Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη. Με μέση, αρχή, τέλος, με επιμύθιο, απ’ όλα – στην έκθεση θα έπαιρνε άριστα και μπράβο μου.

Αλλά φυσικά, δεν θα το ανεβάσω, γιατί του λείπει το πιο βασικό.

Δεν έχω γράψει την ουσία του πράγματος.

~

Η ιστορία είναι γεμάτη ανατροπές. Στην αρχή, ένας ληστής μπαίνει σε ένα μαγαζί με ένα μαχαίρι και σπάζοντας τις βιτρίνες τραυματίζεται και πεθαίνει. Κάποιοι συμπεραίνουν αυτόματα ότι είναι μετανάστης. Ύστερα, ο ληστής γίνεται πρεζάκι, που είναι διαλυμένος και πήγε για να εξασφαλίσει την δόση του. Μετά, το πρεζάκι δεν πεθαίνει απο τα γυαλιά της βιτρίνας – δολοφονείται από περαστικούς. Στην συνέχεια, βγαίνει το πρώτο βίντεο (χωρίς ήχο). Τότε δεν άντεξα να το δω. Μετά, μαθαίνουμε ότι το «πρεζάκι-ληστής» είναι γνωστός σε πολύ κόσμο (τον ακολουθούσα και γω), ο Ζακ, μία μορφή που είχε επηρεάσει με την στάση του μία ολόκληρη κοινότητα. Μαθαίνουμε ότι ο καταστηματάρχης «είχε πάει για τσιγάρα», το βίντεο γίνεται viral, ο ληστής είναι πια «πούστης οροθετικός». Ο κόσμος αναρωτιέται για το μαχαίρι, ο καταστηματάρχης συλλαμβάνεται. Κάποιοι παίρνουν την θέση του καταστηματάρχη, κάποιοι του Ζακ, κάποιοι μιλάνε για ανθρωπιά λιντσάρισμα, κάποιοι για αυτοπροστασία. Η υπόθεση αποκτά βαρύτητα, συζητείται. Ύστερα, αφήνεται να εννοηθεί (κυρίως από τον Βαλλιανάτο – μα όχι μόνο από αυτόν) πως ο Ζακ (γιατί το θύμα έχει πια όνομα) δεν μπήκε για να κλέψει μα για να σωθεί από πέσιμο που του έγινε λίγο πριν.

Προσέξατε τι έγραψα στην αρχή;

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη .

Εκεί είναι το λάθος μου. Αισθάνομαι ότι εκεί είναι το λάθος όλων μας.

~

Ο καταστηματάρχης και ο Ζακ Κωστόπουλος είναι δύο αυθεντικοί ήρωες μίας τραγωδίας. Έπαιξαν έναν ρόλο σε μία σκηνή που την παρακολουθήσαμε όλοι, μάθαμε το θύμα, τον θύτη, οι ρόλοι άλλαξαν κατά το δοκούν, ανάλογα με την καρέκλα του θεατή. Ο πούστης, το πρεζάκι, ο οροθετικός, οι φασίστες που λιντσάρουν, ο τύπος με τα άσπρα μαλλιά που τον προστατεύει, οι ΕΚΑΒίτες που τον περιθάλπουν, τα ουρλιαχτά, οι αστυνομικοί που (δεν) παρεμβαίνουν, η μεταφορά στο νοσοκομείο με χειροπέδες, ο ένας στο χώμα, ο άλλος στην φυλακή.

Αδυνατώ, και μιλώ πολύ σοβαρά, να κουνήσω το δάκτυλο σε οποιονδήποτε εδώ. Δεν ξέρω καν τι έγινε, μπήκε μέσα; Ήταν άδειο; Πήγε να κλέψει; Είχε φύγει ο καταστηματάρχης; Ήθελε να τον σκοτώσει; Έγινε ότι έγινε γιατί όλοι κινήθηκαν σαν όχλος; Ήταν ο Ζακ οπλισμένος με μαχαίρι ή ήταν ο Ζακ αυτός που όλοι περιγράφουν, ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος που δεν θα πείραζε κανέναν; Ήταν όλο μία τεράστια παρεξήγηση; Τους τρόμαξε ο Ζακ με την συμπεριφορά του; Ήταν υπό επήρεια; Δεν ήταν και του συνέβαινε κάτι άλλο; Βρήκαν ευκαιρία να λιντσάρουν έναν πεσμένο, δεν υπάρχει αμφιβολία καμία, και είπαν ψέματα όσο δεν ήξεραν ότι υπήρχε το βίντεο, και είναι ένοχοι γι’ αυτό, ο,τι και να έγινε, αλλά όλη η υπόθεση συνολικά είναι τόσο ανατρεπτική κάθε λίγο και λιγάκι, που δεν μπορώ να καταλάβω καν τι έγινε.

Εκτός από δύο πράγματα:

Υπάρχει ένας νεκρός.

Και υπάρχουν πολλοί θύτες.

~

Πάντα πασχίζω να καταλάβω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου, αυτή είναι μία από τις κατάρες που κουβαλάω. Θα αναρωτηθώ για τον δράστη, θα προσπαθήσω να καταλάβω πως σκεφτόταν, τι ένιωθε, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι θα ένιωθα εγώ στην θέση του, πως θα αντιδρούσα εγώ, τι θα έκανα τελικά εγώ, πόσο ανθρώπινος θα ήμουν στην ίδια κατάσταση, στις ίδιες συνθήκες.

Μα σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν έχω φτάσει εκεί. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση σταμάτησα λίγο πριν: συνάντησα πολλούς δράστες, δεκάδες δράστες, ιδιαιτέρως σκληρούς, εξαιρετικά αιμοβόρους, στυγνούς, ανθρώπους που δικαιολόγησαν απόλυτα την πράξη, που είπαν «αν έμπαινε ένας μαχαιροβγάλτης στο δικό σου μαγαζί;» και «ένας πούστης λιγότερος» και «ξεβρώμισε ο τόπος με το καθίκι», τα κανάλια (μέχρι και ο Δήμαρχος(!) έπαιξαν με άνεση το «μαίνεται η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά στο κέντρο της Αθήνας» και έκαναν και δημοψήφισμα «συμφωνείτε με την αντίδραση του καταστηματάρχη σ’ αυτόν που εισέβαλλε στο μαγαζί του με μαχαίρι;», και ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται με το «καλά του κάνανε».

«Καλά του κάνανε».

Μπορώ να αναρωτηθώ για όλους, για τον Ζακ, για τον καταστηματάρχη – μα αυτός που, στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, έχοντας όλον τον χρόνο να σκεφτεί, έχοντας την κατάληξη μπροστά του, έχοντας όλη την εικόνα μπροστά του, αυτός που ξέρει ότι ο νεαρός θα πέσει, αιμόφυρτος, θα πεθάνει αν τον κλωτσήσουν, αυτός που θα γράψει αυτά τα πράγματα θα τα γράψει γιατί είναι χαραγμένα βαθιά στην ψυχή του.

Δεν είναι ένας. Δεν είναι καν όσοι ήταν πριν έναν χρόνο, ή πριν δύο χρόνια – ή, αν θέλεις, μιλάνε τώρα πολύ περισσότεροι, είναι πολλοί, ένας θα ήταν πολύς, δύο θα ήταν πολλοί – μα είναι στ’ αλήθεια πολλοί, υπερβολικά πολλοί, αφόρητα πολλοί.

Δεν συζητάω πια για το λιντσάρισμα που έγινε στην οδό Γλάδστωνος.

Συζητώ για κάτι απείρως μεγαλύτερο, για μία μόλυνση, έναν καρκίνο που εξαπλώνεται, που μολύνει ανθρώπους στην ψυχή τους, που μισούν, που φοβούνται, που δικαιώνουν μία δολοφονία – έναν θάνατο έστω, που για αυτούς το 33χρονο παιδί «καλά έπαθε» και πέθανε.

«Καλά του κάνανε».

Φυσικά, δεν σταματάει εδώ. Ο φρουρός τα άκουσε που δεν πυροβόλησε τους Ρουβίκωνες (πρόσφατα πολιτικοί σιγοντάριζαν τρελούς που σημάδευαν με ένα δάκτυλο την οθόνη αν θυμάστε), όποιος διαφωνεί με το Μακεδονικό θέλει κρέμασμα, οι λάθρο να πεθαίνουν στα σύνορα για παραδειγματισμό, οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές και ας ψοφήσουν, οι πούστηδες μας έχουν κάνει όλους σαν τα μούτρα τους και θέλουν λοβοτομή να γίνουν καλά. Το μίσος ξεχειλίζει, δεν λέγεται σιγά και ύπουλα, λέγεται δυνατά, με θράσος, το «εγώ δεν είμαι φασίστας, αλλά», το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά» έχει γίνει «εγώ ΕΙΜΑΙ φασίστας», «εγώ ΕΙΜΑΙ ρατσιστής», οι μάσκες πέφτουν, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα φυτρώνεται κι άλλο, με ένα «καλά να πάθει».

«Καλά του κάνανε».

~

Άκου με λίγο.

Ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ο καταστηματάρχης ήταν σε άμυνα, ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ένιωθε απειλή, ή ήθελε να προστατευτεί, ότι τρόμαξε, δεν θα πάω να σε πείσω αλλιώς, δεν ξέρω, ακόμα και αν πιστεύεις όλα αυτά ειλικρινά γιατί αυτό κατάλαβες από αυτήν την τραγωδία – ένα πράγμα μην πεις:

Πως «καλά του κάνανε».

Ας είναι αυτό το μόνο, το λίγο που ζητάω. Αυτή η υπόθεση να είναι μία τραγωδία, όχι μία πράξη δικαιοσύνης. Δεν σου ζητάω να καταδικάσεις τον καταστηματάρχη, δεν σου ζητάω να αθωώσεις τον Ζακ, σου ζητάω μόνο να βρεις στην καρδιά σου να στεναχωρηθείς για έναν νεκρό.

Όχι «κρίμα» – να στεναχωρηθείς πραγματικά. Γιατί εκεί έξω υπάρχουν άλλοι καταστηματάρχες, υπάρχουν φασίστες, υπάρχουν πρεζόνια, υπάρχουν οροθετικοί, υπάρχουν 33χρονοι ακτιβιστές, υπάρχουν ληστές με μαχαίρι, υπάρχουν κλέφτες, υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, υπάρχουν αδικημένοι, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, το ίδιο άνθρωποι, το ίδιο με τον καταστηματάρχη της ιστορίας μας, με τον Ζακ της ιστορίας μας, με εσένα και εμένα.

Και κανείς – σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό, σ’ αυτό μόνο – κανείς δεν αξίζει να πεθάνει.

Αν κάτι πήγε στραβά, ας το διορθώσουμε, αν μπορούμε ας βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν ας χτίσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας, μην αφήσουμε να ποτίζουν με χολή την ζωή μας, μην καθαρίσουμε με ένα «καλά του κάνανε», γιατί μπορούσαν να του κάνουν καλύτερα, αληθινά καλύτερα, αν ήταν πρεζόνι να γινόταν καλά, αν ήταν φασίστας ο καταστηματάρχης να φροντίσουμε καταλάβαινε το λάθος του, ας διορθώσουμε, ας φτιάξουμε ένα γαμημένο κάτι καλύτερα.

Σε ικετεύω. Μην φυτέψουμε άλλο μίσος.

Τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει τελικά σε τόσο μίσος, όχι μόνο αυτοί που τους αξίζει. Τίποτα.

Πήγαν όλα άνω κάτω τούτες τις μέρες, καθώς η Παπαχρήστου, διάσημη για την αποβολή της από την ΔΟΕ για το περίφημο tweet με τα κουνούπια και τους αφρικανούς, κέρδισε ένα χρυσό στο τριπλούν του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος αγώνων στίβου του Βερολίνου.

Και, εντελώς φυσικά, όλα ανακατεύτηκαν με την υπέροχη ζαλάδα που ήταν ευνόητο ότι θα επακολουθούσε:

Ο κόσμος που δεν γουστάρει τους Χίτες δεν γούσταρε καθόλου την επιτυχία της, ο κόσμος που έτσι και αλλιώς νιώθε την ανάγκη να πανηγυρίζει τις εθνικές επιτυχίες (ακόμα και αν είναι από τον Καχιασβίλι ή τον Δήμα) είτε μπλόκαρε με την όλη φάση, είτε πανηγύρισε, κάποιοι πανηγύρισαν επειδή ακριβώς έχει εκφράσει ένα ακροδεξιό προφίλ, ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός συνεχάρη (και μάλιστα «θερμά») μαζί με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την κάτοχο του χρυσού, του τα χωσαν γιατί δεν έπρεπε να δώσει συγχαρητήρια στην χρυσαυγίτισσα, μύλος.

Μύλος.

