Ύστερα από τους δύο νεκρούς σε μόλις τρεις ημέρες στις Ελληνικές φυλακές, προστέθηκε μία τρίτη, μόλις σήμερα, με τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες:

Την ενημέρωση δεν έκανε το ελληνικό κράτος, ως όφειλε, αλλά η δικηγόρος του – η οποία ενημέρωσε για το πως πέθανε ο πελάτης της:

Η Ηλέκτρα Κούτρα, καταλήγει: «Σε άλλη χώρα θα ‘χε παραιτηθεί ο Υπουργός»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό, ειδικά μετά την πρόσφατη υπόθεση των δύο άλλων κρατουμένων που έχασαν τις ζωές τους – γιατί δεν παραιτούνται;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου (ειδικά σ’ αυτήν την περίπτωση) να …παραιτηθούν. Καθόλου όμως.
Εξηγούμαι.

~

Όταν το κράτος φυλακίζει κάποιον, είτε μιλάμε για πρόσφυγα, μετανάστη, αιτούντα άσυλο – είτε για φυλακισμένο στα κολαστήρια των ελληνικών φυλακών, έχει την απόλυτη ευθύνη του.

Του στερεί την ελευθερία του (άλλοτε νόμιμα, ύστερα από καταδικαστικές αποφάσεις, άλλοτε παράνομα, όπως γίνεται στους πρόσφυγες) αλλά αναλαμβάνει μία ξεκάθαρη, απολύτως σημαντική και απαραβίαστη συμφωνία: Θα κάνει ο,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, να τύχει αυτός ο άνθρωπος της καλύτερης μεταχείρισης όσο αφορά κυρίως την υγεία του (ψυχολογική και σωματική) και την ακεραιότητά του.

Όταν φωνάζαμε για το Κολαστήριο – γι’ αυτό φωνάζαμε. Όταν φωνάζαμε για την Μόρια, και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης – γι’ αυτό φωνάζαμε.

Όταν τον αναγκάζεις να ζει σε απαράδεκτές συνθήκες – πολλώ δε μάλλον όταν πεθαίνει κάποιος – είσαι απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτό. Είτε είσαι ο διοικητής της μονάδας που τον «φιλοξενεί», είτε είσαι ο αρμόδιος υπουργός, είτε είσαι ο πρωθυπουργός.

Υπεύθυνος για όλες τις ζωές, μία-μία, αυτών των ανθρώπων.

Όταν κάποιος εξ’ αυτών πεθαίνει, οφείλεις απέναντι στον ρόλο σου να αναζητήσεις ποιος ευθύνεται. Είσαι ο διοικητής; ελέγχεις τους υπαλλήλους σου. Είσαι ο υπουργός; Ελέγχεις τους διοικητές σου. Είσαι ο πρωθυπουργός; Ελέγχεις τους Υπουργούς σου.

Για κάθε έλεγχο που ΔΕΝ κάνεις για υφιστάμενό σου, η ευθύνη μετακυλίεται σε σένα.

~

Πάμε λοιπόν εδώ, στην σημερινή τραγωδία.

Ένας άνθρωπος (για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχει καμία σημασία) φτύνει αίμα από το στόμα.

Το παιδί σου, το παιδί του υπουργού, το παιδί του γείτονα.

Πιστεύεις ότι έχει φυματίωση. Πολύ άσχημο αυτό, φτύνει αίμα ο άνθρωπος. Δεν έχεις κανέναν φάκελο για την ιατρική του κατάσταση; Καμία καρτέλα για το αν φτύνει αίμα γιατί είναι όντως φυματικός (και άρα δεν έχει δουλειά από πριν στον γενικό πληθυσμό) ή γιατί ξέρω γω τον χτύπησε συγκρατούμενός του και πεθαίνει; Ξέρεις; Δεν ξέρεις;

Τι κάνεις;

Τον στέλνεις στην απομόνωση;

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

ΤΟΝ ΠΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ.

Όχι αύριο το πρωί, ΣΗΜΕΡΑ. ΤΩΡΑ.

Φτύνει αίμα ο άνθρωπος, δεν τον βάζεις στην απομόνωση τιμωρία, ανησυχείς, ξεκινάς διαδικασίες, ρωτάς, μαθαίνεις την κατάστασή του, την αντιμετωπίζεις με τον καλύτερο τρόπο για τον άνθρωπο.

Πήρες την απόφαση, τον έβαλες στην απομόνωση. Και πέθανε.

Και ζητάμε …μία παραίτηση;

~

Οχι, λυπάμαι. Εδώ και χρόνια -ανεξαρτήτως κυβερνήσεων- δεν ζητάω παραιτήσεις: Απαιτώ την ποινική καταδίκη των υπευθύνων.

Στο Κολαστήριο, παρότι άλλαξε η κυβέρνηση, δεν αποδόθηκαν ευθύνες στην διοίκησή του για τους τόσους νεκρούς.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όχι μόνο έχουμε νεκρούς, όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι έζησαν και ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες, αλλά η πολιτική ηγεσία παραδέχεται τις συνθήκες, και …μαθαίνει από αυτές.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δόθηκε η ευκαιρία, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Σύριζα και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, να ξεκινήσουν έρευνες, να απαιτήσουν κάθαρση, να στείλουν σε εισαγγελέα όλα τα στοιχεία που είχαν για το παρελθόν.

Πέρασαν τρία χρόνια, και δεν το έκαναν ποτέ ως τώρα.

Πέρασαν τρία χρόνια, και οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνεχίζουν να ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες.

Πέρασαν τρία χρόνια και οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν έχουν βασική, αξιοπρεπή ιατρική μεταχείριση – και συνθήκες διαβιώσης.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμα ο κόσμος ζητά «παραιτήσεις». Εδώ και χρόνια, εγώ επιμένω:

Ποινικές ευθύνες.

