρειαζόμαστε» 

Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Υποψιάζομαι ότι, στα τοσα χρόνια που παρακολουθώ την δημοσιογραφία – στην οποία, ομολογουμένως, βασίζω έως σήμερα πολλές από τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτής της χώρας – αυτό πρέπει να είναι ιστορικό χαμηλό. Και, όχι ένα ιστορικό χαμηλό του τύπου «έπεσε τέσσερις θέσεις σε αξιοπιστία η δημοσιογραφία στην Ελλάδα» – μα περισσότερο σαν «έπρεπε να εφευρεθούν αρνητικές θέσεις για να περιγραφεί σωστά η θέση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα». 

Δεν ξεκινούν όλα με την απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την διάδοση ενός κοινωνικού μηνύματος για την προστασία από τον κορονοϊό.  Για μένα, ξεκινούν δειλά-δειλά, με μία φωνή μόνο που διαμαρτύρεται, αρκετούς μήνες πριν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, εκδότης της κυριακάτικης εφημερίδας Documento, αναρτά ένα άρθρο, στο οποίο καταγγέλει πως ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει ο ίδιος, προσωπικά, ζητήσει από επιχειρηματίες να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, ανεξαρτήτως του τζίρου και των πωλήσεων της. 

Έχουν προηγηθεί άρθρα από τον εκδότη, λίγο καιρό πριν, πως εταιρείες με ισχυρά διαφημιστικά budget, αποσύρουν η μία μετά την άλλη τις διαφημιστικές τους καμπάνιες από τις σελίδες (μόνο) της συγκεκριμένης εφημερίδας και το αποδίδει στον ισχυρό έλεγχο που ασκεί στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και στην κυβέρνησή της.

Η καταγγελία αυτή, παραδόξως, δεν αναπαραγάγεται, ούτε σχολιάζεται, ούτε καν ελέγχεται – παρότι, υπό συνθήκες, θα μπορούσε να στείλει τον εκδότη φυλακή. Οι τρεις δομές που έχουν, συστημικά την ευθύνη να ασχοληθούν, η κυβέρνηση με τον κατηγορούμενο Κ. Μητσοτάκη, η δημοσιογραφία που ένα μέλος της κάνει μία τόσο σημαντική καταγγελία, και ο νόμος καθώς η καταγγελία αυτή αφορά ξεκάθαρα κακή έως και παράνομη χρήση της ισχύος που απολαμβάνει ένας πρωθυπουργός, σιωπούν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Σαν να μην έγινε.

Ίσως η καταγγελια ενός δημοσιογράφου δεν είναι αρκετή για να κινήσει οποιονδήποτε από αυτούς τους μηχανισμούς.

Λίγο καιρό μετά όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, στην βουλή, επαναφέρει αυτήν την καταγγελία. Εδώ θα πίστευε κανείς ότι, η έρευνα από οποιαδήποτε από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, θα απέφερε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη: Αν δεν αποδεικνύοντω τα λόγια του εκδότη, και αυτός κινδύνευε πιθανότατα νομικά, αλλά και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τον υπερασπίστηκε, τουλάχιστον πολιτικά, θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Άλλωστε τώρα είναι πια περισσότεροι οι εμπλεκόμενοι: Στον πρωθυπουργό, που αναφέρεται ονομαστικά, έχουν ηθικά προστεθεί και οι εισαγγελείς, που κώφευσαν, και η δημοσιογραφία που δεν έκανε καμία προσπάθεια να ερευνήσει την αλήθεια (ή το ψέμα) πίσω από αυτήν την καταγγελία. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Παρόλα αυτά, και παρότι είναι μία καταγεγραμμένη στα πρακτικά δήλωση, μία καταγγελία που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Η ΕΣΗΕΑ δεν αντιδρά όπως θα έπρεπε (δεν ξέρω αν αντιδρά καν!) καιο εκδότης συνεχίζει με λίγες (ή καθόλου!) διαφημίσεις, καθώς οι τρεις πλέον θεσμοί που έχουν την ευθύνη να την κατακρεμνήσουν, την αγνοούν. 

Στην συνέχεια, γίνονται αυτά που όλοι γνωρίζουμε πάνω-κάτω: Αποφασίζεται το κονδύλι των συνολικά 20 εκατομμυρίων ευρώ (έχω την αίσθηση οτι δίνεται με απευθείας ανάθεση στην εταιρία που το αναλαμβάνει, αλλά δεν το έχω βρει πουθενά, οπότε μην το λάβετε υπόψιν σαςεπιβεβαιώνεται απο τον ίδιο τον Υπουργό) , και μάλιστα με κέρδος για την εταιρία περίπου 600.000 ευρώ συνολικά) για την μετάδοση μηνυμάτων για προστασία από την πανδημία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος πηγαίνει εξ ολοκλήρου στα μέσα που το μεταδίδουν καθώς πχ και ο ηθοποιός πχ ξεκαθάρισε πως δεν δέχθηκε καμία αμοιβή

Τα μέσα, από την άλλη, δέχθηκαν την αμοιβή τους …αδιαμαρτύρητα, παρότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ως μήνυμα είχε νομοθετηθεί να μεταδίδεται απολύτως δωρεάν. Η καμπάνια χωρίστηκε σε δύο μέρη, Μένουμε Σπίτι και Μένουμε Ασφαλείς, και, παρά τις διαρκείς οχλήσεις, σχεδόν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες Documento και Εφημερίδα των Συντακτών, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο ποιος πήρε τι ποσά, για ποιον λόγο

