Να μην αφήσουμε να ξεχαστούν για πάντα μέσα στα σκουπίδια και τη φρίκη τιτλοφορείται το άρθρο της Τζένης Τσιροπούλου για λογαριασμό του ThePressProject.

παραθέτω αποσπάσματα (όλο το άρθρο στο ThePressProject) – οι όποιες επισημάνσεις δικές μου:

Τραγικές και απάνθρωπες συνθήκες μονάχα επιβίωσης στη Μόρια, μέσα κι έξω από το επίσημο στρατόπεδο. Κάθε φορά που έρχομαι λέω δεν πάει χειρότερα και την επόμενη φορά είναι όλο και χειρότερα. Και ήμουν στη Μόρια από το καλοκαίρι του 2015. Μέσα λοιπόν στο επίσημο καμπ της ΕΕ, το οποίο έχει χωρητικότητα 3.000 ατόμων αλλά ζουν γύρω στα 7.500 άτομα -με το ένα τρίτο να είναι παιδιά- δύο και τρεις οικογένειες στοιβάζονται μαζί μέσα σε ένα κοντέινερ. Ο ιδιωτικός χώρος της καθεμιάς οριοθετείται με μία κουβέρτα-παραβάν. Οι άνθρωποι υποχρεώνονται κάθε μέρα να στέκονται δύο με τρεις ώρες στην ουρά για να πάρουν πρωινό, το οποίο ίσα-ίσα προλαβαίνεις να το φας και πας να ξαναστηθείς στην ουρά για το μεσημεριανό και μόλις φας την τελευταία μπουκιά πας να ξαναστηθείς στην ουρά για άλλες δυο-τρεις ώρες για να περιμένεις το βραδινό. Η αναμονή γίνεται σε έναν χώρο που μοιάζει με κλουβί και το φαγητό τις περισσότερες φορές είναι χάλια, μου λένε όλοι ανεξαιρέτως οι πρόσφυγες με τους οποίους συνομιλώ. Εφόσον το καμπ έχει γίνει άβατο για τους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ, ανεβαίνω στον λόφο δίπλα στη Μόρια και βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια την ατέλειωτη ανθρώπινη ουρά. […]

[…] «Οι ουρές χωρίζονται σε τρεις: μία για οικογένειες, μία για single men και μία για γυναίκες. Πάντα γίνονται τσακωμοί.»

Εν τω μεταξύ, οι πρόσφυγες καταγγέλλουν ότι συχνά μένουν νηστικοί γιατί οι μερίδες τελειώνουν χωρίς να έχουν παραλάβει όλοι τη σακούλα με τα πλαστικά τάπερ.

Μια κοπέλα από το Αφγανιστάν μού δείχνει ένα βίντεο στο κινητό της:

Μια γιαγιά βαστιέται σε μια μαγκούρα. Το φαγητό έχει τελειώσει και η ίδια δεν έχει προλάβει να πάρει. Ένας Έλληνας αστυνομικός τής φωνάζει «Σκατόγρια! Σκατόγρια! Άι στο διάολο! Θα στο βάλω στον κώλο [το μπαστούνι].» Ο αστυνομικός τής τραβάει το μπαστούνι από το χέρι και της το πετάει μακριά. Το βίντεο αναμένεται να προβληθεί μέσα στις επόμενες βδομάδες σε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ της ιταλικής τηλεόρασης για τη Μόρια.

Ένας πατέρας από το Αφγανιστάν με τρία μικρά παιδάκια, δεν ξέρει κάθε φορά τι να κάνει: να στηθεί στην ουρά αφήνοντας τρία πιτσιρίκια ολομόναχα ή να μείνει μαζί τους αλλά να μείνουν όλοι νηστικοί; Όσο μας μιλάει για τη ζωή του εδώ, αρχίζει να κλαίει. […]

[…] Τρία χρόνια και ένα μεγάλο εννιαψήφιο χρηματικό ποσό μετά – 800 εκατομμύρια και έπονται άλλα τόσα, ποσό που καθιστά την Ελλάδα την πιο κοστοβόρα ανθρωπιστική ανταπόκριση στην ιστορία – και δεν έχουν λυθεί ούτε τα πιο στοιχειώδη: τροφή και στέγαση. […]

[…] Ουρές δεκάδων ανθρώπων για την τουαλέτα, ενώ μικροί και μεγάλοι κάνουν μπάνιο με κρύο νερό αφού δεν έχει ποτέ ζεστό κι ας κρυώνει ο καιρός, όπως μου λένε οι άνθρωποι που ζουν σε λίμπο μέσα στο ΚΥΤ της Μόριας. Ποιος από μας αλήθεια αντέχει να κάνει μπάνιο με κρύο νερό χειμωνιάτικα και μετά να τουρτουρίζει σε σκηνές καλοκαιρινού camping; […]

[…] Το αίτημά μας με το ιταλικό κανάλι (με το οποίο συνεργάζομαι για μερικές μέρες) για να μπούμε μέσα στο hotspot, το επίσημο καμπ δηλαδή, απορρίφθηκε από το υπουργείο. Ταυτόχρονα, η αστυνομία απαγορεύει στους πρόσφυγες να τραβάνε βίντεο με τα κινητά τους τηλέφωνα. Ένας πρόσφυγας μάς λέει ότι ένας Άραβας τραβούσε βίντεο και μόλις τον είδε ένας αστυνομικός, του πήρε το κινητό, το έσπασε με τη μπότα του και του είπε: «Να, ορίστε, δικό σου τώρα».

Μας λένε για βιασμούς, ναρκωτικά και πορνεία μέσα στο καμπ. Όλοι θέλουν να μας μιλήσουν για αυτό που υποφέρουν. “Πρόμπλεμ πρόμπλεμ” προφέρουν ασταμάτητα. Όταν τους ρωτάω πόσο καιρό είναι εδώ, η απάντησή τους έρχεται με ακρίβεια πόνου: δεν λένε απλώς δυο μήνες ή δυο χρόνια. Μου λένε ακριβώς πόσους μήνες, μέρες και ώρες ζουν στη Μόρια. Μωρά γεννιούνται στον καταυλισμό και αναρωτιέμαι πώς θα μεγαλώσουν και γιατί τους τσακίζουμε τις ψυχές, τι ανθρώπους φτιάχνουμε και τι άνθρωποι είμαστε;

Χτες γνωρίσαμε έναν έφηβο από τη Συρία. Μια φυσιογνωμία τόσο ευγενική και θλιμμένη μαζί, ένα αγόρι 16 χρονών με αξιοπρέπεια καθηλωτική. Ζει εδώ και ένα χρόνο μέσα στο καμπ της Μόριας. Το αριστερό του χέρι και μπράτσο ήταν γεμάτο μαχαιριές. Είναι το χέρι του που βλέπεις στην κεντρική εικόνα αυτού του κειμένου.

-Πώς τραυματίστηκες;

-Εγώ το έκανα μόνος μου. Γιατί 24 ώρες το 24ωρο δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω παρά να σκέφτομαι και να σκέφτομαι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω για τη ζωή μου που θέλω τόσο πολύ να τη ζήσω. Το θέλω πολύ. Εδώ ζούμε σε μια μεγάλη φυλακή. Κάθε βράδυ βλέπω ότι τον ίδιο εφιάλτη: είμαι στη Συρία και κάποιος μου φωνάζει και με κυνηγάει. Ευτυχία για μένα είναι να γλιτώσω από τη Μόρια και να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου και να της πω ότι είμαι καλά.

Τις επόμενες μέρες παρατηρώ κι άλλους άντρες με τις ίδιες μαχαιριές στο ένα τους χέρι.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι αυξάνονται οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι αυτοτραυματισμοί ανήλικων προσφύγων.

Ακόμα και οι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές ΜΚΟ ζητάνε να μεταφερθούν αλλού γιατί νιώθουν ότι και η δική τους ψυχική υγεία καταρρέει.

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο πεδίο μιλούν για κακοδιαχείριση στο προσφυγικό ενώ πιστεύουν ότι η απαράδεκτη αυτή κατάσταση διαιωνίζεται εσκεμμένα ώστε να σταλεί το μήνυμα και να αποτραπούν νέες αφίξεις. Αυτό ακριβώς, όπως διέρρευσε, προτάθηκε πολύ πρόσφατα σε κλειστή συνάντηση Ελλήνων και Ευρωπαίων αξιωματούχων καθώς και εργαζομένων στην ανθρωπιστική βοήθεια: Χειροτερέψτε τα για να μην έρθουν κι άλλοι.

Όμως βάρκες φτάνουν σχεδόν καθημερινά, οι άνθρωποι έρχονται και υπάρχουν πάντα κι αυτοί που είναι ήδη εδώ. Δεν τα καταφέρνουν όλοι όμως. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές διαβάζω για τη βάρκα που αναποδογύρισε έξω από τη Σμύρνη. Η ελπίδα τους ήταν να φτάσουν στη Λέσβο. Αντ’ αυτού, στη λίστα του θανάτου προσθέσαμε ακόμα 9 νεκρούς ενώ 25 είναι αγνοούμενοι.[…]

Η φρίκη δεν έχει σταματημό, το άρθρο συμπληρώνεται με φωτογραφίες και video από την δημοσιογράφο, και επιπλέον συνεντεύξεις. Ξανά, το link εδώ.

Όπως έχω ξαναγράψει στο blog, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απουσία της κυβέρνησης, ούτε η ασφαλώς με διάθεση συγκάλυψης απόφαση για την απαγόρευση της δημοσιογραφίας να κάνει την δουλειά της – μα πρωτίστως η απουσία της δικαιοσύνης. Τέτοιες συνθήκες, με τραυματισμούς, θανάτους, βιασμούς και όλα τα άλλα ανήκουστα που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, θα έπρεπε να έχει ξεσηκώσει από κοινωνικούς λειτουργούς, μέχρι τον εισαγγελέα.

Απάντηση για κάθε ένα χωριστά από αυτά τα καταγεγραμμένα περιστατικά, θα έπρεπε να έχει δώσει ο/η διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης (και όχι μόνο αυτού), αλλά και όλοι οι πολιτικοί προϊστάμενοί του.

Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος ευθύνεται γι’ αυτές τις εικόνες, από τον υπάλληλο μέχρι τον διοικητή μέχρι τους αρμόδιους υπουργούς ακόμη και τον ίδιο τον Τσίπρα, πρέπει να λογοδοτήσουν άμεσα στην δικαιοσύνη. Πιστεύω όμως εξίσου ότι η σιωπή από τους φιλοκυβερνητικούς είναι εκκωφαντική – η φωνή τους θα ήταν η μόνη που θα μπορούσε, καταπώς δείχνουν τα πράγματα, να κάνει λίγο πιο ανθρώπινες τις συνθήκες – ακόμα και να χαρίσει μία αξιοπρεπή ελευθερία σ’ αυτούς τους αδικημένους ανθρώπους…

Δείτε τι συμβαίνει. Ξεχάστε ότι κυβερνούν οι άνθρωποι που προτιμάτε. Αντιδράστε.

Μόνο εσείς μπορείτε πια να σώσετε αυτούς τους ανθρώπους.

Τα μακρινά χρόνια ανάμεσα σε πολέμους, σε ένα χωριό της Ελλάδας, ένας χωριανός πηγαίνοντας σπίτι του, βρήκε ένα στον διάβα του ένα αυγό. Στα χωριά εκείνη την εποχή είχαν ελάχιστα ζωντανά – κυρίως κότες τροφαντές για κάνουν αυγά και κοκόρια, δυνατά και φουσκωμένα, για την αναπαραγωγή. Πήρε τ’ αυγό – αν και δεν είχαν έλλειψη – το επεξεργάστηκε καθώς ήταν πολύ μικρότερο από τα συνηθισμένα, και παρόλα αυτά το ‘βαλε κάτω από την κότα που ζέσταινε τα δικά της – έτσι, για να δει τι θα γίνει.

Μαθημένοι στην αγροτική ζωή στο χωριό, δεν ξέρανε από εκπλήξεις. Μα τους περίμενε μία καλή, στην φάρμα του αγρότη μας, όταν από το αυγό βγήκε κάτι – και μία σαφώς μεγαλύτερη, όταν αντί για κοτοπουλάκι όπως τ’ άλλα, βγήκε ένας μικρούλης ντροπαλός παπαγάλος.

Ο παπαγάλος δεν ήξερε που γεννήθηκε – ξέρουμε άλλωστε που γεννιόμαστε; όπου μας λάχει γεννιόμαστε και ας τσακωνόμαστε μετά μια ζωή γι’ αυτό. Κοτόπουλα βρήκε γύρω του, κότες και αυστηρά κοκόρια, νόμιζε πως ήταν κι αυτός κοκόρι. Διέφερε βέβαια από τ’ άλλα – όλα ήταν μονόχρωμα γύρω του, τα κοτοπουλάκια είχαν λίγο χρώμα, μα όταν μεγάλωναν αλλάζανε, γινόντουσαν άλλα μαύρα, άλλα άσπρα, άλλα γκρι. Χρώμα πάντως, δεν υπήρχε πουθενά. Και οι άνθρωποι, και τα σπίτια τους, και τα άλλα τα ζωντανά, κάτι σκυλιά, και κάτι γαιδάροι, και γάτες μπόλικες – όλα σε αποχρώσεις ήτανε, κανένα από χρώμα άλλο εκτός από ασπρο και μαύρο. Έτσι είχαν μάθει οι χωρικοί τα ζωντανά τους, έτσι τους άρεσε να ζουν και σε μας λόγος δεν πέφτει.

Και τούτος ο παπαγάλος, κάθε άλλο παρά ταίριαζε. Είχε από όταν γεννήθηκε πλουμιστά φτερά, όλα τα χρώματα, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο – και ένα μπλε που ανθρώπου μάτι δεν είχε ματαξαναδει πιο ζωντανό. Θα λεγες ότι θα σε τύλιγε το το πάθος του, τίποτα στην φύση δεν το θύμιζε τούτο το μπλε.