Στους διοικητές, στους Υπουργούς τους, στους Πρωθυπουργούς τους.

Είναι έγκλημα. Και πρέπει να τιμωρείται αναλόγως. Τίποτα λιγότερο δεν είναι ανεκτό, αρκετό, ή αξιοπρεπές.

~

Στο προηγούμενο άρθρο, έγραφα ως κατακλείδα: «Θα σταματήσουν, όταν μας νοιάξει».

Στην πραγματικότητα, όχι όταν νοιάξει όλους. Οι της αντιπολίτευσης, όσο και αν φωνάζουν – δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν κάτι, οι μόνοι που μπορούν να πουν «ως εδώ», είναι οι φίλα προσκείμενοι στην κυβέρνηση. Χωρίς την δική σας συμμετοχή, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Χωρίς την δική σας οργή, δεν μπορεί να τιμωρηθεί κανείς. Χωρίς το δικό σας ενδιαφέρον, δεν θα αποδώσουμε δικαιοσύνη ούτε στους νεκρούς, ούτε ελπίδα σε όσους πασχίζουν, σήμερα, να μείνουν ζωντανοί.

Ξεφύγετε από τα πρόσωπα. Ξεφύγετε από τα διλήμματα. Ξεφύγετε από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες: Μόνο εσείς μπορείτε να αλλάξετε αυτήν την κατάσταση.

Θυμηθείτε:

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Ο διοικητής τους υφισταμένους του. Ο Υπουργός τους διοικητές του. Ο πρωθυπουργός τους Υπουργούς του.

Εμείς τις κυβερνήσεις μας.

Φοβού.

Φοβού, γίνονται πράγματα γύρω σου που δεν καταλαβαίνεις – θα στα εξηγήσω εγώ. Φοβού, φοβού. Φοβού για να γλυτώσεις. Φοβού τον δίπλα σου, κάτι θέλει από σένα, θα σε κατακτήσει, θα σε εξαφανίσει, έχει σχέδιο, έχει πρόγραμμα, έχει πλάνο, δεν γλυτώνεις, το μόνο που σε γλυτώνει είναι ο φόβος.

Φοβού.

Φοβού, μην εμπιστεύεσαι, μην κατεβάζεις τις άμυνές σου, οργανώσου, κοίτα τους άλλους, να σταθείς στα πόδια σου, είμαστε πολλοί, όλοι μαζί είμαστε ανίκητοι. Φοβού. Φοβού, άκουσέ με, κοίταξέ τον, είναι μουσουλμάνος, είναι μετανάστης, είναι άθεος, είναι αναρχικός, είναι κομμουνιστής, είναι ξένος – γιατί να είναι εδώ, δεν καταλαβαίνεις; θα σε αλλώσει, θέλει την ιστορία σου, σε ζηλεύει, γιατί εσύ ξέρεις την αλήθεια, άκουσέ με εμένα, πρόσεξέ με, τα μάτια στον στόχο, εσύ υπερασπίζεσαι ΤΟ ΣΩΣΤΟ, το πρέπον, την αλήθεια, την μία αλήθεια, οι άλλοι θέλουν να σε κάνουν σαν αυτούς, στην αμαρτία, θα σε παραπλανήσουν, είναι κακοί άνθρωποι, θέλουν το κακό σου, εμένα θα ακούς, φοβού.

Φοβού, φοβού. Φοβού. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Όλοι είναι ενωμένοι εναντίον σου, εναντίον μας, μας πολεμάνε, μας εχθρεύονται, σκάβουν τον λάκο μας, μασόνοι, εβραίοι, φοβού, φοβού. Φοβού, και θύμωσε. Μην πέσεις, πολέμα, θύμωσε, φοβού, αντέδρασε, αντέδρασε στο σχέδιό τους, δεν θα σταματήσουν, θα σε χτυπούν, χτύπα και εσύ, άκουσέ με, δακρύζει η παναγιά την σταγόνα της, το άγαλμα πέφτει, δεν είναι ο άνεμος, δεν το βλέπεις; δεν το βλέπεις; τα σημάδια είναι υπέρ μας, μας προστατεύουν οι θεοί, αυτοί υπακούουν σε δαίμονες, στο κακό, άκου εμένα, μόνο την δική μου φωνή, ΣΥΓΚΕΝΤΡΏΣΟΥ, μην τους ακούς, φοβού.

Μην τους ακούς, θα σε πλανέψουν. Έχουν λόγια γλυκά, πονηρά, αλληλεγγύη, φιλία, θα σε κάνουν φίλο με τον διάβολο, θα σε κάνουν αδελφό του κακού, είναι μωροί – και όσοι δεν είναι μωροί είναι κακοί, να τους φοβάσαι, μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον, εμένα κοίτα, μόνο την δική μου φωνή να ακούς, είμαστε μαζί, δεν είσαι μόνος σου, όσα φοβάσαι ισχύουν, έλα μαζί μου, έλα μαζί μας, φοβού, μαζί θα νικήσουμε, η αλήθεια θα νικήσει, είμαστε δέκα, χίλιοι, θα γίνουμε εκατό χιλιάδες, εκατομμύρια, θα πατάξουμε τον εχθρό, όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους, είναι εναντίον μας, να τους το πεις, να το ξέρουν, να φοβούνται, όσοι δεν σε σέβονται τουλάχιστον να σε φοβούνται, να φοβούνται κι αυτοί, να φοβούνται όλοι, ΟΛΟΙ, φοβού, φοβού ρε. ΦΟΒΟΥ.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Μόλις πέρσι, μετά τα μεγάλα κρύα και τους νεκρούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε «Κέντρα φιλοξενίας» ο Γιάννης Μουζάλας, Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της κυβέρνησης Σύριζα/ΑΝΝΕΛ είχε δηλώσει πως «μετά τον φετινό χειμώνα, γίναμε σοφότεροι».

