Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»

Έστω ότι συμβαίνει ένα γεγονός. Ένα γεγονός που μας επηρεάζει όλους – όχι όπως μας επηρεάζει πχ ένας νόμος, αλλά όπως μας επηρεάζει μία απόφαση εξ ονόματί μας, διαφωνούμε μ’ αυτήν, και θέλουμε κάπως να διαχωρίσουμε την θέση μας.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Έστω, ότι κάθε ένας που διαφωνεί, που αντιδρά μ’ αυτήν την απόφαση έχει να αντιμετωπίσει κατηγορίες προσωπικές, άσχετες πλήρως με το θέμα για το οποίο διαφωνεί. Έστω ότι βαφτίζεται κάθε αντίδραση βίαιη, ή φιλοτρομοκρατική, ή ως αναίσθητη απέναντι σε συγκεκριμένους νεκρούς και στις οικογένειές τους.

Έστω ότι τα μεγάλα ΜΜΕ, ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες και ιστοσελίδες επιμένουν να αγνοούν όχι μόνο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά και όταν υποχρεωτικά κάνουν μία αναφορά, την διανθίζουν με τις κατηγορίες και την ρητορική που ανέφερα πιο πάνω.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πως μπορούμε να δείξουμε ποιοι είμαστε, πόσοι είμαστε, πόσοι διαφωνούμε;

Έστω ότι αν γράψεις -έστω γράψεις- το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου ο οποίος βιώνει αυτό το γεγονός σε δημόσιο μέσο, κινδυνεύεις να δεχτείς αποκλεισμό είτε της αναφοράς σου, είτε της παρουσίας σου συνολικά για μέρες ή και μήνα ακόμα. Χωρίς να έχεις προσβάλλει κανέναν, χωρίς να έχεις υποστηρίξει το ένα ή το άλλο – και μόνο με το ονοματεπώνυμο.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις προσωπικές κατηγορίες όπως «είσαι φίλος της τρομοκρατίας», «υπερασπίζεσαι τον τρομοκράτη», «φίλος των ακροαριστερών, των αντιεξουσιαστών, των αναρχικών», όταν μπλοκάρεσαι αυτόματα από το μόνο μέσο που μπορείς να μιλήσεις και μόνο που αναφέρεις ένα όνομα – ανεξαρτήτως περιεχομένου, τι άλλον τρόπο έχεις να αντιδράσεις;

Διαφωνείς. Ε, και; Ποιος το ξέρει;

~

Μόλις εχθές, μία ενέργεια που έγινε στο facebook με έκανε να αναθαρρήσω για την ποιότητα των συμπολιτών μου, και να ελπίζω, ακόμα, ότι κάτι τελικά μπορεί να αλλάξει.

Χιλιάδες άνθρωποι, μαζικά, άφησαν ένα σχόλιο στο τελευταίο άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας στο facebook. Το αίτημά τους ήταν πως η ΠτΔ οφείλει να πάρει θέση στην διαμάχη για την κυβερνητική άρνηση στο αίτημα για μεταγωγή του καταδικασμένου για τρομοκρατία και δολοφονίες Δημήτρη Κουφοντίνα (το καλό με το να έχεις δικό σου blog, κανείς δεν μπορεί αυτόματα να σε λογοκρίνει επειδή ανέφερες απλώς ένα όνομα) στον Κορυδαλλο, και την ως διαμαρτυρία απεργία πείνας του κρατούμενου που τον οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, ή θάνατο.

Τα περισσότερα αν όχι όλα τα μηνύματα διάβασα εγώ (και διάβασα ΠΟΛΛΑ), είχαν μία ευπρέπεια και ένα ήθος που σπανίζει στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς επικοινωνούσαν με την ΠτΔ που εξ θέσεως δεν έχει αρμοδιότητες για το ζητούμενο θέμα (αν εξαιρέσει κανείς πιθανή άρνησή της να υπογράψει τον νόμο που στερούσε, φωτογραφικά λέει η δικηγόρος του, την δυνατότητα σε τρομοκράτες να εκτίουν την φυλάκισή τους σε αγροτικές φυλακές – αλλά δεν έχω αρκετές γνώσεις για κρίνω την αντισυνταγματικότητά του και/ή την δυνατότητα παρέμβασής της), και το αίτημα ήταν, απλώς, να πάρει δημόσια θέση στο ζήτημα αυτό, πριν ο ασθενής πλέον κρατούμενος καταλήξει. Όταν δε, οι αρχικοί σχολιαστές είδαν τα μηνύματά τους να εξαφανίζονται από την σελίδα, επανήλθαν και πολλαπλασιάστηκαν μάλιστα, διατηρώντας, παρά τις διαμαρτυρίες τους, έναν κόσμιο λόγο.

Όπως το βλέπω εγώ, ήταν μία κορυφαία στιγμή δημοκρατίας.

Οι αποκλεισμένοι από τον δημόσιο λόγο συμπολίτες μας, επώνυμα κατα βάση (καθώς το facebook είναι πολύ αυστηρότερο στην «ανωνυμία» από ότι πχ το twitter), ευπρεπώς σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, δημόσια και κατά χιλιάδες, ζήτησαν από την ΠτΔ να παρέμβει με την θέση της.

Προφανώς η ΠτΔ δεν μπορεί θεσμικά να αλλάξει κάτι πια – είναι προφανές αυτό. Μία δήλωσή της όμως, θα κατέρριπτε κάθε φαιδρό και έωλο επιχείρημα όπως «υποστηρικτές της βίας και της τρομοκρατίας» με το οποίο στολίζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι, και θα έμενε χώρος μόνο για σοβαρή συζήτηση, και καθαρά επιχειρήματα.

Η γνώμη μου είναι, ότι ζήσαμε μία ψηφιακή πλατεία Συντάγματος.

Μοιάζει υπερβολικό, το καταλαβαίνω, αλλά θεωρώ ότι οι κινητήριες γραμμές είναι οι ίδιες. Δημοκρατία, Δικαιοσύνη. Οι πολίτες που φέρουν το στίγμα της αποδοχής της τρομοκρατίας, ακουμπούν στον πρώτο πολίτη της δημοκρατίας, ευπρεπώς, την αγωνία και τις ελπίδες τους για να είναι δίπλα τους, έστω με μία δήλωση, έστω και μόνο για την επόμενη μέρα όπου νιώθουν ότι θα χρεωθούν αυτό που αισθάνονται ότι είναι μία κρατική δολοφονία.

Αν δεν είναι αυτό, από μόνο του, δείγμα στήριξης της δημοκρατίας, τι είναι;

Δεν τρέφω ελπίδες για την παρέμβαση της κ. Σακελλαροπουλου – δεν είναι καν αυτό το δικό μου ζητούμενο, αν με ρωτήσετε. Αν πιστεύει ότι οφείλει, ας παρέμβει. Αν πιστεύει ότι δεν οφείλει, ότι δεν πρέπει, ας μείνει σιωπηλή. Αν θέλει να στηρίξει τον Κουφοντίνα στο αίτημά του (σταματήστε ένα λεπτό, και σκεφτείτε το, δεν θα ήταν μία μοναδική στιγμή;) ας το κάνει, αν θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση, ας κάνει αυτό.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη, και θα κριθεί από τις πράξεις και τις απραξίες του – όπως άλλωστε (ειδικά σ’ αυτόν τον θεσμό) έγινε πολλάκις στο παρελθόν.

Όπως όμως σε κάθε διαδήλωση, όπως σε κάθε διαμαρτυρία, σε κάθε επανάσταση, έχει μεγάλη σημασία να ζητάς. Αν θα πετύχεις είναι ένα επόμενο βήμα, και δεν εξαρτάται καθόλου από εσένα.

Σημασία έχει να ζητάς, να μιλάς, να εκφράζεις την γνώμη σου.

Η νίκη δεν ήρθε επειδή μπορεί να πιεστεί η ΠτΔ να πάρει θέση – ούτε καν αν θα το κάνει τελικά. 

Η νίκη ήρθε επειδή κοιτάξαμε με δέος ο ένας το comment του άλλου, διαβάσαμε ευγενικά και αγωνιώδη μηνύματα, είδαμε υποστηρικτές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας δίπλα μας, και ήταν σαν να κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στα μάτια. 

Εκμεταλλευτήκαμε αυτήν την ελάχιστη, μικρή χαραμάδα που μας δόθηκε, με αξιοπρέπεια και πίστη στον σκοπό και τον αγώνα μας. 

Μπορεί να μην ξαναγίνει, μπορεί την επόμενη φορά να μην είναι τόσο αγνό, ή τόσο ακηδεμόνευτο, αλλά αυτή η ψηφιακή στιγμή είναι δική μας, μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν, για την φορά που είπαμε «όχι στο όνομά μου» με θάρρος περισσότερο από όσο δικαιολογεί αυτός ο παράλογος κόσμος μας και με ευπρέπεια μεγαλύτερη των προσδοκιών μας.

Αυτό το υπογεγραμμένο σχόλιο, ήταν εκκωφαντική κραυγή, μία αναπάντεχη ηλιαχτίδα ελευθερίας, και ελπίζω να ζεστάνει λίγο τις ανέλπιδες καρδιές μας, ότι είμαστε αρκετοί, ότι μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Με κάτι τόσο ελάχιστο, και όμως, τόσο ουσιώδες:

Click, and share your comment.

Ας μιλήσουμε λοιπόν, για σεβασμό

Κατα κοινή ομολογία τουλάχιστον των Γεωργιάδη, Μητσοτάκη και Κικίλια, το (μοναδικό λένε αυτοί, ίσως μεγαλύτερο λέω εγώ, αν εξαιρέσουμε τον τουρισμό) λάθος της κυβέρνησης ήταν που άργησε να πάρει τα μέτρα στην Θεσσαλονίκη, και περίμενε να …τελειώσει πρώτα η γιορτή του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημητρίου. Η κοσμοσυρροή έφερε, όπως καταλαβαίνει κάθε λογικός άνθρωπος, και την ανάλογη αύξηση σε κρούσματα και νεκρούς.

Ο μόνος που φάνηκε σχετικά ειλικρινής σε όλο αυτό, ήταν ο Γεωργιάδης: 

«Μία από τις πιο σφοδρές κριτικές και ένα από τα λάθη που κάναμε ήταν όταν οι λοιμωξιολόγοι μας είχαν εισηγηθεί μια παρόμοια στρατηγική στη Θεσσαλονίκη πριν την γιορτή του Αγίου Δημητρίου, εμείς από σεβασμό στην παράδοση της πόλης και στην Ορθοδοξία, δεν κλείσαμε τότε τη Θεσσαλονίκη πριν από τον Άγιο Δημήτριο. 

Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό που κάναμε ήταν μεγάλο λάθος γιατί καλώς ή κακώς την ημέρα του Αγίου Δημητρίου παρά την καλή πρόθεση της εκκλησίας να συνεργαστεί και να τηρήσει τα μέτρα, ο κόσμος προσήλθε μέσα και έξω από τις εκκλησίες με μαζικό τρόπο με αποτέλεσμα η διάδοση του κορονοϊού να πάρει τις επόμενες εβδομάδες μεγάλες διαστάσεις.

Εγώ έχω μια ελπίδα ότι έως αύριο θα έχουν επικρατήσει ηρεμότερες σκέψεις, διότι αν αυτό που φοβόμαστε εμείς και οι γιατροί βγει αληθινό και συγκεντρωθεί κόσμος στις εκκλησίες και έχουμε τις επόμενες ημέρες αύξηση του ιού, θα θρηνήσουμε πολλούς νεκρούς και οι κόποι θα έχουν πάει χαμένοι. Δεν πιστεύω ότι η Εκκλησία θέλει να πάρει επάνω της μια τόσο μεγάλη ευθύνη»

Το πήρε πίσω βέβαια, σε ένα μόνο κομμάτι όμως: διέψευσε τον εαυτό του (το συνηθίζει ο Γεωργιάδης αυτό, να αυτοδιαψεύδεται με τόσο πάθος που είναι σχεδόν σαν να ζητά να τον παραδεχθεί ο ακροατής στο ότι έχει πάλι δίκιο)  στο ότι το εισηγήθηκαν όντως οι λοιμωξιολόγοι.

Βέβαια, δεν έχουμε τρόπο να το ξέρουμε, καθώς παρά τις αλλεπάλληλες εγκλίσεις από την αντιπολίτευση η κυβέρνηση αρνείται να παραδόσει τα πρακτικά των επιτροπών – αλλά το υποστήριξε και ο κ. Εξαδάκτυλος, ότι η επιτροπή (για κάποιο λόγο που δυσκολεύομαι να κατανοήσω) δεν εισηγήθηκε (κατά πλειοψηφία) το να μην γίνει η εν λόγω μεγάλη λειτουργία.

Το πρόβλημα είναι προφανώς ότι στα υπόλοιπα τα πράγματα παραμένουν όπως τα ξέραμε: Η κυβέρνηση έπρεπε να σταματήσει την λειτουργία – δεν το έκανε. Αυτό (καθώς δεν έχει υπάρξει άλλο γεγονός με τόση κοσμοσυρροή) φαίνεται να ευθύνεται για την μετάδοση του ιού – θυμίζω άλλωστε ότι και ιερείς είναι ανάμεσα στα θύματα του κορονοϊού. 

Πήρε λοιπόν μία απόφαση η κυβέρνηση, το μεγαλύτερο κατ’ αυτήν λάθος της, και επέτρεψε μία λειτουργία της εκκλησίας που σκότωσε, τελικά, κόσμο.

Από «σεβασμό».

Ok.

Και μετά, πήγε να το επαναλάβει: ζήτησε από τις εκκλησίες στις γιορτές, Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, να έχουν μόλις 9 πιστούς μέσα στις εκκλησίες.

…Και η εκκλησία αντέδρασε, και τελικά – από σεβασμό – το κράτος υπαναχώρησε στις εντολές του, οι εννιά έγιναν δεκαπέντε και τριάντα, και, αφού δεν μέτρησε και κανείς, μπορεί να έγιναν πενήντα – αλλά πάντως έγιναν, όσοι ήταν.

Και, ω του θαύματος, ξαναέχουμε πρόβλημα. Όχι μόνο από αυτό, δεν θέλω να είμαι άδικος, ο κόσμος μαζεύτηκε σε σπίτια, έκανε ρεβεγιόν, κάποιοι πήγαν και στο εξωτερικό και κάποιοι ήρθαν εδώ – μόνο και μόνο για να έχουμε και εμείς το νέο στέλεχος του κορονοϊού, μη χάσουμε.

Κάτι που οδήγησε την κυβέρνηση να απαγορέψει (μεταξύ άλλων) εντελώς την λειτουργία των Φώτων με πιστούς.

…και η Εκκλησία αντέδρασε, και, όπως είπε και ο εκπρόσωπος τύπου της εκκλησίας αυτάρεσκα «έδειξε ανυπακοή», και οι εκκλησίες διαφήμησαν, (ΔΙΑΦΗΜΙΣΑΝ!) ότι θα ανοίξουν για πιστούς, και όντως το έκαναν, και …οι σκηνές είναι αποκαρδιωτικές. Μέσα, και έξω από τους ναούς.

Μέχρι που τα περιπολικά και οι αστυνομικοί που περίμεναν απ’ έξω …μαζεύτηκαν για αγιασμό. Με «σεβασμό».

Αντιλαμβάνεστε ένα pattern εδώ, έτσι;  Από σεβασμό στην εκκλησία,  είτε παρακάμπτουμε τους επιστήμονες, είτε βάζουμε κανόνες και μετά τους αλλάζουμε, είτε βάζουμε κανόνες, και ύστερα παρακολουθούμε ατάραχοι να τους αγνοούν.

~

Θέλω να με προσέξετε λίγο εδώ, γιατί είναι εύκολο να παρεξηγηθώ: 

Δεν λέω ότι αυτά που απαιτεί η κυβέρνηση είναι σωστά. Πχ, είχα πάρει θέση μαζί με όσους φώναζαν (άλλο που από κανέναν όπως έλεγε η κυβέρνηση δεν άκουσε διαμαρτυρίες) για το άνοιγμα των συνόρων χωρίς επαρκείς ελέγχους. Τελικά, ελέγχθηκαν περίπου το 10-15% των επισκεπτών, και ένα 10% μετέφερε τον ιό – κάτι που σημαίνει πως το ίδιο έκανε και το 10% που δεν ελέγχθηκε.

Και από τους 1-3-5 νεκρούς ημερησίως – φτάσαμε στους 100.

Ή, η κυβέρνηση λέει «εννιά άτομα» χωρίς να έχει απόφαση της επιτροπής.

Ή, η κυβέρνηση λέει «μπορούν να είναι 25 άτομα στις τάξεις» και όταν κάποιος διαμαρτύρεται του λένε «δεν υπάρχει ανησυχία, γιατί ΚΑΤΑ ΜΕΣΟ ΟΡΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΕ(!)»

Ή, η κυβέρνηση λέει «δεν χρειάζονται μάσκες, μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα» – και μετά τις απαιτεί παντού.