Μα οι χωρικοί, αμάθητοι, τρομάξανε. Πήγε ο παππούς και βρήκε ένα κλουβί, μεγάλο μεν, αλλά κλουβί, και χώσανε μέσα τον παπαγάλο σαν ντροπή τους, δίπλα στα καντήλια να πάρει λίγο από το φως το άγιο, που τους ζέσταινε. Και έβλεπε ο παπαγάλος τα άλλα ζώα ελεύθερα, και ‘κείνος φυλακισμένος, και ήξερε γιατί, καθώς τα παιδιά είναι σκληρά, και του πετάγανε κουβέντες σαν περνούσαν από το κλουβί, κουβέντες πικρές και κακιές, και ο κύρης, που τα λάτρευε τα κοκόρια του τα άγρια και τούτος εδώ ήταν ζαβό, μήτε μύγα δεν πείραζε, και η κυρά το σπιτιού, έναν θυμό του ‘χε φυλαγμένο, τέτοιο άχρηστο ζώο να το ταΐζει και να το ποτίζει τσάμπα, και να την εκνευρίζει με το χρώμα του. Μην θα της έκανε τουλάχιστον ένα αβγό; Ούτε γι’ αυτό δεν ήταν ικανό το κωλόπουλο.

Ούτε την φωνή του δεν είχαν ακούσει. Κάποτε, είχαν μαζέψει ένα καναρίνι, και το ‘χαν βάλει κι αυτό σε κλουβί – αυτό κελαηδούσε τουλάχιστον, ήταν χρήσιμο, τους ζέσταινε την καρδιά – αν και θα το μετάνιωναν αν ήξεραν τι κελαηδάει ένα φυλακισμένο πουλί. Μα δεν ήξεραν από λόγια πουλιού, και καθόντουσαν και το χάζευαν, το στόλιζαν με γλυκόλογα, και σαν πέθανε να δεις που το θάψανε κιόλας, με τιμές, σαν τον κόπρο τον Τζακ που πέθανε γέρος ο αλήτης. Μα τούτο δω – ούτε που ακουγόταν, μιλιά δεν έβγαζε.

Αυτοί δεν το ξέρανε, μα δεν έβγαζε μιλιά γιατί ήξερε. Είχε πάει να μιλήσει μια φορά κι έκρωζε, φριχτή φωνή έβγαινε από μέσα του, ήξερε πως αν μιλούσε θα το ‘πνιγαν με την μιά, και έτσι σωπούσε και δεν μιλούσε. Και έκλεβε από το καντήλι δίπλα λίγο καρβουνάκι, και βαφότανε γκρι, έκρυβε τα χρώματά του σιγά σιγά, καθώς λαχταρούσε να παίξει με τ’ άλλα κοτοπουλάκια που μεγάλωναν δίπλα του και τόσο μακρυά του, και χανόταν και το δικό τους χρώμα και γινόταν γκρι. Γκρι θα γινόταν κι αυτός, αρκεί να σταματούσε να τον βρίζουν και να του άνοιγαν επιτέλους αυτήν την απαίσια την πόρτα.

Ο καιρός πέρασε, και κάποια στιγμή κάποιος στάθηκε μπροστά στο κλουβί, αναρωτήθηκε γιατί έχουν κλειδωμένο ένα γκρι πουλί μέσα, άχρηστο που δεν μιλάει, και καταπως γίνεται στα παραμύθια την άνοιξε την πόρτα, και ο παπαγάλος μας, ο γκρι πια παπαγάλος μας, επιτέλους βγήκε. Βγήκε, και έτρεξε να παίξει με τα κοτοπουλάκια του.

Τα κοτοπουλάκια του βέβαια είχαν μεγαλώσει, είχαν χάσει το χρώμα τους, ένα ωραίο απαλό γλυκό κίτρινο, και είχανε γίνει όλα κότες, και κοκόρια, ασπρόμαυρα όλα, χρήσιμα, τα κοκόρια μαλώνανε, οι κότες γεννάγανε αυγά, και είχαν σκοπό, δεν είχαν χρόνο πια για παιχνίδι. Και ο παπαγάλος μας ντρεπόταν, γιατί έκανε ψέματα πως ήταν ένας γκρι κόκορας, μα μήτε να τσακωθεί μπορούσε, μήτε καν να κάνει πως μαλώνει. Και κότα δεν μπορούσε να γίνει, γιατί αυγά δεν έκανε. Σ’ όλα αυτά, του τελείωνε και το φούμο, να κρυφτεί στο γκρι να μην τον βλέπουνε, καθώς είχε πιάσει καλοκαίρι και είχαν καθαρίσει και το τζάκι. Το πιασε πανικός.

Σιγά – σιγά τα χρώματά του ζωντάνευαν, δεν είχε άλλο να κρυφτεί. Βγήκε ντροπαλά το κίτρινο, βγήκε το κόκκινο, ξεθάρεψε το πράσινο, φώτισε το μπλε. Χωνόταν στις λάσπες να μπερδέψει τα μάτια, μα το χρώμα δεν κρύβεται, και ξανάβγαινε, και όσο κρυφοβλέπανε τα χρώματά του, τόσο ενοχλούνταν οι χωρικοί.

Κει που τρομάξανε πολύ όμως, ήταν όταν σταμάτησε πια να προσπαθεί να τα κρύψει.

Τρελάθηκε να γίνει ο παπαγάλος μας αυτό που έπρεπε, μα δεν μπορούσε πια. Το πήρε απόφαση, μπήκε κάτω από το ποτάμι, να ξεβάψουνε ευχήθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε, με όλη του την καρδιά, να γενεί τουλάχιστον άσπρος – μα πλύθηκε στο τρεχούμενο νερό, κι έλαμψε όσο ποτέ άλλοτε. Και όταν είδε την αληθινή του εικόνα στα νερά, θαμπώθηκε. Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που χε δει ποτέ, δάκρυσε από τα χρώματα και την λάμψη τους, έτρεξε στο κοτέτσι αλαφιασμένος να το δείξει σε όλους, «κοιτάξτε, κοιτάξτε πόσο όμορφος ήμουν», και η χαρά του κράτησε μέχρι που είδε τα πρώτα μάτια να τον κοιτούν.

Σαν να κοιτούσαν την κατάρα.

«Μα όχι, δεν καταλαβαίνετε, είμαι παπαγάλος!» τους έλεγε, «είμαι αυτό που είμαι, κοιτάξτε τα χρώματα, κοιτάξτε τα φτερά μου» – και όλοι φεύγανε τρέχοντας από κοντά του. Και ήξεραν καλά τι έκαναν, καθώς σαν τον πήραν χαμπάρι οι ανθρώποι, άρχισαν να του πετούν πέτρες και να το κυνηγούν και να το προγκάνε, τρελάθηκε, «όχι, δεν καταλάβατε» πήγε να πει, «αυτό είμαι, ένας παπαγάλος, αυτό είμαι, είναι υπέροχο».

Σαν άνοιξε το στόμα του, δύο πράγματα έγιναν που δεν τα ξέχασε κανείς.

Κατ’ αρχάς, έκρωξε. Ήταν ένας απαίσιος ήχος, φριχτός, απωθητικός. Όμως δεν έφτανε αυτό – ο παπαγάλος μίλησε. Μα άλλα λόγια δεν ήξερε, εκτός από αυτά που του είπανε. Και άρχισε να βρίζει, όλες τις βρισιές που του ‘χαν μαζεμένες τις ξεστόμιζε, για τον εαυτό του τις έλεγε, γελούσε, «είμαι έτσι», «είμαι αλλιώς», τα χειρότερα λόγια, κι αυτός τα έλεγε για καλό, «κοιτάξτε, είμαι αυτό που φοβόσασταν, και τελικά είμαι χαρά», «είμαι αυτό που μισούσατε, και τελικά είμαι αγάπη».

Μα οι άνθρωποι άκουγαν τις ίδιες τις φωνές τους, τα ίδια τους τα λόγια, και τον μισούσαν ακόμα περισσότερο.

Μόνο κάτι παιδιά, βλέπανε τα χρώματά του και την περηφάνια του, και άλλο έβαφε μία τούφα πράσινη στο μαλλί του, άλλη φορούζε ένα φουλάρι ροζ, κάτι πιτσιρίκια βάψανε τα χέρια τους πορτοκαλί κι αφήνανε σημάδια παντού. Και τα προγκίξανε οι δικοί τους, γιατί στο τόσο γκρι λιγουλάκι ροζ φαίνεται πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο, και θα ‘λεγε κανείς ότι εκεί ήταν πάντα ώρα κοινής ησυχίας, και μόνο τα κοκόρια αφηνόντουσαν να κάνουν φασαρία, όχι τα χρώματα.

Σε κάθε ιστορία όλοι πεθαίνουν, κι ας μην στο λένε, και σ’ αυτήν πέθανε και ο παπαγάλος μας. Δεν είχε έρθει η ώρα του, μα ένας γάτος παραφύλαγε, δεν τον ήθελε για φαΐ, φαγωμένος ήτανε, μια μέρα που ήταν ζαλισμένος και τον σβέρκωσε. Ούτε είναι πως είδε τα χρώματά του, ούτε τον άκουσε να μιλά και τρόμαξε, μα σαν παιχνίδι τον είδε, μπερδεμένο, του δωσε μία με τα νύχια του ποδιού του, και τον πήραν τα αίματα και πέθανε.

Το μόνο που έμεινε ήταν κάτι φτερά πολύχρωμα – κι αυτά κράτησαν όσο κράτησαν. Και όσα παιδιά δεν τον ξέχασαν, που ξέκλεβαν λίγο κόκκινο από το αίμα τους όταν σκιζόντουσαν στα πόδια στις αλάνες παίζοντας μπάλα, και βάφανε μ’ αυτό κρυφά τα χείλη τους.

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη. Με μέση, αρχή, τέλος, με επιμύθιο, απ’ όλα – στην έκθεση θα έπαιρνε άριστα και μπράβο μου.

Αλλά φυσικά, δεν θα το ανεβάσω, γιατί του λείπει το πιο βασικό.

Δεν έχω γράψει την ουσία του πράγματος.

~

Η ιστορία είναι γεμάτη ανατροπές. Στην αρχή, ένας ληστής μπαίνει σε ένα μαγαζί με ένα μαχαίρι και σπάζοντας τις βιτρίνες τραυματίζεται και πεθαίνει. Κάποιοι συμπεραίνουν αυτόματα ότι είναι μετανάστης. Ύστερα, ο ληστής γίνεται πρεζάκι, που είναι διαλυμένος και πήγε για να εξασφαλίσει την δόση του. Μετά, το πρεζάκι δεν πεθαίνει απο τα γυαλιά της βιτρίνας – δολοφονείται από περαστικούς. Στην συνέχεια, βγαίνει το πρώτο βίντεο (χωρίς ήχο). Τότε δεν άντεξα να το δω. Μετά, μαθαίνουμε ότι το «πρεζάκι-ληστής» είναι γνωστός σε πολύ κόσμο (τον ακολουθούσα και γω), ο Ζακ, μία μορφή που είχε επηρεάσει με την στάση του μία ολόκληρη κοινότητα. Μαθαίνουμε ότι ο καταστηματάρχης «είχε πάει για τσιγάρα», το βίντεο γίνεται viral, ο ληστής είναι πια «πούστης οροθετικός». Ο κόσμος αναρωτιέται για το μαχαίρι, ο καταστηματάρχης συλλαμβάνεται. Κάποιοι παίρνουν την θέση του καταστηματάρχη, κάποιοι του Ζακ, κάποιοι μιλάνε για ανθρωπιά λιντσάρισμα, κάποιοι για αυτοπροστασία. Η υπόθεση αποκτά βαρύτητα, συζητείται. Ύστερα, αφήνεται να εννοηθεί (κυρίως από τον Βαλλιανάτο – μα όχι μόνο από αυτόν) πως ο Ζακ (γιατί το θύμα έχει πια όνομα) δεν μπήκε για να κλέψει μα για να σωθεί από πέσιμο που του έγινε λίγο πριν.

Προσέξατε τι έγραψα στην αρχή;

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη .

Εκεί είναι το λάθος μου. Αισθάνομαι ότι εκεί είναι το λάθος όλων μας.

~

Ο καταστηματάρχης και ο Ζακ Κωστόπουλος είναι δύο αυθεντικοί ήρωες μίας τραγωδίας. Έπαιξαν έναν ρόλο σε μία σκηνή που την παρακολουθήσαμε όλοι, μάθαμε το θύμα, τον θύτη, οι ρόλοι άλλαξαν κατά το δοκούν, ανάλογα με την καρέκλα του θεατή. Ο πούστης, το πρεζάκι, ο οροθετικός, οι φασίστες που λιντσάρουν, ο τύπος με τα άσπρα μαλλιά που τον προστατεύει, οι ΕΚΑΒίτες που τον περιθάλπουν, τα ουρλιαχτά, οι αστυνομικοί που (δεν) παρεμβαίνουν, η μεταφορά στο νοσοκομείο με χειροπέδες, ο ένας στο χώμα, ο άλλος στην φυλακή.

Αδυνατώ, και μιλώ πολύ σοβαρά, να κουνήσω το δάκτυλο σε οποιονδήποτε εδώ. Δεν ξέρω καν τι έγινε, μπήκε μέσα; Ήταν άδειο; Πήγε να κλέψει; Είχε φύγει ο καταστηματάρχης; Ήθελε να τον σκοτώσει; Έγινε ότι έγινε γιατί όλοι κινήθηκαν σαν όχλος; Ήταν ο Ζακ οπλισμένος με μαχαίρι ή ήταν ο Ζακ αυτός που όλοι περιγράφουν, ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος που δεν θα πείραζε κανέναν; Ήταν όλο μία τεράστια παρεξήγηση; Τους τρόμαξε ο Ζακ με την συμπεριφορά του; Ήταν υπό επήρεια; Δεν ήταν και του συνέβαινε κάτι άλλο; Βρήκαν ευκαιρία να λιντσάρουν έναν πεσμένο, δεν υπάρχει αμφιβολία καμία, και είπαν ψέματα όσο δεν ήξεραν ότι υπήρχε το βίντεο, και είναι ένοχοι γι’ αυτό, ο,τι και να έγινε, αλλά όλη η υπόθεση συνολικά είναι τόσο ανατρεπτική κάθε λίγο και λιγάκι, που δεν μπορώ να καταλάβω καν τι έγινε.

Εκτός από δύο πράγματα:

Υπάρχει ένας νεκρός.

Και υπάρχουν πολλοί θύτες.

~

Πάντα πασχίζω να καταλάβω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου, αυτή είναι μία από τις κατάρες που κουβαλάω. Θα αναρωτηθώ για τον δράστη, θα προσπαθήσω να καταλάβω πως σκεφτόταν, τι ένιωθε, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι θα ένιωθα εγώ στην θέση του, πως θα αντιδρούσα εγώ, τι θα έκανα τελικά εγώ, πόσο ανθρώπινος θα ήμουν στην ίδια κατάσταση, στις ίδιες συνθήκες.