Να χαρείς επειδή το πήρε ελληνίδα; Να μην χαρείς επειδή το πήρε χρυσαυγίτισσα; Να χαρείς και ας είναι χρυσαυγίτισσα; Να μην το προσμετρήσεις; Τι είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα;

~

Όλο αυτό, κατά το ταπεινό μου το μυαλό, που μπορεί κάλλιστα να κάνει και λάθος και στο λέω εξ αρχής για να μην παρεξηγηθούμε, νομίζω ότι έχει να κάνει με μία βασική παραδοχή.

Άκου πως το βλέπω.

Ο φασισμός, ο ναζισμός, ο ρατσισμός – όλα αυτά σε γενικές γραμμές έχουν να κάνουν με το τι θέση νιώθει ότι έχει ο καθένας απέναντι στον διπλανό του. Είναι μία προσπάθεια να σταθεί σε μία κοινωνία – μπορεί να το κάνει αποδεχόμενος τις διαφορές των διπλανών του (άλλο φύλο, άλλη θρησκεία, άλλο χρώμα, άλλη πατρίδα) και ορίζοντας μία ατομική ευθύνη για τις πράξεις του καθενός – ή θεωρώντας ότι οι απολύτως βέβαιες διαφορές αυτές ανάμεσα στους ανθρώπους ορίζουν και την συμπεριφορά ή/και την θέση τους (και συνήθως αυτό του δίνει δικαίωμα δια της βίας να «αμυνθεί» έναντι αυτών).

Τι προσπαθώ να πω μ’ αυτό; Ότι αυτή η συμπεριφορά δεν σε κάνει λιγότερο ικανό.

Μπορεί να τρέξεις περισσότερο από τους άλλους, ή να ζωγραφίσεις υπέροχα, ή να έχεις την πιο γλυκιά φωνή που βγήκε από ανθρώπου λαρύγγι, ή να γίνεις ο νέος Στήβεν Χώκινγκ – και πάλι να είσαι ρατσιστής.

Είναι (σε μένα, και ξαναλέω, μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω) απολύτως σαφές ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πετύχει στην ζωή του, μπορεί (κρατήσου) να κάνει την διαφορά και στις δικές μας τις ζωές με τις επιτυχίες του, ακόμα και αν έχει στην καρδιά του το μίσος ή φόβο για τον συνάνθρωπό του.

Αν είναι όντως έτσι – τι κάνουμε απέναντι σ’ αυτό; Ως κοινωνία λέω, όχι ο καθένας ατομικά. Ο καθένας, μπορεί να σιχαθεί ο,τι αφορά τον Σφακιανάκη πχ για τις ιδέες του, ή να ακούσει τα τραγούδια του προσπαθώντας να ξεχάσει ποιος είναι και τι λέει, ή να λατρέψει τον ίδιο και την μουσική του ακριβώς γι’ αυτά που λέει – δεν μιλάω γι’ αυτό:

Ο καθένας έχει κριτήριο, αλλά συνολικά, ως κοινωνία, τι κάνουμε;

Γιατί αν μπούμε σ’ αυτό το τριπάκι, πρέπει να αποφασίσουμε αν η κοσμοθεωρία του είναι μέρος της επιτυχίας του. Αν η ταχύτητά του, ή η μουσική του ικανότητα, ή οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, ή το λαμπρό μαθηματικό του μυαλό, συνδέονται με την (προσωπικά, θεωρώ σιχαμένη, αλλά για την κουβέντα ας το δούμε αποστασιοποιημένα για να συνεννοηθούμε) θέση του για τον συνάνθρωπό του.

Αν πούμε πως ναι, θεωρώ πως αν ως κοινωνία όντως εξοβελίζουμε αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι: πρώτα να βλέπουμε τις πεποιθήσεις κάποιου, και μετά θα δούμε την όποια επιτυχία του. Αν πούμε πως όχι, τότε θα δούμε και θα κρίνουμε την επιτυχία, και μετά θα κάνουμε το ίδιο (ξαναλέω, ως κοινωνία) στις θέσεις του.

Δεν έχω προφανή απάντηση. Προσωπικά, τείνω στο δεύτερο, καθώς σε ατομικό επίπεδο προσπαθώ να κρίνω τους ανθρώπους με βάση τις πράξεις τους, ήτοι άλλο το μετάλλιο, άλλο οι απόψεις.

Θα μου φαινόταν πολύ δύσκολο, και άδικο ίσως, να πρέπει να κάνω στον καθένα μία αποκρυπτογράφιση των θέσεών του πριν τον συγχαρώ για ένα μετάλλιο. Και καλά, στο μετάλλιο ή στην Παπαχρήστου τα πράγματα είναι εύκολα: αν όμως βρει ένας δηλωμένος ρατσιστής ένα αποτελεσματικό, σωτήριο φάρμακο για τον καρκίνο, θα αρνηθώ να το διανείμω στους ασθενείς μου επειδή ο εμπνευστής του είναι ρατσιστής;

Απο την άλλη, τον άνθρωπο που χειροκροτεί τα ματωμένα χέρια ενός Μιχαλολιάκου ή ενός Κασιδιάρη, ή του στρατού του, ή ανεβάζει πιστόλια με το Μολών Λαβέ – να τον χειροκροτάω κι εγώ (ως κοινωνία) για την επιτυχία του; Γίνεται; Δύσκολο.

~

Αν έχει νόημα να καταλήξουμε κάπου, ας σκεφτούμε αυτό: ο ρατσισμός βρίσκεται σε άνθιση. Χώρες ολόκληρες αφήνονται στα χέρια μισαλλόδοξων, οι άνθρωποι κάνουν όλο και πιο εύκολα δεκτό να μισεί ο καθένας τον διαφορετικό διπλανό τους, η θέση αυτή γίνεται όλο και περισσότερο mainstream και αποδεκτή.

Είναι θεωρώ μοιραίο πως ανάμεσά τους θα βρεθούν και άνθρωποι που έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία να προβάλλουμε. Όχι μόνο αθλητές, που εκεί η όποια αντίδραση είναι εύκολη, αλλά και σε άλλους τομείς, ασφαλώς πιο ευαίσθητους.

Αν ως κοινωνία δεν παλέψουμε απέναντι στην βάση του προβλήματος, την μισαλλοδοξία, τότε όσο ασχολούμαστε με τους εκφραστές του, θα μας δίνεται πάντα ένα πεδίο να χάσουμε: Στους «Μωλόν λαβαί αίληνες» όπως αρεσκόμαστε να τους τοποθετούμε εμείς οι απέναντι – θα βρίσκεται πάντα κάποιος φίλα προσκείμενος στο ναζιστικό ιδεώδες καθηγητής πανεπιστημίου να μας χαλάσει το αφήγημα.

Ήτοι, και αυτό μοιάζει το πιο δύσκολο απ’ όλα: Η κοινωνία μας δεν έχει πάρει ακόμα σαφή, ξεκάθαρη θέση στον σεβασμό του διαφορετικού – και του συνάνθρωπού μας εν γένει, ούτε καν στα απλά, πολλώ δε μάλλον στα πολύπλοκα: Ακόμα κερδίζουμε από οικονομικούς σκλάβους σε φτωχές χώρες, ακόμα συναναστρεφόμαστε με απολυταρχικά καθεστώτα που μας δίνουν απλόχερα το πετρέλαιό τους, ακόμα ικανοποιούνται θεοκρατικές αντιλήψεις για το σώμα της γυναίκας ή τους ομοφυλόφιλους με σκοπό την αποδοχή των ψήφων των συντηρητικότερων στρωμάτων.

(Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι πρέπει να περιμένουν τα ανθρώπινα δικαιώματα «να γίνει ο καιρός κατάλληλος» – αλλά αυτή είναι η δική μου γνώμη, αυτήν την βαρύτητα δώστε της)

Το σίγουρο είναι ότι, για τον ένα ή τον άλλον λόγο, όσο δεν ξεκαθαρίζουμε οι ίδιοι, ως κοινωνία, τι είναι σημαντικό, πάντα κάποιος θα φέρνει ένα ναζί μετάλλιο αριστείας και θα μας βραχυκυκλώνει.

Δύο ανθρώπους πέταξαν στην θάλασσα στην Θεσσαλονίκη, γιατί τους έβλεπαν να πηγαίνουν προς την συγκέντρωση του Thessaloniki Pride, τις προηγούμενες ημέρες.

Αυτό που έχω εισπράξει κυρίως μέχρι τώρα, είναι γέλια, ειρωνεία – ένα γενικό «καλά τους έκαναν».

Εγώ πάλι, το μόνο που θυμάμαι, ήταν αυτό:

Οι νεαροί φωνάζουν και γελούν, ενώ τους φωνάζει ότι πονά και τους λέει να τον αφήσουν. Οι συμφοιτητές του ωστόσο δεν τον ακούν, αντιθέτως ξεσπούν σε γέλια και συνεχίζουν το “παιχνίδι” τους εναντίον του 20χρονου. Ο νεαρός αν και φωνάζει ότι πονάει, προσποιείται κάποια στιγμή ότι γελάει ίσως σε μια προσπάθεια να τους πείσει να τον αφήσουν.

Εμφανίζεται αμήχανος. Λέει πως δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα πόδια ούτε τα χέρια του. «Αφήστε με. Πονάω», παρακαλάει αλλά εκείνοι γελούν και δεν τον ακούν.

Ένας μυώδης νεαρός τον πιάνει κεφαλοκλείδωμα. Τον σηκώνει από το κρεβάτι και με δύναμη τον ξαπλώνει ξανά κάτω πιέζοντας με βία το κεφάλι του. Ο 20χρονος μοιάζει παραδομένος. Σαν να περιμένει μοιρολατρικά να τελειώσουν το “παιχνίδι” τους και να τον αφήσουν ελεύθερο.

Κάποια στιγμή ένας από τους νεαρούς ακούγεται να λέει «φτάνει. Αφήστε τον τώρα«. Λίγο μετά το μαρτύριο τελειώνει. Οι νεαροί, μαζί και εκείνος που τραβάει το βίντεο βγαίνουν από το δωμάτιο.

Αυτό, και δίκαια, το ονομάσαμε bullying και το καταδικάσαμε. Δεν είχε ούτε πλάκα, ούτε «καλά του έκαναν».

Αυτό, επίσης, μπορεί να μην το καταδικάσαμε όσο έπρεπε (ελάχιστες οι αναφορές, ελάχιστες και οι καταδίκες) αλλά τουλάχιστον μας τρόμαξε, μας ανησύχησε – το λιγότερο, δεν θα έμπαινε κανείς στην προσπάθεια να το ρίξει στην …πλάκα.

Τι αλλάζει;

Δύο άνθρωποι περπατούν στην παραλία Θεσσαλονίκης, και χωρίς κανέναν λόγο, δέχονται επίθεση και τους πετούν στην θάλασσα.

Έπρεπε να μην ξέρει κάποιος κολύμπι, πχ, και να πνιγεί για να γίνει σημαντικό και άξιο καταδίκης;

Αλλιώς είναι πλάκα, ειρωνεία, και ένα ατιμώρητο «καλά τους έκαναν» και καθαρίσαμε;

Τα κολαστήρια δεν τελείωσαν, απλώς εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας….

Πως γίνεται να εξαφανίσεις ένα κολαστήριο; Πως γίνεται να αποσιωπήσεις τις κραυγές του πόνου, ή τις ικεσίες των κρατουμένων για να σωθεί η ζωή τους, ή τις βρισιές των συγκρατούμενων κάποιου που πέθανε άδικα;

Η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν το κατάφερε – και τα ουρλιαχτά έφτασαν τελικά στα αυτιά μας, και οι άνθρωποι μετέφεραν το πρόβλημά τους, και το μάθαμε, και φωνάξαμε, και διαμαρτυρηθήκαμε. Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, μια χαρά το έχει καταφέρει από ότι φαίνεται, και οι φωνές της φυλακής δεν έχουν αντίλαλο έξω από τους απροσπέλαστους τοίχους και μερικούς εθελοντές που νοιάζονται.