Ενδιάμεσα, η έρευνα της Δημοσιογραφίας Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου παγκοσμίως, φύλασσε για την χώρα μας μία ενδιαφέρουσα αναφορά: κάνει λόγο, ονομαστικά, την εφημερίδα Documento ως θύμα κυβερνητικών/πρωθυπουργικών παρεμβάσεων για τον οικονομικό στραγγαλισμό της ακόμα και από ιδιωτικής μορφής διαφημίσεις επειδή ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Ενώ δεκάδες μέσα κάνουν συνεχείς αναφορές, ή έχουν ακόμα και στήλες ειδικές για την Δημοσιογραφία Χωρίς Σύνορα και τον ρόλο της (ενδεικτικά iefimerida / cnn / newsbeast / thetoc / protagon / antenna / lifo / kathimerini / enikos / real), εντούτοις κανένα δεν έπαιξε αυτήν την συγκεκριμένη αναφορά στην χώρα μας, και στην καταγγελία ότι η κυβέρνηση στραγγαλίζει ένα μέσο που την ελέγχει με αθέμιτους τρόπους – παρότι και σαφή αναφορά στην Ελλάδα είχε, και δεν κατονομαζε τα ίδια τα μέσα ως θύτες, μα ως θύματα μίας κακής πρακτικής. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Πρόσφατα, δύο αποκαλύψεις οδήγησαν σε εξελίξεις. Ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης αποκάλυψε πως, μέρος της διαφήμισης πήρε ένα site που (κα’τ ομολογία του) διαχειριζόταν ο παρουσιαστής Φουρθιώτης , το οποίο είχε μόλις δύο άρθρα. Η αποκάλυψη αυτή, μαζί με κάποιες ακόμα ..διαρροές για αντίστοιχα sites, οδήγησαν στο να …μπουν και να βγουν άρθρα από το site του Φουρθιώτη (ακόμα και άρθρα που δεν ειχαν χρονική συνάφεια), αλλά κυρίως στην αναφορά της πλήρους λίστας  των εταιριών που πήραν διαφήμιση – χωρίς όμως τα ποσά που πήρε το κάθε μέσο.

Σε αυτήν την λίστα υπήρχαν και μέσα που δεν είχαν γραφτεί στο μητρώο εκδοτών, και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν επιτρέπεται δια του νόμου να λάβουν οποιασδήποτε μορφής κρατική διαφήμιση. Ούτε ο νόμος, ούτε τα μέσα εδέσησαν να ελέγξουν την είδηση. Σιωπή, σαν  να μην έγινε.

Ενδιάμεσα, ο Γιώργος Τράγκας, ένας εκ των γνωστών «δημοσιογράφων» (τα εισαγωγικά από μένα, καθώς δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί ούτε στο ελάχιστο την δημοσιογραφία σε οποιαδήποτε εκ των εκφάνσεών της) κατήγγειλε πως ο πρωθυπουργός πίεσε τον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά στον οποίο είχε την εκπομπή του, να σταματήσει την συνεργασία μαζί του. Όταν η συνεργασία πράγματι διακόπηκε, ο δημοσιογράφος προχώρησε σε συγκεκριμένες καταγγελίες σε βίντεό του στο Youtube, στις οποίες ανέφερε πως είχε δεχθεί οδηγίες από τον σταθμό να μην αναφέρει συγκεκριμένο όνομα που πρόσκειται στον πρωθυπουργό, και κυρίως πως ο Κ.Μητσοτάκης τον καθοδήγησε εκ του σύνεγγυς σε προσωπική τους συνάντηση σε γραφείο στο Παγκράτι να «μην αναφέρεται στην γυναίκα του», κάτι που ο δημοσιογράφος «δεν θα έκανε έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν χτυπά γυναίκες» (αν και θεωρώ πως οι υποθέσεις που αφορούν την Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη έχουν κυρίως ποινικές και πολιτικές προεκτάσεις). Μετά από μέρες, ο δημοσιογράφος κατείγγειλε πως πάλι το μέγαρο Μαξίμου, πίεσε και πέτυχε να χάσει την δουλειά του από τον τηλεοπτικό σταθμό Action24.  Ουδείς, ούτε η κυβέρνηση και ο Κ.Μητσοτάκης που αναφερόταν ονομαστικά στην καταγγελία, ούτε ο νόμος, ούτε κυρίως η δημοσιογραφία εδέησαν να πάρουν θέση ή έστω να την ερευνήσουν. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Τελικά, κάποιες αντίστοιχες διαρροές από τον Κ.Βαξεβάνη με συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένα μέσα, παρότι δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί, οδήγησαν κάποια από τα μέσα να διαμαρτυρηθούν (επιτέλους) για την  σιωπή που υπάρχει στην υπόθεση όσον αφορά το μοίρασμα των ποσών (κάτι που με κάνει προσωπικά να υποψιάζομαι πως οι φρεσκοδιαμαρτυρόμενοι μάλλον ενοχλήθηκαν από τα ποσά που έχουν διαρρεύσει και την μοιρασιά της πίτας). 

Άξια αναφοράς παραμένει η στάση του κ. Πέτσα, κυβερνητικού εκπροσώπου, που προχώρησε σε μία απίστευτη για τα πολιτικά αλλά και δημοσιογραφικά χρονικά δήλωση πως η κυβέρνηση έδωσε (άγνωστο ακόμα) μέρος της καμπάνιας στον αντιπολιτευόμενο τύπο (αναφερόμενος στις «Αυγή»,  «Εφημερίδα των Συντακτών», «Ριζοσπάστης»,  «Δρόμος της Αριστεράς», ο ραδιοφωνικός σταθμός «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» κ.α.) και αυτό δηλώνει την αμεροληψία της(!). Κάποια από τα αναφερόμενα μέσα δήλωσαν τα ποσά που έλαβαν, όπως και άλλα, που ήταν ελάχιστα στο σύνολο της καμπάνιας.

