Πριν από λίγες ημέρες, έγινε σαφές ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να μην χαθεί -όσο αυτό είναι δυνατόν- η φετινή τουριστική περίοδος. Ο σκοπός είναι να έρθουν όσοι περισσότεροι είναι δυνατόν – και, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, κατανοώ και συμμερίζομαι την αγωνία της.

Οι τουρίστες παραμένουν (ειδικά τα τελευταία χρόνια) η βασικότερη κινητήριος δύναμη της οικονομίας μας. Αγροτικά και κτηνοτροφικά δεν πάμε άσχημα – αλλά κυρίως σε ποιότητα, όχι σε ποσότητα. Βιομηχανία δεν έχουμε, και έτσι καταλήγουμε να πουλάμε κυρίως ξένα προϊόντα, στέλνοντας τα χρήματά μας έξω. Υπηρεσίες παράγουμε, πράγματι – αλλά αν εξαιρέσεις τον τουρισμό, δεν μπορεί να στηριχθεί σοβαρά μία οικονομία μόνο σ’ αυτό.

Έτσι, μοιάζει απολύτως λογικό φέτος, που και η δική μας οικονομία πήρε τα κάτω της συνολικά, προερχόμενοι δε από μία δεκαετή περίοδο που δεν θα μπορούσαμε να ισχυροποιήσουμε διαφορετικές γραμμές παραγωγής, να μην είναι εφικτό να στραφούμε αλλού, και να είναι αυτό το τελευταίο αποκούμπι μας για να την γλυτώσουμε – όσο αυτό είναι εφικτό.

Το καταλαβαίνω – κάθε κυβέρνηση, ό,τι ιδεολογικό πρόσημο και να είχε, θεωρώ ότι σ΄αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε.

Θεωρώ όμως, και εδώ έρχεται η δική μου αντίδραση, ότι ενώ συμφωνώ με την κυβερνητική πρόθεση, και κατανοώ τις ανάγκες που μας οδηγούν σε τέτοια παράλογη διαδικασία (να θέλεις να ενισχύσεις την οικονομία σου φέρνοντάς σε σε επαφή περισσότερο κόσμο, εν καιρώ πανδημίας) οι προθέσεις και οι αποφάσεις της κυβέρνησης για το πως ακριβώς θα γίνει αυτό θα φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, και θα αποτελέσουν σοβαρή τροχοπέδη για τον αρχικά κατανοητό σκοπό, όχι μόνο φέτος, αλλά και για τα επόμενα χρόνια.

Εξηγούμαι.

Ο λόγος που είμαστε όλοι εδώ, και όλοι καλά, είναι γιατί όχι μόνο είχαμε την τύχη να νοσήσουμε αργότερα από άλλους, αλλά και την πρόνοια να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση με την λογική του (αυτο)περιορισμού. Αυτό, λειτούργησε (μέχρι τώρα) θετικά και εσωτερικά, γιατί δεν είδαμε +30.000 ανθρώπους συγγενείς και φίλους μας δίπλα μας να πεθαίνουν, διατηρώντας έτσι μία σχέση εμπιστοσύνης με την κυβέρνησή μας – αλλά και προς τα έξω, δίνοντας την εικόνας μίας χώρας ασφαλούς και σοβαρής, που είναι διατεθειμένη να κάνει θυσίες για να μείνει υγιής. 

Αυτήν την παρακαταθήκη ερχόμαστε να εκμεταλλευτούμε τώρα, με την ελπίδα ότι αυτή η εικόνα της ασφαλούς, ήρεμης και σοβαρής χώρας θα αποτελέσει ένα σημαντικό στοιχείο για να μας επιλέξει κάποιος να ξεκουραστεί εδώ.

Δεν είμαστε πια ήλιος. Ήλιο έχει και η Ιταλία, ήλιο έχει και η Ισπανία, ήλιο έχει και η Τουρκία πχ. Αυτό που πουλάμε φέτος, είναι η ασφάλεια.

Αν όμως, όπως έχω καταλάβει, η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αφήσει ανεξέλεγκτα τους τουρίστες να επισκεφθούν την χώρα μας, χωρίς καμία απολύτως λογική προστασίας και ασφάλειας τότε και εντός, και εκτός, αυτή η εικόνα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Εκτός, γιατί αντιλαμβανόμενος ο Γερμανός πχ ότι ο Άγγλος τουρίστας, ή ο Ιταλός τουρίστας θα έρθουν χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία προετοιμασία, μόνο για να αφήσει τα χρήματά του, είτε δεν θα έρθει καν, τρομοκρατημένος από αυτό που θα τον περιμένει, είτε θα έρθει, και θα μας κατηγορήσει δικαίως αν όντως τελικά κολλήσει και οι διακοπές του γίνουν εφιάλτης. Αλλά και εντός θα υπάρξει πρόβλημα, γιατί με το άνοιγμα της αγοράς που έχει ήδη γίνει, και την αθρόα μετακίνηση κόσμου που προβλέπεται, αν παρ’ ελπίδα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα, ο Έλληνας θα κατηγορήσει τους ξένους, και την κυβέρνηση που εμπιστεύτηκε μέχρι τώρα. Και τότε ο Ξένιος Δίας θα πάρει πόδι, και ο τουρίστας δεν θα έχει μπροστά του χαμογελαστά πρόσωπα όπως έχει συνηθίσει, αλλά καχυποψία και άρνηση. Θα είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να μιλήσεις για οτιδήποτε άλλο, αν πεθαίνουν δικοί σου άνθρωποι δίπλα.