Τούτο το κείμενο της Μπαλωθιάς, είναι μια γροθιά στο στομάχι – εντελώς τυχαία το πήρα χαμπάρι, και κάποια από αυτά που διάβασα δεν τα ήξερα καν:

Η βασική αναφορά γίνεται με βάση την κρατούμενη κυρία Δέσποινα Ζαχαρίου. Η κρατούμενη είχε γλυτώσει απο τον καρκίνο πολεμώντας τον πριν μπει στην φυλακή – αλλά μόνο πρόσκαιρα, καθώς επανήλθε. Η ευκαιρία όμως που είχε να παλέψει εκτός φυλακής, δεν της δόθηκε -όπως καταγγέλεται στο κείμενο (ενώ θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσια, καθώς είναι πια ευθύνη του κράτους ως κρατούμενη, και ευθύνη του – όπως έχω ξαναπεί):

[…]
Το οικογενειακό της ιστορικό είναι η ‘‘σφραγίδα’’ του κινδύνου που την απειλεί: Η μητέρα της πέθανε από καρκίνο του μαστού στην ίδια ηλικία με αυτήν, στα 36 της χρόνια. Το ίδιο και η αδερφή της μητέρας της. Με ένα τέτοιο ιστορικό βρέθηκε στην φυλακή. Την αγωγή που έπαιρνε έξω, δεν την πήρε ποτέ παρόλο που την ζητούσε. Είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας της που έγραφε κάθε εξέταση, χειρουργείο, ακτινοβολίες, θεραπείες. Κανένας δεν την πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που ψηλάφισε μόνη της , την πρώτη ‘‘ύποπτη εστία’’ στο στήθος. Από εκεί ξεκίνησε μια Οδύσσεια για την Δέσποινα, που κράτησε μήνες αφού το ιστορικό της δεν έλεγε τίποτα στους υπεύθυνους της φυλακής για το επείγον της κατάστασης. Από τις αρχές Δεκέμβρη έχει κάνει συνολικά οκτώ μεταγωγές σε διάφορα νοσοκομεία ανά την Αττική. Δύο φορές στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, 3 φορές στο ‘‘Μεταξά’’ και 3 φορές στον ‘’Ευαγγελισμό’’. Στις διαμαρτυρίες της στην υπηρεσία για την έλλειψη σχεδίου και τις καθυστερήσεις, η απάντηση ήταν: ‘‘αφού σε πάμε σε νοσοκομεία’’.

Σε έξι από αυτές την έστειλαν χωρίς καν τον φάκελο με το ιστορικό της και οι γιατροί, χωρίς να γνωρίζουν μέσω εξετάσεων περί τίνος πρόκειται, έκαναν τις εξετάσεις κινούμενοι οι ίδιοι από την αίσθηση του επείγοντος ενώ διαμαρτύρονταν στην εξωτερική φρουρά που την συνόδευε, αλλά και στην υπηρεσία σε ορισμένες περιπτώσεις. Στον Ευαγγελισμό σε μία επίσκεψη δεν την έστειλαν μόνο χωρίς τον φάκελό της αλλά και χωρίς να έχουν καν κλείσει ραντεβού! Πολλοί γιατροί αλλά και η εξωτερική φρουρά έλεγαν ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που έκαναν μεταγωγές ασθενών κρατουμένων γυναικών και από τις φυλακές της Θήβας σε νοσοκομεία, μάταια, αφού ‘‘ξεχνούσαν’’.. τον ιατρικό τους φάκελο στη φυλακή.

[…]

Η εξέταση που έπρεπε να κάνει η Δέσποινα Ζαχαρίου (FNA μαστού-βιοψία) ήταν αδύνατον να γίνει και οι γιατροί την έστειλαν πίσω στη φυλακή. Ότι το καθ’ ύλην αρμόδιο νοσοκομείο γι’ αυτή την περίπτωση από όσα την πήγαν ήταν το ‘‘Μεταξά’’ και ότι εκεί υπήρχε από το προηγούμενο ιστορικό της, αλλά και ο γιατρός που την είχε εγχειρήσει τρία χρόνια πριν, δεν απασχόλησε! Στο Γ.Κ.Ν Νίκαιας π.χ., ρωτούσαν γιατί την πήγαν εκεί. Τελικά η Ζαχαρίου, από έναν μικρό όγκο που είχε τον Νοέμβριο, κατέληξε να επεκταθεί το πρόβλημά της και οι ‘‘ύποπτες εστίες’’ να έχουν πολλαπλασιαστεί. Την εξέταση για την βιοψία, μετά από τόσους μήνες, την έκανε στις αρχές Μαΐου στο νοσοκομείο ‘‘Μεταξά’’. Εν τω μεταξύ, σε προηγούμενη μεταγωγή της στον ‘‘Ευαγγελισμό’’ όπου διαπιστώθηκε ότι είχε πολλούς όγκους με τον μεγαλύτερο 6,4 εκατοστά, της δήλωσαν οι ογκολόγοι πως θα πρέπει να κάνει ολική μαστεκτομή. Ωστόσο στη φυλακή γνώριζαν ότι το πρόβλημά της έχει πολλαπλασιαστεί από τον Μάρτιο. Παρά τα όσα έχουν γίνει, η Δέσποινα είναι δυνατή και δηλώνει πως θα παλέψει με τον καρκίνο για ακόμα μια φορά. Όμως δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια. Εξαρτάται κυρίως από ένα καθεστώς που καταντά εγκληματικό.

Δεν είναι (δυστυχώς) μόνο μία περίπτωση. Ακομα και έτσι θα ήταν ανησυχητικό, αλλά η καταγγελία αναφέρεται σε περισσότερα περιστατικά. Κατ’ αρχάς, έναν θάνατο:

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το θάνατο της κρατούμενης Βασιλικής Σταθοπούλου. Η Σταθοπούλου που είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο όσο ήταν ελεύθερη, νοσούσε για μήνες ως κρατούμενη με πολύ σοβαρά συμπτώματα και αντιμετώπισε την αδιαφορία και τον εμπαιγμό. Γιατροί του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ αρνούνταν να την πάνε σε εξωτερικό νοσοκομείο δηλώνοντας ότι προσποιείται την άρρωστη. Την πήγαν στο νοσοκομείο όταν ο καρκίνος κατέστρεψε τον εγκέφαλό της και άρχισε να παραληρεί. Λίγες βδομάδες αργότερα πέθανε. Δεν δόθηκε κανένα περιθώριο ούτε στους γιατρούς του εξωτερικού νοσοκομείου ούτε στην ίδια την Σταθοπούλου να παλέψει άλλη μια φορά με τον καρκίνο. Την ‘‘ευκαιρία’’ αυτή της την αφαίρεσε η φυλακή.

Είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο η κυρία Βασιλική Σταθοπούλου, άρα οι φυλακές το ήξεραν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί (οι γιατροί!) δεν την πήγαιναν σε νοσοκομείο γιατί πίστευαν ότι προσποιείται. Τελικά, η …διάγνωσή τους ήταν εσφαλμένη, καθώς ο καρκίνος πήγε στον εγκέφαλό της. Δεν είχε καμία ευκαιρία πια να πολεμήσει.

Φυσικά, καμία δήλωση δεν άκουσα από το Υπουργείο για τον θάνατό της, ή την πιθανότητα διεξαγωγής έρευνας για το τι πήγε στραβά και ποιος, τελικά, ευθύνεται. Αθόρυβος ο θάνατός της.

Αθόρυβος, αλλά στα όρια του εγκληματικού. Όπως καταγγέλλεται στο άρθρο:

Στοιχεία και στατιστικές για τους θανάτους στις ελληνικές φυλακές από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν υπάρχουν. Ή μάλλον…είναι καλά κρυμμένα. Το 2016 ‘‘εξαφανίστηκε’’ από το Υπουργείο Δικαιοσύνης βιβλίο που περιείχε αριθμούς και στατιστικά στοιχεία των θανάτων στις φυλακές τις τελευταίες 3 δεκαετίες.

Και πιο μετά αναφέρεται ότι:

Στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ εγκαταλείπονται βαριά άρρωστοι άνδρες κρατούμενοι χωρίς την αναγκαία ιατρική κάλυψη. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν πεθάνει πάνω από 100 κρατούμενοι, ενώ από τις 4/12/2016 έως τις 2/10/20017 έχουν δηλωθεί 25 θάνατοι σε αυτό. Έχουν γίνει πολλές καταγγελίες για το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού όμως τίποτα δεν έχει γίνει. Το νοσοκομείο αυτό δεν παρέχει ιατρική μέριμνα για τις σοβαρές ασθένειες των κρατουμένων που κρατούνται σε αυτό, δεν έχει την υλικοτεχνική υποδομή και ούτε καν τα βασικά φάρμακα και αναλώσιμα που χρειάζονται.

Τρεις δεκαετίες αναφορών …χάθηκαν. Παφ. Και ελπίζει ο μαλάκας ο αρκούδος, ότι κάποιος θα αναζητήσει ευθύνες για τα κολαστήρια τότε, και τώρα. Φευ.

Αν είναι πρόβλημα για ελληνίδες κρατούμενες η ιατρική αντιμετώπιση στις φυλακές, πολλώ δε μάλλον ειναι για τις τσιγγάνες. Η επόμενη καταγγελία αφορά μία τσιγγάνα, την κυρία Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, η οποία παρά το επανειλημμένο αίτημα του χειρούργου της φυλακής να πάει σε νοσοκομείο για τον διαβήτη που αντιμετωπίζει στο πόδι της, όπως καταγγέλλεται η διοίκηση των φυλακών κωφεύει:

Ο κοινωνικός ρατσισμός τον οποίο αντιμετωπίζουν τις κρατούμενες και τους κρατούμενους στις φυλακές δεν είναι μικρό φαινόμενο. Ακόμα και από ορισμένους γιατρούς σε φυλακή μπορεί κάποιος να ακούσει: ‘‘ Όταν έκανες ό,τι έκανες δεν σκεφτόσουν την υγεία σου’’ ή ‘‘έκανες ό,τι έκανες και τώρα έρχεσαι σε εμάς να σε κάνουμε καλά’’. Την παραπάνω φράση την άκουσε και η Δέσποινα Ζαχαρίου, και η Ζαχαρίου είναι αθίγγανη, όμως αυτός ο κοινωνικός ρατσισμός όταν εκδηλώνεται προεκτείνεται σε όλες τις φυλετικές και εθνικές κατηγορίες κρατουμένων.

Η μόνη περίπτωση που ήξερα (και ετοιμάζω ειδικό άρθρο με αφορμή του) είναι η περίπτωση του κύριου Ζώσου Μαλτέζου από χαλασμένο δόντι στις 2/2/18. Ίσως όμως, εκείνη η «αμέλεια» έκανε τους κρατούμενους πιο … προσεκτικούς:

Μια άλλη κρατούμενη από τις φυλακές της Θήβας (Μ.Σ) με απόστημα στο δόντι, αναγκάστηκε να κάνει εξαγωγή μόνη της αφού δεν της έδιναν αντιβίωση και η κατάστασή της χειροτέρευε.

Η κρατούμενη έκανε εξαγωγή μόνη της, γιατί δεν της έδιναν αντιβίωση – και μάλλον (δεν έχω ημερομηνίες για την καταγγελλία) θέλησε τουλάχιστον να γλυτώσει την ζωή της. Βάλτε εσείς όποιο σχόλιο νομίζετε ότι ταιριάζει σ’ αυτό που διαβάσατε μόλις.

Για κάποιον λόγο, οι φυλακές θεωρούν ότι η αυτοκτονία, αντί να είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επιβαρυντική για την διοίκηση ως λόγος θανάτου, τον …προτιμούν:

Ως πρώτη αιτία θανάτου στις φυλακές δηλώνεται η αυτοκτονία. Στο νοσοκομείο ‘‘Άγιος Παύλος’’ στις αρχές της χρονιάς βρέθηκε κρεμασμένος στην απομόνωση οροθετικός κρατούμενος. Το ίδιο διάστημα στις φυλακές Χανίων έδωσε τέλος στη ζωή του άλλος κρατούμενος με τον ίδιο τρόπο. Η ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι κρατούμενοι είναι ανάλογη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, (τοξικοεξαρτημένοι, άρρωστοι, άποροι κλπ) και των συνθηκών κράτησης, έτσι κάποιοι από αυτούς βάζουν τέλος στη ζωή τους. Οι συνθήκες κράτησης θα επιδεινωθούν και η πίεση πάνω στους κρατούμενους θα αυξηθεί με το νέο πιο αυστηρό πλαίσιο με την στρατιωτικοποίηση των φυλακών που προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης με τον νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όπως αναλυτικά καταγράφει στο κείμενο που έχει δημοσιεύσει η Αγωνιστική Ένωση Κρατουμένων.

Καταλήγει το άρθρο:

Το κράτος και το σωφρονιστικό σύστημα μας θέλει την καθεμιά και τον καθένα μόνο του απέναντί του ώστε να κατοχυρώνεται η αδυναμία και η ματαιότητα της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των κρατουμένων.Τα δικαιώματα αυτά θα καταστρατηγηθούν με το νέο Σωφρονιστικό Κώδικα σε μεγάλο βαθμό.Κανένα πρόβλημα στη φυλακή δεν είναι ατομικό. Κάθε ιστορία αυτοανακλά προβλήματα πολύ ευρύτερα που αγγίζουν τον καθένα. Για να μην γίνονται οι φυλακές κρεματόρια για τους κρατούμενους, για να μην μετατρέπεται η όποια ποινή μέσω των συνθηκών κράτησης σε θανατική καταδίκη, χρειάζεται αλληλεγγύη και αντίσταση:

1. Να σταματήσει η εγκληματική αδιαφορία και ο εμπαιγμός απέναντι στη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η υπηρεσία των φυλακών Κορυδαλλού είναι οι υπεύθυνοι για την εξέλιξη της υγείας της.

2. Να μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.