Φέτος, σε δήλωση σε γερμανική εφημερίδα για τις συνθήκες, απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου πως «όχι, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα έχουμε νεκρούς φέτος, αλλά θα κάνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε».

Προσπαθώ εδώ και μέρες να συντάξω ένα κείμενο, αλλά μου είναι αδύνατον να διαχειριστώ τόσο αποτρόπαια κυνικές δηλώσεις. Για την πρώτη, είχα ήδη κάνει ένα ποστ, για την δεύτερη, δυσκολεύομαι να συμπυκνώσω χωρίς βρισιές σε ένα αξιοπρεπές κείμενο τον θυμό μου.

Αναρωτιέμαι πως γίνεται να είναι κάποιος τόσο σκληρός, τόσο απάνθρωπος. Τι επιτυγχάνει, (πέραν της προσπάθειας να σοκάρει το γερμανικό και ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό) με μία τέτοια δήλωση, τι κληρονομεί αυτός ο τρόπος σκέψης.

Ταυτόχρονα με την δήλωση σχεδόν, έχουν χτυπήσει τον κώδωνα του κινδύνου μεγάλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, διεθνείς οργανισμοί και φορείς, για αυτό που περιμένει αυτούς τους ανθρώπους στα κρύα των νησιών (αλλά και της ηπειρωτικής χώρας) που «φιλοξενούνται» έγκλειστοι. Θα υπάρχουν νεκροί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Άνθρωποι που έχουν ζήσει τόσες κακουχίες, που έρχονται ακόμα και τώρα, χειμωνιάτικα, στοιβαγμένοι σε μία βάρκα μέσα στα άγρια κύματα, που έχουν ζήσει πόλεμο και απάνθρωπες συνθήκες, που ακόμα και αν ήταν σε καλή κατάσταση σωματική και ψυχολογική οι συνθήκες επιβίωσης στις σκηνές της Μόριας θα τους δημιουργούσαν πλείστα όσα προβλήματα – πολλώ δε μάλλον τώρα δεν θα αντέξουν όλοι αυτό που θα ακολουθήσει.

Θα υπάρξουν νεκροί, χωρίς αμφιβολία.

Οπότε το ερώτημα είναι γιατί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί η δήλωση να μην αρκεστεί στο «θα κάνουμε ο,τι μπορούμε», ή, ακόμα καλύτερα, στο «δεν θα υπάρξει κανένας νεκρός, δεν θα ταλαιπωρηθεί κανείς, γιατί θα το πετύχουμε εμείς».

Γιατί κάποιος να απαντά μ’ αυτόν τον τρόπο.

Η γνώμη μου είναι ότι αφορά την ευθύνη.

Αρκετοί κρατούμενοι πρόσφυγες έχουν πεθάνει, μα και όσοι έχουν γλυτώσει, αντιμετωπίζουν τους δαίμονές τους. Άνθρωποι που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, που λυγίζουν κάτω από την αφόρητη πίεση, άνθρωποι που τους ταΐζουν πατάτες και μακαρόνια μέχρι να φτάσουν να αντιδράσουν, που είναι φυλακισμένοι για μήνες, που κοιμούνται στο πάτωμα, που ζεσταίνονται όπως μπορούν, σε σκηνές και κουβέρτες κόντρα στα χιόνια, σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστη βοήθεια.

Όλο αυτό θα αποτελούσε πρώτης τάξεως υλικό για μία καταδίκη για παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους διοικητές αυτών των κέντρων συγκέντρωσης, τους πολιτικούς προϊστάμενούς τους, να φτάσει μέχρι την ηγεσία του υπουργείου, τον Μουζάλα, και τον αμέσως ανώτερό του, τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατηγορίες που να περιλαμβάνουν ποινές που θα έφταναν σε χρόνια πραγματικής φυλάκισης.

Για κάθε έναν άνθρωπο που έζησε φυλακισμένος σε απάνθρωπες συνθήκες, ή που πέθανε εξαιτίας αυτών. Για κάθε έναν εξ αυτών που δεν του παρείχαμε αξιοπρεπείς συνθήκες, παραδειγματική τιμωρία.

(Μου φαίνεται αδιανόητο, μία ολόκληρη κοινωνία, να παρακολουθεί -όσο είναι εφικτό, γιατί ένα από τα αρχικά μέτρα ήταν η απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων χωρίς να υπάρχει έλεγχος και έγκριση- να εξελίσσεται ένα τέτοιο μακιαβελικό σκηνικό, χωρίς να ξεσηκώνεται και να αντιδρά)

Θα είχε περισσότερη λογική όλο αυτό – αν είχαν καταμεριστεί οι ευθύνες. Αν η Ελλάδα, η κυβέρνηση επίσημα έλεγε, πχ, «πήραμε €50 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρώπη για να τους έχουμε εμείς και όχι εκείνοι, τα χαλάσαμε εδώ, εδώ και εδώ, για τόσους ανθρώπους – αυτό φτάνει: τόσο φαγητό, τόση υποστήριξη, τόσοι γιατροί, τόση στέγαση, τόση βοήθεια».

Αυτό, θα ήταν *χρήσιμο*: Θα μπορούσαμε να πιέσουμε να έρθουν και άλλα λεφτά από την Ευρώπη. Να μετρήσουμε αν αυτά που ήρθαν τελικά έγιναν σωστά φαγητά, αν πράγματι το κατα κεφαλήν κόστος πχ όντως φτάνει για μερίδες φαγητού που μπορεί να έχουν σκουλίκια, ή να στερούνται το κρέας επί δύο-τρεις εβδομάδες – ή κάποιος κερδίζει από αυτό, αν τα χρήματα έφταναν μόνο για σκηνές ή για μουχλιασμένες πρώην αποθήκες – ή αν τους πέταξαν εκεί εξοικονομώντας για άλλα πράγματα, αν έφταναν μόνο για Χ υπαλλήλους υγείας ή γραφειοκράτες που αποφασίζουν αν αξίζει κάποιος τον ορισμό πρόσφυγας ή μετανάστης – ή μπορούσαμε να έχουμε Χx10 όπου θα ήταν και ένας πιο λογικός αριθμός για να μην ταλαιπωρούνται φυλακισμένοι αυτοί οι άνθρωποι.

