Έχω σβήσει πενήντα φορές αυτό το άρθρο, και έχω ξαναξεκινήσει από την αρχή – ο μεγαλύτερος φόβος μου πάντα παραμένει όχι να θυμώσει κάποιος γι’ αυτά που πιστεύω, , αλλά να θυμώσει νομίζοντας ότι λέω άλλα από όσα θέλω να πω – και αυτή η περίπτωση είναι πολύ εύκολο να παρεξηγηθεί. Θα είμαι όσο πιο προσεκτικός μπορώ, λοιπόν.

Πριν λίγες ημέρες, το ΑΤ Ομονοίας δέχθηκε επίθεση. Αυτό, ήταν κάτι που πυροδότησε διάφορες αντιδράσεις – από την ευκαιριακή επίθεση στην κυβέρνηση από την αντιπολίτευση, μέχρι την αντίδραση πολιτών γι’ αυτό που ονόμασε η αστυνομία «τραυματισμούς» και την αντίστοιχη σιωπή για τα πεπραγμένα του αμαρτωλού τμήματος.

Όπως έχω πει όσες περισσότερες φορές μπορώ, είμαι εναντίον κάθε πράξης βίας – είτε έρχεται από την νόμιμη πλευρά, είτε έρχεται από την παρανομία του αντιεξουσιαστικού χώρου. Προφανώς, ως πολίτης είμαι υπεύθυνος για τον πρώτο κομμάτι – η «νόμιμη» βία ασκείται για το δικό μου «καλό» με την δική μου αποδοχή και εξουσιοδότηση. Εγώ είμαι το αφεντικό της.

Οπότε, για τις πράξεις του ΑΤ Ομονοίας, που βγήκαν στην επιφάνεια μετά το χτύπημα, εγώ είμαι υπεύθυνος – ως πολίτης.

Τι κάνουμε όμως μετά;

Αυτό είναι ένα πρόβλημα, και μάλιστα σοβαρό. Αν δικαιολογήσω το χτύπημα με βάση τις πράξεις του ΑΤ Ομονοίας, παραδέχομαι ότι δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα γι’ αυτές. Αποποιούμαι τον ρόλο μου, της ευθύνης μου. Δεν έχω αποδώσει δικαιοσύνη, δεν έχω πιέσει για την δημοσίευσή τους, για την κριτική τους. Αν πω «ναι, αλλά για τον Ζακ δεν λέτε τίποτα» θα μπω σε μία λίστα ανθρώπων που με βάση ένα άθλιο παρελθόν, επιδοκιμάζω ένα εξίσου άθλιο παρόν, και φυτεύω τους σπόρους για ένα σαφώς αθλιότερο μέλλον. Θα κάνω τον Ζακ εργαλείο, για να δικαιολογήσω μία ενέργεια, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος άλλος θα κάνει εργαλείο την Μυρτώ, ή την Μαρφίν, για να δικαιολογήσει μία άλλη ενέργεια, που του ταιριάζει περισσότερο.

Τι θα πετύχω όμως;

Ασφαλώς, η υπόθεση Ζακ (και δεν είναι μόνο αυτή, με αφορμή αυτήν την ενέργεια έχω μάθει άλλες 2-3 που αγνοούσα, όλες πρόσφατες) είναι σημαντική, ασφαλώς η σιωπή της εξουσίας στις παραλήψεις, τα λάθη και τις απαράδεκτες ενέργειες των εκπροσώπων της είναι εξωφρενική – αλλά, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, πως θα τολμήσω εγώ (εγώ, που φέρω την ευθύνη) να μιλήσω για εκδίκηση;

Ποιον εκδικούμαι;

Η εκδίκηση είναι ένα μυστήριο πιάτο. Ο καλύτερος εκφραστής της των τελευταίων χρόνων ήταν η 17 Νοέμβρη, μία ομάδα δολοφόνων που έκρινε, αποφάσιζε και δολοφονούσε όσους πίστευε ότι το άξιζαν. Από τον βασανιστή της Χούντας Μάλλιο, μέχρι τον Μπακογιάννη και τον Βρανόπουλο (δεν βάζω τον Αξαρλιάν μέσα, και θα εξηγήσω κατόπιν γιατί) οι στόχοι της 17 Νοέμβρη στοχοποιούντο και δολοφονούντο με απόφασή της, χωρίς να ακολουθεί τίποτα άλλο, παρά μόνο ένα χαρτί με μία εξήγηση.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η οργάνωση είχε τύχει ευρείας αποδοχής. Είτε με στόχους σαν τον Μάλλιο που είχε γλυτώσει την φυλακή παρά το αποτρόπαιο έργο του, είτε με στόχους αμερικανούς και βρετανούς (που «προφανώς ήταν κατάσκοποι») η γενική αντίδραση ήταν «να αγιάσει το χέρι τους» και «ε, ρε 17 Νοέμβρη που σας χρειάζεται».

Η εκδίκηση του πολίτη στην εξουσία που δεν τον υπολόγιζε.

Ασφαλώς, για λόγους αρχής, ενοχλούμαι να πιστεύει κανείς ότι η 17 Νοέμβρη λειτουργούσε και εξ ονόματί μου. Είτε ο Μάλλιος, είτε ο Μπακογιάννης (που ειλικρινά δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δολοφονήθηκε) ήταν στα μάτια μου ανέκαθεν το ίδιο αθώοι. Η απόφαση για την ποινή τους θα έπρεπε να έρθει μέσω της δικαιοσύνης, και αν και όπου αυτή απέτυχε, ήταν δική μου ευθύνη και όχι κάποιου θολού ευρύτερου συστήματος που θα εκδικηθώ με δανεικές σφαίρες από μία ομάδα εκδικητών με κουμπούρια.

Εγώ ήμουν ο εχθρός.

Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να το συλλάβει κανείς. Ο φίλος με τον οποίο μιλάω και πιστεύει ότι καλά τους κάνανε στο ΑΤ Ομονοίας γιατί ξέρει τα πεπραγμένα τους νιώθει σαφώς εγγύτερα με τους αντιεξουσιαστές, παρά με τους πολιτικούς προϊσταμένους ενός αιματοβαμμένου αστυνομικού τμήματος. Η ευθύνη σταματά κάπου – στον αστυνομικό που πατούσε το κεφάλι του Ζακ; στον διοικητή του που δεν αντέδρασε; στην εξουσία που δεν τον παρέπεμψε; στην πολιτική προϊστάμενό του που δεν αναζητά ευθύνες; Πάντως σίγουρα όχι στον ίδιο: ούτε ενέκρινε τέτοιες πράξεις, ούτε επέτρεψε τέτοιες πράξεις, ούτε δικαιολόγησε ποτέ τέτοιες πράξεις.

Και έτσι, η εκδίκηση είναι αποδεκτή.

Ταυτόχρονα, οι αστυνομικοί βγάζουν πανό «η αστυνομία είναι στο στόχαστρο», οι υπόλοιπες πράξεις τους παίρνουν κι άλλη αναβολή, οι Φαήλοι βρίσκουν κοινό για να γιουχάρουν εντός έδρας, η αντιπολίτευση βρίσκει πάτημα να αντιδράσει έχοντας άλλα πράγματα στο μυαλό της, οι ψαγμένοι βρίσκουν αφορμή να λειτουργήσει το ιδιώνυμο, και ο επόμενος αστυνομικός θα ακουμπήσει πιο εύκολα το περίστροφό του στην επόμενη επίθεση σε τμήμα, ή στην επόμενη αντιπαράθεση στον δρόμο με αντιεξουσιαστές. Γιατί φοβάται; Γιατί μισεί; Πάντως έτσι θα γίνει.

Και τι κέρδισα εγώ;

Εγώ, που δεν αποζητώ εκδίκηση αλλά δικαιοσύνη, μόνο έχασα από όλο αυτό. Δεν μπορώ να πανηγυρίσω ένα χτύπημα που θα μπορούσε να έχει και θύματα, εκατέρωθεν, δεν βρίσκω καμία απολύτως ικανοποίηση από μερικούς φοβισμένους μπάτσους, ούτε αισθάνομαι στο ελάχιστο ότι ο Ζακ δικαιώθηκε, ότι την επόμενη έστω φορά οι αστυνομικοί θα έχουν μία ελαχίστως τυπική ΕΔΕ για το επόμενο παράπτωμά τους.

Θέλω πολύ προσεκτικά να ξεκαθαρίσω ότι η σκέψη μου δεν αφορά ούτε τους αντιεξουσιαστές, ούτε την 17 Νοέμβρη, ούτε κανέναν που δρα εκτός νόμου. Δεν ασκώ κριτική στις πράξεις τους, γιατί αυτές απευθύνονται σε μένα. Εγώ είμαι ο στόχος. Και δεν το λέω με την θυματοποίηση που έχουμε συνηθίσει, μα με την πλήρη ανάληψη ευθύνης, γιατί όντως κάποιοι έχουν αδικηθεί εξ ονόματί μου, εκ της ανοχής και του βολέματός μου. Όπως πιθανόν έχει καταστεί σαφές τόσα χρόνια αρθρογραφίας μου, ο στόχος πάντα είναι να ξεκαθαρίζω τις δικές μου ευθύνες – να γίνομαι εγώ καλύτερος.

Ως στόχος, οφείλω πρωτίστως να ντραπώ αν ένα αστυνομικό τμήμα δεν τιμωρείται για τα όποια λάθη του, πριν θυμώσω βολικά που του επιτέθηκαν ή πανηγυρίσω που εκδικήθηκα εξίσου βολικά την κακοδιαχείρισή τους.

Αυτό, η ντροπή, η αντίληψη και η ανάληψη της ευθύνης που μου αναλογεί, είναι όντως ένα συναίσθημα που μπορεί να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο. Το συναίσθημα του φόβου, του μίσους ή της εκδίκησης, δεν είναι.

Υ.Γ.: Ο Αξαρλιάν δεν ήταν ποτέ «στόχος», αλλά «παράπλευρη απώλεια» και ως εκ τούτου είναι θεωρώ τρομερά άδικο να συμπεριλαμβάνεται ως οντότητα στην όποια διαδικασία εκδίκησης ή τιμωρίας.

Η ΕΡΤ αποφάσισε να αγοράσει το ποδοσφαιρικό προϊόν 7 ποδοσφαιρικών ομάδων, για δύο χρόνια, με συνολικό κόστος περίπου 52 εκατομμύρια ευρώ. Για τα δικαιώματα θα πληρώσει περίπου 45 εκατομμύρια, για τo τεχνικό μέρος της μετάδοσης περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ, χοντρικά, πάνε ως «χορηγία στην Σούπερλιγκ». Για την μετάδοση δηλαδή των συνολικά 105 αγώνων τα επόμενα 2 χρόνια, θα της κοστίσει, κατ’ αναλογία, κάθε αγώνας 210 χιλιάδες περίπου ευρώ.

Ωραία; Όχι, καθόλου ωραία.

Βλέπω συνολικά 3 προβλήματα σ’ αυτό το παράλογο σκηνικό:

Πρώτον, το προϊόν. Τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ; Πχ, μία εκ των ομάδων αυτών, ο Παναθηναϊκός, έπρεπε να υποβιβαστεί καθώς είχε οφειλές προς παίκτες κλπ. Με την σύμφωνη γνώμη των ομάδων, την γλύτωσε με αφαίρεση βαθμών και μεταγραφικές περικοπές- κάτι που δεν συνέβη σε άλλες ομάδες τα προηγούμενα χρόνια. Μία άλλη ομάδα, αυτή που, δεν αγόρασε τα μεν δικαιώματά της η ΕΡΤ αλλά ανήκει στο ίδιο πρωτάθλημα στο οποίο επέλεξε να επενδύσει, ο πρόεδρός της κατέβηκε όταν ένιωσε ότι αδικείται οπλοφορώντας στο γήπεδο – και έμεινε επιδεικτικά ατιμώρητος. Στους αγώνες ντέρμπι, το ξύλο έπεφτε βροχή, και βγήκαν και ακόμα και μαχαίρια. Αγώνες δεν ολοκληρώνονται. Οι παίκτες μένουν απλήρωτοι. Η δικαιοσύνη κάνει έλεγχο για επηρεασμούς αποτελεσμάτων, έχοντας βάλει μέχρι και κοριούς σε παίκτες, προέδρους και διαιτητές – χωρίς ακόμα να έχει διαλευκανθεί το όλο σκηνικό.

Ξαναρωτάω λοιπόν, τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ;

Η γνώμη μου είναι ότι πετάει 52 εκατομμύρια ευρώ σε έναν βόθρο. Σε έναν ζοφερό, πηχτό, μολυσματικό λάκο με σκατά, μία τρύπα που το μόνο που κάνει είναι είτε να εκτρέφει στρατούς προέδρων, είτε να φροντίζει ώστε με χίλιους δύο τρόπους να εκμεταλλεύεται πηγές εσόδων όπως είναι το στοίχημα, νόμιμο ή παράνομο. Εκεί όπου κάθε νόμος υπάρχει για να καταπατείται, κατά το δοκούν των ισχυροτέρων. Και όχι μόνο αυτό…

Το προϊόν λοιπόν είναι χαλασμένο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Δεύτερον, η ανταπόδοση. Η ΕΡΤ θα ξοδέψει για κάθε παιχνίδι περίπου 210.000 ευρώ. Πολύ αμφιβάλλω αν ακόμα και το ένα δέκατο εξ αυτών θα επιστρέψουν με την μορφή διαφήμισης. Και; Θα με ρωτήσεις. Πρέπει να είναι κερδοφόρα η ΕΡΤ; Όχι, θα συμφωνήσουμε – δεν πρέπει να είναι κερδοφόρα, δεν είναι αυτό το πρωταρχικό της μέλημα. Δεν έχω καμία απαίτηση γι’ αυτό – δέχομαι να μην λειτουργεί με όρους αγοράς, εφόσον μπορεί να μας προσφέρει κάτι που να αξίζει. Μα ας το σκεφτούμε λίγο λογικά: Εκτός από την ποιότητα του προϊόντος που αγόρασε (είπαμε, ζέχνει) το κόστος είναι ασύμμετρο τελείως. Αναρωτιέμαι, πόσα θα έδινε ένα ιδιωτικό κανάλι (ναι, με βάση το κέρδος) για να αποκτήσει 2 χρόνια 7 ομάδων (Παναθηναϊκός, Άρης, Ατρόμητος, Παναιτωλικός, Απόλλωνας Σμύρνης, Ξάνθη και Λαμία) Σούπερλίγκ; ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να έδινε 52 ολόκληρα εκατομμύρια ευρώ. Ικανότεροι από εμένα μπορούν να το κοστολογήσουν όλο αυτό, αλλά αποκλείω να μην είναι τρελή χασούρα. Και τι κερδίζει; Τι κερδίζουμε εμείς από την επένδυσή της;

Στον αθλητισμό δεν επενδύει (είπαμε, βόθρος) – αντιθέτως, διαιωνίζει μία εντελώς τοξική κατάσταση αντί να την αφήσει να πεθάνει (έστω και με ενοχλητικό κρότο) όπως ακριβώς θεωρώ ότι της αξίζει, τρώγοντας τα σωθικά της – μπας και, μπας και, καταλάβει από τα λάθη της και επιτρέψει κάποια στιγμή αυτορρυθμισμένη και αξιοπρεπής.

