Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»

Έστω ότι συμβαίνει ένα γεγονός. Ένα γεγονός που μας επηρεάζει όλους – όχι όπως μας επηρεάζει πχ ένας νόμος, αλλά όπως μας επηρεάζει μία απόφαση εξ ονόματί μας, διαφωνούμε μ’ αυτήν, και θέλουμε κάπως να διαχωρίσουμε την θέση μας.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Έστω, ότι κάθε ένας που διαφωνεί, που αντιδρά μ’ αυτήν την απόφαση έχει να αντιμετωπίσει κατηγορίες προσωπικές, άσχετες πλήρως με το θέμα για το οποίο διαφωνεί. Έστω ότι βαφτίζεται κάθε αντίδραση βίαιη, ή φιλοτρομοκρατική, ή ως αναίσθητη απέναντι σε συγκεκριμένους νεκρούς και στις οικογένειές τους.

Έστω ότι τα μεγάλα ΜΜΕ, ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες και ιστοσελίδες επιμένουν να αγνοούν όχι μόνο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά και όταν υποχρεωτικά κάνουν μία αναφορά, την διανθίζουν με τις κατηγορίες και την ρητορική που ανέφερα πιο πάνω.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πως μπορούμε να δείξουμε ποιοι είμαστε, πόσοι είμαστε, πόσοι διαφωνούμε;

Έστω ότι αν γράψεις -έστω γράψεις- το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου ο οποίος βιώνει αυτό το γεγονός σε δημόσιο μέσο, κινδυνεύεις να δεχτείς αποκλεισμό είτε της αναφοράς σου, είτε της παρουσίας σου συνολικά για μέρες ή και μήνα ακόμα. Χωρίς να έχεις προσβάλλει κανέναν, χωρίς να έχεις υποστηρίξει το ένα ή το άλλο – και μόνο με το ονοματεπώνυμο.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις προσωπικές κατηγορίες όπως «είσαι φίλος της τρομοκρατίας», «υπερασπίζεσαι τον τρομοκράτη», «φίλος των ακροαριστερών, των αντιεξουσιαστών, των αναρχικών», όταν μπλοκάρεσαι αυτόματα από το μόνο μέσο που μπορείς να μιλήσεις και μόνο που αναφέρεις ένα όνομα – ανεξαρτήτως περιεχομένου, τι άλλον τρόπο έχεις να αντιδράσεις;

Διαφωνείς. Ε, και; Ποιος το ξέρει;

~

Μόλις εχθές, μία ενέργεια που έγινε στο facebook με έκανε να αναθαρρήσω για την ποιότητα των συμπολιτών μου, και να ελπίζω, ακόμα, ότι κάτι τελικά μπορεί να αλλάξει.

Χιλιάδες άνθρωποι, μαζικά, άφησαν ένα σχόλιο στο τελευταίο άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας στο facebook. Το αίτημά τους ήταν πως η ΠτΔ οφείλει να πάρει θέση στην διαμάχη για την κυβερνητική άρνηση στο αίτημα για μεταγωγή του καταδικασμένου για τρομοκρατία και δολοφονίες Δημήτρη Κουφοντίνα (το καλό με το να έχεις δικό σου blog, κανείς δεν μπορεί αυτόματα να σε λογοκρίνει επειδή ανέφερες απλώς ένα όνομα) στον Κορυδαλλο, και την ως διαμαρτυρία απεργία πείνας του κρατούμενου που τον οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, ή θάνατο.