Μα σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν έχω φτάσει εκεί. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση σταμάτησα λίγο πριν: συνάντησα πολλούς δράστες, δεκάδες δράστες, ιδιαιτέρως σκληρούς, εξαιρετικά αιμοβόρους, στυγνούς, ανθρώπους που δικαιολόγησαν απόλυτα την πράξη, που είπαν «αν έμπαινε ένας μαχαιροβγάλτης στο δικό σου μαγαζί;» και «ένας πούστης λιγότερος» και «ξεβρώμισε ο τόπος με το καθίκι», τα κανάλια (μέχρι και ο Δήμαρχος(!) έπαιξαν με άνεση το «μαίνεται η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά στο κέντρο της Αθήνας» και έκαναν και δημοψήφισμα «συμφωνείτε με την αντίδραση του καταστηματάρχη σ’ αυτόν που εισέβαλλε στο μαγαζί του με μαχαίρι;», και ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται με το «καλά του κάνανε».

«Καλά του κάνανε».

Μπορώ να αναρωτηθώ για όλους, για τον Ζακ, για τον καταστηματάρχη – μα αυτός που, στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, έχοντας όλον τον χρόνο να σκεφτεί, έχοντας την κατάληξη μπροστά του, έχοντας όλη την εικόνα μπροστά του, αυτός που ξέρει ότι ο νεαρός θα πέσει, αιμόφυρτος, θα πεθάνει αν τον κλωτσήσουν, αυτός που θα γράψει αυτά τα πράγματα θα τα γράψει γιατί είναι χαραγμένα βαθιά στην ψυχή του.

Δεν είναι ένας. Δεν είναι καν όσοι ήταν πριν έναν χρόνο, ή πριν δύο χρόνια – ή, αν θέλεις, μιλάνε τώρα πολύ περισσότεροι, είναι πολλοί, ένας θα ήταν πολύς, δύο θα ήταν πολλοί – μα είναι στ’ αλήθεια πολλοί, υπερβολικά πολλοί, αφόρητα πολλοί.

Δεν συζητάω πια για το λιντσάρισμα που έγινε στην οδό Γλάδστωνος.

Συζητώ για κάτι απείρως μεγαλύτερο, για μία μόλυνση, έναν καρκίνο που εξαπλώνεται, που μολύνει ανθρώπους στην ψυχή τους, που μισούν, που φοβούνται, που δικαιώνουν μία δολοφονία – έναν θάνατο έστω, που για αυτούς το 33χρονο παιδί «καλά έπαθε» και πέθανε.

«Καλά του κάνανε».

Φυσικά, δεν σταματάει εδώ. Ο φρουρός τα άκουσε που δεν πυροβόλησε τους Ρουβίκωνες (πρόσφατα πολιτικοί σιγοντάριζαν τρελούς που σημάδευαν με ένα δάκτυλο την οθόνη αν θυμάστε), όποιος διαφωνεί με το Μακεδονικό θέλει κρέμασμα, οι λάθρο να πεθαίνουν στα σύνορα για παραδειγματισμό, οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές και ας ψοφήσουν, οι πούστηδες μας έχουν κάνει όλους σαν τα μούτρα τους και θέλουν λοβοτομή να γίνουν καλά. Το μίσος ξεχειλίζει, δεν λέγεται σιγά και ύπουλα, λέγεται δυνατά, με θράσος, το «εγώ δεν είμαι φασίστας, αλλά», το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά» έχει γίνει «εγώ ΕΙΜΑΙ φασίστας», «εγώ ΕΙΜΑΙ ρατσιστής», οι μάσκες πέφτουν, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα φυτρώνεται κι άλλο, με ένα «καλά να πάθει».

«Καλά του κάνανε».

~

Άκου με λίγο.

Ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ο καταστηματάρχης ήταν σε άμυνα, ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ένιωθε απειλή, ή ήθελε να προστατευτεί, ότι τρόμαξε, δεν θα πάω να σε πείσω αλλιώς, δεν ξέρω, ακόμα και αν πιστεύεις όλα αυτά ειλικρινά γιατί αυτό κατάλαβες από αυτήν την τραγωδία – ένα πράγμα μην πεις:

Πως «καλά του κάνανε».

Ας είναι αυτό το μόνο, το λίγο που ζητάω. Αυτή η υπόθεση να είναι μία τραγωδία, όχι μία πράξη δικαιοσύνης. Δεν σου ζητάω να καταδικάσεις τον καταστηματάρχη, δεν σου ζητάω να αθωώσεις τον Ζακ, σου ζητάω μόνο να βρεις στην καρδιά σου να στεναχωρηθείς για έναν νεκρό.

Όχι «κρίμα» – να στεναχωρηθείς πραγματικά. Γιατί εκεί έξω υπάρχουν άλλοι καταστηματάρχες, υπάρχουν φασίστες, υπάρχουν πρεζόνια, υπάρχουν οροθετικοί, υπάρχουν 33χρονοι ακτιβιστές, υπάρχουν ληστές με μαχαίρι, υπάρχουν κλέφτες, υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, υπάρχουν αδικημένοι, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, το ίδιο άνθρωποι, το ίδιο με τον καταστηματάρχη της ιστορίας μας, με τον Ζακ της ιστορίας μας, με εσένα και εμένα.

Και κανείς – σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό, σ’ αυτό μόνο – κανείς δεν αξίζει να πεθάνει.

Αν κάτι πήγε στραβά, ας το διορθώσουμε, αν μπορούμε ας βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν ας χτίσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας, μην αφήσουμε να ποτίζουν με χολή την ζωή μας, μην καθαρίσουμε με ένα «καλά του κάνανε», γιατί μπορούσαν να του κάνουν καλύτερα, αληθινά καλύτερα, αν ήταν πρεζόνι να γινόταν καλά, αν ήταν φασίστας ο καταστηματάρχης να φροντίσουμε καταλάβαινε το λάθος του, ας διορθώσουμε, ας φτιάξουμε ένα γαμημένο κάτι καλύτερα.

Σε ικετεύω. Μην φυτέψουμε άλλο μίσος.

Τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει τελικά σε τόσο μίσος, όχι μόνο αυτοί που τους αξίζει. Τίποτα.

Η χώρα μας έχει αποδεδειγμένα τρεις συγκεκριμένες φυσικές καταστροφές που την ταλανίζουν: Σεισμούς, πυρκαγιές και πλημμύρες. Πλην του σεισμού (που έχουμε αργήσει να δούμε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους επιστήμονες) από τις άλλες δύο, είχαμε νεκρούς φέτος – και όχι μόνο.

Και όχι λίγους.

Στις 12 Σεπτεμβρίου (εχθές, για την στιγμή που γράφω τούτο το ποστ) έγινε μία παρουσίαση μελέτης για τους λόγους που στην φωτιά στο Μάτι, είχαμε τόσους πολλούς νεκρούς (ήδη, την στιγμή που γράφω το κείμενο, έχουν φτάσει τους 99).

Αντιγράφω από το in.gr την ομάδα που συνέταξε την μελέτη:

Την μελέτη υπογράφουν ο κ. Κώστας Συνολάκης, καθηγητής Φυσικών Καταστροφών, Πολυτεχνείο Κρήτης Πρόεδρος, Τάξη Θετικών Επιστημών, Ακαδημία Αθηνών. Ο κ. Νίκος Καλλιγέρης, καθηγητή στο University of California, Los Angeles. Οι κ.κ. Βασίλης Σκαναβής και Κωστής Δουλιγέρης, καθηγητές στο University of Southern California. Η κυρία Ιφιγένεια Γιανουκάκου-Λεονστίνη από το Πολυτεχνείο Κρήτης και οι Haizhong Wang, Ali Mostafizi από το Oregon Staτe University, Tomoyuki Takabatake από το Waseda University, Japan.

Η μελέτη αυτή αποφαίνεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει εκκένωση του χώρου εκεί, με τα πόδια ή με αυτοκίνητα, σε λιγότερο από μία ώρα.

Κοντά δύο ημέρες μετά, η είδηση φιλοξενείται σ’ αυτά που συνηθίζουμε να λέμε αντιπολιτευτικά site (skai.gr – Καθημερινή, Ναυτεμπορική, iefimerida, in.gr) αλλά ούτε μία κουβέντα δεν γίνεται στα φιλοκυβερνητικά site (avgi.gr, left.gr), ούτε πχ στο site της εφημερίδας Documento (μέχρι την στιγμή που έγραφα αυτό το ποστ).

Δεν υπάρχει πουθενά αυτό το πόρισμα εκεί, καμία αναφορά – σαν να μην έγινε ποτέ.

Γιατί; Επειδή το παρουσίασε η Νέα Δημοκρατία;

~

Άκου τι γίνεται: Εγώ δεν έχω ιδέα από φωτιές, από εκκενώσεις, από αυθαίρετα ή από τις συνθήκες που μπορεί να δημιούργησαν το πρόβλημα, ή να επιδείνωσαν την κατάσταση εκεί. Ξέρω ότι αυτοί που υπογράφουν την μελέτη, είναι επιστήμονες, όχι τυχαίοι. Αν έχουν λάθη στην προσέγγισή τους, οφείλουν να αντιμετωπιστούν επιστημονικά – και σίγουρα, όχι με σιωπή.

Αν μπορούσε να εκκενωθεί όντως ο χώρος, με ασφάλεια, και δεν έγινε, κάποιος ευθύνεται. Και αν κάποιος ευθύνεται, πρέπει να τεθεί απέναντι των ευθυνών του. Να απολογηθεί, μήπως η ευθύνη είναι ευρύτερη, δική μας. Και να τιμωρηθεί, στον βαθμό που πρέπει.

Έχει σημασία αν είναι Συριζαίος ή Νεοδημοκράτης; Έχει σημασία αν τον γουστάρουμε ή όχι; Έχει σημασία αν τα έχει κάνει όλα λάθος μέχρι τώρα, ή αν έχει κάνει χίλια σωστά και απέτυχε σ’ αυτό, και μόνο;

Ενενήντα εννιά άνθρωποι πέθαναν. Αν πέθαναν από ανθρώπινα λάθη, οφείλουμε πρωτίστως να τα διορθώσουμε, με ειλικρίνεια. Το να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας για κομματικούς λόγους, σαν να μην έγινε, δεν θα σώσει κανέναν αύριο.

Αυτό δεν θέλουμε – όλοι; Να γίνουμε καλύτεροι;

Αυτή, είναι μία φωτοβολίδα που πετάχτηκε, από τους φιλοξενούμενους οπαδούς της μίας ομάδας, στους γηπεδούχους οπαδούς της άλλης ομάδας.

Διαβάζω δε στα ρεπορτάζ, ότι η φωτοβολίδα πετάχτηκε με όπλο, ενώ ο δράστης δεν συνελήφθη, και το παιχνίδι συνεχίστηκε.

Πάμε λοιπόν:

Το παιχνίδι, έπρεπε να σταματήσει. Εκείνη την στιγμή. Να διακοπεί, ούτε καν να συνεχιστεί με άδειες κερκίδες.

Ο δράστης έπρεπε να συλληφθεί. Υποτίθεται ότι υπάρχουν κάμερες για να βρεθεί, αν είναι υποχρέωση της ομάδας και δεν υπάρχουν να συλληφθεί ο υπεύθυνος της γηπεδούχου, αν δεν είναι υποχρέωση να γίνει.

Όσοι ήταν δίπλα στον δράστη, τον είδαν, μα απέκρυψαν την πράξη του ή τον έκρυψαν για να μην βρεθεί, θα έπρεπε η ίδια η ομάδα τους, να τους απαγορέψει την είσοδο στα γήπεδα – για πάντα. Ηθικά, όχι νομικά: για πάντα.

Εφόσον η μετακίνηση έγινε ομαδικά, δηλαδή με συνδέσμους κλπ, έπρεπε αν υπάρχει υπεύθυνος γι’ αυτούς τους ανθρώπους να συλληφθεί και αυτός με την σειρά του. Αν δεν υπάρχει, να οριστεί ένας υπεύθυνος για την μετακίνηση, και να υπάρχουν ευθύνες γι’ αυτόν.

Επίσης, έπρεπε να συλληφθεί και ο υπεύθυνος του ελέγχου των οπαδών, για όλες τις θύρες, καθώς και αυτός για την είσοδο στην θύρα των οπαδών από την οποία έφυγε η φονική φωτοβολίδα.

Αυτά, είναι τα πρακτικά, που έπρεπε να γίνουν την ώρα του αγώνα.

Τίποτα εξ αυτών δεν έγινε.

Γιατί; Επειδή δεν είχαμε νεκρό;

~

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί μετά τις πολύνεκρες πλημμύρες στην Μάνδρα; Πόσες ενέργειες έχουν μπει σε λειτουργία, ακόμα και κατεπειγόντως, για να μην υπάρξει άλλος νεκρός;

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί για το Μάτι, μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά; Πόσες ενέργειες θεωρούνται πλέον επιβεβλημένες, πόσες υπηρεσίες άλλαξαν υπεύθυνους, πόσα πράγματα θεωρούνται αυτονόητα πλέον μπήκαν στην ατζέντα;

Λοιπόν, προτείνω να κάνουμε το εξής:

Δείτε αυτόν τον άνθρωπο για παράδειγμα με το κόκκινο καπέλο. Εκ της φωτογραφίας μοιάζει να είναι ο πιο κοντινός στο φονικό βλήμα. Μάθετε το όνομά του, κάντε του μία κηδεία, τα παιδιά του και η γυναίκα του να τον κλάψουν –

– ΠΕΙΤΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΕΤΥΧΕ.

Πείτε ότι πια είναι νεκρός. Στην οικογένειά του η ΕΠΟ να δώσει τιμητική σύνταξη για να τα βγάζει πέρα, βάλτε τον σε ένα καράβι να μην τους ξαναδεί, αλλάξτε του όνομα και πρόσωπο, αν χρειαστεί, βάλτε τον σε υπηρεσία ανάλογη της προστασίας μαρτύρων.