3. Φυλακές χωρίς δυνατότητα άμεσης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν μπορούν να υπάρχουν. Ιατρική φροντίδα και φάρμακα σε όλες τις φυλακές.

4. Όχι στην εξόντωση μέσω των ψυχοφαρμάκων. Να παρέχονται δημιουργικές διέξοδοι για τους κρατούμενους και να εξετάζονται οι ψυχικά ασθενείς με ιατρικούς και όχι με καπιταλιστικούς όρους.

5. Όχι στο νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όχι στην στρατιωτικοποίηση των φυλακών, τις απομονώσεις και τα καθεστώτα εξαίρεσης.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ -ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ (υπέγραψαν 38 γυναίκες του ισογείου)

Το έχω ξαναπεί: οι κρατούμενοι/ες συχνά, είναι πιο ελεύθερες από εμάς. Κάθε καταγγελία τους γίνεται με κίνδυνο αντιποίνων – και, αν όντως δεν σου δίνουν υπο φυσιολογικές συνθήκες μία αντιβίωση για ένα χαλασμένο δόντι, φανταστείτε αν θέλουν να σου κάνουν και αντίποινα τι θα συμβαίνει.

Ε, εκτίθενται και κάνουν την καταγγελία τους, με αίτημα να ..πάνε σε νοσοκομείο η κυρία Παναγιωτοπούλου και η κυρία Ζαχαρίου.

Για τέτοια αυτονόητα εκτίθενται τόσο πολύ.

Κάθε καταγγελία τους οφείλει να ξυπνάει εμάς. Οφείλουμε μία αντίδραση, μία διαμαρτυρία, να προστατέψουμε και να πιέσουμε, τους αρμόδιους Υπουργούς για απαντήσεις και τιμωρίες και λύσεις. Οφείλουμε να πιέσουμε κυβερνήσεις κόμματα και Πρωθυπουργούς, όταν οι Υπουργοί τους κωφεύουν. Και οφείλουμε τιμωρίες όταν παρ’ ελπίδα κωφεύουν και αυτοί.

Εμείς, που είμαστε ελεύθεροι.

Υ.Γ.: Επέστρεψα στο κείμενο, και προσέθεσα το «κυρία» δίπλα σε κάθε όνομα. Μου φάνηκε περίεργο: κυρία μία κρατούμενη; Μετά βγήκα από τον κοινωνικό αυτοματισμό, και αναρωτήθηκα αν υπάρχει καν ερώτημα.

Η όλη υπόθεση της αναδοχής παιδιού από ομοφυλόφιλους γονείς, ήταν ανέκαθεν για μένα ένα τεστ υποκρισίας: Όποιος λέει «Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – αλλά όχι και να υιοθετήσουν ένα παιδί» έχει σαφώς πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – ο,τι και να υποστηρίζει πριν το «αλλά».

Κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί αυτό το αλλά, θα καταλήξει μαθηματικά στο «γιατί οι ομοφυλόφιλοι είναι ανώμαλοι». Άλλο «αλλά» – δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα.

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο να αποδεχθώ ότι εν έτη 2018 ακόμα ασχολούνται οι άνθρωποι με το ποιον αγαπά ο διπλανός τους. Μου είναι ακατανόητο να αποδεχθώ ότι ένας συνάνθρωπός μου θα στερηθεί ένα δικαίωμα, είτε αυτό είναι κοινωνικό (πχ μία σύνταξη) είτε αυτό είναι ανθρώπινο (πχ μία αναδοχή, ή μία υιοθεσία) επειδή δεν αρέσει σε κάποιον άλλο ποιον ή ποιαν έχει επιλέξει για σύντροφο.

Από την πιθανότητα σε κάποιον αρέσει ή να μην αρέσει η ομοφυλοφιλία, μέχρι το δικαίωμα να παρέμβει στην ζωή του άλλου δήθεν «δημοκρατικά», υπάρχει ένα τεράστιο κενό – όταν αυτό εξατμίζεται, με τρελαίνει.

Ακόμα και η γραμμή «όχι, γιατί δεν το αντέχει η κοινωνία» είναι διπλά υποκριτική: Όχι μόνο παρεμβαίνουμε στην ζωή κάποιου άλλου γιατί μας ενοχλεί μία απόφασή του, αλλά δεν αναλαβάνουμε καν την ευθύνη αυτής της καταπίεσης: αναθέτουμε την ευθύνη στην κοινωνία και στις «αντοχές» της, και έτσι δεν θα χρειαστεί να απαντήσουμε εμείς γι’ αυτό.

Ακόμα και όταν –και εδώ είμαι και γω ένοχος, καθώς το έχω κάνει αυτό το λάθος– βάζει το παιδί ως παράμετρο σ’ αυτή την διαδικασία: «Να προστατέψουμε το παιδί από αυτήν την κοινωνία που δεν είναι έτοιμη». Όσο με αφορά, αντιλαμβάνομαι ότι υπήρξα λάθος, καθώς ναι μεν το ενδιαφέρον μου ήταν αληθινό, η λύση όμως δεν θα ερχόταν με την αντιμετώπιση του προβλήματος, μα με την συγκάλυψη του: Όταν κάποιος φερθεί μαλακισμένα σε ένα παιδί, δεν θα φταίει το παιδί, δεν θα φταίνε οι γονείς του – θα φταίει αυτός ο κάποιος. Ακριβώς όπως δεν φταίει μία γυναίκα που φορά μίνι για τον βιασμό της, έτσι δεν φταίει ένας ομοφυλόφιλος γονιός που κάποιος ασχημονεί σε ένα παιδί. Φταίει αυτός που δημιουργεί πρόβλημα, και καλό θα είναι να το ξεκαθαρίσουμε. Και, ξεκαθαρίζοντάς το, παρέχουμε έναν καλύτερο κόσμο γι’ αυτό το παιδί, που είναι τελικά και το ζητούμενο.

Όσο με αφορά, τα πράγματα (ειδικά στην νομική τους υπόσταση) είναι απολύτως ξεκάθαρα: Επιτρέπεται σε κάποιον να επιλέγει τον σύντροφό του;

Αν ναι, ούτε η «κοινωνία», ούτε η δική μας θέση μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο ένα δικαίωμα αναδοχής (ή σύνταξης, ή αναγνώρισης, ή, ή).

Αν όχι, τότε ας ορίσουμε σαφώς ποιον μπορεί ή δεν μπορεί να ερωτεύεται ο καθένας, και ας μην προσπαθούμε να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι ανήκουμε σε μία κοινωνία που σέβεται την ελευθερία των ανθρώπων της.

Δηλαδή, αν καταλαβαίνω σωστά, το να μην μάθεις στα παιδιά επακριβώς ότι «ο Ιησούς Χριστός είναι Ο Σωτήρας του κόσμου» – είναι παράνομο και αντισυνταγματικό, μα το να δηλώσει (σε δικαστήριο) επίσημος εκπρόσωπος της χριστιανικής εκκλησίας της Ελλάδας «αν είχα όπλο, και επιτρεπόταν, θα τους σκότωνα (τους ομοφυλόφιλους) να ησυχάσουμε» – είναι καθ’όλα νόμιμο και δεν διώκεται.

Το ‘πιασα.

Σας συμβουλεύω: Μη τους πλησιάζετε! Μη τους ακούτε! Μη τους εμπιστεύεσθε! Είναι οι κολασμένοι της Κοινωνίας!

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην πλατεία Βαρνάβα, κοντά στο σπίτι. Έκανε αρκετή ζέστη και υπήρχε ένα ωραίο αεράκι έξω. Η πλατεία ήταν σχετικά άδεια. Η Αθήνα είναι αρκετά ήσυχη αυτή την περίοδο. Όλοι έχουν φύγει. Ήμασταν μόνο εμείς, το μαγαζάκι στη γωνία που σιγά σιγά έκλεινε και μια ομάδα από νεαρούς άνδρες στην άλλη άκρη της πλατείας.

Η ομοφυλοφιλία είναι εκτροπή από τους Νόμους της φύσεως! Είναι κοινωνικό κακούργημα! Είναι αμαρτία!

Δεν τους δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή. Είχαμε καθίσει και μιλούσαμε και γελούσαμε. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει. Δύο από αυτούς μας πλησίασαν από πίσω με μια μοτοσυκλέτα και μας πέταξαν έναν κουβά γεμάτο με βρώμικο νερό (σσ: νερό με χλωρίνη, κατήγγειλαν οι κάτοικοι).

Δικαίωμά τους, βέβαια, είναι κρυφά -ιδιωτικά- να ζουν όπως θέλουν! Αλλά κάποιοι ξεφτιλισμένοι δεν μπορούν να υπερασπίζονται δημοσίως τα πάθη της ψυχής των!

Μετά το αρχικό σοκ, ο Zabi πολύ σοφά ήθελε να φύγουμε. Είχα παραλύσει. Κάθισα πάλι προσπαθώντας να ηρεμήσω, προτού επιστρέψουμε. Μεγάλο λάθος.

Ε, λοιπόν αυτούς τους ξεφτιλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν!

Ο ένας μετά τον άλλον έτρεχαν προς το μέρος μας και άρχισαν να μας γρονθοκοπούν και να μας κλωτσούν.

Όσοι, λοιπόν, είτε την βιώνουν, είτε την υποστηρίζουν δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι!

Ήταν περίπου δώδεκα με δεκατρείς από αυτούς. Πάρα πολλοί. Συνέχιζαν να μας χτυπούν.

Να μη δεχθούμε τους μετανάστες στην Πελοπόννησο! Ας κρατήσουμε καθαρόαιμο τον εαυτόν μας και τον πληθυσμό μας!»

Νομίζω ότι κατάλαβαν ότι είμαστε ζευγάρι και μας έβαλαν στόχο, εξαιτίας αυτού και εξαιτίας του χρώματος του Zabi.

Είναι αποβράσματα της Κοινωνίας!

Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν τον Zabi κάτω στο πεζοδρόμιο. Τους είδα να τον χτυπούν. Δεν μπορούσα να δω τίποτα μετά από αυτό.

Αποβράσματα της κοινωνίας σήκωσαν κεφάλι!

Συνειδητοποίησα ότι το κεφάλι μου και το επάνω μέρος του σώματός μου ήταν μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών που είχε αναποδογυρίσει.

Είναι άτομα με διανοητική διαταραχή! Δυστυχώς αυτοί είναι τρις-χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελοκομεία!

Με πέταξαν στο έδαφος και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα έσπασαν το πόδι μου σε τρία κομμάτια.

Αν είχα όπλο και με άφηνε ο νόμος θα το χρησιμοποιούσα να ξεμπερδεύουμε


Κατάγματα σε τρία σημεία φέρει ο αστράγαλος του ενός θύματος της ομοφοβικής επίθεσης την Παρασκευή τα μεσάνυχτα στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Για την επαναφορά του θα χρειαστεί χειρουργείο. Στη φωτογραφία, το θύμα αμέσως μετά την επίθεση

Κατάγματα σε τρία σημεία φέρει ο αστράγαλος του ενός θύματος της ομοφοβικής επίθεσης την Παρασκευή τα μεσάνυχτα στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Για την επαναφορά του θα χρειαστεί χειρουργείο. Στη φωτογραφία, το θύμα αμέσως μετά την επίθεση

Αθώος.

Πηγές: Περιοδικό Antivirus, Ιστολόγιο/blog μητροπολίτη, δικτυακός τόπος CNA.gr. Φωτογραφία από το συμβάν αμέσως μετά την επίθεση, Εφημερίδα των Συντακτών

Φοβού.

Φοβού, γίνονται πράγματα γύρω σου που δεν καταλαβαίνεις – θα στα εξηγήσω εγώ. Φοβού, φοβού. Φοβού για να γλυτώσεις. Φοβού τον δίπλα σου, κάτι θέλει από σένα, θα σε κατακτήσει, θα σε εξαφανίσει, έχει σχέδιο, έχει πρόγραμμα, έχει πλάνο, δεν γλυτώνεις, το μόνο που σε γλυτώνει είναι ο φόβος.

Φοβού.

Φοβού, μην εμπιστεύεσαι, μην κατεβάζεις τις άμυνές σου, οργανώσου, κοίτα τους άλλους, να σταθείς στα πόδια σου, είμαστε πολλοί, όλοι μαζί είμαστε ανίκητοι. Φοβού. Φοβού, άκουσέ με, κοίταξέ τον, είναι μουσουλμάνος, είναι μετανάστης, είναι άθεος, είναι αναρχικός, είναι κομμουνιστής, είναι ξένος – γιατί να είναι εδώ, δεν καταλαβαίνεις; θα σε αλλώσει, θέλει την ιστορία σου, σε ζηλεύει, γιατί εσύ ξέρεις την αλήθεια, άκουσέ με εμένα, πρόσεξέ με, τα μάτια στον στόχο, εσύ υπερασπίζεσαι ΤΟ ΣΩΣΤΟ, το πρέπον, την αλήθεια, την μία αλήθεια, οι άλλοι θέλουν να σε κάνουν σαν αυτούς, στην αμαρτία, θα σε παραπλανήσουν, είναι κακοί άνθρωποι, θέλουν το κακό σου, εμένα θα ακούς, φοβού.

