Η Google με αυτό το moto εχει φροντίσει πολύ έξυπνα να αμβλύνει τις ανησυχίες των χρηστών της: δώστε μας όλα τα προσωπικά στοιχεία σας,τις συνήθιες σας, τα πιο απόκρυφα ηλεκτρονικά μυστικά σας – δεν θα κάνουμε τίποτα κακό με αυτά, γιατί το moto μας είναι Don’t be evil! 🙂

Τι θα γίνει όμως την επόμενη ημέρα που θα εξαγοραστεί η Google, ή που θα αλλάξει το ΔΣ της, ή, εν πάση περιπτώσει όταν θα αρχίσει να μην σέβεται πια αυτό το moto; Ότι δέχεσαινα παραδώσεις τώρα, αυτόματα θα ισχύει για πάντα, τι θα πεις μετά, «α, άλλαξες τώρα, θα ήθελα να το επαναδιαπραγματευτούμε»;

Εκεί ακριβώς είμαστε με την ελληνική κυβέρνηση: τώρα, σε μία αριστερή (με, ή χωρίς εισαγωγικά, δεν είναι αυτό το θέμα μας) διακυβέρνηση που έχει μπροστά της ελάχιστες αντιδράσεις, ένας από τους υπο ψήφιση όρους του νομοσχεδίου είναι και η μεταφορά στο Υπερταμείο των:

ΟΑΣΑ,
ΟΣΥ,
ΣΤΑΣΥ,
ΟAKA,
ΕΛΤΑ (Α΄ ομάδα),
ΕΥΑΘ,
ΕΥΔΑΠ,
ΔΕΗ (Β΄ ομάδα),
Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών,
Ελληνικές Αλυκές,
ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ,
Α.Ε. Διώρυγας Κορίνθου (ΑΕΔΙΚ),
Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας Α.Ε. (ΟΚΑΑ),
Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (ΚΑΘ),
ΔΕΘ-HELEXPO και
Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών (Γ΄ ομάδα).

Όλα αυτά, θα μπορούν αύριο, με την σύμφωνη γνώμη της όποιας κυβέρνησης και των πιστωτών που ελέγχουν το Υπερταμείο, (μαζί με όσα έχουν ήδη διατεθεί στον έλεγχό του) να ιδιωτικοποιηθούν, χωρίς να είναι εφικτή καμία κοινωνική αντίδραση:

Η μεν κυβέρνηση (έστω της ΝΔ) θα μπορεί να πει «με εμένα τα βάζετε; Ο Σύριζα τα έδωσε στο Υπερταμείο και συμφώνησε σε υποχρεωτικά κέρδη! Που ήταν η αντίδρασή σας τότε;».

Η δε αντιπολίτευση (έστω ο Σύριζα) θα μπορεί να πει «ναι, εγώ τα έβαλα – αλλά δεν τα πούλησα κιόλας! Ακόμα υπο τον έλεγχο του κράτους θα έπρεπε να είναι – γιατί να πουληθούν;»

Μεγάλος χαμένος θα είναι ο πολίτης, ο οποίος ακομα και αν προσπαθήσει τότε να αντιδράσει, η κάθε θέση θα έχει (μισό τουλάχιστον) δίκιο.

Ίσως γι’ αυτό, σε αγαστή συνεργασία ΝΔ/Σύριζα/Δανειστών έχουν δημοσιευτεί ελάχιστες αντιδράσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις μεταφορές στο Υπερταμείο κρατικου ελέγχου που η παρούσα κυβέρνηση Σύριζα και ο Τσίπρας είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα απολέσουν (πχ ΕΥΑΘ) για κανέναν λόγο…

Εδώ, η αναφορά της είδησης

Εδώ, μία αρχική αναφορά τι είναι το Υπερταμείο

Όσο με αφορά, είναι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, έστω και στο πρώτο βήμα -που δεν είναι τόσο ορατό αυτήν την στιγμή- και γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο, για να καμφθούν οι αντιδράσεις αύριο, ακόμα και αν αυτές είναι δίκαιες…

Υ.Γ.: Φυσικά, τόσες χιλιάδες σελίδες, σε τόσες λίγες ημέρες, είναι καταπάτηση του πυρήνα της Δημοκρατίας: Μπορεί να είναι πολύ βολικό για τους δανειστές, μπορεί να είναι πολυ βολικό και για την κυβέρνηση, αλλά μόνο κακό κάνει στην Δημοκρατία μας. Το ίδιο κακό, που κάποτε στο ίδιο κόμμα, φαινόταν τρομερά ενοχλητικό…

Υ.Γ.2: Και, σε τόσες χιλιάδες σελιδες, κάτι θα προστεθεί, πονηρά με λίγες γραμμές, με σαφή πρόθεση κατ’ εμέ για να ξεφύγει:

Με την προσθήκη ουσιαστικά τεσσάρων μόνο λέξεων, στο προτελευταίο άρθρο από τα 400 του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης, η κυβέρνηση επιχειρεί (ξανά) να απαλλάξει τους έξι εμπειρογνώμονες του ΤΑΙΠΕΔ για την υπόθεση – σκάνδαλο των 28 ακινήτων του Δημοσίου, υπακούοντας για ακόμα μία φορά στις πιέσεις των δανειστών. Ακόμα και όταν αυτές αφορούν παρέμβαση στη Δικαιοσύνη…

Από το ThePressProject: Πουλώντας τη Δικαιοσύνη για τους έξι του ΤΑΙΠΕΔ

Σύμφωνα με την αρχική απόφαση, στην γείτονα χώρα δεν ευδοκιμούν οι συνθήκες για να θεωρήσει κανείς ότι λαμβάνονται υπόψιν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Σύμφωνα με τις διαρροές της κυβέρνησης (όχι επίσημα, προφανώς) η απόφαση για έφεση πάρθηκε «για να προστατευτεί ο στρατιωτικός» με τον καλύτερο τρόπο ώστε να μην θιγεί «το δημόσιο συμφέρον της χώρας» – και, εν πάσει περιπτώση, «έτσι γίνεται πάντα».

Ο Μουζάλας όμως, εξηγείται πιο καθαρά:

Δεν μας απασχολούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά το δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν ο άνθρωπος …είναι πραξικοπηματίας. Αυτό περιμένει ο Μουζάλας από ένα δικαστήριο ..στην Ελλάδα. Με αυτήν την απόφαση, δέχεται να τον επιστρέψει στην Τουρκία.

Η κυβέρνηση έχει λόγους να πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι πραξικοπηματίας. Ποιους, δεν μας λέει – κάτω από το πέπλο μυστηρίου μπορεί να κρύβεται από τις μυστικές υπηρεσίες, μέχρι και …το ένστικτο του Υπουργού. Προφανώς, δεν πρέπει να ξέρουμε, αλλά να το αποδεχθούμε σιωπηλά. «Εγώ δεν λέω ότι είναι» λέει ο Υπουργός – «αλλά…». Αλλά το λέει κάποιος. Ποιος; Οι «βάσιμες ενδείξεις».

Και τέλος, όχι, δεν γίνεται πάντα. Για χιλιάδες υποθέσεις ασκήθηκε έφεση; Όχι, λέει ο Μουζάλας. Γι’ αυτήν μόνο. Γιατί; Γιατί το λένε «οι βάσιμες ενδείξεις» ότι ο άνθρωπος είναι πραξικοπηματίας. Και όχι μόνο αυτός: Ο Μουζάλας μιλάει *και για τους οκτώ*!

Πιο καθαρά, πιο στυγνά, και πιο ωμά – δεν γίνεται.

Μουζάλας: Βάσιμες ενδείξεις πως οι τούρκοι στρατιωτικοί είναι πραξικοπηματίες

Υ.Γ.: Από την αρχή υποστηρίζω ότι γίνεται ένα παιχνίδι που αφορά ΚΑΙ τις σχέσεις των δύο χωρών – και εν πολλοίς, όσο ο άνθρωπος δεν εκδίδεται και δεν κινδυνεύει η ζωή του, δεν έχω λόγο σ’ αυτό το επίπεδο να ανακατευτώ. Η παρέμβαση Μουζάλα δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ νόημα να γίνει κάτω από αυτό το πρίσμα, κάνει τα πράγματα μόνο χειρότερα, χωρίς να αντιλαμβάνομαι πως εξυπηρετεί αυτό το σχέδιο – και γ’ αυτό καταθέτω την γνώμη μου.

Υ.Γ.: Όσο με αφορά, η σειρά προτεραιοτήτων είναι α) Ανθρώπινα Δικαιώματα, β) Νομιμότητα και Δημοκρατία. Όποιος αγνοεί το πρώτο αγνοεί αυτόματα και τους λόγους που μπορεί κάποιον να τον οδηγήσει να αμφισβητήσει το δεύτερο (για οποιονδήποτε λόγο). Αν εκδοθεί αυτός ο άνθρωπος ενώ οι θεσμοί στην χώρα μας πιστεύουν ότι η χώρα που θα τον «υποδεχθεί» δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε, ο,τι πάθει αυτός ο άνθρωπος, ο,τι του συμβεί, δεν θα το έχει κάνει η Τουρκία. Θα το έχει κάνει η Ελλάδα.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Μόλις πέρσι, μετά τα μεγάλα κρύα και τους νεκρούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε «Κέντρα φιλοξενίας» ο Γιάννης Μουζάλας, Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της κυβέρνησης Σύριζα/ΑΝΝΕΛ είχε δηλώσει πως «μετά τον φετινό χειμώνα, γίναμε σοφότεροι».

Φέτος, σε δήλωση σε γερμανική εφημερίδα για τις συνθήκες, απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου πως «όχι, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα έχουμε νεκρούς φέτος, αλλά θα κάνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε».

Προσπαθώ εδώ και μέρες να συντάξω ένα κείμενο, αλλά μου είναι αδύνατον να διαχειριστώ τόσο αποτρόπαια κυνικές δηλώσεις. Για την πρώτη, είχα ήδη κάνει ένα ποστ, για την δεύτερη, δυσκολεύομαι να συμπυκνώσω χωρίς βρισιές σε ένα αξιοπρεπές κείμενο τον θυμό μου.

Αναρωτιέμαι πως γίνεται να είναι κάποιος τόσο σκληρός, τόσο απάνθρωπος. Τι επιτυγχάνει, (πέραν της προσπάθειας να σοκάρει το γερμανικό και ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό) με μία τέτοια δήλωση, τι κληρονομεί αυτός ο τρόπος σκέψης.

Ταυτόχρονα με την δήλωση σχεδόν, έχουν χτυπήσει τον κώδωνα του κινδύνου μεγάλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, διεθνείς οργανισμοί και φορείς, για αυτό που περιμένει αυτούς τους ανθρώπους στα κρύα των νησιών (αλλά και της ηπειρωτικής χώρας) που «φιλοξενούνται» έγκλειστοι. Θα υπάρχουν νεκροί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Άνθρωποι που έχουν ζήσει τόσες κακουχίες, που έρχονται ακόμα και τώρα, χειμωνιάτικα, στοιβαγμένοι σε μία βάρκα μέσα στα άγρια κύματα, που έχουν ζήσει πόλεμο και απάνθρωπες συνθήκες, που ακόμα και αν ήταν σε καλή κατάσταση σωματική και ψυχολογική οι συνθήκες επιβίωσης στις σκηνές της Μόριας θα τους δημιουργούσαν πλείστα όσα προβλήματα – πολλώ δε μάλλον τώρα δεν θα αντέξουν όλοι αυτό που θα ακολουθήσει.

Θα υπάρξουν νεκροί, χωρίς αμφιβολία.

Οπότε το ερώτημα είναι γιατί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί η δήλωση να μην αρκεστεί στο «θα κάνουμε ο,τι μπορούμε», ή, ακόμα καλύτερα, στο «δεν θα υπάρξει κανένας νεκρός, δεν θα ταλαιπωρηθεί κανείς, γιατί θα το πετύχουμε εμείς».

Γιατί κάποιος να απαντά μ’ αυτόν τον τρόπο.

Η γνώμη μου είναι ότι αφορά την ευθύνη.

Αρκετοί κρατούμενοι πρόσφυγες έχουν πεθάνει, μα και όσοι έχουν γλυτώσει, αντιμετωπίζουν τους δαίμονές τους. Άνθρωποι που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, που λυγίζουν κάτω από την αφόρητη πίεση, άνθρωποι που τους ταΐζουν πατάτες και μακαρόνια μέχρι να φτάσουν να αντιδράσουν, που είναι φυλακισμένοι για μήνες, που κοιμούνται στο πάτωμα, που ζεσταίνονται όπως μπορούν, σε σκηνές και κουβέρτες κόντρα στα χιόνια, σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστη βοήθεια.