Η ΕΡΤ όμως, αγοράζοντας δικαιώματα σ’ αυτόν το μολυσματικότατο προϊόν, στερεί τα χρήματα από άλλες τηλεοπτικές παραγωγές, που πιθανότατα θα είχαν σαφώς μεγαλύτερη αξία. Δεν λέω να τα δώσει στην όπερα γιατί ξέρωγω ποιότητα και πολιτισμός (που γιατί όχι δηλαδή, αλλά τέλος πάντων) αλλά οτιδήποτε άλλο θα ήταν καλύτερο. Ας έκανε τηλεοπτικά μαθήματα τεχνών. Ας έκανε μαθήματα για το Σύνταγμα. Ας μάθαινε τον κόσμο Ελληνικά. Ας τον μάθαινε ξένα. Ας τον μάθαινε υδραυλικά. Οτιδήποτε! Κοίτα, και λευκή οθόνη να δείχνει επι 90′ – αφαλώς πιο χρήσιμο και παραγωγικό θα είναι.

Χαλασμένο το προϊόν, και με καμία θρεπτική αξία (αντιθέτως) η κατανάλωσή του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τρίτον, τα χρήματα. Εδώ, θα πάρουμε μία βαθιά, βαθιά ανάσα.

Πενηνταδύο εκατομμύρια ευρώ, είναι χρήματα που δεν πρέπει να ξοδεύει κανείς σ’ αυτό το προϊόν ούτε όταν ως χώρα της χαρίζουνε όλα τα χρέη, και τις δίνουν και απο πάνω και εκατό δις να χει να πορεύεται.

Πολλώ δε μάλλον τώρα, που οι φόροι στο πετρέλαιο θέρμανσης κάνει τον κόσμο να μην αγοράζει και να κρυώνει (ή να μπαίνει μέσα με ηλεκτρικό, ή να πεθαίνει με μαγγάλια), πολλώ δε μάλλον τώρα που το κατώτατο όριο στο αφορολόγητο έκανε τον κόσμο να πληρώσει σε απίστευτες ποσότητες στις τελευταίες δηλώσεις, έχει-δεν έχει, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι επιχειρήσεις καλούνται να προκαταβάλουν φόρους, να πληρώσουν περίπου τα μισά από όσα παίρνουν στο κράτος (ΦΠΑ συν φορολογία) και να τίθεται καθημερινά ο οικονομικός ιστός σε απίστευτες δοκιμασίες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι συνταξιούχοι ζουν με τρομέρες μειώσεις (και την ελπίδα της πάλαι ποτέ 13ης-14ης σύνταξης που κάλυπτε κενά), πολλώ δε μάλλον τώρα που οι (αδίκως) φυλακισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες το καλοκαίρι ψήνονται στα κοντέινερ και τον χειμώνα τουρτουρίζουν στα χιόνια (και πεθαίνουν επειδή άναψαν ένα γκαζάκι), και τρέφονται με χαλασμένα φαγητά και ακατάλληλα νερά σε υπερπληθείς φυλακές, πολλώ δε μάλλον τώρα που τα καλύτερα μυαλά μας μεταναστεύουν σε άλλες χώρες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι νέοι άνθρωποι κοιτάνε καθημερινά χωρίς καμία τύχη τις ελάχιστες ανοικτές θέσεις εργασίας, και, και, και.

Πολλώ δε μάλλον τώρα λοιπόν, δεν πετάς πενηνταδύο γαμημένα εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, άσκοπα.

Γιατί αν το κάνεις, δηλώνεις ότι ΕΧΕΙΣ λεφτά. Ως κράτος, ΕΧΕΙΣ λεφτά. Πενηνταδύο; Πενηνταδύο. Όσα χρειάζονται ίσως μερικές ΜΕΘ, ίσως κάποιοι για να ξεκινήσουν μία επιχείρηση, ίσως ένας παππούς ή μία γιαγιά για να μην ζήσει με 300 ευρώ τον μήνα. ΕΧΕΙΣ λεφτά. Απλώς, ΕΠΕΛΕΞΕΣ να τα πετάξεις σε έναν βούρκο. Κανένας δεν σε ανάγκασε, κανένας δεν σου βαλε το μαχαίρι στον λαιμό, κανείς δεν σε πίεσε – απλώς, όρισες μία ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ.

Και εδώ έρχεται η κατακλείδα αυτής της σκέψης:

Όταν κάνεις προτεραιότητά σου να πετάξεις πενήντα δύο εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, κάθε αδικημένος μετράει διπλά. Μία γιατί τον αδίκησες, μία γιατί επέλεξες να τον αδικήσεις για να δείξεις μπάλα.

Σαν τα παιχνίδια εκτός έδρας δηλαδή, σε διπλούς αγώνες.

Το μόνο πρόβλημα, είναι ότι χάνουμε πάντα εμείς, οι θεατές.

11/10/2018: Μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για τις τιμές και την λογική της χορηγίας αυτής, έχει σήμερα το insidestory σε μία από τις ανοικτές του σελίδες…

Χωρίς να εμπλέξω καθόλου την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τις όποιες ευθύνες έχει ο καθένας γι’ αυτό, ή την πολιτική που (αναπόφευκτα, είτε το θέλουμε είτε όχι) θα προκύψει από κάτι τέτοιο, τούτες τις ημέρες που τα πράγματα ήταν δύσκολα, δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως και η δημοσιογραφία.

Αν και υπήρχαν πολλά δείγματα ένθεν κακείθεν κακής δημοσιογραφίας, θα ήθελα να εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που εκθέτει όλο τον δημοσιογραφικό χώρο, και όχι μόνο τους εμπλεκόμενους.

Άρθρο του iefimerida.gr, σήμερα 01 Αυγούστου του 2018 ανεβασμένο στις 17:51.

Τίτλος:

Φάμελλος: «Η ευθύνη της τραγωδίας ανήκει σε όσους έχτισαν τα αυθαίρετα»

Τα εισαγωγικά στον τίτλο, από το ενημερωτικό site.

Ο τίτλος της ανάρτησης, απολύτως φυσιολογικά, συγκεντρώνει πολύ θυμωμένες αντιδράσεις. Αν μη τι άλλο, ο,τι είναι σε εισαγωγικά, αποδίδεται επί λέξη στον αναπληρωτή υπουργό, και είναι εξαιρετικά ειδεχθές, ειδικά σε τέτοια στιγμή (έχω εκφράσει σε προηγούμενο άρθρο μου την αντίδρασή μου στην θέση αυτή, για συγκεκριμένους λόγους).

Και όταν λέω πολύ θυμωμένες, εννοώ πολύ θυμωμένες. Και στο άρθρο τα σχόλια, και στα social media όπου και αν αυτό αναπαρήχθει.

…δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Μία χρήστης, η @annzabel, κάνει κάτι που (δεν θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο: προβληματίζεται με την ανάρτηση. Είναι δυνατόν να είπε τέτοιο εξωφρενικό πράγμα ο αναπληρωτής υπουργός; Διαβάζει το κείμενο (δεν μένει στον τίτλο, δηλαδή) και δεν βλέπει να γίνεται αναφορά σ’ αυτό που περιγράφεται στον τίτλο (πλην του εισαγωγικού σχολίου, και αντιγράφω επί λέξη: «Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν νεκρούς από την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, εμφανίστηκε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος.»)

«Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες ο αναπληρωτής υπουργός», αλλά καμία αναφορά επ’ αυτού στο υπόλοιπο κείμενο.

Αναζητά λοιπόν την αρχική τοποθέτηση του Φαμελλου, και την βρίσκει -ευτυχώς- αυτούσια, αναρτημένη από τον ίδιο στο youtube.

Περιγράφει λοιπόν:

Όλη η ομιλία Φάμελλου κρατάει οκτώ λεπτά, και είναι, όπως είπα, αυτούσια. Πουθενά δεν λέει αυτό που λέει ο τίτλος – όχι μόνο στο επι λέξη, αλλά ούτε καν αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο ως αυτό που του προσάπτεται.

Την άκουσα, δύο φορές – άκουσέ την και εσύ, είναι όλη εδώ: https://www.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=HjkWWh9q5_g

Παρένθεση για να μην παρεξηγηθώ: Δεν έχει να κάνει με τον Φάμελλο εδώ, δεν έχει να κάνει με το αν έχει δίκιο, ή άδικο, δεν έχει να κάνει με πολιτική κριτική ή κυβερνητική υπεράσπιση. Το θέμα μου αποκλειστικά είναι η δημοσιογραφία. Και ούτε καν η δημοσιογραφία του iefimerida: Η δημοσιογραφία ευρύτερα.

Ανακεφαλαιώνω, για να φτάσω και σε συμπέρασμα:

Το ειδησεογραφικό site, αποδίδει στον αναπληρωτή υπουργό μία πρόταση, με εισαγωγικά. Στην εισαγωγή δε του κειμένου, τον μέμφεται σκληρά (όπως θα του άξιζε πιθανόν, όντως, αν είχε πει κάτι τέτοιο). Στο κείμενο δεν παρουσιάζεται πουθενά αυτή η αναφορά. Θα μπορούσε να το έχει πει σε δευτερολογία ίσως ο Φάμελλος, την οποία όντως δεν έχω – ή σε βουλευτές μετά, ή να τον άκουσαν στο διάδρομο να το μονολογεί, δεν ξέρω, δεν τον υπερασπίζομαι, λέω ούτε στο άρθρο δεν υπάρχει. Πουθενά.

Η πρόταση που του αποδόθηκε, ξεσηκώνει – απολύτως δίκαιες- αντιδράσεις και οργή. Απολύτως δίκαιες, τα έλεγα και στο προηγούμενο άρθρο μου.

Μία πολίτης, ξαφνιάζεται, την ψάχνει, δεν την βρίσκει στο κείμενο, δεν την βρίσκει ούτε στην ομιλία ούτε ως υπόνοια.

~

Μπορεί να νομίζεις ότι το πρόβλημα μου εδώ είναι το iefimerida – αλλά μόνο αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου. Άκου πως το σκέφτομαι:

Το iefimerida κάνει την δουλειά του. Προσωπικά, η αίσθησή μου είναι ότι το iefimerida δεν έχει κάνει κανένα απολύτως λάθος. Είτε έχει όντως ειπωθεί -κάπου αλλού, στην δευτερολογία, σε συναδέλφους, εκτός μικροφώνου, μονολόγησε στους διαδρόμους, δεν ξέρω- είτε το iefimerida είπε ψέματα. Όχι παράφρασε, κατάλαβε λάθος, του ξέφυγε, ήταν αστοχία – είπε ξεκάθαρα ψέματα.

Οπότε δεν μέμφομαι το iefimerida εδώ:

Μέμφομαι την δημοσιογραφία που δεν ερευνά το iefimerida.

Το ρεπορτάζ, δεν το οφείλει να το κάνει η κάθε @annzabel. Την είδησή της, δεν οφείλει να την φιλτράρει η ίδια. Έχει άλλα πράγματα να κάνει, έχει άλλες ανάγκες να γεμίσει τον χρόνο της, έχει άλλες ευθύνες να καλύψει από το να ασκεί ουσιαστική δημοσιογραφική έρευνα …ακούγοντας ένα βίντεο οκτώ λεπτών.

Δεν είναι δουλειά της @annzabel να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι στην δημοσιογραφία.

Η ίδια η δημοσιογραφία οφείλει να το κάνει αυτό.

Αν δεν αυτοελέγξει τον κλάδο της, αν δεν τονίσει τις αστοχίες, από οπουδήποτε, από τα Νέα, την Εφημερίδα των Συντακτών, την Καθημερινή, το ThePressProject, από το Βήμα και την Δημοκρατία, από το Documento και την Αυγή, από το Left και το iefimerida, από το in.gr και το News247 – κάνει κακό στην δουλειά της.

Αν νομίζει ο καθένας φορέας της δημοσιογραφίας ότι προστατεύεται έτσι, κρύβοντας το κεφάλι στην άμμο σε κάθε στραβή, και κοιτάζοντας αλλού για να μην παρεξηγηθεί με τον συνάδελφο – πλανάται πλάνην οικτράν. Έχω τονίσει προσωπικά όσες περισσότερες φορές μπορώ, και όσο πιο εμφατικά μπορώ, ότι η δημοσιογραφία είναι ο ισχυρότερος πυλώνας της δημοκρατίας μας. Η κριτική στην επικαιρότητα είναι σημαντική, η κριτική στην (κάθε) κυβέρνηση σημαντικότερη – μα η κριτική και ο έλεγχος της δημοσιογραφίας είναι ο πιο σημαντικός ίσως και ο πιο αναγκαίος τρόπος να διατηρήσει το μέσο μία αξιοπιστία (και, κυρίως, μία αξιοπρέπεια).

Χαλάει σχέσεις και φιλίες βέβαια όλο αυτό, αλλά όποιος νομίζει ότι θα καεί μόνο το διπλανό χωράφι και όχι το δικό του με το κάθε «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» – νομίζω ότι εθελοτυφλεί.

Αν όχι για τίποτα άλλο, και μόνο για το προφανές: όποιος ψεύδεται συνειδητά μέσω της δημοσιογραφίας, και δεν αναφέρομαι στο iefimerida αλλά μιλάω γενικά, με την πράξη του αυτή, με κάθε ψέμα, κάθε προπαγάνδα, κάθε αλλοίωση της πραγματικότητας για ίδιον όφελος, πετυχαίνει όχι μόνο να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της αλήθειας, αλλά και ταυτόχρονα ως μακροπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της ίδιας της δημοσιογραφίας.

Και κάθε φορά που η δημοσιογραφία δεν ελέγχει, πρωτίστως τα του οίκου της(*), δεν νοείται κατάλληλη και για να ελέγξει μετά οτιδήποτε άλλο.

Και έχουμε ανάγκη μία αξιοπρεπή δημοσιογραφία. Πάντα είχαμε, αλλά πολύ περισσότερο τώρα.

(*) και υπόψιν, δεν αναφέρομαι μόνο στα άρθρα. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα, οφείλει εκτός από τα άρθρα που γράφονται να ελέγξει τα πόθεν έσχες, τις διαδικασίες πώλησης αγοράς τίτλων, την βιωσιμότητα εντύπων, τους δημοσιογράφους με θέσεις υπευθύνων τύπου, τους μισθούς συναδέλφων τους, τα δάνεια στα μέσα τους, τις σχέσεις πολιτικών-δημοσιογράφων-τραπεζών, τις διαφημίσεις – και τόσα άλλα.

Μία φορά και έναν καιρό, η οικονομία μας διαλύθηκε. Το ξέρω, είναι πολύ μακρυά όλα αυτά, ένα κακό όνειρο, ένας ανησυχητικός εφιάλτης – μα όλα τελείωσαν, τα μνημόνια παρήλθαν, οι άνεργοι έπιασαν δουλειές – καλές δουλειές, με μισθούς όπως παλιά, με δικαιώματα, οι εταιρίες ξαναάρχισαν να μοιράζουν αγαθά, να πουλάνε, να αγοράζουν, το τοις μετρητής από τις εισαγωγές έγινε επι πιστώσει γιατί πρόσωπο έχουμε πια, φωτεινό, όλα άνθισαν, οι άνθρωποι βρήκαν το χαμόγελό τους, όχι πια επιδόματα και ανάγκη αλληλεγγύης, όχι πια άνθρωποι κατεστραμμένοι να παγώνουν τον χειμώνα και να στερούνται βασικά, δεν γαμοσταυρίζονται πια αν ο ένας ψηφίζει κάποιον που δεν αρέσει στον άλλον και τούμπαλιν.

Ξεχασμένα, περασμένα.

Και περασμένα, και κυρίως, ξεχασμένα.

Και πως το ξέρω; Πως ξέρω ότι ξαναήρθε το χαμόγελο και έφυγαν οι σκοτούρες, και τα σύννεφα διαλύθηκαν;

Το ξέρω, καθώς είδα την πρώτη διαφήμιση διακοποδάνειου.

Ναι, φίλε. Ναι.