Επιπλέον ο κ. Πέτσας ξεκαθάρισε πως πράγματι, η απόφαση για την εξαίρεση της εφημερίδας Documento ήταν ηθελημένη (επιτρέψτε μου, στους προλόγους μου συνηθίζω να είμαι όσο πιο αμερόληπτος και στυγνός γίνεται, αλλά εδώ οφείλω  ένα προσωπικό σχόλιο – ΤΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ) έγινε λοιπόν μία ηθελημένη εξαίρεση γιατί η εφημερίδα προώθησε την αντι-κορωνοϊκή προπαγάνδα με άρθρα όπως «Μένουμε Ταπί» και «κοροδοιός». Ως απάντηση η εφημερίδα παρέθεσε όλη την αρθρογραφία της και τις προσπάθειές της να ενημερωθεί ο κόσμος για τον κορωνοϊό, κάτι που δεν ανταπαντήθηκε ποτέ, αλλά και έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε μέσα που χρηματοδοτήθηκαν, και είχαν αποδεδειγμένα αρθρογραφία αντίθετη στις αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό της πανδημίας. Επιπλέον, αυτή η (πάλι προσωπικά θεωρώ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ) δήλωση δεν εξήγησε ποτέ γιατί άλλα μέσα, όπως του Σεραφείμ Κοτρώτσου, του enallaktikos.gr του Ανδρέα Ρουμελιώτη, του ThePressProject(*) κλπ έμειναν και αυτά εκτός της διαφημιστικής πίτας που μοιράστηκε.

Αυτά τα ολίγα έχουν γίνει ως τώρα. Όχι μόνο αυτά, καθώς υπήρξαν καταγγελίες για πολύ μεγάλα ποσά και για την απευθείας επιλογή της εταιρίας που έκανε την διανομή ως εταιρία που ανέλαβε την καμπάνια της ΝΔ, αλλά αυτά που πιάνουν ένα πολύ συγκεκριμένο γαϊτανάκι:

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν στις καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές, αφορούν παρέμβασή του για να αλλάξουν ειδήσεις, να επηρεαστούν δημοσιογράφοι, προσωπική παρέμβασή του σε εταιρείες για να μην διαφημιστούν σε μέσα που δεν είναι της αρεσκείας του, κυβερνητική απόφασή του να γίνει άσκοπη χρηματοδότηση ενώ υπήρχε νόμος που θα βοηθούσε να μην σπαταληθεί πολύτιμο κρατικό χρήμα, κυβερνητική απόφασή του να δοθούν παράνομα χρήματα σε μέσα που δεν επιτρεπόταν να πάρουν κρατικό χρήμα, και επηρεασμό στο ποιος πήρε, και ποιος όχι, μερίδιο από αυτά τα είκοσι εκατομμύρια.

Ισχύουν; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει, καθώς η δημοσιογραφία στο σύνολό της, αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια ή το ψέμα πίσω από αυτές τις καταγγελίες.

Κάποιες από αυτές, θα μπορούσαν να κινήσουν και εισαγγελικές διαδικασίες καθώς – ως καταγγελίες- υποψιάζομαι πως αφορούν παρανομίες. Η εισαγγελείς πάντως δεν έχουν ξεκινήσει καν να αναρωτιούνται μήπως δεν πήγαν όλα σωστά, και να διευκάνουν την υπόθεση και τις καταγγελίες.

Ο τρίτος πόλος όμως, είναι και ο δυσκολότερος. Εκεί, οφείλουμε να σταθούμε «πολύ σχολαστικά»: στην δημοσιογραφία.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογραφία ειδικά σ’ αυτήν την υπόθεση που την αφορούσε άμεσα, δεν έκανε την δουλειά της. Κώφευσε στις (απίστευτες) καταγγελίες Βαξεβάνη για πρωθυπουργικές παρεμβάσεις στο μοίρασμα ιδιωτικών/εταιρικών διαφημίσεων, ενώ θα έπρεπε να προστατεύσει τον ρόλο της – όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, μα και από τον ίδιο τον Βαξεβάνη! Διότι, όταν κάποιος λέει «προσπαθούν να με φιμώσουν κλείνοντας μου την διαφημιστική κάνουλα» αυτό αφήνει ένα ξεκάθαρο υπονοούμενο ότι δεν προσπαθούν να φιμώσουν αυτούς που δεν ενοχλούν – δηλαδή, όλους τους υπόλοιπους! Και, όταν όλοι αυτοί οι υπόλοιποι δεν παίρνουν ξεκάθαρα θέση, με μία έρευνα που θα φώτιζε την αλήθεια είτε υπέρ του δημοσιογράφου, είτε κατά, τότε οι καταγγελίες για έλεγχο οδηγούν σε μία απολύτως δικαιολογημένη καχυποψία.