Φοβού, φοβού. Φοβού. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Όλοι είναι ενωμένοι εναντίον σου, εναντίον μας, μας πολεμάνε, μας εχθρεύονται, σκάβουν τον λάκο μας, μασόνοι, εβραίοι, φοβού, φοβού. Φοβού, και θύμωσε. Μην πέσεις, πολέμα, θύμωσε, φοβού, αντέδρασε, αντέδρασε στο σχέδιό τους, δεν θα σταματήσουν, θα σε χτυπούν, χτύπα και εσύ, άκουσέ με, δακρύζει η παναγιά την σταγόνα της, το άγαλμα πέφτει, δεν είναι ο άνεμος, δεν το βλέπεις; δεν το βλέπεις; τα σημάδια είναι υπέρ μας, μας προστατεύουν οι θεοί, αυτοί υπακούουν σε δαίμονες, στο κακό, άκου εμένα, μόνο την δική μου φωνή, ΣΥΓΚΕΝΤΡΏΣΟΥ, μην τους ακούς, φοβού.

Μην τους ακούς, θα σε πλανέψουν. Έχουν λόγια γλυκά, πονηρά, αλληλεγγύη, φιλία, θα σε κάνουν φίλο με τον διάβολο, θα σε κάνουν αδελφό του κακού, είναι μωροί – και όσοι δεν είναι μωροί είναι κακοί, να τους φοβάσαι, μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον, εμένα κοίτα, μόνο την δική μου φωνή να ακούς, είμαστε μαζί, δεν είσαι μόνος σου, όσα φοβάσαι ισχύουν, έλα μαζί μου, έλα μαζί μας, φοβού, μαζί θα νικήσουμε, η αλήθεια θα νικήσει, είμαστε δέκα, χίλιοι, θα γίνουμε εκατό χιλιάδες, εκατομμύρια, θα πατάξουμε τον εχθρό, όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους, είναι εναντίον μας, να τους το πεις, να το ξέρουν, να φοβούνται, όσοι δεν σε σέβονται τουλάχιστον να σε φοβούνται, να φοβούνται κι αυτοί, να φοβούνται όλοι, ΟΛΟΙ, φοβού, φοβού ρε. ΦΟΒΟΥ.

Διαβάζω από το ρεπορτάζ του ThePressProject:

  • Το ανώτατο όριο ημερήσιας απώλειας ανά παίκτη τίθεται πλέον από τον ίδιο τον παίκτη. Προηγουμένως το όριο αυτό ήταν στα 500 ευρώ και σήμαινε επίσης αποκλεισμό για 24 ώρες. Το 2015 με την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έπεσε πρόσκαιρα στα 80 ευρώ.
  • Ο χρόνος παραμονής τίθεται επίσης από τον παίκτη: Με τις προηγούμενες διατάξεις, ένας παίκτης μπορούσε να παραμείνει στα «μικρά καζίνο» για 10 ώρες την ημέρα και 32 συνολικά τον μήνα
  • Δεν υπάρχει όριο στο μάξιμουμ ποντάρισμα ανά παρτίδα. Προηγουμένως το όριο ήταν 80 ευρώ και το 2015 μάλιστα έπεσε στα 20 ευρώ
  • Καταργήθηκε ο περιορισμός για τη μίνιμουμ απόσταση μεταξύ δύο καταστημάτων VLTs, που προηγουμένως ήταν 200 μέτρα.

Γιατί;

Το 2015, όταν πρωτοήρθε η υπόθεση στην βουλή, τεκμηριώθηκαν επαρκώς οι λόγοι που απαιτούσαν προστασία των παικτών (υπόψιν ότι ο τζόγος είναι ένας αναγνωρισμένος εθισμός) ώστε να μην χάνουν πολλά χρήματα, να μην παίζουν υπερβολικά πολλές ώρες κλπ. Ήδη, και τότε, δεν ήθελα καθόλου να εμφανιστούν τέτοια μηχανήματα (καθώς το να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει μηχανική τύχη όταν υπάρχει κέρδος, είναι εντυπωσιακά αφελές κατ’ εμέ) και θεωρούσα τις διατάξεις προστασίας προσχηματικές, και πρακτικά ως μία ψευδαίσθηση ασφάλειας.

Μα τώρα, ακόμα και αυτή η ψευδαίσθηση ασφάλειας, αφαιρείται.

Τι άλλαξε;

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος για λογαριασμό της κυβέρνησης μιλά για … κρατικά έσοδα. Έσοδα σε χρήματα, προφανώς – γιατί οι ανθρώπινες ζωές (πλην των ιδιοκτητών των εταιριών που ασχολούνται με τυχερά παιχνίδια) θα καταστραφούν πλήρως από μία τέτοια ασυδοσία.

Δεν άλλαξε όμως κάτι θετικό για τους ανθρώπους αυτούς. Αντιθέτως: Πλέον θα παίζουν όσες ώρες (ή μέρες) μπορούν, όσα χρήματα μπορούν, θα χάνουν όσα χρήματα μπορούν.

Η προστασία του κράτους, πουλήθηκε για μερικά ευρώ σε έσοδα:

Τίποτα άλλο δεν άλλαξε.

Το παιχνίδι στα φρουτάκια έγινε πιο επικερδές για το κράτος, πιο επικερδές για τον ΟΠΑΠ – χωρίς κάποιος να ενδιαφέρεται να λάβει υπόψιν ότι, αυτά τα κέρδη, θα έρθουν τελικά από κάποιον.

Από κάποιον εθισμένο, που τον απελευθερώσαμε να τεθεί απόλυτα στην ανάγκη του, στην μαστούρα του, στον εθισμό του.

Προτιθέμεθα να κάνουμε, απλώς, πιο εύκολο στους εθισμένους ανθρώπους να χάσουν λεφτά, να καταστραφεί απόλυτα η ζωή τους, η ζωή των ανθρώπων γύρω τους – για να αυξήσουμε τα …έσοδα; Τα κρατικά έσοδα;

Αυτό, είναι αλητεία. Δεν είναι καν πολιτική αλητεία: είναι απλή ανθρώπινη αλητεία.

Είναι έγκλημα, πρέπει να ειπωθεί ως έγκλημα, να αναγνωριστεί ως έγκλημα και να τιμωρηθεί ως έγκλημα.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, υποδέχεται τον νεαρό Amir, που έγινε γνωστός καθώς κληρώθηκε ως σημαιοφόρος αλλά τελικά παρέλασε με την πινακίδα του σχολείου του – μετά την επίθεση που δέχθηκε στο σπίτι του με πέτρες, πριν λίγες ημέρες.

Στην επίσκεψη αυτή, του παραδίδει την ελληνική σημαία, σε μία προφανώς συμβολική κίνηση (καθώς το παιδί δεν είναι φημισμένος μπασκετμπολίστας, ή αρσιβαρίστας), στην οποία δηλώνει:

«Αμίρ, θέλω να σου κάνω ένα δώρο επειδή κάποιοι έκαναν λάθος και σου στέρησαν την τιμή να κρατήσεις την ελληνική σημαία. Σήμερα θα σου τη δώσω εγώ, γιατί σου αξίζει. Να την κρατάς πάντοτε ψηλά και να θυμάσαι ότι στην Ελλάδα όλα τα παιδιά απολαμβάνουν παιδεία και ασφάλεια, εγγυημένη από την αγάπη και την αλληλεγγύη του λαού μας»

Πηγή από το skai.gr

Άλλοι ενοχλούνται, άλλοι επιδοκιμάζουν – όλα προχωρούν όπως έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό.

Λίγα μέτρα πιο κάτω όμως, στην πλατεία Συντάγματος, κάποιοι άνθρωποι κάνουν απεργία πείνας για να συνενωθούν οι οικογένειές τους με τους ανθρώπους τους:

Έντεκα πρόσφυγες, πέντε γυναίκες και έξι άντρες ξεκίνησαν σήμερα απεργία πείνας διεκδικώντας το δικαίωμα επανένωσης με τις οικογένειές τους στη Γερμανία. Χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις οικογένειές τους, εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, δέσμιοι της αντιπροσφυγικής πολιτικής της ΕΕ και θύματα πολιτικών συμφωνιών κάτω από το τραπέζι της ελληνικής και της γερμανικής κυβέρνησης για την επιβολή πλαφόν στις οικογενειακές επανενώσεις και για “ελεγχόμενες εισροές”.

[…]

Η ελληνική κυβέρνηση σε σύμπνοια με τη γερμανική τιμωρεί τους πρόσφυγες εφαρμόζοντας περιορισμούς στα ελάχιστα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται, επινοεί διοικητικές μεθοδεύσεις και εφαρμόζει πολιτικές αποθάρρυνσης και αποτροπής σε κάθε επίπεδο: από τον πολύμηνο εγκλεισμό στα άθλια hotspot των νησιών μέχρι τις κατασταλτικές διοικητικές πρακτικές της Υπηρεσίας Ασύλου.

Από το άρθρο του omniatv.com για τους απεργούς πείνας.

Λίγα ακόμα χιλιόμετρα πιο μακρυά, οι εγκλωβισμένοι μετανάστες (μεταξύ των οποίων και παιδιά) ετοιμάζονται να ζήσουν απροετοίμαστοι για άλλη μία χρονιά, τον δολοφονικό (όχι εξαιτίας της σφοδρότητάς του, αλλά εξαιτίας της εγκληματικής προχειρότητας της κυβέρνησης που τους «φιλοξενεί» φυλακισμένους σε σκηνές και παραπήγματα χειμώνα:

«Οι συνθήκες είναι τραγικές. Στη Μυτιλήνη αυτή τη στιγμή οι συνθήκες απάδουν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αγγίζουν τα όρια παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ανέφερε την Πέμπτη ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μουζάλας συζητώντας με τους δημάρχους πέντε νησιών στη Βουλή για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

αναφέρει ο ίδιος ο Μουζάλας ενώ,

Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω, θα δούμε ότι χρειάστηκε μια σειρά από θανάτους στη Μόρια, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, για να μεταφερθούν οι κάτοικοι του καταυλισμού από τις θαμμένες στο χιόνι σκηνές όπου διέμεναν σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Προφανώς, το γεγονός ότι περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι υπέφεραν επί μήνες στο κρύο πριν από αυτούς τους θανάτους, δεν αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και τώρα συμβαίνει ξανά το ίδιο. Οι συνθήκες για τους πρόσφυγες στα νησιά επιδεινώνονται διαρκώς τους τελευταίους μήνες. Καθώς βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν καλύπτονται ακόμα, παρατηρούμε τη δυστυχία των ανθρώπων αυτών να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας και φόβου έχει κατακλύσει τα νησιά, βυθίζοντας ανθρώπους στην απελπισία.

..αναφέρει σε έκκλησή του ο πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα αλλά και άλλες 19 ανθρωπιστικές οργανώσεις:

Η ανησυχία, πάντως, είναι διάχυτη εν όψει του χειμώνα. Ερευνήτριες του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχαν τονίσει, πριν από έναν περίπου μήνα, ότι έχουν ήδη καταγραφεί πολλές απόπειρες αυτοκτονίας λόγω της κατάστασης σε συνδυασμό με την αγωνία για το μέλλον λόγω των κλειστών συνόρων.

«Είναι ότι χειρότερο έχω δει κι έχω περάσει πόλεμο» είχε δηλώσει μάλιστα η Εμίνα Τσερίμοβιτς, ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW), κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τις απελπιστικές συνθήκες που επικρατούν στη Μόρια.

Από το HRW, μάλιστα, είχε γίνει λόγος για ακατάλληλες σκηνές που «με την πρώτη βροχή μπάζουν νερό, ελλιπή θέρμανση που περιορίζεται σε κουβέρτες, έλλειψη νερού και μάχες που δίνονται από μικρά παιδιά για ένα μπουκάλι, καθώς και ντους με ανυπόφορες συνθήκες λόγω της δυσωδίας από ούρα και κόπρανα».