Η Τράπεζα Πειραιώς, αναλαμβάνει – όσα χρήματα σκορπίσεις για διακοπές με την ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΣΟΥ ΚΑΡΤΑ (δηλαδή χρήματα που ΔΕΝ έχεις) να μην τα πληρώσεις αμέσως, όοοοοοοχι, να τα πληρώσεις σε έξι μήνες, άτοκα, χαμογελαστά, με την καινούργια σου δουλειά, την καλοπληρωμένη, την άνετη, την χαλαρή.

Αβάδιστα.

Αν είχες να τα πληρώσεις αμέσως, μπορεί να μαζευόσουν λίγο. Να έτρωγες πιο συνετά. Αλλά – κομμένο σε έξι μήνες; Ξέρεις πόσο είναι σε έξι μήνες; Αν φας κανα διχίλιαρο ξέρω γω, (διακοπές είναι, να μην περάσεις και καλά;) είναι τρία κατοστάρικα το μήνα. Σίγα – κάπου θα βρεις τρια κατοστάρικα τον μήνα, δεν θα βρεις; Και θα ναι και άτοκα, χαζός είσαι; Τους κλέβεις!

Και αν δεν έχεις; Τίποτα δεν σε προετοιμάζει αν δεν έχεις. Αν, μετά από δέκα γαμημένα χρόνια γαμησιού, ασάλιωτου, έχεις καταστραφεί, έχεις ξεπουλήσει μέχρι και την χρυσή σου την βέρα στον νόμιμο κλεπταποδόχο της γειτονιάς, αν έφαγες ξύλο διαμαρτυρόμενος για κάθε αδικία, αν βίασαν την λογική και τις ανάγκες σου, αν σε έκαναν επαίτη για όσα δικαιούσαι, αν έχεις νοίκια απλήρωτα, αν χρωστάς σε εφορίες, σε άλλες τράπεζες, αν ο,τι χρήματα βγάλεις περάσουν πρώτα από την ηλεκτρική σκούπα της αυτόματης ανάληψης από τις τράπεζες απ ευθείας, αν-

Μισό λεπτό: αν συμβαίνουν όντως όλα αυτά – άνθρωπος δεν είσαι και εσύ; Κουράστηκες, τόσα χρόνια πίεση, δεν πρέπει να ζήσεις; Τόσα χρόνια κάνεις το σκατό σου παξιμάδι, δεν πρέπει να δεις λίγο ουρανό, λίγο θάλασσα, λίγο ξεγνοιασιά – δεν πρέπει να διασκεδάσεις, να χαμογελάσεις με την οικογένειά σου, ΝΑ ΑΝΑΠΝΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ;

(Είδες τι ωραία χρώματα έχει αυτή η διαφήμιση; Δεν μοιάζει λίγο με Μάμμα Μία; Πες!)

Στο κάτω κάτω, αν δεν έχεις, δεν τα δίνεις. Ορίστε. Τα τρώει η τράπεζα ζημιά, δουλειά της είναι, κανένα -πρόβλημα – θα εξαφανιστούν σε μία μαύρη τρύπα, τι δηλαδή, πέντε χρωστάει, θα χρωστάει δέκα, δουλειά μας είναι;

Τι μας νοιάζει εμάς;

Έεεεεεεεελα μωρέ τώρα.

Άλλωστε να είμαστε λογικοί, τι δηλαδή, να μην ζήσει η επιχείρηση – έστω και με δανεικά λεφτά; Να μην πάρει ο τουρισμός, Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ – τι, μήπως παίρνει και από κάπου αλλού; Σιγά μη περιμένουμε τους ξένους να μας φέρουν λεφτάκια – εδώ ρε, από τον ντόπιο ρε, που τρώει πέντε πατάτες τηγανητές και παραγγέλνει άλλη μία για να μείνει να μην τον πουν και λιγούρη, όχι σαν κάτι όντως λιγούρηδες που έρχονται στην πατρίδα και τρέφονται μία σαλάτα οι τέσσερις. Λιγούρια, κακομοίρηδες….

Και άμα είναι και δανεικά; Κάντα οχτώ τα μπουκάλια μπύρα κυρ Στέφανε. Και μακαρόνι, το χοντρό. Θα το κάψουμε απόψε κυρ Στέφανε. Ναι, θα το κάψουμε…

Άκου ρε φίλε, ζήσε. Ξόδεψε τα λεφτά που δεν έχεις. Ζήσε. Το έχεις ανάγκη – και εμείς είμαστε δίπλα σου. Με ένα τηλέφωνο, καθάρισες. Ευκολίες πληρωμής. Θυμάσαι; Τι περιμένεις; ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ;

~

Τίποτα δεν μάθαμε. Τίποτα. Όχι μόνο δεν είναι περασμένα, αλλά προλάβαμε και τα ξεχάσαμε όλα πριν ακόμα τελειώσουμε.

~

Photo by Lukas from Pexels

Θα σου πω κάτι, όπως το καταλαβαίνω, αλλά πρόσεξέ με γιατί (καταπωσφαίνεται, εγώ δεν το περίμενα) μοιάζει να γίνεται όλο και πιο δυσνόητο:

Η Δημοκρατία για να λειτουργήσει, χρειάζεται συμμετέχοντες.

Απίστευτο; Και όμως, αυτή είναι η βασική πηγή της. Σε μία χώρα εκατό κατοίκων, πχ, αν αποφασίζουν οι δύο, έχουμε έλλειψη δημοκρατίας, όχι περίσσευμα.

Τώρα, για να μην συμμετέχουν οι υπόλοιποι, δύο βασικοί λόγοι υπάρχουν:

Ένα, δεν συμμετέχουν ενώ έχουν το δικαίωμα να το κάνουν.

Δύο, δεν τους επιτρέπεται η συμμετοχή, παρότι οι ίδιοι το θέλουν.

Για το πρώτο, απαιτούνται ενέργειες από την πολιτεία. Ίσως οι συνθήκες συμμετοχής είναι δύσκολες; Πρέπει να διευκολυνθεί η συμμετοχή. Μήπως οι διαδικασίες είναι δυσνόητες; Πρέπει να απλοποιηθούν. Μήπως ο άλλος βαριέται; Πρέπει να δημιουργηθούν σωστά κίνητρα.

Σε κάθε περίπτωση, είναι δουλειά του κράτους να «σπρώξει» όσους περισσότερους μπορεί να συμμετάσχουν.

Για το δεύτερο, είναι δουλειά των πολιτών να πιέσουν το κράτος να επιτρέψει σε όλους τους πολίτες να συμμετάσχουν στις διαδικασίες. Συνήθως είναι αποτέλεσμα φασιστικών, χουντικών ενεργειών, και απαιτούνται κάτι περισσότερο από ένα dislike στα social media – αλλά, εν πάσει περιπτώσει, ο,τι πρέπει να γίνει.

~

Ξεκαθαρίσαμε λοιπόν την θέση μου: η Δημοκρατία υπάρχει όταν συμμετέχουν όλοι. Όταν δεν συμμετέχουν, αν δυσκολεύονται πρέπει να τους βοηθήσουμε, αν τους απαγορεύεται πρέπει να εμποδίσουμε την απαγόρευση αυτή.

Τα προηγούμενα χρόνια είχα πολλές φορές τονίσει ότι οι κάτοικοι εξωτερικού είναι εκτός ουσιαστικά της διαδικασίας των εκλογών, και αυτό ήταν άδικο για μία σημαντική μερίδα ψηφοφόρων (σημαντική όχι απαραίτητα ως μέγεθος, αλλά κυρίως ως συμβολισμό) – και δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να αλλάξω γνώμη τώρα.

Δεν τους απαγορεύεται να ψηφίσουν – αλλά εμποδίζονται εκ των συνθηκών.

Και αυτό πρέπει να αλλάξει.

Ο αντίλογος (τουλάχιστον αυτός που διάβασα εγώ) βρίθει θέσεων που, και θα το έλεγα κομψά αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται, θα τον έθετα στην βάση της απλής ανόθευτης βλακείας – ή, ακόμα χειρότερα, μίας λογικής «εμείς ή αυτοί» που μόνο τρόμο φέρνει.

Τονίζω τα πιο σημαντικά στοιχεία:

Πρώτον, ζουν σε άλλες χώρες. Είναι δυνατόν να ψηφίζουν για τη δική μας τη ζωή και μάλιστα λόγω του εκλογικού τους βάρους να καθορίζουν κάθε εκλογικό αποτέλεσμα;

Ενδιαφέρουσα σκέψη, ας μην επιτρέπεται ούτε στους εντός Ελλάδος να μετακινούνται. Ο Αθηναίος να βγάλει βουλευτή Αθήνας, αλλά ο κάτοικος Αθήνας να του απαγορεύεται να ταξιδέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του να ψηφίσει τον βουλευτή της εκλογικής του περιφέρειας. Γενικά, στις εκλογές να απαγορεύονται οι μετακινήσεις. Για να δουλέψει δε σωστά αυτή η …ασπίδα προστασίας του δημοκρατικού μας πολιτεύματος, να μην επιτρέπονται οι μετακινήσεις γενικώς (έτσι δεν θα ταξιδέψει ο άλλος έξι μήνες πριν τις εκλογές για να μας την φέρει. Χα)

Δεύτερον, είναι κατά μέσο όρο πολύ ευπορότεροι από τους κατοίκους της Ελλάδας και γι’ αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικοί. Είναι σαν να καθορίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα τα βόρεια προάστια της Αθήνας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ταξική σύνθεση του εκλογικού σώματος θα αλλάξει «μονόπαντα».

Ας ψηφίζει τότε ο κόσμος με Ε1 και μέσα στην Ελλάδα. Αν είναι φτωχοί, τότε να μετράει η ψηφος τους. Αν είναι …εύποροι, τότε να μετράει για μισή. Ή, ακόμα καλύτερα καθόλου. Χμ, όμως θα έχουμε και άλλο πρόβλημα: αν ο φτωχός ψηφίζει σαν πλούσιος; Ξέρουμε πως είναι αυτά με την ταξική συνείδηση – αλλάζει, δεν λαμβάνεται πάντα υπόψιν. Πρόβλημα. Ίσως αν αφήναμε μόνο ένα ψηφοδέλτιο χωρίς επιλογές….

Τρίτον, οι απόδημοι Έλληνες έχουν μια περιορισμένη σχέση με την Ελλάδα που εξαντλείται στην αγάπη, την υπερηφάνεια και -σε κάποιες περιπτώσεις- τη νοσταλγία τους για την Πατρίδα. Όχι για μια πραγματική Πατρίδα, αλλά για τη φανταστική Πατρίδα του ένδοξου παρελθόντος, της νεότητας αυτών των ίδιων ή των γονέων τους, του αφηγήματος που τους βοηθά να έχουν (και να πουλάνε) μια σπουδαία συλλογική ταυτότητα και, φυσικά, της Ελλάδας των διακοπών τους. Αυτοί, λοιπόν, θα ψηφίζουν για μια φανταστική Ελλάδα και την εκλογική τους ετυμηγορία θα την υφιστάμεθα εμείς που ζούμε στην πραγματική Ελλάδα. Τα κόμματα θα προσπαθούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους (κλίνοντας την πατρίδα σε όλες τις πτώσεις) και η πατριδοκαπηλία θα γίνει η μόνη νικηφόρα εκλογική στρατηγική.

Για το οικονομικό, πες το βρήκαμε, με ένα Ε1 καθαρίσαμε. Τώρα για το πόσο αγαπάει ο άλλος την πατρίδα του, θα είναι κομματάκι πιο δύσκολο. Ίσως με μία υπεύθυνη δήλωση; Και αν την αγαπάει διαφορετικά; Αν ψηφίζει την Ελλάδα που ονειρεύεται, και όχι αυτή που θέλει ο συντάκτης; Πρόβλημα. Ας ορίσουμε σαν κράτος πως πρέπει να αγαπάει ο καθένας την πατρίδα του, ποια πατρίδα πρέπει να φαντάζεται, για να έχουμε έναν μπούσουλα όλοι, και να μην οδηγούμαστε στις κάλπες άσκοπα.

Τέταρτον, δεν θα έχει κανένα νόημα η προεκλογική εκστρατεία ενημέρωσης των πολιτών, αφού τα αποτελέσματα θα καθορίζονται από εν πολλοίς ανενημέρωτους για τις πραγματικές συνθήκες, τα επίδικα και τα πολιτικά προγράμματα πολίτες που απουσιάζουν από την Ελλάδα.

Βέβαια κάποιος κακεντρεχής θα έλεγε ότι αν δεν είναι ενημερωμένοι, να τους ενημερώνουμε καλύτερα – όχι να τους στερήσουμε την ψήφο. Αλλά αυτό θέλει μάλλον πολύ κόπο, ή είναι δύσκολο – τέλος πάντων, ας μην ψηφίζουν να τελειώνουμε. Έχουμε και δουλειες.

Πέμπτον, δεν έχουμε δώσει ψήφο στους μετανάστες που ζουν και εργάζονται πολλά χρόνια στην Ελλάδα και η μοίρα τους κρίνεται από τις πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων. Θα δώσουμε ψήφο σε ανθρώπους που έρχονται εδώ μόνο για τουρισμό; Θα καθορίζουν δηλαδή τις κυβερνητικές πολιτικές οι καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών και όχι οι εργαζόμενοι σε αυτές; Αυτό μοιάζει περισσότερο με αποικιοκρατικό όνειρο παρά με δημοκρατικό.

Α, πες το ντε, τώρα είναι σαφέστερο: ή το ένα θα έχουμε, ή το άλλο! Είναι πλεονεξία να έχουμε και μετανάστες που ζουν και εργάζονται εδώ ψηφοφόρους, και …τουρίστες. Οχι τουρίστες, να το πούμε σωστά: «καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών». Δεν είμαστε και τίποτις αποικιοκράτες…

(«καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών». Τι θράσος…)

Έκτον, τι θα εμποδίσει συν τω χρόνω τη δημιουργία ενός κόμματος των αποδήμων από πλούσιους και φιλόδοξους μεσσίες της διασποράς; Μόνο οι ψήφοι των αποδήμων και όσων πιστεύουν στους μεσσίες εντός των τειχών θα φτάνουν για να εξασφαλίσουν την πρωτιά στις εκλογές. Θα πρόκειται για ένα μείγμα αποικιοκρατίας και μπερλουσκονισμού.

Και άμα αυτοί φτιάξουν και κανα κόμμα; Είναι τόσοι πολλοί, μάλλον περισσότεροι από τα 7-8εκ ψηφοφόρων που έχουμε εδώ, που μπορεί και να κυβερνήσει! Είναι ένας σοβαρός κίνδυνος, και απορώ μ’ αυτούς που ξεκαρδίζονται με την προοπτική αυτοί. Μικρόμυαλοι. Μπερλουσκονίσκοι.

~

Πέραν της πλάκας (παρότι δεν είναι αστείο, το αντίθετο) μία τέτοια γνώμη θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σθεναρά από την ίδια την κυβέρνηση. Κάτι που, όχι μόνο δεν έγινε, μα τουναντίον υπάρχει μία συγκαταβατική σιωπή που θα έπρεπε όλους να μας ανησυχήσει, και να μας ενεργοποιήσει.