Καθώς, για να γίνει απόλυτα κατανοητό, όταν πλέον τίθεται θέμα διαφήμισης και το σε ποια μέσα μοιράστηκε, πάλι η δημοσιογραφία έκανε πως το θέμα δεν υπήρχε και το αγνόησε – παρότι ήταν, πλέον, ξεκάθαρα είδηση, δεν βγήκε καν να πει το αυτονόητο: «ήμουν εγώ, και πήρα τόσα (κρατικά) χρήματα με βάση αυτές τις μετρήσεις». Διότι όταν πλέον όλοι αναρωτιούνται ποια ήταν τα ποσά, και που πήγαν, είναι κόντρα σε κάθε ρόλο, και σε κάθε λειτουργημα δημοσιογραφικό να αποκρύπτεις μία είδηση ειδικά στον βαθμό που σε αφορά, και με την καταγγελία ότι με αυτά τα χρήματα εξαγοράζεται η σιωπή σου!

Όχι μόνο αυτό, φυσικά. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι υπάρχουν και (λίγα, ενοχλητικά) αντιπολιτευτικά μέσα, και αναφέρει …πέντε, τότε προσβάλλει στον πιο απίστευτο βαθμό το σύνολο του τύπου, που οφείλει να ελέγχει την εξουσία και προφανώς δεν το κάνει – ειδικά όταν χρηματοδοτείται άμεσα, κρυφά, και μυστικά από αυτήν! Μόνο εγώ επιτέλους αντιλαμβάνομαι την ύψιστη προσβολή απέναντι στην δημοσιογραφία;! Είναι δυνατόν να μην εξοργίζεται κανείς απο τους εμπλεκόμενους;!

Και επιπλέον: όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι η κυβέρνηση, μόνη της, εν κρυπτώ, χωρίς κανέναν έλεγχο ή διαφάνεια, χωρίς καμία οδηγία ή λειτουργία βάση κανόνων, εξαίρεσε από κυβερνητικό χρήμα ΕΝΑΝ δημοσιογράφο, επειδή …έτσι έκρινε σκόπιμο, θα έπρεπε, και να μου συγχωρείτε την έκφραση, να πέσουν οι τοίχοι – καθώς, δεν προσβάλλει πλέον μόνο την δημοσιογραφία, μα προσβάλλει πλέον και την ίδια την δημοκρατία άμεσα!

~

Η δημοσιογραφία έχει νόημα μόνο όταν ελέγχει την εξουσία. Έχω μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την θέση της αυτήν την στιγμή, για τον ρόλο και την αξιοπρέπειά της. Καταφέρνουν όμως να είναι ακόμα και έτσι αδιανόητα όσα συμβαίνουν σήμερα. Το κρατικό χρήμα ρέει προς μία κατεύθυνση, οι δημοσιογράφοι σιωπούν εκεί που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, αρνούνται να κάνουν όσα το λειτούργημά τους επιτάσσει, και η σιωπή τους πληγώνει ανεπανόρθωτα τον ρόλο που τόσο ανάγκη έχουμε. Αυτά τα ποσά όμως, μπορεί να απαιτήσουν και κάτι σαν αντάλλαγμα. Μπορεί να απαιτήσουν κάποιες ειδήσεις να ξεχαστούν. Κάποιες άλλες να παραποιηθούν. Μπορεί να απαιτήσουν την σιωπή. 

Και εδώ, προφανώς, βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης:  Μέσω διαφημίσεων τραπεζών, ιδιωτικών διαφημίσεων και κρατικών διαφημίσεων, ο τύπος δεν ελέγχει ούτε κατ’ ελάχιστο την εξουσία – η εξουσία ελέγχει απόλυτα, ολοκληρωτικά οικονομικά τον τύπο. 
Και γίνεται σε τόσο μαζικό βαθμό, που είναι εξισου απολύτως τρομαχτικό: δεν είναι λίγοι που είναι ελεγχόμενοι και που δεν μιλούν, είναι μια ασύλληπτη δυστοπία όπου ΟΛΟΙ κρύβουν, συνωμοτικά, ο ένας τον άλλον, ένοχο και αθώο μαζί.

Γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι επιπλέον εδώ: η δημοσιογραφία (όχι «η σωστή δημοσιογραφία», γιατί δεν υπάρχει «λάθος δημοσιογραφία», όπως και η δικαιοσύνη, όταν δεν γίνεται σωστά έτσι δεν είναι δικαιοσύνη), η δημοσιογραφία λοιπόν, οφείλει να μας προστατέψει από κάθε ψέμα. Αν ο Βαξεβάνης είπε ψέματα, αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του, πρέπει να τιμωρηθεί. Αν ο πρωθυπουργός δεν έκανε όσα του προσάπτουν, πρέπει να αθωωθεί στην κοινή γνώμη. Η αλήθεια δεν μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα κατα πως μας βολεύει, ένα έχει, και για κάποιον η τιμωρία αξίζει.

Αυτό που δεν έχει δικαιολογία, είναι η σιωπή. Είναι άλλο να λες ψέματα, και να κριθείς γι’ αυτό, και αν είπες όντως να τιμωρηθείς, και είναι άλλο να μην υπερασπίζεσαι τον ρόλο σου, και να παραμένεις σιωπηλός σε τόσο κοσμοιστορικά γεγονότα για την ελλάδα. Φορώντας την μάσκα της σιωπής, δεν προστατεύεις ούτε τους άλλους, ούτε εσένα από τον ιο της διαφθοράς που απειλεί να διαλύσει το σημαντικότερο μέσο προστασίας που έχουμε ως κοινωνία απέναντι στην εξουσία.

Εκεί, έχεις κριθεί ήδη.