διαβάζουμε στο in.gr

Μετά την απονομή της σημαίας, ο Νίκος Παππάς, Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, δήλωσε στο twitter:

Θαυμάσια – και εγώ δεν αντιλέγω καθόλου. Μα λίγα μέτρα πιο κάτω, δεν οφείλουμε δικαιοσύνη; Και, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, στους ίδιους ανθρώπους, και για τους ίδιους λόγους, δεν οφείλουμε, επιτέλους, ανθρωπιά;

Τόσοι χειμώνες έχουν περάσει, τόσοι νεκροί, τόσοι αδικημένοι, δεν το οφείλουμε πλέον;

Υ.Γ.: Όπως έχω ξαναπεί, πολλές φορές, και θα ξαναπώ άλλες τόσες, είναι εγκληματικό που για αυτές τις συνθήκες διαβίωσης στην Μόρια δεν έχει παρέμβει ακόμα αυτεπαγγέλτως η δικαιοσύνη. Είναι εγκληματικό που δεν έχουν αναζητηθεί, ακόμα, οι όποιες, εξόφθαλμες θεωρώ -ακόμα και ποινικές- ευθύνες για την παραβίαση τόσων ουσιαστικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απέναντι σε φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, είτε του διοικητικού προσωπικού, είτε των πολιτικών διοικητών τους, είτε λέγονται Μουζάλας, είτε λέγονται Τσίπρας.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του σαββατοκύριακου. Ηταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Οτι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Αυτά έλεγα τότε, τις ίδιες ημέρες, το 2008. Προσπαθώντας να δω αν άλλαξε κάτι, απογοητεύομαι περισσότερο.

Όχι μόνο ξεχάσαμε, αλλά αποδείξαμε με τις πράξεις μας ότι προσθέτουμε βάρος στην ταφόπλακα κάθε ελπίδας για καλύτερες ημέρες.

Έκτοτε, από το 2008, ζήσαμε πολλά:

Ζήσαμε μνημόνια, και εντολές ξένων για το πως θα νομοθετήσουμε, και ποιος θα κυβερνήσει την χώρα μας (ακόμα και μη εκλεγμένοι),

Ζήσαμε υπεύθυνους για την κρίση, να μας κάνουν συνυπεύθυνους με τα «όλοι μαζί τα φάγαμε»,

Ζήσαμε άφθονη, ατιμώρητη αστυνομική και κρατική βία – όχι μόνο προς διαδηλωτές, αλλά και προς κάθε ταλαιπωρημένο που βρέθηκε στον δρόμο τους,

Είδαμε αθώους συμπολίτες μας να φτωχαίνουν, να ζουν με τα ελάχιστα, να ζουν με τα σκουπίδια – ή να καίγονται όπως το κοριτσάκι στην Θεσσαλονίκη, ή φέτος το παιδάκι με το κερί στην Λάρισα,

Είδαμε ένα κράτος να αναγάγει την φορολογία σε κύριο επάγγελμά του, ως «λύση» για όλα τα οικονομικά δεινά που μας βρήκαν,

Είδαμε κόμματα που υπόσχονταν αξιοπρέπεια – και έβγαιναν χάρη σ’ αυτήν την υπόσχεση – να πιάνονται χέρι-χέρι με Καμμένους και Νικολόπουλους, να λένε «αυτά τα λέγαμε πριν», να λυγίζουν μπροστά στην αδυναμία να τηρήσουν την υπόσχεσή τους,

Είδαμε το τρίγωνο τράπεζες – μέσα μαζικής ενημέρωσης – κόμματα να συνεχίζουν το έργο της αλληλοκάλυψης με κάθε τρόπο, κυρίως με σημαία το «too big to fail»,

Είδαμε από την μία τα κόμματα, να βγαίνουν με ψέματα, με Ζάπεια και Θεσσαλονίκες, με υποσχέσεις για τα δημοψηφίσματα, και να αυτοαναιρούνται αμέσως μετά, ή ακόμα και κόμματα υπερχρεωμένα και διαπλεκόμενα, να επιμένουν να «ξεκαθαρίσουν» την δική μας οικονομία,

Είδαμε επιχειρήσεις που στο παρελθόν εκμεταλλεύτηκαν φωτογραφικούς νόμους και τα στραβά μάτια του κράτους, όχι μόνο να παραμένουν αλώβητες, αλλά να συνεχίζουν να συναγελάζονται με το δημόσιο και τις κυβερνήσεις, σαν να μην έγινε τίποτα,

Είδαμε τις τράπεζες να καταρρέουν, και ουδείς, ούτε οι άρχοντές τους, ούτε οι εποπτικές αρχές, να οδηγούνται σε μία διαδικασία απόδοσης ευθυνών,

Είδαμε τις δήθεν ελπίδες μίας πιστωτικής ζωής να συντρίβονται, την δανεική καλοπέραση των πιο διαπλεκομένων εξ ημών να διαλύεται, και ο λογαριασμός όλων μας να έχει μόνο τιμή – μα όχι λογιστικό έλεγχο,

Είδαμε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφημερίδες και κανάλια, να λένε ψέματα, να λασπολογούν, να πασχίζουν να αλλάξουν την πραγματικότητά μας καταπώς τους βολεύει, βουτηγμένα και αυτά στα χρέη να νουθετούν για τον καλύτερο πολιτικό σωτήρα της επιλογής τους,

Είδαμε ανθρώπους να ζουν σε βρώμικες σκηνές ή να πνίγονται σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, να φυλακίζονται στην χώρα μας χωρίς κανέναν λόγο – μόνο και μόνο γιατί πάλεψαν να ξεφύγουν από έναν πόλεμο, και εμείς να μην τους παρέχουμε καν τα αυτονόητα, να τους δίνουμε «αμφίβολη ποιότητα-ποσότητα νερού και φαγητού», να τους αφήνουμε να κρυώνουν ή να πεθαίνουν σε μία πλαστική σκηνή, στο χιόνι ή σε μολυσμένες αποθήκες που βαφτίσαμε «καμπ»,

Να αφήνουμε μικρά παιδιά να κινδυνεύουν από σεξουαλική κακοποίηση, αδιάφοροι,

Είδαμε πολιτικούς να μην ευθύνονται για ένα τεράστιο χρέος των διακυβερνήσεων τους,

Είδαμε απίστευτη υποκρισία, σε όλους τους πολιτικούς χώρους, όπου αυτό που κατηγορούσαν εχθές γίνεται απαραίτητο σήμερα, και αυτό που ήταν απαραίτητο εχθές, σήμερα να είναι απεχθές,

Είδαμε την Ευρώπη όχι μόνο να αδιαφορεί, αλλά να επιμένει σε ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα, για να σώσει μεταξύ άλλων και το δικό της τομάρι,

Είδαμε μία Ευρώπη που κλείνει, σε κάθε ευκαιρία, τις πόρτες της σε όσους έχουν ανάγκη, και συνδιαλέγεται με γείτονες – δικτάτορες – εκβιαστές αρκεί να μην αντιμετωπίσει το ζήτημα της μετανάστευσης,

Είδαμε, εκτός από την Ευρώπη, και εδώ στην Ελλάδα οι γνήσιοι λάτρεις του ναζισμού και των κρεματορίων να αναλαμβάνουν «πολιτικό ρόλο», να αποδέχονται «πολιτική ευθύνη» για δολοφονίες και επιθέσεις με μολότοφ σε οικογένειες για να αποκομίσουν την ψήφο του κάθε εν δυνάμει ακροδεξιού φασίστα που εκτονώθηκε.

~

Είδαμε τόσα, τόσα πολλά πράγματα.

Φτάνουν τα λίγα καλά;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η αλληλεγγύη, των απλών ανθρώπων, του ανώνυμου γείτονά μας, -κόντρα σε κάθε στυγνή λογική, κόντρα σε κάθε φασιστική διαταγή- με όποιον τρόπο μπορούσε, σ’ αυτόν που είχε ανάγκη.

Αρκεί αυτό;

~

Η πεποίθησή μου ήταν, και είναι ακόμα, ότι είχαμε μία οφειλή να ξεπληρώσουμε τον Δεκέμβρη του 2008. Ως οι πολίτες που καθόρισαν, με την ανοχή και την εντολή μας, μία απίστευτα μεγάλη φούσκα ψεύτικων ονείρων, ψεύτικων θεών, ψεύτικης ελπίδας και προτεραιοτήτων, μας δόθηκε μία μοναδική ευκαιρία να προβούμε σε μία κρίση αυτογνωσίας, να γίνει ανάγκη η ειλικρίνεια, να δούμε που κάναμε λάθος, και πως, αληθινά, μπορούμε να το διορθώσουμε.

Να εξηγήσουμε, σ’ αυτήν την νέα γενιά που δολοφονήσαμε σε ένα πεζόδρομο στα Εξάρχεια, ότι έχουμε καταλάβει που έχουμε ευθύνη, και είμαστε πρόθυμοι να διορθώσουμε.

Αντ’ αυτού, από το 2008 και μέχρι σήμερα, κεράσαμε και κεραστήκαμε ψέμα, δολοπλοκίες, υποκρισία και εξαπάτηση. Μόνο εκ των συνθηκών στερηθήκαμε και άλλες πιστωτικές ζωές – αν και, σε μεγαλύτερο επίπεδο, δεν το χάσαμε ούτε καν αυτό το ψέμα.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός, δεν είναι απέναντι σε έναν αστυνομικό που πυροβόλησε, ένα βράδυ, επειδή πίστευε ότι μπορούσε να το κάνει ατιμώρητος. Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός είναι απέναντι σε εμάς, που δεν μας ένοιαζε καθόλου, πραγματικά, η συνέπεια των πράξεών μας.

Ελπίζω, ειλικρινά, όσοι διαμαρτυρηθούν δια της βίας, τότε, τώρα, και για πάντα για αυτήν την στάση μας, να κάνουν λάθος. Ελπίζω, ειλικρινά, να μην είναι αυτή η διαδικασία που αλλάζουν τα πράγματα.

– γιατί τα πράγματα θα αλλάξουν.

Ελπίζω μόνο, να επικρατήσει η λογική στους αποδέκτες του θυμού, σε εμάς, και να δούμε, ο καθένας μας και όλοι μαζί, τα δικά μας λάθη, να επαναπροδιορίσουμε τις αξίες μας, να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας, να αποδεχθούμε τα λάθη μας.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του 2008, ή τα σημερινά. Ήταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Ότι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Τις τελευταίες ημέρες, οι Σύλλογοι Γονέων του 1ου και 5ου Δημοτικού σχολείου Ωραιοκαστρου, έχουν εκδώσει ανακοινώσεις, διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση προσφυγόπουλα να μαθητεύσουν στα αντίστοιχα σχολεία και αρνούνται να τα δεχτούν υπ’ απειλή κατάληψης – προτάσσοντας πρωτίστως (αόριστα, θα έλεγα) υγειονομικούς λόγους.

Πριν ακόμα καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχει ούτε υπήρχε ποτέ κανένας λόγος ανησυχίας για την υγεία των παιδιών που θα πάνε ειδικά σ’ αυτά τα σχολεία, η αντίδραση σ’ αυτήν την θέση, υπήρξε σχεδόν πλήρης και καθολική, σε όλα τα επίπεδα. Τα αντανακλαστικά λειτούργησαν, ο κόσμος πήρε θέση, άλλα σχολεία, φορείς, σύλλογοι και πολίτες απάντησαν στην ανακοίνωση των Συλλόγων Ωραιοκάστρου.

Τα αντανακλαστικά λειτούργησαν.

Αλλά για το Ωραιόκαστρο.

Πριν λίγο καιρό, ανέφερα στο blog την έκθεση του ΚΕΕΛΠΝΟ. Στην έκθεση αυτή γινόταν αναφορά στις συνθήκες που διαβιώνουν οι πρόσφυγες στην χώρα μας, κλεισμένοι άλλοι σε παροπλισμένα, μολυσμένα εργοστάσια, άλλοι σε απαράδεκτους χώρους κράτησης, με «ανεπάρκεια στην χορήγηση πόσιμου νερού και κυμαινόμενη ποιότητα και ποσότητα τροφίμων» (αν είναι ποτέ δυνατόν δηλαδή), «συγχρωτισμός εκατοντάδων ανθρώπων σε ενιαίους χώρους, χωρίς επαρκή εξαερισμό, με συσσώρευση απορριμάτων και αποβλήτων, κακές συνθήκες υγιεινής». Σ’ αυτούς τους χώρους διαβιώνουν σήμερα ενήλικες, μα και παιδιά.

Έκλεινα το άρθρο με την παραίνεση «Αντιδράστε! Είναι η μόνη αξιοπρεπής στάση που μας έχει απομείνει.»

…δεν έγινε τίποτα σπουδαίο έκτοτε.

Όχι από την δική μου ανάρτηση – δεν έγινε τίποτα σπουδαίο γενικά. Να βοηθήσω; Δεν υπήρξε καν δημόσια απάντηση από το κράτος.

Πριν λίγες ημέρες, η Human Rights Watch, συνέταξε την δική της έκθεση και την έθεσε στην δημοσιότητα. Εκεί, με τίτλο «Γιατί Με Κρατάτε Εδώ;» κάνει αναφορά κυρίως στα ασυνόδευτα παιδιά, ηλικίας μέχρι 14 ετών και πάνω, που βρίσκονται στην Ελλάδα.

Οι περιγραφές είναι τρομακτικές.

Θυμίζω ότι πρόκειται για ασυνόδευτα παιδιά, που, είτε είδαν τις οικογένειές τους να πεθαίνουν στην πορεία μέχρι να φτάσουν εδώ, είτε να πνίγονται στο Αιγαίο, είτε να ταξίδεψαν τελείως μόνα τους, με την ελπίδα να συναντήσουν τις οικογένειές τους ανα την Ευρώπη.