Όλο αυτό θα αποτελούσε πρώτης τάξεως υλικό για μία καταδίκη για παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους διοικητές αυτών των κέντρων συγκέντρωσης, τους πολιτικούς προϊστάμενούς τους, να φτάσει μέχρι την ηγεσία του υπουργείου, τον Μουζάλα, και τον αμέσως ανώτερό του, τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατηγορίες που να περιλαμβάνουν ποινές που θα έφταναν σε χρόνια πραγματικής φυλάκισης.

Για κάθε έναν άνθρωπο που έζησε φυλακισμένος σε απάνθρωπες συνθήκες, ή που πέθανε εξαιτίας αυτών. Για κάθε έναν εξ αυτών που δεν του παρείχαμε αξιοπρεπείς συνθήκες, παραδειγματική τιμωρία.

(Μου φαίνεται αδιανόητο, μία ολόκληρη κοινωνία, να παρακολουθεί -όσο είναι εφικτό, γιατί ένα από τα αρχικά μέτρα ήταν η απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων χωρίς να υπάρχει έλεγχος και έγκριση- να εξελίσσεται ένα τέτοιο μακιαβελικό σκηνικό, χωρίς να ξεσηκώνεται και να αντιδρά)

Θα είχε περισσότερη λογική όλο αυτό – αν είχαν καταμεριστεί οι ευθύνες. Αν η Ελλάδα, η κυβέρνηση επίσημα έλεγε, πχ, «πήραμε €50 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρώπη για να τους έχουμε εμείς και όχι εκείνοι, τα χαλάσαμε εδώ, εδώ και εδώ, για τόσους ανθρώπους – αυτό φτάνει: τόσο φαγητό, τόση υποστήριξη, τόσοι γιατροί, τόση στέγαση, τόση βοήθεια».

Αυτό, θα ήταν *χρήσιμο*: Θα μπορούσαμε να πιέσουμε να έρθουν και άλλα λεφτά από την Ευρώπη. Να μετρήσουμε αν αυτά που ήρθαν τελικά έγιναν σωστά φαγητά, αν πράγματι το κατα κεφαλήν κόστος πχ όντως φτάνει για μερίδες φαγητού που μπορεί να έχουν σκουλίκια, ή να στερούνται το κρέας επί δύο-τρεις εβδομάδες – ή κάποιος κερδίζει από αυτό, αν τα χρήματα έφταναν μόνο για σκηνές ή για μουχλιασμένες πρώην αποθήκες – ή αν τους πέταξαν εκεί εξοικονομώντας για άλλα πράγματα, αν έφταναν μόνο για Χ υπαλλήλους υγείας ή γραφειοκράτες που αποφασίζουν αν αξίζει κάποιος τον ορισμό πρόσφυγας ή μετανάστης – ή μπορούσαμε να έχουμε Χx10 όπου θα ήταν και ένας πιο λογικός αριθμός για να μην ταλαιπωρούνται φυλακισμένοι αυτοί οι άνθρωποι.

Θα είχαμε κάτι μετρήσιμο – και θα μπορούσαμε να δούμε ποιος φταίει, τελικά, γι’ αυτό το χάλι.

Ή, αν έλεγε «εμείς δεν πήραμε λεφτά, η ευθύνη είναι των ΜΚΟ που κάνουν κακή δουλειά εδώ, κι εδώ, μ’ αυτό ή μ’ αυτό». Αυτό θα ήταν *μετρήσιμο*, *ελέγξιμο*: θα βλέπαμε το έργο που έχει παράξει κάθε ΜΚΟ ανάλογα με τα χρήματα που έχει πάρει, θα ψάχναμε να βρούμε πως τα πήρε, τι υποσχέθηκε, και παρέδωσε τελικά, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τα μέλη και τους διοικητές του για τις πράξεις και τις παραλήψεις τους.

Κάποιος θα έπρεπε τελικά να απολογηθεί για κάθε νεκρό ή ταλαιπωρημένο άνθρωπο, είτε μέχρι τώρα, είτε από εδώ και εμπρός.

Όμως δεν γίνεται αυτό: οι καταγγελίες για ακατάλληλα φαγητά, για ακατάλληλες εγκαταστάσεις, για ακατάλληλη και ελλειπή υποστήριξη, ιατρική και γραφειοκρατική είναι διαρκείς, αλλά ούτε μία είδηση δεν έχουμε για οποιονδήποτε έλεγχο. Άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν έχουμε καμία ενημέρωση για έστω και μία ΕΔΕ για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθρωποι χάνουν την ζωή τους.

Όταν η διοίκηση δεν αποδίδει ευθύνες, ουδείς καλείται να απολογηθεί. Όταν εμείς, ή ακόμα και η δικαιοσύνη δεν αποδίδει ευθύνες στην διοίκηση, ουδείς καλείται να απολογηθεί, επίσης.

Και πως να αποδώσεις ευθύνες όταν ο άλλος σου λέει «δεν αποκλείω να πεθάνει κανείς;» Σου δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει μία μάχη, προσπαθούν, κάποιοι θα κερδίσουν, κάποιοι θα χάσουν – ατυχία, αλλά, τι να κάνουμε; Θα γίνουμε τουλάχιστον …σοφότεροι του χρόνου. Λίγο το ‘χεις;

Άλλωστε, εγώ το ‘πα θα σου πει. Σας είχα ενημερώσει. Είσαστε προετοιμασμένοι. Μην σοκάρεστε: το ξέρατε. Δεν αντιδράσατε, άρα, φταίτε και εσείς. Η σιωπή σας είναι συμμετοχή. Ας αντιδρούσατε, αν δεν θέλατε να συμβεί.

Δεν το λέει μόνο στους Ευρωπαίους αναγνώστες – το λέει και σε εμάς. Σε εμένα, σε εσένα, στην δικαιοσύνη που θα έπρεπε καιρό τώρα να αντιδράσει, στους φρουρούς τους, στους ίδιους τους φυλακισμένους:

Δεν μπορώ να εγγυηθώ. Μπορεί και να συμβεί. Προετοιμαστείτε.

Και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να παγώνουν, να αρρωσταίνουν ή να πεθαίνουν φυλακισμένοι – αλλά «εμείς» θα έχουμε κάνει ότι μπορούμε (έτσι, χωρίς έλεγχο, επειδή το λένε αυτοί που διοικούν) και θα κοιμόμαστε πιο ήσυχοι τα βράδια». Ε, και αν πεθάνει κανείς, δεν το εγγυηθήκαμε κιόλας, σωστά; Δεν είναι ότι πήραμε την ευθύνη ότι δεν θα γίνει. Είμαστε ειλικρινείς.

Το έχω ξαναπει στο παρελθόν όμως: Αν θέλει ο Υπουργός να το παίξει ειλικρινής, ας μας πει ΠΟΣΟΙ. Σε πόσους ανθρώπους να καταστραφεί η υγεία, ψυχική και σωματική, πόσοι να πεινάσουν, να διψάσουν ή να πεθάνουν, πόσοι να αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν απελπισμένοι -και πόσοι χρειάζεται να τα καταφέρουν τελικά, ώστε να χτυπήσει το καμπανάκι της ευθύνης:

«Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρχουν νεκροί φέτος – αλλά αν είναι πάνω από Χ, θα δεχθώ τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία και τον νόμο γιατί θα έχω προσφέρει μία κακή υπηρεσία που κόστισε ζωές».

Να ορίσουμε το Χ. Να είναι ένας, πέντε, δέκα ή εκατό. Να ορίσουμε φύλα, άνδρες ή γυναίκες. Ηλικίες, μέχρι εκατό αν είναι ενήλικες ή μέχρι δέκα αν είναι παιδιά.

Για μένα, ένας άνθρωπος είναι ήδη πολύ, αλλά αυτό το τραίνο το έχουμε χάσει από καιρό. Να ξέρουμε πόσο μετριέται το «έκανα λάθος», πόσο μετριέται το «φταίω», πόσο μετριέται το «ας δούμε τι πήγε λάθος». Για μένα, για σένα, για την κοινωνία μας, για τον Μουζάλα ή τον Τσίπρα.

Πόσοι είναι οι Χ; Πότε αρχίζουμε να φωνάζουμε γι’ αυτούς τους ανώνυμους νεκρούς; Πότε κάποιοι απολογούνται;

Ποιο είναι το όριό μας;

«…στη διένεξη της Σαουδικής Αραβίας με την Υεμένη δεν πιστεύω ότι το ζήτημα αυτό λύνεται με το αν θα πουλήσουμε εμείς όπλα στη Σαουδική Αραβία» λένε στον Σύριζα.

Ήτοι, τι πειράζει αν πουλήσουμε κανένα όπλο παραπάνω, έτσι και αλλιώς θα σκοτωθεί κόσμος, εμείς θα αλλάξουμε την κατάσταση;

Για €66 εκατομμύρια όλο αυτό.

Πόσοι βομβαρδισμοί αντιστοιχούν στην κρατική προστασία ενός Μεγάρου πχ; Ποιος τα μετράει όλα αυτά όμως, ε;

Τελικά, όλα έχουν τιμή, πράγματι. Αλλά ευτυχώς, το ευρώ τυπώνεται σε αξιόπιστο χαρτί, αντέχει στο πλύσιμο, και, από ότι φαίνεται, το αίμα θα ξεπλυθεί γρήγορα.

Τους ανθρώπους στην Υεμένη να μπορούσαμε να τους ρωτήσουμε μόνο – αν όταν θα τους βομβαρδίζανε, τους ένοιαζε αν υπήρχε τελικά μεσάζοντας, ή όχι, και πόσα πήρε….

Προσθήκη: από την Διεθνή Αμνηστία, τι σημαίνει η πώληση όπλων στην Σαουδική Αραβία.

Διαβάζω από το ρεπορτάζ του ThePressProject:

  • Το ανώτατο όριο ημερήσιας απώλειας ανά παίκτη τίθεται πλέον από τον ίδιο τον παίκτη. Προηγουμένως το όριο αυτό ήταν στα 500 ευρώ και σήμαινε επίσης αποκλεισμό για 24 ώρες. Το 2015 με την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έπεσε πρόσκαιρα στα 80 ευρώ.
  • Ο χρόνος παραμονής τίθεται επίσης από τον παίκτη: Με τις προηγούμενες διατάξεις, ένας παίκτης μπορούσε να παραμείνει στα «μικρά καζίνο» για 10 ώρες την ημέρα και 32 συνολικά τον μήνα
  • Δεν υπάρχει όριο στο μάξιμουμ ποντάρισμα ανά παρτίδα. Προηγουμένως το όριο ήταν 80 ευρώ και το 2015 μάλιστα έπεσε στα 20 ευρώ
  • Καταργήθηκε ο περιορισμός για τη μίνιμουμ απόσταση μεταξύ δύο καταστημάτων VLTs, που προηγουμένως ήταν 200 μέτρα.

Γιατί;

Το 2015, όταν πρωτοήρθε η υπόθεση στην βουλή, τεκμηριώθηκαν επαρκώς οι λόγοι που απαιτούσαν προστασία των παικτών (υπόψιν ότι ο τζόγος είναι ένας αναγνωρισμένος εθισμός) ώστε να μην χάνουν πολλά χρήματα, να μην παίζουν υπερβολικά πολλές ώρες κλπ. Ήδη, και τότε, δεν ήθελα καθόλου να εμφανιστούν τέτοια μηχανήματα (καθώς το να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει μηχανική τύχη όταν υπάρχει κέρδος, είναι εντυπωσιακά αφελές κατ’ εμέ) και θεωρούσα τις διατάξεις προστασίας προσχηματικές, και πρακτικά ως μία ψευδαίσθηση ασφάλειας.

Μα τώρα, ακόμα και αυτή η ψευδαίσθηση ασφάλειας, αφαιρείται.

Τι άλλαξε;

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος για λογαριασμό της κυβέρνησης μιλά για … κρατικά έσοδα. Έσοδα σε χρήματα, προφανώς – γιατί οι ανθρώπινες ζωές (πλην των ιδιοκτητών των εταιριών που ασχολούνται με τυχερά παιχνίδια) θα καταστραφούν πλήρως από μία τέτοια ασυδοσία.

Δεν άλλαξε όμως κάτι θετικό για τους ανθρώπους αυτούς. Αντιθέτως: Πλέον θα παίζουν όσες ώρες (ή μέρες) μπορούν, όσα χρήματα μπορούν, θα χάνουν όσα χρήματα μπορούν.

Η προστασία του κράτους, πουλήθηκε για μερικά ευρώ σε έσοδα:

Τίποτα άλλο δεν άλλαξε.

Το παιχνίδι στα φρουτάκια έγινε πιο επικερδές για το κράτος, πιο επικερδές για τον ΟΠΑΠ – χωρίς κάποιος να ενδιαφέρεται να λάβει υπόψιν ότι, αυτά τα κέρδη, θα έρθουν τελικά από κάποιον.

Από κάποιον εθισμένο, που τον απελευθερώσαμε να τεθεί απόλυτα στην ανάγκη του, στην μαστούρα του, στον εθισμό του.