Θα είχαμε κάτι μετρήσιμο – και θα μπορούσαμε να δούμε ποιος φταίει, τελικά, γι’ αυτό το χάλι.

Ή, αν έλεγε «εμείς δεν πήραμε λεφτά, η ευθύνη είναι των ΜΚΟ που κάνουν κακή δουλειά εδώ, κι εδώ, μ’ αυτό ή μ’ αυτό». Αυτό θα ήταν *μετρήσιμο*, *ελέγξιμο*: θα βλέπαμε το έργο που έχει παράξει κάθε ΜΚΟ ανάλογα με τα χρήματα που έχει πάρει, θα ψάχναμε να βρούμε πως τα πήρε, τι υποσχέθηκε, και παρέδωσε τελικά, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τα μέλη και τους διοικητές του για τις πράξεις και τις παραλήψεις τους.

Κάποιος θα έπρεπε τελικά να απολογηθεί για κάθε νεκρό ή ταλαιπωρημένο άνθρωπο, είτε μέχρι τώρα, είτε από εδώ και εμπρός.

Όμως δεν γίνεται αυτό: οι καταγγελίες για ακατάλληλα φαγητά, για ακατάλληλες εγκαταστάσεις, για ακατάλληλη και ελλειπή υποστήριξη, ιατρική και γραφειοκρατική είναι διαρκείς, αλλά ούτε μία είδηση δεν έχουμε για οποιονδήποτε έλεγχο. Άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν έχουμε καμία ενημέρωση για έστω και μία ΕΔΕ για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθρωποι χάνουν την ζωή τους.

Όταν η διοίκηση δεν αποδίδει ευθύνες, ουδείς καλείται να απολογηθεί. Όταν εμείς, ή ακόμα και η δικαιοσύνη δεν αποδίδει ευθύνες στην διοίκηση, ουδείς καλείται να απολογηθεί, επίσης.

Και πως να αποδώσεις ευθύνες όταν ο άλλος σου λέει «δεν αποκλείω να πεθάνει κανείς;» Σου δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει μία μάχη, προσπαθούν, κάποιοι θα κερδίσουν, κάποιοι θα χάσουν – ατυχία, αλλά, τι να κάνουμε; Θα γίνουμε τουλάχιστον …σοφότεροι του χρόνου. Λίγο το ‘χεις;

Άλλωστε, εγώ το ‘πα θα σου πει. Σας είχα ενημερώσει. Είσαστε προετοιμασμένοι. Μην σοκάρεστε: το ξέρατε. Δεν αντιδράσατε, άρα, φταίτε και εσείς. Η σιωπή σας είναι συμμετοχή. Ας αντιδρούσατε, αν δεν θέλατε να συμβεί.

Δεν το λέει μόνο στους Ευρωπαίους αναγνώστες – το λέει και σε εμάς. Σε εμένα, σε εσένα, στην δικαιοσύνη που θα έπρεπε καιρό τώρα να αντιδράσει, στους φρουρούς τους, στους ίδιους τους φυλακισμένους:

Δεν μπορώ να εγγυηθώ. Μπορεί και να συμβεί. Προετοιμαστείτε.

Και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να παγώνουν, να αρρωσταίνουν ή να πεθαίνουν φυλακισμένοι – αλλά «εμείς» θα έχουμε κάνει ότι μπορούμε (έτσι, χωρίς έλεγχο, επειδή το λένε αυτοί που διοικούν) και θα κοιμόμαστε πιο ήσυχοι τα βράδια». Ε, και αν πεθάνει κανείς, δεν το εγγυηθήκαμε κιόλας, σωστά; Δεν είναι ότι πήραμε την ευθύνη ότι δεν θα γίνει. Είμαστε ειλικρινείς.

Το έχω ξαναπει στο παρελθόν όμως: Αν θέλει ο Υπουργός να το παίξει ειλικρινής, ας μας πει ΠΟΣΟΙ. Σε πόσους ανθρώπους να καταστραφεί η υγεία, ψυχική και σωματική, πόσοι να πεινάσουν, να διψάσουν ή να πεθάνουν, πόσοι να αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν απελπισμένοι -και πόσοι χρειάζεται να τα καταφέρουν τελικά, ώστε να χτυπήσει το καμπανάκι της ευθύνης:

«Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρχουν νεκροί φέτος – αλλά αν είναι πάνω από Χ, θα δεχθώ τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία και τον νόμο γιατί θα έχω προσφέρει μία κακή υπηρεσία που κόστισε ζωές».

Να ορίσουμε το Χ. Να είναι ένας, πέντε, δέκα ή εκατό. Να ορίσουμε φύλα, άνδρες ή γυναίκες. Ηλικίες, μέχρι εκατό αν είναι ενήλικες ή μέχρι δέκα αν είναι παιδιά.

Για μένα, ένας άνθρωπος είναι ήδη πολύ, αλλά αυτό το τραίνο το έχουμε χάσει από καιρό. Να ξέρουμε πόσο μετριέται το «έκανα λάθος», πόσο μετριέται το «φταίω», πόσο μετριέται το «ας δούμε τι πήγε λάθος». Για μένα, για σένα, για την κοινωνία μας, για τον Μουζάλα ή τον Τσίπρα.