Γιατί αυτό που δεν έχει πρόσωπο, και αυτό που τιμωρεί τελικά όλους μας, είναι η σιωπή, και, σήμερα, η δημοσιογραφία καταγγέλθηκε χρηματιζούμενη και σιωπηρή, κρίθηκε ξεκαθαρα ως σιωπηρή, και μας καταδίκασε όλους να χάσουμε την δημοκρατία μας με την σιωπή της. 

Δεν υπάρχει ούτε γυρισμός, ούτε συγχώρεση από το σημείο που έχουμε φτάσει αυτήν την στιγμή. Σε αυτήν την ασύλληπτα μαζική έλλειψη ενημέρωσης, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να ξεχωρήσει ένα ψήγμα ελπίδας για το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Ας ξεχωρίσουμε ο καθένας τους δύο, τρεις που θεωθούμε ότι τιμούν την αξιοπρέπειά τους και το έργο τους στην δημοσιογραφία, και ας αφήσουμε αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε «δημοσιογραφία» να σβήσει, είτε με κραυγές, είτε αθόρυβα όπως της αξίζει και όπως επέλεξε η ίδια για τον εαυτό της. Ας θυμηθούμε πολύ προσεκτικά κάθε δημοσιογράφο που αντέδρασε, που μίλησε και εκτέθηκε, και κάθε «δημοσιογράφο» που σιώπησε, που κρύφτηκε πίσω από είκοσι εκατομμύρια λόγους για να μην μιλήσει, που κοιμήθηκε με την γνώση στο μαξιλάρι του, και ας τον καταδικάσουμε στην αφάνεια που τόσο έντεχνα στόλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν όταν το είχε ανάγκη.

Και ας θάψουμε και την δημοκρατία μαζί της. Χωρίς την βάση της δημοσιογραφίας, δεν υπάρχει πια ελπίδα ούτε γι’ αυτήν, ούτε για την δικαιοσύνη. 

Ας το αποδεχθούμε πια, μήπως και κάνουμε ό,τι πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους, για να πάμε παρακάτω.

~

Υ.Γ.: Το ThePressProject μου ανέφερε πως δεν θα έκανε δεκτή την διαδικασία ανάρτησης μετ’ αμοιβής κρατικών διαφημίσεων λόγω καταστατικού και αρχών – αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν τους ζητήθηκε ποτέ.

Υ.Γ.: Έχει ξεκινήσει μία γραμμή, και από δημοσιογράφους και από πολιτικούς, στο πνεύμα «όλα τα χρήματα για κρατικές διαφημίσεις από δεκαετίας». Μου θυμίζει, προσωπικά, το All lives matter έναντι του Black lives matter – η γενίκευση για να αποφύγουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ναι, all lives matters, πράγματι, και ναι, είναι σημαντικό να δούμε όλες τις κυβερνητικές διαφημίσεις σε μέσα της τελευταίας δεκαετίας, πράγματι – αλλά αυτήν την στιγμή μιλάμε για τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για την έρευνα και την κρίση μίας συγκεκριμένης κυβέρνησης που πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις και έκανε συγκεκριμένες ενέργειες, μιλάμε για την ασύλληπτη παραδοχή επιλεκτικότητας, για την σκοτεινή επιλογή μέσων χωρίς διαφανή κριτήρια, για το σύνολο σχεδόν των μέσων που πήραν χρήματα, για το ίδιο σχεδόν σύνολο σχεδόν των μέσων που δεν έκαναν έρευνα πρώτα απ’ όλα του κλάδου τους του λειτουργήματός τους, και για ο,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το αύριο της δημοκρατίας μας.

Υ.Γ. Επειδή μπορεί να μην έχει καταστεί σαφές το επίπεδο της υπόθεσης αυτής, ο κ. Πέτσας φροντίζει, με όποιον τρόπο μπορεί, να μας το υπενθυμίζει. Στον έλεγχο που του ασκείται για την μη δημοσιοποίηση των αποδεκτών και των ποσών που τους αντιστοιχούν για την κρατική διαφημιστική καμπάνια, ο κ. Πέτσας απαντά κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα πως η εφημερίδα Documento που έχει αναδείξει την υπόθεση, έχει πάρει αυξημένη διαφήμιση από ΔΕΚΟ και τράπεζες  στο παρελθόν, επι διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – την ονοματίζει μάλιστα, σε ποσό μεγαλύτερο των 1,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η εφημερίδα απαντά, καταγράφοντας μεν τα ποσά από τις ΔΕΚΟ (τα μέτρησα, είναι ‭214.856‬ ευρώ για δύο ουσιαστικά χρόνια), και αναφέροντας πως τα ποσά από τις τράπεζες είναι, έτσι και αλλιώς, φανερά μέσω διαφάνειας (είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν). Δεν ξέρω πόσα είναι από τις τράπεζες, είναι εύκολο να το μάθουμε, μα υποψιάζομαι πως 1.6 εκατομμύρια δεν θα βγουν…