Προτιθέμεθα να κάνουμε, απλώς, πιο εύκολο στους εθισμένους ανθρώπους να χάσουν λεφτά, να καταστραφεί απόλυτα η ζωή τους, η ζωή των ανθρώπων γύρω τους – για να αυξήσουμε τα …έσοδα; Τα κρατικά έσοδα;

Αυτό, είναι αλητεία. Δεν είναι καν πολιτική αλητεία: είναι απλή ανθρώπινη αλητεία.

Είναι έγκλημα, πρέπει να ειπωθεί ως έγκλημα, να αναγνωριστεί ως έγκλημα και να τιμωρηθεί ως έγκλημα.

Η υπόθεση του φόρου επί των διαφημίσεων των τηλεοπτικών καναλιών έχει μία άκρως εντυπωσιακή διαδρομή: από το 2010 που πρωτοψηφίστηκε, ως μνημονιακή απαίτηση αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να γίνει πράξη (πέντε δύσκολα χρόνια λιτότητας, όχι χρόνια παχέων αγελάδων) καθώς κάθε χρόνο ψηφιζόταν η μεταφορά του για ..του χρόνου.

Το αποκορύφωμά της, οι πρώτες ημέρες του 2015, ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, όπου καθώς χάθηκε η προθεσμία μεταφοράς της καταβολής του φόρου, η Κατερίνα Σαββαΐδου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, αντικαταστάτρια του Χάρη Θεοχάρη, φρόντισε να μεταφέρει την πληρωμή του φόρου αυτού για ..του χρόνου, κάνοντας την καταβολή από μηνιαία σε ετήσια (και αλλάζοντας τοις πράξει έναν νόμο, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει αν θυμάμαι καλά)

Στην συνέχεια βέβαια, άλλαξε η κυβέρνηση, ήρθε ο Σύριζα, και κατάφερε να επανενεργοποιήσει τον φόρο, με έσοδα, καθώς ισχυρίζεται η ίδια, περίπου 20 εκ ευρώ ετησίως σύμφωνα με το γενικό λογιστήριο του κράτους (για τα έτη 2015 και 2016, αν είχε ενεργοποιηθεί το 2010 φυσικά θα ήταν πολλαπλάσια, αλλά τέλος πάντων)

Τα κανάλια στο μεταξύ διαμαρτύροντω για την φορολόγηση αυτή – και δικαίως, εν πολλοίς, θα πρόσθετα, καθώς η μνημονιακή οδηγία τους έβαζε ένα σκληρό μαχαίρι στα έσοδα – κάτι όμως που ίσχυε, τελικά, για όλους τους Έλληνες ως νομικά πρόσωπα αλλά και τις επιχειρήσεις σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για να βγούμε από την κρίση (με, ή χωρίς εισαγωγικά)

Μόλις πριν λίγες ημέρες, σε μία ανατροπή για έναν καταραμένο φόρο που έχει επτά χρόνια ζωής και μόλις ενάμισι χρόνο λειτουργίας, η κυβέρνηση Σύριζα ανακοίνωσε ότι …μειώνει τον φόρο από 20% σε μόλις 5% το 2018!

Ερωτηθείς ο Νίκος Παππάς, απάντησε ότι δεν είναι δώρο προς τα κανάλια, αλλά ήταν επιβεβλημένο καθώς «προέκυψαν νέες επιβαρύνσεις όπως η επιβολή τέλους 2% επί του τζίρου για τον ΕΔΟΕΑΠ» (την διάσωση του ταμείου των δημοσιογράφων) – και εν πάση περιπτώσει, θα μπει στα αδειοδοτημένα κανάλια που θα πληρώνουν πλέον και για την άδειά τους.

Έτσι καταφέρνουμε να έχουμε δύο ζητήματα, αντί για ένα – από τα οποία μάλιστα, προκύπτει ένα τρίτο!

Να τα δούμε (πλέον με την προσωπική μου ματιά, καθώς μέχρι τώρα κάνω μόνο αποτίμηση της πραγματικότητας);

Πρώτον, ασφαλώς και είναι δώρο στους καναλάρχες. Το 20% δεν είχε συνδεθεί με τις άδειες, ώστε να γίνεται συμψηφισμός τώρα, αντιθέτως, θα έπρεπε να πληρώνουν για μία άδεια, ΚΑΙ να φορολογούνται με αυτόν τον φόρο. Άδικος ο φόρος; Άδικος, συμφωνώ – όπως και ταυτόχρονα ήταν άδικοι οι περισσότεροι φόροι, οι μειώσεις και η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλους μας, επιχειρηματίες, πολίτες, συνταξιούχους κλπ. Άδικος, αλλά πέρασε και μία πενταετία που δεν είχε, χαριστικά, επιβληθεί.

Δεύτερον, η σύνδεση του φόρου με την «νέα επιβάρυνση για τον ΕΔΟΕΑΠ» είναι μία εξαιρετικά ενοχλητική ενέργεια, καθώς είναι (αν και αποφεύγω να κάνω σύγκριση του 2% επί του τζίρου με το 15% που γλυτώνουν από τα έσοδα των διαφημίσεων – δεν ξέρω την σύγκριση για τα δύο νούμερα, καθώς είναι επί διαφορετικής βάσης), κατ’ ουσία και με εντολή Υπουργού, ξεκάθαρη κρατική επιδότηση του ταμείου των δημοσιογράφων με χρήματα που θα έπρεπε να καταλήγουν σε όλους μας. Άρα, καταφέρνει εκτός από τους καναλάρχες, είναι ταυτόχρονα δώρο και στους δημοσιογράφους που ενισχύεται κρατικά το ταμείο τους – και μάλιστα χωρίς φραγμό (αυτή η επιδότηση μπορεί να συνεχίζεται χρόνια, ανεξαρτήτως της όποιας κατάστασης ή ανάγκης έχει τελικά το εν λόγω ταμείο)

Τρίτο όμως, που είναι λίγο περισσότερο ενοχλητικό, καθώς προκύπτει αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα: έστω ότι ο φόρος είναι άδικος, έστω ότι υπάρχει μία μείωση για να σωθεί το ταμείο των δημοσιογράφων, έστω ότι το ταμείο αυτό καταστρέφεται και έχει τίμια ανάγκη στήριξης. Κατανοητό. Γιατί όμως έχει τέτοια ανάγκη; Μου έρχονται στο μυαλό πέντε, έξι τουλάχιστον μεγάλες χρεοκοπίες δημοσιογραφικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια – και αναφέρομαι στις μεγάλες, γιατί οι μικρές είναι σαφώς περισσότερες. Χρεοκοπίες, με τρομαχτικές ζημιές σε τράπεζες, εργαζόμενους, την αγορά και … και τα ταμεία.

Δηλαδή, εκτός από την κρίση, εκτός από την «φυσιολογική» ζημιά που έπαθαν όλα τα ταμεία όλων των εργαζομένων, τα ταμεία επιβαρύνθηκαν και από κακοπληρωτές επιχειρηματίες του τύπου – μερικοί εκ των οποίων «σώθηκαν» από τρομερές ζημιές και δανεισμούς (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν πολλάκις σ’ αυτό) που τους βάρυναν χρεοκοπώντας τα πάντα, τις επιχειρήσεις τους, την αγορά, τις τράπεζες, τους εργαζόμενους, το δημόσιο, τα ταμεία.

Η ζημιά που δημιούργησαν στα ταμεία δε, χρεοκοπημένοι (και μη καθώς υπάρχουν και οι εν ενεργεία κακοπληρωτές) «επιχειρηματίες» είμαι βέβαιος ότι είναι τεράστια – αλλά, καθώς η κρατική ενίσχυση από τα χρήματα όλων μας θα καλύψει την ζημιά η μήνις για τις ενέργειές τους από συναδέλφους τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους από εμάς θα είναι σαφώς μικρότεροι.

Τα ταμεία σώζονται, παίρνουν μία βαθιά ανάσα – no harm done.

Και επιπλέον έτσι, με λιγότερη ζημιά, θα προκύψουν και λιγότεροι λόγοι οι δημοσιογράφοι να αναγκαστούν να κάνουν (επιτέλους!) την δουλειά τους και να ανακαλύψουν πως φτάσαμε στο σημείο να προκύπτουν δισεκατομμύρια (κυριολεκτικά) ευρώ ζημιάς από πέντε, δέκα επιχειρήσεις τύπου – ενώ ταυτόχρονα τα σημαντικότερα και αλώβητα στελέχη και προβεβλημένοι συνάδελφοί τους των επιχειρήσεων αυτών δεν θα αναγκαστούν να απαντήσουν σε …δυσάρεστες ερωτήσεις.

Εκτός λοιπόν από τους καναλάρχες, που μειώνεται η φορολογία τους, εκτός από τους δημοσιογράφους, που με χρήματα όλων μας επιβιώνει το τραυματισμένο (αλλά ταυτόχρονα ξεχωριστό, αντίθετα από τους υπόλοιπους από εμάς) ταμείο τους, ευνοημένοι βγαίνουν και οι αποτυχημένοι επιχειρηματίες του τύπου, που βλέπουν την ζημιές που προκάλεσαν (συνειδητά, ή μη) να μειώνονται και έτσι οι ίδιοι να γλυτώνουν από τον θυμό για τις ενέργειές τους.

Δεν είναι ένα, λοιπόν το δώρο. Δεν είναι καν τρία, γιατί ελοχεύει και ένα τέταρτο πρόβλημα – ίσως το πιο φρικτό απ’ όλα.

Και αυτό διότι κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό στην ευρύτερη έννοια και την ουσία της δημοσιογραφίας.

Ας το δούμε πιο ξεκάθαρα: Ενισχύει τους καναλάρχες, που θα βιώσουν σε μικρότερο βαθμό την πίεση που αισθανόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, ενώ ταυτοχρόνως δεν την έζησαν καν επί πέντε ολόκληρα χρόνια χάρη σε ωμή κυβερνητική προστασία – με τα όποια ανταλλάγματα. Ενισχύει τους δημοσιογράφους, παρέχοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν, αλλά θα κληθούν να το πληρώσουν από τα χρήματα που θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν. Ενισχύει τους κακούς επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι ασέλγησαν οικονομικά όχι μόνο στους εργαζόμενους, στις τράπεζες (και θυμηθείτε ποιος τα πληρώνει ΚΑΙ αυτά) και στα ταμεία – αλλά και στους όποιους τίμιους επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι προσπαθούν να είναι αξιόλογοι και οικονομικά και δημοσιογραφικά (συχνά αυτά τα δύο συμβαδίζουν) σε μία αγορά που η λαμογιά δεν τιμωρείται ποτέ (σε έναν κλάδο που εκ του ρόλου του θα έπρεπε να είναι ελεγκτικός και καταγγελτικός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο του τον εαυτό).

Όλα αυτά, επιπλέον, αφήνουν ένα δικαιολογημένο αίσθημα υποψίας «ανταλλαγής». Η βασική ουσία της δημοσιογραφίας είναι να ελέγχει την ισχύ, το κράτος, την εξουσία – και, για τα επόμενα χρόνια, αυτή η διαδικασία ελέγχου μολύνεται με μία συνεχή πληρωμή, από τον ελεγχόμενο προς τον ελεγκτή του – κάτι που ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι αδύνατο να μην ενοχληθεί και να θυμώσει με αυτήν την συναλλαγή.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι έτσι κατ’ αρχάς δηλητηριάζεται η ίδια η δημοσιογραφία.

Για άλλη μία φορά, στους κυριότερους τομείς που την αποτελούν θα προσφερθεί φροντίδα και προστασία, με θυσίες και βάρη των υπολοίπων, χωρίς να απαιτηθεί όμως ταυτόχρονα η κάθαρση που απαιτείται για να μην ξαναφτάσουμε εκεί:

Ποτίζονται όλα στον κήπο του απαραίτητου και χρησιμότατου δέντρου της δημοσιογραφίας, μπας και σωθεί το φρούτο της – χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να αφαιρέσει ουσιαστικά τα ζιζάνια που όχι μόνο θα ποτιστούν μαζί του, μα και πιθανότατα θα αφαιμάξουν και την όποια πιθανότητα να καρποφορήσει κάτι ουσιαστικό τελικά.

~

Αυτός ο περιβόητος φόρος λοιπόν, έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα σε ενοχλητικότατο καρκίνωμα, αλλά και σε εντυπωσιακή διαρκή αποκάλυψη της δυσκολίας, της αδυναμίας που έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις (άλλες λιγότερο, και δεν παραβλέπω ότι άλλες σαφώς περισσότερο) να «ξεκαθαρίσουν» ουσιαστικά τις παθογένειες του τύπου.

Και όπως έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, χωρίς καθαρό τύπο, χωρίς καθαρή δημοσιογραφία, δεν βλέπω καμία απολύτως πιθανότητα να έχουμε ούτε καθαρή δικαιοσύνη, ούτε καθαρή εξουσία.