Κλείνει ο συντάκτης το άρθρο του με το εξής:

Στο διά ταύτα: Η Ν.Δ. βλέπει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει την πολιτική ηγεμονία σε αυτό τον λαό. Και, όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ, υπάρχει πάντα η δυνατότητα, αντί να αλλάξει η ίδια, να αλλάξει τον λαό. Με λίγη παρωχημένη εθνικοφροσύνη και κλασική πατριδοκαπηλία, με ελιτίστικη αντιμετώπιση του υπαρκτού λαού και την υπαγωγή του στο φαντασιακό Έθνος, θα προσπαθήσει να στριμώξει τον ΣΥΡΙΖΑ και να υπηρετήσει το μικροκομματικό της συμφέρον. Το ζήτημα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ τι θα κάνει: Θα δώσει ιδεολογικό αγώνα ενάντια στα αντιδημοκρατικά όνειρα της Ν.Δ. ή θα μιλήσει για «δίκαιο αίτημα των ομογενών που έχουν προσφέρει τόσα και τόσα στη μητέρα Πατρίδα»;

Λοιπόν, για να γίνει σαφές:

Τέτοιες θέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται εν την γενέσει τους – και όχι μόνο σε επίπεδο λέξεων, μα κυρίως σε επίπεδο πράξεων, όχι μόνο συμβολικά αλλά και πρακτικά, και όχι μόνο γιατί αυτές οι θέσεις είναι απ’ άκρη σ’ άκρη λάθος, μα κυρίως γιατί είναι ταυτόχρονα και ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ.

Γιατί λάθος; Να το πούμε απλά: οι άνθρωποι που ζουν στο εξωτερικό, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΠΩΛΕΣΕΙ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. Μπορούν κανονικά να έρθουν να ψηφίσουν, όπως και εμείς, ο,τι και αν ονειρεύονται, ο,τι και αν πιστεύουν, όσο ενημερωμένοι και αν είναι – ή δεν είναι, όσο ενδιαφέρον και να έχουν. Όλοι οι λόγοι που παρουσιάζονται, ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ. Αυτό που ΔΕΝ μπορούν, είναι αν δεν πρόκειται για «εύπορους» ή «τουρίστες» και «καταναλωτές τουριστικών υπηρεσιών», είναι να βρουν τα ΧΡΗΜΑΤΑ και τον ΧΡΟΝΟ να ταξιδέψουν μέχρι εδώ.

Οι άνθρωποι αυτοί, πρέπει να έχουν έναν απλό τρόπο (έχει λυθεί αυτό το πρόβλημα σε άλλες, πιο προηγμένες χώρες, ας δούμε τις πράκτικές τους) ώστε η συμμετοχή να είναι όχι μόνο η ασφαλέστερη, μα και η μεγαλύτερη δυνατόν. Είναι εφικτό, απαιτείται ένα κόστος (μικρό, μεγάλο, πάντως απαραίτητο) και κυρίως η πολιτική βούληση για να γίνει.

Γι’αυτό το απλό συζητάμε…

Εκτός και αν δεν συζητάμε μόνο γι’ αυτό, αλλά για την απαρχή ενός ακόμα χειρότερου αποκλεισμού από τον οικονομικό, οπότε τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα…

Τα κολαστήρια δεν τελείωσαν, απλώς εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας….

Πως γίνεται να εξαφανίσεις ένα κολαστήριο; Πως γίνεται να αποσιωπήσεις τις κραυγές του πόνου, ή τις ικεσίες των κρατουμένων για να σωθεί η ζωή τους, ή τις βρισιές των συγκρατούμενων κάποιου που πέθανε άδικα;

Η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν το κατάφερε – και τα ουρλιαχτά έφτασαν τελικά στα αυτιά μας, και οι άνθρωποι μετέφεραν το πρόβλημά τους, και το μάθαμε, και φωνάξαμε, και διαμαρτυρηθήκαμε. Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, μια χαρά το έχει καταφέρει από ότι φαίνεται, και οι φωνές της φυλακής δεν έχουν αντίλαλο έξω από τους απροσπέλαστους τοίχους και μερικούς εθελοντές που νοιάζονται.

Τούτο το κείμενο της Μπαλωθιάς, είναι μια γροθιά στο στομάχι – εντελώς τυχαία το πήρα χαμπάρι, και κάποια από αυτά που διάβασα δεν τα ήξερα καν:

Η βασική αναφορά γίνεται με βάση την κρατούμενη κυρία Δέσποινα Ζαχαρίου. Η κρατούμενη είχε γλυτώσει απο τον καρκίνο πολεμώντας τον πριν μπει στην φυλακή – αλλά μόνο πρόσκαιρα, καθώς επανήλθε. Η ευκαιρία όμως που είχε να παλέψει εκτός φυλακής, δεν της δόθηκε -όπως καταγγέλεται στο κείμενο (ενώ θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσια, καθώς είναι πια ευθύνη του κράτους ως κρατούμενη, και ευθύνη του – όπως έχω ξαναπεί):

[…]
Το οικογενειακό της ιστορικό είναι η ‘‘σφραγίδα’’ του κινδύνου που την απειλεί: Η μητέρα της πέθανε από καρκίνο του μαστού στην ίδια ηλικία με αυτήν, στα 36 της χρόνια. Το ίδιο και η αδερφή της μητέρας της. Με ένα τέτοιο ιστορικό βρέθηκε στην φυλακή. Την αγωγή που έπαιρνε έξω, δεν την πήρε ποτέ παρόλο που την ζητούσε. Είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας της που έγραφε κάθε εξέταση, χειρουργείο, ακτινοβολίες, θεραπείες. Κανένας δεν την πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που ψηλάφισε μόνη της , την πρώτη ‘‘ύποπτη εστία’’ στο στήθος. Από εκεί ξεκίνησε μια Οδύσσεια για την Δέσποινα, που κράτησε μήνες αφού το ιστορικό της δεν έλεγε τίποτα στους υπεύθυνους της φυλακής για το επείγον της κατάστασης. Από τις αρχές Δεκέμβρη έχει κάνει συνολικά οκτώ μεταγωγές σε διάφορα νοσοκομεία ανά την Αττική. Δύο φορές στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, 3 φορές στο ‘‘Μεταξά’’ και 3 φορές στον ‘’Ευαγγελισμό’’. Στις διαμαρτυρίες της στην υπηρεσία για την έλλειψη σχεδίου και τις καθυστερήσεις, η απάντηση ήταν: ‘‘αφού σε πάμε σε νοσοκομεία’’.

Σε έξι από αυτές την έστειλαν χωρίς καν τον φάκελο με το ιστορικό της και οι γιατροί, χωρίς να γνωρίζουν μέσω εξετάσεων περί τίνος πρόκειται, έκαναν τις εξετάσεις κινούμενοι οι ίδιοι από την αίσθηση του επείγοντος ενώ διαμαρτύρονταν στην εξωτερική φρουρά που την συνόδευε, αλλά και στην υπηρεσία σε ορισμένες περιπτώσεις. Στον Ευαγγελισμό σε μία επίσκεψη δεν την έστειλαν μόνο χωρίς τον φάκελό της αλλά και χωρίς να έχουν καν κλείσει ραντεβού! Πολλοί γιατροί αλλά και η εξωτερική φρουρά έλεγαν ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που έκαναν μεταγωγές ασθενών κρατουμένων γυναικών και από τις φυλακές της Θήβας σε νοσοκομεία, μάταια, αφού ‘‘ξεχνούσαν’’.. τον ιατρικό τους φάκελο στη φυλακή.

[…]

Η εξέταση που έπρεπε να κάνει η Δέσποινα Ζαχαρίου (FNA μαστού-βιοψία) ήταν αδύνατον να γίνει και οι γιατροί την έστειλαν πίσω στη φυλακή. Ότι το καθ’ ύλην αρμόδιο νοσοκομείο γι’ αυτή την περίπτωση από όσα την πήγαν ήταν το ‘‘Μεταξά’’ και ότι εκεί υπήρχε από το προηγούμενο ιστορικό της, αλλά και ο γιατρός που την είχε εγχειρήσει τρία χρόνια πριν, δεν απασχόλησε! Στο Γ.Κ.Ν Νίκαιας π.χ., ρωτούσαν γιατί την πήγαν εκεί. Τελικά η Ζαχαρίου, από έναν μικρό όγκο που είχε τον Νοέμβριο, κατέληξε να επεκταθεί το πρόβλημά της και οι ‘‘ύποπτες εστίες’’ να έχουν πολλαπλασιαστεί. Την εξέταση για την βιοψία, μετά από τόσους μήνες, την έκανε στις αρχές Μαΐου στο νοσοκομείο ‘‘Μεταξά’’. Εν τω μεταξύ, σε προηγούμενη μεταγωγή της στον ‘‘Ευαγγελισμό’’ όπου διαπιστώθηκε ότι είχε πολλούς όγκους με τον μεγαλύτερο 6,4 εκατοστά, της δήλωσαν οι ογκολόγοι πως θα πρέπει να κάνει ολική μαστεκτομή. Ωστόσο στη φυλακή γνώριζαν ότι το πρόβλημά της έχει πολλαπλασιαστεί από τον Μάρτιο. Παρά τα όσα έχουν γίνει, η Δέσποινα είναι δυνατή και δηλώνει πως θα παλέψει με τον καρκίνο για ακόμα μια φορά. Όμως δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια. Εξαρτάται κυρίως από ένα καθεστώς που καταντά εγκληματικό.

Δεν είναι (δυστυχώς) μόνο μία περίπτωση. Ακομα και έτσι θα ήταν ανησυχητικό, αλλά η καταγγελία αναφέρεται σε περισσότερα περιστατικά. Κατ’ αρχάς, έναν θάνατο:

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το θάνατο της κρατούμενης Βασιλικής Σταθοπούλου. Η Σταθοπούλου που είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο όσο ήταν ελεύθερη, νοσούσε για μήνες ως κρατούμενη με πολύ σοβαρά συμπτώματα και αντιμετώπισε την αδιαφορία και τον εμπαιγμό. Γιατροί του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ αρνούνταν να την πάνε σε εξωτερικό νοσοκομείο δηλώνοντας ότι προσποιείται την άρρωστη. Την πήγαν στο νοσοκομείο όταν ο καρκίνος κατέστρεψε τον εγκέφαλό της και άρχισε να παραληρεί. Λίγες βδομάδες αργότερα πέθανε. Δεν δόθηκε κανένα περιθώριο ούτε στους γιατρούς του εξωτερικού νοσοκομείου ούτε στην ίδια την Σταθοπούλου να παλέψει άλλη μια φορά με τον καρκίνο. Την ‘‘ευκαιρία’’ αυτή της την αφαίρεσε η φυλακή.

Είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο η κυρία Βασιλική Σταθοπούλου, άρα οι φυλακές το ήξεραν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί (οι γιατροί!) δεν την πήγαιναν σε νοσοκομείο γιατί πίστευαν ότι προσποιείται. Τελικά, η …διάγνωσή τους ήταν εσφαλμένη, καθώς ο καρκίνος πήγε στον εγκέφαλό της. Δεν είχε καμία ευκαιρία πια να πολεμήσει.

Φυσικά, καμία δήλωση δεν άκουσα από το Υπουργείο για τον θάνατό της, ή την πιθανότητα διεξαγωγής έρευνας για το τι πήγε στραβά και ποιος, τελικά, ευθύνεται. Αθόρυβος ο θάνατός της.

Αθόρυβος, αλλά στα όρια του εγκληματικού. Όπως καταγγέλλεται στο άρθρο:

Στοιχεία και στατιστικές για τους θανάτους στις ελληνικές φυλακές από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν υπάρχουν. Ή μάλλον…είναι καλά κρυμμένα. Το 2016 ‘‘εξαφανίστηκε’’ από το Υπουργείο Δικαιοσύνης βιβλίο που περιείχε αριθμούς και στατιστικά στοιχεία των θανάτων στις φυλακές τις τελευταίες 3 δεκαετίες.

Και πιο μετά αναφέρεται ότι:

Στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ εγκαταλείπονται βαριά άρρωστοι άνδρες κρατούμενοι χωρίς την αναγκαία ιατρική κάλυψη. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν πεθάνει πάνω από 100 κρατούμενοι, ενώ από τις 4/12/2016 έως τις 2/10/20017 έχουν δηλωθεί 25 θάνατοι σε αυτό. Έχουν γίνει πολλές καταγγελίες για το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού όμως τίποτα δεν έχει γίνει. Το νοσοκομείο αυτό δεν παρέχει ιατρική μέριμνα για τις σοβαρές ασθένειες των κρατουμένων που κρατούνται σε αυτό, δεν έχει την υλικοτεχνική υποδομή και ούτε καν τα βασικά φάρμακα και αναλώσιμα που χρειάζονται.

Τρεις δεκαετίες αναφορών …χάθηκαν. Παφ. Και ελπίζει ο μαλάκας ο αρκούδος, ότι κάποιος θα αναζητήσει ευθύνες για τα κολαστήρια τότε, και τώρα. Φευ.

Αν είναι πρόβλημα για ελληνίδες κρατούμενες η ιατρική αντιμετώπιση στις φυλακές, πολλώ δε μάλλον ειναι για τις τσιγγάνες. Η επόμενη καταγγελία αφορά μία τσιγγάνα, την κυρία Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, η οποία παρά το επανειλημμένο αίτημα του χειρούργου της φυλακής να πάει σε νοσοκομείο για τον διαβήτη που αντιμετωπίζει στο πόδι της, όπως καταγγέλλεται η διοίκηση των φυλακών κωφεύει:

Ο κοινωνικός ρατσισμός τον οποίο αντιμετωπίζουν τις κρατούμενες και τους κρατούμενους στις φυλακές δεν είναι μικρό φαινόμενο. Ακόμα και από ορισμένους γιατρούς σε φυλακή μπορεί κάποιος να ακούσει: ‘‘ Όταν έκανες ό,τι έκανες δεν σκεφτόσουν την υγεία σου’’ ή ‘‘έκανες ό,τι έκανες και τώρα έρχεσαι σε εμάς να σε κάνουμε καλά’’. Την παραπάνω φράση την άκουσε και η Δέσποινα Ζαχαρίου, και η Ζαχαρίου είναι αθίγγανη, όμως αυτός ο κοινωνικός ρατσισμός όταν εκδηλώνεται προεκτείνεται σε όλες τις φυλετικές και εθνικές κατηγορίες κρατουμένων.

Η μόνη περίπτωση που ήξερα (και ετοιμάζω ειδικό άρθρο με αφορμή του) είναι η περίπτωση του κύριου Ζώσου Μαλτέζου από χαλασμένο δόντι στις 2/2/18. Ίσως όμως, εκείνη η «αμέλεια» έκανε τους κρατούμενους πιο … προσεκτικούς:

Μια άλλη κρατούμενη από τις φυλακές της Θήβας (Μ.Σ) με απόστημα στο δόντι, αναγκάστηκε να κάνει εξαγωγή μόνη της αφού δεν της έδιναν αντιβίωση και η κατάστασή της χειροτέρευε.

Η κρατούμενη έκανε εξαγωγή μόνη της, γιατί δεν της έδιναν αντιβίωση – και μάλλον (δεν έχω ημερομηνίες για την καταγγελλία) θέλησε τουλάχιστον να γλυτώσει την ζωή της. Βάλτε εσείς όποιο σχόλιο νομίζετε ότι ταιριάζει σ’ αυτό που διαβάσατε μόλις.