Ή, η κυβέρνηση λέει «δεν χρειάζονται μάσκες στα σχολεία, είναι υπερβολή» – και μετά τις κάνει υποχρεωτικές, στέλνει ένα λάθος μέγεθος, και κάπου 8-9 μήνες μετά στέλνει (υποτίθεται) και την δεύτερη σωστή.

Δεν λέω λοιπόν ότι αυτά που απαιτεί η κυβέρνηση είναι σωστά. Κάθε άλλο.

Απλώς θα ήθελα να μείνουμε λίγο στο πως εννοείται ο «σεβασμός».

~

Ο Γεωργιάδης λέει (και μαζί του όλη η κυβέρνηση) πως «αν αυτό που φοβόμαστε εμείς και οι γιατροί βγει αληθινό και συγκεντρωθεί κόσμος στις εκκλησίες και έχουμε τις επόμενες ημέρες αύξηση του ιού, θα θρηνήσουμε πολλούς νεκρούς και οι κόποι θα έχουν πάει χαμένοι».

Ομολογία σε τρία επίπεδα: Ατομικό, κυβερνητικό, επιστημονικό.  Αν συγκεντρωθεί κόσμος στην εκκλησία το ξέρουμε και εμείς, και οι γιατροί, θα θρηνήσουμε νεκρούς. 

Ε, λοιπόν συγκεντρώθηκε.

Δεν υπάρχουν αμφιβολίες εδώ. Δεν λέμε «μπορεί να το είπαν – μπορεί και όχι» οι επιστήμονες, ή «μπορεί να ήταν πολλοί οι εννιά – μπορεί να ήταν και λίγοι, τελικά». Δεν είναι τουρίστες και η ψεύτικη μετάλλαξη το πρόβλημα. Δεν είναι ότι δεν ξέραμε

Ξέρουμε.

Η πολιτεία έθεσε τους κανόνες, εν πλήρη γνώση του προβλήματος. Η εκκλησία εξήγησε γιατί δεν ανεχόταν μία τέτοια απόφαση, και δημοσιοποίησε το δικό της «μολών λαβέ». Η πολιτεία δεν έκανε πίσω, κράτησε την ισχύ της απόφασης μέχρι τέλους. Η εκκλησία την αγνόησε.

Και η πολιτεία έκανε πίσω, όχι απλώς ανεχόμενη, αλλά σχεδόν υπερασπιζόμενη, με τους αστυνομικούς που το είχαν εύκολο και λογικό να κόβουν πρόστιμα σε έναν άνθρωπο, ή να βαράνε παιδιά που κάθονται σε μία πλατεία, εδώ να συγκεντρώνονται για να αγιαστούν.

Αυτό, η κυβέρνηση το λέει σεβασμό. Εγώ, το λέω το ακριβώς αντίθετό του.

Σεβασμός στον άλλο, δεν είναι να αποδέχεσαι κάθε του καπρίτσιο – το αντίθετο. Όταν βάζεις κανόνες, πρέπει να είναι δύσκολοι, αλλά να είναι κανόνες. Όταν η κυβέρνηση προέτρεψε τους πολίτες να στείλουν (ψεύτικο) μήνυμα άσκησης για να εκκλησιαστούν – ενώ θα μπορούσε, αν ήθελε, να προσθέσει έναν ειδικό αριθμό, όταν αύξησε εν μία νυκτί τους πιστούς, ή αγνόησε (ας μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας) την ξεκάθαρη απειλή για διόγκωση της πανδημίας για μία (μεγάλη, το καταλαβαίνω) γιορτή, έστειλε ένα μήνυμα: 

Δεν σε σέβομαι.

Όχι μόνο στους πολίτες, που οφείλει να υπηρετεί, αλλά και στην εκκλησία. Οι κανόνες μας δεν είναι και τόσο σημαντικοί: Αν θυμώσεις, αλλάζουν. Κάμπτονται. Είναι ευλύγιστοι.

Έχω δίπλα μου ανθρώπους που πιστεύουν, και ξέρω πόσο τους κόστισε κάθε μία από αυτές τις αποφάσεις. Είδα στα μάτια τους την αμφισβήτηση, κάθε φορά που η πολιτεία έλεγε «καλά, δεν πειράζει» όταν πρώτα τους είχε πληγώσει, και τους είχε αναγκάσει σε αντίδραση. 

Και ο καταστηματάρχης πληγώνεται. Και ο έμπορος. Και ο επιχειρηματίας. Και ο υπάλληλος. Και ο νοσοκόμος, ή ο γιατρός πληγώνεται. Όλοι πληγωνόμαστε. Ο ηθοποιός, ή ο τραγουδιστής πληγώνεται. Αυτός που έχει μήνες να δουλέψει και του τελειώνουν τα έτοιμα – αν έχει έτοιμα.

Ο γιατρός, που ζει με τον φόβο, ο νοσοκόμος, που πεθαίνουν άνθρωποι στα χέρια του. Και γω, που ήθελα να αφήσω ένα λουλούδι στο Πολυτεχνείο, ή στο σημείο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, ή να αντιδράσω στον νόμο για την πτώχευση των ανθρώπων – και δεν το έκανα, από φόβο ή από υπακοή.

Όλοι έχουμε πληγωθεί από αυτήν την πανδημία. Οι κοντά τέσσερις χιλιάδες νεκροί είχαν οικογένειες, φίλους, είχαν ανθρώπους που τους νοιάζονται, ανθρώπους που τους αγαπούσαν και θα τους λείψουν. Κάθε ένας από αυτούς είχε ένα ονοματεπώνυμο, μία ιστορία, μία πορεία. 

Όταν η εκκλησία αντιστάθηκε, το κράτος όφειλε να εξηγήσει. Από σεβασμό. Να επιμείνει, δείχνοντας ότι η απόφασή του δεν ήταν στο πόδι. Από σεβασμό. Ότι αυτές οι εντολές έχουν τίμημα – για όλους. Και να σεβαστεί αυτό το τίμημα της κόντρας, όπως και εμείς.

Όταν η κυβέρνηση δείλιασε, έδειξε ότι η ίδια πρώτα φοβάται αυτό το τίμημα. Dura lex, sed lex – δεν είναι μόνο γι’ αυτόν που ελέγχεται για τον νόμο, μα και, και κυρίως, γι’ αυτόν που βάζει τον νόμο: Οι νόμοι είναι για όλους, μα πρωτίστως, κυρίως, θα έπρεπε να είναι γι’ αυτόν που τους θέτει.

Και αυτή η δειλία, έδειξε ασέβεια. Η εκκλησία αισθάνεται δικαιωμένη (αν είναι ποτέ δυνατόν, πόσοι ιεράρχες ακόμα πρέπει να πεθάνουν για να αντιληφθεί ότι εγκληματεί πρωτίστως απέναντι σ’ αυτούς;!), αλλά θεωρώ πως, βαθιά μέσα της, νιώθει την ασέβεια αυτής της δειλίας.

Οι πολίτες, που χάνουν όχι μόνο τις ατομικές τους ελευθερίες με κίνδυνο υπέρογκα πρόστιμα (πάνω από το μισό του κατώτατου μισθού!), αλλά και φτάνουν σε μία άνευ προηγουμένου φτωχοποίηση, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας. Όσοι υποχώρησαν, και αποδέχθηκαν τους σκληρούς κανόνες, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας. Όσοι θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο καθημερινά, νιώθουν την ασέβεια αυτής της δειλίας.

Μια κυβέρνηση που ζητά από όλους να είναι γενναίοι, και η ίδια δειλιάζει, που παίρνει απόφαση (όχι για πρώτη φορά θυμίζω) ότι θα πεθάνουν οι πολίτες, που το ξέρει, το γνωρίζει, της είναι απολύτως σαφές – μα το κάνει, αρκεί να μην συγκρουστεί, μια κυβέρνηση δειλή, είναι μία ασεβής κυβέρνηση.

Ας κρύψει όσο θέλει την δειλία της ονομάζοντάς την «σεβασμό», ας κρυφτεί όσο θέλει από την πραγματικότητα λέγοντας πως είχαμε «Ανοιχτές εκκλησίες με αυστηρή τήρηση των μέτρων«: Η στάση ζωής όλων μας, είναι αμφίδρομη. Αν με σεβαστείς, αν οι αποφάσεις σου κοστίσουν, θα σε σεβαστώ κι εγώ με την σειρά μου. Και αν δειλιάσεις, αν πεις ψέματα, αν φοβήθηκες τις ίδιες σου τις αποφάσεις, αν έβαλες την ζωή μου, των ανθρώπων που αγαπώ ως ασπίδα μην τυχόν και πληγωθεί η εικόνα σου, έτσι θα σε αντιμετωπίσω κι εγώ: 

Με την ασέβεια που σου αρμόζει.

Τώρα που πια γίναμε ..όλοι αντιφασίστες και (οι μεγαλύτεροι) αντιναζιστές, και η δίκη της εγκληματικής οργάνωσης ξεκαθάρισε σε όλους ότι πρόκειται όντως τελικά, για εγκληματική οργάνωση (για φαντάσου), και οι πονηροί άρχισαν να την χρησιμοποιούν (παλι) είτε για να χτυπήσουν τους εκλογικούς τους αντιπάλους, είτε για να αποφύγουν πιθανές συσχετίσεις μαζί της – ας κάνουμε λίγο ένα μικρό βήμα πίσω, ας αποφύγουμε πρόσωπα και στιγμές, και ας ασχοληθούμε με το τι ακριβώς κάνει αυτήν την εγκληματική οργάνωση τόσο αντιπαθητική, που βρέθηκαν τόσες χιλιάδες άνθρωποι απ’ έξω από το εφετείο, και εκατομμύρια άλλοι σπίτια τους παρακολουθώντας την υπόθεση, και πανηγύρισαν κλαίγοντας την ενοχή της.

Τι ακριβώς είναι αυτό που πολεμήσαμε;

Η Χρυσή Αυγή είναι μία ρατσιστική, φασιστική, εθνικιστική οργάνωση. 

Το ‘χουμε;

Κάθε μία από αυτές τις λέξεις, σημαίνει κάτι διαφορετικό.

Είναι μία ρατσιστική οργάνωση.

Πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα – ότι δεν είναι καν όλοι άνθρωποι. Πιστεύει πως η θρησκεία κάποιου, η φυλή και το μέρος που γεννήθηκε, οι πολιτικές του πεποιθήσεις, οι σεξουαλικές του προτιμήσεις – κάποιο ή όλα από αυτά τα στοιχεία είναι δικαιωματικά αρκετά να του στερήσουν τα βασικά του δικαιώματα.

Είναι μία φασιστική οργάνωση.

Η Χρυσή Αυγή δεν αρκείται μόνο να πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, αλλά θεωρεί αυτονόητο ότι έχει τον έλεγχο στις ζωές των άλλων – δια της ισχύος, ή της βίας.

Δεν έχει κανένα ιδεολογικό πρόβλημα να στερήσει από κάποιον την υγεία του, όπως έδειξε στις αιμοδοσίες μόνο για έλληνες. Αν και δεν ήταν εφικτό να κατευθύνει που θα πάει το αίμα που μαζεύτηκε (ούτε καν ξέρω τι έγινε μ’ αυτό το αίμα, τώρα που τα λέμε) οι «ξένοι» δεν είναι αρκετοί για να το χρησιμοποιήσουν και να σωθούν. Δεν έχει κανένα ιδεολογικό φραγμό να κάνει συσσίτια μόνο για έλληνες, όπου κανείς ξένος δεν αξίζει το ίδιο φαγητό με τον έλληνα. 

Πολύ ευχαρίστως θα μαχαιρώσει έναν «πακιστανό», έναν «κομμουνιστή», μία «πούστρα», καθώς δεν αξίζει καν να ζουν – δεν είναι καν άνθρωποι .

Είναι μία εθνικιστική οργάνωση.

Πιστεύει ότι άπαξ και είσαι Έλληνας, (προφανώς και ετεροφυλόφιλος, δεξιός – εθνικιστής, και χριστιανός), είσαι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους δίπλα σου. Αυτός ο Έλληνας, είναι για την ΧΑ η καθαρή φυλή, η αρία φυλή. Πιστεύει στο όνομα αυτής της πατρίδας του, δικαιολογούνται τα πάντα. Πιστεύει ότι το τρίπτυχο που οριοθετεί αυτήν την ελληνική υπεροχή, είναι το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».

Αυτά υποστηρίζει η Χρυσή Αυγή.

Και αυτά ακριβώς είναι που ο κόσμος που ήταν έξω από το εφετείο, και οι άνθρωποι που έκλαιγαν από τα σπίτια τους με την ανακοίνωση της απόφασης, σιχαίνονται και μισούν περισσότερο.

Είναι αυτοί που αυτήν την ιδεολογία την πολέμησαν στους δρόμους, την πολέμησαν πολιτικά, την πολέμησαν με την δικαιοσύνη – ακόμα και με κίνδυνο της ζωής τους, την πολέμησαν θεσμικά, την πολέμησαν στις παρέες και χάλασαν φιλίες και οικογένειες εξαιτίας της.

Είναι αυτοί που αυτήν την ιδεολογία την αναγνωρίζουν ακόμα και όταν συγκαλύφθηκε με κοστούμια, γραβάτες και προσφωνήσεις «κύριε βουλευτά».

Είμαστε καλά ως εδώ; Γιατί τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.

~

Όσοι έχουν μπει στον κόπο να διαβάσουν το επι χρόνια εκδιδόμενο blog μου, ή τα tweets μου τότε που είχα και την έκθεση στα social, θα πρέπει πια να ξέρουν ότι η πρόθεσή μου πάντα, ήταν να ενωθούμε στα βασικά. Ακόμα και αν διαφωνούμε στα επιμέρους, αν οι εγωισμοί μας μας αφήσουν να συμφωνήσουμε στις θεμελιώδεις αρχές μας, θα μπορέσουμε να κάνουμε ένα βήμα μπροστά.

Αρκεί, πράγματι, να συμφωνήσουμε στις θεμελιώδεις αρχές μας.

Πχ οι δικές μου αρχές (και αν δεν σας αρέσουν όχι, δεν έχω άλλες 🙂 ) είναι πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα.

Το ίσο δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην ζωή, την ελευθερία, στην τροφή, την υγεία, την παιδεία και την αξιοπρεπή διαβίωση, όπου και αν έχουν γεννηθεί, ό,τι θεό και αν πιστεύουν, όποιο κόμμα και αν υποστηρίζουν, όποια και αν είναι η σεξουαλική τους προτίμηση.

Το δικαίωμα να υποστηρίζει άλλα κόμματα -ακόμα και κανένα κόμμα, όπως είναι οι αναρχικοί- και να κρίνεται για τις πράξεις του, και όχι για την ιδεολογία του – αν δεν ορίζονται οι πράξεις του από αυτήν.

Το δικαίωμα ο καθένας να πιστεύει στον δικό του Θεό, και (όσο δεν παραβαίνει τους νόμους) να τον λατρεύει όπου και όπως αυτός νομίζει.

Το δικαίωμα στον γάμο και την τεκνοθεσία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι σεξουαλικές του προτιμήσεις.

Ακόμα και αυτά δεν λέω ότι είναι εύκολα. Πόσο φαγητό δικαιούται ο κάθε άνθρωπος; Πόση υγεία; Ποιο κόμμα επιτρέπουμε, ακόμα και εκείνο που δεν υποστηρίζει την δημοκρατία ή τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που αναφέρω πιο πάνω;

Δεν είναι προφανώς εύκολο – μα είναι μία αρχή. Είναι μία αρχή που θα μας επιτρέψει να βρούμε τις γραμμές μας, και να διαπραγματευτούμε ο ένας με τον άλλον μετά το πως και το πόσο πρέπει να γίνει.

Αυτά είναι τα ακριβώς αντίθετα από την Χρυσή Αυγή. Αν το θέλετε, αυτό είναι το πολυδιαφημιζόμενο «άλλο άκρο»: αυτός ο αντιφασισμός, αυτός ο αντιναζισμός, αυτός ο αντιρατσισμός.

Το ‘χουμε; Γιατί τώρα είναι που δυσκολεύουν πολύ τα πράγματα.

~

Όταν τα βάλεις όλα αυτά κάτω, θα δεις ότι το πολιτικό μας φάσμα δηλώνει πολύ πιο εύκολα πολέμιος της Χρυσής Αυγής από ότι είναι στην πραγματικότητα. Δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται, προφανώς, και η νίκη έχει πολλούς φίλους – αλλά αυτό που γίνεται τώρα, δεν είναι απλώς προβληματικό, είναι εξόχως επικίνδυνο.

Το να είσαι αντίθετα από την Χρυσή Αυγή, δεν σημαίνει μόνο να είσαι αντίθετος στον αγκυλωτό σταυρό, στον Κασιδιάρη, τον Λαγό ή τον Μιχαλολιάκο – αλλά να είσαι αντίθετος στην ιδεολογία της, στον τρόπο σκέψης της, στις αρχές που διέπουν την δράση της.