Υ.Γ.: Παραλλήλως, και χωρίς να έχω γνώση γι’ αυτό, ο Θάνος Καμήλαλης έγραψε τα ίδια περίπου πράγματα για το θέμα, για λογαριασμό του ThePressProject (με περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες). Αξίζει να το διαβάσετε (και να ενισχύσετε το ThePressProject, επίσης)

Οι αποκαλύψεις των Paradise Papers φαίνεται πως οδεύουν στην ίδια διαδικασία όπως και των Panama Papers πριν, ή των Lux Leaks: κοιτάμε τα ελληνικά ονόματα, εκείνα απαντούν (ή δεν απαντούν), σε λίγο καιρό τα ξεχνάμε, και, στοχεύουμε την προσοχή μας στο επόμενο λαμπερό πράγμα που μας ζητείται να πάρουμε θέση.

Οι γνώσεις μου για τα οικονομικά είναι λιγότερο και από ελάχιστες, και έτσι δεν έχω τις βάσεις να εμβαθύνω στο πρόβλημα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αναγκαστικά το βλέπω στην πρώτη του ανάγνωση:

Εταιρίες και τα φυσικά πρόσωπα που τις απαρτίζουν, αναζητούν φορολογικούς παραδείσους (ή οικονομίες με ελάχιστο έλεγχο πόθεν έσχες) για να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους.

Προφανώς δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα – αλλά σε πρώτη ανάγνωση, αυτό καταλαβαίνω εγώ.

Άλλες φορές, όπως στα Panama Papers τα χρήματα που διακινούνται δεν είναι καν πάντα καθαρά (αν καταλαβαίνω σωστά) – άλλες φορές, όπως στα Lux Leaks ή στα Paradise Papers, είναι βασισμένα σε απολύτως νόμιμες διαδικασίες, που απλώς έχουν σαΐνια φοροτεχνικούς, που πληρώνονται αδρά για να γλυτώσουν τους πελάτες τους από τις «ακριβές» χώρες, και να σταθμεύσουν τις επιχειρήσεις τους σε φορολογικούς παραδείσους.

~

Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, μείναμε στο εξώφυλλο του πράγματος. Τα papers και τα leaks συνήθως έβγαιναν όσο και από όσους συμμετείχαν σε παγκόσμια ρεπορτάζ – και η αντίδραση των ΜΜΕ περιοριζόταν είτε στο να «ξεχάσει» όσους δυσκολευόταν να δυσαρεστήσει, είτε στο να υπερπροβάλει όσους πολιτικά η επιχειρηματικά στόχευε να πληγώσει – ακόμα και αν αυτό δεν βασιζόταν παρά μόνο στην «ηθική» διάσταση του πράγματος.

Το ζητούμενο όμως, δεν είναι το εξώφυλλο.

Αν μία εταιρία, που δραστηριοποιείται στην (ή και στην) Ελλάδα, μεταφέρει τα κέρδη της έξω, σε έναν φορολογικό παράδεισο, ακόμα και αν είναι εντελώς νόμιμη ως διαδικασία, πληγώνει οικονομικά όχι μόνο το σύνολο των πολιτών, μα και του ανταγωνισμού.

Σ’ αυτό, έχουν υποχρέωση να αντιδράσουν οι θιγμένοι: οι πολίτες, για την ζημιά που υφίστανται, και το κράτος, για την προάσπιση της ίσης αγοράς για όλα τα μέρη. Πως; Η κάθε πλευρά με τον δικό της τρόπο: οι πολίτες, μπορούν να σταματήσουν εφόσον αυτό είναι δυνατό, την οικονομική ενίσχυση της εταιρίας που εφευρίσκει τρόπους να μην πληρώνει φόρους.

Το κράτος, αυξάνοντας τις έρευνες, και κάνοντας πιο αυστηρούς τους κανόνες.

Όλα αυτά που λέω, είναι λογικά (θεωρώ) και, εν πάση περιπτώσει, θα περνούσαν χαλαρά ως απάντηση μίας μις Κόσμος σε διαγωνισμό καλλιστείων.

Το ζητούμενο είναι τι έχει γίνει.

Από την αποκάλυψη των Lux Leaks, μέχρι τις αποκαλύψεις για τα Panama Papers, δεν έχω ακούσει καμία κυβερνητική οδηγία, κανέναν ψηφισμένο νόμο, καμία προστασία ώστε να μην ξανασυμβούν.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ειδικά για τα Lux leaks, μία διαδικασία (πιθανότατα) νόμιμη, και παγκόσμιας εμβέλειας για την προστασία των κερδών από τους φόρους, προς τις ελληνικές εταιρίες που «συμμετείχαν» δεν γνωρίζω να υπάρχει καν …παρατήρηση.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σήμερα πχ εμφανίζεται (κυρίως μετά την αναφορά του ονόματος της συζύγου του Μητσοτάκη στα Paradise Papers) να περνάει κι αυτός, εξίσου άνετα, στην επόμενη φάση της μις Κόσμος στον διαγωνισμό καλλιστείων.

Επί του προκειμένου όμως, όταν πχ η ίδια η Ευρωπαϊκή κοινότητα φιλοξενεί ως ισότιμα μέλη αυτούς τους παραδείσους (όπως το Λουξεμβούργο) το να περιμένεις μόνο απ’ έξω την αντίδραση ισοδυναμεί με ..μη αντίδραση.

Και η ευχή «να εδραιωθεί επιτέλους στην Ελλάδα ένα δίκαιο μοντέλο ανάπτυξης, που θα στηρίζει τις ανάγκες των πολλών» αν δεν αλλάξει κάτι εντός των τειχών, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως.

Οπότε, ξεφεύγοντας λίγο από τα καθρεπτάκια των αποκαλύψεων (που γυαλίζουν πολύ, μα δεν αξίζουν συνήθως τίποτα σπουδαίο) ας εστιάσουμε στο βασικό:

Πως αλλάζουμε εμείς, ως κράτος;

Αν μπορούμε, έχει καλώς – ας το κάνουμε. Ας δημιουργήσουμε, με πράξεις, αυτό το μοντέλο που υποχρεωτικά όλοι θα φορολογούνται ισότιμα, ξεκάθαρα, και ουσιαστικά. Αν δεν μπορούμε – γιατί είναι παγκόσμιο, γιατί δεν πολεμιέται το σύστημα, γιατί θα τρομάξουν οι επενδυτές (τίμιοι και μη, αν και οι δεύτεροι δεν αξίζουν πολλά τελικά αν παρακάμπτουν τον βασικό τρόπο όπου γίνονται χρήσιμοι)- ας βρούμε τρόπο τουλάχιστον να μειώσουμε την ζημιά κάνοντας πράξεις.

Αλλιώς, ας φορολογήσουμε τα ευχολόγια – πιο πολλά θα εισπράξουμε, σας το εγγυώμαι.

Σε συνθήκες κρίσης, δεν εκπλήσσει η κρατική αναλγησία. Όταν με μια ηλεκτρονική εντολή, ένα σκληρό και αυταρχικό κράτος μπορεί να πετάει ανθρώπους έξω από τα σπίτια τους, δεν περιμένεις ότι θα επιδειχθεί ευαισθησία για όσες και όσους βρίσκονται στις φυλακές. Στις ταξικές, ταξικότατες φυλακές, ασφαλώς. Στις φυλακές, όπου το κράτος στοιβάζει ανθρώπους ανάλογα με το «πού συχνάζουν» ή «με ποιούς κάνουν παρέα». Στις φυλακές όπου πετάει τους φτωχοδιάβολους αυτού του κόσμου, για να ξεμπερδέψει έτσι μια και καλή μαζί τους, τοποθετώντας τους/τες στο περιθώριο ως παρίες. Απογυμνωμένους από στοιχειώδη δικαιώματα. Όπως για παράδειγμα να έχουν αυτές και αυτοί την εξουσία πάνω στα ίδια τα σώματά τους.

της Κικής Σταματόγιαννη στο fylosykis.gr
(αναδημοσίευση στο ThePressProject με την άδεια της συγγραφέα – και γω με την σειρά μου με την άδεια του ThePressProject)

Δεν είναι, επομένως, η έκπληξη το συναίσθημα που δοκιμάζεις διαβάζοντας τις διατάξεις του νέου Σωφρονιστικού Κώδικα. Είναι η οργή με την οποία έρχεσαι αντιμέτωπη. Είναι ο θυμός, τον οποίο καλείσαι να διαχειριστείς, ώστε να μπορέσεις να βάλεις σε μια σειρά τις σκέψεις σου. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να βάλουμε σε μια σειρά τις σκέψεις μας.

Πώς ξεκίνησαν όλα;

Αυτές τις μέρες κατατέθηκε προς δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου για αλλαγή του Σωφρονιστικού Κώδικα. Δεν περιμέναμε ασφαλώς να είναι το απαύγασμα του προοδευτισμού.

Μέσα σε μια απαρίθμηση περιστολής των δικαιωμάτων των κρατουμένων, γυναικών και αντρών, για τα οποία χρειάστηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ 88 διατάξεις, στεκόμαστε στο άρθρο 21. Και στην παράγραφο 7 αυτού (οι υπογραμμίσεις δικές μας): «Ο νεοεισαγόμενος υποβάλλεται σε έρευνα σωματική και των ατομικών ειδών του, η οποία διεξάγεται σε ιδιαίτερο χώρο και κατά τρόπο που δεν θίγει την αξιοπρέπειά του. Η έρευνα διενεργείται από δύο τουλάχιστον υπαλλήλους του ίδιου φύλου με τον κρατούμενο και, σε περίπτωση γύμνωσης του σώματος, αυτή δεν επιτρέπεται να γίνεται με αφαίρεση όλων των ενδυμάτων ταυτοχρόνως. Αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν ενδοσωματική ή ακτινολογική έρευνα, αυτή διενεργείται μόνον από ιατρό, κατά τους κανόνες της ιατρικής, μετά από εντολή του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού».

Διαβάζοντας, λοιπόν, το άρθρο 21 παρ. 7 και την ξεκάθαρη πρόβλεψη για γύμνωση, βρισκόμαστε μπροστά στην αποκρουστική επαναφορά του κολπικού ελέγχου στις γυναίκες κρατούμενες. Μια μέθοδος που όσες μαρτυρίες γυναικών κι αν διαβάσεις, όλες καταλήγουν στο αίσθημα του βιασμού, της ταπείνωσης και του εξευτελισμού που νιώθουν όσες την υφίστανται. «Περίμενα μες στο κρύο μόνο με τα εσώρουχά μου στο δωμάτιο της έρευνας… Μέχρι να έρθει εκείνη με τα ρούχα, με έβαλε να βγάλω και τα εσώρουχά μου. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που βρέθηκα σε αυτή τη θέση… Οι συνθήκες κάτω στην απομόνωση ήταν απάνθρωπες…»*.

Μια μέθοδος που σύμφωνα με όλες τις καταγγελίες είναι πλήγμα για την αξιοπρέπεια, την επιβαρυμένη ψυχική υγεία ανθρώπων που βρίσκονται ήδη σε συνθήκες εγκλεισμού. Καταγγελίες ότι σε πολλές περιπτώσεις η εξέταση δεν γινόταν καν από γιατρό-γυναικολόγο, αλλά από υπάλληλο των φυλακών. Καταγγελίες φυλακισμένων γυναικών για εργαλεία μη αποστειρωμένα, ακατάλληλα, σκουριασμένα. Μέχρι και ευρωπαϊκά όργανα έχουν αντιδράσει σε αυτή την πρακτική. Τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όσο και η Επιτροπή Πρόληψης Βασανιστηρίων την έχει ήδη –από το 2006- κατηγοριοποιήσει ως «καταχρηστική, απάνθρωπη και μη επιτρεπτή».

«Μια φορά, στο χαρτί που ήταν τοποθετημένο στην γυναικολογική καρέκλα όπου μ’ έβαλαν να κάτσω είδα μία τρίχα από προηγούμενη ερευνηθείσα. Η αποστείρωση στα εργαλεία τους είναι κάτι που ενίοτε θυμούνται. Σε άλλες βάζουν διαστολείς και σκουριασμένους, πολλές φορές, τους βάζουν το δάχτυλό τους και συγχρόνως πιέζουν προς τον ορθό ή και από επάνω στη βουβωνική χώρα σε σημείο που η κρατούμενη να πονάει. Τα ειρωνικά σχόλια και τα σόκιν «αστειάκια» των δεσμοφυλάκων δεν λείπουν από το «ρεπερτόριό» τους…

Προσφάτως που αρνήθηκα την κολπική έρευνα και από τον γυναικολόγο, διότι ανεξαρτήτου μορφώσεως, ειδικεύσεως και μορφωτικού επιπέδου το να σου χώνει ο καθείς τα δάχτυλά του είναι τουλάχιστον «απρεπές», θα έλεγα, και ζητούσα υπερηχογράφημα, με απείλησαν ότι θα με δέσουν όλη νύχτα με τη χειροπέδα στο κάγκελο […] μου είπε πως αφού είμαι κρατούμενη πρέπει να δεχτώ την κολπική […]. Εν ολίγοις αυτό που μου είπαν και λένε είναι ότι αφού είμαι κρατούμενη πρέπει να μου κάνουν ότι θέλουν και να μην αντιδράω»*.