Πόσοι είναι οι Χ; Πότε αρχίζουμε να φωνάζουμε γι’ αυτούς τους ανώνυμους νεκρούς; Πότε κάποιοι απολογούνται;

Ποιο είναι το όριό μας;

Η υπόθεση του φόρου επί των διαφημίσεων των τηλεοπτικών καναλιών έχει μία άκρως εντυπωσιακή διαδρομή: από το 2010 που πρωτοψηφίστηκε, ως μνημονιακή απαίτηση αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να γίνει πράξη (πέντε δύσκολα χρόνια λιτότητας, όχι χρόνια παχέων αγελάδων) καθώς κάθε χρόνο ψηφιζόταν η μεταφορά του για ..του χρόνου.

Το αποκορύφωμά της, οι πρώτες ημέρες του 2015, ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, όπου καθώς χάθηκε η προθεσμία μεταφοράς της καταβολής του φόρου, η Κατερίνα Σαββαΐδου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, αντικαταστάτρια του Χάρη Θεοχάρη, φρόντισε να μεταφέρει την πληρωμή του φόρου αυτού για ..του χρόνου, κάνοντας την καταβολή από μηνιαία σε ετήσια (και αλλάζοντας τοις πράξει έναν νόμο, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει αν θυμάμαι καλά)

Στην συνέχεια βέβαια, άλλαξε η κυβέρνηση, ήρθε ο Σύριζα, και κατάφερε να επανενεργοποιήσει τον φόρο, με έσοδα, καθώς ισχυρίζεται η ίδια, περίπου 20 εκ ευρώ ετησίως σύμφωνα με το γενικό λογιστήριο του κράτους (για τα έτη 2015 και 2016, αν είχε ενεργοποιηθεί το 2010 φυσικά θα ήταν πολλαπλάσια, αλλά τέλος πάντων)

Τα κανάλια στο μεταξύ διαμαρτύροντω για την φορολόγηση αυτή – και δικαίως, εν πολλοίς, θα πρόσθετα, καθώς η μνημονιακή οδηγία τους έβαζε ένα σκληρό μαχαίρι στα έσοδα – κάτι όμως που ίσχυε, τελικά, για όλους τους Έλληνες ως νομικά πρόσωπα αλλά και τις επιχειρήσεις σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για να βγούμε από την κρίση (με, ή χωρίς εισαγωγικά)

Μόλις πριν λίγες ημέρες, σε μία ανατροπή για έναν καταραμένο φόρο που έχει επτά χρόνια ζωής και μόλις ενάμισι χρόνο λειτουργίας, η κυβέρνηση Σύριζα ανακοίνωσε ότι …μειώνει τον φόρο από 20% σε μόλις 5% το 2018!

Ερωτηθείς ο Νίκος Παππάς, απάντησε ότι δεν είναι δώρο προς τα κανάλια, αλλά ήταν επιβεβλημένο καθώς «προέκυψαν νέες επιβαρύνσεις όπως η επιβολή τέλους 2% επί του τζίρου για τον ΕΔΟΕΑΠ» (την διάσωση του ταμείου των δημοσιογράφων) – και εν πάση περιπτώσει, θα μπει στα αδειοδοτημένα κανάλια που θα πληρώνουν πλέον και για την άδειά τους.

Έτσι καταφέρνουμε να έχουμε δύο ζητήματα, αντί για ένα – από τα οποία μάλιστα, προκύπτει ένα τρίτο!

Να τα δούμε (πλέον με την προσωπική μου ματιά, καθώς μέχρι τώρα κάνω μόνο αποτίμηση της πραγματικότητας);

Πρώτον, ασφαλώς και είναι δώρο στους καναλάρχες. Το 20% δεν είχε συνδεθεί με τις άδειες, ώστε να γίνεται συμψηφισμός τώρα, αντιθέτως, θα έπρεπε να πληρώνουν για μία άδεια, ΚΑΙ να φορολογούνται με αυτόν τον φόρο. Άδικος ο φόρος; Άδικος, συμφωνώ – όπως και ταυτόχρονα ήταν άδικοι οι περισσότεροι φόροι, οι μειώσεις και η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλους μας, επιχειρηματίες, πολίτες, συνταξιούχους κλπ. Άδικος, αλλά πέρασε και μία πενταετία που δεν είχε, χαριστικά, επιβληθεί.

Δεύτερον, η σύνδεση του φόρου με την «νέα επιβάρυνση για τον ΕΔΟΕΑΠ» είναι μία εξαιρετικά ενοχλητική ενέργεια, καθώς είναι (αν και αποφεύγω να κάνω σύγκριση του 2% επί του τζίρου με το 15% που γλυτώνουν από τα έσοδα των διαφημίσεων – δεν ξέρω την σύγκριση για τα δύο νούμερα, καθώς είναι επί διαφορετικής βάσης), κατ’ ουσία και με εντολή Υπουργού, ξεκάθαρη κρατική επιδότηση του ταμείου των δημοσιογράφων με χρήματα που θα έπρεπε να καταλήγουν σε όλους μας. Άρα, καταφέρνει εκτός από τους καναλάρχες, είναι ταυτόχρονα δώρο και στους δημοσιογράφους που ενισχύεται κρατικά το ταμείο τους – και μάλιστα χωρίς φραγμό (αυτή η επιδότηση μπορεί να συνεχίζεται χρόνια, ανεξαρτήτως της όποιας κατάστασης ή ανάγκης έχει τελικά το εν λόγω ταμείο)

Τρίτο όμως, που είναι λίγο περισσότερο ενοχλητικό, καθώς προκύπτει αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα: έστω ότι ο φόρος είναι άδικος, έστω ότι υπάρχει μία μείωση για να σωθεί το ταμείο των δημοσιογράφων, έστω ότι το ταμείο αυτό καταστρέφεται και έχει τίμια ανάγκη στήριξης. Κατανοητό. Γιατί όμως έχει τέτοια ανάγκη; Μου έρχονται στο μυαλό πέντε, έξι τουλάχιστον μεγάλες χρεοκοπίες δημοσιογραφικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια – και αναφέρομαι στις μεγάλες, γιατί οι μικρές είναι σαφώς περισσότερες. Χρεοκοπίες, με τρομαχτικές ζημιές σε τράπεζες, εργαζόμενους, την αγορά και … και τα ταμεία.