Για κάποιον λόγο, οι φυλακές θεωρούν ότι η αυτοκτονία, αντί να είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επιβαρυντική για την διοίκηση ως λόγος θανάτου, τον …προτιμούν:

Ως πρώτη αιτία θανάτου στις φυλακές δηλώνεται η αυτοκτονία. Στο νοσοκομείο ‘‘Άγιος Παύλος’’ στις αρχές της χρονιάς βρέθηκε κρεμασμένος στην απομόνωση οροθετικός κρατούμενος. Το ίδιο διάστημα στις φυλακές Χανίων έδωσε τέλος στη ζωή του άλλος κρατούμενος με τον ίδιο τρόπο. Η ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι κρατούμενοι είναι ανάλογη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, (τοξικοεξαρτημένοι, άρρωστοι, άποροι κλπ) και των συνθηκών κράτησης, έτσι κάποιοι από αυτούς βάζουν τέλος στη ζωή τους. Οι συνθήκες κράτησης θα επιδεινωθούν και η πίεση πάνω στους κρατούμενους θα αυξηθεί με το νέο πιο αυστηρό πλαίσιο με την στρατιωτικοποίηση των φυλακών που προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης με τον νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όπως αναλυτικά καταγράφει στο κείμενο που έχει δημοσιεύσει η Αγωνιστική Ένωση Κρατουμένων.

Καταλήγει το άρθρο:

Το κράτος και το σωφρονιστικό σύστημα μας θέλει την καθεμιά και τον καθένα μόνο του απέναντί του ώστε να κατοχυρώνεται η αδυναμία και η ματαιότητα της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των κρατουμένων.Τα δικαιώματα αυτά θα καταστρατηγηθούν με το νέο Σωφρονιστικό Κώδικα σε μεγάλο βαθμό.Κανένα πρόβλημα στη φυλακή δεν είναι ατομικό. Κάθε ιστορία αυτοανακλά προβλήματα πολύ ευρύτερα που αγγίζουν τον καθένα. Για να μην γίνονται οι φυλακές κρεματόρια για τους κρατούμενους, για να μην μετατρέπεται η όποια ποινή μέσω των συνθηκών κράτησης σε θανατική καταδίκη, χρειάζεται αλληλεγγύη και αντίσταση:

1. Να σταματήσει η εγκληματική αδιαφορία και ο εμπαιγμός απέναντι στη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η υπηρεσία των φυλακών Κορυδαλλού είναι οι υπεύθυνοι για την εξέλιξη της υγείας της.

2. Να μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.

3. Φυλακές χωρίς δυνατότητα άμεσης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν μπορούν να υπάρχουν. Ιατρική φροντίδα και φάρμακα σε όλες τις φυλακές.

4. Όχι στην εξόντωση μέσω των ψυχοφαρμάκων. Να παρέχονται δημιουργικές διέξοδοι για τους κρατούμενους και να εξετάζονται οι ψυχικά ασθενείς με ιατρικούς και όχι με καπιταλιστικούς όρους.

5. Όχι στο νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όχι στην στρατιωτικοποίηση των φυλακών, τις απομονώσεις και τα καθεστώτα εξαίρεσης.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ -ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ (υπέγραψαν 38 γυναίκες του ισογείου)

Το έχω ξαναπεί: οι κρατούμενοι/ες συχνά, είναι πιο ελεύθερες από εμάς. Κάθε καταγγελία τους γίνεται με κίνδυνο αντιποίνων – και, αν όντως δεν σου δίνουν υπο φυσιολογικές συνθήκες μία αντιβίωση για ένα χαλασμένο δόντι, φανταστείτε αν θέλουν να σου κάνουν και αντίποινα τι θα συμβαίνει.

Ε, εκτίθενται και κάνουν την καταγγελία τους, με αίτημα να ..πάνε σε νοσοκομείο η κυρία Παναγιωτοπούλου και η κυρία Ζαχαρίου.

Για τέτοια αυτονόητα εκτίθενται τόσο πολύ.

Κάθε καταγγελία τους οφείλει να ξυπνάει εμάς. Οφείλουμε μία αντίδραση, μία διαμαρτυρία, να προστατέψουμε και να πιέσουμε, τους αρμόδιους Υπουργούς για απαντήσεις και τιμωρίες και λύσεις. Οφείλουμε να πιέσουμε κυβερνήσεις κόμματα και Πρωθυπουργούς, όταν οι Υπουργοί τους κωφεύουν. Και οφείλουμε τιμωρίες όταν παρ’ ελπίδα κωφεύουν και αυτοί.

Εμείς, που είμαστε ελεύθεροι.

Υ.Γ.: Επέστρεψα στο κείμενο, και προσέθεσα το «κυρία» δίπλα σε κάθε όνομα. Μου φάνηκε περίεργο: κυρία μία κρατούμενη; Μετά βγήκα από τον κοινωνικό αυτοματισμό, και αναρωτήθηκα αν υπάρχει καν ερώτημα.

Στις 8 Μαΐου του 2015, στις 8:20 το πρωί, η περιοχή του Ασπρόπυργου ταράχτηκε από (άλλη μία, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα) έκρηξη. Στα Ελληνικά Πετρέλαια, τα ΕΛΠΕ, έξι άνθρωποι οδηγούνται στο νοσοκομείο – τέσσερις από τους οποίους, με ηλικίες από 27-41 χρονών, θα πεθάνουν μετά από μερικές ημέρες, υποκύπτοντας στα τραύματά τους.

Τέσσερις άνθρωποι πέθαναν από αυτήν την έκρηξη – και όμως, καμία δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί για τον θάνατό τους έκτοτε. Καμία δικαιοσύνη, και, κυρίως, καμία μνήμη δεν περισσεύει γι’ αυτούς.

Η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά την κυβέρνηση Σύριζα / Αν. Ελ. – επί των ημερών της, και την πρώτη της θητεία έγινε η έκρηξη – επί των ημερών της, και της υπόλοιπης δεύτερης θητείας της η αποσιώπηση και η όποια κωλυσιεργία της υπόθεσης.

Οι μόνοι που αντέδρασαν επισταμένα δημοσιογραφικά, ήταν η Εφημερίδα των Συντακτών που, χάρη στα εκτεταμένα ρεπορτάζ τους, μαζί με τον Ριζοσπάστη και τοπικά site της περιοχής με βοήθησαν να συλλέξω ένα μεγάλο υλικό για την υπόθεση, και να συντάξω μία καταγραφή των γεγονότων σχεδόν μέχρι σήμερα:

Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα όμως, τρία ολόκληρα χρόνια, δεν τιμωρήθηκε κανείς.

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, παραμένει (για όσους ακόμα ασχολούνται και θυμούνται) η ατιμωρησία, για μία εταιρία και υπευθύνους που δεν είναι μόνο οι ισχυροί ιδιώτες, αλλά και το ίδιο το κράτος.

Σε όλο αυτό το διάστημα, ουδείς επίσημος έχει τολμήσει να ψελλίσει τα τέσσερα ονόματα που παραμένουν από κάθε πλευρά ξεχασμένα:

Χαράλαμπος Δευτεραίος, 41 ετών, πατέρας δύο παιδιών.
Ραμαντάν Ντελιλάΐ, εργαζόμενος σε εργολαβική εταιρία, 32 ετών.
Αντώνης Αβράμπος, 27 ετών.
Κώστας Μαγγούρας, 31 ετών.

Πορίσματα ξεχασμένα στα συρτάρια, ελάχιστου κόστους οικονομικές ποινές που δεν ξέρω καν αν έχουν επιβληθεί, διαφήμιση στα μέσα για το φιλανθρωπικό έργο της εταιρίας, βραβεία για την εταιρική παρουσία της εταιρίας, και, πάνω από όλα, σιωπή.

Έρχονται και πωλήσεις, δεν ξέρω αν είναι καιρός για …δικαιοσύνες τώρα.

Και οι υπόλοιποι λίγοι, καταγεγραμμένοι ίσως σε μία κρυφή λίστα ενοχλητικών της εταιρίας, να πασχίζουν να θυμούνται ότι τέσσερις νέοι άνθρωποι, χωρίς να φταίνε σε τίποτα, τρέχοντας όπως λένε οι καταγγελίες να προλάβουν εξωπραγματικά χρονοδιαγράμματα με σκοπό το άγιο κέρδος της εταιρίας και των μετόχων της (μεταξύ των οποίων και το κράτος – εμείς), τέσσερις άνθρωποι που ήξεραν ότι είχαν γίνει μόλις λίγο καιρό πριν, πάλι σύμφωνα με τις καταγγελίες, και άλλα τέτοια ατυχήματα, χάνουν τις ζωές τους αφήνοντας πίσω απροστάτευτες τις οικογένειές τους.

Και εμείς, αθόρυβα, να αφήνουμε στην εταιρία την …υποχρέωση να αυτορρυθμίζεται, όπως (δεν) έκανε ούτε πριν, ούτε μετά όπως καταγγέλλεται από τους εργαζόμενους και τις ενώσεις. Δεν ξεκαθαρίσαμε τις ευθύνες, δεν τιμωρήσαμε, δεν μιλήσαμε καν.

Για άλλη μία φορά, για άλλη μία φορά, η δικαιοσύνη στο συρτάρι.

~

Με αυτά και με αυτά, βγαίνει μάλλον προφητικό το κυνικό άρθρο του Δρυμιώτη στην Καθημερινή εκείνης της εποχής, καθώς – από ότι φαίνεται – όλοι, ιδιωτικός τομέας, δημόσιος τομέας, πρωθυπουργός, κυβέρνηση, πολιτικοί, υπεύθυνοι για την ασφάλεια των εργαζομένων, υπεύθυνοι για την δικαιοσύνη, δημοσιογράφοι, όλοι μοιάζουν να ενστερνίζονται προφανώς τα σοφά λόγια του:

«[…] Ας αφήσουμε κατά μέρος την εύκολη προπαγάνδα και κριτική. Ατυχήματα συμβαίνουν και θα συμβαίνουν παντού, ανεξάρτητα από την ιδεολογία.

Είναι μέρος της ζωής μας.

Μπορούμε και πρέπει να προσπαθούμε να τα περιορίσουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό, αλλά όποιος ισχυρίζεται ότι μπορούμε να τα αποφύγουμε, είναι βαθιά νυχτωμένος ή σωστότερα φοράει μαύρες, κατάμαυρες παρωπίδες. Ειδικά οι εργολαβικές εταιρείες, που παρέχουν υπηρεσίες σε τρίτους, προσέχουν πολύ περισσότερο το θέμα της ασφάλειας ώστε να μην έχουν ατυχήματα, γιατί απλούστατα αν έχουν ατυχήματα θα χάσουν τους πελάτες τους.

Δεν υπάρχει στη ζωή δραστηριότητα, ακόμα και ψυχαγωγική, χωρίς τον κίνδυνο ατυχήματος.

Ολα τα άλλα είναι φτηνή προπαγάνδα!

[…]»

Η όλη υπόθεση της αναδοχής παιδιού από ομοφυλόφιλους γονείς, ήταν ανέκαθεν για μένα ένα τεστ υποκρισίας: Όποιος λέει «Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – αλλά όχι και να υιοθετήσουν ένα παιδί» έχει σαφώς πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – ο,τι και να υποστηρίζει πριν το «αλλά».

Κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί αυτό το αλλά, θα καταλήξει μαθηματικά στο «γιατί οι ομοφυλόφιλοι είναι ανώμαλοι». Άλλο «αλλά» – δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα.

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο να αποδεχθώ ότι εν έτη 2018 ακόμα ασχολούνται οι άνθρωποι με το ποιον αγαπά ο διπλανός τους. Μου είναι ακατανόητο να αποδεχθώ ότι ένας συνάνθρωπός μου θα στερηθεί ένα δικαίωμα, είτε αυτό είναι κοινωνικό (πχ μία σύνταξη) είτε αυτό είναι ανθρώπινο (πχ μία αναδοχή, ή μία υιοθεσία) επειδή δεν αρέσει σε κάποιον άλλο ποιον ή ποιαν έχει επιλέξει για σύντροφο.

Από την πιθανότητα σε κάποιον αρέσει ή να μην αρέσει η ομοφυλοφιλία, μέχρι το δικαίωμα να παρέμβει στην ζωή του άλλου δήθεν «δημοκρατικά», υπάρχει ένα τεράστιο κενό – όταν αυτό εξατμίζεται, με τρελαίνει.

Ακόμα και η γραμμή «όχι, γιατί δεν το αντέχει η κοινωνία» είναι διπλά υποκριτική: Όχι μόνο παρεμβαίνουμε στην ζωή κάποιου άλλου γιατί μας ενοχλεί μία απόφασή του, αλλά δεν αναλαβάνουμε καν την ευθύνη αυτής της καταπίεσης: αναθέτουμε την ευθύνη στην κοινωνία και στις «αντοχές» της, και έτσι δεν θα χρειαστεί να απαντήσουμε εμείς γι’ αυτό.

Ακόμα και όταν –και εδώ είμαι και γω ένοχος, καθώς το έχω κάνει αυτό το λάθος– βάζει το παιδί ως παράμετρο σ’ αυτή την διαδικασία: «Να προστατέψουμε το παιδί από αυτήν την κοινωνία που δεν είναι έτοιμη». Όσο με αφορά, αντιλαμβάνομαι ότι υπήρξα λάθος, καθώς ναι μεν το ενδιαφέρον μου ήταν αληθινό, η λύση όμως δεν θα ερχόταν με την αντιμετώπιση του προβλήματος, μα με την συγκάλυψη του: Όταν κάποιος φερθεί μαλακισμένα σε ένα παιδί, δεν θα φταίει το παιδί, δεν θα φταίνε οι γονείς του – θα φταίει αυτός ο κάποιος. Ακριβώς όπως δεν φταίει μία γυναίκα που φορά μίνι για τον βιασμό της, έτσι δεν φταίει ένας ομοφυλόφιλος γονιός που κάποιος ασχημονεί σε ένα παιδί. Φταίει αυτός που δημιουργεί πρόβλημα, και καλό θα είναι να το ξεκαθαρίσουμε. Και, ξεκαθαρίζοντάς το, παρέχουμε έναν καλύτερο κόσμο γι’ αυτό το παιδί, που είναι τελικά και το ζητούμενο.

Όσο με αφορά, τα πράγματα (ειδικά στην νομική τους υπόσταση) είναι απολύτως ξεκάθαρα: Επιτρέπεται σε κάποιον να επιλέγει τον σύντροφό του;

Αν ναι, ούτε η «κοινωνία», ούτε η δική μας θέση μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο ένα δικαίωμα αναδοχής (ή σύνταξης, ή αναγνώρισης, ή, ή).

Αν όχι, τότε ας ορίσουμε σαφώς ποιον μπορεί ή δεν μπορεί να ερωτεύεται ο καθένας, και ας μην προσπαθούμε να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι ανήκουμε σε μία κοινωνία που σέβεται την ελευθερία των ανθρώπων της.

Ύστερα από τους δύο νεκρούς σε μόλις τρεις ημέρες στις Ελληνικές φυλακές, προστέθηκε μία τρίτη, μόλις σήμερα, με τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες:

Την ενημέρωση δεν έκανε το ελληνικό κράτος, ως όφειλε, αλλά η δικηγόρος του – η οποία ενημέρωσε για το πως πέθανε ο πελάτης της:

Η Ηλέκτρα Κούτρα, καταλήγει: «Σε άλλη χώρα θα ‘χε παραιτηθεί ο Υπουργός»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό, ειδικά μετά την πρόσφατη υπόθεση των δύο άλλων κρατουμένων που έχασαν τις ζωές τους – γιατί δεν παραιτούνται;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου (ειδικά σ’ αυτήν την περίπτωση) να …παραιτηθούν. Καθόλου όμως.
Εξηγούμαι.

~

Όταν το κράτος φυλακίζει κάποιον, είτε μιλάμε για πρόσφυγα, μετανάστη, αιτούντα άσυλο – είτε για φυλακισμένο στα κολαστήρια των ελληνικών φυλακών, έχει την απόλυτη ευθύνη του.