Νιώστε την φρίκη να τον διαπερνάει ένα καυτό βλήμα, να του καίει τα σωθικά, να τον πετυχαίνει στην καρωτίδα και η κάψα να του στεγνώνει το ίδιο του το αίμα, κανείς δίπλα να μην μπορεί να το βγάλει, νιώστε την απελπισία όσων είναι δίπλα, νιώστε την ηδονή του δολοφόνου που ρίχνει ένα βλήμα πάνω στον κόσμο, όχι αδιαφορώντας αν έχει νεκρό αλλα ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να έχει νεκρό, ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ να έχει νεκρό, οποιονδήποτε, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο κάτω ένα παιδί, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο πάνω μία γυναίκα, κάντε ο,τι χρειάζεται – αν δεν ξέρετε πως, ρωτήστε όσους κάθονταν δίπλα στον Χαράλαμπο Μπλιώνα.

Και θα σας πω γιατί:

Η ζωή είναι σκληρή. Κάπου – κάπου, στεκόμαστε τυχεροί, μας προειδοποιεί, μας λέει «κοίτα, κοίτα τι μπορεί να συμβεί», και εμείς έχουμε δύο επιλογές. Ή θα αξιοποιήσουμε αυτό το μάθημα, ή θα περιμένουμε να δούμε τι, πράγματι, μπορεί να συμβεί.

Λίγα εκατοστά χωρίζουν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες: Στην μία, ένας άνθρωπος πεθαίνει, πάλι, εντελώς άδικα σε ένα γήπεδο. Στην άλλη, η φωτοβολίδα βρίσκει ένα κάθισμα, ή κάποιος κουνιέται ελάχιστα και γλυτώνει.

Είναι ίδιον των έξυπνων ανθρώπων, αυτών που θέλουν να αλλάξει κάτι, αυτών που θέλουν να δουν μία καλύτερη μέρα, τα πράγματα να προχωράνε μπροστά, αν θα μάθουν – ή όχι.

Αν δεν θέλουν να μάθουν, όσες φορές και να προειδοποιηθούμε με τα ελάχιστα εκατοστά, δεν θα αλλάξει τίποτα. Καμιά φορά, όπως μας έμαθε πικρά η υπόθεση Μπλιώνα, ακόμα και όταν μας δείξει τι τελικά θα συμβεί, ακόμα και τότε – αν οι άνθρωποι δεν θέλουν, δεν θα αλλάξει τίποτα.

Εγώ θέλω μία κυβέρνηση, μία δικαιοσύνη, έναν λαό που να θέλει να το αλλάξει αυτό. Να σκέφτεται όλα αυτά τα μεγαλόσχημα που θα έλεγε αν είχαμε νεκρό – και να τα κάνει πράξη πριν φτάσουμε να έχουμε τελικά.

Άλλωστε, δεν ακούω κανέναν που να τολμά να πει «όχι, δεν πρέπει να αλλάξει, γι’ αυτούς και γι’ αυτούς τους λόγους».

Καλό είναι που ντρέπονται, καλύτερο θα ήταν να το αλλάξουν – (ειδικά εκεί στην κυβέρνηση έχουν και πενήντα δύο εκατομμύρια τρόπους να το πιέσουν να γίνει, εκτός από τις δικές τους ευθύνες).

Αλλιώς, μετά, τουλάχιστον μην κάνουν τους ξαφνιασμένους.

Προειδοποιήθηκαν.

Συνηθίζω σε τούτο το blog όσο περισσότερο μπορώ να επικεντρώνω τις σκέψεις και την κριτική μου στην κυβέρνηση, καθώς η αντιπολίτευση δεν με κυβερνά, ούτε ορίζει την τύχη μου.

Αυτό, δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση κάνει σωστά την δουλειά της – συνήθως το αντίθετο, απλώς αν ασχοληθώ μαζί της, στα λίγα ποστ που μπορώ να διαθέσω χρόνο και την ελάχιστη φαιά μου ουσία να γράψω, θα είναι εις βάρος μίας άλλης ανάρτησης, στην οποία μπορώ πιθανόν να φανώ χρησιμότερος σε έναν αναγνώστη, μοιραζόμενος την σκέψη μου για μία ενέργεια της κυβέρνησης (της εκάστοτε κυβέρνησης).

Σήμερα όμως, λέω να παρεκκλίνω λίγο της συνηθισμένης μου τακτικής, καθώς η ανάρτηση του αντιπροέδρου της ΝΔ Γεωργιάδη μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση:

Θυμίζω, ότι πρόκειται για τον αντιπρόεδρο της δεξιάς παράταξης, ενός κόμματος που θέλει να τοποθετείται στην φιλελεύθερη λογική της οικονομίας – άλλωστε και ο Γεωργιάδης αυτοπροσδιορίζεται ως «οικονομικά φιλελεύθερος» (και μόνο, καθώς σε όλους τους άλλους τομείς θα προσδιοριζόταν το λιγότερο ως συντηρητικός, αν όχι χειρότερα).

Τι δουλειά έχει όμως ένας φιλελεύθερος πολιτικός, και δη αντιπρόεδρος ενός κόμματος (που πιστεύω ότι θα φτάσει κοντά, αν όχι θα κερδίσει την εξουσία) να …διαφημίζει εν πολλοίς ένα ιδιωτικό κολέγιο;

Προσωπικά, διακρίνω μερικά προβλήματα:

Ένα εκ των οποίων είναι πως ο Γεωργιάδης είναι πολιτικός. Κάτω από ποιο πρίσμα αναρτά αυτό το κείμενο; Είναι διαφημιστικό; Είναι μία εξυπηρέτηση; Τι είδους εξυπηρέτηση επιλέγει (ακριβώς την ισχυρότερη στιγμή διαφημιστικά) για το κολλέγιο; Και ποια ανταλλάγματα θα δοθούν σε έναν (επιμένω, στο άμεσο μέλλον κυβερνητικό) ισχυρότατο, το δεύτερο τη τάξη στέλεχος;

Ένα δεύτερο έχει να κάνει με το κείμενο αυτό καθ’ εαυτό. Μου προκαλεί εξαιρετική εντύπωση η δήλωση ότι το κολέγιο «εξασφαλίζει εργασία σε κάθε απόφοιτό του». Ακόμα και αν είναι απλώς μία φιλική εξυπηρέτηση, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να είναι αληθής – ένα κολέγιο με 100% εργαζόμενους αποφοίτους είναι οπωσδήποτε ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο. Για του λόγου το αληθές όμως, το ίδιο το BCA αναφέρεται σε 80% (κάτι που, αν δεν κάνω λάθος, επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε χρόνο, το 2015, το 2017 σταθερά στο 80%). Διαφημιστικά, τέτοιες υπερβολές μπορεί να λέγονται (αν και ακόμα και σ’ αυτό διαφωνώ έντονα) – αλλά από έναν αντιπρόεδρο (μελλοντικά πιθανόν κυβερνώντος κόμματος), νομίζω ότι είναι μία τουλάχιστον επικίνδυνη, και πάντως σίγουρα πιστεύω ψευδής δήλωση.

Ένα τρίτο, έχει να κάνει με τις παράλληλες εργασίες του αντιπροέδρου – μία εκ των οποίων, η Ελληνική Αγωγή (ένα «σχολείο» εκμάθησης αρχαίων ελληνικών) που, πριν από λίγο καιρό, ευχαρίστησε το BCA College για την εξυπηρέτησή του:

Προφανώς μία επιχείρηση μπορεί να βοηθάει μία άλλη. Και ένας πολιτικός μπορεί να έχει επιχειρήσεις (ή δεν μπορεί, δεν έχω καταλήξει ακόμα, κάθε σκέψη δεκτή). Όταν όμως υπάρχει απ’ ευθείας διαφήμιση πολιτικού σε μία επιχείρηση που βοήθησε την επιχείρησή του τότε αυτές οι «βοήθειες» οφείλουν να τίθενται σε ένα μικροσκόπιο για να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν ανήθικες συναλλαγές.

Ένα τέταρτο, και ίσως το ενοχλητικό για μένα σ’ αυτήν την ιστορία είναι πως η ελεύθερη αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης δέχεται πλήγμα όταν ένα συγκεκριμένο, φίλα προσκείμενο κολέγιο αποκτά τέτοια διαφήμιση (ο Γεωργιάδης έχει ισχυρότατο account με 207.000 συνδρομητές αυτήν την στιγμή). Ακόμα δηλαδή και αν δεν υπάρχει ψέμα, ή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων, ακόμα και αν δεν πρόκειται για κάποιας μορφής επί πληρωμή ή και με καλή πρόθεση διαφήμιση, αν αφαιρέσεις κάθε δικαιολογημένη ή μη ενόχληση – μένει το καθαρά φιλελεύθερο του πράγματος: Είναι θεμιτό, μία επιχείρηση – για οποιονδήποτε λόγο – να αποκτά τέτοιο προβάδισμα έναντι των ανταγωνιστών της από έναν τόσο λαοπρόβλητο πολιτικό, αντιπρόεδρο της κύριας αντιπολίτευσης; Δεν είναι ευθεία παρέμβαση ειδικά μία τέτοια στιγμή, μία τέτοια διαφήμιση στην εύρυθμη και πρωτίστως «ελεύθερη» λειτουργία της οικονομίας;

~

Δεν θέλω να μπερδέψω κανέναν: Όσοι έχουν διαβάσει έστω και μία φορά το blog μου αντιλαμβάνονται ότι ο Γεωργιάδης προφανώς δεν υπήρξε, ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει πολιτική μου επιλογή. Ως εκ τούτου, οι σκέψεις μου πέφτουν στο κενό όσο αφορά την πολιτική κριτική του, καθώς δεν άλλαξαν ούτε πρόκειται να αλλάξουν ποτέ την θέση μου απέναντί του – τουναντίον. Οι ψηφοφόροι του είναι αρμόδιοι – όσο είναι αντιπολίτευση.

Ο φιλελευθερισμός από την άλλη, μου φαίνεται μία ενδιαφέρουσα θεωρία. Δεν λέω ότι στο οικονομικό σκέλος προτίθεμαι να την ακολουθήσω πιστά (αντιθέτως, στο κοινωνικό του σκέλος μου φαίνεται άξια προσοχής) – αλλά, τυγχάνει μίας κακής διαφήμισης από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται φιλελεύθεροι (όπως πχ ο Τζήμερος) ενώ κάθε άλλο παρά αυτό είναι (τουλάχιστον, όπως είπα, κοινωνικά). Όταν σταματήσει να δέχεται εσωτερικά πλήγματα από κάκιστες αντίστοιχες αναφορές, θα έχει νόημα να τον συζητήσουμε σοβαρά – και να διαφωνήσουμε όπου χρειαστεί, ή ίσως να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα να αυτοπροστατευτεί, κάτι που μοιάζει όλο και περισσότερο απίθανο…

Υ.Γ.: Μερικές μέρες μετά την σύνταξη του άρθρου, διάβασα αυτό το πολύ ενδιαφέρον ποστ για τον φιλελευθερισμό: Εισαγωγή στην Φιλελεύθερη Κοινωνιολογία – Μανιφέστο». Αξίζει, πιστεύω, την ανάγνωση.

«Κοιτάξτε έχουμε παιδιά που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Παιδιά 10 ετών που προσπαθούν να αυτοκτονήσουν.»

Κάποτε έλεγα από τούτο εδώ το blog, ότι η απομάκρυνση της δημοσιογραφικής έρευνας από την κυβέρνηση Σύριζα είναι το μεγαλύτερο πλήγμα για τους ανθρώπους που (συνήθως άδικα) κρατούνται φυλακισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το BBC έρχεται να με επιβεβαιώσει με τον χειρότερο δυνατόν τρόπο. Απίστευτες καταγγελίες, απάνθρωπη συμπεριφορά, οι χειρότερες δυνατόν ιστορίες από μία έρευνα που έγινε «στα κλεφτά», όπως-όπως, καθώς οι δημοσιογράφοι δεν έχουν πρόσβαση σ’ αυτά τα κελιά.

Εδώ το ρεπορτάζ του BBC από την Ελληνοφρένεια και απόδοση στα Ελληνικά από τον Χρήστο Αδαμίδη

Στο άρθρο θα βρείτε την ελληνική μετάφραση του ρεπορτάζ.

Όσο με αφορά, ξαναλέω τα ίδια: Γι’ αυτήν την κατάσταση, υπάρχουν υπεύθυνοι. Δεν τίθεται θέμα (πια) παραίτησεώς τους, τίθεται θέμα τιμωρίας, και μάλιστα παραδειγματικής για κάθε καταγγελία που ευσταθεί από αυτές τις λίγες, που διαφεύγουν του δημοσιογραφικά αποκομμένου στρατοπέδου συγνέκτρωσης ανθρώπων. Όσο ψηλά και αν χρειάζεται να φτάσει.

Ενώ ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, απαντάει γελώντας: «Τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό».

~

Υ.Γ. ένα: Ενδιαφέρον που (από ακροδεξιά κυρίως μέσα) γενικά οι διαμαρτυρίες για τις συνθήκες αποδίδονται σε «βάρβαρους λαθρομετανάστες». Φαίνεται πως α) το να τους έχεις κλεισμένους σαν ζώα δεν ρίχνει τον ρατσισμό στην Ελλάδα (γιατί αυτοί οι άνθρωποι εκεί μέσα κάποια στιγμή επαναστατούν και αυτό είναι λίπασμα για τον ρατσισμό), και β) είναι βάρβαρος αυτός που αντιδρά, αλλά όχι εσύ που επιλέγεις να τους κλείνεις μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Ενδιαφέρον.

Υ.Γ. δύο: και κάτι ακόμα, που θα έχει σημασία στο μέλλον: Αυτά τα στρατόπεδα έχουν, αν έχω αντιληφθεί σωστά – κατά παράβαση κάθε νομιμότητας (για λόγους …κατεπείγοντος) απ’ ευθείας συμβάσεις για όλα (διατροφή, συνθήκες διαβίωσης, προσωπικό).

Σας μοιάζει να παίρνουν αυτοί οι άνθρωποι (όχι μόνο εκεί, παντού) όσα πληρώνουμε να έχουν;

και αν όχι, ποιοι τα τρώνε με απευθείας συμβάσεις;

Στο μέλλον, αυτή η ερώτηση φοβάμαι ότι θα απαντηθεί με πολύ σκληρό τρόπο….

Υ.Γ. τρία: «We have not money for this. You know the economical condition of Greece». Τι έλεγα μερικά άρθρα πριν; Επιλογές.

…και σίγουρα σαν να μην άλλαξε ποτέ κυβέρνηση.

Διαβάζω από το facebook account της Το Σπίτι των Γυναικών, για την Ενδυνάμωση & τη Χειραφέτηση

ΚΑΤΑΓΓΕΛΊΑ

Η μια καταγγελία έρχεται μετά την άλλη από το κολαστήριο Αλλοδαπών της Πέτρου Ράλλη.