Δηλαδή, εκτός από την κρίση, εκτός από την «φυσιολογική» ζημιά που έπαθαν όλα τα ταμεία όλων των εργαζομένων, τα ταμεία επιβαρύνθηκαν και από κακοπληρωτές επιχειρηματίες του τύπου – μερικοί εκ των οποίων «σώθηκαν» από τρομερές ζημιές και δανεισμούς (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν πολλάκις σ’ αυτό) που τους βάρυναν χρεοκοπώντας τα πάντα, τις επιχειρήσεις τους, την αγορά, τις τράπεζες, τους εργαζόμενους, το δημόσιο, τα ταμεία.

Η ζημιά που δημιούργησαν στα ταμεία δε, χρεοκοπημένοι (και μη καθώς υπάρχουν και οι εν ενεργεία κακοπληρωτές) «επιχειρηματίες» είμαι βέβαιος ότι είναι τεράστια – αλλά, καθώς η κρατική ενίσχυση από τα χρήματα όλων μας θα καλύψει την ζημιά η μήνις για τις ενέργειές τους από συναδέλφους τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους από εμάς θα είναι σαφώς μικρότεροι.

Τα ταμεία σώζονται, παίρνουν μία βαθιά ανάσα – no harm done.

Και επιπλέον έτσι, με λιγότερη ζημιά, θα προκύψουν και λιγότεροι λόγοι οι δημοσιογράφοι να αναγκαστούν να κάνουν (επιτέλους!) την δουλειά τους και να ανακαλύψουν πως φτάσαμε στο σημείο να προκύπτουν δισεκατομμύρια (κυριολεκτικά) ευρώ ζημιάς από πέντε, δέκα επιχειρήσεις τύπου – ενώ ταυτόχρονα τα σημαντικότερα και αλώβητα στελέχη και προβεβλημένοι συνάδελφοί τους των επιχειρήσεων αυτών δεν θα αναγκαστούν να απαντήσουν σε …δυσάρεστες ερωτήσεις.

Εκτός λοιπόν από τους καναλάρχες, που μειώνεται η φορολογία τους, εκτός από τους δημοσιογράφους, που με χρήματα όλων μας επιβιώνει το τραυματισμένο (αλλά ταυτόχρονα ξεχωριστό, αντίθετα από τους υπόλοιπους από εμάς) ταμείο τους, ευνοημένοι βγαίνουν και οι αποτυχημένοι επιχειρηματίες του τύπου, που βλέπουν την ζημιές που προκάλεσαν (συνειδητά, ή μη) να μειώνονται και έτσι οι ίδιοι να γλυτώνουν από τον θυμό για τις ενέργειές τους.

Δεν είναι ένα, λοιπόν το δώρο. Δεν είναι καν τρία, γιατί ελοχεύει και ένα τέταρτο πρόβλημα – ίσως το πιο φρικτό απ’ όλα.

Και αυτό διότι κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό στην ευρύτερη έννοια και την ουσία της δημοσιογραφίας.

Ας το δούμε πιο ξεκάθαρα: Ενισχύει τους καναλάρχες, που θα βιώσουν σε μικρότερο βαθμό την πίεση που αισθανόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, ενώ ταυτοχρόνως δεν την έζησαν καν επί πέντε ολόκληρα χρόνια χάρη σε ωμή κυβερνητική προστασία – με τα όποια ανταλλάγματα. Ενισχύει τους δημοσιογράφους, παρέχοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν, αλλά θα κληθούν να το πληρώσουν από τα χρήματα που θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν. Ενισχύει τους κακούς επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι ασέλγησαν οικονομικά όχι μόνο στους εργαζόμενους, στις τράπεζες (και θυμηθείτε ποιος τα πληρώνει ΚΑΙ αυτά) και στα ταμεία – αλλά και στους όποιους τίμιους επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι προσπαθούν να είναι αξιόλογοι και οικονομικά και δημοσιογραφικά (συχνά αυτά τα δύο συμβαδίζουν) σε μία αγορά που η λαμογιά δεν τιμωρείται ποτέ (σε έναν κλάδο που εκ του ρόλου του θα έπρεπε να είναι ελεγκτικός και καταγγελτικός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο του τον εαυτό).

Όλα αυτά, επιπλέον, αφήνουν ένα δικαιολογημένο αίσθημα υποψίας «ανταλλαγής». Η βασική ουσία της δημοσιογραφίας είναι να ελέγχει την ισχύ, το κράτος, την εξουσία – και, για τα επόμενα χρόνια, αυτή η διαδικασία ελέγχου μολύνεται με μία συνεχή πληρωμή, από τον ελεγχόμενο προς τον ελεγκτή του – κάτι που ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι αδύνατο να μην ενοχληθεί και να θυμώσει με αυτήν την συναλλαγή.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι έτσι κατ’ αρχάς δηλητηριάζεται η ίδια η δημοσιογραφία.

Για άλλη μία φορά, στους κυριότερους τομείς που την αποτελούν θα προσφερθεί φροντίδα και προστασία, με θυσίες και βάρη των υπολοίπων, χωρίς να απαιτηθεί όμως ταυτόχρονα η κάθαρση που απαιτείται για να μην ξαναφτάσουμε εκεί:

Ποτίζονται όλα στον κήπο του απαραίτητου και χρησιμότατου δέντρου της δημοσιογραφίας, μπας και σωθεί το φρούτο της – χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να αφαιρέσει ουσιαστικά τα ζιζάνια που όχι μόνο θα ποτιστούν μαζί του, μα και πιθανότατα θα αφαιμάξουν και την όποια πιθανότητα να καρποφορήσει κάτι ουσιαστικό τελικά.