Δεν υπάρχει λόγος όμως να μπει κανείς στο τρυπάκι να υπερασπιστεί κανείς την εφημερίδα ή όχι, το ζητούμενο εδώ για μένα τουλάχιστον είναι άλλο: ο υπουργός που εγκαλείται για το αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιτίθεται μέσω του κρατικού βήματός του στο μέσο που κατά δήλωσή του τον εγκαλεί, κατηγορώντας το (σύμφωνα με …δημοσιεύματα) ότι πήρε και εκείνο κρατικό χρήμα – και μάλιστα πολύ! Δηλαδή τι; Να σταματήσει να μιλά γιατί πήρε «πολλά»; Να μην ασκεί έλεγχο γιατί «έφαγε χρήμα με τους προηγούμενους που στηρίζει»; Είναι ποτέ δυνατόν να ακολουθείται, απο μία κυβέρνηση, αυτή η τακτική του επιλεκτικού συμψηφισμού; Είναι δυνατόν να επιτίθεται σε ΕΝΑ μόνο μέσο, για να ξεκαθαρίσει ποιο επιχείρημα, ότι πήραν πολλά και γι’ αυτό τώρα γκρινιάζουν; Και αν άλλα μέσα, πήραν τα ίδια ή περισσότερα στο παρελθόν, και τωρα ΔΕΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ, δεν αφήσει αυτό μια ακόμα μεγαλύτερη υπόνοια διαφθοράς και ένα ακόμα μεγαλύτερο στίγμα στην δημοσιογραφία;   

Τις τελευταίες ημέρες, δύο γεγονότα που αφορούν ανθρώπους που ζήσαμε τις μάχες τους μας επηρέασαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 

Ο πρώτος, είναι ο Βασίλης Δημάκης. Ο Δημάκης είναι κρατούμενος, που διαμαρτυρόμενος γιατί δεν μπορούσε να φοιτήσει από τις φυλακές όπως έκανε μέχρι τώρα, ξεκίνησε απεργία πείνας, και δίψας. Μετά από ανεπάλληλες επιτυχίες και αποτυχίες, βρέθηκε να διακόπτει και να ξαναρχίζει την απεργία, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του έφτασε να προχωρήσει σε μηνυτήρια αναφορά και αγωγή κατά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για μία (απαράδεκτη, κατ’ εμέ) δημόσια ανακοίνωσή του.

Στο τέλος, ο Δημάκης σταμάτησε την απεργία, καθώς του δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του όπως έκανε μέχρι τώρα από τις φυλακές. 

Πολλοί πολίτες βρέθηκαν να πανηγυρίζουν θεωρώντας τον αγώνα κερδισμένο καθώς πίστευαν  πως ο Δημάκης είχε δίκιο και πως δικαιώθηκε με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης. 

Ο Δημάκης όμως δεν κέρδισε τώρα. 

Αν η κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει στην απόφασή της, και ο Δημάκης δεν σταματούσε έγκαιρα την απεργία, θα πέθαινε. Αν θεωρούσε τελικά την ζωή του υπέρτερο αγαθό από αυτήν την μάχη και επέλεγε να κρατήσει τις δυνάμεις του για να πολεμήσει μία άλλη μέρα, μπορεί και να σταματούσε νωρίτερα, ανεξαρτήτως απόφασης. 
Ο Δημάκης κέρδισε εκείνη την στιγμή που είπε «νομίζω ότι είναι δίκαιος ο αγώνας μου, και θα παλέψω γι’ αυτό». Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα μετά, είτε ήταν μόνος του, είτε είχε εκατο χιλιάδες να συμφωνούν μαζί του και να διαδηλώνουν για να γίνει σεβαστό το αίτημά του, την στιγμή που αποφάσισε να διεκδικήσει αυτό που πίστευε σωστό και τίμιο, ήταν η στιγμή που κέρδιζε. 

~

Ο δεύτερος, είναι ο Μανώλης Κυπραίος.  Δημοσιογράφος, που έχασε για πάντα την ακοή του το μεσημέρι της 15ης Ιουνίου 2011 μετά από έκρηξη οβίδας κρότου-λάμψης που έριξε μία ομάδα των ΜΑΤ κοντά του, καθώς πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Όλο αυτό το διάστημα, απολύτως εξαφανισμένος από την επικαιρότητα και από τους συναδέλφους του, πάλεψε να δικαιωθεί, θεωρώντας πως αυτό που του συνέβη ήταν πέρα για πέρα άδικο. Πήγε στα δικαστήρια, δεχόμενος μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών και άλλων ανώνυμων για την απόφασή του.

Πριν λίγες ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε τον Μανώλη Κυπραίο

Ο Μανώλης όμως, δεν κέρδισε τώρα.

Η μάχη που έδωσε ήταν ήδη κερδισμένη όταν πήρε την απόφαση να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που βίωσε. Θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει δεκάδες φορές, όταν οι συνάδελφοί του επέλεγαν επιδεικτικά να αγνοήσουν την ιστορία του, ή όταν δεχόταν ύβρεις  για την μάχη του. Θα μπορούσε το δικαστήριο να μην τον δικαιώσει. Το «μπράβο» για την προσπάθειά του το άξιζε την στιγμή που αποφάσισε να πολεμήσει, όχι την στιγμή που ο δικαστής δικαίωνε τον αγώνα του.

~

Οι μάχες που δίνουμε, μπορεί να μην είναι επιτυχημένες. Οι αγώνες μας, μπορεί να είναι μάταιοι. Μπορεί να μην έχουμε φίλους μαζί μας, μπορεί να μην μάθει κανείς τι στερούμαστε, ούτε τι θέλουμε τελικά να πετύχουμε. Μπορεί να μας μισούν όσοι έχουν να χάσουν από την διεκδίκησή μας. Μπορεί, κάποια στιγμή να εγκαταλείψουμε, ή να χάσουμε.

Αν αυτές οι μάχες δίνονται τίμια και με αξιοπρέπεια, είναι κερδισμένες επειδή δόθηκαν, όχι επειδή κάποιος άλλος τελικά αποφάσισε πως είχαμε δίκιο ή άδικο. Η τελική κρίση τους, για τον κάθε ένα που πολεμά, δεν ορίζει το πρόσημο του αγώνα που επέλεξε. Ο Βασίλης και ο Μανώλης πάλεψαν τίμια, δημόσια και με προσωπικό κόστος.