Αντι-χρυσαυγίτης, από μόνο του, μπορείς να είσαι για χίλιους λόγους: μπορεί να ακολουθείς μία μόδα, όπως εκφράζεται τώρα, να προσπαθείς να γλυτώσεις από την χρυσαυγίτικη μόδα που υποστήριζες στο παρελθόν, ή να ελπίζεις στην μετακίνηση των ψηφοφόρων της.

Το σημαντικό, το ουσιώδες και το ειλικρινές, είναι να είσαι ενάντια στις ιδέες που διέπουν την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Είναι όλοι οι άνθρωποι στα μάτια σου ίσοι; Τους κρίνεις αποκλειστικά με βάση τα κομματικά τους πιστεύω; Δίνεις δικαιώματα στους ανθρώπους που ζουν με διαφορετική σεξουαλικότητα; Δίνεις ελευθερία και αξιοπρεπή διαβίωση σε ανθρώπους που έρχονται από άλλες χώρες; αποφεύγεις να χρησιμοποιήσεις την πατρίδα και τον πατριωτισμό ως εργαλείο για να πετύχεις δικούς σου σκοπούς;

Αν διετείνεσαι ως ο «μεγαλύτερος χρυσαυγιτοφάγος» του κόσμου, και ταυτόχρονα στο δημοσιογραφικό ρεπορτάζ σου η εθνικότητα κάθε εγκληματία είναι χαρακτηριστικό του στοιχείο που εξηγούσε το έγκλημα, ή προεκλογικό σου σύνθημα ήταν να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας από τους ξένους, και ότι θα φροντίσεις ώστε οι παιδικοί σταθμοί να είναι μόνο για έλληνες, αν πανηγυρίζεις για την πτώση της ενώ υπουργοί, βουλευτές και αντιπροεδροί σου πηγαίνουν ακόμα και σήμερα χέρι-χέρι με τις πολιτικές δυνάμεις και την ιδεολογία που γέννησαν την Χρυσή Αυγή, ή επιτρέπεις σε βουλευτές σου να μιλούν για «λάθρους» και «κομμούνια», αν στερείς χωρίς κανέναν απολύτως λόγο στην βουλή με την ψήφο σου το διαβατήριο στους ανθρώπους που γεννήθηκαν εδώ (εκτός και αν παίζουν πολύ καλό μπάσκετ) ή τα ίδια δικαιώματα που έχουν όλοι σε ανθρώπους που απλώς τους έτυχε να αγαπούν έναν άνθρωπο που εσύ δεν εγκρίνεις, αν αφήνεις αδίκως κλειδωμένους ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, να καούν, να πεινάσουν, να τρελαθούν επειδή «είναι ξένοι» και «έτσι προασπίζεις την ασφάλεια της τοπικής κοινωνίας» τότε αυτή η υποκρισία σου δεν είναι ούτε ενοχλητική, ούτε καν κωμική. Είναι επικίνδυνη.

Είναι τρομαχτική και επικίνδυνη.

Γιατί η Χρυσή Αυγή, πριν φορέσει σαν καθως πρέπει πολιτικός γραβάτες και κουστούμια, ήταν εμφανής. Είχε αγκυλωτούς σταυρούς, υπέγραφε με το σήμα των ΣΣ, το αριθμοσύμβολο του Χίτλερ, τραγουδούσε ναζιστικά εμβατήρια και «θα ξαναγυρίσουμε και θα τρέμει η γη»

Όταν όμως ένα οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα διατείνεται για την φιλελευθερία του, για την μάχη που έδωσε για τον ναζισμό, και δεν είναι ειλικρινές, δεν θα κερδίσει ψηφοθηρικά τους γνήσιους οπαδούς του Χίτλερ, που θα πάνε αλλού αντιλαμβανόμενοι την κοροϊδία, αλλά ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥΣ.

Ανθρώπους που, παρακειμένοι από την γενικότερη ευφορία για την πτώση του εξαμβλώματος της Χρυσής Αυγής, θα σπεύσουν να ακούσουν το σύνθημα του «απόλυτου εχθρού του χρυσαυγιτισμού», μα, κάτω από τον μανδύα αυτόν, θα υποκύψουν σε ιδέες και πρακτικές που καθόλου δεν αντιμάχονται τον ρατσισμό – για να μην πω ότι τον υπερβαίνουν κιόλας.

Θα δημιουργηθεί μια νέα γενιά ρατσιστών, εθνικιστών – φασιστών, αυτήν που στο εξωτερικό την αποκαλούμε Alt-Right, αυτή που διώχνει σε πρώτη φάση τα λογότυπα του χίτλερ από την εικόνα της, μα κρατά αναλοίωτες τις ιδέες και την φιλοσοσοφία της.

Προσέξτε: δεν λέω ότι θα μετακινηθεί η υπάρχουσα ακροδεξιά μορφή σε alt-right: Λέω ότι από τα πανηγύρια στις στάχτες της καύσης του θλιβερού μορφώματος των ναζί, θα δημιουργηθούν καινούργιοι ακροδεξιοί, απλώς και μόνο επειδή κάποιοι θέλουν να εκμεταλλευτούν για λογαριασμό τους το γεγονός με τον μανδύα της φιλελευθερίας.

~

Η στιγμή είναι μοναδική. Πανηγυρίσαμε, δακρύσαμε, δικαιωθήκαμε. Όσοι θωρούμε τον απέναντί μας άνθρωπο με σεβασμό και αξιοπρέπεια, όσοι επιλέγουμε να τον κρίνουμε για τις πράξεις του μοναχά, πετύχαμε κάτι που, μέχρι εχθές, ήταν ανήκουστο.

Και ήταν ανήκουστο όχι γιατί ήταν άδικο, αλλά γιατί ήταν κρυμμένο παντού, από τηλεοπτικές οθόνες μέχρι βουλευτικές έδρες, από θρανία και οικογενειακά τραπέζια, μέχρι στο αφεντικό και τον γιατρό μας.

Ήταν ανήκουστο ακριβώς γιατί υπήρχε παντού, γιατί τρεφόταν από πολλούς που διατείνονταν πως ξέρουν το καλό μας, ενώ ήταν πασιφανές ότι μοιράζοντας ιδέες και φιλοσοφία με το τέρας.

Εκείνη η στιγμή, πέρασε.

Το αμέσως επόμενο λεπτό (42″ ακριβώς μετά, για την ακρίβεια) το θηρίο είναι ακόμα μπροστά μας, φορά υποκριτικά αντιναζιστικό μανδύα, και μας προσκαλεί όλους στις χολερές αγκάλες του για να μας προστατέψει από όποιον εχθρό τον εμπιστευτούμε να μας ονοματίσει.

Και η σκύλα που γέννησε το αυγό του φασισμού, δεν είναι απλώς έγκυος, δεν τρέφει απλώς τα μικρά της, αλλά κάνει πολλούς από εμάς, περισσότερους από εμάς, ύπουλα και σκοτεινά, τροφούς της εμετικής της ιδεολογίας.

Η στιγμή που οι δικαστές πήραν την απόφαση να ονοματίσουν το θηρίο, πέρασε. Τώρα είναι η ώρα να ορίσουμε εμείς τι είναι αντιφασισμός, τι είναι αντιναζισμός, τι είναι αντιρατσισμός, και να στείλουμε την κάθε πλευρά στην γωνιά της.

Τώρα ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσουμε ότι η μόνη αποδεκτή ιδεολογία, είναι ο σεβασμός της ανθρώπινης ζωής, της ελευθερίας, και της αξιοπρέπειας. Ότι καμία έκπτωση δεν νοείται σ’ αυτό, από την ιδεολογία του οποιουδήποτε.

Τώρα, που τα φώτα είναι στραμμένα εδώ ακριβώς, το να φωνάξουμε αυτά τα ιδεώδη, θα είναι το καλύτερο φάρμακο για να διώξει κάθε αρρωστημένη σκέψη που πασχίζει να τα εκμεταλλευτεί.

Τώρα που είμαστε πολλοί, και η φωνή μας μοιάζει, και ακούγεται σαν μία, τώρα που η στιγμή είναι δική μας, ας μην διστάσουμε να ακουστούμε: Ας γίνουμε με τιμή το άλλο άκρο του ναζισμού. Ας ορίσουμε εμείς τις αρχές του, ας τοποθετηθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο σ’ αυτόν τον σκοπό, και ας απομακρύνουμε από εκεί όποιον δεν πιστεύει στην βασική του αρχή, τον άνθρωπο.

Γιατί αν το επιτρέψουμε με την σιωπή μας, αύριο, οι ίδιοι άνθρωποι που κερδίσαμε σήμερα, αυτοί που πολεμούν με λύσσα όσα πιστεύουμε, δεν θα φοράνε πια αγκυλωτό για να τους ξεχωρίζουμε εύκολα.

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την συμφωνία των Πρεσπών, είτε ότι ήταν μία αρνητική, είτε ότι ήταν θετική συμφωνία, είτε πίστευε αυτό που πίστευε βαθιά μέσα του, είτε το χρησιμοποίησε πολιτικά, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Η κυβέρνηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρήκε τους 151+ που χρειαζόταν, και επικύρωσε από την Βουλή την συμφωνία μας με τους σκοπιανούς-φυρομίτες-βορειομακεδόνες γείτονές μας.

Την κάναμε την συμφωνία, άλλοι στεναχωρήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, και άλλοι δεν έδωσαν δεκάρα και συνέχισαν τις ζωές τους.

Το όνομα όμως, δεν ήταν ούτε το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό ζητούμενο αυτές τις ημέρες.

Πίσω από μία αμφιλεγόμενη απόφαση, υπήρξε μία εξαιρετικά επιζήμια διαδικασία, ένα μαχαίρι που μας πλήγωσε βαθιά, όλους μας, και μία μάχη που όχι μόνο χάσαμε, όχι μόνο δεν δώσαμε, αλλά και μόνοι μας, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό, με την δική του προσωπική ατζέντα, σχεδόν παραδώσαμε στον εχθρό.

Την μάχη με την ακροδεξιά.

~

Η συμφωνία ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, βούτυρο στο ψωμί της εθνικιστικής ρητορικής. Ήταν πολύ ξεκάθαρο, (όπως έγινε άλλωστε κατά κόρον και στο παρελθόν), ότι θα χρησιμοποιηθεί ώστε να μπολιαστεί ακόμα περισσότερο, ή και σε νέες γενιές που δεν είχαν καμία τριβή μ’ αυτό, μια σκέψη για εδάφη, χαμένες πατρίδες, προδότες που ξεπουλάνε την χώρα μας – στοιχεία δηλαδή που αποτελούν την βάση ενός σημερινού (παγκόσμιου, όχι μόνο ελληνικού) ακροδεξιού σκεπτικού.

Προφανώς, υπήρχε ένα στοίχημα να κερδηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους:

Η μεν κυβέρνηση, χρησιμοποίησε ως εύκολο επιχείρημα τον υπαρκτό, πράγματι, απέναντί της ακροδεξιό λόγο για να χαρακτηρίσει σχεδόν κάθε αντίθεση. Η κατάθεση της πλήρους συμφωνίας -μία κίνηση σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση- ήρθε πολύ, πολύ αργά, και είχε, τελικά, αντίκτυπο σε πολύ λιγότερο κόσμο τελικά.

Η δε αντιπολίτευση – κυρίως με την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας – υπήρξε το λιγότερο καταστροφική, και οδήγησε στην πλήρη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας, επιτιθέμενη κυρίως με συναισθηματικά συνθήματα, και ελάχιστα στην ουσία της συμφωνίας. Το ότι ιστορικά είχε στο παρελθόν αποδεχθεί παρόμοιες, αντίστοιχες λύσεις ως συμβατές με τα ελληνικά συμφέροντα, και τώρα στην ουσία δεν θα είχε πεδίο αντίδρασης, δεν είναι καν αποδεκτή δικαιολογία, καθώς είναι σε όλους σαφές ότι απλώς, για ψηφοθηρικούς λόγους, απευθύνθηκε σε ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο, με σκοπό να διαφοροποιηθεί από τους «εθνομηδενιστές» αριστερούς.

Φυσικά, όπως είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, η ακροδεξιά στην Ελλάδα βγήκε μόνο κερδισμένη από όλο αυτό. Από την μία, για άλλη μία φορά ξεκαθάρισε την θέση της απέναντι στους προδότες αριστερούς, από την άλλη στηλίτευσε την υποκρισία των ευκαιριακά μακεδονομάχων δεξιών, δημιουργώντας ένα στιβαρό ακροατήριο που υπάκουσε πειθήνια σε μία βαθιά ακροδεξιά ρητορική.

Όλο αυτό δημιούργησε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σκηνικό.

Οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στις διαδηλώσεις δεν ήταν απλώς αποδεκτοί αλλά αναμενόμενοι, οι ξεκάθαρα χρυσαυγίτες πολιτικοί και μέλη της ναζιστικής οργάνωσης που επιτίθονταν με ρόπαλα «μασκαρεύτηκαν» ακόμα και επισήμως ως …ακροαριστεροί(!) και η αντίδραση των ΜΑΤ ως προσπάθεια διάλυσης των συλλαλητηρίων, ενώ κάθε χαρακτηρισμός -ακόμα και απολύτως δικαιολογημένος- για ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίστηκε a priori ως κακόβουλος.

Η ακροδεξιά κυμάτιζε περήφανη, κάτω από την πλήρη κάλυψη των αρνητών της συμφωνίας, και λειτούργησε ταυτόχρονα ως εξαιρετικό εργαλείο όσων έβρισκαν την συμφωνία θετική για τα ελληνικά συμφέροντα.

~

Και εκεί που θα έλεγες ότι πιο χαμηλά στο πολιτικό σκηνικό μας δεν έχει, τέσσερις πανομοιότυπες αναρτήσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους από χθες, δείχνουν ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τέλος, και βόθρος που λέγεται ακροδεξιά θα χωρέσει ακόμα πολύ κάλυψη – με οποιοδήποτε, ακόμα και τελείως παράλογο επιχείρημα.

Οι αναρτήσεις μέμφονται την ΕΡΤ και την κυβέρνηση για την παρουσίαση του θέματος της αναγραφής συνθημάτων σε σχολείο της Ξάνθης:

Οι αντιδράσεις γίνονται με βάση φωτογραφία που δείχνει την ΕΡΤ να έχει κείμενο «Ρατσιστικά συνθήματα μίσους και τρομοκρατίας στους τοίχους του 3ου ΓΕΛ Ξάνθης» ενώ προβάλλεται το σύνθημα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Οι θετικές αντιδράσεις μετριούνται από μερικές εκατοντάδες, μέχρι χιλιάδες.

Στην πραγματικότητα, το ρεπορτάζ της ΕΡΤ (που μπορείτε να το δείτε ολόκληρο εδώ ξεκινά από το 2:30″) περιελάμβανε όλες τις αναρτήσεις στους τοίχους του Λυκείου. Με μοιρασμένο χρόνο σε κάθε φωτογραφία, προβλήθηκαν και τα συνθήματα «ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ ΣΤΕΚΙ ΞΑΝΘΗΣ – ΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ», «ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΕΜΕΙ Η ΓΗ – ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ….. ΚΑΙ ΛΑΓΟΣ» (είναι θολωμένο το ΠΟΥΣΤΗΣ που έγραφε το σύνθημα), «ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ», ενώ το σύνθημα έπαιξε και δυο φορές με υπότιτλο από την ΕΡΤ «ΘΥΜΑ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ».

Πουθενά η ΕΡΤ δεν αναφέρθηκε στο ρεπορτάζ της ούτε στο Μακεδονικό ζήτημα – ούτε ως αιτιολόγηση της αναγραφής των συνθημάτων, ούτε ως αναφορά στις ευρύτερες αντιδράσεις για την συμφωνία των Πρεσπών. Ούτε και ο εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ποτέ στο Μακεδονικό ζήτημα ως εξήγηση για τα γκράφιτι.

Πουθενά.

Βέβαια, μία φωτογραφία δεν λέει λόγια, ούτε εξηγεί το ρεπορτάζ που έπαιξε. Όμως ακόμα και η σταθερή εικόνα που παρουσιάζεται στους αντιδρούντες έχει σε περίοπτη θέση έναν κέλτικο σταυρό (όπως και όλες οι υπόλοιπες που γράφτηκαν στους τοίχους – με ξεκάθαρο ναζιστικό υπόβαθρο) φροντίζοντας να μην υπάρχει καμία απολύτως παρερμηνεία για τους συντάκτες των συνθημάτων και την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Αν και σε όλους όσους έφεραν αυτό το θέμα στην δημοσιότητα κάποιοι φρόντισαν (ευγενικά ή μη) να το επισημάνουν, η μοναδική ουσιαστική αντίδραση ήταν αυτή:

Δεν είναι κέλτικος ο σταυρός, καθώς δεν εξέχει. Όλα τα άλλα είναι λίγη σάλτσα παραπάνω.