Του στερεί την ελευθερία του (άλλοτε νόμιμα, ύστερα από καταδικαστικές αποφάσεις, άλλοτε παράνομα, όπως γίνεται στους πρόσφυγες) αλλά αναλαμβάνει μία ξεκάθαρη, απολύτως σημαντική και απαραβίαστη συμφωνία: Θα κάνει ο,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, να τύχει αυτός ο άνθρωπος της καλύτερης μεταχείρισης όσο αφορά κυρίως την υγεία του (ψυχολογική και σωματική) και την ακεραιότητά του.

Όταν φωνάζαμε για το Κολαστήριο – γι’ αυτό φωνάζαμε. Όταν φωνάζαμε για την Μόρια, και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης – γι’ αυτό φωνάζαμε.

Όταν τον αναγκάζεις να ζει σε απαράδεκτές συνθήκες – πολλώ δε μάλλον όταν πεθαίνει κάποιος – είσαι απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτό. Είτε είσαι ο διοικητής της μονάδας που τον «φιλοξενεί», είτε είσαι ο αρμόδιος υπουργός, είτε είσαι ο πρωθυπουργός.

Υπεύθυνος για όλες τις ζωές, μία-μία, αυτών των ανθρώπων.

Όταν κάποιος εξ’ αυτών πεθαίνει, οφείλεις απέναντι στον ρόλο σου να αναζητήσεις ποιος ευθύνεται. Είσαι ο διοικητής; ελέγχεις τους υπαλλήλους σου. Είσαι ο υπουργός; Ελέγχεις τους διοικητές σου. Είσαι ο πρωθυπουργός; Ελέγχεις τους Υπουργούς σου.

Για κάθε έλεγχο που ΔΕΝ κάνεις για υφιστάμενό σου, η ευθύνη μετακυλίεται σε σένα.

~

Πάμε λοιπόν εδώ, στην σημερινή τραγωδία.

Ένας άνθρωπος (για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχει καμία σημασία) φτύνει αίμα από το στόμα.

Το παιδί σου, το παιδί του υπουργού, το παιδί του γείτονα.

Πιστεύεις ότι έχει φυματίωση. Πολύ άσχημο αυτό, φτύνει αίμα ο άνθρωπος. Δεν έχεις κανέναν φάκελο για την ιατρική του κατάσταση; Καμία καρτέλα για το αν φτύνει αίμα γιατί είναι όντως φυματικός (και άρα δεν έχει δουλειά από πριν στον γενικό πληθυσμό) ή γιατί ξέρω γω τον χτύπησε συγκρατούμενός του και πεθαίνει; Ξέρεις; Δεν ξέρεις;

Τι κάνεις;

Τον στέλνεις στην απομόνωση;

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

ΤΟΝ ΠΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ.

Όχι αύριο το πρωί, ΣΗΜΕΡΑ. ΤΩΡΑ.

Φτύνει αίμα ο άνθρωπος, δεν τον βάζεις στην απομόνωση τιμωρία, ανησυχείς, ξεκινάς διαδικασίες, ρωτάς, μαθαίνεις την κατάστασή του, την αντιμετωπίζεις με τον καλύτερο τρόπο για τον άνθρωπο.

Πήρες την απόφαση, τον έβαλες στην απομόνωση. Και πέθανε.

Και ζητάμε …μία παραίτηση;

~

Οχι, λυπάμαι. Εδώ και χρόνια -ανεξαρτήτως κυβερνήσεων- δεν ζητάω παραιτήσεις: Απαιτώ την ποινική καταδίκη των υπευθύνων.

Στο Κολαστήριο, παρότι άλλαξε η κυβέρνηση, δεν αποδόθηκαν ευθύνες στην διοίκησή του για τους τόσους νεκρούς.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όχι μόνο έχουμε νεκρούς, όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι έζησαν και ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες, αλλά η πολιτική ηγεσία παραδέχεται τις συνθήκες, και …μαθαίνει από αυτές.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δόθηκε η ευκαιρία, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Σύριζα και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, να ξεκινήσουν έρευνες, να απαιτήσουν κάθαρση, να στείλουν σε εισαγγελέα όλα τα στοιχεία που είχαν για το παρελθόν.

Πέρασαν τρία χρόνια, και δεν το έκαναν ποτέ ως τώρα.

Πέρασαν τρία χρόνια, και οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνεχίζουν να ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες.

Πέρασαν τρία χρόνια και οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν έχουν βασική, αξιοπρεπή ιατρική μεταχείριση – και συνθήκες διαβιώσης.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμα ο κόσμος ζητά «παραιτήσεις». Εδώ και χρόνια, εγώ επιμένω:

Ποινικές ευθύνες.

Στους διοικητές, στους Υπουργούς τους, στους Πρωθυπουργούς τους.

Είναι έγκλημα. Και πρέπει να τιμωρείται αναλόγως. Τίποτα λιγότερο δεν είναι ανεκτό, αρκετό, ή αξιοπρεπές.

~

Στο προηγούμενο άρθρο, έγραφα ως κατακλείδα: «Θα σταματήσουν, όταν μας νοιάξει».

Στην πραγματικότητα, όχι όταν νοιάξει όλους. Οι της αντιπολίτευσης, όσο και αν φωνάζουν – δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν κάτι, οι μόνοι που μπορούν να πουν «ως εδώ», είναι οι φίλα προσκείμενοι στην κυβέρνηση. Χωρίς την δική σας συμμετοχή, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Χωρίς την δική σας οργή, δεν μπορεί να τιμωρηθεί κανείς. Χωρίς το δικό σας ενδιαφέρον, δεν θα αποδώσουμε δικαιοσύνη ούτε στους νεκρούς, ούτε ελπίδα σε όσους πασχίζουν, σήμερα, να μείνουν ζωντανοί.

Ξεφύγετε από τα πρόσωπα. Ξεφύγετε από τα διλήμματα. Ξεφύγετε από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες: Μόνο εσείς μπορείτε να αλλάξετε αυτήν την κατάσταση.

Θυμηθείτε:

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Ο διοικητής τους υφισταμένους του. Ο Υπουργός τους διοικητές του. Ο πρωθυπουργός τους Υπουργούς του.

Εμείς τις κυβερνήσεις μας.

Φοβού.

Φοβού, γίνονται πράγματα γύρω σου που δεν καταλαβαίνεις – θα στα εξηγήσω εγώ. Φοβού, φοβού. Φοβού για να γλυτώσεις. Φοβού τον δίπλα σου, κάτι θέλει από σένα, θα σε κατακτήσει, θα σε εξαφανίσει, έχει σχέδιο, έχει πρόγραμμα, έχει πλάνο, δεν γλυτώνεις, το μόνο που σε γλυτώνει είναι ο φόβος.

Φοβού.

Φοβού, μην εμπιστεύεσαι, μην κατεβάζεις τις άμυνές σου, οργανώσου, κοίτα τους άλλους, να σταθείς στα πόδια σου, είμαστε πολλοί, όλοι μαζί είμαστε ανίκητοι. Φοβού. Φοβού, άκουσέ με, κοίταξέ τον, είναι μουσουλμάνος, είναι μετανάστης, είναι άθεος, είναι αναρχικός, είναι κομμουνιστής, είναι ξένος – γιατί να είναι εδώ, δεν καταλαβαίνεις; θα σε αλλώσει, θέλει την ιστορία σου, σε ζηλεύει, γιατί εσύ ξέρεις την αλήθεια, άκουσέ με εμένα, πρόσεξέ με, τα μάτια στον στόχο, εσύ υπερασπίζεσαι ΤΟ ΣΩΣΤΟ, το πρέπον, την αλήθεια, την μία αλήθεια, οι άλλοι θέλουν να σε κάνουν σαν αυτούς, στην αμαρτία, θα σε παραπλανήσουν, είναι κακοί άνθρωποι, θέλουν το κακό σου, εμένα θα ακούς, φοβού.

Φοβού, φοβού. Φοβού. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Όλοι είναι ενωμένοι εναντίον σου, εναντίον μας, μας πολεμάνε, μας εχθρεύονται, σκάβουν τον λάκο μας, μασόνοι, εβραίοι, φοβού, φοβού. Φοβού, και θύμωσε. Μην πέσεις, πολέμα, θύμωσε, φοβού, αντέδρασε, αντέδρασε στο σχέδιό τους, δεν θα σταματήσουν, θα σε χτυπούν, χτύπα και εσύ, άκουσέ με, δακρύζει η παναγιά την σταγόνα της, το άγαλμα πέφτει, δεν είναι ο άνεμος, δεν το βλέπεις; δεν το βλέπεις; τα σημάδια είναι υπέρ μας, μας προστατεύουν οι θεοί, αυτοί υπακούουν σε δαίμονες, στο κακό, άκου εμένα, μόνο την δική μου φωνή, ΣΥΓΚΕΝΤΡΏΣΟΥ, μην τους ακούς, φοβού.

Μην τους ακούς, θα σε πλανέψουν. Έχουν λόγια γλυκά, πονηρά, αλληλεγγύη, φιλία, θα σε κάνουν φίλο με τον διάβολο, θα σε κάνουν αδελφό του κακού, είναι μωροί – και όσοι δεν είναι μωροί είναι κακοί, να τους φοβάσαι, μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον, εμένα κοίτα, μόνο την δική μου φωνή να ακούς, είμαστε μαζί, δεν είσαι μόνος σου, όσα φοβάσαι ισχύουν, έλα μαζί μου, έλα μαζί μας, φοβού, μαζί θα νικήσουμε, η αλήθεια θα νικήσει, είμαστε δέκα, χίλιοι, θα γίνουμε εκατό χιλιάδες, εκατομμύρια, θα πατάξουμε τον εχθρό, όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους, είναι εναντίον μας, να τους το πεις, να το ξέρουν, να φοβούνται, όσοι δεν σε σέβονται τουλάχιστον να σε φοβούνται, να φοβούνται κι αυτοί, να φοβούνται όλοι, ΟΛΟΙ, φοβού, φοβού ρε. ΦΟΒΟΥ.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Μόλις πέρσι, μετά τα μεγάλα κρύα και τους νεκρούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε «Κέντρα φιλοξενίας» ο Γιάννης Μουζάλας, Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της κυβέρνησης Σύριζα/ΑΝΝΕΛ είχε δηλώσει πως «μετά τον φετινό χειμώνα, γίναμε σοφότεροι».

Φέτος, σε δήλωση σε γερμανική εφημερίδα για τις συνθήκες, απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου πως «όχι, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα έχουμε νεκρούς φέτος, αλλά θα κάνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε».

Προσπαθώ εδώ και μέρες να συντάξω ένα κείμενο, αλλά μου είναι αδύνατον να διαχειριστώ τόσο αποτρόπαια κυνικές δηλώσεις. Για την πρώτη, είχα ήδη κάνει ένα ποστ, για την δεύτερη, δυσκολεύομαι να συμπυκνώσω χωρίς βρισιές σε ένα αξιοπρεπές κείμενο τον θυμό μου.

Αναρωτιέμαι πως γίνεται να είναι κάποιος τόσο σκληρός, τόσο απάνθρωπος. Τι επιτυγχάνει, (πέραν της προσπάθειας να σοκάρει το γερμανικό και ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό) με μία τέτοια δήλωση, τι κληρονομεί αυτός ο τρόπος σκέψης.

Ταυτόχρονα με την δήλωση σχεδόν, έχουν χτυπήσει τον κώδωνα του κινδύνου μεγάλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, διεθνείς οργανισμοί και φορείς, για αυτό που περιμένει αυτούς τους ανθρώπους στα κρύα των νησιών (αλλά και της ηπειρωτικής χώρας) που «φιλοξενούνται» έγκλειστοι. Θα υπάρχουν νεκροί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Άνθρωποι που έχουν ζήσει τόσες κακουχίες, που έρχονται ακόμα και τώρα, χειμωνιάτικα, στοιβαγμένοι σε μία βάρκα μέσα στα άγρια κύματα, που έχουν ζήσει πόλεμο και απάνθρωπες συνθήκες, που ακόμα και αν ήταν σε καλή κατάσταση σωματική και ψυχολογική οι συνθήκες επιβίωσης στις σκηνές της Μόριας θα τους δημιουργούσαν πλείστα όσα προβλήματα – πολλώ δε μάλλον τώρα δεν θα αντέξουν όλοι αυτό που θα ακολουθήσει.

Θα υπάρξουν νεκροί, χωρίς αμφιβολία.

Οπότε το ερώτημα είναι γιατί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί η δήλωση να μην αρκεστεί στο «θα κάνουμε ο,τι μπορούμε», ή, ακόμα καλύτερα, στο «δεν θα υπάρξει κανένας νεκρός, δεν θα ταλαιπωρηθεί κανείς, γιατί θα το πετύχουμε εμείς».

Γιατί κάποιος να απαντά μ’ αυτόν τον τρόπο.

Η γνώμη μου είναι ότι αφορά την ευθύνη.

Αρκετοί κρατούμενοι πρόσφυγες έχουν πεθάνει, μα και όσοι έχουν γλυτώσει, αντιμετωπίζουν τους δαίμονές τους. Άνθρωποι που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, που λυγίζουν κάτω από την αφόρητη πίεση, άνθρωποι που τους ταΐζουν πατάτες και μακαρόνια μέχρι να φτάσουν να αντιδράσουν, που είναι φυλακισμένοι για μήνες, που κοιμούνται στο πάτωμα, που ζεσταίνονται όπως μπορούν, σε σκηνές και κουβέρτες κόντρα στα χιόνια, σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστη βοήθεια.

Όλο αυτό θα αποτελούσε πρώτης τάξεως υλικό για μία καταδίκη για παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους διοικητές αυτών των κέντρων συγκέντρωσης, τους πολιτικούς προϊστάμενούς τους, να φτάσει μέχρι την ηγεσία του υπουργείου, τον Μουζάλα, και τον αμέσως ανώτερό του, τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατηγορίες που να περιλαμβάνουν ποινές που θα έφταναν σε χρόνια πραγματικής φυλάκισης.

Για κάθε έναν άνθρωπο που έζησε φυλακισμένος σε απάνθρωπες συνθήκες, ή που πέθανε εξαιτίας αυτών. Για κάθε έναν εξ αυτών που δεν του παρείχαμε αξιοπρεπείς συνθήκες, παραδειγματική τιμωρία.

(Μου φαίνεται αδιανόητο, μία ολόκληρη κοινωνία, να παρακολουθεί -όσο είναι εφικτό, γιατί ένα από τα αρχικά μέτρα ήταν η απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων χωρίς να υπάρχει έλεγχος και έγκριση- να εξελίσσεται ένα τέτοιο μακιαβελικό σκηνικό, χωρίς να ξεσηκώνεται και να αντιδρά)

Θα είχε περισσότερη λογική όλο αυτό – αν είχαν καταμεριστεί οι ευθύνες. Αν η Ελλάδα, η κυβέρνηση επίσημα έλεγε, πχ, «πήραμε €50 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρώπη για να τους έχουμε εμείς και όχι εκείνοι, τα χαλάσαμε εδώ, εδώ και εδώ, για τόσους ανθρώπους – αυτό φτάνει: τόσο φαγητό, τόση υποστήριξη, τόσοι γιατροί, τόση στέγαση, τόση βοήθεια».