Τα παιδιά αυτά λοιπόν, σύμφωνα με την έκθεση, ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες. Είναι είτε φυλακισμένα για πολύ καιρό για την προστασία τους σε ακατάλληλα κέντρα κράτησης, είτε με τον γενικό πληθυσμό – απλώς, και μόνο, επειδή η κυβέρνηση δεν έχει φτιάξει, ακόμα, κατάλληλα κέντρα φιλοξενίας για αυτά τα παιδιά. Δεν υπάρχει πρόσβαση σε κατάλληλη ψυχολογική βοήθεια, στερούνται βασικών δικαιωμάτων τους στην ενημέρωση ή την εκπροσώπησή τους, ενώ δεν έχουν πρόσβαση σε ντους ή στρώματα(!). Τα πράγματα γενικά είναι χειρότερα στα αστυνομικά τμήματα, από τα κέντρα κράτησης (και είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς γιατί τα αστυνομικά τμήματα δεν είναι ικανά για πολύμηνες κρατήσεις).

Στις συνεντεύξεις που έδωσαν τα παιδιά από τα αστυνομικά τμήματα, γίνεται ξεκάθαρα λόγος και για κακοποίηση από κάποιους από τους φύλακές τους.

Τελος, όπως αναφέρεται στον Guardian,

In a visit to Greece two weeks ago, the UN High Commisioner for Refugees, Filippo Grandi, spoke openly of the risk migrant children now faced.

“Unaccompanied minors are extremely exposed to exploitation of many kinds and in particular sexual exploitation,” he said in Athens. “There is a lot of survival sex that is happening, there is sexual harassment and sexual abuse. I think that this is something we cannot tolerate, in particular in the European Union.”

Σεξουαλική παρενόχληση, σεξουαλική κακοποίηση. Σε παιδιά.

Αυτά, γίνονται σήμερα, τώρα, τώρα που διαβάζεις αυτό το άρθρο.

Όταν διάβασα την είδηση, την μετέφρασα σε tweets των 140 χαρακτήρων, για να μην χαθεί ούτε ένα κόμμα από το κείμενο. Ύστερα, εξέφρασα την γνώμη μου για όσα άκουσα – την παραθέτω συνολικά εδώ:

Δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ δικαιολογία από την κυβέρνηση, ούτε ο όγκος του (προσφυγικού) κύματος, ούτε για την αδυναμία. Έστω και αν δεν είχε ούτε μία δομή παραλάβει από τους προηγούμενους, είχε ήδη κοντά δύο χρόνια να φροντίσει για τις συνθήκες όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των μεγάλων που, όπως είχαμε δει και από την επίσημη αναφορά του ΚΕΕΛΠΝΟ, αφήνει τις περισσότερες φορές σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης κ διατροφής.

Ακόμα και αν δεν μπορεί, πρακτικά, να το διαχειριστεί,η αποβολή των δημοσιογράφων από τα κέντρα, και η ησυχία από την ίδια για τις συνθήκες που επικρατούν, λειτουργούν ως ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ και ΣΥΝΕΝΟΧΗ. Εδώ και κοντά δύο χρόνια, ένας άνθρωπος από ντροπή – δεν έχει παραιτηθεί.

Η ευθύνη για την κατάσταση βαραίνει αποκλειστικά πλέον τον @atsipras και την #proti_fora_aristera του, γιατί επέτρεψε ατιμώρητα να ζουν οι άνθρωποι, ενήλικες και (ιδίως) παιδιά σε τέτοιες συνθήκες, ανεξαρτήτως της στάσης των υπολοίπων χωρών της ΕΕ.

Τα λέω και στο προηγούμενο άρθρο: «Αντιδράστε! Είναι η μόνη αξιοπρεπής στάση που μας έχει απομείνει.»

~

Και φτάνουμε σε αυτό που με μπερδεύει. Όταν στο Ωραιόκαστρο οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων ασχημονούν, με τις δηλώσεις και την στάση τους, υπάρχει αντίδραση και είναι δυναμική. Όταν ο δήμαρχος εκεί επικροτεί να ανοίξουν μερικά κεφάλια, ο υπόλοιπος κόσμος δείχνει την απέχθειά του.

Και αυτό είναι ωραίο, και υγιές, λογικό και χρήσιμο.

Όταν κάποιος μας λέει, ότι η κυβέρνησή μας, (το έχω ξαναπεί, ανεξαρτήτως τι ψήφισε ο καθένας, αν γουστάρει ή όχι, είναι κυβέρνηση και ευθύνη όλων μας) αφήνει αυτά τα παιδιά, τα δεκατετράχρονα παιδιά να βασανίζονται έτσι, σωματικά και ψυχολογικά, που είναι η αντίδρασή μας; Πως προσπερνάμε αυτήν την είδηση; Βουλευτές έχουμε, κόμματα έχουμε, Υπουργούς έχουμε – γιατί μένουμε σιωπηλοί;

Γιατί μένουμε σιωπηλοί όταν παιδιά (και ενήλικες!) κρατούνται σε απαράδεκτες φυλακές, σε απαράδεκτες συνθήκες, κατά εκατοντάδες, στερούμενοι τα απαραίτητα; Που είναι τα αντανακλαστικά που έχουμε αποδείξει ότι διαθέτουμε;

~

Δεν είναι το ίδιο το Ωραιόκαστρο με τις ρατσιστικές του θέσεις, και η κατάσταση που η κυβέρνηση έχει αναγκάσει να ζουν οι πρόσφυγες, μεγάλοι και παιδιά, σ’ αυτές τις συνθήκες – το καταλαβαίνω. Αλλά δείτε τι θέλω να πω:

Αν στην επιστολή του συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων στο Ωραιόκαστρο είχαν βάλει την υπογραφή μας από κάτω χωρίς να το έχουμε επιτρέψει, θα γινόμασταν έξαλλοι. Δεν θα μας εκπροσωπούσε ούτε μία γραμμή από αυτό το κείμενο.

Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβανόμαστε ότι οι εκθέσεις αυτές που ξεγυμνώνουν ένα αίσχος, έχουν, με την σιωπή και την ανοχή μας, την δική μας υπογραφή από κάτω. Ως εντολοδόχοι.

Παρακολουθώντας κανείς τις τελευταίες εξελίξεις στην χώρα και με το θέμα (μα όχι αποκλειστικά) της συγκέντρωσης με τον διακριτικό τίτλο #παραιτηθειτε , είναι εύκολο να διακρίνει ένα πρόβλημα που χρονίζει, προφανώς, μα δεν λύθηκε ιδιαιτέρως με την «πρώτη φορά αριστερά»:

Οι κυβερνήσεις-κόμματα.

Η επιμονή των κομμάτων να «κουβαλάνε» το ιδεολογικό τους πρόσημο και όταν γίνονται κυβέρνηση, κάτι συνηθισμένο, αντιλαμβάνομαι, μα όχι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό.

Τούτη η κυβέρνηση, ειδικά στο θέμα του #παραιτηθειτε έχει ξεφύγει τελείως. Από τις δηλώσεις «αντίστοιχοι διαδηλωτές κάποτε φορούσαν γούνα», από το «η διαμαρτυρία είναι στα όρια της συνταγματικής ανοχής» μέχρι το «στρέφονται κατά της χώρας» της κυβερνητικής εκπροσώπου, σπεύδει να επικυρώσει, σε κάθε τόνο, ότι η κυβέρνηση φέρεται ως να είναι κυβέρνηση αποκλειστικά Συριζαίων.

Αυτό που ξεχνούν όμως με τέτοιες δηλώσεις, είναι ότι οφείλουν να είναι κυβέρνηση όλων. Και των ψηφοφόρων τους, και των ψηφοφόρων των άλλων κομμάτων. Και όσων συμφωνούν μαζί τους, και, πολύ περισσότερο ίσως, όσων διαφωνούν με την πολιτική τους και θα ήθελαν σε πρώτη ευκαιρία μία άλλη. Και όσων λένε «μείνετε», και όσων λένε «φύγετε».

Προσωπικά, μπορεί να πιστεύω ότι αυτή είναι μία κυβέρνηση που είπε ψέματα στους πολίτες που την εμπιστεύτηκαν – είτε γιατί δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, είτε γιατί δεν ήθελε να διαχειριστεί το πολιτικό κόστος μίας διαφορετικής επιλογής της. Κρίθηκε, πράγματι γι’ αυτό, με την εκλογή του Σεπτεμβρίου – όπως περίπου κρίθηκε και το 2012 η τότε συγκυβέρνηση και συνέχισε το έργο της. Μα ακόμα και αν πήρε την δεύτερη ευκαιρία που ζητούσε, (έστω και αν της την έδωσε ένα μικρό ποσοστό του απογοητευμένου εκλογικού σώματος, μόλις το 57%), δεν παύει, ούτε στιγμή, να είναι κυβέρνηση ΟΛΩΝ των πολιτών αυτής της χώρας.

Θα έλεγε για την κομματική της πελατεία ποτέ «αυτοί μοιάζουν με αυτούς που φοράγανε κάποτε γούνα»; Θα τολμούσε να κρίνει μία επιλογή τους ως «εχθρική για την χώρα»; Όχι; Ε, τότε με τον ίδιο σεβασμό και προσοχή οφείλει να αντιμετωπίσει και αυτούς με τους οποίους διαφωνεί και δε θα την ψηφίσουν ποτέ.

Αυτό, όπως το βλέπω εγώ, είναι πολιτικός πολιτισμός. (Για να σας προλάβω, το «οι κόσμος από κάτω είναι παραπλανημένος, τους εκμεταλλεύονται οι διοργανωτές» όχι, δεν είναι ίδιον πολιτικού πολιτισμού όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ).

Κομματική κριτική μπορεί όντως ελεύθερα να κάνει ένα στέλεχος του Σύριζα ή των Ανεξαρτήτων Ελλήνων, ναι, θα προτιμούσα να μην – αλλά αυτό αφορά κυρίως τους ψηφοφόρους τους. Κυβερνητική κριτική όμως, οφείλει να γίνεται πάντα με γνώμονα την θέση ότι η κυβέρνηση μιλάει εξ ονόματι των πολιτών, όλων των πολιτών, και όχι των κομμάτων που την έφεραν εκεί.

Και αυτό, όπως και πολλά άλλα εξόφθαλμα λάθη που συνεχίζουν και με αυτήν την κυβέρνηση (όπως και με τις προηγούμενες) να γίνονται, μπορεί να λυθεί μόνο με πίεση των ψηφοφόρων τους.

Είναι σε θέση οι ψηφοφόροι του Σύριζα να πιέσουν ώστε να αντιμετωπιστεί με σεβασμό (ανεξαρτήτως διαφορών) ο κάθε πολιτικός τους αντίπαλος;

Αμφιβάλλω, μα δεν θα σταματήσω ποτέ να ελπίζω και να το ζητάω.

Μετά την (επιτέλους) ψήφιση της επέκτασης του Συμφώνου Συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, ακούω, διαρκώς μία συγκεκριμένη κριτική:

«Καλά, ούτε η Κανέλλη δεν το ψήφισε; Αυτό έλειπε να μην το ψηφίσει και ο Κακλαμάνης!»

Δεν μου κάθεται καλά όλο αυτό, και θέλω να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη και να μοιραστώ μαζί σας την ενόχλησή μου:

Νομίζω ότι είναι λάθος αυτή η συλλογιστική. Αντιλαμβάνομαι το υπονοούμενο, και ας το συζητήσουμε: Η απόφαση αν κάποιοι άνθρωποι πρέπει ή όχι να έχουν πρόσβαση στα ίδια δικαιώματα που έχουν όλοι οι υπόλοιποι, δεν πρέπει να είναι συνισταμένη του όποιου τρόπου ζωής μας, είτε μας λένε Κανέλλη, είτε Κακλαμάνη, είτε Γεωργιάδη, είτε Πλεύρη.

Μου φαίνεται τελείως λάθος, πχ, να το συνδέουμε έτσι – είναι σαν να λέμε αυτός που έχει παιδιά, *πρέπει* να ψηφίσει έναν νόμο που δίνει επίδομα στις οικογένειες με παιδιά – όχι, δεν *πρέπει* τίποτα: Μπορεί πιθανόν να καταλάβει καλύτερα τα αιτήματα των γονιών – ναι, μα ένας νόμος είναι σωστός, ή είναι λάθος, ανεξαρτήτως αν ο βουλευτής με κάποιον τρόπο κερδίζει, ή χάνει προσωπικά από αυτόν.

Κανένας Ολυμπιακός βουλευτής δεν θα *έπρεπε* να ψηφίζει σαν Ολυμπιακός, κανένας Κυκλαδίτης για τις Κυκλάδες, και πάει λέγοντας.