~

Το γεγονός ότι η ακροδεξιά συμπορεύεται με την «Μία και Μοναδική Ελληνική Μακεδονία» θα μπορούσε να είναι μία εξαιρετική περίπτωση όπου η δεξιά ή έστω φιλελεύθερη σκέψη θα έθετε εαυτόν ξεκάθαρα εκτός άκρων, απλώς και μόνο καταδικάζοντας τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όχι μόνο προς το συμφέρον της, αλλά και προς το συμφέρον όλων μας: Η στάση του (προσωπικά απολύτως αντιπαθούς) Νίκου Δένδια στην Βουλή ο οποίος χειροκροτήθηκε αυθορμήτως από τους Συριζαίους βουλευτές όταν μίλησε στους χρυσαυγίτες για ναζιστικά σύμβολα – όπως επίσης και η στάση των Νεοδημοκρατών πολιτικών που χειροκρότησαν τον Συριζαίο βουλευτή Κοντονή που πήρε αμέσως μετά τον λόγο με αντίστοιχο περιεχόμενο, ήταν μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι μπορούμε με ηρεμία να κάνουμε το πρώτο βήμα για να συμφωνήσουμε στα βασικά, και να θέσουμε τις όποιες διαφωνίες ο καθένας έχει, με νηφαλιότητα και σοβαρότητα πάνω σε πραγματικές βάσεις.

Ο στρουθοκαμηλισμός και οι παρωπίδες οδήγησαν σε βαθιά ήττα όχι μόνο ακόμα και των όποιων σοβαρών αντιδράσεων στην συμφωνία που πνίγηκαν στις ακροδεξιές κραυγές, αλλά εν τέλει και όλους εμάς που αύριο θα πρέπει να ζήσουμε με τον αντίλαλο των ακροδεξιών αυτών φωνών, που θα μιλάνε, με δημόσιο βήμα, όλο και πιο έντονα, στην καθημερινότητά μας.

Είχαμε μία ευκαιρία να κάνουμε μία συμφωνία ίσως σημαντικότερη ακόμα και από αυτή για την οποία κληθήκαμε να πάρουμε θέση, μία συμφωνία αρχών, μία συμφωνία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς μισαλλοδοξία, για μία καλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη συμβίωση.

Ήταν μία συμφωνία που, όλοι μαζί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, αρνηθήκαμε να υπογράψουμε:

Δεν καταφέραμε να αποσύρουμε το «Ακροδεξιά» από το όνομα, την ιστορία, και το ύφος της χώρας μας και των πολιτών μας.

Και όσο βουλιάζουμε σε ένα ευκαιριακό και εύκολο μίσος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη άλλων χωρών γύρω μας και μακρυά μας, που βυθίζονται σε μία βαθύτατη ακροδεξιά ρητορική.

Είναι ακόμα εφικτό θεωρώ. Απλώς, είναι όλο και πιο δύσκολο.

Μετά από αρκετές ημέρες απουσίας (πάνε και τα …μεζεδάκια που ήλπιζα να συνεχίζω) και εν μέσω εσωτερικής διαπραγμάτευσης για την συμφωνία των Πρεσπών και την ψήφο εμπιστοσύνης, κάτι που έχει φύγει πλέον από την επικαιρότητα συνεχίζει να με απασχολεί:

Σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης – κράτησης, ένας άνθρωπος από το Καμερούν, έχασε την ζωή του. Χιλιάδες άλλοι περονιάζονται από το κρύο, καθώς δεν υπάρχει θέρμανση ειδικά στις σκηνές, και άλλη μία φωτιά ξέσπασε, σαν αυτήν υποθέτω που στοίχισε την ζωή σε μία γιαγιά και το 6χρονο εγγόνι της Κουρδικής καταγωγής το 2016 καθώς προσπαθούσαν να ζεσταθούν με μία σόμπα.

Από αναθυμιάσεις από μαγκάλι πέθανε ένας άνθρωπος, πακιστανικής καταγωγής, δύο άλλοι κινδυνεύουν – φτωχοί άνθρωποι και αμάθητοι κι αυτοί στην χρήση του όπως και η μητέρα με το παιδί της που πέθαναν το 2012.

Ένας κρατούμενος πέθανε τα Χριστούγεννα (στο πειθαρχείο, και αναφέρεται ότι παρακολουθούσε πρόγραμμα του ΟΚΑΝΑ), ένας ακόμη εχθές δολοφονήθηκε με μαχαίρι στον Κορυδαλλό – ήταν κατηγορούμενος για πολύ σημαντικές δίκες, και ένας ακόμη βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του στα κρατητήρια του Αγίου Νικολάου Κρήτης, μόλις σήμερα.

Για όλους αυτούς, φέρουμε ευθύνη. Ως χώρα, ως πολίτες, ως κυβέρνηση. Η πρώτη και αρχική μας, είναι η αντίδρασή μας για τέτοια φαινόμενα, ώστε να μην ξανασυμβούν.

~

Για κανέναν εξ αυτών, δεν υπήρξε αξιοπρεπής αντίδραση: Ουδείς ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί για το γιατί άνθρωποι στερούνται θέρμανσης λόγω φτώχειας και χάνουν την ζωή τους, γιατί χιλιάδες στερούνται αξιοπρεπούς διαβίωσης στις σκηνές, γιατί κάποιοι πεθαίνουν στην βάρδια των αστυνομικών τμημάτων.

– Για τους νεκρούς των μαγκαλιών, υπάρχει μία κατάφωρη αδικία: Σε τίποτα, σε τίποτα απολύτως δεν διαφέρει ο θάνατος των πακιστανών (υπήρχε και άλλος ένας στην Καρδίτσα, πχ, το 2017), σε τίποτα απολύτως, με τον θάνατο της 13χρονης Σάρας με την μητέρα της. Φτωχοί άνθρωποι, που αναγκάστηκαν να ζεσταθούν με ο,τι είχαν, ακόμα και αν αυτό ήταν επικίνδυνο και θα τους στερούσε και την ίδια την ζωή – όπως και έγινε.

Τότε, έγινε χαμός. Τώρα;

– Για τους νεκρούς μετανάστες μέχρι το 2015, γινόταν χαμός. Τώρα, ένας (ακόμη) άνθρωπος πεθαίνει, χιλιάδες παγώνουν, οι συνθήκες είναι απαράδεκτες, οι καταγγελίες τρομαχτικές που μιλούν μέχρι και για βιασμούς ΑΝΗΛΙΚΩΝ, και το θέμα είναι ως μη-υπάρχον.

Τότε έγινε χαμός. Τώρα;

– Για τους νεκρούς στις φυλακές, έγιναν τόσα, ειπώθηκαν άλλα τόσα. Η αντίδραση έφερε ΤΟΤΕ, ακόμα και επι ΝΔ, καλύτερες συνθήκες, κρεβάτια για όλους, απεντομώσεις. Αντίδραση από ανθρώπους που δεν ψήφιζαν ΝΔ, σε μία κυβέρνηση ΝΔ. Τώρα, άνθρωποι πεθαίνουν από μόλυνση δοντιών, βρίσκονται κρεμασμένοι, άλλοι βασανισμένοι, άλλοι δολοφονούνται ενώ τους περιμένουν σημαντικές δίκες – και υπάρχει απόλυτη σιωπή για τις συνθήκες και τις ευθύνες.

Τότε, έγινε χαμός. Τώρα;

…τώρα;

Αυτή η σιωπή, βαρύνει πρώτα εμάς. Αρνούμαι εκ πεποιθήσεως το «δεν δικαιούστε να ομιλείτε» – γιατί όλοι δικαιούνται να ομιλούν, όταν αυτό που δείχνουν είναι σωστό. Κάθε κατηγορία από όπου και αν έρχεται, αριστερά, κέντρο, ή δεξιά, αν αναφέρεται στον Κορυδαλλό και τα κρατητήρια, αν αναφέρεται στην κόλαση της Μόριας (και στην Σάμο ισχύουν μαθαίνω ίδια και χειρότερα), αν αναφέρεται σε ανθρώπους που χάνουν την ζωή τους το 2019 γιατί πασχίζουν να ζεσταθούν – κάθε καταγγελία αξίζει να ειπωθεί, και αξίζει να προσεχθεί.

Είτε λέγεται μέχρι το 2015, είτε μετά.

Γιατί κάθε νεκρός, λέει – παραδόξως – και μία ιστορία.

Για όσους μιλήσανε, και, κυρίως, για όσους επέλεξαν να μείνουν σιωπηλοί. Για όσους μπορούσαν ΤΩΡΑ να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά είναι «οι δικοί μας» επάνω, και δεν τόλμησαν. Για όσους μπορούσαν ΤΩΡΑ να πιέσουν καταστάσεις, και κυβερνήσεις – τις δικές τους κυβερνήσεις, αλλά «μην έρθει ο Κούλης γιατί είναι χειρότερος».

Θα σας ακούσω, και θα ενώσω τις φωνές σας, για κάθε αδικία ακόμα και μετά την όποια αλλαγή κυβέρνησης. Θα δικαιούστε να ομιλείτε όπως και πριν, έτσι και μετά – δεν θα χάσετε το δικαίωμα της καταγγελίας σας στα μάτια μου. Αλλά νιώθω, και να το ξέρετε καλά, πολύ μόνος σε όσα λέω.

Γιατί η άκρα του τάφου σιωπή, δεν μιλάει για τον τάφο των νεκρών. Για την σιωπή των ζωντανών μιλάει.

Τα μακρινά χρόνια ανάμεσα σε πολέμους, σε ένα χωριό της Ελλάδας, ένας χωριανός πηγαίνοντας σπίτι του, βρήκε ένα στον διάβα του ένα αυγό. Στα χωριά εκείνη την εποχή είχαν ελάχιστα ζωντανά – κυρίως κότες τροφαντές για κάνουν αυγά και κοκόρια, δυνατά και φουσκωμένα, για την αναπαραγωγή. Πήρε τ’ αυγό – αν και δεν είχαν έλλειψη – το επεξεργάστηκε καθώς ήταν πολύ μικρότερο από τα συνηθισμένα, και παρόλα αυτά το ‘βαλε κάτω από την κότα που ζέσταινε τα δικά της – έτσι, για να δει τι θα γίνει.

Μαθημένοι στην αγροτική ζωή στο χωριό, δεν ξέρανε από εκπλήξεις. Μα τους περίμενε μία καλή, στην φάρμα του αγρότη μας, όταν από το αυγό βγήκε κάτι – και μία σαφώς μεγαλύτερη, όταν αντί για κοτοπουλάκι όπως τ’ άλλα, βγήκε ένας μικρούλης ντροπαλός παπαγάλος.

Ο παπαγάλος δεν ήξερε που γεννήθηκε – ξέρουμε άλλωστε που γεννιόμαστε; όπου μας λάχει γεννιόμαστε και ας τσακωνόμαστε μετά μια ζωή γι’ αυτό. Κοτόπουλα βρήκε γύρω του, κότες και αυστηρά κοκόρια, νόμιζε πως ήταν κι αυτός κοκόρι. Διέφερε βέβαια από τ’ άλλα – όλα ήταν μονόχρωμα γύρω του, τα κοτοπουλάκια είχαν λίγο χρώμα, μα όταν μεγάλωναν αλλάζανε, γινόντουσαν άλλα μαύρα, άλλα άσπρα, άλλα γκρι. Χρώμα πάντως, δεν υπήρχε πουθενά. Και οι άνθρωποι, και τα σπίτια τους, και τα άλλα τα ζωντανά, κάτι σκυλιά, και κάτι γαιδάροι, και γάτες μπόλικες – όλα σε αποχρώσεις ήτανε, κανένα από χρώμα άλλο εκτός από ασπρο και μαύρο. Έτσι είχαν μάθει οι χωρικοί τα ζωντανά τους, έτσι τους άρεσε να ζουν και σε μας λόγος δεν πέφτει.

Και τούτος ο παπαγάλος, κάθε άλλο παρά ταίριαζε. Είχε από όταν γεννήθηκε πλουμιστά φτερά, όλα τα χρώματα, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο – και ένα μπλε που ανθρώπου μάτι δεν είχε ματαξαναδει πιο ζωντανό. Θα λεγες ότι θα σε τύλιγε το το πάθος του, τίποτα στην φύση δεν το θύμιζε τούτο το μπλε.

Μα οι χωρικοί, αμάθητοι, τρομάξανε. Πήγε ο παππούς και βρήκε ένα κλουβί, μεγάλο μεν, αλλά κλουβί, και χώσανε μέσα τον παπαγάλο σαν ντροπή τους, δίπλα στα καντήλια να πάρει λίγο από το φως το άγιο, που τους ζέσταινε. Και έβλεπε ο παπαγάλος τα άλλα ζώα ελεύθερα, και ‘κείνος φυλακισμένος, και ήξερε γιατί, καθώς τα παιδιά είναι σκληρά, και του πετάγανε κουβέντες σαν περνούσαν από το κλουβί, κουβέντες πικρές και κακιές, και ο κύρης, που τα λάτρευε τα κοκόρια του τα άγρια και τούτος εδώ ήταν ζαβό, μήτε μύγα δεν πείραζε, και η κυρά το σπιτιού, έναν θυμό του ‘χε φυλαγμένο, τέτοιο άχρηστο ζώο να το ταΐζει και να το ποτίζει τσάμπα, και να την εκνευρίζει με το χρώμα του. Μην θα της έκανε τουλάχιστον ένα αβγό; Ούτε γι’ αυτό δεν ήταν ικανό το κωλόπουλο.

Ούτε την φωνή του δεν είχαν ακούσει. Κάποτε, είχαν μαζέψει ένα καναρίνι, και το ‘χαν βάλει κι αυτό σε κλουβί – αυτό κελαηδούσε τουλάχιστον, ήταν χρήσιμο, τους ζέσταινε την καρδιά – αν και θα το μετάνιωναν αν ήξεραν τι κελαηδάει ένα φυλακισμένο πουλί. Μα δεν ήξεραν από λόγια πουλιού, και καθόντουσαν και το χάζευαν, το στόλιζαν με γλυκόλογα, και σαν πέθανε να δεις που το θάψανε κιόλας, με τιμές, σαν τον κόπρο τον Τζακ που πέθανε γέρος ο αλήτης. Μα τούτο δω – ούτε που ακουγόταν, μιλιά δεν έβγαζε.

Αυτοί δεν το ξέρανε, μα δεν έβγαζε μιλιά γιατί ήξερε. Είχε πάει να μιλήσει μια φορά κι έκρωζε, φριχτή φωνή έβγαινε από μέσα του, ήξερε πως αν μιλούσε θα το ‘πνιγαν με την μιά, και έτσι σωπούσε και δεν μιλούσε. Και έκλεβε από το καντήλι δίπλα λίγο καρβουνάκι, και βαφότανε γκρι, έκρυβε τα χρώματά του σιγά σιγά, καθώς λαχταρούσε να παίξει με τ’ άλλα κοτοπουλάκια που μεγάλωναν δίπλα του και τόσο μακρυά του, και χανόταν και το δικό τους χρώμα και γινόταν γκρι. Γκρι θα γινόταν κι αυτός, αρκεί να σταματούσε να τον βρίζουν και να του άνοιγαν επιτέλους αυτήν την απαίσια την πόρτα.

Ο καιρός πέρασε, και κάποια στιγμή κάποιος στάθηκε μπροστά στο κλουβί, αναρωτήθηκε γιατί έχουν κλειδωμένο ένα γκρι πουλί μέσα, άχρηστο που δεν μιλάει, και καταπως γίνεται στα παραμύθια την άνοιξε την πόρτα, και ο παπαγάλος μας, ο γκρι πια παπαγάλος μας, επιτέλους βγήκε. Βγήκε, και έτρεξε να παίξει με τα κοτοπουλάκια του.

Τα κοτοπουλάκια του βέβαια είχαν μεγαλώσει, είχαν χάσει το χρώμα τους, ένα ωραίο απαλό γλυκό κίτρινο, και είχανε γίνει όλα κότες, και κοκόρια, ασπρόμαυρα όλα, χρήσιμα, τα κοκόρια μαλώνανε, οι κότες γεννάγανε αυγά, και είχαν σκοπό, δεν είχαν χρόνο πια για παιχνίδι. Και ο παπαγάλος μας ντρεπόταν, γιατί έκανε ψέματα πως ήταν ένας γκρι κόκορας, μα μήτε να τσακωθεί μπορούσε, μήτε καν να κάνει πως μαλώνει. Και κότα δεν μπορούσε να γίνει, γιατί αυγά δεν έκανε. Σ’ όλα αυτά, του τελείωνε και το φούμο, να κρυφτεί στο γκρι να μην τον βλέπουνε, καθώς είχε πιάσει καλοκαίρι και είχαν καθαρίσει και το τζάκι. Το πιασε πανικός.

Σιγά – σιγά τα χρώματά του ζωντάνευαν, δεν είχε άλλο να κρυφτεί. Βγήκε ντροπαλά το κίτρινο, βγήκε το κόκκινο, ξεθάρεψε το πράσινο, φώτισε το μπλε. Χωνόταν στις λάσπες να μπερδέψει τα μάτια, μα το χρώμα δεν κρύβεται, και ξανάβγαινε, και όσο κρυφοβλέπανε τα χρώματά του, τόσο ενοχλούνταν οι χωρικοί.

Κει που τρομάξανε πολύ όμως, ήταν όταν σταμάτησε πια να προσπαθεί να τα κρύψει.