Πριν κάποιες μέρες μια κρατούμενη κοπέλα οδηγήθηκε στην απομόνωση κι αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Στο τσακ την πρόλαβαν.

Μια νέα αστυνομικός έδινε ρεσιτάλ κακοποιητικής συμπεριφοράς απέναντι στις κρατούμενες.

Η ζέστη αφόρητη, οι κοριοί στα στρώματα, τα κουνούπια, η βρωμιά και οι κατσαρίδες παντού…

Δεν παρείχαν ούτε τα ημερήσια φάρμακα, που είχαν, για τις ασθενείς, στην ώρα τους.Τις άφηναν να εκλιπαρούν. Χρειάστηκε να γίνει παρέμβαση για το αυτονόητο.

Δευτέρα απόγευμα, 20 Αυγούστου 2018, κρατούμενες μας ενημέρωσαν ότι απ το πρωί ομάδα ένστολων βαρούσε με λύσσα ένα πρόσφυγα απ τη Συρία, που δεν είναι καλά, και δεν είχε κάνει τίποτα, στο γνωστό κελί απομόνωσης κάποιων άρρωστων προσφύγων, απόβλητων για τη φασίζουσα φιλοσοφία των κρατητηρίων.

Οι γυναίκες είχαν συνταχτεί υπέρ του και ακούγονταν να ουρλιάζουν δυνατά να σταματήσει η θηριωδία μα κανείς δεν τις άκουγε.
Δεν άντεχαν τη βία που ασκούνταν, άλλο πια, κι έκαναν έκκληση βοήθειας απ΄ το κίνημα…

Έτσι πανηγυρίζουν την «έξοδο» απ τα μνημόνια, στο κολαστήριο…

Δεν αξίζει να ελεγχθεί όλο αυτό; Ούτε η πρώτη καταγγελία είναι, και, όσο οι υποστηρικτές του Σύριζα κάνουν ότι δεν βλέπουν, προφανώς δεν θα είναι η τελευταία…

Να σας πω πως βγαίνουμε από τα μνημόνια; Να σας πω πως έρχονται τα πλεονάσματα (*), και οι θετικοί δείκτες, και οι επιτυχημένοι ισολογισμοί;

Εκτός όλων των άλλων, βγάλαμε λεφτά πουλώντας βλήματα στους Σαουδάραβες.

Αυτοί, έχουν πολεμικές επιχειρήσεις (δηλαδή, σκοτώνουν κόσμο) στην Υεμένη.

Που γίνεται αυτό:

Δεκάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν και τραυματίστηκαν σήμερα σε επίθεση εναντίον λεωφορείου που μετέφερε παιδιά στη βόρεια Υεμένη, ανακοίνωσε η αντιπροσωπεία της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ) στην εμπόλεμη αυτή χώρα – Για αεροπορική επιδρομή του σαουδαραβικού συνασπισμού, με 39 νεκρούς, κάνει λόγο τηλεοπτικό δίκτυο που πρόσκειται στους αντάρτες Χούτι

ή αυτό:

Ψαράδες που είχαν αγκυροβολήσει σε λιμάνι μικρού χωριού βομβάρδισε η πολεμική αεροπορία της Σαουδικής Αραβίας την Κυριακή. Από τον βομβαρδισμό στις ακτές της περιοχής Hudayadah, τουλάχιστον 13 άτομα έχασαν τη ζωή τους, ενώ άλλα τέσσερα μεταφέρθηκαν με σοβαρά τραύματα στο νοσοκομείο. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, τα αραβικά αεροσκάφη έπληξαν τουλάχιστον δύο πλοία, στα οποία επέβαιναν οι ναύτες και το προσωπικό των αλιευτικών. Εκτός των νεκρών και των τραυματιών, άλλα τέσσερα άτομα αγνοούνται. Όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία, πάνω από 15.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και δεκάδες χιλιάδες έχουν τραυματιστεί από τους βομμβαρδισμούς της αμερικανοαραβικής συμμαχίας, η οποία ξεκίνησε επιδρομές στην Υεμένη τον Μάρτιο του 2015.

(μεταξύ άλλων)

Η συγκεκριμένη βόμβα που σκότωσε τα παιδιά ανιχνεύτηκε ως αμερικανική. Για ένα δευτερόλεπτο, φανταστείτε να είχε ταυτοποιηθεί ως ελληνική…

Ή μήπως νομίζουμε ότι τα δικά μας τα βλήματα δεν θα σκοτώσουν ανθρώπους;

Ή μήπως νομίζουμε ότι θα σκοτώσουν μόνο …κακούς ανθρώπους και όχι αμάχους;

(άλλωστε οι επιτιθέμενοι έχουν ήδη ξεκαθαρίσει την θέση τους:

Ο συνασπισμός έχει κατηγορηθεί για πολλές επιθέσεις εναντίον αμάχων στην Υεμένη. Έχει αποδεχθεί την ευθύνη του για ορισμένες από αυτές τις επιδρομές αλλά συνήθως κατηγορεί τους αντάρτες Χούθι ότι χρησιμοποιούν τους αμάχους ως ανθρώπινες ασπίδες.

(* Για την πώληση βγάλαμε περίπου 66 εκατομμύρια ευρώ. Κατάτι περισσότερα από την πληρωμή της ΕΡΤ στις επτά ομάδες για να μεταδίδει τους αγώνες του υπέροχου ελληνικού πρωταθλήματος. Και έχουμε και ρέστα, που γίνονται πλεόνασμα. Καλοφάγωτα)

Ταρατατζουμ!

Αύριο η Ελλάδα βγαίνει επισήμως από τα Μνημόνια.

Με ανακοινώσεις, με μία λαμπερή γιορτή, με διαγγέλματα εθνικής ανεξαρτησίας και επαναφοράς στην κανονικότητα.

Κάτσε να σου πω τι σκέπτομαι.

~

Κατ’ αρχάς, έχω μαύρα (οικονομικά) μεσάνυχτα. Το έχω πει εκατό φορές, αλλά οφείλω να το τονίζω σε κάθε άρθρο, μη τυχόν νομίζεις ότι για όσα πιστεύω ότι συμβαίνουν, έχω και απτές, οικονομικές αποδείξεις. Μπορεί να υπάρχουν, να έχω δίκιο – μα κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος, και όλα να ‘ναι αλλιώς, και με την άγνοιά μου να μην τα υπολογίζω σωστά. Δεν σου λέω λοιπόν *τι συμβαίνει*, σου λέω *τι πιστεύω* και ας αποδεχθούμε και οι δυο ότι μπορεί να είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Η Ελλάδα είναι μία κατεστραμμένη οικονομικά χώρα.

Με κατεστραμμένους οικονομικά πολίτες.

Η οικονομία είναι διαλυμένη, αφήνουμε να πεθάνουν άνθρωποι σε κέντρα κράτησης χωρίς καν να αναρωτηθούμε γιατί, οι συνταξιούχοι μας δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα, τα μαγαζιά είναι κλειστά, οι εταιρίες απ τις οποίες εισάγουμε δεν δίνουν πίστωση καθώς υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, οι άνθρωποι άνεργοι, δουλεύουν εκτός αντικειμένου και με τα ελάχιστα χρήματα, η φορολογία αβάσταχτη, ακόμα και οι μικροεισοδηματίες οφείλουν να πληρώσουν, οι επιχειρηματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχει νόημα να δουλεύουν αν είναι σωστοί στα βιβλία τους γιατί ένα τεράστιο ποσοστό πάει στην φορολογία, δεν παράγεται νέο χρήμα εκτός από τις σταθερές μας (τουρισμός κλπ), τα νέα παιδιά μας φεύγουν για να επιβιώσουν κάπως καλύτερα στερώντας μας τις ικανότητές τους, ενώ ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού κράτους έχει χαριστεί για τα επόμενα 100 χρόνια και περιμένει, υπομονετικά, την εκποίησή του.

Δεν λέω ότι την κατέστρεψαν αποκλειστικά τα μνημόνια, υπόψιν. Έχω ξαναπεί ότι τα μνημόνια αυτά καθ’ αυτά, μπορεί να είχαν και σωστά πράγματα, μπορεί και λάθος – η βασική μου αντίρρηση έχει να κάνει με τις εκβιαστικές συνθήκες με τις οποίες επιβλήθηκαν, με τους «πατερούληδες» της οικονομίας που απαίτησαν την υποταγή σ’ αυτά δίνοντας ελάχιστο χρονικό περιθώριο να ελεγχθούν (και να αμφισβητηθούν, αν χρειαστεί) οι αλήθειες τους.

Η δε ζημιά, δεν είναι μόνο οικονομική: Στο οικονομικό σκέλος μπορεί να γίνει μία αποτίμηση από πιο ειδικούς, στο σκέλος όμως της δημοκρατικής λειτουργίας ενός κράτους, έχουμε χάσει άμα τη εφαρμογή τους, πριν δούμε δηλαδή τα αποτελέσματά τους – ακριβώς λόγω των συνθηκών που αυτά εφαρμόστηκαν.

Όλες αυτές οι ζημιές, οι οικονομικές, οι δημοκρατικές, όλες αυτές οι καταστροφές δεν έχουν (για μένα, πάντα) ως δείκτη έναρξης το Καστελόριζο παρεμπιπτόντως. Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα, ως χώρα, καταστράφηκε από τα μνημόνια.

Η γνώμη μου είναι ότι η καταστροφή της Ελλάδας (οικονομική, δημοκρατική, ουσιαστική) έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν.

Μια Ελλάδα που δανειζόταν χωρίς περιορισμούς, μία Ελλάδα που ξόδευε χωρίς σύνεση, μία Ελλάδα στην οποία το χρήμα και η εξουσία ήταν το άλφα και το ωμέγα κάθε επιχειρήματος, μία Ελλάδα που κατέστρεφε συστηματικά ο,τι μπορούσε να της αποφέρει δουλειές και χρήματα βιοτεχνίες, βιομηχανία – μοιραία θα οδηγούσε σε μία Ελλάδα που θα έχανε την αυτοκυριαρχία της, σε μία εξαρτημένη χώρα, σε μία χώρα υπόδουλη σε όποιον είχε χρήματα και την δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του.

Η ζημιά δεν ξεκίνησε στο Καστελόριζο. Και, αν δεν το αντιληφθούμε αυτό, μοιραία, η ζημιά δεν τελειώνει στις 20 Αυγούστου του 2018.

Για να διορθωθεί η ζημιά, απαιτείται δημοκρατία, ισονομία, δικαιοσύνη, απαιτείται ουσιαστική, αξιοπρεπής δημοσιογραφία, απαιτείται κατανόηση των λαθών, προσπάθεια να εντοπιστεί τι τα δημιούργησε, και σαφή συναίνεση ώστε να μην επαναληφθούν.

Απαιτείται όχι μόνο να καταλάβουμε ότι κάναμε λάθος, αλλά και ΠΟΥ κάναμε λάθος.

Και αυτό, καθώς δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, δεν έγινε καμία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί. Και, για να είμαι σωστός, όχι μόνο δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, αλλά τα ίδια τα μνημόνια λειτούργησαν ακριβώς όπως δεν θα έπρεπε να λειτουργήσουν, διαβρώνοντας την συνείδησή μας, βουλιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, στερώντας μας από δημοσιογραφία, από άποψη χωρίς φωνές και από ηρεμία για να ανακτήσουμε την λογική μας.

Είμαστε ένας λαός που δεν έχει καταλάβει όχι μόνο το ΤΙ αλλά καλά-καλά ούτε και το ΠΩΣ φτάσαμε ως εδώ.

Για μένα η παιδεία κάθε ζημιάς είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Οι άνθρωποι θα κάνουν λάθος, είναι βέβαιο, και θα προχωρήσουν μπροστά μόνο αν το αντιληφθούν, το αντιμετωπίσουν, και το διορθώσουν.

Αλλιώς θα το επαναλάβουν – μέχρι να μάθουν.

Ταρατατζουμ και φαμφάρες λοιπόν, και χαίρομαι με την χαρά σας, αλήθεια, αλλά είμαι βαθιά ανήσυχος για το μέλλον: Τι λέμε με αυτήν την διαφήμιση στους υπόλοιπους λαούς;

Αν δεν τους πούμε, εμείς πρώτοι, ως παράδειγμα, πως χαλάσαμε την δημοσιογραφία μας, πως χαλάσαμε την ισονομία μας, πως σακατέψαμε την δημοκρατία μας – αν τους πούμε «Βγήκε η Ελλάδα! Είδατε; Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο! Μη φοβάστε, μπορείτε!» με μία οικονομία διαλυμένη, αν τους πούμε «Όλα καλά πια!» αντί να τους πούμε ότι τα μαγαζιά είναι κλειστά, ότι όλοι χρωστάνε παντού γιατί τους τελείωσαν τα λεφτά κάτω από το στρώμα, αν δεν τους πούμε ότι οι πολίτες φέτος θα κρυώσουν, περισσότερο από πριν, και θα πεινάσουν, περισσότερο από πριν, και θα κινδυνέψουν, περισσότερο από πριν, ότι οι επιχειρήσεις θα κλείσουν, περισσότερο από πριν – αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, θα τυφλωθούν απ τα βεγγαλικά μας, και θα πουν «λύνεται το πρόβλημα, αρκεί να κάνουμε ο,τι μας λένε» και θα την πατήσουν – όπως και εμείς.

Ο μόνος δείκτης όμως που δείχνει αν μία χώρα θα καταστραφεί ή όχι, είναι ο δείκτης Δημοκρατίας της.

Θα ήταν καλύτερο να τους πούμε «Έχετε σωστούς νόμους και λειτουργούς που τους εφαρμόζουν όπως πρέπει;» «έχετε αξιόπιστη και αξιοπρεπή δημοσιογραφία;» «Ασχολούνται οι πολίτες σας με την ουσία, λαμβάνοντας τα σωστά δεδομένα, δείχνουν ενδιαφέρον για τα κοινά; Ξέρουν να ξεχωρίζουν τις κραυγές από τις θέσεις;» «Είναι οι πολιτικοί σας άξιοι του ρόλου τους;»

Γιατί εμείς δεν τα είχαμε αυτά. Γι αυτο φτάσαμε μέχρι εκεί, και μετά μοιραία μέχρι εδώ.

Ούτε και τώρα, θεωρώ ότι τα έχουμε. Παρότι φεύγουμε -υποτίθεται- από εδώ.