Είτε αρνηθεί μια κρατούμενη να υποστεί τον κολπικό έλεγχο είτε αποδεχθεί να «πειθαρχήσει», οδηγείται στην απομόνωση. Εκεί υποχρεώνεται να εκτελεί τις πιο προσωπικές της ανάγκες, ενώ παρακολουθείται ηλεκτρονικά. «Μέσα στις τρεις αυτές ημέρες η κρατούμενη πρέπει να έχει οκτώ κενώσεις. Διαφορετικά θα παραταθεί η κράτησή της στην απομόνωση. Επειδή όμως αυτό δεν είναι φυσιολογικό να συμβεί, τότε οι έγκλειστες αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν καθαρτικό που τους παρέχει η υπηρεσία. Και βέβαια και αυτό αποτελεί έναν άλλο τρόπο βασανισμού, αφού λαμβάνουν το καθαρτικό για να μην παραταθεί ο χρόνος παραμονής τους στην απομόνωση. Όταν βγαίνουν οι κρατούμενες από την απομόνωση, υφίστανται εκ νέου κολπική έρευνα, συνήθως από όποια γυναίκα υπάλληλο έχει βάρδια! Αν μια κρατούμενη αρνηθεί να υποστεί αυτό τον έλεγχο, τότε κινδυνεύει να μείνει στην απομόνωση για τουλάχιστον πέντε ημέρες και με ό,τι συνεπάγεται αυτό»*.

Και μέσα σε αυτές τις δέκα γραμμές συμπυκνώνεις άνετα έναν ωραιότατο ορισμό για το τι συνιστά βασανιστήριο στον 21ο αιώνα. Στην «πολιτισμένη» Ευρώπη της Δύσης.

Γιατί, λοιπόν; Γιατί ξανά;

Ο τυπικός λόγος που επικαλούνται οι νομοθετικές και σωφρονιστικές αρχές είναι η αποτροπή εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών μέσα στη φυλακή. Μια εισαγωγή, ωστόσο, που θα μπορούσε να αποτραπεί με χρήση άλλων μέσων. Που δεν ευτελίζουν, δεν πληγώνουν, δεν σε απογυμνώνουν από όση αξιοπρέπεια σου έχει απομείνει μέσα σε μια φυλακή. Έχουν προταθεί τρόποι ελέγχου που δεν κουρελιάζουν τις γυναίκες. Υπάρχει η δυνατότητα για υπέρηχο, για εξειδικευμένα μηχανήματα ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών.

Γιατί, λοιπόν, οι σωφρονιστικές αρχές επέμεναν να αγνοούν όλες αυτές τις εναλλακτικές και προχωρούσαν σε κολπική εξέταση; Και κυρίως, γιατί σκέφτονται τώρα να την επαναφέρουν; Ο ουσιαστικός και ξεκάθαρος λόγος είναι «επειδή μπορούν». Επειδή είναι ένας ακόμη τρόπος να υποδείξουν στην κρατούμενη τη θέση που της έχουν επιφυλάξει. «Είσαι σκουπίδι. Σε μεταχειριζόμαστε ως τέτοιο». Πόση ευαισθησία να χωρέσει σε ένα τόσο απλό σχήμα; «Μη ζητάς και πολλά, γιατί αυτό που σε περιμένει στο βάθος του διαδρόμου είναι η απομόνωση. Οπότε, μη μιλάς. Μη διανοηθείς καν να διεκδικήσεις». Στην κοινωνία «εκεί έξω» περικόπτονται όσα δικαιώματα έχουν απομείνει όρθια. Πόσο καλύτερα να είναι τα πράγματα μέσα σε μια φυλακή, με τα δικαιώματα των κρατουμένων να είναι ήδη περισταλμένα;

Είναι αδύνατον να μιλήσεις για την απάνθρωπη μέθοδο του κολπικού ελέγχου και το μυαλό σου να μην πάει σχεδόν αυτόματα στην Κατερίνα Γκουλιώνη. Μια γυναίκα που στα 41 της χρόνια (19 Μαρτίου 2009) βρέθηκε –κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι σήμερα συνθήκες- νεκρή. Δεμένη πισθάγκωνα με αίματα στο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της μεταγωγής της. Κάποιοι θεώρησαν ότι έπρεπε να σταματήσει να μιλάει. Ίσως, γιατί παραήταν ηχηρά όλα όσα κατήγγειλε για τη φρίκη του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος. Ίσως γιατί –σύμφωνα μ’ αυτούς- κάποια πράγματα καλύτερα να μένουν αποκλειστικά πίσω από τους χοντρούς τοίχους μιας φυλακής. Μια περίκλειστη κοινωνία βίας και αποστέρησης δικαιωμάτων, δίπλα σε μια «ελεύθερη και ανοιχτή» κοινωνία συνεχώς κλιμακούμενης βίας και αποψίλωσης και των τελευταίων θραυσμάτων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Ο αγώνας της Κατερίνας Γκουλιώνη είχε αποτέλεσμα καθώς σύμφωνα με το τότε άρθρο 10 παρ. 5 του εσωτερικού κανονισμού των γενικών καταστημάτων κράτησης η ενδοσωματική ή ακτινολογική εξέταση απαγορευόταν, με μόνη εξαίρεση στην περίπτωση που υπήρχε «εύλογη αιτία, μετά από εντολή του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού και μόνον από γιατρό».

Και σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, με τον θάνατο της Κατερίνας να παραμένει ακόμα αδικαίωτος, έρχεται η κυβέρνηση σε ένα κρεσέντο αυταρχισμού να σβήσει με μια μονοκοντυλιά τον αγώνα αυτόν. Επαναφέρει έναν από τους οδυνηρότερους εφιάλτες των γυναικών κρατουμένων.

Ήδη έχουν προαναγγελθεί κινητοποιήσεις μέσα στις φυλακές ως αντίδραση-διαμαρτυρία για τις αλλαγές που σχεδιάζονται. Πόσο να ανέχεσαι -και για ποιο λόγο άλλωστε;- να εκφράζονται νομοθετικά σκέψεις για την επαναφορά των φυλακών τύπου Γ’; Για διεύρυνση της εξουσίας του εισαγγελέα; Για περιστολή των ήδη πετσοκομμένων δικαιωμάτων των κρατουμένων; Για αντικατάσταση της άδειας του κρατουμένου/ης με την ηλεκτρονική επιτήρηση (βραχιολάκι); Για την αναστολή των εκπαιδευτικών αδειών;

Για ποιον λόγο να ανέχεσαι τα δάχτυλα και τα σκουριασμένα εργαλεία της κρατικής εξουσίας μέσα στο σώμα σου;

Κάτω τα χέρια σας από τα σώματά μας.

* Μαρτυρίες της ίδιας της Κατερίνας Γκουλιώνη και άλλων έγκλειστων γυναικών

~

Υ.Γ.: Οι επισημάνσεις από τον αρκούδο

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, υποδέχεται τον νεαρό Amir, που έγινε γνωστός καθώς κληρώθηκε ως σημαιοφόρος αλλά τελικά παρέλασε με την πινακίδα του σχολείου του – μετά την επίθεση που δέχθηκε στο σπίτι του με πέτρες, πριν λίγες ημέρες.

Στην επίσκεψη αυτή, του παραδίδει την ελληνική σημαία, σε μία προφανώς συμβολική κίνηση (καθώς το παιδί δεν είναι φημισμένος μπασκετμπολίστας, ή αρσιβαρίστας), στην οποία δηλώνει:

«Αμίρ, θέλω να σου κάνω ένα δώρο επειδή κάποιοι έκαναν λάθος και σου στέρησαν την τιμή να κρατήσεις την ελληνική σημαία. Σήμερα θα σου τη δώσω εγώ, γιατί σου αξίζει. Να την κρατάς πάντοτε ψηλά και να θυμάσαι ότι στην Ελλάδα όλα τα παιδιά απολαμβάνουν παιδεία και ασφάλεια, εγγυημένη από την αγάπη και την αλληλεγγύη του λαού μας»

Πηγή από το skai.gr

Άλλοι ενοχλούνται, άλλοι επιδοκιμάζουν – όλα προχωρούν όπως έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό.

Λίγα μέτρα πιο κάτω όμως, στην πλατεία Συντάγματος, κάποιοι άνθρωποι κάνουν απεργία πείνας για να συνενωθούν οι οικογένειές τους με τους ανθρώπους τους:

Έντεκα πρόσφυγες, πέντε γυναίκες και έξι άντρες ξεκίνησαν σήμερα απεργία πείνας διεκδικώντας το δικαίωμα επανένωσης με τις οικογένειές τους στη Γερμανία. Χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις οικογένειές τους, εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, δέσμιοι της αντιπροσφυγικής πολιτικής της ΕΕ και θύματα πολιτικών συμφωνιών κάτω από το τραπέζι της ελληνικής και της γερμανικής κυβέρνησης για την επιβολή πλαφόν στις οικογενειακές επανενώσεις και για “ελεγχόμενες εισροές”.

[…]

Η ελληνική κυβέρνηση σε σύμπνοια με τη γερμανική τιμωρεί τους πρόσφυγες εφαρμόζοντας περιορισμούς στα ελάχιστα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται, επινοεί διοικητικές μεθοδεύσεις και εφαρμόζει πολιτικές αποθάρρυνσης και αποτροπής σε κάθε επίπεδο: από τον πολύμηνο εγκλεισμό στα άθλια hotspot των νησιών μέχρι τις κατασταλτικές διοικητικές πρακτικές της Υπηρεσίας Ασύλου.

Από το άρθρο του omniatv.com για τους απεργούς πείνας.

Λίγα ακόμα χιλιόμετρα πιο μακρυά, οι εγκλωβισμένοι μετανάστες (μεταξύ των οποίων και παιδιά) ετοιμάζονται να ζήσουν απροετοίμαστοι για άλλη μία χρονιά, τον δολοφονικό (όχι εξαιτίας της σφοδρότητάς του, αλλά εξαιτίας της εγκληματικής προχειρότητας της κυβέρνησης που τους «φιλοξενεί» φυλακισμένους σε σκηνές και παραπήγματα χειμώνα:

«Οι συνθήκες είναι τραγικές. Στη Μυτιλήνη αυτή τη στιγμή οι συνθήκες απάδουν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αγγίζουν τα όρια παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ανέφερε την Πέμπτη ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μουζάλας συζητώντας με τους δημάρχους πέντε νησιών στη Βουλή για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

αναφέρει ο ίδιος ο Μουζάλας ενώ,

Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω, θα δούμε ότι χρειάστηκε μια σειρά από θανάτους στη Μόρια, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, για να μεταφερθούν οι κάτοικοι του καταυλισμού από τις θαμμένες στο χιόνι σκηνές όπου διέμεναν σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Προφανώς, το γεγονός ότι περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι υπέφεραν επί μήνες στο κρύο πριν από αυτούς τους θανάτους, δεν αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και τώρα συμβαίνει ξανά το ίδιο. Οι συνθήκες για τους πρόσφυγες στα νησιά επιδεινώνονται διαρκώς τους τελευταίους μήνες. Καθώς βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν καλύπτονται ακόμα, παρατηρούμε τη δυστυχία των ανθρώπων αυτών να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας και φόβου έχει κατακλύσει τα νησιά, βυθίζοντας ανθρώπους στην απελπισία.

..αναφέρει σε έκκλησή του ο πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα αλλά και άλλες 19 ανθρωπιστικές οργανώσεις:

Η ανησυχία, πάντως, είναι διάχυτη εν όψει του χειμώνα. Ερευνήτριες του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχαν τονίσει, πριν από έναν περίπου μήνα, ότι έχουν ήδη καταγραφεί πολλές απόπειρες αυτοκτονίας λόγω της κατάστασης σε συνδυασμό με την αγωνία για το μέλλον λόγω των κλειστών συνόρων.

«Είναι ότι χειρότερο έχω δει κι έχω περάσει πόλεμο» είχε δηλώσει μάλιστα η Εμίνα Τσερίμοβιτς, ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW), κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τις απελπιστικές συνθήκες που επικρατούν στη Μόρια.

Από το HRW, μάλιστα, είχε γίνει λόγος για ακατάλληλες σκηνές που «με την πρώτη βροχή μπάζουν νερό, ελλιπή θέρμανση που περιορίζεται σε κουβέρτες, έλλειψη νερού και μάχες που δίνονται από μικρά παιδιά για ένα μπουκάλι, καθώς και ντους με ανυπόφορες συνθήκες λόγω της δυσωδίας από ούρα και κόπρανα».