Προσωπικά, έχω ακριβώς την ίδια απαίτηση να ψηφίσει τον νόμο και ο (κάθε) Κακλαμάνης, και η (κάθε) Κανέλλη, και ο (κάθε) Γεωργιάδης ή ο (κάθε) Μεϊμαράκης, και ο κάθε ετεροφιλόφυλος και ο κάθε ομοφυλόφιλος βουλευτής – γιατί θεωρώ ότι είναι ένας σωστός νόμος και, εφόσον αδιαφορήσω για τα προσωπικά του καθενός ως κοινωνία, τόσο δεν θα έπρεπε να με ενδιαφέρει καν ως συνισταμένη απόφασης.

Μα δεν είναι μόνο αυτό:

Συν τοις άλλοις, μου φαίνεται πως αυτή η συλλογιστική (και παίρνω απλώς αφορμή από εδώ, καθώς τις τελευταίες ώρες το ακούω συνέχεια) λειτουργεί ως μία «get out of the closed» απαίτηση – με την οποία είμαι, προσωπικά, κάθετα και απόλυτα αντίθετος: Αφού κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται για τις ερωτικές (και όχι απλώς σεξουαλικές) προτιμήσεις του, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα έπρεπε να νιώθει (με το ζόρι) «υπερήφανος». Αν νιώθει; Ας το πει, δεν έχω πρόβλημα. Μα αν θέλει να το κρατήσει για τον εαυτό του; Κανένα πρόβλημα. Αδιαφορώ ποιον ερωτεύεται ο καθένας, αν θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους – θαυμάσια, αν δεν θέλει, επίσης θαυμάσια.

Δεν – μου – πέφτει – λόγος. Ούτε έτσι, ούτε αλλιώς.

Καταλαβαίνω απόλυτα την οργή όσων δέχονται επικρίσεις, διακρίσεις και πόλεμο επειδή δημοσιοποίησαν την σχέση τους σε μία κοινωνία που μιλά για τους «λίγους ανώμαλους», καταλαβαίνω ότι νιώθουν μόνοι τους σε μία μάχη που δεν τους αφορά αποκλειστικά: Μα το λάθος είναι οι επικρίσεις, όχι το να κρατήσεις την ιδιωτική σου ζωή ιδιωτική. Είναι μία θυσία που δεν απαιτώ από κανέναν να υποστεί, για χάρη καμίας μάχης. Αν είναι σωστό να μην δέχεσαι διακρίσεις, είναι σωστό να μην τις δέχεσαι για κανέναν λόγο, και είτε το δημοσιοποιείς, είτε όχι.

Αυτή η γνώμη μου, τυχόν σκέψεις σας στα σχόλια, ή στα social.

Ταυτόχρονα, τις τελευταίες ημέρες, παίζουν δύο-τρεις ειδήσεις.

Ένα: οι δημόσιοι και οι συνταξιούχοι να πληρώνονται με υποχρεωτική χρήση πλαστικού χρήματος. Θα παίρνουν 120-150 ευρώ, λέει το δημοσίευμα, την εβδομάδα, και τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα χρησιμοποιούν μόνο με κάρτες: «Mε πιστωτικές κάρτες οι μισοί μισθοί και συντάξεις» Παραθέτω το απόσπασμα:

Συγκεκριμένα το ΥΠΟΙΚ επεξεργάζεται σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα προβλέπεται η υποχρεωτική χρήση καρτών στις συναλλαγές των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων.

Αυτό θα επιτυγχάνεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, με έλεγχο στα μετρητά που σηκώνουν από μισθούς και συντάξεις και συγκεκριμένα περιορίζοντας την εβδομαδιαία ανάληψη μετρητών από τις τράπεζες στα 150 ευρώ από τα 420 που είναι σήμερα. Τα χρήματα που απομένουν στους λογαριασμούς των δικαιούχων, συνταξιούχων και δημοσίων υπαλλήλων, θα μπορούν να ξοδεύονται μόνο μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών.

Δύο, η υποχρέωση πληρωμής των γιατρών με πλαστικό χρήμα. Οι γιατροί, αφού υπήρξαν κάποιες προϋποθέσεις έκαναν δεκτό, κατ’ αρχάς, το μέτρο: «Ναι» με γκρίνια από τους γιατρούς στη χρήση πλαστικού χρήματος

Τρία, όλες οι καινούργιες επιχειρήσεις από 1/1/2016 θα πληρώνονται με πλαστικό χρήμα. Αυτό θα επεκταθεί και στις επιχειρήσεις που έχουν ξεκινήσει παλαιότερα, υποχρεωτικα, και σύντομα σε όλες: Πλαστικό χρήμα στις νέες επιχειρήσεις. Παραθέτω απόσπασμα:

Ολες οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν το 2016 θα υποχρεούνται για όλες τις συναλλαγές τους να χρησιμοποιούν χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες. Αυτό σημαίνει ότι θα εγκαταστήσουν μηχάνημα POS το οποίο θα επιδοτείται από τα πρόγραμμα του ΕΣΠΑ. Οπως αναφέρει στην «Κ» ο αναπλ. υπουργός Οικονομικών Τρ. Αλεξιάδης, εφόσον οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν έναν λογαριασμό και μία κάρτα για τα έσοδα και τα έξοδά τους, θα απαλλάσσονται από την υποβολή της δήλωσης φόρου εισοδήματος και την περιοδική δήλωση ΦΠΑ, δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία θα είναι γνωστά στο υπουργείο. Σταδιακά το μέτρο της μη υποβολής δήλωσης θα επεκταθεί και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Τέσσερα, αλλά αυτό ήταν στα ψιλά: Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες, μετά από απλό αίτημα μίας δημόσιας επιχείρησης (Δήμοι, ΔΕΚΟ, εφορίες, κλπ) να παρακρατούν από λογαριασμούς πολιτών τυχόν χρέη τους. Επίσης, το όριο του προστατευόμενου ποσού κατέβηκε από τα 1.500 ευρώ, στα 1.000: Άρχισαν κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς για οφειλές σε Δήμους, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικά ταμεία, εφορίες. Παραθέτω απόσπασμα:

Έστω ότι έχετε απλήρωτη μία κλήση από δημοτική αστυνομία, ή οφείλετε Χ ποσό από νερό στον δήμο που διαμένετε, ή έχετε οφειλή από ΔΕΗ, τότε είναι πολύ πιθανό αν έχετε τραπεζική κατάθεση, να δείτε το ποσό οφειλής να αφαιρείται από τον τραπεζικό σας λογαριασμό.

Συγκεκριμένα από το καλοκαίρι (μως η μεγάλη έξαρση σημειώθηκε το Σεπτέμβριο), οι τράπεζες παραλαμβάνουν ομαδικά κατασχετήρια -από εφορίες, τελωνεία, δήμους, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικά ταμεία-, για δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών.

Τα αιτήματα είναι πολλά, μα πάρα πολλά. Υπολογίζεται ότι καθημερινά φτάνουν στις τράπεζες κατασχετήρια που αφορούν 500 και πάνω ονόματα.

Με τα κατασχετήρια ζητείται η δέσμευση καταθέσεων και μάλιστα για ποσά που συνήθως δεν ξεπερνούν τα 150 ευρώ.

Πρόκειται για οφειλές, από λογαριασμούς νερού, ρεύματος, ακόμα και από κλήσεις της δημοτικής αστυνομίας.

Ο καταθέτης δεν έχει κανένα τρόπο αντίδρασης, και άμυνας, αφού ο νόμος προβλέπει σαφώς την κατάσχεση οφειλής, από τραπεζικό λογαριασμό.

Όμως, εδώ οφείλω να παραθέσω και δύο προσωπικές περιπτώσεις τουλάχιστον, γιατί θα υπάρχουν και άλλες, με κατασχέσεις για ποσά κάτω από το προστατευόμενο όριο(*) – στην 2η τουλάχιστον περίπτωση μάλιστα, η κατάσχεση έγινε γιατί ήταν ..εγγυήτρια.

Μόνο δύο, ξαναλέω. Θα υπάρχουν εκατοντάδες τέτοιες περιπτώσεις.

(*) Προστατευόμενο όριο υπάρχει μόνο σε έναν λογαριασμό κατά άτομο, ποσού όχι μεγαλύτερου από €1.000

Ok με την ενημέρωση; Πάμε στις σκέψεις τώρα.

~

Είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρω σε λέξεις αυτό που αισθάνομαι: Το να επιτρέψω να παραδοθεί το χρήμα στις τράπεζες, εγω να έχω έναν αριθμό μόνο που να πιστοποιεί ότι μου ανήκει, να είμαι διαρκώς ελεγχόμενος για το τι αγοράζω, με τα χρήματα που κέρδισα ο ίδιος, να μπορεί ο καθένας να ξέρει την οικονομική μου κατάσταση και να μην μπορώ να αντιδράσω ακόμα και αν αδικούμαι, είναι συνθήκες που με εγκλωβίζουν αφόρητα.

Κανονικά, θα έπρεπε να πω «οι άνθρωποι» – αλλά θα πω «εγώ» για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση για το «χειρότερο σενάριο» που υπερασπίζομαι:

Αν για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία να πληρωθεί το φαγητό του παιδιού μου, από το να πληρωθεί ένα χρέος στην τράπεζα, για τα χρήματα που έχω κερδίσει – αυτή η απόφαση θα έπρεπε να είναι ιερή. Αυτή η προτεραιότητα είναι δική μου ευθύνη. Τα χρήματα που κερδίζω είναι δικά μου, και η διαχείρισή τους βαρύνει αποκλειστικά εμένα.

Αν καμία συναλλαγή δεν θα επιτρέπεται, σύντομα, χωρίς πλαστικό χρήμα:

μου φαίνεται πολυ ενοχλητικό ότι η τράπεζα, και τόσοι άλλοι πίσω από αυτήν, θα έχουν την απόλυτη καταγραφή όλων των οικονομικών συνηθειών μου, των οικονομικών σχέσεών μου, της οικονομικής μου ταυτότητας.

μου φαίνεται απολύτως αδιανόητο για την προσωπική μου ελευθερία, ότι τα χρήματά μου θα είναι ιδιοκτησία άλλου. Να μου τα δίνει, όποτε και όπως νομίζει, να τα διαχειρίζεται όπως νομίζει, να μου τα παρακρατά, όποτε νομίζει.

μου φαίνεται πολύ ανησυχητικό το σενάριο αύριο το πρωί πχ, το κράτος να αποφασίσει μία έκτακτη εισφορά σε όλους της τάξης πχ του 5%-10% των χρημάτων στην τράπεζα, και αυτά, απλώς, να μεταφερθούν από τον έναν λογαριασμό σε έναν άλλο, χωρίς καμία δυνατότητα άμυνάς μας.

μου φαίνεται εξαιρετικά τρομαχτικό να αποφασίσει πχ η Ελλάδα να γυρίσει σε άλλο νόμισμα, και για μας να αλλάξει απλώς το εικονίδιο πίσω από την ηλεκτρονική πληρωμή μας εν μία νυκτί, χωρίς να έχω τον έλεγχο να αντιδράσω.

Τα χρήματά μας δεν θα είναι (ήταν μία αυταπάτη, το ξέρω, δεν ήταν ποτέ) πια, δικά μας. Θα ανήκουν στο κράτος και στις τράπεζες, και θα τα διαχειριζόμαστε μόνο με την διακριτική τους ευχέρεια – αν και όπως αυτοί το επιτρέπουν. Όπως λέω πάντα, προσοχή στο «αν δεν έχεις σκοπό να παρανομήσεις δεν έχεις τίποτα να χάσεις», είναι το μότο που παρέδωσε τις σημαντικότερες ελευθερίες μας σε κάποιον άλλον.

Αυτό που (για την παρούσα κυβέρνηση, όταν ήταν αντιπολίτευση) ήταν ο «οικονομικός στραγγαλισμός μίας ολόκληρης χώρας» από τους δανειστές της με τον οικονομικό έλεγχο, επιχειρείται, από την ίδια κυβέρνηση, να γίνει σε ατομικό επίπεδο σ’ αυτήν την ίδια χώρα: ο ατομικός πλούτος, αποκλειστικά στα χέρια του κράτους και της εξουσίας.

Επιπλέον, οι too big to fail τράπεζες, δεν θα έχουν μόνο πια τον έλεγχο μίας οικονομίας, αλλά και τον απόλυτο έλεγχο του χρήματος κάθε πολίτη ξεχωριστά. Κάνουμε ένα μεγάλο, επικίνδυνο θηρίο, απλώς μεγαλύτερο -και αφάνταστα πιο επικίνδυνο.

Έχοντας βάλει, ξεκάθαρα, εδώ και χρόνια, την οικονομία ως ισότιμο συνομιλητή των ηθικών μας αξιών, η μετατροπή της όποιας οικονομικής μας ελευθερίας σε πλαστική, με ανησυχεί βαθιά, και προϊδεάζει ένα εξαιρετικά μαύρο μέλλον κατά την ταπεινή μου γνώμη.