Τρελάθηκε να γίνει ο παπαγάλος μας αυτό που έπρεπε, μα δεν μπορούσε πια. Το πήρε απόφαση, μπήκε κάτω από το ποτάμι, να ξεβάψουνε ευχήθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε, με όλη του την καρδιά, να γενεί τουλάχιστον άσπρος – μα πλύθηκε στο τρεχούμενο νερό, κι έλαμψε όσο ποτέ άλλοτε. Και όταν είδε την αληθινή του εικόνα στα νερά, θαμπώθηκε. Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που χε δει ποτέ, δάκρυσε από τα χρώματα και την λάμψη τους, έτρεξε στο κοτέτσι αλαφιασμένος να το δείξει σε όλους, «κοιτάξτε, κοιτάξτε πόσο όμορφος ήμουν», και η χαρά του κράτησε μέχρι που είδε τα πρώτα μάτια να τον κοιτούν.

Σαν να κοιτούσαν την κατάρα.

«Μα όχι, δεν καταλαβαίνετε, είμαι παπαγάλος!» τους έλεγε, «είμαι αυτό που είμαι, κοιτάξτε τα χρώματα, κοιτάξτε τα φτερά μου» – και όλοι φεύγανε τρέχοντας από κοντά του. Και ήξεραν καλά τι έκαναν, καθώς σαν τον πήραν χαμπάρι οι ανθρώποι, άρχισαν να του πετούν πέτρες και να το κυνηγούν και να το προγκάνε, τρελάθηκε, «όχι, δεν καταλάβατε» πήγε να πει, «αυτό είμαι, ένας παπαγάλος, αυτό είμαι, είναι υπέροχο».

Σαν άνοιξε το στόμα του, δύο πράγματα έγιναν που δεν τα ξέχασε κανείς.

Κατ’ αρχάς, έκρωξε. Ήταν ένας απαίσιος ήχος, φριχτός, απωθητικός. Όμως δεν έφτανε αυτό – ο παπαγάλος μίλησε. Μα άλλα λόγια δεν ήξερε, εκτός από αυτά που του είπανε. Και άρχισε να βρίζει, όλες τις βρισιές που του ‘χαν μαζεμένες τις ξεστόμιζε, για τον εαυτό του τις έλεγε, γελούσε, «είμαι έτσι», «είμαι αλλιώς», τα χειρότερα λόγια, κι αυτός τα έλεγε για καλό, «κοιτάξτε, είμαι αυτό που φοβόσασταν, και τελικά είμαι χαρά», «είμαι αυτό που μισούσατε, και τελικά είμαι αγάπη».

Μα οι άνθρωποι άκουγαν τις ίδιες τις φωνές τους, τα ίδια τους τα λόγια, και τον μισούσαν ακόμα περισσότερο.

Μόνο κάτι παιδιά, βλέπανε τα χρώματά του και την περηφάνια του, και άλλο έβαφε μία τούφα πράσινη στο μαλλί του, άλλη φορούζε ένα φουλάρι ροζ, κάτι πιτσιρίκια βάψανε τα χέρια τους πορτοκαλί κι αφήνανε σημάδια παντού. Και τα προγκίξανε οι δικοί τους, γιατί στο τόσο γκρι λιγουλάκι ροζ φαίνεται πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο, και θα ‘λεγε κανείς ότι εκεί ήταν πάντα ώρα κοινής ησυχίας, και μόνο τα κοκόρια αφηνόντουσαν να κάνουν φασαρία, όχι τα χρώματα.

Σε κάθε ιστορία όλοι πεθαίνουν, κι ας μην στο λένε, και σ’ αυτήν πέθανε και ο παπαγάλος μας. Δεν είχε έρθει η ώρα του, μα ένας γάτος παραφύλαγε, δεν τον ήθελε για φαΐ, φαγωμένος ήτανε, μια μέρα που ήταν ζαλισμένος και τον σβέρκωσε. Ούτε είναι πως είδε τα χρώματά του, ούτε τον άκουσε να μιλά και τρόμαξε, μα σαν παιχνίδι τον είδε, μπερδεμένο, του δωσε μία με τα νύχια του ποδιού του, και τον πήραν τα αίματα και πέθανε.

Το μόνο που έμεινε ήταν κάτι φτερά πολύχρωμα – κι αυτά κράτησαν όσο κράτησαν. Και όσα παιδιά δεν τον ξέχασαν, που ξέκλεβαν λίγο κόκκινο από το αίμα τους όταν σκιζόντουσαν στα πόδια στις αλάνες παίζοντας μπάλα, και βάφανε μ’ αυτό κρυφά τα χείλη τους.

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη. Με μέση, αρχή, τέλος, με επιμύθιο, απ’ όλα – στην έκθεση θα έπαιρνε άριστα και μπράβο μου.

Αλλά φυσικά, δεν θα το ανεβάσω, γιατί του λείπει το πιο βασικό.

Δεν έχω γράψει την ουσία του πράγματος.

~

Η ιστορία είναι γεμάτη ανατροπές. Στην αρχή, ένας ληστής μπαίνει σε ένα μαγαζί με ένα μαχαίρι και σπάζοντας τις βιτρίνες τραυματίζεται και πεθαίνει. Κάποιοι συμπεραίνουν αυτόματα ότι είναι μετανάστης. Ύστερα, ο ληστής γίνεται πρεζάκι, που είναι διαλυμένος και πήγε για να εξασφαλίσει την δόση του. Μετά, το πρεζάκι δεν πεθαίνει απο τα γυαλιά της βιτρίνας – δολοφονείται από περαστικούς. Στην συνέχεια, βγαίνει το πρώτο βίντεο (χωρίς ήχο). Τότε δεν άντεξα να το δω. Μετά, μαθαίνουμε ότι το «πρεζάκι-ληστής» είναι γνωστός σε πολύ κόσμο (τον ακολουθούσα και γω), ο Ζακ, μία μορφή που είχε επηρεάσει με την στάση του μία ολόκληρη κοινότητα. Μαθαίνουμε ότι ο καταστηματάρχης «είχε πάει για τσιγάρα», το βίντεο γίνεται viral, ο ληστής είναι πια «πούστης οροθετικός». Ο κόσμος αναρωτιέται για το μαχαίρι, ο καταστηματάρχης συλλαμβάνεται. Κάποιοι παίρνουν την θέση του καταστηματάρχη, κάποιοι του Ζακ, κάποιοι μιλάνε για ανθρωπιά λιντσάρισμα, κάποιοι για αυτοπροστασία. Η υπόθεση αποκτά βαρύτητα, συζητείται. Ύστερα, αφήνεται να εννοηθεί (κυρίως από τον Βαλλιανάτο – μα όχι μόνο από αυτόν) πως ο Ζακ (γιατί το θύμα έχει πια όνομα) δεν μπήκε για να κλέψει μα για να σωθεί από πέσιμο που του έγινε λίγο πριν.

Προσέξατε τι έγραψα στην αρχή;

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη .

Εκεί είναι το λάθος μου. Αισθάνομαι ότι εκεί είναι το λάθος όλων μας.

~

Ο καταστηματάρχης και ο Ζακ Κωστόπουλος είναι δύο αυθεντικοί ήρωες μίας τραγωδίας. Έπαιξαν έναν ρόλο σε μία σκηνή που την παρακολουθήσαμε όλοι, μάθαμε το θύμα, τον θύτη, οι ρόλοι άλλαξαν κατά το δοκούν, ανάλογα με την καρέκλα του θεατή. Ο πούστης, το πρεζάκι, ο οροθετικός, οι φασίστες που λιντσάρουν, ο τύπος με τα άσπρα μαλλιά που τον προστατεύει, οι ΕΚΑΒίτες που τον περιθάλπουν, τα ουρλιαχτά, οι αστυνομικοί που (δεν) παρεμβαίνουν, η μεταφορά στο νοσοκομείο με χειροπέδες, ο ένας στο χώμα, ο άλλος στην φυλακή.

Αδυνατώ, και μιλώ πολύ σοβαρά, να κουνήσω το δάκτυλο σε οποιονδήποτε εδώ. Δεν ξέρω καν τι έγινε, μπήκε μέσα; Ήταν άδειο; Πήγε να κλέψει; Είχε φύγει ο καταστηματάρχης; Ήθελε να τον σκοτώσει; Έγινε ότι έγινε γιατί όλοι κινήθηκαν σαν όχλος; Ήταν ο Ζακ οπλισμένος με μαχαίρι ή ήταν ο Ζακ αυτός που όλοι περιγράφουν, ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος που δεν θα πείραζε κανέναν; Ήταν όλο μία τεράστια παρεξήγηση; Τους τρόμαξε ο Ζακ με την συμπεριφορά του; Ήταν υπό επήρεια; Δεν ήταν και του συνέβαινε κάτι άλλο; Βρήκαν ευκαιρία να λιντσάρουν έναν πεσμένο, δεν υπάρχει αμφιβολία καμία, και είπαν ψέματα όσο δεν ήξεραν ότι υπήρχε το βίντεο, και είναι ένοχοι γι’ αυτό, ο,τι και να έγινε, αλλά όλη η υπόθεση συνολικά είναι τόσο ανατρεπτική κάθε λίγο και λιγάκι, που δεν μπορώ να καταλάβω καν τι έγινε.

Εκτός από δύο πράγματα:

Υπάρχει ένας νεκρός.

Και υπάρχουν πολλοί θύτες.

~

Πάντα πασχίζω να καταλάβω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου, αυτή είναι μία από τις κατάρες που κουβαλάω. Θα αναρωτηθώ για τον δράστη, θα προσπαθήσω να καταλάβω πως σκεφτόταν, τι ένιωθε, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι θα ένιωθα εγώ στην θέση του, πως θα αντιδρούσα εγώ, τι θα έκανα τελικά εγώ, πόσο ανθρώπινος θα ήμουν στην ίδια κατάσταση, στις ίδιες συνθήκες.

Μα σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν έχω φτάσει εκεί. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση σταμάτησα λίγο πριν: συνάντησα πολλούς δράστες, δεκάδες δράστες, ιδιαιτέρως σκληρούς, εξαιρετικά αιμοβόρους, στυγνούς, ανθρώπους που δικαιολόγησαν απόλυτα την πράξη, που είπαν «αν έμπαινε ένας μαχαιροβγάλτης στο δικό σου μαγαζί;» και «ένας πούστης λιγότερος» και «ξεβρώμισε ο τόπος με το καθίκι», τα κανάλια (μέχρι και ο Δήμαρχος(!) έπαιξαν με άνεση το «μαίνεται η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά στο κέντρο της Αθήνας» και έκαναν και δημοψήφισμα «συμφωνείτε με την αντίδραση του καταστηματάρχη σ’ αυτόν που εισέβαλλε στο μαγαζί του με μαχαίρι;», και ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται με το «καλά του κάνανε».

«Καλά του κάνανε».

Μπορώ να αναρωτηθώ για όλους, για τον Ζακ, για τον καταστηματάρχη – μα αυτός που, στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, έχοντας όλον τον χρόνο να σκεφτεί, έχοντας την κατάληξη μπροστά του, έχοντας όλη την εικόνα μπροστά του, αυτός που ξέρει ότι ο νεαρός θα πέσει, αιμόφυρτος, θα πεθάνει αν τον κλωτσήσουν, αυτός που θα γράψει αυτά τα πράγματα θα τα γράψει γιατί είναι χαραγμένα βαθιά στην ψυχή του.

Δεν είναι ένας. Δεν είναι καν όσοι ήταν πριν έναν χρόνο, ή πριν δύο χρόνια – ή, αν θέλεις, μιλάνε τώρα πολύ περισσότεροι, είναι πολλοί, ένας θα ήταν πολύς, δύο θα ήταν πολλοί – μα είναι στ’ αλήθεια πολλοί, υπερβολικά πολλοί, αφόρητα πολλοί.

Δεν συζητάω πια για το λιντσάρισμα που έγινε στην οδό Γλάδστωνος.

Συζητώ για κάτι απείρως μεγαλύτερο, για μία μόλυνση, έναν καρκίνο που εξαπλώνεται, που μολύνει ανθρώπους στην ψυχή τους, που μισούν, που φοβούνται, που δικαιώνουν μία δολοφονία – έναν θάνατο έστω, που για αυτούς το 33χρονο παιδί «καλά έπαθε» και πέθανε.

«Καλά του κάνανε».

Φυσικά, δεν σταματάει εδώ. Ο φρουρός τα άκουσε που δεν πυροβόλησε τους Ρουβίκωνες (πρόσφατα πολιτικοί σιγοντάριζαν τρελούς που σημάδευαν με ένα δάκτυλο την οθόνη αν θυμάστε), όποιος διαφωνεί με το Μακεδονικό θέλει κρέμασμα, οι λάθρο να πεθαίνουν στα σύνορα για παραδειγματισμό, οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές και ας ψοφήσουν, οι πούστηδες μας έχουν κάνει όλους σαν τα μούτρα τους και θέλουν λοβοτομή να γίνουν καλά. Το μίσος ξεχειλίζει, δεν λέγεται σιγά και ύπουλα, λέγεται δυνατά, με θράσος, το «εγώ δεν είμαι φασίστας, αλλά», το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά» έχει γίνει «εγώ ΕΙΜΑΙ φασίστας», «εγώ ΕΙΜΑΙ ρατσιστής», οι μάσκες πέφτουν, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα φυτρώνεται κι άλλο, με ένα «καλά να πάθει».

«Καλά του κάνανε».

~

Άκου με λίγο.

Ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ο καταστηματάρχης ήταν σε άμυνα, ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ένιωθε απειλή, ή ήθελε να προστατευτεί, ότι τρόμαξε, δεν θα πάω να σε πείσω αλλιώς, δεν ξέρω, ακόμα και αν πιστεύεις όλα αυτά ειλικρινά γιατί αυτό κατάλαβες από αυτήν την τραγωδία – ένα πράγμα μην πεις:

Πως «καλά του κάνανε».

Ας είναι αυτό το μόνο, το λίγο που ζητάω. Αυτή η υπόθεση να είναι μία τραγωδία, όχι μία πράξη δικαιοσύνης. Δεν σου ζητάω να καταδικάσεις τον καταστηματάρχη, δεν σου ζητάω να αθωώσεις τον Ζακ, σου ζητάω μόνο να βρεις στην καρδιά σου να στεναχωρηθείς για έναν νεκρό.

Όχι «κρίμα» – να στεναχωρηθείς πραγματικά. Γιατί εκεί έξω υπάρχουν άλλοι καταστηματάρχες, υπάρχουν φασίστες, υπάρχουν πρεζόνια, υπάρχουν οροθετικοί, υπάρχουν 33χρονοι ακτιβιστές, υπάρχουν ληστές με μαχαίρι, υπάρχουν κλέφτες, υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, υπάρχουν αδικημένοι, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, το ίδιο άνθρωποι, το ίδιο με τον καταστηματάρχη της ιστορίας μας, με τον Ζακ της ιστορίας μας, με εσένα και εμένα.

Και κανείς – σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό, σ’ αυτό μόνο – κανείς δεν αξίζει να πεθάνει.

Αν κάτι πήγε στραβά, ας το διορθώσουμε, αν μπορούμε ας βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν ας χτίσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας, μην αφήσουμε να ποτίζουν με χολή την ζωή μας, μην καθαρίσουμε με ένα «καλά του κάνανε», γιατί μπορούσαν να του κάνουν καλύτερα, αληθινά καλύτερα, αν ήταν πρεζόνι να γινόταν καλά, αν ήταν φασίστας ο καταστηματάρχης να φροντίσουμε καταλάβαινε το λάθος του, ας διορθώσουμε, ας φτιάξουμε ένα γαμημένο κάτι καλύτερα.

Σε ικετεύω. Μην φυτέψουμε άλλο μίσος.

Τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει τελικά σε τόσο μίσος, όχι μόνο αυτοί που τους αξίζει. Τίποτα.

(Τούτο το κείμενο το γράφω παρέα με αυτό το τραγούδι. Αμα θες, βάλε να το ακούσουμε μαζί. Δεν πρόλαβα να το μοιραστώ μαζί της)

Έχουμε αποχαιρετίσει πολλούς εδώ μέσα. Περισσότερους από όσο αντέχουν τα στομάχια μου, άλλοτε γλυκά παιδιά, άλλοτε φιλαράκια, άλλοτε μαχητές – μου λείπουν ένας-ένας.

Συνήθως, όταν αφιερώνω ένα post σ’ αυτούς, το κάνω γιατί νιώθω ότι οφείλω να εξηγήσω πόσο τους σκεφτόμουν, τους σεβόμουν, τους αγαπούσα εγώ.

Για την @sesikar, περισσότερο θέλω να θυμάμαι πόσο με αγαπούσε εκείνη.

~

Στην ζωή – στην δική μου, δεν ξέρω για την δική σας – καμιά φορά, λυγίζεις. Άλλοτε για ανούσια πράγματα, άλλοτε για ουσιαστικά, άλλοτε απλώς κουράζεσαι, άλλοτε θυμώνεις – λυγίζεις. Εκείνη την ώρα, δεν είσαι ο καλύτερος σύμβουλος του εαυτού σου.

Καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, θα βρεθεί δίπλα σου ένας άνθρωπος που σε αγαπάει. Που σε νοιάζεται. Που θα πετάξει μία κουβέντα σωστή, που θα κουμπώσει στην καρδιά σου, και θα σου δώσει μία επιπλέον ανάσα – εκείνη που χρειάζεσαι για να σηκωθείς.

Θα αφήσω τους υπόλοιπους γνωστούς της να πουν τι αποκόμισαν από την ζωή μαζί της, να πουν τι άνθρωπος ήταν, ανθρώπους που την νοιάστηκαν πολύ, που ήταν δίπλα της, ανθρώπους που είδαν τα καλά και τα άσχημά της, που μοιράστηκαν ένα τελευταίο ποτήρι μαζί της. Πολλοί ήταν περισσότερο τυχεροί από μένα, και την έζησαν από κοντά.

Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να μοιραστώ εγώ, δεν είναι πόσο την σεβόμουν ή πόσο την θαύμαζα – τουλάχιστον, ένα λιγότερο κρίμα έχω στην καρδιά μου, τα ήξερε καλά όλα αυτά. Είμαι τυχερός, τα ήξερε.

~

Δεν ξέρω αν είναι καλός επικήδειος αυτός, δεν έχω μάθει ακόμα να γράφω τίποτα άλλο για αυτούς που φεύγουν παρά μόνο εκείνο που νιώθω περισσότερο να πονά κάθε φορά στην καρδιά μου την ώρα που τους αποχαιρετώ:

«Ξέρω πόσο με αγαπούσες. Το εισέπραξα. Σ’ ευχαριστώ

~

Καλή δύναμη στην οικογένειά της, καλή αντοχή στους φίλους της.

Τα σχόλια κλειστά, δείξτε κατανόηση.

-“Είσαι γραφείο;” του έστελνα όταν μου περίσσευαν πέντε ευρώ, να πάω να του τα δώσω για το press.

-“Όχι, είμαι άνθρωπος” μου έλεγε κάθε φορά, «χαχαχα» – και γω τσαντιζόμουν μαζί του και ας μην το έδειχνα, γιατί θα έπρεπε να τον ξαναρωτήσω, αν είναι *στο* γραφείο, και μου στερούσε λίγο (πολύτιμο) χρόνο επικοινωνίας μας.

Γιατι αυτό ήταν ο Κώστας – είχε λίγο χρόνο, απίστευτα πολύτιμο. Θα σας το πουν όλοι. Δούλευε δεκαπέντε, είκοσι ώρες την ημέρα – καμιά φορά δεν κοιμόταν για μέρες, έφτιαχνε περίτεχνα project, σκεφτόταν την επόμενη μεγάλη ιδέα, όχι μία, πέντε μαζί, πολύπλοκα, έτρεχε τους σέρβερ, έφτιαχνε τον κώδικα, ετοίμαζε τις live συνδέσεις, σχεδίαζε τα εικαστικά, έγραφε τα κείμενα, έκανε συνεργασίες, έτρεχε σε εφορίες και τράπεζες, τσακωνόταν και τα έβρισκε μετά – ή δεν τα έβρισκε, μένανε τσακωμένοι και δεν μιλιόντουσαν, και σου έλεγε τον πόνο του, “μα έκανα λάθος;” γιατί τον πονούσε κάθε τσακωμός, κάθε κόντρα, βαθιά.

Και είχε και τα ρεπορτάζ. Την δημοσιογραφία. Δεν πάλευε, όπως ίσως νομίζουν πολλοί για μία αντικειμενική δημοσιογραφία – πάλευε για μία αδέσμευτη, μία ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Τα άρθρα, οι ξένοι δημοσιογράφοι, το τρέξιμο, – γι’ αυτό ήταν πολύτιμα πέντε λεπτά μαζί του, γιατί ο Εφήμερος έζησε πέντε ζωές δικές μου στα σαρανταδύο του χρόνια.

Στο σχολείο μου σήμερα, είχαμε γιορτή. Επιλέγω να γράψω τούτο το κείμενο τώρα, ασυνάρτητα, μέσα από την καρδιά μου και όχι μέσα από το μυαλό μου – θα καταλάβεις γιατί. Στο σχολείο, τα παιδιά μου είχαν γιορτή. Ήταν η πρώτη στιγμή που βούρκωσα για τον Εφήμερο – κρατιόμουν, όλη την ημέρα. Διάβασα πεντακόσια tweet “πέθανε ο δημοσιογράφος Εφήμερος”, μόνο για να το πιστέψω, και ας μου το ΄χε πει ο μπαγάσας, σε όλους το χε πει, ότι θα πέθαινε, ότι ήταν εφήμερη η βόλτα του στα μέρη μας.

Στο σχολείο τα παιδιά είχαν γιορτή σήμερα. Και έκλαψα, όχι για τα δικά μου, που τραγουδούσαν αμέριμνα, αλλά για δύο άλλα παιδιά, δύο παιδιά που δεν έτυχε να γνωρίσω – παρότι πάντα το κανονίζαμε, δύο μικρά παιδιά που του άξιζε του Εφήμερου να τα δει να μεγαλώνουν, που του άξιζε να τα δει να τραγουδάνε αμέριμνα, περήφανα και φάλτσα, τραγούδια με τόσο νόημα, που μόνο ένας άνθρωπος που έχει παλέψει να τα κάνει αληθινά καταλαβαίνει.

Θα μάθουν πόσο πολύτιμη ήταν η φιλία μας; Θα μάθουν, άραγε, πόσοι άνθρωποι είπαν “κρίμα!” μέσα από την καρδιά τους, για έναν άγνωστό τους, που θα τον γνωρίσουν μόνο από τις περιγραφές μας; Πόσο τυχερά θα ήταν αν θα τους αφιέρωνε όταν μεγάλωναν, αυτόν τον τόσο πολύτιμό του χρόνο;

(Κοίτα που η πληκτρολόγηση στα τυφλά θα μου φανεί χρήσιμη στα σαράντατόσα μου)

Θα πουν άλλοι για την δημοσιογραφία που υπηρέτησε πιστά. Που την υπηρέτησε τίμια, με προσωπικό κόστος, όχι τα ξενύχτια, οι κόντρες, οι απειλές και τις τρικλοποδιές, όχι τις μικρές ή μεγάλες ήττες σε όσα πίστευε ότι μπορούσαν να πάνε καλύτερα και πάλευε γι’ αυτά – αλλά γιατί ήξερε ότι δεν έχει χρόνο, και πάλευε να ξεζουμίσει την ζωή μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Θα πουν άλλοι για το πόσα έχασε υπερασπιζόμενος ότι θεωρούσε σωστό. Για τις χρόνιες φιλίες που θα τσαλάκωναν γιατί ένιωθε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί μία δημοσίευση κειμένου ακόμα και αν δεν συμφωνούσε μ’ αυτό, για τους πελάτες που ήξερε ότι θα του έλεγαν εν μία νυκτί “όχι, δεν σε πληρώνουμε” αλλά παρόλα αυτά πόσταρε το κείμενό του – και ότι γίνει, για τις τράπεζες, που κάθε φορά “τελευταία στιγμή” κάτι στράβωναν στις πληρωμές και θα έπρεπε να τρέξει να βρει λεφτά για μισθούς, ή έξοδα, παρακαλώντας – πάλι, για το όνειρό του.

Άλλοι αυτά μπορούν να τα τεκμηριώσουν καλύτερα – θα σωπάσω για λίγο εδώ.

Εγώ θα κλείσω με τον δικό μου Εφήμερο. Το Εφήμερο που τον ρωτούσα τι έχει, και δεν μου έλεγε – υποψιάζομαι, τώρα που έμαθα τι έγινε με την εγχείρηση, ότι δεν μου έλεγε για να μην με στεναχωρήσει – πάντα πίστευε ότι ήμουν υπερβολικά ευαίσθητος. Τον Εφήμερο που, μόλις έφτιαχνε κάτι, πέντε λεπτά το αργότερο μετά μου έλεγε “το είδες; σ’ αρέσει;” και τσαντιζόταν που του έλεγα κατ’ ευθείαν τι να διορθώσει και όχι πόσο γαμάτο είναι. Και με έβριζε, και απογοητευόταν, και στο επόμενο project πάλι πέντε λεπτά μετά, σαν μικρό παιδί περήφανος, με ρώταγε. Τον Εφήμερο που με μάλωνε, γιατί έγραφα τεράστια κείμενα, και βαριόταν να τα διαβάσει. Τον δικό μου τον Εφήμερο που μου είπε περίπου πέντε χιλιάδες φορές ότι θα πεθάνει, και εγώ ήμουν βέβαιος ότι θα πάει αυτός τελικά στην δική μου κηδεία, και όχι εγώ στην δική του, και θα τον κοροΐδευα εκεί που ήμουν.

Τον δικό μου Εφήμερο, που με όλα τα περίεργά του, σε κέρδιζε τελικά ο μπαγάσας.

Θα μου λείψεις ρε φίλε, αλήθεια. Πολύ.

Υ.Γ: Κώστα, μεγάλο το κείμενο, ε; Θα βαρεθείς πάλι να το διαβάζεις, ε; Ε, έτσι πάει ρε Κώστα, τώρα δεν μπορείς να μου την πεις, όσο μεγάλο θέλω θα το γράφω.

Υ.Γ.2: Για τα παιδιά στο γραφείο. Χάσατε νιώθω έναν πατέρα, έναν φίλο, έναν μέντορα. Σας σκέφτομαι διαρκώς. Έχετε όλη την αγάπη μου.

Υ.Γ. 3: Γραννέτα, έχεις δίκιο. Από τα τελευταία πράγματα που μου είπε, είναι πόσο σε αγαπούσε, και πόσο χαρούμενος ήταν που περνούσε πλέον περισσότερο χρόνο μαζί σας. Καλή δύναμη και κουράγιο.

Μάλλον μας έχει διαφύγει, ίσως γιατί κανένα μεγάλο κανάλι δεν κάνει απ’ ευθείας μετάδοση, ίσως γιατί δεν το παρουσιάζει κάποιος γνωστός, ίσως γιατί δεν έχει μεγάλους σταρ – αλλά έχουμε και στην Ελλάδα το δικό μας Survivor!

Ομάδες ανθρώπων, συχνά αποκαλούμενοι με το «πρόσφυγες» ή το «μετανάστες» (ίσως για να ξεχνάμε για λίγο ότι είναι, κατά βάση, άνθρωποι) δίνουν το δικό τους αγώνα, άλλοτε κόντρα στις κακές συνθήκες, άλλοτε κόντρα στους βίαιους δεσμοφύλακες, άλλοτε κόντρα στο κακό τους το ριζικό που τους έφερε στην ανάγκη μας.

Κάποιοι εξ αυτών ζουν σε αξιοπρεπείς συνθήκες όντως, όπως στον Βοτανικό – αλλά για το τηλεοπτικό κοινό που διψάει για αίμα, του προτείνουμε να παρακολουθήσει αυτά τα παράλληλα εντυπωσιακά αγωνίσματα, των πιο άτυχων από αυτούς, με έπαθλο μία στέγη και ένα πιάτο φαΐ με ειρηνικές συνθήκες σε χώρες της ΕΕ – για όσους, βεβαίως, σταθούν αρκετά τυχεροί και επιβιώσουν.

~

Θα αναλάβω εγώ την παρουσίαση, – άσημος μεν, ελπίζοντας όμως ότι η τραγωδία θα φέρει αρκετούς θεατές και θα καλύψει την ανάγκη τους για να βιώσουν ένα αληθινό άθλημα επιβίωσης.

Πάμε λοιπόν; Είμαστε έτοιμοι για την απόλυτη περιπέτεια επιβίωσης; Πάμε!

~

Στην πρώτη φάση του αγωνίσματος, θα ξεχωρίσουν αυτοί που θα φύγουν από τον πόλεμο. Είτε είναι αληθινός πόλεμος, με όπλα και σφαίρες, είτε είναι οικονομικός πόλεμος, είτε πόλεμος για τις ιδέες ή την δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι παίκτες μας θα πρέπει να φύγουν από την χώρα τους, με τα ελαχιστότερα από τα υπάρχοντά τους, για πάντα.

Στην δεύτερη φάση, θα πρέπει να πληρώσουν απίστευτα ποσά σε κακούργους, για να επιβιβαστούν σε μία φουσκωτή, ακατάλληλη βάρκα, όπου με απειλή όπλου ένας εξ αυτών, ξέρει δεν ξέρει, θα οδηγήσει «προς τα φώτα» – συνήθως με μία επικίνδυνη φουρτούνα να τους καταδιώκει.

Θα μπορούσαν, πιθανόν, να μεταφερθούν μέσω στεριάς και να μπουν με πιο ασφαλείς διαδικασίες στην Ευρώπη – αλλά σοβαρευτείτε, τι παιχνίδι Survivor θα ήταν αν δεν είχε και λίγο περιπέτεια, ε; Γι’ αυτό, και θα έχουμε ναρκοθετημένες περιοχές, και έναν φράκτη τόσο ισχυρό, που δεν πέφτει από κυβερνήσεις.

Κάποιοι, εξ αυτών, θα πνιγούν – συνήθως γυναίκες και παιδιά – αφού, λίγοι θα φορούν σωσίβια, και ακόμη λιγότεροι θα φορούν σωσίβια που όντως επιπλέουν. Έτσι είναι όμως το παιχνίδι, ας επικεντρωθούμε κυρίως σ’ αυτούς που θα τα καταφέρουν, και θα ξεβραστούν σε μία ελληνική ακτή – αν πρώτα δεν πέσουν σε περίπολο, Ελληνική, Τουρκική ή της Frontex, που είναι πιθανό να τους … σπρώξουν προς όποια κατεύθυνση του βολεύει.

Αν κάποιο παιδάκι πνιγεί, και είναι εικαστικά άρτιο το θέαμα για μετάδοση, θα φροντίσουμε να μάθουμε το όνομά του, θα αυξήσει σίγουρα την τηλεθέαση. Για τα υπόλοιπα… ε, δεν έχουμε αρκετά δεκαπεντάλεπτα. Ας επικεντρωθούμε θα έλεγα στα υπόλοιπα αγωνίσματα που θα συμμετάσχουν όσοι τα καταφέρουν.

Όσοι επιβιώσουν, θα περάσουν στην τρίτη φάση του διαγωνίσματος. Αυτή, είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί να διαρκέσει μήνες – όρεξη να έχουμε να βλέπουμε. Θα ξεχωρίζουμε τα αθλήματα ανάλογα με τον βαθμό επικινδυνότητας και πολυπολοκότητας – αλλά οι παίκτες μας είναι ελπιδοφόροι, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ζήσουν κάθε λεπτό με όλη την αγωνία στο πρόσωπό τους.

Για αυτό το χρονικό διάστημα, οι παίκτες θα παραμένουν ως επι το πλείστον κρατούμενοι. Αυτό, θα βοηθήσει κυρίως να τους ελέγχουμε, και να μην διαμαρτύρονται πολύ οι γείτονές τους. Το παιχνίδι αυτό θα το ονομάσουμε «χωρίς λόγο τιμωρία», μπορεί να κρατήσει και χρόνο – μερικές φορές σε κελιά φυλακών και ο μόνος τρόπος να γλυτώσει κάποιος θα είναι να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, ή να κάνει υπομονή μπας και έρθει η σειρά του να βγει. Αν τα καταφέρει να αυτοκτονήσει παίρνει έξτρα πόντους – αλλά, όπως είναι λογικό, αποκλείεται από την συνέχεια.

Εξαντλημένοι ψυχολογικά και σωματικά, οι παίκτες μας θα πρέπει να καταθέσουν ένα αίτημα παραμονής ή ασύλου. Επειδή ο αριθμός τους είναι μεγάλος, αυτό όχι μόνο θα πάρει μήνες, αλλά και συχνά δεν θα υπάρχει αρκετό προσωπικό να διαχειριστεί τα αιτήματα. Είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς φυλακισμένους να πασχίζουν για ένα αίτημα ασύλου σε ξένη χώρα, με γραφειοκρατικές διαδικασίες που συχνά δεν κατανοούν – και πόσο θα αντέξουν την ταλαιπωρία. Όσοι διαμαρτυρηθούν γι’ αυτό, χωρίς να το γνωρίζουν θα παίξουν ένα υποπαιχνίδι που λέγεται «γνώρισε τα ΜΑΤ». Δακρυγόνα, κλομπ, και αυτοσχέδιες μάχες θα προβληθούν prime-time – το παιχνίδι δεν θα έχει νικητές, τα ΜΑΤ θα νικήσουν ότι και να γίνει, αλλά θα είναι ενδιαφέρον το πρόσωπο των ανθρώπων που θα είναι αντιμέτωποι με οπλισμένους ένστολους, ενώ έχουν έρθει από πόλεμο. Γενικά, το παιχνίδι θα έχει μάχες και σωματική επαφή με την εξουσία.