Τα περισσότερα αν όχι όλα τα μηνύματα διάβασα εγώ (και διάβασα ΠΟΛΛΑ), είχαν μία ευπρέπεια και ένα ήθος που σπανίζει στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς επικοινωνούσαν με την ΠτΔ που εξ θέσεως δεν έχει αρμοδιότητες για το ζητούμενο θέμα (αν εξαιρέσει κανείς πιθανή άρνησή της να υπογράψει τον νόμο που στερούσε, φωτογραφικά λέει η δικηγόρος του, την δυνατότητα σε τρομοκράτες να εκτίουν την φυλάκισή τους σε αγροτικές φυλακές – αλλά δεν έχω αρκετές γνώσεις για κρίνω την αντισυνταγματικότητά του και/ή την δυνατότητα παρέμβασής της), και το αίτημα ήταν, απλώς, να πάρει δημόσια θέση στο ζήτημα αυτό, πριν ο ασθενής πλέον κρατούμενος καταλήξει. Όταν δε, οι αρχικοί σχολιαστές είδαν τα μηνύματά τους να εξαφανίζονται από την σελίδα, επανήλθαν και πολλαπλασιάστηκαν μάλιστα, διατηρώντας, παρά τις διαμαρτυρίες τους, έναν κόσμιο λόγο.

Όπως το βλέπω εγώ, ήταν μία κορυφαία στιγμή δημοκρατίας.

Οι αποκλεισμένοι από τον δημόσιο λόγο συμπολίτες μας, επώνυμα κατα βάση (καθώς το facebook είναι πολύ αυστηρότερο στην «ανωνυμία» από ότι πχ το twitter), ευπρεπώς σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, δημόσια και κατά χιλιάδες, ζήτησαν από την ΠτΔ να παρέμβει με την θέση της.

Προφανώς η ΠτΔ δεν μπορεί θεσμικά να αλλάξει κάτι πια – είναι προφανές αυτό. Μία δήλωσή της όμως, θα κατέρριπτε κάθε φαιδρό και έωλο επιχείρημα όπως «υποστηρικτές της βίας και της τρομοκρατίας» με το οποίο στολίζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι, και θα έμενε χώρος μόνο για σοβαρή συζήτηση, και καθαρά επιχειρήματα.

Η γνώμη μου είναι, ότι ζήσαμε μία ψηφιακή πλατεία Συντάγματος.

Μοιάζει υπερβολικό, το καταλαβαίνω, αλλά θεωρώ ότι οι κινητήριες γραμμές είναι οι ίδιες. Δημοκρατία, Δικαιοσύνη. Οι πολίτες που φέρουν το στίγμα της αποδοχής της τρομοκρατίας, ακουμπούν στον πρώτο πολίτη της δημοκρατίας, ευπρεπώς, την αγωνία και τις ελπίδες τους για να είναι δίπλα τους, έστω με μία δήλωση, έστω και μόνο για την επόμενη μέρα όπου νιώθουν ότι θα χρεωθούν αυτό που αισθάνονται ότι είναι μία κρατική δολοφονία.

Αν δεν είναι αυτό, από μόνο του, δείγμα στήριξης της δημοκρατίας, τι είναι;

Δεν τρέφω ελπίδες για την παρέμβαση της κ. Σακελλαροπουλου – δεν είναι καν αυτό το δικό μου ζητούμενο, αν με ρωτήσετε. Αν πιστεύει ότι οφείλει, ας παρέμβει. Αν πιστεύει ότι δεν οφείλει, ότι δεν πρέπει, ας μείνει σιωπηλή. Αν θέλει να στηρίξει τον Κουφοντίνα στο αίτημά του (σταματήστε ένα λεπτό, και σκεφτείτε το, δεν θα ήταν μία μοναδική στιγμή;) ας το κάνει, αν θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση, ας κάνει αυτό.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη, και θα κριθεί από τις πράξεις και τις απραξίες του – όπως άλλωστε (ειδικά σ’ αυτόν τον θεσμό) έγινε πολλάκις στο παρελθόν.

Όπως όμως σε κάθε διαδήλωση, όπως σε κάθε διαμαρτυρία, σε κάθε επανάσταση, έχει μεγάλη σημασία να ζητάς. Αν θα πετύχεις είναι ένα επόμενο βήμα, και δεν εξαρτάται καθόλου από εσένα.

Σημασία έχει να ζητάς, να μιλάς, να εκφράζεις την γνώμη σου.

Η νίκη δεν ήρθε επειδή μπορεί να πιεστεί η ΠτΔ να πάρει θέση – ούτε καν αν θα το κάνει τελικά. 