διαβάζουμε στο in.gr

Μετά την απονομή της σημαίας, ο Νίκος Παππάς, Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, δήλωσε στο twitter:

Θαυμάσια – και εγώ δεν αντιλέγω καθόλου. Μα λίγα μέτρα πιο κάτω, δεν οφείλουμε δικαιοσύνη; Και, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, στους ίδιους ανθρώπους, και για τους ίδιους λόγους, δεν οφείλουμε, επιτέλους, ανθρωπιά;

Τόσοι χειμώνες έχουν περάσει, τόσοι νεκροί, τόσοι αδικημένοι, δεν το οφείλουμε πλέον;

Υ.Γ.: Όπως έχω ξαναπεί, πολλές φορές, και θα ξαναπώ άλλες τόσες, είναι εγκληματικό που για αυτές τις συνθήκες διαβίωσης στην Μόρια δεν έχει παρέμβει ακόμα αυτεπαγγέλτως η δικαιοσύνη. Είναι εγκληματικό που δεν έχουν αναζητηθεί, ακόμα, οι όποιες, εξόφθαλμες θεωρώ ευθύνες για την παραβίαση τόσων ουσιαστικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απέναντι σε φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, είτε του διοικητικού προσωπικού, είτε των πολιτικών διοικητών τους, είτε λέγονται Μουζάλας, είτε λέγονται Τσίπρας.

Και, ξαφνικά, μία ομάδα ανθρώπων, εισβάλλει στο γραφείο ενός γιατρού. Τον βρίζει, δείχνει το πρόσωπό του σε βίντεο, τον κατηγορεί για φακελάκι.

Είναι αθώος; Είναι ένοχος; Το ερώτημα είναι λάθος, γιατί δεν θα αποφασίσει ούτε μία ομάδα αυτόκλητων αν είναι, όντως ένοχος, ούτε η απέχθεια κάποιων για τους Ρουβίκωνες αν είναι, όντως αθώος. Η ενοχή και η αθωότητα δεν βασίζεται και δεν αποφασίζεται από κλιπάκια στο YouTube, και στο αν ο άλλος που σε βρίζει είναι, ή όχι, καλών προθέσεων.

Και φυσικά, όπως γίνεται πάντα, η επέμβαση του Ρουβίκωνα δημιούργησε έριδες, από συμψηφισμούς με ναζιστικές ομάδες, μέχρι πολιτική αντιπαράθεση, όλο το πακέτο μιας δυναμικής, μα εφήμερης και μάλλον ανούσιας αντίδρασης.

Και μετά;

Και μετά θα περιμένουμε την επόμενη πράξη των γνωστών-αγνώστων, για να καταδικάσουμε εξίσου, ή να αποδοκιμάσουμε εξίσου ανάλογα με τις προτιμήσεις μας.

Που είναι το δικό μου πρόβλημα; Γιατί μπαίνω στον κόπο να γράψω τούτο το ποστ;

Γιατί νομίζω ότι η θέση που έχουμε πάρει οι περισσότεροι από εμάς, είναι η θέση του θεατή. Είμαστε σε ένα παιχνίδι, σε ένα σαρβάηβορ, σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, σε ένα τηλεοπτικό κουίζ προκάτ γνώσεων ή καλλιφωνίας, που επιλέγουμε τον αγαπημένο μας κριτή, ή τον αγαπημένο μας συμμετέχοντα, και τον στηρίζουμε όσο περισσότερο μπορούμε, στα καλλίτερα ή στα χειρότερα, αν χάσει έχασε, αν κερδίσει πανηγυρίζουμε μαζί του.

Και μετά, διακοπή για διαφημίσεις, η εκπομπή μας τελείωσε, ακολουθεί μπλοκμπάστερ ταινία – πρώτη προβολή στην Ελλάδα. Και βέβαια, μην χάσετε το επόμενο επεισόδιό μας.

Κοίτα:

Είμαι εναντίον κάθε ενέργειας αυτοδικίας, κατ’ αρχάς. Πιστεύω βαθιά πως, ο,τι πρέπει να διορθωθεί, δεν πρέπει να γίνει με την ενέργεια των λίγων, ή του ενός, αλλά με την σύμφωνη γνώμη όλων – ή έστω, των περισσοτέρων από εμάς, με βάσει νόμους που θα ισχύουν για όλους, από όλους, και κυρίως τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ως εκ τούτου, είμαι απέναντι σε κάθε παράνομη ενέργεια του Ρουβίκωνα. Χωρίς ναι, μεν, αλλά: αντίθετος.

Οφείλω όμως ταυτόχρονα να προσδιορίσω τις προτεραιότητές μου. Δεν θα αφεθώ να είμαι θεατής ενός σόου “Ρουβίκωνας εναντίον αστυνομίας”, ή “Ρουβίκωνας εναντίον κατεστημένου”. Η συμμετοχή μου δεν τελειώνει όταν κερδίσει ο ένας από τους δύο, ή στην επιλογή ήρωα και εχθρού σε μία θεατρική διαμάχη:

Εγώ θέτω τους κανόνες του παιχνιδιού – και εγώ φέρω, αποκλειστικά, την ευθύνη.

Όταν κάποιος μου δείχνει “αυτός ο άνθρωπος χρηματίζεται για να σώσει έναν ασθενή”, η πρώτη μου αντίδραση θα έπρεπε να είναι “μισό λεπτό, γίνεται όντως κάτι τέτοιο; πως το επέτρεψα εγώ να γίνει αυτό;”

Δεν λέω η μοναδική αντίδραση, δεν λέω να αφήσουμε τον Ρουβίκωνα να παρανομεί, λέω πρώτα να ζυγίσουμε την δική μας ευθύνη:

Αυτός ο γιατρός, παρανομεί; Χρηματίζεται; Και αν όχι αυτός, το κάνει κάποιος άλλος; Και αν το κάνει, κάποιοι τον πληρώνουν; Και αυτοί που τον πληρώνουν εκβιαζόμενοι, μπορούν να τον καταγγείλουν; Και αν το κάνουν θα έχουν μετά την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη όχι μόνο της κοινωνίας μα και της ιατρικής επιστήμης όταν αναπόφευκτα την χρειαστούν;

Και, αν απλώς έχουμε κάνει λάθος σε οποιαδήποτε από αυτές τις μεταβλητές, αν δεν ξέραμε, μπορούμε να τις διορθώσουμε έστω και εκ των υστέρων. Αν όμως όλοι ξέρουμε ότι οι μεταβλητές αυτές ισχύουν, καθημερινά, σε εμάς και στους δίπλα μας, αν ξέρουμε ότι συμβαίνουν όλα αυτά τα αίσχη – και συνεχίζουμε την επόμενη ημέρα ατάραχοι;

Μία φορά και έναν καιρό, μία νέα κοπέλα, η Αμαλία Καλυβίνου, τόλμησε να καταγγείλει, εν πλήρη ειρήνη, με τον πιο ήπιο και ταυτόχρονα θαρραλέο τρόπο αντίστοιχα φαινόμενα.

Η στάση της, οδήγησε τον κόσμο σε μία άνευ προηγουμένου συγκέντρωση στο Σύνταγμα, χωρίς καμία κομματική ή άλλη κατεύθυνση τις ημέρες του θανάτου της.

Ήταν 2007. Δέκα χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιόμαστε αν μία ομάδα έπραξε σωστά καταγγέλλοντας φακελάκια, ή όχι.

Όχι, λοιπόν, αν αυτή είναι η απορία σας: Κατ’ εμέ, δεν έπραξε σωστά.

Μα αν είναι να μοιράσουμε ευθύνες, ας ξεκινήσουμε από εμένα. Από εμένα που στραβοκοιτάω ή δεν ασχολούμαι όταν εκατοντάδες γιατρών, εκβιάζουν απελπισμένους ασθενείς, με αντάλλαγμα την ζωή τους, από εμένα αν ξέχασα την Αμαλία και όσα ορκιζόμουν τότε ότι θα απαιτήσω όχι μόνο για λογαριασμό της, μα κυρίως για λογαριασμό όσων δεν μπορούν να μιλήσουν. Από μένα, που δεν κάνω ο,τι μπορώ, καθημερινά, για να αλλάξει αυτή η βία.

Από εμένα.

Γιατί εγώ ξέχασα την Αμαλία, γιατί εγώ ξέχασα αυτούς τους ανθρώπους που βιάζονται καθημερινά, γιατί εγώ έχω μεγαλύτερη ευθύνη, την πιο σημαντική και την πιο βαριά γι’ αυτό το έγκλημα.

Και αν είναι, από μία τέτοια ενέργεια, να ξυπνήσουμε ένας-ένας “εγώ”, μαζί, και αντιδράσουμε ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ, αν είναι να απαιτήσουμε από κάθε εξουσία, χωρίς εκπτώσεις, να καθαρίσει πλήρως, μία και καλή και για πάντα αυτό το σιχαμένο και αισχρό εμπόριο πόνου και ελπίδας, ας εξαντλήσουμε μετά, και εγώ μαζί σας θα είμαι, όλη την υπόλοιπη αυστηρότητα που θα μας έχει απομείνει στους Ρουβίκωνες.

Αυτή, είναι η επιστολή του προέδρου του Ελληνικού τμήματος των Γιατρών χωρίς Σύνορα.

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,

Σας απευθύνω αυτή την επιστολή γιατί θα ήθελα να σας ενημερώσω προσωπικά σχετικά με την κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πρόσφυγες στα ελληνικά νησιά.

Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω, θα δούμε ότι χρειάστηκε μια σειρά από θανάτους στη Μόρια, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, για να μεταφερθούν οι κάτοικοι του καταυλισμού από τις θαμμένες στο χιόνι σκηνές όπου διέμεναν σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Προφανώς, το γεγονός ότι περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι υπέφεραν επί μήνες στο κρύο πριν από αυτούς τους θανάτους, δεν αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και τώρα συμβαίνει ξανά το ίδιο. Οι συνθήκες για τους πρόσφυγες στα νησιά επιδεινώνονται διαρκώς τους τελευταίους μήνες. Καθώς βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν καλύπτονται ακόμα, παρατηρούμε τη δυστυχία των ανθρώπων αυτών να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας και φόβου έχει κατακλύσει τα νησιά, βυθίζοντας ανθρώπους στην απελπισία.

Οι συνάδελφοί μου που εργάζονται στη Λέσβο και τη Σάμο βλέπουν μόνο συντετριμμένους ανθρώπους. Στη διάρκεια του καλοκαιριού, κάθε εβδομάδα η κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Μυτιλήνη δεχόταν κατά μέσο όρο 6-7 σοβαρότατα περιστατικά ψυχικής υγείας, όπως απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμούς και ψυχωσικά επεισόδια.

Όλα αυτά τα περιστατικά έχουν όνομα και μια τραγική ιστορία να διηγηθούν. Η Γκλόρια, αφού έπεσε θύμα βιασμού στο Κονγκό και στην Τουρκία, προσπάθησε στη Λέσβο να δώσει τέλος στη ζωή της πίνοντας υγρό καθαρισμού. Την ίδια ημέρα, η Ράνια από τη Συρία, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, έκανε μια απελπισμένη απόπειρα αυτοκτονίας πιάνοντας ηλεκτρικά σύρματα. Ο Αφράν, Κούρδος από τη Συρία και πατέρας τριών παιδιών, βασανίστηκε στη Συρία, απ’ όπου διέφυγε για να φτάσει στη Σάμο, όπου ζει τους τελευταίους 11 μήνες. Αν και έχει πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι είναι θύμα βασανιστηρίων, ο Αφράν παραμένει εγκλωβισμένος και μπορεί να απελαθεί ανά πάσα στιγμή στην Τουρκία, καθώς η αίτηση ασύλου του απορρίφθηκε για δεύτερη φορά.

Τον Αύγουστο βρέθηκα στη Μοσούλη, στο Ιράκ, σε αποστολή ως χειρουργός. Είδα μπροστά μου τις φρικτές συνέπειες ενός πολέμου χωρίς τέλος. Μίλησα με τους ανθρώπους και προσπάθησα να καταλάβω τι περνούν. Ως πατέρας δύο παιδιών, όπως κι εσείς κύριε Πρωθυπουργέ, είμαι βέβαιος ότι θα έκανα ακριβώς το ίδιο. Θα προσπαθούσα να σώσω την οικογένειά μου αναζητώντας ασφάλεια όπου αυτό θα ήταν δυνατό. Οι ομάδες μας διαπιστώνουν ότι όλο και περισσότερες οικογένειες από το Ιράκ και τη Συρία έρχονται στα ελληνικά νησιά τους τελευταίους μήνες. Τον περασμένο Ιούλιο, το 40% των ανθρώπων που έφτασαν στα ελληνικά νησιά ήταν παιδιά.