Στην συνέχεια, το παιχνίδι της υπομονής που λέγαμε. Αυτό, θα περιλαμβάνει από φαγητό με σκουλήκια, ντουσιέρες κοινές που δεν θα δουλεύουν πάντα, ελλείψεις στις ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες. Τον χειμώνα δεν θα υπάρχει θέρμανση για όλους (τι survivor θα ήταν άλλωστε, σοβαρευτείτε). Για κάποιους τυχερούς, θα υπάρχουν και έξτρα αγωνίσματα, όπως το «ζήσε στο χιόνι με μόνο εφόδιο μία σκηνή«, «φτιάξε φαγητό στην πλαστική σκηνή σου«, ή «άναψε μαγκάλι για να ζεσταθείς«. Όποιος παγώσει, καεί, ή πεθάνει από αναθυμιάσεις, αποκλείεται από την συνέχεια του παιχνιδιού. Δυστυχώς, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, κανείς δεν θα μάθει το όνομα αυτών των παικτών. Ας συνεχίσουμε όμως:

Για τα μικρά παιδιά, έχουμε έξτρα δραστηριότητες, όπως το «γνώρισε τα ναρκωτικά σε ένα κλειστό καμπ», το «αυτοκτόνησε όπως οι μεγάλοι» ή το «ζήσε με ενήλικες σε λίγα τετραγωνικά», ή το «φάε χαστούκι από τον δεσμοφύλακά σου». Τα παιδιά, γενικώς, κερδίζουν πόντους αν καταφέρουν να μεγαλώσουν, και λίγους παραπάνω αν καταφέρουν να μεγαλώσουν χωρίς ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα. Πολλούς περισσότερους αν καταφέρουν μετά από όλα αυτά να παραμείνουν παιδιά, μα δεν πιστεύουμε ότι θα χρειαστεί ποτέ να δώσουμε τέτοιους πόντους.

Όσοι δεν ζήσουν σε σκηνές, δεν θα είναι (απαραιτήτως) πιο τυχεροί. Υπάρχει η επιλογή «ζήσε με αλληλέγγυους» που περιλαμβάνει ναι μεν συνήθως καλύτερες συνθήκες μα ανα πάσα στιγμή και την διαδικασία της σύλληψης, με όσα αυτό συνεπάγεται, και το «ζήσε σε έναν εγκαταλελειμμένο για κάποιον-προφανώς-σοβαρό-λόγο χώρο» που περιλαμβάνει μολύνσεις και κουνούπια. Εκεί θα πεθάνει μάλλον πιο αργά κάποιος, οπότε θα αργήσουμε να δούμε ποιος έχασε.

Υπάρχει και ένα έξτρα παιχνίδι, στο οποίο αν διαμαρτυρηθούν κάποιοι παίκτες για την ποιότητα του φαγητού, ή του νερού, θα τους στερήσουμε εκδικητικά το φαγητό για τρεις μέρες. Κερδισμένοι, όσοι αντέξουν με ψωμί και νερό και δεν ξαναγκρινιάξουν.

Όσοι επιλέξουν να ζήσουν κοντά στα σύνορα, σε άτυπα καμπ, θα εκδιωχθούν κάποια στιγμή, ενώ όσοι τα καταφέρουν να φύγουν, θα αντιμετωπίσουν πιθανότατα ίδιες αν οχι χειρότερες συνθήκες στις άλλες χώρες. Σε κάποιες χώρες, όπως η χώρα της ελευθερίας, δεν θα είναι καν ελεύθεροι να μπουν αν γεννήθηκαν σε λάθος γεωγραφικό μήκος ή πλάτος – ε, και ας κλάψουν όσο θέλουν, έτσι είναι το παιχνίδι.

Ως μπόνους αγώνισμα, κάποια παιδιά που θα έχουν πρόσβαση σε σχολεία (σε διαφορετικές ώρες από τα «δικά μας παιδιά») για να ενταχθούν, θα δουν ρατσιστές να τους βρίζουν και να δένονται με αλυσίδες απέξω για να μην μολύνουν «τα δικά τους παιδιά». Αν δεν έχουμε αρκετούς από τα δικά μας σχολεία, υπάρχει πρόβλεψη να έρθουν από άλλες περιοχές, για να γίνει μπούγιο και να γράφουν καλύτερα στην κάμερα.

Στο τέλος του παιχνιδιού, αρκετοί αν όχι οι περισσότεροι θα βρεθούν μπροστά στο ενδεχόμενο να μεταφερθούν στην Τουρκία. Αυτοί αποκλείονται αυτόματα, εκτός και αν διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την παραμονή τους, αλλά όσοι χρησιμοποιηθούν, είτε από το δικό μας παιχνίδι, είτε από το αντίστοιχο τουρκικό survivor ως πιόνια, θα διατηρήσουν μία πιθανότητα ακόμα να κερδίσουν.

Οι παίκτες γενικά στο παιχνίδι μπορεί να δεχθούν εξωτερική βοήθεια. Αυτό δεν είναι απαγορευμένο, αρκεί όσοι συμμετάσχουν σ’ αυτήν την διαδικασία, είτε να σκοπεύουν να πάρουν χρήματα από την συμμετοχή τους, είτε να το κάνουν αφιλοκερδώς γιατί νοιάζονται, οπότε να είναι προετοιμασμένοι να τους πουν «άπλυτους» και/ή «ανθέλληνες». Η δεύτερη ομάδα δεν κερδίζει τίποτα, αλλά να είναι προετοιμασμένη εκτός από το βρίσιμο να δεχθεί και επιθέσεις σωματικές – χωρίς ίσως πάντα να μπορεί να βρει το δίκιο της στην δικαιοσύνη. Έτσι είναι το παιχνίδι, τραγικό. Όποιος θέλει συμμετέχει.

Όσοι καταφέρουν να μείνουν εδώ πάντως, θα αντιμετωπίσουν τον ρατσισμό. Όλοι, ανεξαιρέτως. Αυτό θα είναι ένα διαρκές παιχνίδι και εκτός από την σταθερή αρθρογραφία επισήμων και μη, με λέξεις όπως «λάθροι», «επικίνδυνοι», «αυτοί που αλλοιώνουν την ελληνικότητά μας/την θρησκεία μας», «ζώα», κλπ, μία μόνιμη, επαγγελματική ομάδα δολοφόνων θα είναι διαρκώς έτοιμη για πάσα χρήση. Όσοι σφαχτούν κάνοντας ποδήλατο, ή τους οδηγήσουν και τους γδύσουν σε ΑΤ φωτογραφίζοντάς τους, ή τους κάψουν τα μαγαζιά, αποκλείονται αυτόματα. Όσοι ξέρουν μπάσκετ, και έχουν αρκετά μεγάλο άνοιγμα χεριών, είναι πιθανό να αντιμετωπιστούν διαφορετικά, αλλά αυτό θα δούμε πως θα το αντιμετωπίσουμε όταν έρθει η ώρα – μάλλον θα τους δώσουμε το κολιέ της ασυλίας.

Πιστεύω ότι έχουν ωριμάσει όλες οι συνθήκες για να δούμε ένα τέτοιο παιχνίδι. Ας κερδίσει ο καλύτερος, και εύχομαι να απολαύσουμε, στα σκληρότερα των αγωνισμάτων, τα βαθύτερα ένστικτα του καθενός καθώς θα ξεδιπλώνονται μπροστά μας γενναιόδωρα οι τραγωδίες.

Υπόψιν: πλην των εθελοντών αλληλέγγυων, και των ρατσιστών ναζί – ουδείς άλλος θα δηλώσει αυτοβούλως συμμετοχή. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, οικογένειες – απλώς δεν θα αντέξουν να ζήσουν άλλο στην χώρα τους. Όλοι αυτοί, γίνονται αυτόματα παίκτες.

Καλή επιτυχία σε όλους!

Υ.Γ.: Όλο το παιχνίδι έχει στηριχθεί σε καταγγελίες που έχουν γίνει στα μέσα • επιτρέπεται η συμμετοχή ακόμα και ανηλίκων • κανείς δεν εγγυάται δώρα στους νικητές • κατά την συμμετοχή, δύναται οι παίκτες να απολέσουν, συχνά όχι αυτοβούλως, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Παρακολουθείτε με δική σας ευθύνη.

Πριν λίγες ημέρες (άλλος) ένας twitterάς πέθανε – αυτήν την φορά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Κανονικά θα έπρεπε να γράψω γι’ αυτόν – όπως έχω κάνει και άλλες φορές, τι σήμαινε για μένα, αφού γνωριζόμασταν δικτυακά πολύ καιρό, ή πόσο νιώθω ότι επηρέασε τους γύρω μου.

Οι τελευταίες ημέρες όμως μετά τον θάνατό του, προκάλεσαν, τελείως απρόσμενα, μία εντελώς διαφορετική διαδικασία στο μυαλό μου, ένα ταξίδι αντάξιο της γνωριμίας ή των συνομιλιών μας, που θέλω να μοιραστώ εδώ μαζί σας.

Βλέπετε, δύο συναισθήματα εντελώς διαφορετικά ήρθαν στην επιφάνεια με τον θάνατό του:

– Η βαθιά λύπη άμεσα, γι’ αυτό που έγινε και την θλίψη που προκάλεσε στους άλλους,

– Και ο οξύς θυμός για την συμπεριφορά κάποιων στην συνέχεια, και τον πόνο που προκάλεσε στους φίλους μου αυτή η διαδικασία.

Και έτσι περίμενα, δουλεύοντας στο κεφάλι μου αυτήν την σκέψη, μέχρι σήμερα, που είναι η κηδεία του για να την μεταφέρω σε όλους μας.

~

Θέλω να σας πω κάτι, να ορίσω μία γραμμή, έναν αόρατο χώρο στο διαδίκτυο μίας σκέψης, στην οποία όσοι θέλετε μπορείτε να μπείτε, και όσοι θέλετε μπορείτε να προσπαθήσετε να την διαλύσετε αν σας ενοχλεί, ή να την προσπεράσετε αν σας αφήνει αδιάφορους:

Δεν με νοιάζει.

Δεν δίνω δεκάρα ποιοι είστε.

Δεν με νοιάζει αν είστε άντρες, ή γυναίκες. Αν είστε νέοι, ή γέροι. Δεν με νοιάζει αν είστε πλούσιοι, ή φτωχοί. Αν δουλεύετε είκοσι ώρες την ημέρα, ή αν είστε άνεργοι. Δεν με νοιάζει για ποιον δουλεύετε, ή τι δουλειά κάνετε. Δεν με νοιάζει αν δουλεύετε για κόμματα, για εφημερίδες, για πολιτικούς ή για εθελοντικές οργανώσεις, δεν με νοιάζει τι δουλειά κάνετε γι’ αυτούς, αν βαράτε σφραγίδες, αν οργανώνετε την πολιτική τους, ή αν σας πληρώνουν να γράφετε ο,τι λέει η ατζέντα κάθε μέρα. Δεν με νοιάζει αν ψηφίσατε Νέα Δημοκρατία, ΠαΣοΚ, Λεβέντη, Σύριζα, Ανταρσύα ή Χρυσή Αυγή. Δεν με νοιάζει αν έχετε πλούσιο μπαμπά, ή όχι. Δεν με νοιάζει αν είστε αυτό που λέτε ότι είστε, ή είστε κάτι άλλο. Αν σας λένε Σταύρο ή @arkoudos, αν σας λένε όντως Σταύρο, ή στην πραγματικότητα σας λένε Μαρία και ψευδυπογράφετε τις σκέψεις σας.

Δεν με νοιάζει.

Είμαι στο δίκτυο πολλά χρόνια, στο blog μια ντουζίνα χρόνια, στο twitter κλείνω, αισίως, τα δέκα χρόνια οσονούπω. Όλον αυτόν τον καιρό, προσπαθώ όλο και περισσότερο να γίνω καλύτερος.

Να γίνω καλύτερος, εγώ – σημαίνει για μένα να καταλάβω περισσότερα, να δω πως σκέφτεται κάποιος άλλος, αν συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί του. Να γίνω καλύτερος σημαίνει να δοκιμαστώ, να βάλω τις σκέψεις μου στον αληθινό κόσμο, να δω αν και πως θα αντέξουν, και αν όχι, πως μπορώ να τις αλλάξω για να κερδίσω καλύτερες σκέψεις, καλύτερες ιδέες και όνειρα.

Δεν ρώτησα όνομα κανενός. Δεν ρώτησα το φύλο του (κάτι που είχε απρόσμενες παρενέργειες μερικές φορές 🙂 ) Δεν ρώτησα που δουλεύει, αν δουλεύει, αν ψήφισε το τάδε ή το δείνα κόμμα, αν είναι φιλελεύθερος, αριστερός, δεξιός, χρυσαυγίτης, ποταμίσιος. Αν έχει λεφτά, ή αν πεινάει.

Θέλω να ξέρω τι σκέφτεται ο καθένας από μας, για να κερδίσω πρώτα εγώ. Αν ξέρω ποιος είναι, μπορεί ανθρώπινα να βγάλω λάθος συμπεράσματα. «Α, είναι δεξιός – γι’ αυτό τα λέει αυτά. Α, έχει λεφτά αυτός, τι τον νοιάζουν οι φτωχοί».

Όχι απλώς δεν με νοιάζει λοιπόν, όχι:

Προτιμώ να μην ξέρω καν.

Αυτός είναι και ένας λόγος που προτιμώ την ανωνυμία του twitter, από την αναγκαστική υπογραφή του facebook. Απαλλαγμένοι από κάθε σύμβαση, οι ελεύθεροι ανώνυμοι του twitter μπορούν να πουν ο,τι νιώθουν και σκέφτονται, και όχι ότι επιτάσσει η ζωή τους. Μπορούν, δεν σημαίνει ότι θα το κάνουν: Μπορούν σημαίνει ότι θα έχουν την ευκαιρία να το κάνουν, και αν το κάνουν εγώ θα έχω ανταλλάξει γνώση και ιδέες με κάποιον που δεν θα μιλούσε τόσο ελεύθερα στην υπογεγραμμένη περσόνα της αληθινής του ζωής.

Και αυτό είναι υπέροχο, θαυμάσιο.

Θέλω τις ιδέες σας, θέλω τις σκέψεις σας, θέλω τα όνειρα ή τους εφιάλτες σας. Θέλω να τα αντιπαραβάλω με τα δικά μου όνειρα, και τις δικές μου ελπίδες. Θέλω να σας ρωτήσω αν έχω δίκιο, και να απαντήσω αν με ρωτήσετε αν έχετε εσείς. Δεν θα προσβάλλω κανέναν, δεν θα προσπαθήσω να πιέσω κανέναν, δεν θα χρησιμοποιήσω τίποτα εναντίον σας:

Θα κάνω ο,τι μπορώ για να σας ακούσω τι έχετε να πείτε, όποιοι και αν είστε, και να σας κρίνω γι’ αυτά που λέτε – και μόνο.

Δεν θα κάνω παρέα με όλους, δεν θα μιλήσω με όλους, δεν θα ακούσω καν όλους: έχετε την δικτυακή σας συμπεριφορά ως το μοναδικό κριτήριο της επιλογής μου, αυτό θα χρησιμοποιήσω. Άλλους θα τους ακολουθήσω και θα συζητήσω σοβαρά μαζί τους, άλλους θα τους μπλοκάρω ή θα τους μιουτάρω, και άλλους θα περιμένω πρώτα να καταλάβω πως συμπεριφέρονται. Αλλά θα σας κρίνω μόνο δικτυακά – αδιαφορώ ποιος είστε πίσω από το nickname σας.

Αν κάποιοι καλύπτονται αναζητώντας ποιος είναι ο καθένας πίσω από τον λογαριασμό του, πως λέγεται, ποιον έχει πατέρα ή που εργάζεται και αν το κάνουν για να κατασκευάσουν βολικά θέσεις και προθέσεις ok, αν τους βολεύει – αλλά εγώ δεν θα το κάνω αυτό. Δεν το χρειάζομαι για να σκεφτώ μόνος μου αν αυτό που γράφτηκε στο όποιο tweet, τελικά, είναι σωστό ή όχι.

Έχω γνωρίσει κόσμο που έγραφε αντίθετα από την δουλειά του, αντίθετα από το αφεντικό του, αντίθετα από την θέση του στην κοινωνία. Έμαθα λοιπόν να ακούω και να κρίνω τι λένε, όχι ποιοι το λένε. Και να κρίνω από αυτό αποκλειστικά, και από τίποτα άλλο.

~

Συνήθως κλείνω με ένα «δεν ξέρω αν έχω δίκιο, έτσι νομίζω εγώ» – μα όχι σήμερα. Η θέση μου είναι η δική μου θέση, είναι ο τρόπος που επέλεξα να χρησιμοποιήσω και να ζήσω το διαδίκτυο. Άλλοι ίσως θέλουν απλώς να επιβεβαιωθούν – θαυμάσια. Άλλοι ίσως θέλουν μόνο να ακούσουν – υπέροχα. Άλλοι θέλουν να επιβάλλουν την σκέψη τους – ας το προσπαθήσουν.