Η εντύπωση της ασφάλειας θα εξανεμιστεί εν ριπή οφθαλμού.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα εντύπωσης. 

Φαντάζεστε το απευκταίο (αλλά πολύ λογικό, σχεδόν αναμενόμενο) σενάριο να υπάρξουν κρούσματα; Φαντάζεστε ένα ξενοδοχείο που σφραγίζει ξαφνικά, ένα καράβι που δένει λόγω κρουσμάτων; Φαντάζεστε ο ηλικιωμένος τουρίστας πχ, που αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως προστασία στην χώρα μας, να χρειαστεί να νοσηλευτεί σε ένα νοσοκομείο του νησιού; Και, το ακόμα χειρότερο σενάριο: Φαντάζεστε να καταλήξει;

Δεν μιλάω για την ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, αυτή είναι αυτονόητη. Προφανώς μιλάμε για ανθρώπους, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς συζήτηση, η βασική μας προτεραιότητα. Το θέμα μας εδώ, είναι ότι ακόμα και αν δεν μιλήσουμε για το προφανές, ακόμα και αν ξεκινάω με μία κατανόηση ότι ο τουρισμός είναι, όντως η βαριά βιομηχανία μας, και όντως, ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει ο καθένας μας για την κάθε κυβέρνηση, το πιο πιθανό είναι πως δύσκολα θα παίρναμε άλλον δρόμο από το να ανοίξουμε την τουριστική μας αγορά, κάνοντας το έτσι, όπως είναι προγραμματισμένο, μπορεί να είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο και ίσως πιο βολικό, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων μας, βάζουμε σε κίνδυνο τον τουρισμό μας.

Με ανοικτές πύλες, χωρίς αυστηρό έλεγχο, χωρίς έστω και ολιγοήμερη καραντίνα και εξαντλητικά τεστ, ώστε οι άνθρωποι που θα έρθουν εδώ να αισθάνονται και αυτοί ασφαλείς μεταξύ τους, και εμείς με αυτούς, το πρόβλημα μετακυλίεται στην τουριστική περιοχή, στους ανθρώπους που θα τους εξυπηρετήσουν, και στα αδύναμα κέντρα υγείας που θα αναλάβουν το βάρος της περίθαλψης.

Δεν νιώθω ότι είναι δίκαιο αυτό – για κανέναν.

Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να αισθανθούν ασφαλείς, και εμείς θέλουμε να αισθανθούμε ασφαλείς, και θεωρώ πως αυτό (θα έπρεπε να) είναι το μοναδικό πλεονέκτημά μας. Και αισθάνομαι πως, ευκαιριακά, με ακατανόητες αποφάσεις και πλάνα, δεν το αποδυναμώνουμε απλώς: το εξαϋλώνουμε. Και μαζί μ’ αυτό, και την όποια ελπίδα να είμαστε όλοι και υγιείς, και ασφαλείς, αλλά και οικονομικά πιο αυτάρκεις. 

Έτσι και αλλιώς, ακόμα και με τον σωστό τρόπο, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουμε την ασφάλεια στην χώρα μας. Αλλά δεν θα βοηθήσει καθόλου αν δεν κάνουμε εξ αρχής έστω και τα βασικά από όσα πρέπει να γίνουν.

Η γνώμη μου είναι πως, με αυτές τις ανύπαρκτες παραμέτρους που έχουμε θέσει για να ανοίξουμε τις παραλίες, τα βουνά και τους αρχαιολογικούς μας χώρους στους ήδη ταλαιπωρημένους και κουρασμένους φίλους μας, εκτός από τους ανθρώπους που θα περάσουν πολύ δύσκολα, ακόμα και το δευτερεύον τουριστικό μας μέλλον προδιαγράφεται εξαιρετικά δυσοίωνο – ίσως και εξαιρετικά γρήγορα μετά το άνοιγμα της περιόδου.

Η γνώμη μου είναι, πως και ο Έλληνας πολίτης που έχασε την δουλειά του και τα μέσα βιοπορισμού του, που είδε την επιχείρησή του να μαραζώνει, που έμεινε κλειδωμένος, που έδωσε μάχη με τους γονείς και τους παππούδες του και τα παιδιά του για να τους πείσει να αλλάξουν συνήθειες και να μείνουν υγιείς και ασφαλείς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αλλά ειδικά αν η εικόνα καταλήξει άσχημη, θα χάσει την εμπιστοσύνη του στο κράτος, θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα μία καλή εν γένει εικόνα που είχε σχηματιστεί με κόπο σε πολύ δύσκολους καιρούς και που μας κράτησε όλους μονοιασμένους και δεμένους όπως ήμασταν μέχρι τώρα.

Αν σκοτώσουμε τον τουρισμό μας, αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα έξω, και αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα μέσα, θα έρθει δύσκολος χειμώνας και θα κρατήσει πολύ.

Και φοβάμαι, όχι μόνο ο τουριστικός χειμώνας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.