Οι άνθρωποι αυτοί μάζεψαν όλες τις δυνάμεις και τις ελπίδες τους και κατάφεραν με πολλές δυσκολίες, ακόμα και με ανθρώπινες απώλειες, να φτάσουν στην Ευρώπη. Κι όμως, είναι εδώ στην Ευρώπη όπου συνθλίβονται οι ελπίδες τους.

Σήμερα δημοσιεύουμε έκθεση με τίτλο «Κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την ψυχική υγεία στη Σάμο και τη Λέσβο» (PDF). Όπως αντιλαμβάνεστε, τα ευρήματα είναι αποκαρδιωτικά. Το βαθύ ψυχικό τραύμα είναι εξαιρετικά σύνηθες πλέον στα νησιά. Συχνά συνοδεύεται από συναισθήματα ντροπής και ταπείνωσης. Για να αναπνεύσει το τραύμα και να θεραπευτεί χρειάζεται ένα ασφαλές περιβάλλον. Οι άνθρωποι βιώνουν έντονα την απουσία ενός τέτοιου φιλόξενου χώρου όταν φτάνουν στα ελληνικά νησιά με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η ψυχική υγεία τους. Από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνονται την Ευρώπη να τους λέει «δεν σας θέλουμε εδώ, θα σας στείλουμε πίσω στην Τουρκία».

Η ανάσχεση των προσφυγικών ροών αποτελεί σταθερή επιδίωξη των Ευρωπαίων ηγετών. Προκειμένου η Ευρώπη να επιτύχει την αποτροπή των αφίξεων, επιφυλάσσει άθλιες συνθήκες στους ανθρώπους που τελικά θα φτάσουν στην Ελλάδα. Πολλοί αιτούντες άσυλο μάς εκμυστηρεύονται «αν ήξερα πως θα είναι έτσι στην Ευρώπη, θα είχα προτιμήσει να πεθάνω στην πατρίδα μου». Είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό ως Έλληνες και Ευρωπαίοι, κύριε Πρωθυπουργέ;

Η υπαγορευόμενη από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας πολιτική του εγκλωβισμού στα νησιά είναι απάνθρωπη, ανεδαφική και επικίνδυνη. Και δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οι αιτούντες άσυλο, όπως η Γκλόρια, η Ράνια και ο Αφράν, που φτάνουν στις ελληνικές ακτές πρέπει να μπορούν να μετακινηθούν στην ηπειρωτική χώρα. Είναι ανθρωπιστική επιταγή.

Κύριε Πρωθυπουργέ, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σάς ζητάμε να κάνετε ένα γενναίο βήμα προς την κατεύθυνση του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Σε αυτό το σημείο που βρισκόμαστε δεν υπάρχουν άλλες δικαιολογίες. Σας καλούμε να επιτρέψετε τον απεγκλωβισμό των ανθρώπων από τα νησιά και την μεταφορά τους στην ηπειρωτική Ελλάδα διασφαλίζοντας αξιοπρεπείς συνθήκες και πρόσβαση σε εξειδικευμένη φροντίδα που τόσο χρειάζονται.

Με εκτίμηση,

Χρήστος Χρήστου

Πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

Η δική μου πάλι άποψη, είναι ότι παρακαλέσαμε αρκετά. Αυτή η κυβέρνηση είναι ένοχη για πολλούς θανάτους, δεν υπάρχει πια η δικαιολογία της αμέλειας, ούτε μπορεί να επαφίεται κανείς στις καλές προθέσεις όσο ο κόσμος πεθαίνει από το κρύο ξεχασμένος σε μία παγωμένη σκηνή τον χειμώνα.

Δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε τον επόμενο νεκρό για να κριθεί, ξανά, όχι μόνο η αποτελεσματικότητα, μα και η διάθεση τελικά αυτής της κυβέρνησης να βοηθήσει: έχει κριθεί ήδη, πολλούς νεκρούς τώρα.

-“Είσαι γραφείο;” του έστελνα όταν μου περίσσευαν πέντε ευρώ, να πάω να του τα δώσω για το press.

-“Όχι, είμαι άνθρωπος” μου έλεγε κάθε φορά, «χαχαχα» – και γω τσαντιζόμουν μαζί του και ας μην το έδειχνα, γιατί θα έπρεπε να τον ξαναρωτήσω, αν είναι *στο* γραφείο, και μου στερούσε λίγο (πολύτιμο) χρόνο επικοινωνίας μας.

Γιατι αυτό ήταν ο Κώστας – είχε λίγο χρόνο, απίστευτα πολύτιμο. Θα σας το πουν όλοι. Δούλευε δεκαπέντε, είκοσι ώρες την ημέρα – καμιά φορά δεν κοιμόταν για μέρες, έφτιαχνε περίτεχνα project, σκεφτόταν την επόμενη μεγάλη ιδέα, όχι μία, πέντε μαζί, πολύπλοκα, έτρεχε τους σέρβερ, έφτιαχνε τον κώδικα, ετοίμαζε τις live συνδέσεις, σχεδίαζε τα εικαστικά, έγραφε τα κείμενα, έκανε συνεργασίες, έτρεχε σε εφορίες και τράπεζες, τσακωνόταν και τα έβρισκε μετά – ή δεν τα έβρισκε, μένανε τσακωμένοι και δεν μιλιόντουσαν, και σου έλεγε τον πόνο του, “μα έκανα λάθος;” γιατί τον πονούσε κάθε τσακωμός, κάθε κόντρα, βαθιά.

Και είχε και τα ρεπορτάζ. Την δημοσιογραφία. Δεν πάλευε, όπως ίσως νομίζουν πολλοί για μία αντικειμενική δημοσιογραφία – πάλευε για μία αδέσμευτη, μία ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Τα άρθρα, οι ξένοι δημοσιογράφοι, το τρέξιμο, – γι’ αυτό ήταν πολύτιμα πέντε λεπτά μαζί του, γιατί ο Εφήμερος έζησε πέντε ζωές δικές μου στα σαρανταδύο του χρόνια.

Στο σχολείο μου σήμερα, είχαμε γιορτή. Επιλέγω να γράψω τούτο το κείμενο τώρα, ασυνάρτητα, μέσα από την καρδιά μου και όχι μέσα από το μυαλό μου – θα καταλάβεις γιατί. Στο σχολείο, τα παιδιά μου είχαν γιορτή. Ήταν η πρώτη στιγμή που βούρκωσα για τον Εφήμερο – κρατιόμουν, όλη την ημέρα. Διάβασα πεντακόσια tweet “πέθανε ο δημοσιογράφος Εφήμερος”, μόνο για να το πιστέψω, και ας μου το ΄χε πει ο μπαγάσας, σε όλους το χε πει, ότι θα πέθαινε, ότι ήταν εφήμερη η βόλτα του στα μέρη μας.

Στο σχολείο τα παιδιά είχαν γιορτή σήμερα. Και έκλαψα, όχι για τα δικά μου, που τραγουδούσαν αμέριμνα, αλλά για δύο άλλα παιδιά, δύο παιδιά που δεν έτυχε να γνωρίσω – παρότι πάντα το κανονίζαμε, δύο μικρά παιδιά που του άξιζε του Εφήμερου να τα δει να μεγαλώνουν, που του άξιζε να τα δει να τραγουδάνε αμέριμνα, περήφανα και φάλτσα, τραγούδια με τόσο νόημα, που μόνο ένας άνθρωπος που έχει παλέψει να τα κάνει αληθινά καταλαβαίνει.

Θα μάθουν πόσο πολύτιμη ήταν η φιλία μας; Θα μάθουν, άραγε, πόσοι άνθρωποι είπαν “κρίμα!” μέσα από την καρδιά τους, για έναν άγνωστό τους, που θα τον γνωρίσουν μόνο από τις περιγραφές μας; Πόσο τυχερά θα ήταν αν θα τους αφιέρωνε όταν μεγάλωναν, αυτόν τον τόσο πολύτιμό του χρόνο;

(Κοίτα που η πληκτρολόγηση στα τυφλά θα μου φανεί χρήσιμη στα σαράντατόσα μου)

Θα πουν άλλοι για την δημοσιογραφία που υπηρέτησε πιστά. Που την υπηρέτησε τίμια, με προσωπικό κόστος, όχι τα ξενύχτια, οι κόντρες, οι απειλές και τις τρικλοποδιές, όχι τις μικρές ή μεγάλες ήττες σε όσα πίστευε ότι μπορούσαν να πάνε καλύτερα και πάλευε γι’ αυτά – αλλά γιατί ήξερε ότι δεν έχει χρόνο, και πάλευε να ξεζουμίσει την ζωή μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Θα πουν άλλοι για το πόσα έχασε υπερασπιζόμενος ότι θεωρούσε σωστό. Για τις χρόνιες φιλίες που θα τσαλάκωναν γιατί ένιωθε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί μία δημοσίευση κειμένου ακόμα και αν δεν συμφωνούσε μ’ αυτό, για τους πελάτες που ήξερε ότι θα του έλεγαν εν μία νυκτί “όχι, δεν σε πληρώνουμε” αλλά παρόλα αυτά πόσταρε το κείμενό του – και ότι γίνει, για τις τράπεζες, που κάθε φορά “τελευταία στιγμή” κάτι στράβωναν στις πληρωμές και θα έπρεπε να τρέξει να βρει λεφτά για μισθούς, ή έξοδα, παρακαλώντας – πάλι, για το όνειρό του.

Άλλοι αυτά μπορούν να τα τεκμηριώσουν καλύτερα – θα σωπάσω για λίγο εδώ.

Εγώ θα κλείσω με τον δικό μου Εφήμερο. Το Εφήμερο που τον ρωτούσα τι έχει, και δεν μου έλεγε – υποψιάζομαι, τώρα που έμαθα τι έγινε με την εγχείρηση, ότι δεν μου έλεγε για να μην με στεναχωρήσει – πάντα πίστευε ότι ήμουν υπερβολικά ευαίσθητος. Τον Εφήμερο που, μόλις έφτιαχνε κάτι, πέντε λεπτά το αργότερο μετά μου έλεγε “το είδες; σ’ αρέσει;” και τσαντιζόταν που του έλεγα κατ’ ευθείαν τι να διορθώσει και όχι πόσο γαμάτο είναι. Και με έβριζε, και απογοητευόταν, και στο επόμενο project πάλι πέντε λεπτά μετά, σαν μικρό παιδί περήφανος, με ρώταγε. Τον Εφήμερο που με μάλωνε, γιατί έγραφα τεράστια κείμενα, και βαριόταν να τα διαβάσει. Τον δικό μου τον Εφήμερο που μου είπε περίπου πέντε χιλιάδες φορές ότι θα πεθάνει, και εγώ ήμουν βέβαιος ότι θα πάει αυτός τελικά στην δική μου κηδεία, και όχι εγώ στην δική του, και θα τον κοροΐδευα εκεί που ήμουν.

Τον δικό μου Εφήμερο, που με όλα τα περίεργά του, σε κέρδιζε τελικά ο μπαγάσας.

Θα μου λείψεις ρε φίλε, αλήθεια. Πολύ.

Υ.Γ: Κώστα, μεγάλο το κείμενο, ε; Θα βαρεθείς πάλι να το διαβάζεις, ε; Ε, έτσι πάει ρε Κώστα, τώρα δεν μπορείς να μου την πεις, όσο μεγάλο θέλω θα το γράφω.

Υ.Γ.2: Για τα παιδιά στο γραφείο. Χάσατε νιώθω έναν πατέρα, έναν φίλο, έναν μέντορα. Σας σκέφτομαι διαρκώς. Έχετε όλη την αγάπη μου.

Υ.Γ. 3: Γραννέτα, έχεις δίκιο. Από τα τελευταία πράγματα που μου είπε, είναι πόσο σε αγαπούσε, και πόσο χαρούμενος ήταν που περνούσε πλέον περισσότερο χρόνο μαζί σας. Καλή δύναμη και κουράγιο.

Το ερώτημα που έχει κάποια σημασία πριν ξεκινήσουμε είναι «αυτό; Με όσα γίνονται, αξίζει τον κόπο αυτό;»

Νομίζω πως ναι. Μπορεί να κάνω λάθος, μα νομίζω πως ναι. Ας δούμε μαζί την σκέψη μου.

Τελικός Κυπέλλου Ελλάδας, Σάββατο 6 Μαΐου του σωτήριου έτους 2017, και πριν την έναρξη του αγώνα, εκτεταμένα επεισόδια «αμαυρώνουν το ποδοσφαιρικό γεγονός».

Δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες οπαδοί των δύο ομάδων πλακώνονται για αρκετή ώρα, έξω μα και μέσα στο Πανθεσσαλικό στάδιο. Οι τραυματίες δεκάδες – τόσοι, που ακόμα και το αρμόδιο νοσοκομείο βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

Τώρα που γράφω τούτο το ποστ είναι ξημερώματα Δευτέρας – μα σκέφτομαι να το ανεβάσω αργότερα, σε μία, δύο μέρες. Στο μεταξύ να περιμένω.