Αυτό, θα ήταν *χρήσιμο*: Θα μπορούσαμε να πιέσουμε να έρθουν και άλλα λεφτά από την Ευρώπη. Να μετρήσουμε αν αυτά που ήρθαν τελικά έγιναν σωστά φαγητά, αν πράγματι το κατα κεφαλήν κόστος πχ όντως φτάνει για μερίδες φαγητού που μπορεί να έχουν σκουλίκια, ή να στερούνται το κρέας επί δύο-τρεις εβδομάδες – ή κάποιος κερδίζει από αυτό, αν τα χρήματα έφταναν μόνο για σκηνές ή για μουχλιασμένες πρώην αποθήκες – ή αν τους πέταξαν εκεί εξοικονομώντας για άλλα πράγματα, αν έφταναν μόνο για Χ υπαλλήλους υγείας ή γραφειοκράτες που αποφασίζουν αν αξίζει κάποιος τον ορισμό πρόσφυγας ή μετανάστης – ή μπορούσαμε να έχουμε Χx10 όπου θα ήταν και ένας πιο λογικός αριθμός για να μην ταλαιπωρούνται φυλακισμένοι αυτοί οι άνθρωποι.

Θα είχαμε κάτι μετρήσιμο – και θα μπορούσαμε να δούμε ποιος φταίει, τελικά, γι’ αυτό το χάλι.

Ή, αν έλεγε «εμείς δεν πήραμε λεφτά, η ευθύνη είναι των ΜΚΟ που κάνουν κακή δουλειά εδώ, κι εδώ, μ’ αυτό ή μ’ αυτό». Αυτό θα ήταν *μετρήσιμο*, *ελέγξιμο*: θα βλέπαμε το έργο που έχει παράξει κάθε ΜΚΟ ανάλογα με τα χρήματα που έχει πάρει, θα ψάχναμε να βρούμε πως τα πήρε, τι υποσχέθηκε, και παρέδωσε τελικά, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τα μέλη και τους διοικητές του για τις πράξεις και τις παραλήψεις τους.

Κάποιος θα έπρεπε τελικά να απολογηθεί για κάθε νεκρό ή ταλαιπωρημένο άνθρωπο, είτε μέχρι τώρα, είτε από εδώ και εμπρός.

Όμως δεν γίνεται αυτό: οι καταγγελίες για ακατάλληλα φαγητά, για ακατάλληλες εγκαταστάσεις, για ακατάλληλη και ελλειπή υποστήριξη, ιατρική και γραφειοκρατική είναι διαρκείς, αλλά ούτε μία είδηση δεν έχουμε για οποιονδήποτε έλεγχο. Άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν έχουμε καμία ενημέρωση για έστω και μία ΕΔΕ για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθρωποι χάνουν την ζωή τους.

Όταν η διοίκηση δεν αποδίδει ευθύνες, ουδείς καλείται να απολογηθεί. Όταν εμείς, ή ακόμα και η δικαιοσύνη δεν αποδίδει ευθύνες στην διοίκηση, ουδείς καλείται να απολογηθεί, επίσης.

Και πως να αποδώσεις ευθύνες όταν ο άλλος σου λέει «δεν αποκλείω να πεθάνει κανείς;» Σου δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει μία μάχη, προσπαθούν, κάποιοι θα κερδίσουν, κάποιοι θα χάσουν – ατυχία, αλλά, τι να κάνουμε; Θα γίνουμε τουλάχιστον …σοφότεροι του χρόνου. Λίγο το ‘χεις;

Άλλωστε, εγώ το ‘πα θα σου πει. Σας είχα ενημερώσει. Είσαστε προετοιμασμένοι. Μην σοκάρεστε: το ξέρατε. Δεν αντιδράσατε, άρα, φταίτε και εσείς. Η σιωπή σας είναι συμμετοχή. Ας αντιδρούσατε, αν δεν θέλατε να συμβεί.

Δεν το λέει μόνο στους Ευρωπαίους αναγνώστες – το λέει και σε εμάς. Σε εμένα, σε εσένα, στην δικαιοσύνη που θα έπρεπε καιρό τώρα να αντιδράσει, στους φρουρούς τους, στους ίδιους τους φυλακισμένους:

Δεν μπορώ να εγγυηθώ. Μπορεί και να συμβεί. Προετοιμαστείτε.

Και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να παγώνουν, να αρρωσταίνουν ή να πεθαίνουν φυλακισμένοι – αλλά «εμείς» θα έχουμε κάνει ότι μπορούμε (έτσι, χωρίς έλεγχο, επειδή το λένε αυτοί που διοικούν) και θα κοιμόμαστε πιο ήσυχοι τα βράδια». Ε, και αν πεθάνει κανείς, δεν το εγγυηθήκαμε κιόλας, σωστά; Δεν είναι ότι πήραμε την ευθύνη ότι δεν θα γίνει. Είμαστε ειλικρινείς.

Το έχω ξαναπει στο παρελθόν όμως: Αν θέλει ο Υπουργός να το παίξει ειλικρινής, ας μας πει ΠΟΣΟΙ. Σε πόσους ανθρώπους να καταστραφεί η υγεία, ψυχική και σωματική, πόσοι να πεινάσουν, να διψάσουν ή να πεθάνουν, πόσοι να αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν απελπισμένοι -και πόσοι χρειάζεται να τα καταφέρουν τελικά, ώστε να χτυπήσει το καμπανάκι της ευθύνης:

«Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρχουν νεκροί φέτος – αλλά αν είναι πάνω από Χ, θα δεχθώ τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία και τον νόμο γιατί θα έχω προσφέρει μία κακή υπηρεσία που κόστισε ζωές».

Να ορίσουμε το Χ. Να είναι ένας, πέντε, δέκα ή εκατό. Να ορίσουμε φύλα, άνδρες ή γυναίκες. Ηλικίες, μέχρι εκατό αν είναι ενήλικες ή μέχρι δέκα αν είναι παιδιά.

Για μένα, ένας άνθρωπος είναι ήδη πολύ, αλλά αυτό το τραίνο το έχουμε χάσει από καιρό. Να ξέρουμε πόσο μετριέται το «έκανα λάθος», πόσο μετριέται το «φταίω», πόσο μετριέται το «ας δούμε τι πήγε λάθος». Για μένα, για σένα, για την κοινωνία μας, για τον Μουζάλα ή τον Τσίπρα.

Πόσοι είναι οι Χ; Πότε αρχίζουμε να φωνάζουμε γι’ αυτούς τους ανώνυμους νεκρούς; Πότε κάποιοι απολογούνται;

Ποιο είναι το όριό μας;

(Μόλις υπέπεσε στην αντίληψή μου ένα πόρισμα του 2017 για την υπόθεση της πρεσβείας της Βενεζουέλας στην Αθήνα, πήγα να το προσθέσω ως update στο site στο αντίστοιχο άρθρο, και ανακάλυψα ότι …ποτέ δεν έχω ανεβάσει post για το θέμα. Απολογούμαι, και επανορθώνω: Το άρθρο έχει γραφθεί σε μεταγενέστερη ημερομηνία από αυτήν που εμφανίζεται, αλλά το τοποθετώ χρονολογικά εδώ, για να διατηρηθεί η χρονική συνέχεια στο blog)

Πριν από μερικά χρόνια, το 2013 στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Βενεζουέλα, έγιναν καταγγελίες από τέσσερις εργαζόμενες της πρεσβείας ότι (τότε) πρέσβης Φράγκλιν Ραμόν Γκονσάλες τις παρενόχλησε σεξουαλικά επί οκτώ μήνες, (όπως αλλού αναφέρεται καταγγέλθηκε ότι αποπειράθηκε να βιάσει μία εξ αυτών)

Λίγο καιρό μετά, ο πρέσβης αντικαθίσταται από τον Φαρίντ Φερνάντες, ο οποίος εργαζόταν ήδη στην πρεσβεία. Οι τρεις στις τέσσερις γυναίκες απολύονται, και καταγγέλλουν πλέον ότι η απόλυσή τους (από τον Φαρίντ Φερνάντες) έγινε ακριβώς επειδή έκαναν την καταγγελία κατά του πρέσβη, και γι’ αυτό ζητούν από τα δικαστήρια να αποζημιωθούν για την καταχρηστική και εκδικητική ενέργεια.

Ο σημερινός πρέσβης, Φαρίντ Φερνάντες, δηλώνει ότι δεν απολύθηκαν λόγω των καταγγελιών, αλλά γιατί κρίθηκαν ανεπαρκής. ‘Οπως δήλωσε στο δικαστήριο, δεν είχε ιδέα για τις καταγγελίες.

Στο ίδιο δικαστήριο πάντως, σύμφωνα με την ειδησεογραφία, δεν προσκομίστηκε κανένα στοιχείο ότι η πρεσβεία είχε προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφής καταγγελία προς τις εργαζόμενες για την ποιότητα της δουλειάς τους.

Αντιθέτως, ο προηγούμενος πρέσβης Ροδρίγο Τσάβες Σαμούδιο κατέθεσε ότι είχε ενημερώσει σε συναντήσεις μεταξύ άλλων και τον σημερινό πρέσβη Φαρίντ Φερνάντες που τις απέλυσε για τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση, προφανώς πριν ακόμα απολυθούν οι τρεις εργαζόμενες.

Τα δικαστήρια θα εκδώσουν το επόμενο διάστημα (*αν δεν έχει ήδη γίνει, αδυνατώ να βρω πάντως απόφαση) την απόφασή τους για τις κυρίες που εργάζονταν εκεί.

Μέχρι στιγμής, ο,τι περιγράφω είναι δεδομένα – η χρονική σειρά, οι καταγγελίες, τα δικαστήρια, οι καταθέσεις.

Υπάρχει όμως και μία περίεργη παράμετρος, εξίσου ενοχλητική.

Το 2016 ο δημοσιογράφος Ιάσωνας Πίπινης έγραψε ένα άρθρο στο οποίο ανέφερε ότι το 2013, όταν είχαν ήδη γίνει οι καταγγελίες, ο τότε πρόεδρος του Σύριζα και σημερινός πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σε μία επιστολή του που συνέχαιρε τον πρόεδρο της Βενεζουέλας για την εκλογή του, ανέφερε σε μία παράγραφο της για το θέμα:

«Μέχρι στιγμής το προσωπικό της πρεσβείας έχει επιδείξει πολιτική ωριμότητα και δεν θα λάβει μέτρα εντός της Ελλάδας, που θα δημοσιοποιούσαν το πρόβλημα, γεγονός που θα το εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τα συστημικά μέσα ενημέρωσης για να βλάψουν την Αριστερά τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βενεζουέλα»

Η Όλγα Γεροβασίλη έχει ήδη αναφέρει ότι αυτή ήταν μία «διπλωματικής μορφής» ενέργεια, και ότι …χάρη σ’ αυτήν, έφυγε τελικά από την πρεσβεία ο κατηγορούμενος πρέσβης.

~

Πάμε τώρα στην δική μου αντίληψη για το θέμα:

Είναι ανήκουστο, έτσι πιστεύω εγώ, να ξέρεις ότι υπάρχουν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση, και δρας «διπλωματικά»(*). Ο συντάκτης της επιστολής, δεν προστατεύει με αυτόν τον τρόπο τα θύματα: Η θέση μου είναι πως προστατεύεται αποκλειστικά και μόνο ο πρέσβης – αν όχι και πρεσβεία και ο Μαδούρο και ο Σύριζα – από την «εκμετάλλευση των μέσων ενημέρωσης».

Πάντως σίγουρα, δεν προστατεύονται με αυτήν την επιστολή οι καταγγέλλουσες.

Η θέση, ομολογώ, μοιάζει δύσκολη καθώς ο Σύριζα δεν ήταν κυβέρνηση τότε, δεν θα μπορούσε να ξέρει αν οι καταγγελίες στέκουν ή όχι, και κυρίως δεν έχει απολύτως κανέναν ρόλο στα εσωτερικά μιας πρεσβείας – όσο οι καταγγελίες μένουν εκεί, στους τέσσερις τοίχους της.

Μοιάζει, ομολογώ – μα αντιθέτως,πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά απλά τα πράγματα:

Όταν ένας εργαζόμενος καταγγέλλει κάτι τέτοιο, οφείλουμε να δούμε (έστω με τα όσα μέσα διαθέτουμε) αν ισχύει όντως. Αν ισχύει και αναλωθούμε μόνο στο να γράψουμε «μάζεψέ τον αυτόν, γιατί θα μας εκθέσει», είμαστε κατάπτυστοι. Αν μείνουμε απαθείς και σιωπηλοί όταν οι καταγγέλλουσες τελικά απροστάτευτες απολυθούν, συγκαλύπτουμε μία τεράστια αδικία. Και αν δεν αναγνωρίσουμε έστω και μεταγενέστερα το λάθος μας, είμαστε δειλοί.

Η υπόθεση του φόρου επί των διαφημίσεων των τηλεοπτικών καναλιών έχει μία άκρως εντυπωσιακή διαδρομή: από το 2010 που πρωτοψηφίστηκε, ως μνημονιακή απαίτηση αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να γίνει πράξη (πέντε δύσκολα χρόνια λιτότητας, όχι χρόνια παχέων αγελάδων) καθώς κάθε χρόνο ψηφιζόταν η μεταφορά του για ..του χρόνου.

Το αποκορύφωμά της, οι πρώτες ημέρες του 2015, ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, όπου καθώς χάθηκε η προθεσμία μεταφοράς της καταβολής του φόρου, η Κατερίνα Σαββαΐδου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, αντικαταστάτρια του Χάρη Θεοχάρη, φρόντισε να μεταφέρει την πληρωμή του φόρου αυτού για ..του χρόνου, κάνοντας την καταβολή από μηνιαία σε ετήσια (και αλλάζοντας τοις πράξει έναν νόμο, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει αν θυμάμαι καλά)

Στην συνέχεια βέβαια, άλλαξε η κυβέρνηση, ήρθε ο Σύριζα, και κατάφερε να επανενεργοποιήσει τον φόρο, με έσοδα, καθώς ισχυρίζεται η ίδια, περίπου 20 εκ ευρώ ετησίως σύμφωνα με το γενικό λογιστήριο του κράτους (για τα έτη 2015 και 2016, αν είχε ενεργοποιηθεί το 2010 φυσικά θα ήταν πολλαπλάσια, αλλά τέλος πάντων)

Τα κανάλια στο μεταξύ διαμαρτύροντω για την φορολόγηση αυτή – και δικαίως, εν πολλοίς, θα πρόσθετα, καθώς η μνημονιακή οδηγία τους έβαζε ένα σκληρό μαχαίρι στα έσοδα – κάτι όμως που ίσχυε, τελικά, για όλους τους Έλληνες ως νομικά πρόσωπα αλλά και τις επιχειρήσεις σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για να βγούμε από την κρίση (με, ή χωρίς εισαγωγικά)

Μόλις πριν λίγες ημέρες, σε μία ανατροπή για έναν καταραμένο φόρο που έχει επτά χρόνια ζωής και μόλις ενάμισι χρόνο λειτουργίας, η κυβέρνηση Σύριζα ανακοίνωσε ότι …μειώνει τον φόρο από 20% σε μόλις 5% το 2018!

Ερωτηθείς ο Νίκος Παππάς, απάντησε ότι δεν είναι δώρο προς τα κανάλια, αλλά ήταν επιβεβλημένο καθώς «προέκυψαν νέες επιβαρύνσεις όπως η επιβολή τέλους 2% επί του τζίρου για τον ΕΔΟΕΑΠ» (την διάσωση του ταμείου των δημοσιογράφων) – και εν πάση περιπτώσει, θα μπει στα αδειοδοτημένα κανάλια που θα πληρώνουν πλέον και για την άδειά τους.

Έτσι καταφέρνουμε να έχουμε δύο ζητήματα, αντί για ένα – από τα οποία μάλιστα, προκύπτει ένα τρίτο!