Όποιος από εμάς συμφωνεί με την στάση τους και τον σκοπό τους, τους οφείλει το «μπράβο» και τον σεβασμό του όχι γιατί κέρδισαν, αλλά γιατί επέλεξαν να πολεμήσουν αυτό που τους αδικούσε με τον τρόπο που επέλεξαν να το κάνουν.

Πριν από λίγες ημέρες, έγινε σαφές ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να μην χαθεί -όσο αυτό είναι δυνατόν- η φετινή τουριστική περίοδος. Ο σκοπός είναι να έρθουν όσοι περισσότεροι είναι δυνατόν – και, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, κατανοώ και συμμερίζομαι την αγωνία της.

Οι τουρίστες παραμένουν (ειδικά τα τελευταία χρόνια) η βασικότερη κινητήριος δύναμη της οικονομίας μας. Αγροτικά και κτηνοτροφικά δεν πάμε άσχημα – αλλά κυρίως σε ποιότητα, όχι σε ποσότητα. Βιομηχανία δεν έχουμε, και έτσι καταλήγουμε να πουλάμε κυρίως ξένα προϊόντα, στέλνοντας τα χρήματά μας έξω. Υπηρεσίες παράγουμε, πράγματι – αλλά αν εξαιρέσεις τον τουρισμό, δεν μπορεί να στηριχθεί σοβαρά μία οικονομία μόνο σ’ αυτό.

Έτσι, μοιάζει απολύτως λογικό φέτος, που και η δική μας οικονομία πήρε τα κάτω της συνολικά, προερχόμενοι δε από μία δεκαετή περίοδο που δεν θα μπορούσαμε να ισχυροποιήσουμε διαφορετικές γραμμές παραγωγής, να μην είναι εφικτό να στραφούμε αλλού, και να είναι αυτό το τελευταίο αποκούμπι μας για να την γλυτώσουμε – όσο αυτό είναι εφικτό.

Το καταλαβαίνω – κάθε κυβέρνηση, ό,τι ιδεολογικό πρόσημο και να είχε, θεωρώ ότι σ΄αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε.

Θεωρώ όμως, και εδώ έρχεται η δική μου αντίδραση, ότι ενώ συμφωνώ με την κυβερνητική πρόθεση, και κατανοώ τις ανάγκες που μας οδηγούν σε τέτοια παράλογη διαδικασία (να θέλεις να ενισχύσεις την οικονομία σου φέρνοντάς σε σε επαφή περισσότερο κόσμο, εν καιρώ πανδημίας) οι προθέσεις και οι αποφάσεις της κυβέρνησης για το πως ακριβώς θα γίνει αυτό θα φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, και θα αποτελέσουν σοβαρή τροχοπέδη για τον αρχικά κατανοητό σκοπό, όχι μόνο φέτος, αλλά και για τα επόμενα χρόνια.

Εξηγούμαι.

Ο λόγος που είμαστε όλοι εδώ, και όλοι καλά, είναι γιατί όχι μόνο είχαμε την τύχη να νοσήσουμε αργότερα από άλλους, αλλά και την πρόνοια να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση με την λογική του (αυτο)περιορισμού. Αυτό, λειτούργησε (μέχρι τώρα) θετικά και εσωτερικά, γιατί δεν είδαμε +30.000 ανθρώπους συγγενείς και φίλους μας δίπλα μας να πεθαίνουν, διατηρώντας έτσι μία σχέση εμπιστοσύνης με την κυβέρνησή μας – αλλά και προς τα έξω, δίνοντας την εικόνας μίας χώρας ασφαλούς και σοβαρής, που είναι διατεθειμένη να κάνει θυσίες για να μείνει υγιής. 

Αυτήν την παρακαταθήκη ερχόμαστε να εκμεταλλευτούμε τώρα, με την ελπίδα ότι αυτή η εικόνα της ασφαλούς, ήρεμης και σοβαρής χώρας θα αποτελέσει ένα σημαντικό στοιχείο για να μας επιλέξει κάποιος να ξεκουραστεί εδώ.

Δεν είμαστε πια ήλιος. Ήλιο έχει και η Ιταλία, ήλιο έχει και η Ισπανία, ήλιο έχει και η Τουρκία πχ. Αυτό που πουλάμε φέτος, είναι η ασφάλεια.

Αν όμως, όπως έχω καταλάβει, η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αφήσει ανεξέλεγκτα τους τουρίστες να επισκεφθούν την χώρα μας, χωρίς καμία απολύτως λογική προστασίας και ασφάλειας τότε και εντός, και εκτός, αυτή η εικόνα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Εκτός, γιατί αντιλαμβανόμενος ο Γερμανός πχ ότι ο Άγγλος τουρίστας, ή ο Ιταλός τουρίστας θα έρθουν χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία προετοιμασία, μόνο για να αφήσει τα χρήματά του, είτε δεν θα έρθει καν, τρομοκρατημένος από αυτό που θα τον περιμένει, είτε θα έρθει, και θα μας κατηγορήσει δικαίως αν όντως τελικά κολλήσει και οι διακοπές του γίνουν εφιάλτης. Αλλά και εντός θα υπάρξει πρόβλημα, γιατί με το άνοιγμα της αγοράς που έχει ήδη γίνει, και την αθρόα μετακίνηση κόσμου που προβλέπεται, αν παρ’ ελπίδα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα, ο Έλληνας θα κατηγορήσει τους ξένους, και την κυβέρνηση που εμπιστεύτηκε μέχρι τώρα. Και τότε ο Ξένιος Δίας θα πάρει πόδι, και ο τουρίστας δεν θα έχει μπροστά του χαμογελαστά πρόσωπα όπως έχει συνηθίσει, αλλά καχυποψία και άρνηση. Θα είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να μιλήσεις για οτιδήποτε άλλο, αν πεθαίνουν δικοί σου άνθρωποι δίπλα.