Η νίκη ήρθε επειδή κοιτάξαμε με δέος ο ένας το comment του άλλου, διαβάσαμε ευγενικά και αγωνιώδη μηνύματα, είδαμε υποστηρικτές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας δίπλα μας, και ήταν σαν να κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στα μάτια. 

Εκμεταλλευτήκαμε αυτήν την ελάχιστη, μικρή χαραμάδα που μας δόθηκε, με αξιοπρέπεια και πίστη στον σκοπό και τον αγώνα μας. 

Μπορεί να μην ξαναγίνει, μπορεί την επόμενη φορά να μην είναι τόσο αγνό, ή τόσο ακηδεμόνευτο, αλλά αυτή η ψηφιακή στιγμή είναι δική μας, μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν, για την φορά που είπαμε «όχι στο όνομά μου» με θάρρος περισσότερο από όσο δικαιολογεί αυτός ο παράλογος κόσμος μας και με ευπρέπεια μεγαλύτερη των προσδοκιών μας.

Αυτό το υπογεγραμμένο σχόλιο, ήταν εκκωφαντική κραυγή, μία αναπάντεχη ηλιαχτίδα ελευθερίας, και ελπίζω να ζεστάνει λίγο τις ανέλπιδες καρδιές μας, ότι είμαστε αρκετοί, ότι μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Με κάτι τόσο ελάχιστο, και όμως, τόσο ουσιώδες:

Click, and share your comment.

Τις τελευταίες ημέρες, δύο γεγονότα που αφορούν ανθρώπους που ζήσαμε τις μάχες τους μας επηρέασαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 

Ο πρώτος, είναι ο Βασίλης Δημάκης. Ο Δημάκης είναι κρατούμενος, που διαμαρτυρόμενος γιατί δεν μπορούσε να φοιτήσει από τις φυλακές όπως έκανε μέχρι τώρα, ξεκίνησε απεργία πείνας, και δίψας. Μετά από ανεπάλληλες επιτυχίες και αποτυχίες, βρέθηκε να διακόπτει και να ξαναρχίζει την απεργία, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του έφτασε να προχωρήσει σε μηνυτήρια αναφορά και αγωγή κατά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για μία (απαράδεκτη, κατ’ εμέ) δημόσια ανακοίνωσή του.

Στο τέλος, ο Δημάκης σταμάτησε την απεργία, καθώς του δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του όπως έκανε μέχρι τώρα από τις φυλακές. 

Πολλοί πολίτες βρέθηκαν να πανηγυρίζουν θεωρώντας τον αγώνα κερδισμένο καθώς πίστευαν  πως ο Δημάκης είχε δίκιο και πως δικαιώθηκε με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης. 

Ο Δημάκης όμως δεν κέρδισε τώρα. 

Αν η κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει στην απόφασή της, και ο Δημάκης δεν σταματούσε έγκαιρα την απεργία, θα πέθαινε. Αν θεωρούσε τελικά την ζωή του υπέρτερο αγαθό από αυτήν την μάχη και επέλεγε να κρατήσει τις δυνάμεις του για να πολεμήσει μία άλλη μέρα, μπορεί και να σταματούσε νωρίτερα, ανεξαρτήτως απόφασης. 
Ο Δημάκης κέρδισε εκείνη την στιγμή που είπε «νομίζω ότι είναι δίκαιος ο αγώνας μου, και θα παλέψω γι’ αυτό». Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα μετά, είτε ήταν μόνος του, είτε είχε εκατο χιλιάδες να συμφωνούν μαζί του και να διαδηλώνουν για να γίνει σεβαστό το αίτημά του, την στιγμή που αποφάσισε να διεκδικήσει αυτό που πίστευε σωστό και τίμιο, ήταν η στιγμή που κέρδιζε. 