Δεν είναι αυτό το σημείο των πανηγυρισμών μας. Και θα καταλάβω, όταν και αν έρθει ποτέ ότι ήρθε, γιατί σε εκείνο το σημείο θα έχουμε κατανοήσει, πρωτίστως, ότι δεν πανηγυρίζεται.

Η ΕΡΤ αποφάσισε να αγοράσει το ποδοσφαιρικό προϊόν 7 ποδοσφαιρικών ομάδων, για δύο χρόνια, με συνολικό κόστος περίπου 52 εκατομμύρια ευρώ. Για τα δικαιώματα θα πληρώσει περίπου 45 εκατομμύρια, για τo τεχνικό μέρος της μετάδοσης περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ, χοντρικά, πάνε ως «χορηγία στην Σούπερλιγκ». Για την μετάδοση δηλαδή των συνολικά 105 αγώνων τα επόμενα 2 χρόνια, θα της κοστίσει, κατ’ αναλογία, κάθε αγώνας 210 χιλιάδες περίπου ευρώ.

Ωραία; Όχι, καθόλου ωραία.

Βλέπω συνολικά 3 προβλήματα σ’ αυτό το παράλογο σκηνικό:

Πρώτον, το προϊόν. Τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ; Πχ, μία εκ των ομάδων αυτών, ο Παναθηναϊκός, έπρεπε να υποβιβαστεί καθώς είχε οφειλές προς παίκτες κλπ. Με την σύμφωνη γνώμη των ομάδων, την γλύτωσε με αφαίρεση βαθμών και μεταγραφικές περικοπές- κάτι που δεν συνέβη σε άλλες ομάδες τα προηγούμενα χρόνια. Μία άλλη ομάδα, αυτή που, δεν αγόρασε τα μεν δικαιώματά της η ΕΡΤ αλλά ανήκει στο ίδιο πρωτάθλημα στο οποίο επέλεξε να επενδύσει, ο πρόεδρός της κατέβηκε όταν ένιωσε ότι αδικείται οπλοφορώντας στο γήπεδο – και έμεινε επιδεικτικά ατιμώρητος. Στους αγώνες ντέρμπι, το ξύλο έπεφτε βροχή, και βγήκαν και ακόμα και μαχαίρια. Αγώνες δεν ολοκληρώνονται. Οι παίκτες μένουν απλήρωτοι. Η δικαιοσύνη κάνει έλεγχο για επηρεασμούς αποτελεσμάτων, έχοντας βάλει μέχρι και κοριούς σε παίκτες, προέδρους και διαιτητές – χωρίς ακόμα να έχει διαλευκανθεί το όλο σκηνικό.

Ξαναρωτάω λοιπόν, τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ;

Η γνώμη μου είναι ότι πετάει 52 εκατομμύρια ευρώ σε έναν βόθρο. Σε έναν ζοφερό, πηχτό, μολυσματικό λάκο με σκατά, μία τρύπα που το μόνο που κάνει είναι είτε να εκτρέφει στρατούς προέδρων, είτε να φροντίζει ώστε με χίλιους δύο τρόπους να εκμεταλλεύεται πηγές εσόδων όπως είναι το στοίχημα, νόμιμο ή παράνομο. Εκεί όπου κάθε νόμος υπάρχει για να καταπατείται, κατά το δοκούν των ισχυροτέρων. Και όχι μόνο αυτό…

Το προϊόν λοιπόν είναι χαλασμένο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Δεύτερον, η ανταπόδοση. Η ΕΡΤ θα ξοδέψει για κάθε παιχνίδι περίπου 210.000 ευρώ. Πολύ αμφιβάλλω αν ακόμα και το ένα δέκατο εξ αυτών θα επιστρέψουν με την μορφή διαφήμισης. Και; Θα με ρωτήσεις. Πρέπει να είναι κερδοφόρα η ΕΡΤ; Όχι, θα συμφωνήσουμε – δεν πρέπει να είναι κερδοφόρα, δεν είναι αυτό το πρωταρχικό της μέλημα. Δεν έχω καμία απαίτηση γι’ αυτό – δέχομαι να μην λειτουργεί με όρους αγοράς, εφόσον μπορεί να μας προσφέρει κάτι που να αξίζει. Μα ας το σκεφτούμε λίγο λογικά: Εκτός από την ποιότητα του προϊόντος που αγόρασε (είπαμε, ζέχνει) το κόστος είναι ασύμμετρο τελείως. Αναρωτιέμαι, πόσα θα έδινε ένα ιδιωτικό κανάλι (ναι, με βάση το κέρδος) για να αποκτήσει 2 χρόνια 7 ομάδων (Παναθηναϊκός, Άρης, Ατρόμητος, Παναιτωλικός, Απόλλωνας Σμύρνης, Ξάνθη και Λαμία) Σούπερλίγκ; ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να έδινε 52 ολόκληρα εκατομμύρια ευρώ. Ικανότεροι από εμένα μπορούν να το κοστολογήσουν όλο αυτό, αλλά αποκλείω να μην είναι τρελή χασούρα. Και τι κερδίζει; Τι κερδίζουμε εμείς από την επένδυσή της;

Στον αθλητισμό δεν επενδύει (είπαμε, βόθρος) – αντιθέτως, διαιωνίζει μία εντελώς τοξική κατάσταση αντί να την αφήσει να πεθάνει (έστω και με ενοχλητικό κρότο) όπως ακριβώς θεωρώ ότι της αξίζει, τρώγοντας τα σωθικά της – μπας και, μπας και, καταλάβει από τα λάθη της και επιτρέψει κάποια στιγμή αυτορρυθμισμένη και αξιοπρεπής.

Η ΕΡΤ όμως, αγοράζοντας δικαιώματα σ’ αυτόν το μολυσματικότατο προϊόν, στερεί τα χρήματα από άλλες τηλεοπτικές παραγωγές, που πιθανότατα θα είχαν σαφώς μεγαλύτερη αξία. Δεν λέω να τα δώσει στην όπερα γιατί ξέρωγω ποιότητα και πολιτισμός (που γιατί όχι δηλαδή, αλλά τέλος πάντων) αλλά οτιδήποτε άλλο θα ήταν καλύτερο. Ας έκανε τηλεοπτικά μαθήματα τεχνών. Ας έκανε μαθήματα για το Σύνταγμα. Ας μάθαινε τον κόσμο Ελληνικά. Ας τον μάθαινε ξένα. Ας τον μάθαινε υδραυλικά. Οτιδήποτε! Κοίτα, και λευκή οθόνη να δείχνει επι 90′ – αφαλώς πιο χρήσιμο και παραγωγικό θα είναι.

Χαλασμένο το προϊόν, και με καμία θρεπτική αξία (αντιθέτως) η κατανάλωσή του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τρίτον, τα χρήματα. Εδώ, θα πάρουμε μία βαθιά, βαθιά ανάσα.

Πενηνταδύο εκατομμύρια ευρώ, είναι χρήματα που δεν πρέπει να ξοδεύει κανείς σ’ αυτό το προϊόν ούτε όταν ως χώρα της χαρίζουνε όλα τα χρέη, και τις δίνουν και απο πάνω και εκατό δις να χει να πορεύεται.

Πολλώ δε μάλλον τώρα, που οι φόροι στο πετρέλαιο θέρμανσης κάνει τον κόσμο να μην αγοράζει και να κρυώνει (ή να μπαίνει μέσα με ηλεκτρικό, ή να πεθαίνει με μαγγάλια), πολλώ δε μάλλον τώρα που το κατώτατο όριο στο αφορολόγητο έκανε τον κόσμο να πληρώσει σε απίστευτες ποσότητες στις τελευταίες δηλώσεις, έχει-δεν έχει, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι επιχειρήσεις καλούνται να προκαταβάλουν φόρους, να πληρώσουν περίπου τα μισά από όσα παίρνουν στο κράτος (ΦΠΑ συν φορολογία) και να τίθεται καθημερινά ο οικονομικός ιστός σε απίστευτες δοκιμασίες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι συνταξιούχοι ζουν με τρομέρες μειώσεις (και την ελπίδα της πάλαι ποτέ 13ης-14ης σύνταξης που κάλυπτε κενά), πολλώ δε μάλλον τώρα που οι (αδίκως) φυλακισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες το καλοκαίρι ψήνονται στα κοντέινερ και τον χειμώνα τουρτουρίζουν στα χιόνια (και πεθαίνουν επειδή άναψαν ένα γκαζάκι), και τρέφονται με χαλασμένα φαγητά και ακατάλληλα νερά σε υπερπληθείς φυλακές, πολλώ δε μάλλον τώρα που τα καλύτερα μυαλά μας μεταναστεύουν σε άλλες χώρες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι νέοι άνθρωποι κοιτάνε καθημερινά χωρίς καμία τύχη τις ελάχιστες ανοικτές θέσεις εργασίας, και, και, και.

Πολλώ δε μάλλον τώρα λοιπόν, δεν πετάς πενηνταδύο γαμημένα εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, άσκοπα.

Γιατί αν το κάνεις, δηλώνεις ότι ΕΧΕΙΣ λεφτά. Ως κράτος, ΕΧΕΙΣ λεφτά. Πενηνταδύο; Πενηνταδύο. Όσα χρειάζονται ίσως μερικές ΜΕΘ, ίσως κάποιοι για να ξεκινήσουν μία επιχείρηση, ίσως ένας παππούς ή μία γιαγιά για να μην ζήσει με 300 ευρώ τον μήνα. ΕΧΕΙΣ λεφτά. Απλώς, ΕΠΕΛΕΞΕΣ να τα πετάξεις σε έναν βούρκο. Κανένας δεν σε ανάγκασε, κανένας δεν σου βαλε το μαχαίρι στον λαιμό, κανείς δεν σε πίεσε – απλώς, όρισες μία ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ.

Και εδώ έρχεται η κατακλείδα αυτής της σκέψης:

Όταν κάνεις προτεραιότητά σου να πετάξεις πενήντα δύο εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, κάθε αδικημένος μετράει διπλά. Μία γιατί τον αδίκησες, μία γιατί επέλεξες να τον αδικήσεις για να δείξεις μπάλα.

Σαν τα παιχνίδια εκτός έδρας δηλαδή, σε διπλούς αγώνες.

Το μόνο πρόβλημα, είναι ότι χάνουμε πάντα εμείς, οι θεατές.

11/10/2018: Μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για τις τιμές και την λογική της χορηγίας αυτής, έχει σήμερα το insidestory σε μία από τις ανοικτές του σελίδες…

Πήγαν όλα άνω κάτω τούτες τις μέρες, καθώς η Παπαχρήστου, διάσημη για την αποβολή της από την ΔΟΕ για το περίφημο tweet με τα κουνούπια και τους αφρικανούς, κέρδισε ένα χρυσό στο τριπλούν του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος αγώνων στίβου του Βερολίνου.

Και, εντελώς φυσικά, όλα ανακατεύτηκαν με την υπέροχη ζαλάδα που ήταν ευνόητο ότι θα επακολουθούσε:

Ο κόσμος που δεν γουστάρει τους Χίτες δεν γούσταρε καθόλου την επιτυχία της, ο κόσμος που έτσι και αλλιώς νιώθε την ανάγκη να πανηγυρίζει τις εθνικές επιτυχίες (ακόμα και αν είναι από τον Καχιασβίλι ή τον Δήμα) είτε μπλόκαρε με την όλη φάση, είτε πανηγύρισε, κάποιοι πανηγύρισαν επειδή ακριβώς έχει εκφράσει ένα ακροδεξιό προφίλ, ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός συνεχάρη (και μάλιστα «θερμά») μαζί με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την κάτοχο του χρυσού, του τα χωσαν γιατί δεν έπρεπε να δώσει συγχαρητήρια στην χρυσαυγίτισσα, μύλος.

Μύλος.

Να χαρείς επειδή το πήρε ελληνίδα; Να μην χαρείς επειδή το πήρε χρυσαυγίτισσα; Να χαρείς και ας είναι χρυσαυγίτισσα; Να μην το προσμετρήσεις; Τι είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα;

~

Όλο αυτό, κατά το ταπεινό μου το μυαλό, που μπορεί κάλλιστα να κάνει και λάθος και στο λέω εξ αρχής για να μην παρεξηγηθούμε, νομίζω ότι έχει να κάνει με μία βασική παραδοχή.

Άκου πως το βλέπω.

Ο φασισμός, ο ναζισμός, ο ρατσισμός – όλα αυτά σε γενικές γραμμές έχουν να κάνουν με το τι θέση νιώθει ότι έχει ο καθένας απέναντι στον διπλανό του. Είναι μία προσπάθεια να σταθεί σε μία κοινωνία – μπορεί να το κάνει αποδεχόμενος τις διαφορές των διπλανών του (άλλο φύλο, άλλη θρησκεία, άλλο χρώμα, άλλη πατρίδα) και ορίζοντας μία ατομική ευθύνη για τις πράξεις του καθενός – ή θεωρώντας ότι οι απολύτως βέβαιες διαφορές αυτές ανάμεσα στους ανθρώπους ορίζουν και την συμπεριφορά ή/και την θέση τους (και συνήθως αυτό του δίνει δικαίωμα δια της βίας να «αμυνθεί» έναντι αυτών).

Τι προσπαθώ να πω μ’ αυτό; Ότι αυτή η συμπεριφορά δεν σε κάνει λιγότερο ικανό.

Μπορεί να τρέξεις περισσότερο από τους άλλους, ή να ζωγραφίσεις υπέροχα, ή να έχεις την πιο γλυκιά φωνή που βγήκε από ανθρώπου λαρύγγι, ή να γίνεις ο νέος Στήβεν Χώκινγκ – και πάλι να είσαι ρατσιστής.

Είναι (σε μένα, και ξαναλέω, μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω) απολύτως σαφές ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πετύχει στην ζωή του, μπορεί (κρατήσου) να κάνει την διαφορά και στις δικές μας τις ζωές με τις επιτυχίες του, ακόμα και αν έχει στην καρδιά του το μίσος ή φόβο για τον συνάνθρωπό του.