Η εντύπωση της ασφάλειας θα εξανεμιστεί εν ριπή οφθαλμού.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα εντύπωσης. 

Φαντάζεστε το απευκταίο (αλλά πολύ λογικό, σχεδόν αναμενόμενο) σενάριο να υπάρξουν κρούσματα; Φαντάζεστε ένα ξενοδοχείο που σφραγίζει ξαφνικά, ένα καράβι που δένει λόγω κρουσμάτων; Φαντάζεστε ο ηλικιωμένος τουρίστας πχ, που αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως προστασία στην χώρα μας, να χρειαστεί να νοσηλευτεί σε ένα νοσοκομείο του νησιού; Και, το ακόμα χειρότερο σενάριο: Φαντάζεστε να καταλήξει;

Δεν μιλάω για την ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, αυτή είναι αυτονόητη. Προφανώς μιλάμε για ανθρώπους, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς συζήτηση, η βασική μας προτεραιότητα. Το θέμα μας εδώ, είναι ότι ακόμα και αν δεν μιλήσουμε για το προφανές, ακόμα και αν ξεκινάω με μία κατανόηση ότι ο τουρισμός είναι, όντως η βαριά βιομηχανία μας, και όντως, ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει ο καθένας μας για την κάθε κυβέρνηση, το πιο πιθανό είναι πως δύσκολα θα παίρναμε άλλον δρόμο από το να ανοίξουμε την τουριστική μας αγορά, κάνοντας το έτσι, όπως είναι προγραμματισμένο, μπορεί να είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο και ίσως πιο βολικό, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων μας, βάζουμε σε κίνδυνο τον τουρισμό μας.

Με ανοικτές πύλες, χωρίς αυστηρό έλεγχο, χωρίς έστω και ολιγοήμερη καραντίνα και εξαντλητικά τεστ, ώστε οι άνθρωποι που θα έρθουν εδώ να αισθάνονται και αυτοί ασφαλείς μεταξύ τους, και εμείς με αυτούς, το πρόβλημα μετακυλίεται στην τουριστική περιοχή, στους ανθρώπους που θα τους εξυπηρετήσουν, και στα αδύναμα κέντρα υγείας που θα αναλάβουν το βάρος της περίθαλψης.

Δεν νιώθω ότι είναι δίκαιο αυτό – για κανέναν.

Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να αισθανθούν ασφαλείς, και εμείς θέλουμε να αισθανθούμε ασφαλείς, και θεωρώ πως αυτό (θα έπρεπε να) είναι το μοναδικό πλεονέκτημά μας. Και αισθάνομαι πως, ευκαιριακά, με ακατανόητες αποφάσεις και πλάνα, δεν το αποδυναμώνουμε απλώς: το εξαϋλώνουμε. Και μαζί μ’ αυτό, και την όποια ελπίδα να είμαστε όλοι και υγιείς, και ασφαλείς, αλλά και οικονομικά πιο αυτάρκεις. 

Έτσι και αλλιώς, ακόμα και με τον σωστό τρόπο, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουμε την ασφάλεια στην χώρα μας. Αλλά δεν θα βοηθήσει καθόλου αν δεν κάνουμε εξ αρχής έστω και τα βασικά από όσα πρέπει να γίνουν.

Η γνώμη μου είναι πως, με αυτές τις ανύπαρκτες παραμέτρους που έχουμε θέσει για να ανοίξουμε τις παραλίες, τα βουνά και τους αρχαιολογικούς μας χώρους στους ήδη ταλαιπωρημένους και κουρασμένους φίλους μας, εκτός από τους ανθρώπους που θα περάσουν πολύ δύσκολα, ακόμα και το δευτερεύον τουριστικό μας μέλλον προδιαγράφεται εξαιρετικά δυσοίωνο – ίσως και εξαιρετικά γρήγορα μετά το άνοιγμα της περιόδου.

Η γνώμη μου είναι, πως και ο Έλληνας πολίτης που έχασε την δουλειά του και τα μέσα βιοπορισμού του, που είδε την επιχείρησή του να μαραζώνει, που έμεινε κλειδωμένος, που έδωσε μάχη με τους γονείς και τους παππούδες του και τα παιδιά του για να τους πείσει να αλλάξουν συνήθειες και να μείνουν υγιείς και ασφαλείς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αλλά ειδικά αν η εικόνα καταλήξει άσχημη, θα χάσει την εμπιστοσύνη του στο κράτος, θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα μία καλή εν γένει εικόνα που είχε σχηματιστεί με κόπο σε πολύ δύσκολους καιρούς και που μας κράτησε όλους μονοιασμένους και δεμένους όπως ήμασταν μέχρι τώρα.

Αν σκοτώσουμε τον τουρισμό μας, αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα έξω, και αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα μέσα, θα έρθει δύσκολος χειμώνας και θα κρατήσει πολύ.

Και φοβάμαι, όχι μόνο ο τουριστικός χειμώνας.