Θα περιμένω να δω, αν κάποιος από το κράτος μας ενοχλήθηκε από αυτήν την εικόνα.


Από το sport-fm.gr

Θα περιμένω να δω αν το αίμα αυτών των ανθρώπων, ακόμα και αν δεχθεί κανείς ότι συμμετείχαν αυτοβούλως στα επεισόδια (εγώ δεν το δέχομαι, αλλά δεν έχει σημασία) ή όσων ταλαιπωρήθηκαν πχ από δακρυγόνα, πέτρες, και δεν ξέρω και γω τι ενώ δεν είχαν καμία συμμετοχή, έχει, για κάποιον, αξία.

Θα περιμένω.

Θα περιμένω να δω αν θα το ξεχάσουμε, αν θα ξεχάσουμε όλο αυτό το αίμα που χύθηκε, όλες αυτές τις εικόνες βίας, τους μαχαιρωμένους, τα στιλέτα, τα δοκάρια, τις καρέκλες, τα γκλόμπ (ακόμα και ανάποδα).

Θα περιμένω.

Θα περιμένω να δω αν, ως κοινωνία, θεωρήσαμε ότι πήγε, κάτι, στραβά. Αν ναι, είναι απλό – θα αντιδράσουμε. Θα ρωτήσουμε αν η αστυνομία έκανε καλά την δουλειά της. Θα ρωτήσουμε αν οι ομάδες είχαν τον έλεγχο των οπαδών τους. Θα ρωτήσουμε αν η ομοσπονδία λειτούργησε με τον καλύτερο τρόπο.

Αν όχι, αν πιστέψουμε ότι όλα πήγαν σωστά, είναι τρομερά απλό, θα προσπεράσουμε. Και το αίμα θα ξεπλυθεί από τους τοίχους, και τα καθίσματα, και τα πατώματα, και θα γίνει δόξη και τιμή το επόμενο παιχνίδι, και θα συνεχίσουμε τις ζωές μας.

~

Όταν όμως, την επόμενη φορά, κάποιος πεθάνει – ακόμα και κάποιος συμμετέχοντας, αλλά πολλώ δε μάλλον κάποιος αθώος, θα περιμένω να δω αν τότε θα αναρωτηθούμε τι πήγε στραβά.

Θα περιμένω να δω αν θα ανατρέξουμε στο χθεσινό, αν θα αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε, έστω και από σήμερα, να σώσουμε μελλοντικά την ζωή αυτού του ανθρώπου. Θα περιμένω να δω αν θα αναρωτηθούμε, αν πράγματι το χθεσινό ήταν λάθος – γιατί το επιτρέψαμε μία μέρα μετά:

– Γιατί είμαστε δειλοί; Δεν θέλαμε να τα βάλουμε με την ηγεσία και την μαφία των οπαδικών στρατών;

– Γιατί είμαστε ευθυνόφοβοι; Αρνηθήκαμε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, και να παραιτηθεί -ή να απολυθεί, αν δεν καταλαβαίνει γιατί- σύσσωμη η πολιτική ηγεσία που ήταν υπεύθυνη γι’ αυτό το χάλι;

– Γιατί ηδονιζόμαστε με το αίμα; Απολαύσαμε ως θεατές τηλεοπτικά ένα σόου ξύλου και βίας και μετά, με ασύλληπτη αδιαφορία, περάσαμε στον αυθεντικό εκνευρισμό για τα …διαιτητικά λάθη;

~

Θα (έπρεπε να) περιμένω.

Αλλά δεν θα το κάνω, δεν θα περιμένω. Θα το ανεβάσω σήμερα, τώρα αμέσως. Γιατί δεν θέλω να επιβεβαιωθώ, προτιμώ να έχω κάνει λάθος, προτιμώ κάποιος να δώσει σημασία σε ο,τι έγινε, και να το διορθώσει.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που ενδιαφερόμαστε, που θυμώνουμε γι’ αυτό που έγινε, που θέλουμε να αλλάξει, που θέλουμε την κάθαρση και τους νόμους ανεξαρτήτως με τι χρώματα ντύνεται ο κάθε οπαδικός στρατός.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που βλέπουν πόσο υποκριτικό είναι να προσπερνάμε τέτοια αίσχη ρίχνοντας την ευθύνη αποκλειστικά στους οπαδούς, αποκλειστικά στην μαφία των γηπέδων, πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που βλέπουν ότι είναι ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη ως κοινωνία, πρωτίστως, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να μην πεθάνει κανείς αύριο, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να εξαλείψουμε τον χουλιγκανισμό, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να τιμωρηθούν όσοι οργάνωσαν, όσοι ανέχθηκαν, και όσοι ήταν ανίκανοι να αποτρέψουν αυτές τις εικόνες.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πρωτίστως θέμα ισονομίας, είναι θέμα δικαιοσύνης, είναι θέμα ηθικής – είναι διάολε θέμα πολιτισμού να μην προσπερνώνται αθόρυβα αυτές οι στιγμές.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που φοβόμαστε ότι ο τίτλος «τελικός» δεν θα αφορά αύριο ένα παιχνίδι, αλλά την τελευταία μέρα ενός ανθρώπου.

~

Μία τελευταία κουβέντα, για να το απλοποιήσω λίγο, μ’ αυτήν την σκέψη:

Πρόσεξέ με λίγο:

Αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο.

Μην προσπαθήσεις να πείσεις κανέναν, ούτε τον εαυτό σου, ότι είναι. Μην προσπεράσεις αυτήν την εικόνα.

Update 8/5/2017: Το Γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού της χώρας, ήρθε για δουλειά Δευτέρα πρωί, είδε τα σημαντικά γεγονότα του Σαββατοκύριακου, και είπε να αντιδράσει σε όσα έγιναν:

(Δεν το πίστευα – δεν έχει ανέβει ακόμα στο site – αλλά είναι δήλωση μοιρασμένη από το ΑΠΕ. Ιδού για όσους σαν και μένα δεν το πιστεύουν αν δεν το δουν με τα μάτια τους)

Αυτό έχουμε να περιμένουμε, μάλλον. Πολιτικό οπαδιλίκι της πλάκας, ατάκες, και «στην έφερα πρώτος». Μέχρι τόσο φτάνει (προφανώς) αυτή η κυβέρνηση. Και, όπως έχω ξαναγράψει, με τον χειρότερο δυνατόν τρόπο: από το Πρωθυπουργικό Γραφείο.

(Και όχι, δεν ασχολούμαι με το αν ο Μητσοτάκης έκανε καλύτερα ή χειρότερα με τις αρχικές δικές του δηλώσεις. Δεν με κυβερνά αυτός, ας τον κρίνουν οι ψηφοφόροι του)

Ο π/θ της χώρας, -έστω και από τον προσωπικό του λογαριασμό- εκτοξεύει κατηγορίες κατά του πολιτικού του αντιπάλου στο twitter:

και είναι τόσο λάθος αυτό, με τόσο διαφορετικούς τρόπους, που προσπάθησα να «μαζέψω» την αντίδρασή μου σε 140 χαρακτήρες και ήταν αδύνατο.

~

Ασφαλώς, είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Αν πράγματι υπάρχουν παρατυπίες ή ακόμη και παρανομίες στον δημόσιο τομέα, είναι πράγματι δουλειά του και ευθύνη του να το βρει, και να το ξεκαθαρίσει. Συμφωνούμε.

Όμως, μέχρι στιγμής, η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Ήτοι, δεν ξέρουμε σίγουρα αν είναι όντως σκάνδαλο η Novartis (μπορεί να είναι, δεν διαφωνώ – αλλά αυτήν την στιγμή δεν το ξέρουμε σίγουρα) ή η αντιστοίχως το ΚΕΕΛΠΝΟ, ή το Ερρίκος Ντυνάν, ή πράγματι υπήρξαν παρατυπίες ή παρανομίες ή υπερτιμολογήσεις στο κόστος των φαρμάκων.

Δεν το ξέρουμε. Δεν ξέρουμε αν για οποιοδήποτε εξ αυτών υπάρχει θέμα, δεν ξέρουμε αν υπάρχουν ευθύνες και που και πως μοιράζονται. Θα το μάθουμε, αν γίνουν οι διαδικασίες, γίνουν σωστά, και φέρουν αποτελέσματα. Μέχρι τότε, δεν το ξέρουμε.

Ο πρωθυπουργός της χώρας όμως ΠΡΟΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙ το αποτέλεσμα, βάζοντας μία …στοχευμένη φωτογραφία πολιτικού του αντιπάλου δίπλα σ’ αυτές τις κατηγορίες. Το συνοδεύει και με κείμενο για λεηλασίες, για κυκλώματα και οφέλη ισχυρών – και ολοκληρώνει την εικόνα.

Κατ’ αρχάς, είναι εγκληματικό να προκαταλαμβάνει ένας πρωθυπουργός (και δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε από τον συγκεκριμένο, ούτε από τους προκατόχους του) την δικαιοσύνη. Και αυτό, γιατί έχει θεσμικό ρόλο, που δύναται να επηρεάζει τους ανθρώπους που θα κληθούν να ελέγξουν τις κατηγορίες.

Κατά δεύτερον, είναι έλλειψη πολιτικής ηθικής να φωτογραφίζεις τον αντίπαλό σου με κατηγορίες που δεν του έχουν αποδοθεί καν! Οφείλεις να κάνεις τους ελέγχους σου, να περιμένεις, και ΑΝ πράγματι έχει ευθύνες, τότε να τις επιρρίψεις και πολιτικά εκεί που πρέπει. Τότε, και μόνο τότε, και μόνο εάν.

Υπάρχει όμως και ένα τρίτο θέμα, που γα μένα είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Ότι χρησιμοποιείς αυτές τις κατηγορίες (ειδικά όταν δεν έχουν αποδειχθεί) πολιτικά για να βλάψεις τον πολιτικό σου αντίπαλο, και να ανακατευθύνεις τις κριτικές για την πολιτική σου. Οι όποιες παραβάσεις δηλαδή έχουν όντως γίνει, είναι πλέον εργαλείο δικό σου, και τις χρησιμοποιείς κι εσύ.

Αυτό, είναι αισχρό – και όχι μόνο πολιτικά. Όπως καταλαβαίνω εγώ την πολιτική, η παρανομία, αν και όντως υπάρχει, δεν μπορεί να γίνεται εργαλείο για να χτυπήσει ο ένας τον άλλον. Αν υπάρχουν (και δεν θα βαρεθώ να το λέω, ΑΝ υπάρχουν) όντως ευθύνες, το πιο ισχυρό μέρος της εξίσωσης φροντίζει με όσες ενέργειες του δίνει το σύνταγμα και οι νόμοι να αποδοθούν εκεί που πρέπει, και μετά ξεχωρίζει την κριτική προς τις ενέργειές του, με την όποια απόδοση πολιτικών ευθυνών προς τους αντιπάλους του.

(Το ξέρω ότι δεν βγάζω πολύ νόημα εδώ, αλλά δεν μπορώ να το αποδώσω καλύτερα: «Μην πολιτεύεσαι με το χειρότερο που μπορεί να είναι οι αντίπαλοί σου, αλλά με το καλύτερο που μπορείς να κάνεις εσύ»)

~

Ναι, αλλά θα μου πείτε κάτσε ρε αρκούδε, ο Μητσοτάκης το κάνει συνέχεια!

Πράγματι, τα infographics (που είναι ένας ιδιαίτερα εύπεπτος, αλλά ταυτόχρονα συχνά αβάσιμος ημιτελής τρόπος να μοιράζεσαι πληροφορίες) είναι σχεδόν στην ημερήσια ατζέντα του προέδρου της αντιπολίτευσης.

Ο Μητσοτάκης όμως, είναι ακριβώς αυτό: αντιπολίτευση. όπως αντιλαμβάνομαι εγώ την πολιτική (και μπορεί, κάλλιστα, να κάνω λάθος – εγώ όμως έτσι καταλαβαίνω) ο Μητσοτάκης είναι υπεύθυνος απέναντι στους ψηφοφόρους του – και μόνον. Αν είναι ικανοποιημένοι από την πολιτική του, ή όχι, θα το κρίνουν όπως νομίζουν αυτοί, στις κάλπες ή στην κριτική τους.

Ο Αλέξης Τσίπρας όμως, είναι πρωθυπουργός – όλων μας. Όπως έχω ξαναπεί σχετικά πρόσφατα (και όχι μόνο), δεν είναι πια απλώς πρόεδρος κόμματος – ακόμα και όταν γράφει από τον προσωπικό του λογαριασμό.

Είναι πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων, οφείλει να συμπεριφέρεται ανάλογα, και να δέχεται κριτική από όλους μας όταν λειτουργεί με κομματικά, και όχι με εθνικά κριτήρια.

Γιατί κυβέρνηση με καταγγελίες σε infographics, δεν κάνει καλό σε κανέναν μας.