~

Ο δεύτερος, είναι ο Μανώλης Κυπραίος.  Δημοσιογράφος, που έχασε για πάντα την ακοή του το μεσημέρι της 15ης Ιουνίου 2011 μετά από έκρηξη οβίδας κρότου-λάμψης που έριξε μία ομάδα των ΜΑΤ κοντά του, καθώς πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Όλο αυτό το διάστημα, απολύτως εξαφανισμένος από την επικαιρότητα και από τους συναδέλφους του, πάλεψε να δικαιωθεί, θεωρώντας πως αυτό που του συνέβη ήταν πέρα για πέρα άδικο. Πήγε στα δικαστήρια, δεχόμενος μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών και άλλων ανώνυμων για την απόφασή του.

Πριν λίγες ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε τον Μανώλη Κυπραίο

Ο Μανώλης όμως, δεν κέρδισε τώρα.

Η μάχη που έδωσε ήταν ήδη κερδισμένη όταν πήρε την απόφαση να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που βίωσε. Θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει δεκάδες φορές, όταν οι συνάδελφοί του επέλεγαν επιδεικτικά να αγνοήσουν την ιστορία του, ή όταν δεχόταν ύβρεις  για την μάχη του. Θα μπορούσε το δικαστήριο να μην τον δικαιώσει. Το «μπράβο» για την προσπάθειά του το άξιζε την στιγμή που αποφάσισε να πολεμήσει, όχι την στιγμή που ο δικαστής δικαίωνε τον αγώνα του.

~

Οι μάχες που δίνουμε, μπορεί να μην είναι επιτυχημένες. Οι αγώνες μας, μπορεί να είναι μάταιοι. Μπορεί να μην έχουμε φίλους μαζί μας, μπορεί να μην μάθει κανείς τι στερούμαστε, ούτε τι θέλουμε τελικά να πετύχουμε. Μπορεί να μας μισούν όσοι έχουν να χάσουν από την διεκδίκησή μας. Μπορεί, κάποια στιγμή να εγκαταλείψουμε, ή να χάσουμε.

Αν αυτές οι μάχες δίνονται τίμια και με αξιοπρέπεια, είναι κερδισμένες επειδή δόθηκαν, όχι επειδή κάποιος άλλος τελικά αποφάσισε πως είχαμε δίκιο ή άδικο. Η τελική κρίση τους, για τον κάθε ένα που πολεμά, δεν ορίζει το πρόσημο του αγώνα που επέλεξε. Ο Βασίλης και ο Μανώλης πάλεψαν τίμια, δημόσια και με προσωπικό κόστος.

Όποιος από εμάς συμφωνεί με την στάση τους και τον σκοπό τους, τους οφείλει το «μπράβο» και τον σεβασμό του όχι γιατί κέρδισαν, αλλά γιατί επέλεξαν να πολεμήσουν αυτό που τους αδικούσε με τον τρόπο που επέλεξαν να το κάνουν.

Update: Σε μια μοναδική για μένα στιγμή, ιδιαιτέρως συγκινητική οφείλω να ομολογήσω, ο Κωνσταντίνος Πουλής του ThePressProject διάβασε το άρθρο, και τον ενέπνευσε να …διαβάσει το άρθρο. Φωναχτά. Για όλους 🙂

Συνεπώς, η εμπειρία της ανάγνωσης του άρθρου που ακολουθεί πρόκειται να γίνει εξαιρετικά πιο πλούσια, αν το διαβάσετε πατώντας το play στο video, και ακούγοντας τον Κωνσταντίνο να σας μαγεύει με την φωνή και τα χρώματά του:

(Το άρθρο του ThePressProject που φιλοξενεί άρθρο και podcast βρίσκεται εδώ)

~

Έχω, σαν άνθρωπος κι εγώ, κάποια θεματάκια. Για παράδειγμα δεν μπορώ να βλέπω άνδρες να φιλιούνται δημοσίως.

Με ενοχλεί βαθύτατα, ψιλοσιχαίνουμε λιγουλάκι. Μου δημιουργεί την ίδια αντίδραση πχ με το να βλέπω κάποιον να τρώει σαλιγκάρια – δηλαδή για όνομα του θεού, είναι ΠΟΛΥ ΣΙΧΑΜΕΡΟ αυτό το πράγμα, τελείως.