Αν είναι όντως έτσι – τι κάνουμε απέναντι σ’ αυτό; Ως κοινωνία λέω, όχι ο καθένας ατομικά. Ο καθένας, μπορεί να σιχαθεί ο,τι αφορά τον Σφακιανάκη πχ για τις ιδέες του, ή να ακούσει τα τραγούδια του προσπαθώντας να ξεχάσει ποιος είναι και τι λέει, ή να λατρέψει τον ίδιο και την μουσική του ακριβώς γι’ αυτά που λέει – δεν μιλάω γι’ αυτό:

Ο καθένας έχει κριτήριο, αλλά συνολικά, ως κοινωνία, τι κάνουμε;

Γιατί αν μπούμε σ’ αυτό το τριπάκι, πρέπει να αποφασίσουμε αν η κοσμοθεωρία του είναι μέρος της επιτυχίας του. Αν η ταχύτητά του, ή η μουσική του ικανότητα, ή οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, ή το λαμπρό μαθηματικό του μυαλό, συνδέονται με την (προσωπικά, θεωρώ σιχαμένη, αλλά για την κουβέντα ας το δούμε αποστασιοποιημένα για να συνεννοηθούμε) θέση του για τον συνάνθρωπό του.

Αν πούμε πως ναι, θεωρώ πως αν ως κοινωνία όντως εξοβελίζουμε αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι: πρώτα να βλέπουμε τις πεποιθήσεις κάποιου, και μετά θα δούμε την όποια επιτυχία του. Αν πούμε πως όχι, τότε θα δούμε και θα κρίνουμε την επιτυχία, και μετά θα κάνουμε το ίδιο (ξαναλέω, ως κοινωνία) στις θέσεις του.

Δεν έχω προφανή απάντηση. Προσωπικά, τείνω στο δεύτερο, καθώς σε ατομικό επίπεδο προσπαθώ να κρίνω τους ανθρώπους με βάση τις πράξεις τους, ήτοι άλλο το μετάλλιο, άλλο οι απόψεις.

Θα μου φαινόταν πολύ δύσκολο, και άδικο ίσως, να πρέπει να κάνω στον καθένα μία αποκρυπτογράφιση των θέσεών του πριν τον συγχαρώ για ένα μετάλλιο. Και καλά, στο μετάλλιο ή στην Παπαχρήστου τα πράγματα είναι εύκολα: αν όμως βρει ένας δηλωμένος ρατσιστής ένα αποτελεσματικό, σωτήριο φάρμακο για τον καρκίνο, θα αρνηθώ να το διανείμω στους ασθενείς μου επειδή ο εμπνευστής του είναι ρατσιστής;

Απο την άλλη, τον άνθρωπο που χειροκροτεί τα ματωμένα χέρια ενός Μιχαλολιάκου ή ενός Κασιδιάρη, ή του στρατού του, ή ανεβάζει πιστόλια με το Μολών Λαβέ – να τον χειροκροτάω κι εγώ (ως κοινωνία) για την επιτυχία του; Γίνεται; Δύσκολο.

~

Αν έχει νόημα να καταλήξουμε κάπου, ας σκεφτούμε αυτό: ο ρατσισμός βρίσκεται σε άνθιση. Χώρες ολόκληρες αφήνονται στα χέρια μισαλλόδοξων, οι άνθρωποι κάνουν όλο και πιο εύκολα δεκτό να μισεί ο καθένας τον διαφορετικό διπλανό τους, η θέση αυτή γίνεται όλο και περισσότερο mainstream και αποδεκτή.

Είναι θεωρώ μοιραίο πως ανάμεσά τους θα βρεθούν και άνθρωποι που έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία να προβάλλουμε. Όχι μόνο αθλητές, που εκεί η όποια αντίδραση είναι εύκολη, αλλά και σε άλλους τομείς, ασφαλώς πιο ευαίσθητους.

Αν ως κοινωνία δεν παλέψουμε απέναντι στην βάση του προβλήματος, την μισαλλοδοξία, τότε όσο ασχολούμαστε με τους εκφραστές του, θα μας δίνεται πάντα ένα πεδίο να χάσουμε: Στους «Μωλόν λαβαί αίληνες» όπως αρεσκόμαστε να τους τοποθετούμε εμείς οι απέναντι – θα βρίσκεται πάντα κάποιος φίλα προσκείμενος στο ναζιστικό ιδεώδες καθηγητής πανεπιστημίου να μας χαλάσει το αφήγημα.

Ήτοι, και αυτό μοιάζει το πιο δύσκολο απ’ όλα: Η κοινωνία μας δεν έχει πάρει ακόμα σαφή, ξεκάθαρη θέση στον σεβασμό του διαφορετικού – και του συνάνθρωπού μας εν γένει, ούτε καν στα απλά, πολλώ δε μάλλον στα πολύπλοκα: Ακόμα κερδίζουμε από οικονομικούς σκλάβους σε φτωχές χώρες, ακόμα συναναστρεφόμαστε με απολυταρχικά καθεστώτα που μας δίνουν απλόχερα το πετρέλαιό τους, ακόμα ικανοποιούνται θεοκρατικές αντιλήψεις για το σώμα της γυναίκας ή τους ομοφυλόφιλους με σκοπό την αποδοχή των ψήφων των συντηρητικότερων στρωμάτων.

(Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι πρέπει να περιμένουν τα ανθρώπινα δικαιώματα «να γίνει ο καιρός κατάλληλος» – αλλά αυτή είναι η δική μου γνώμη, αυτήν την βαρύτητα δώστε της)

Το σίγουρο είναι ότι, για τον ένα ή τον άλλον λόγο, όσο δεν ξεκαθαρίζουμε οι ίδιοι, ως κοινωνία, τι είναι σημαντικό, πάντα κάποιος θα φέρνει ένα ναζί μετάλλιο αριστείας και θα μας βραχυκυκλώνει.

Το Δημόσιο που ακόμα και τώρα ΑΡΝΕΙΤΑΙ να καταλάβει.

Αν όντως αυτό το χαρτί ισχύει, και δεν αλλάξει σε 10 λεπτά, είναι τα δικαιολογητικά που χρειάζονται για όποιον είχε σπίτι στα καμμένα, και χρειάζεται το επίδομα για να σταθεί στα πόδια του.

Δέχομαι απολύτως την προσπάθεια να μην «χαριστούν» επιδόματα αδικαιολόγητα όπως (πιθανώς) έγινε στο παρελθόν, και σέβομαι την προσπάθεια τα λεφτά να πάνε εκεί που πρέπει, και μόνο εκεί.

ΟΜΩΣ.

Από τα δέκα δικαιολογητικά, τα 7 τα ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Ήδη. Τα έχει. Δικά του είναι. Τα φυλάει, στα συρτάρια του. Τα πρωτότυπα.

Το μόνο που θα χρειαζόταν θα ήταν μία ομάδα δημοσίων υπαλλήλων να αναλάβει, για κάθε έναν που εμφανίζεται με την ταυτότητά του εκεί (ακόμα και αυτό δεν χρειάζεται, θα μπορούσε να γίνει ΑΥΤΟΜΑΤΑ για όσους έμειναν εκεί, ή έστω αυτόματα για όσους οι ομάδες έρευνας και ελέγχου έχουν πιστοποιήσει την διεύθυνση και την κατάσταση του καμένου σπιτιού) να αναλάβει να συγκεντρώσει τα έγγραφα και τα δικαιολογητικά για λογαριασμό των δικαιούχων.

Μόνο του, το δημόσιο. Αυτόματα.

Το φαντάζεστε;

Να έρθει ένα SMS και να πει:

«Για εσάς που μένατε σ’ αυτήν την διεύθυνση, λυπούμαστε πολυ για την ζημιά σας, έχει κατατεθεί αυτόματα το ποσό του βοηθήματος στον λογαριασμό σας».

Είναι αδύνατο; Όχι, δεν είναι. Πως το ξέρω;

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΤΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ!

Το μόνο που ζητείται από τον αιτούντα είναι να πάει ΜΟΝΟΣ του να τα ζητήσει.

Δεν λέω να γίνεται κάθε φορά (ασφαλώς και το λέω, αλλά τέλος πάντων) αλλά ειδικά τώρα, που αυτοί οι άνθρωποι έχουν ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ, μια επείγουσα, πρωτότυπη, ουσιαστική βοήθεια θα ήταν καλοδεχούμενη.

Γιατί μέχρι να πηγαίνεις στο δημόσιο και να τσεκάρουν με δακτυλικά αποτυπώματα ή με τον οφθαλμό σου ότι είσαι όντως εσύ που τα αιτήσε όλα αυτά, όταν ήδη δεν έχεις ταυτότητα, το μόνο που ζητείται είναι να …τρέξεις αυτοπροσώπως από διεύθυνση σε διεύθυνση, από κτήριο σε κτήριο, και από όροφο σε όροφο.

Για καψόνι. Για κανέναν άλλον λόγο.

Μπορούμε, για μία φορά, για αλλαγή, για έκπληξη ρε αδελφέ, μπορούμε να δούμε τα πράγματα ΛΙΓΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ;

(Δεν ξέρω πολλά από δημόσιο, αν κάπου έχω λάθος, τα σχόλια ανοικτά, με διορθώνετε)

Χωρίς να εμπλέξω καθόλου την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τις όποιες ευθύνες έχει ο καθένας γι’ αυτό, ή την πολιτική που (αναπόφευκτα, είτε το θέλουμε είτε όχι) θα προκύψει από κάτι τέτοιο, τούτες τις ημέρες που τα πράγματα ήταν δύσκολα, δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως και η δημοσιογραφία.

Αν και υπήρχαν πολλά δείγματα ένθεν κακείθεν κακής δημοσιογραφίας, θα ήθελα να εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που εκθέτει όλο τον δημοσιογραφικό χώρο, και όχι μόνο τους εμπλεκόμενους.

Άρθρο του iefimerida.gr, σήμερα 01 Αυγούστου του 2018 ανεβασμένο στις 17:51.

Τίτλος:

Φάμελλος: «Η ευθύνη της τραγωδίας ανήκει σε όσους έχτισαν τα αυθαίρετα»

Τα εισαγωγικά στον τίτλο, από το ενημερωτικό site.

Ο τίτλος της ανάρτησης, απολύτως φυσιολογικά, συγκεντρώνει πολύ θυμωμένες αντιδράσεις. Αν μη τι άλλο, ο,τι είναι σε εισαγωγικά, αποδίδεται επί λέξη στον αναπληρωτή υπουργό, και είναι εξαιρετικά ειδεχθές, ειδικά σε τέτοια στιγμή (έχω εκφράσει σε προηγούμενο άρθρο μου την αντίδρασή μου στην θέση αυτή, για συγκεκριμένους λόγους).

Και όταν λέω πολύ θυμωμένες, εννοώ πολύ θυμωμένες. Και στο άρθρο τα σχόλια, και στα social media όπου και αν αυτό αναπαρήχθει.

…δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Μία χρήστης, η @annzabel, κάνει κάτι που (δεν θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο: προβληματίζεται με την ανάρτηση. Είναι δυνατόν να είπε τέτοιο εξωφρενικό πράγμα ο αναπληρωτής υπουργός; Διαβάζει το κείμενο (δεν μένει στον τίτλο, δηλαδή) και δεν βλέπει να γίνεται αναφορά σ’ αυτό που περιγράφεται στον τίτλο (πλην του εισαγωγικού σχολίου, και αντιγράφω επί λέξη: «Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν νεκρούς από την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, εμφανίστηκε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος.»)

«Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες ο αναπληρωτής υπουργός», αλλά καμία αναφορά επ’ αυτού στο υπόλοιπο κείμενο.

Αναζητά λοιπόν την αρχική τοποθέτηση του Φαμελλου, και την βρίσκει -ευτυχώς- αυτούσια, αναρτημένη από τον ίδιο στο youtube.

Περιγράφει λοιπόν:

Όλη η ομιλία Φάμελλου κρατάει οκτώ λεπτά, και είναι, όπως είπα, αυτούσια. Πουθενά δεν λέει αυτό που λέει ο τίτλος – όχι μόνο στο επι λέξη, αλλά ούτε καν αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο ως αυτό που του προσάπτεται.

Την άκουσα, δύο φορές – άκουσέ την και εσύ, είναι όλη εδώ: https://www.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=HjkWWh9q5_g

Παρένθεση για να μην παρεξηγηθώ: Δεν έχει να κάνει με τον Φάμελλο εδώ, δεν έχει να κάνει με το αν έχει δίκιο, ή άδικο, δεν έχει να κάνει με πολιτική κριτική ή κυβερνητική υπεράσπιση. Το θέμα μου αποκλειστικά είναι η δημοσιογραφία. Και ούτε καν η δημοσιογραφία του iefimerida: Η δημοσιογραφία ευρύτερα.

Ανακεφαλαιώνω, για να φτάσω και σε συμπέρασμα:

Το ειδησεογραφικό site, αποδίδει στον αναπληρωτή υπουργό μία πρόταση, με εισαγωγικά. Στην εισαγωγή δε του κειμένου, τον μέμφεται σκληρά (όπως θα του άξιζε πιθανόν, όντως, αν είχε πει κάτι τέτοιο). Στο κείμενο δεν παρουσιάζεται πουθενά αυτή η αναφορά. Θα μπορούσε να το έχει πει σε δευτερολογία ίσως ο Φάμελλος, την οποία όντως δεν έχω – ή σε βουλευτές μετά, ή να τον άκουσαν στο διάδρομο να το μονολογεί, δεν ξέρω, δεν τον υπερασπίζομαι, λέω ούτε στο άρθρο δεν υπάρχει. Πουθενά.

Η πρόταση που του αποδόθηκε, ξεσηκώνει – απολύτως δίκαιες- αντιδράσεις και οργή. Απολύτως δίκαιες, τα έλεγα και στο προηγούμενο άρθρο μου.

Μία πολίτης, ξαφνιάζεται, την ψάχνει, δεν την βρίσκει στο κείμενο, δεν την βρίσκει ούτε στην ομιλία ούτε ως υπόνοια.

~

Μπορεί να νομίζεις ότι το πρόβλημα μου εδώ είναι το iefimerida – αλλά μόνο αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου. Άκου πως το σκέφτομαι:

Το iefimerida κάνει την δουλειά του. Προσωπικά, η αίσθησή μου είναι ότι το iefimerida δεν έχει κάνει κανένα απολύτως λάθος. Είτε έχει όντως ειπωθεί -κάπου αλλού, στην δευτερολογία, σε συναδέλφους, εκτός μικροφώνου, μονολόγησε στους διαδρόμους, δεν ξέρω- είτε το iefimerida είπε ψέματα. Όχι παράφρασε, κατάλαβε λάθος, του ξέφυγε, ήταν αστοχία – είπε ξεκάθαρα ψέματα.