Δεν υπάρχει λάθος και σωστός τρόπος, δίκαιος και άδικος. Όσο αυτός που έκλαιγε επειδή κάποιος έβριζε τον νεκρό πια φίλο του πριν ακόμα κηδευτεί δεν μπορεί να ορίσει το διαδίκτυο – άλλο τόσο δεν μπορεί και ο αδίστακτος που χρησιμοποιούσε τον θάνατό και την ζωή του ακήδευτου ακόμα twitterα για κομματικά οφέλη:

Ο τρόπος που θα το χρησιμοποιήσει ο καθένας από μας, είναι αδιάφορος από τον τρόπο που επιλέγει ο διπλανός μας να το κάνει.

Εγώ, έτσι επέλεξα:

Μου είναι αδιάφορο ποιοι είστε: Βάλτε το άβαταρ και το ψευδώνυμό σας και ελάτε να συζητήσουμε τις ιδέες, τις σκέψεις και τα όνειρά σας.

Έτσι κι αλλιώς αυτές ίσως επιβιώσουν άλλωστε περισσότερο από μας, τελικά…

Τα ειλικρινή και θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια, στους φίλους και τους αγαπημένους του @Galaxyarchis για την απώλειά τους.

Εχθές πήγα σε μία κηδεία.

Όλη την ημέρα μετά κουβαλούσα αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι μου, απελευθερώθηκαν αργά το βράδυ.

Θα μπορούσα -το σκέφτηκα- να τις ξαναγράψω σε ποστ, με περισσότερες λέξεις και ίσως πιο ξεκάθαρη εικόνα, αλλά αυθόρμητες και τραχιές, νομίζω ότι με εκφράζουν περισσότερο.

Έχει τόσα πολλά ζιζάνια ο δρόμος, ώστε να είναι άδικο μην παραδεχθείς αυτούς που ξέρουν να εκτιμούν ένα λουλούδι.

Θέλω, σήμερα, να σου μιλήσω για πέντε ανθρώπους. Πέντε ανθρώπους μόνο.

Ο καθένας έχει μία μικρή ιστορία να μας πει. Μία για μένα, που έκατσα να την ακούσω – και μία γα σένα, που θα στην μεταφέρω όσο καλύτερα μπορώ.

Ο ένας λέγεται Παναγής Γιαννάκης. Είναι προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Είναι σημαίνων πρόσωπο της κοινωνίας μας, ακρογωνιαίος λίθος της δικαιοσύνης μας. Η ιστορία του, που θέλω να ακούσεις, ξεκινάει μερικούς μήνες πριν, όταν, για δεύτερη φορά, αναγκάζεται να διαμαρτυρηθεί για την ζωή των ανθρώπων που βάζει στην φυλακή. Είτε ένοχοι, είτε περιμένουν να δικαστούν, μένουν κλειδωμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, μαζί τα σεξουαλικά με τα οικονομικά εγκλήματα, χωρίς να δουν το φως του ήλιου, για μήνες στις αθλιότερες συνθήκες. Αυτός ο άνθρωπος στέλνει την δεύτερη επώνυμη διαμαρτυρία του, κοινοποιόντας την στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Ξεκινάει την επιστολή του λέγοντας «Ντράπηκα». «Ντράπηκα κ. υπουργέ για την Ελληνική Πολιτεία και για καθένα μας χωριστά». Δεν έχω γνώση να άλλαξε κάτι, μετά την δημοσιοποίησή του.

Τον δεύτερο, ας τον πούμε Νίκο. Ο Νίκος, ήταν τρόφιμος του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού. Ζούσε, μαζί με τους συγκρατούμενούς του σε άθλιες συνθήκες, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς σωστή περίθαλψη, χωρίς συνθήκες υγιεινής. Ζούσε σε ένα κολαστήριο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το πρόβλημα της επιβίωσής τους, στην υπεύθυνη εισαγγελέα. Όταν συνάντησε αδιαφορία, άλλαξε τρόπο. Αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τις συνθήκες διαβίωσής του κάνοντας κάτι που απαγορεύεται στις φυλακές: τράβηξε φωτογραφίες και βίντεο, πήρε συνεντεύξεις, έδειξε στον έξω κόσμο τι συμβαίνει στο κολαστήριο. Κατηγορήθηκε, παρότι παραδόθηκε αυτοβούλως από την ίδια εισαγγελέα που δεν τον άκουγε πριν. Αθωώθηκε, γιατί η επιτροπή αποφάνθηκε ότι το έκανε για να βελτιώσει την ζωή του και των συγκρατούμενών του, από όντως απάνθρωπες συνθήκες. Ζητούσε, το λιγότερο, περίθαλψη και τεστ μαντού σε όλους τους κρατούμενους του νοσοκομείου, κάτι που δεν μάθαμε ποτέ αν ολοκληρώθηκε, μήνες μετά το αίτημά του.

Τρίτος, είναι ο Μαμαντού Μπα. Ο Μαμαντού είναι από την Νέα Γουινέα, και κατόρθωσε να είναι στους τυχερούς που πήρε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Νόμιμος μετανάστης πια, είχε ενεργή συμμετοχή στην κοινότητά του, και δούλευε ως λαντζέρης. Ο Μαμαντού δέχθηκε μία επίθεση με λοστούς, από την αποία γλύτωσε αιμόφυρτος να τρέχει στους δρόμους, γιατί οι δράστες του, μέλη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής όπως επιβεβαιώνει και το Δικτύου εκ μέρους της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον άφησαν «να πάει να πεθάνει». Ο Μαμαντού δεν έκατσε ούτε στο νοσοκομείο, για να αποφύγει το κόστος και την αστυνομία. Όπως καταγγέλει, λίγο καιρό πριν, του είχε επιτεθεί η αστυνομία, κλέβοντάς του και σαράντα ευρώ που είχε μαζί του. Όταν δημοσιοποίησε την ιστορία του οι επιθέσεις εντάθηκαν – και από τις δύο δυνάμεις. Ήταν υπο παρακολούθηση από τις ομάδες κρούσης της ΧΑ, ενώ ξανασυνελήφθη από την αστυνομία, όπου τον έγδυσαν και τον εξευτέλισαν – χωρίς λόγο, αφού ήταν νόμιμος. Για σώσει την ζωή του, ζήτησε άσυλο από την Ελλάδα, προς το Βέλγιο. Οι Βελγικές αρχές έκριναν ότι όντως, η ζωή του Μαμαντού Μπα δεν τυγχάνει της ελάχιστης προστασίας εδώ στην Ελλάδα, και αποφάσισαν κάτι πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά χρονικά: Για πρώτη φορά, χώρα μέλος της ΕΕ δίνει πολιτικό άσυλο σε πολίτη χωρας μέλους της ΕΕ. Για πρώτη φορά, χρειάζεται καποιος να πάρει άσυλο απο εμάς.

Τέταρτη ιστορία, είναι του κρατουμένου στις φυλακές της Τρίπολης Τσόκα. Περιέγραψε τις συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων διακόσια δεκαπέντε άτομα να ζουν σε κελιά για εξηντα πέντε συνολικά, εννέα ντουσιέρες για όλους – έξω στην αυλή, έξι σόμπες που δεν δουλεύουν ταυτόχρονα για όλους τους κρατουμένους τον χειμώνα, καμία προστασία από τις συνθήκες βρασμού που επικρατούν το καλοκαίρι, βρώμικο φαγητό, απαράδεκτες συνθήκες σε τουαλέτες. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του, και μόλις σήμερα καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των όσων προβλέπονται στο άρθρο 3 της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί απαγόρευσης της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Ο άνθρωπος της πέμπτης ιστορίας, είσαι εσύ. Εφτασες μέχρι εδώ, διαβάζοντας για τέσσερις ανθρώπους που πολέμησαν, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική τους ακεραιότητα, τις δουλειές τους, την ελευθερία τους, θέτοντας σε κίνδυνο υπαρκτό ακόμα και την ζωή τους, για να επικοινωνήσουν, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορούσε, το κακό που τους κάναμε εμείς. Εμείς είμασταν οι φύλακές τους, εσύ και εγώ, εμείς αυτοί που είχαμε υποχρέωση να τους προστατεύουμε, εμείς αυτοί που ειχαμε την ευθύνη τους, που θα έπρεπε να ήμασταν η ασπίδα για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους – τα ελάχιστα, και όμως τόσο πολύτιμα. Εμείς τους βασανίσαμε ή τους αγνοήσαμε, εμείς είχαμε την ευθύνη για τα βάσανά τους ή αδιαφορήσαμε όταν άλλοι τους βασάνιζαν. Και αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να μας πονέσουν, χωρίς να μας χτυπήσουν, χωρίς να μας απειλήσουν, με αξιοπρέπεια όλοι τους, με ευγένεια και μέσα στους κανόνες πολιτισμού και δικαιοσύνης, ζητήσαν να διαβάσεις αυτές τις μικρές ιστορίες, και να αναρωτηθείς αν μπορείς να κάνεις κατι γι’ αυτό.

Μην τους γελάσεις. Υπέστησαν πολλά για να διαβάσεις εσύ αυτές τις ιστορίες. Χρειάστηκαν αυτοί οι τέσσερις, πιο έντιμοι απο μένα άνθρωποι, οι ιστορίες που χρειάστηκε να πουν για να σε αναγκάσω, να γίνεις, όπως είμαι και γω, ο πέμπτος άνθρωπος.

Τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Ο Γιάννης έχει γενέθλια! Κλείνω τα 41, μπαίνω αισίως στα 42 μίας πολύ ενδιαφέρουσας ζωής – σε μία πολύ ενδιαφέρουσα επίσης χρονική στιγμή 🙂

Όμως, δεν έχω μόνο εγώ γενέθλια!

Όσοι επιλέξετε να μου ευχηθείτε, θα ήθελα, αν το θέλετε βέβαια και εσείς, να ευχηθείτε και σε έναν φίλο μου, που έχει επίσης γενέθλια. Είναι καλός άνθρωπος όπως και εγώ, ζει στην ίδια ταραγμένη περίοδο, όπως και εγώ, έχει παιδάκια, όπως και εγώ, μια γυναίκα που τον αγαπάει, και γονείς που τον σκέφτονται, έζησε σίγουρα μια γεμάτη ζωή μέχρι τώρα, και θα ήθελε να ζήσει και άλλα χρόνια, πολλά χρόνια, ελπίζοντας στο καλύτερο.

Δυστυχώς, δεν θα διαβάσει τα μηνύματά σας, ούτε θα του τα μεταφέρω εγώ. Δεν ξέρω καν πως τον λένε, από που είναι, πως είναι το πρόσωπό του. Δεν ξέρω ούτε καν που βρίσκεται, αυτήν την στιγμή.

Ξέρω όμως τι δώρο θέλει! Α, ξέρω καλά τι δώρο θέλει, και είναι πολύ φθηνό γι’ αυτούς που το έχουν, και πολύ ακριβό γι’ αυτούς που τους λείπει. Είναι σαν τα τρία δώρα που κουβάλησαν οι μάγοι, ψάχνοντας για ένα αστέρι.

Είναι δικαιοσύνη, ελπίδα, ανθρωπιά.

Ο καλός μου φίλος είναι φυλακισμένος στα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών ανά την Ελλάδα. Μπορεί να είναι ανήλικος, φυλακισμένος με μεγάλους. Μπορεί να έχει παιδιά, και να είναι φυλακισμένα μαζί του. Μπορεί να είναι άρρωστος, και να του αρνούνται την πρόσβαση στην υγεία. Μπορεί να είναι όχι «απλώς» μετανάστης, αλλά πρόσφυγας, που δικαιούται χαρτιά, αλλά δεν παραλαμβάνει κανείς την αίτησή του.

Στην χώρα του μπορεί να είχε πόλεμο, και να αναγκάστηκε να φύγει. Μπορεί να είχε πείνα, και να έψαξε αλλού σωτηρία για την οικογένειά του. Μπορεί να είναι γυναίκα, και να βιάστηκε, ή να γλύτωσε από το κόψιμο της κλειτορίδας της. Μπορεί να διαφώνησε με την ηγεσία της κυβέρνησης ή του βασιλιά στην χώρα του, και να αναζήτησε καταφύγιο για να γλυτώσει την αγχόνη.

Μπορεί να είναι δάσκαλος, ή γιατρός, ο ίδιος. Στα γενέθλιά του δεν μπορούν να του πάρουν δώρα οι συγκρατούμενοί του, αλλά να μοιραστούν μαζί του το ληγμένο γάλα, που σερβιρίστηκε σήμερα. Να πιει μεγαλυτερη μερίδα! Να αλλάξει μία μέρα η ζωή του, όντως φυλακισμένος επί τουλάχιστον δεκαοχτώ μήνες σε ένα κελί, χωρίς δίκη και χωρίς άλλη κατηγορία από την αναζήτηση ελπίδας, δικαιοσύνης, ανθρωπιάς. Ή μπορεί στον απόπάνω όροφο, να μην πάει κανείς τουαλέτα, για να κάνει ένα μπάνιο χωρίς να κυλάνε λύματα από την οροφή. Αυτό, μάλιστα, θα ήταν δώρο!

Δεν είναι μακρυά, αν θέλεις να τον ψάξουμε. Αν δεν κάνω λάθος, είναι ή στην Αμυγδαλέζα, ή στην Κομοτηνή, ή στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων Ξάνθης, ή στο Παρανέστι Δράμας, ή στο Φυλάκιο Ορεστιάδας ή στην Κόρινθο. Όλα είναι κοντά μας, μερικά είναι πολύ δίπλα μας. Δεν θα κουραστούμε πολύ, σε έξι σημεία θα ψάξουμε. Φαντάζεσαι να τον βρούμε, και να του πούμε χρόνια πολλά;

Φαντάζεσαι να μάθουμε το όνομά του; Σε πληροφορώ, δεν θέλει τίποτα άλλο. Ίσως, βέβαια, να μην μπορεί να μας το πει. Κάποιοι, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες που αναγκάζονται φυλακισμένοι να ζήσουν, έραψαν το στόμα τους. Ίσως είναι ένας από αυτούς. Ίσως τον πείσουμε να το ξεράψει λίγο, μόνο για να τον ακούσουμε. Και ας το ράψει, πάλι, όταν φύγουμε.

Έχω γενέθλια λοιπόν. Πήρα ήδη πρωινό φιλάκι από τις κόρες μου, πηγαίνοντας τις σχολείο, έκλαιγε η μικρή για κάτι μπισκότα που θα δώσει η μεγάλη στην τάξη της. Ήθελε και αυτή – υποσχέθηκα ότι θα της πάω 🙂

Εχει γενέθλια και ο φίλος μου. Είμαστε το ίδιο πράγμα, σε βεβαιώ, δακρίζουμε όταν σκεφτόμαστε τις κόρες μας, αν είναι το ίδιο μεγάλος με εμένα, ή τους γονείς μας, αν είναι το ίδιο μικρός με τα παιδιά μου. Θυμώνουμε όταν αδικηθούμε, πονάμε και οι δύο όταν μας χτυπάνε, όταν είμαστε άρρωστοι θέλουμε έναν γιατρό, λαχταράμε καθαρό και φρέσκο φαγητό όταν πεινάμε, δροσιά το καλοκαίρι και λίγη ζέστα το χειμώνα – ζεσταινόμαστε το ίδιο, κρυώνουμε το ίδιο, θέλουμε ελπίδα και έχουμε αληθινή ανάγκη να σέβονται οι άλλοι τα ανθρώπινα δικαιώματά μας, για υγεία, ελευθερία, δικαιοσύνη, ανθρωπιά.

Εγώ έχω πολλούς φίλους, εσάς! Αυτός, πάλι, έχει πολλούς συγκρατούμενους. Θα ήθελε να έχει φίλους και εσάς, το ξέρω. Είστε αξιόλογοι άνθρωποι, και θα εκτιμούσε το ενδιαφέρον σας.

Έχουμε και οι δύο γενέθλια. Σας ευχαριστώ θερμά για τις ευχές σας, αλλά δεν μπορώ να γιορτάσω μόνος μου:

Ελπίζω να γιορτάσει και ο φίλος μου μαζί!

…Ανθρώπινα.

Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τις συνθήκες κράτησης του ελληνικού κράτους στους «μετανάστες χωρίς χαρτιά», διαβάστε την αναφορά για τις συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης μεταναστών που έχουν ετοιμάσει οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, άρθρα μελών ανθρωπιστικών οργανώσεων και δημοσιογράφων που τα επισκέφθηκαν, και παλαιότερες αναφορές.

Αν θέλετε να αλλάξει κάτι, μιλήστε στους βουλευτές σας, στους δημοσιογράφους, στους φίλους σας. Εξηγήστε το πρόβλημα, εκφράστε τις σκέψεις σας. Ή, μοιραστείτε τα γενέθλιά σας με έναν άγνωστο, τελείως άγνωστο άνθρωπο, που το μόνο που θα ήθελε είναι ελπίδα, δικαιοσύνη, ανθρωπιά και λίγους περισσότερους φίλους!

Update: Αυτό είναι σημερινό – την ημέρα των γενεθλίων μου. Ρίξε μία ματιά, σε παρακαλώ.