Προφανώς, δεν μπορώ να σταματήσω τον κόσμο από το να τρώει σαλιγκάρια – ή γαρίδες, ρε φίλε, πως τρώτε γαρίδες, είναι πολύ σιχαμένο κι αυτό. Ίου.

….τι λέγαμε; Ναι, προφανώς λοιπόν δεν μπορώ να σταματήσω τον κόσμο να τρώει σαλιγκάρια ή γαρίδες, δεν υπάρχει νόμος γι’ αυτό – αλλά, να σου πω κάτι; Θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος. Θέλω να πω, ενοχλούμαι, και η ελευθερία του άλλου σταματάει εκεί που αρχίζει η δική μου, και η δική μου περνάει πολύ δύσκολα όταν μασουλάς ρε φίλε τον κοχλιό σου δημόσια.

Να το κάνεις σπίτι σου; Μάλιστα. Εκεί δεν έχω πρόβλημα, κρυφά, να μη σε βλέπω, να μην με κοιτάς την ώρα που ρουφάς αυτό το αηδιαστικό πράγμα, κάνε ότι θέλεις – αλλά όχι δημόσια.

Πρόσφατα, ένας αστυνομικός φιλήθηκε με τον φίλο του. Όχι μόνο δημόσια, που είναι έτσι και αλλιώς ενοχλητικό, αλλά και κάτω από μία ελληνική σημαία – και αυτό ξεσήκωσε τρομερές αντιδράσεις και πολύ θυμό.

Το καταλαβαίνω απόλυτα.

Εμένα δεν με ενοχλεί να φιλιέται κάποιος κάτω από μία σημαία ειδικά, αλλά ας τα βάλουμε κάτω τα πράγματα, μόλις συνέστησα να γίνει ένας νόμος για τους δημόσια καταναλώμενους κοχλιούς, συνεπώς δεν βλέπω ειλικρινά κανέναν λόγο να μην κάνουμε δεκτή και την ενόχληση του διπλανού μου ο οποίος όχι μόνο ενοχλείται με το φιλί μεταξύ ανδρών -και ποιος δεν ενοχλείται δηλαδή- αλλά πολλώ δε μάλλον και κάτω από ένα ιερό γι’ αυτόν σύμβολο, μία σημαία.

Ειλικρινά μιλάω, νομίζω ότι πρέπει να αντιδράσουμε σ’ αυτό.

Η πρότασή μου, για να ξέρει ο κόσμος ποιες είναι οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματά του, είναι να κάνουμε έναν νόμο, στον οποίο να απαγορεύεται να φιλιούνται κάτω από μία σημαία.

Νόμος. Να το ξέρουν όλοι, να γνωρίζουν όλοι μέχρι που φτάνει η ελευθερία τους, να μην παρεξηγούμαστε.

Τώρα που το σκέφτομαι όμως, να, ξεκινάνε τα προβλήματα.

Πόσο κάτω;

Θέλω να πω, ο άνθρωπος μπορεί να ήταν ένα μέτρο μακρυά – και να γλυτώσει την τιμωρία του νόμου. Πρέπει συνεπώς για να είμαστε ακριβείς, να ορίσουμε πόσο μακρυά από μία σημαία μπορεί να φιλιέται ο άλλος. Να πούμε ξέρω γω «μέχρι πενήντα μέτρα από την σημαία ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΦΙΛΙΕΣΤΕ».

Φυσικά, υπάρχει και το άλλο: ο άνθρωπος ήταν αστυνομικός, ένστολος. Αυτό αποτέλεσε μία ιδιαίτερη παράμετρο στην αντίδραση του κόσμου – η οποία θα ήταν άδικο να μην ληφθεί υπόψιν. Διότι άλλο κύριε να είσαι απλώς ομοφυλόφιλος, και να φιλιέσαι, ΚΑΙ ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΛΛΟ να είσαι ΚΑΙ ομοφυλόφιλος ΚΑΙ ένστολος.