Οπότε δεν μέμφομαι το iefimerida εδώ:

Μέμφομαι την δημοσιογραφία που δεν ερευνά το iefimerida.

Το ρεπορτάζ, δεν το οφείλει να το κάνει η κάθε @annzabel. Την είδησή της, δεν οφείλει να την φιλτράρει η ίδια. Έχει άλλα πράγματα να κάνει, έχει άλλες ανάγκες να γεμίσει τον χρόνο της, έχει άλλες ευθύνες να καλύψει από το να ασκεί ουσιαστική δημοσιογραφική έρευνα …ακούγοντας ένα βίντεο οκτώ λεπτών.

Δεν είναι δουλειά της @annzabel να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι στην δημοσιογραφία.

Η ίδια η δημοσιογραφία οφείλει να το κάνει αυτό.

Αν δεν αυτοελέγξει τον κλάδο της, αν δεν τονίσει τις αστοχίες, από οπουδήποτε, από τα Νέα, την Εφημερίδα των Συντακτών, την Καθημερινή, το ThePressProject, από το Βήμα και την Δημοκρατία, από το Documento και την Αυγή, από το Left και το iefimerida, από το in.gr και το News247 – κάνει κακό στην δουλειά της.

Αν νομίζει ο καθένας φορέας της δημοσιογραφίας ότι προστατεύεται έτσι, κρύβοντας το κεφάλι στην άμμο σε κάθε στραβή, και κοιτάζοντας αλλού για να μην παρεξηγηθεί με τον συνάδελφο – πλανάται πλάνην οικτράν. Έχω τονίσει προσωπικά όσες περισσότερες φορές μπορώ, και όσο πιο εμφατικά μπορώ, ότι η δημοσιογραφία είναι ο ισχυρότερος πυλώνας της δημοκρατίας μας. Η κριτική στην επικαιρότητα είναι σημαντική, η κριτική στην (κάθε) κυβέρνηση σημαντικότερη – μα η κριτική και ο έλεγχος της δημοσιογραφίας είναι ο πιο σημαντικός ίσως και ο πιο αναγκαίος τρόπος να διατηρήσει το μέσο μία αξιοπιστία (και, κυρίως, μία αξιοπρέπεια).

Χαλάει σχέσεις και φιλίες βέβαια όλο αυτό, αλλά όποιος νομίζει ότι θα καεί μόνο το διπλανό χωράφι και όχι το δικό του με το κάθε «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» – νομίζω ότι εθελοτυφλεί.

Αν όχι για τίποτα άλλο, και μόνο για το προφανές: όποιος ψεύδεται συνειδητά μέσω της δημοσιογραφίας, και δεν αναφέρομαι στο iefimerida αλλά μιλάω γενικά, με την πράξη του αυτή, με κάθε ψέμα, κάθε προπαγάνδα, κάθε αλλοίωση της πραγματικότητας για ίδιον όφελος, πετυχαίνει όχι μόνο να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της αλήθειας, αλλά και ταυτόχρονα ως μακροπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της ίδιας της δημοσιογραφίας.

Και κάθε φορά που η δημοσιογραφία δεν ελέγχει, πρωτίστως τα του οίκου της(*), δεν νοείται κατάλληλη και για να ελέγξει μετά οτιδήποτε άλλο.

Και έχουμε ανάγκη μία αξιοπρεπή δημοσιογραφία. Πάντα είχαμε, αλλά πολύ περισσότερο τώρα.

(*) και υπόψιν, δεν αναφέρομαι μόνο στα άρθρα. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα, οφείλει εκτός από τα άρθρα που γράφονται να ελέγξει τα πόθεν έσχες, τις διαδικασίες πώλησης αγοράς τίτλων, την βιωσιμότητα εντύπων, τους δημοσιογράφους με θέσεις υπευθύνων τύπου, τους μισθούς συναδέλφων τους, τα δάνεια στα μέσα τους, τις σχέσεις πολιτικών-δημοσιογράφων-τραπεζών, τις διαφημίσεις – και τόσα άλλα.

Ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση είναι όλων μας. Και αυτών που την ψήφισαν, και αυτών που δεν την ψήφισαν, και αυτών που δεν ψήφισαν καν. Αυτό το λέω χρόνια, γιατί υπάρχει δυστυχώς παραμένει επίκαιρο – αν και θα έπρεπε να είναι σαφές.

Ανεξαρτήτως ομως και ποιος είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση σε μία τραγωδία οφείλει να είναι όλων μας, επίσης: Να, πχ, τώρα, οφείλει να είναι και των ιδιοκτητών που κάηκαν τα σπίτια τους, και των συγγενών ή φίλων των νεκρών, και αυτών που γλύτωσαν στο τσακ στις παρακείμενες περιοχές, και όσων είδαν το δράμα από την τηλεόραση.

Επίσης αυτονόητο, επίσης δεν είναι.

Τρεις φορές, από (τουλάχιστον) τρία κορυφαία χείλη άκουσα ότι θα δοθεί προτεραιότητα να γκρεμιστούν τα αυθαίρετα στις πληγείσες (και όχι μόνο, αλλά δεν ήταν σαφές) περιοχές. Τέσσερις ημέρες μετά την τρομερή καταστροφή. Τέσσερις ημέρες μετά.

Κατ’ αρχάς, για να είμαστε ok και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, δεν έχω αυθαίρετο στο Μάτι. Και να είχα όμως, τα ίδια θα έλεγα.

Ας δούμε λοιπόν τι πετυχαίνει κανείς μ’ αυτήν την δήλωση: Ας πούμε, επειδή υπάρχει όντως θέμα αυθαιρεσίας, κάποιοι θα πουν σ’ αυτούς που κάηκαν τα σπίτια τους «καλά να πάθετε». Και επειδή δεν υπάρχει μέτρο, δεν θα πουν μόνο σ’ αυτούς που έχουν αυθαίρετο, θα πουν σε όλους εκεί «καλά να πάθετε». Είναι χρήσιμο αυτήν την στιγμή; Σε κανέναν. Είναι άχρηστη η πληροφορία. Γιατί; Γιατί τα αυθαίρετα δεν εξάπλωσαν την φωτιά. Το κτίσμα δεν την εξαπλώνει όταν παίρνει την θέση του δάσους (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, φιάλες υγραερίων κλπ), ίσως μάλιστα και να την σταματά – αν είναι αντιπυρικά χτισμένο. Το αυθαίρετο ή μη, θυμίζει λίγο μεταναστευτικό – έχει να κάνει με το αν έχεις χαρτιά, ή αν δεν έχεις χαρτιά – αλλιώς είναι ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΤΙΣΜΑ, από ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, και έχει ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ σε μία πυρκαγιά. Η κύρια διαφορά, είναι τα ΛΕΦΤΑ. Τα λεφτά, που, εκατοντάδες χρόνια τώρα, οι κυβερνήσεις παίρνουν, για να ορίσουν ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ από αυθαίρετα, σε νόμιμα. Διαρκές έγκλημα που έκαναν και οι προηγούμενες, αλλά και η παρούσα που κρύβεται πίσω από τα αυθαίρετα.

Επίσης, το να έχει κανείς αυθαίρετο – δεν του στερεί την ζωή. Δεν μπορεί να κάνεις επιλογή «δεν έχεις αυθαίρετο, στην σβήνω την φωτιά» πχ, «έχεις, σβήσε την μόνος σου». Ένας επιπλέον λόγος (πλην της κοινής λογικής) είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ, κανονικά (εξ όσων γνωρίζω, όπως προείπα δεν έχω σπίτι τέτοιο) φόρους – όπως ΕΝΦΙΑ. Γιατί να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ για ένα σπίτι που, όταν καεί, του λένε «δεν έπρεπε να το έχεις»; Τι άλλο δηλαδή καλύπτει ο φόρος τους; Το ..δικαίωμα να να τους καεί το σπίτι;

Τέλος, τα αυφαίρετα σπίτια, δεν είναι πρόβλημα που παρέλαβε η κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2018. Αντιθέτως, όπως είδαμε, με αντίτιμο 30 αργύρια, προσπάθησε τα ΙΔΙΑ σπίτια (όπως ήταν, αντιπυρικά, επικίνδυνα, λάθος χτισμένα, με δρόμο, χωρίς, με πεζοδρόμιο, χωρίς, με δέντρα μέσα στις αυλές γιατί δεν επιτρεπόταν το κόψιμο τους – γιατί ήταν δάσος, duh) να τα νομιμοποιήσει. Αν ήταν πραγματικά θυμωμένη η κυβέρνηση με τα αυθαίρετα, θα έπρεπε, 2015 να ξεκινήσει τον έλεγχό τους:

Και όταν λέω έλεγχος, δεν εννοώ ούτε γκρέμισμα, ούτε …νομιμοποίηση μετά ποσού: λέω έ-λεγ-χος ώστε να παραμένουν αντιπυρικά, να έχουν δρόμους (και πεζοδρόμια) αρκετά για δύο, τρεις λωρίδες αυτοκινήτων, ή ο,τι άλλη διαδικασία θα έκανε την παρουσία τους εκεί ασφαλή κατά τους ειδικούς. Εγώ δεν είμαι ειδικός, αυτοί ξέρουν: Οτιδήποτε δεν θα έδινε δικαιολογία σε μία κυβέρνηση να φταίει κάποιος άλλος σε μία καταστροφή.

Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.

Πέραν αυτών, που όπως είπαμε είναι η κοινή λογική σε μία εντελώς παράταιρη και άστοχη χρονικά διαδικασία ανόητης απόδοσης ευθυνών υπάρχει και μία σημαντική παράμετρος:

Δεν εμπόδισαν τα αυθαίρετα να μην επικοινωνηθεί η ζημιά.

Βλέπεις, η γνώμη μου είναι ότι καταστροφές συμβαίνουν. Άλλες φορές, μπορούσαμε να τις αποφύγουμε, πχ αν δεν χτίζαμε στα ρέματα. Άλλες φορές δεν μπορούσαμε – ίσως αυτή ήταν μία από αυτές. Πολύ δυνατός άνεμος, λάθος φορά, μία φωτιά κάπου, ελάχιστος χρόνος και αδυναμία πυρόσβεσης.

Όλα αυτά όμως, είτε με αυθαίρετα είτε χωρίς, είτε με αέρα είτε χωρίς, είτε με προβλήματα είτε χωρίς, είτε με μνημόνια είτε χωρίς, δεν θα έπρεπε να εμποδίσουν έναν κρατικό, μηχανισμό να ενεργοποιηθεί και να επικοινωνήσει το πρόβλημα: «Υπάρχει φωτιά εκεί, κατευθύνεται προς τα εκεί, διόδους διαφυγής θα βρείτε εκεί, θα σας περιμένουν αστυνομικοί να σας δείξουν τον δρόμο»

Δεν λέω ότι είναι απλό, ή είναι δύσκολο: λέω ότι είναι ευθύνη, κάθε ελαχίστως οργανωμένης κοινωνίας να παρέχει στους πολίτες της την πληροφορία που χρειάζονται για να σωθούν σε μία επικείμενη καταστροφή: Έναν σεισμό, μία πλημμύρα, μία πυρκαγιά. Με SMS, με μία ντουντούκα, με ραδιόφωνο, με τηλεόραση, με internet – με οτιδήποτε χρειαστεί, ώστε να φτάσει το μήνυμα σε όλους.

Και τούτη η χώρα, και σεισμούς έχει, και πλημμύρες έχει, και φωτιές έχει. Δεν τις λείπουν λόγοι να έχει σχέδιο ενημέρωσης.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται ότι είχε ευθύνη πρωτίστως εκείνη την στιγμή, απέναντι σε ανθρώπους, απέναντι στους τουλάχιστον 87 νεκρούς, στους δεκάδες αγνοούμενους, και στους ασθενείς που ακόμα δίνουν μάχη για την ζωή τους στα νοσοκομεία να τους βοηθήσει σε μία δύσκολη στιγμή που βρέθηκαν – αλλά η πρώτη διόρθωση που προαναγγέλλει είναι απέναντι σε κτήρια, το πρόβλημα δεν θα διορθωθεί ποτέ.

Και το ζητούμενο, από οποιαδήποτε κυβέρνηση, φτιαγμένη από οποιοδήποτε κόμμα εξουσίας, είναι να διορθώσει τα προβλήματα. Είτε τα προκαλεί η ίδια, είτε τα παρέλαβε από το αμαρτωλό παρελθόν η ευθύνη της είναι να τα διορθώσει.

Αλλιώς, είναι επιζήμια. Και αν αυτό δεν το καταλαβαίνει (θα έπρεπε να) αποτελεί πρόβλημα.

Υ.Γ.: Άκουσα για πολιτικές ευθύνες. Πολιτικές ευθύνες χωρίς παραίτηση, δεν νοούνται. Αν πιστεύουν ότι σωστά έπραξαν, ότι ήταν αδύνατο να εμποδίσουν έστω και έναν θάνατο από αυτούς, ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν: εκλογές, να αντιπαραθέσουν όλοι τα επιχειρήματά τους, και ας κρίνει ο πολίτης αν έγιναν σωστά. Όλα τα άλλα, είναι καθρεφτάκια. Και δεν χρειαζόμαστε άλλες «ξύπνιες» κυβερνήσεις που να μας βλέπουν ως ιθαγενείς σε μία ζούγκλα. Ας απολαύσουμε, έστω και μία φορά, να μας μιλήσουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια.

Υ.Γ.: Με νεκρούς, το έχω ξαναπεί και στο παρελθόν, θα έπρεπε να ασχοληθεί η εισαγγελία. Και αν υπάρχουν ευθύνες, που πιστεύω ότι υπάρχουν, να είναι και ποινικές. Σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, με οποιοδήποτε κόμμα, για οποιοδήποτε πρόσωπο.

Υ.Γ.: Είχα συζήτηση (εκτός δικτύου) με φίλους στους οποίους παρέθεσα τις απόψεις μου. Μου είπαν για κτισμένα και καταπατηθέντα που είναι επικίνδυνα, που κλείνουν διαδρομές εξόδου, διαδρομές προς την θάλασσα ή την παραλία – όχι μόνο για περιπτώσεις κινδύνου, όπως τώρα, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες ημέρες, που μιλάμε για την απλή, καθημερινή, ψυχαγωγία του κόσμου. Ξαναδιάβασα μετά το κείμενό μου, και σε περίπτωση που δεν είμαι σαφής στην τοποθέτησή μου, επισημαίνω: «Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.» Ελπίζω να παραμένω σαφής.