~

Αυτός ο περιβόητος φόρος λοιπόν, έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα σε ενοχλητικότατο καρκίνωμα, αλλά και σε εντυπωσιακή διαρκή αποκάλυψη της δυσκολίας, της αδυναμίας που έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις (άλλες λιγότερο, και δεν παραβλέπω ότι άλλες σαφώς περισσότερο) να «ξεκαθαρίσουν» ουσιαστικά τις παθογένειες του τύπου.

Και όπως έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, χωρίς καθαρό τύπο, χωρίς καθαρή δημοσιογραφία, δεν βλέπω καμία απολύτως πιθανότητα να έχουμε ούτε καθαρή δικαιοσύνη, ούτε καθαρή εξουσία.

Υ.Γ.: Παραλλήλως, και χωρίς να έχω γνώση γι’ αυτό, ο Θάνος Καμήλαλης έγραψε τα ίδια περίπου πράγματα για το θέμα, για λογαριασμό του ThePressProject (με περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες). Αξίζει να το διαβάσετε (και να ενισχύσετε το ThePressProject, επίσης)

Οι αποκαλύψεις των Paradise Papers φαίνεται πως οδεύουν στην ίδια διαδικασία όπως και των Panama Papers πριν, ή των Lux Leaks: κοιτάμε τα ελληνικά ονόματα, εκείνα απαντούν (ή δεν απαντούν), σε λίγο καιρό τα ξεχνάμε, και, στοχεύουμε την προσοχή μας στο επόμενο λαμπερό πράγμα που μας ζητείται να πάρουμε θέση.

Οι γνώσεις μου για τα οικονομικά είναι λιγότερο και από ελάχιστες, και έτσι δεν έχω τις βάσεις να εμβαθύνω στο πρόβλημα αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αναγκαστικά το βλέπω στην πρώτη του ανάγνωση:

Εταιρίες και τα φυσικά πρόσωπα που τις απαρτίζουν, αναζητούν φορολογικούς παραδείσους (ή οικονομίες με ελάχιστο έλεγχο πόθεν έσχες) για να λειτουργήσουν τις επιχειρήσεις τους.

Προφανώς δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα – αλλά σε πρώτη ανάγνωση, αυτό καταλαβαίνω εγώ.

Άλλες φορές, όπως στα Panama Papers τα χρήματα που διακινούνται δεν είναι καν πάντα καθαρά (αν καταλαβαίνω σωστά) – άλλες φορές, όπως στα Lux Leaks ή στα Paradise Papers, είναι βασισμένα σε απολύτως νόμιμες διαδικασίες, που απλώς έχουν σαΐνια φοροτεχνικούς, που πληρώνονται αδρά για να γλυτώσουν τους πελάτες τους από τις «ακριβές» χώρες, και να σταθμεύσουν τις επιχειρήσεις τους σε φορολογικούς παραδείσους.

~

Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, μείναμε στο εξώφυλλο του πράγματος. Τα papers και τα leaks συνήθως έβγαιναν όσο και από όσους συμμετείχαν σε παγκόσμια ρεπορτάζ – και η αντίδραση των ΜΜΕ περιοριζόταν είτε στο να «ξεχάσει» όσους δυσκολευόταν να δυσαρεστήσει, είτε στο να υπερπροβάλει όσους πολιτικά η επιχειρηματικά στόχευε να πληγώσει – ακόμα και αν αυτό δεν βασιζόταν παρά μόνο στην «ηθική» διάσταση του πράγματος.

Το ζητούμενο όμως, δεν είναι το εξώφυλλο.

Αν μία εταιρία, που δραστηριοποιείται στην (ή και στην) Ελλάδα, μεταφέρει τα κέρδη της έξω, σε έναν φορολογικό παράδεισο, ακόμα και αν είναι εντελώς νόμιμη ως διαδικασία, πληγώνει οικονομικά όχι μόνο το σύνολο των πολιτών, μα και του ανταγωνισμού.

Σ’ αυτό, έχουν υποχρέωση να αντιδράσουν οι θιγμένοι: οι πολίτες, για την ζημιά που υφίστανται, και το κράτος, για την προάσπιση της ίσης αγοράς για όλα τα μέρη. Πως; Η κάθε πλευρά με τον δικό της τρόπο: οι πολίτες, μπορούν να σταματήσουν εφόσον αυτό είναι δυνατό, την οικονομική ενίσχυση της εταιρίας που εφευρίσκει τρόπους να μην πληρώνει φόρους.

Το κράτος, αυξάνοντας τις έρευνες, και κάνοντας πιο αυστηρούς τους κανόνες.

Όλα αυτά που λέω, είναι λογικά (θεωρώ) και, εν πάση περιπτώσει, θα περνούσαν χαλαρά ως απάντηση μίας μις Κόσμος σε διαγωνισμό καλλιστείων.

Το ζητούμενο είναι τι έχει γίνει.

Από την αποκάλυψη των Lux Leaks, μέχρι τις αποκαλύψεις για τα Panama Papers, δεν έχω ακούσει καμία κυβερνητική οδηγία, κανέναν ψηφισμένο νόμο, καμία προστασία ώστε να μην ξανασυμβούν.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ειδικά για τα Lux leaks, μία διαδικασία (πιθανότατα) νόμιμη, και παγκόσμιας εμβέλειας για την προστασία των κερδών από τους φόρους, προς τις ελληνικές εταιρίες που «συμμετείχαν» δεν γνωρίζω να υπάρχει καν …παρατήρηση.

(μπορεί να έχει γίνει – εγώ δεν έχω ακούσει το παραμικρό)

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας σήμερα πχ εμφανίζεται (κυρίως μετά την αναφορά του ονόματος της συζύγου του Μητσοτάκη στα Paradise Papers) να περνάει κι αυτός, εξίσου άνετα, στην επόμενη φάση της μις Κόσμος στον διαγωνισμό καλλιστείων.