Μπορούμε λοιπόν, και καταθέτω επίσημα την σκέψη μου ως πρόταση, το συζητάμε τώρα, να πούμε «πενήντα μέτρα για τους ομοφυλόφιλους και…» -όπα, μισό λεπτό: τον άλλον μπορεί να τον ενοχλούν και οι ετεροφυλόφιλοι, τα φυσιολογικά ζευγάρια να φιλιούνται κάτω από την σημαία. Διότι είναι σύμβολο και έχει κάποιες αξίες, και στον άλλον μπορεί να μην αρέσει ρε παιδί μου ο άλλος να μην δείχνει έναν σεβασμό.

Οπότε, ξανά. Καταθέτω άλλη πρόταση: «Πενήντα μέτρα για όλα τα ζευγάρια που φιλιούνται, ένα χιλιόμετρο τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, και είκοσι χιλιόμετρα τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια που αποτελούνται από έναν τουλάχιστον ένστολο».

Νομίζω ότι αυτό θα ήταν ξεκάθαρο, ο καθένας θα ήξερε τις υποχρεώσεις του και τα δικαιώματά του.

….θα ήταν βέβαια λίγο δύσκολο να μετρήσουμε 20 χιλιόμετρα από μία σημαία. Θέλω να πω, πρέπει να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι έτσι; Δεν θέλουμε εκεί που φιλιέται ο άλλος νόμιμα και ωραία, να του κοτσάρει δίπλα μία σημαία ένας κακόβουλος και να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις – σωστά;

Και μπορεί να μην είναι κακόβουλος. Σου λέω εγώ τώρα, βάζω την σημαία μου στο μπαλκόνι μου – ξέρω εγώ, αν σε είκοσι χιλιόμετρα απόσταση, φιλιέται ο άλλος με τον άλλονα; Δηλαδή πλάκα μου κάνεις, να μην βάλω την σημαία μου γιατί ο άλλος- έλα τώρα, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά, ο νόμος χρειάζεται βελτίωση.

Μπορούμε θεωρώ – και μία πρόταση κάνω, δείτε την όσο σοβαρά νομίζετε – να οριοθετήσουμε τις σημαίες μας.

Κάθε σημαία να μπει σε ένα Google Maps, να μετρήσουμε τις αποστάσεις, και ο καθένας να ξέρει πλέον επίσημα που μπορεί, και που απαγορεύεται να φιλιέται. Νομίζω ότι αυτό θα εξυπηρετήσει τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων, και θα δώσει στην αρχική πρόταση την νομιμότητα και την αξιοπιστία που απαιτείται.

Και οι χοντροί; Διότι ο άλλος, δεν θέλει να βλέπει χοντρούς (και χοντρές!) στις παραλίες. Είναι εύλογο νομίζω να θεωρήσουμε ότι η παρουσία τους δίπλα σε ένα τόσης βαρύτητας σύμβολο θα έχει τον ίδιο – αν όχι μεγαλύτερο αναλογικά συμβολισμό. Δηλαδή φαντάσου ένας ξένος να φωτογραφήσει έναν χοντρό δίπλα στην ελληνική σημαία. Τι εικόνα θα δώσουμε παραέξω;

…Ανησυχώ μόνο, μήπως οι άνθρωποι από αντίδραση κρύψουν τις σημαίες τους, είτε γιατί είναι ομοφυλόφιλοι, είτε γιατί είναι χοντροί, είτε γιατί είναι άσχημοι, ή γέροι, ή πιστεύουν σε άλλες θρησκείες – έτσι, από αντίδραση, για να μπορούν να φιλιούνται όπου θέλουν.

Αυτό θα ήταν πολύ περίεργο.

Η ακόμα χειρότερα, όλοι αυτοί αλλάξουν τους νόμους, και πουν ότι μία σημαία θα έπρεπε να αφήνει ελεύθερους τους ανθρώπους, να συμβολίζει ακριβώς μια ενθάρρυνση να αγαπιούνται ελεύθεροι – και όχι να τους φυλακίζει κρυμμένους σπίτια τους για να φιλιούνται με αυτόν που αγαπάνε.

Ή να τρώνε κοχλιούς. Ή γαρίδες.

Μπλιάχ.