Να τα δούμε (πλέον με την προσωπική μου ματιά, καθώς μέχρι τώρα κάνω μόνο αποτίμηση της πραγματικότητας);

Πρώτον, ασφαλώς και είναι δώρο στους καναλάρχες. Το 20% δεν είχε συνδεθεί με τις άδειες, ώστε να γίνεται συμψηφισμός τώρα, αντιθέτως, θα έπρεπε να πληρώνουν για μία άδεια, ΚΑΙ να φορολογούνται με αυτόν τον φόρο. Άδικος ο φόρος; Άδικος, συμφωνώ – όπως και ταυτόχρονα ήταν άδικοι οι περισσότεροι φόροι, οι μειώσεις και η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλους μας, επιχειρηματίες, πολίτες, συνταξιούχους κλπ. Άδικος, αλλά πέρασε και μία πενταετία που δεν είχε, χαριστικά, επιβληθεί.

Δεύτερον, η σύνδεση του φόρου με την «νέα επιβάρυνση για τον ΕΔΟΕΑΠ» είναι μία εξαιρετικά ενοχλητική ενέργεια, καθώς είναι (αν και αποφεύγω να κάνω σύγκριση του 2% επί του τζίρου με το 15% που γλυτώνουν από τα έσοδα των διαφημίσεων – δεν ξέρω την σύγκριση για τα δύο νούμερα, καθώς είναι επί διαφορετικής βάσης), κατ’ ουσία και με εντολή Υπουργού, ξεκάθαρη κρατική επιδότηση του ταμείου των δημοσιογράφων με χρήματα που θα έπρεπε να καταλήγουν σε όλους μας. Άρα, καταφέρνει εκτός από τους καναλάρχες, είναι ταυτόχρονα δώρο και στους δημοσιογράφους που ενισχύεται κρατικά το ταμείο τους – και μάλιστα χωρίς φραγμό (αυτή η επιδότηση μπορεί να συνεχίζεται χρόνια, ανεξαρτήτως της όποιας κατάστασης ή ανάγκης έχει τελικά το εν λόγω ταμείο)

Τρίτο όμως, που είναι λίγο περισσότερο ενοχλητικό, καθώς προκύπτει αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα: έστω ότι ο φόρος είναι άδικος, έστω ότι υπάρχει μία μείωση για να σωθεί το ταμείο των δημοσιογράφων, έστω ότι το ταμείο αυτό καταστρέφεται και έχει τίμια ανάγκη στήριξης. Κατανοητό. Γιατί όμως έχει τέτοια ανάγκη; Μου έρχονται στο μυαλό πέντε, έξι τουλάχιστον μεγάλες χρεοκοπίες δημοσιογραφικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια – και αναφέρομαι στις μεγάλες, γιατί οι μικρές είναι σαφώς περισσότερες. Χρεοκοπίες, με τρομαχτικές ζημιές σε τράπεζες, εργαζόμενους, την αγορά και … και τα ταμεία.

Δηλαδή, εκτός από την κρίση, εκτός από την «φυσιολογική» ζημιά που έπαθαν όλα τα ταμεία όλων των εργαζομένων, τα ταμεία επιβαρύνθηκαν και από κακοπληρωτές επιχειρηματίες του τύπου – μερικοί εκ των οποίων «σώθηκαν» από τρομερές ζημιές και δανεισμούς (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν πολλάκις σ’ αυτό) που τους βάρυναν χρεοκοπώντας τα πάντα, τις επιχειρήσεις τους, την αγορά, τις τράπεζες, τους εργαζόμενους, το δημόσιο, τα ταμεία.

Η ζημιά που δημιούργησαν στα ταμεία δε, χρεοκοπημένοι (και μη καθώς υπάρχουν και οι εν ενεργεία κακοπληρωτές) «επιχειρηματίες» είμαι βέβαιος ότι είναι τεράστια – αλλά, καθώς η κρατική ενίσχυση από τα χρήματα όλων μας θα καλύψει την ζημιά η μήνις για τις ενέργειές τους από συναδέλφους τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους από εμάς θα είναι σαφώς μικρότεροι.

Τα ταμεία σώζονται, παίρνουν μία βαθιά ανάσα – no harm done.

Και επιπλέον έτσι, με λιγότερη ζημιά, θα προκύψουν και λιγότεροι λόγοι οι δημοσιογράφοι να αναγκαστούν να κάνουν (επιτέλους!) την δουλειά τους και να ανακαλύψουν πως φτάσαμε στο σημείο να προκύπτουν δισεκατομμύρια (κυριολεκτικά) ευρώ ζημιάς από πέντε, δέκα επιχειρήσεις τύπου – ενώ ταυτόχρονα τα σημαντικότερα και αλώβητα στελέχη και προβεβλημένοι συνάδελφοί τους των επιχειρήσεων αυτών δεν θα αναγκαστούν να απαντήσουν σε …δυσάρεστες ερωτήσεις.

Εκτός λοιπόν από τους καναλάρχες, που μειώνεται η φορολογία τους, εκτός από τους δημοσιογράφους, που με χρήματα όλων μας επιβιώνει το τραυματισμένο (αλλά ταυτόχρονα ξεχωριστό, αντίθετα από τους υπόλοιπους από εμάς) ταμείο τους, ευνοημένοι βγαίνουν και οι αποτυχημένοι επιχειρηματίες του τύπου, που βλέπουν την ζημιές που προκάλεσαν (συνειδητά, ή μη) να μειώνονται και έτσι οι ίδιοι να γλυτώνουν από τον θυμό για τις ενέργειές τους.

Δεν είναι ένα, λοιπόν το δώρο. Δεν είναι καν τρία, γιατί ελοχεύει και ένα τέταρτο πρόβλημα – ίσως το πιο φρικτό απ’ όλα.

Και αυτό διότι κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό στην ευρύτερη έννοια και την ουσία της δημοσιογραφίας.

Ας το δούμε πιο ξεκάθαρα: Ενισχύει τους καναλάρχες, που θα βιώσουν σε μικρότερο βαθμό την πίεση που αισθανόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, ενώ ταυτοχρόνως δεν την έζησαν καν επί πέντε ολόκληρα χρόνια χάρη σε ωμή κυβερνητική προστασία – με τα όποια ανταλλάγματα. Ενισχύει τους δημοσιογράφους, παρέχοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν, αλλά θα κληθούν να το πληρώσουν από τα χρήματα που θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν. Ενισχύει τους κακούς επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι ασέλγησαν οικονομικά όχι μόνο στους εργαζόμενους, στις τράπεζες (και θυμηθείτε ποιος τα πληρώνει ΚΑΙ αυτά) και στα ταμεία – αλλά και στους όποιους τίμιους επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι προσπαθούν να είναι αξιόλογοι και οικονομικά και δημοσιογραφικά (συχνά αυτά τα δύο συμβαδίζουν) σε μία αγορά που η λαμογιά δεν τιμωρείται ποτέ (σε έναν κλάδο που εκ του ρόλου του θα έπρεπε να είναι ελεγκτικός και καταγγελτικός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο του τον εαυτό).

Όλα αυτά, επιπλέον, αφήνουν ένα δικαιολογημένο αίσθημα υποψίας «ανταλλαγής». Η βασική ουσία της δημοσιογραφίας είναι να ελέγχει την ισχύ, το κράτος, την εξουσία – και, για τα επόμενα χρόνια, αυτή η διαδικασία ελέγχου μολύνεται με μία συνεχή πληρωμή, από τον ελεγχόμενο προς τον ελεγκτή του – κάτι που ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι αδύνατο να μην ενοχληθεί και να θυμώσει με αυτήν την συναλλαγή.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι έτσι κατ’ αρχάς δηλητηριάζεται η ίδια η δημοσιογραφία.

Για άλλη μία φορά, στους κυριότερους τομείς που την αποτελούν θα προσφερθεί φροντίδα και προστασία, με θυσίες και βάρη των υπολοίπων, χωρίς να απαιτηθεί όμως ταυτόχρονα η κάθαρση που απαιτείται για να μην ξαναφτάσουμε εκεί:

Ποτίζονται όλα στον κήπο του απαραίτητου και χρησιμότατου δέντρου της δημοσιογραφίας, μπας και σωθεί το φρούτο της – χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να αφαιρέσει ουσιαστικά τα ζιζάνια που όχι μόνο θα ποτιστούν μαζί του, μα και πιθανότατα θα αφαιμάξουν και την όποια πιθανότητα να καρποφορήσει κάτι ουσιαστικό τελικά.

~

Αυτός ο περιβόητος φόρος λοιπόν, έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα σε ενοχλητικότατο καρκίνωμα, αλλά και σε εντυπωσιακή διαρκή αποκάλυψη της δυσκολίας, της αδυναμίας που έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις (άλλες λιγότερο, και δεν παραβλέπω ότι άλλες σαφώς περισσότερο) να «ξεκαθαρίσουν» ουσιαστικά τις παθογένειες του τύπου.

Και όπως έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, χωρίς καθαρό τύπο, χωρίς καθαρή δημοσιογραφία, δεν βλέπω καμία απολύτως πιθανότητα να έχουμε ούτε καθαρή δικαιοσύνη, ούτε καθαρή εξουσία.

Υ.Γ.: Παραλλήλως, και χωρίς να έχω γνώση γι’ αυτό, ο Θάνος Καμήλαλης έγραψε τα ίδια περίπου πράγματα για το θέμα, για λογαριασμό του ThePressProject (με περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες). Αξίζει να το διαβάσετε (και να ενισχύσετε το ThePressProject, επίσης)

Οι αποκαλύψεις των Paradise Papers φαίνεται πως οδεύουν στην ίδια διαδικασία όπως και των Panama Papers πριν, ή των Lux Leaks: κοιτάμε τα ελληνικά ονόματα, εκείνα απαντούν (ή δεν απαντούν), σε λίγο καιρό τα ξεχνάμε, και, στοχεύουμε την προσοχή μας στο επόμενο λαμπερό πράγμα που μας ζητείται να πάρουμε θέση.

Οι γνώσεις μου για τα οικονομικά είναι λιγότερο και από ελάχιστες, και έτσι δεν έχω τις βάσεις να εμβαθύνω στο πρόβλημα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αναγκαστικά το βλέπω στην πρώτη του ανάγνωση:

Εταιρίες και τα φυσικά πρόσωπα που τις απαρτίζουν, αναζητούν φορολογικούς παραδείσους (ή οικονομίες με ελάχιστο έλεγχο πόθεν έσχες) για να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους.

Προφανώς δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα – αλλά σε πρώτη ανάγνωση, αυτό καταλαβαίνω εγώ.

Άλλες φορές, όπως στα Panama Papers τα χρήματα που διακινούνται δεν είναι καν πάντα καθαρά (αν καταλαβαίνω σωστά) – άλλες φορές, όπως στα Lux Leaks ή στα Paradise Papers, είναι βασισμένα σε απολύτως νόμιμες διαδικασίες, που απλώς έχουν σαΐνια φοροτεχνικούς, που πληρώνονται αδρά για να γλυτώσουν τους πελάτες τους από τις «ακριβές» χώρες, και να σταθμεύσουν τις επιχειρήσεις τους σε φορολογικούς παραδείσους.

~

Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, μείναμε στο εξώφυλλο του πράγματος. Τα papers και τα leaks συνήθως έβγαιναν όσο και από όσους συμμετείχαν σε παγκόσμια ρεπορτάζ – και η αντίδραση των ΜΜΕ περιοριζόταν είτε στο να «ξεχάσει» όσους δυσκολευόταν να δυσαρεστήσει, είτε στο να υπερπροβάλει όσους πολιτικά η επιχειρηματικά στόχευε να πληγώσει – ακόμα και αν αυτό δεν βασιζόταν παρά μόνο στην «ηθική» διάσταση του πράγματος.

Το ζητούμενο όμως, δεν είναι το εξώφυλλο.

Αν μία εταιρία, που δραστηριοποιείται στην (ή και στην) Ελλάδα, μεταφέρει τα κέρδη της έξω, σε έναν φορολογικό παράδεισο, ακόμα και αν είναι εντελώς νόμιμη ως διαδικασία, πληγώνει οικονομικά όχι μόνο το σύνολο των πολιτών, μα και του ανταγωνισμού.

Σ’ αυτό, έχουν υποχρέωση να αντιδράσουν οι θιγμένοι: οι πολίτες, για την ζημιά που υφίστανται, και το κράτος, για την προάσπιση της ίσης αγοράς για όλα τα μέρη. Πως; Η κάθε πλευρά με τον δικό της τρόπο: οι πολίτες, μπορούν να σταματήσουν εφόσον αυτό είναι δυνατό, την οικονομική ενίσχυση της εταιρίας που εφευρίσκει τρόπους να μην πληρώνει φόρους.

Το κράτος, αυξάνοντας τις έρευνες, και κάνοντας πιο αυστηρούς τους κανόνες.

Όλα αυτά που λέω, είναι λογικά (θεωρώ) και, εν πάση περιπτώσει, θα περνούσαν χαλαρά ως απάντηση μίας μις Κόσμος σε διαγωνισμό καλλιστείων.

Το ζητούμενο είναι τι έχει γίνει.

Από την αποκάλυψη των Lux Leaks, μέχρι τις αποκαλύψεις για τα Panama Papers, δεν έχω ακούσει καμία κυβερνητική οδηγία, κανέναν ψηφισμένο νόμο, καμία προστασία ώστε να μην ξανασυμβούν.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ειδικά για τα Lux leaks, μία διαδικασία (πιθανότατα) νόμιμη, και παγκόσμιας εμβέλειας για την προστασία των κερδών από τους φόρους, προς τις ελληνικές εταιρίες που «συμμετείχαν» δεν γνωρίζω να υπάρχει καν …παρατήρηση.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σήμερα πχ εμφανίζεται (κυρίως μετά την αναφορά του ονόματος της συζύγου του Μητσοτάκη στα Paradise Papers) να περνάει κι αυτός, εξίσου άνετα, στην επόμενη φάση της μις Κόσμος στον διαγωνισμό καλλιστείων.

Επί του προκειμένου όμως, όταν πχ η ίδια η Ευρωπαϊκή κοινότητα φιλοξενεί ως ισότιμα μέλη αυτούς τους παραδείσους (όπως το Λουξεμβούργο) το να περιμένεις μόνο απ’ έξω την αντίδραση ισοδυναμεί με ..μη αντίδραση.

Και η ευχή «να εδραιωθεί επιτέλους στην Ελλάδα ένα δίκαιο μοντέλο ανάπτυξης, που θα στηρίζει τις ανάγκες των πολλών» αν δεν αλλάξει κάτι εντός των τειχών, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως.

Οπότε, ξεφεύγοντας λίγο από τα καθρεπτάκια των αποκαλύψεων (που γυαλίζουν πολύ, μα δεν αξίζουν συνήθως τίποτα σπουδαίο) ας εστιάσουμε στο βασικό:

Πως αλλάζουμε εμείς, ως κράτος;

Αν μπορούμε, έχει καλώς – ας το κάνουμε. Ας δημιουργήσουμε, με πράξεις, αυτό το μοντέλο που υποχρεωτικά όλοι θα φορολογούνται ισότιμα, ξεκάθαρα, και ουσιαστικά. Αν δεν μπορούμε – γιατί είναι παγκόσμιο, γιατί δεν πολεμιέται το σύστημα, γιατί θα τρομάξουν οι επενδυτές (τίμιοι και μη, αν και οι δεύτεροι δεν αξίζουν πολλά τελικά αν παρακάμπτουν τον βασικό τρόπο όπου γίνονται χρήσιμοι)- ας βρούμε τρόπο τουλάχιστον να μειώσουμε την ζημιά κάνοντας πράξεις.

Αλλιώς, ας φορολογήσουμε τα ευχολόγια – πιο πολλά θα εισπράξουμε, σας το εγγυώμαι.