Επί του προκειμένου όμως, όταν πχ η ίδια η Ευρωπαϊκή κοινότητα φιλοξενεί ως ισότιμα μέλη αυτούς τους παραδείσους (όπως το Λουξεμβούργο) το να περιμένεις μόνο απ’ έξω την αντίδραση ισοδυναμεί με ..μη αντίδραση.

Και η ευχή «να εδραιωθεί επιτέλους στην Ελλάδα ένα δίκαιο μοντέλο ανάπτυξης, που θα στηρίζει τις ανάγκες των πολλών» αν δεν αλλάξει κάτι εντός των τειχών, δεν σημαίνει τίποτα απολύτως.

Οπότε, ξεφεύγοντας λίγο από τα καθρεπτάκια των αποκαλύψεων (που γυαλίζουν πολύ, μα δεν αξίζουν συνήθως τίποτα σπουδαίο) ας εστιάσουμε στο βασικό:

Πως αλλάζουμε εμείς, ως κράτος;

Αν μπορούμε, έχει καλώς – ας το κάνουμε. Ας δημιουργήσουμε, με πράξεις, αυτό το μοντέλο που υποχρεωτικά όλοι θα φορολογούνται ισότιμα, ξεκάθαρα, και ουσιαστικά. Αν δεν μπορούμε – γιατί είναι παγκόσμιο, γιατί δεν πολεμιέται το σύστημα, γιατί θα τρομάξουν οι επενδυτές (τίμιοι και μη, αν και οι δεύτεροι δεν αξίζουν πολλά τελικά αν παρακάμπτουν τον βασικό τρόπο όπου γίνονται χρήσιμοι)- ας βρούμε τρόπο τουλάχιστον να μειώσουμε την ζημιά κάνοντας πράξεις.

Αλλιώς, ας φορολογήσουμε τα ευχολόγια – πιο πολλά θα εισπράξουμε, σας το εγγυώμαι.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, υποδέχεται τον νεαρό Amir, που έγινε γνωστός καθώς κληρώθηκε ως σημαιοφόρος αλλά τελικά παρέλασε με την πινακίδα του σχολείου του – μετά την επίθεση που δέχθηκε στο σπίτι του με πέτρες, πριν λίγες ημέρες.

Στην επίσκεψη αυτή, του παραδίδει την ελληνική σημαία, σε μία προφανώς συμβολική κίνηση (καθώς το παιδί δεν είναι φημισμένος μπασκετμπολίστας, ή αρσιβαρίστας), στην οποία δηλώνει:

«Αμίρ, θέλω να σου κάνω ένα δώρο επειδή κάποιοι έκαναν λάθος και σου στέρησαν την τιμή να κρατήσεις την ελληνική σημαία. Σήμερα θα σου τη δώσω εγώ, γιατί σου αξίζει. Να την κρατάς πάντοτε ψηλά και να θυμάσαι ότι στην Ελλάδα όλα τα παιδιά απολαμβάνουν παιδεία και ασφάλεια, εγγυημένη από την αγάπη και την αλληλεγγύη του λαού μας»

Πηγή από το skai.gr

Άλλοι ενοχλούνται, άλλοι επιδοκιμάζουν – όλα προχωρούν όπως έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα τον τελευταίο καιρό.

Λίγα μέτρα πιο κάτω όμως, στην πλατεία Συντάγματος, κάποιοι άνθρωποι κάνουν απεργία πείνας για να συνενωθούν οι οικογένειές τους με τους ανθρώπους τους:

Έντεκα πρόσφυγες, πέντε γυναίκες και έξι άντρες ξεκίνησαν σήμερα απεργία πείνας διεκδικώντας το δικαίωμα επανένωσης με τις οικογένειές τους στη Γερμανία. Χιλιάδες πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις οικογένειές τους, εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, δέσμιοι της αντιπροσφυγικής πολιτικής της ΕΕ και θύματα πολιτικών συμφωνιών κάτω από το τραπέζι της ελληνικής και της γερμανικής κυβέρνησης για την επιβολή πλαφόν στις οικογενειακές επανενώσεις και για “ελεγχόμενες εισροές”.

[…]

Η ελληνική κυβέρνηση σε σύμπνοια με τη γερμανική τιμωρεί τους πρόσφυγες εφαρμόζοντας περιορισμούς στα ελάχιστα δικαιώματα που τους αναγνωρίζονται, επινοεί διοικητικές μεθοδεύσεις και εφαρμόζει πολιτικές αποθάρρυνσης και αποτροπής σε κάθε επίπεδο: από τον πολύμηνο εγκλεισμό στα άθλια hotspot των νησιών μέχρι τις κατασταλτικές διοικητικές πρακτικές της Υπηρεσίας Ασύλου.

Από το άρθρο του omniatv.com για τους απεργούς πείνας.

Λίγα ακόμα χιλιόμετρα πιο μακρυά, οι εγκλωβισμένοι μετανάστες (μεταξύ των οποίων και παιδιά) ετοιμάζονται να ζήσουν απροετοίμαστοι για άλλη μία χρονιά, τον δολοφονικό (όχι εξαιτίας της σφοδρότητάς του, αλλά εξαιτίας της εγκληματικής προχειρότητας της κυβέρνησης που τους «φιλοξενεί» φυλακισμένους σε σκηνές και παραπήγματα χειμώνα:

«Οι συνθήκες είναι τραγικές. Στη Μυτιλήνη αυτή τη στιγμή οι συνθήκες απάδουν των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αγγίζουν τα όρια παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» ανέφερε την Πέμπτη ο υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής, Γιάννης Μουζάλας συζητώντας με τους δημάρχους πέντε νησιών στη Βουλή για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

αναφέρει ο ίδιος ο Μουζάλας ενώ,

Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω, θα δούμε ότι χρειάστηκε μια σειρά από θανάτους στη Μόρια, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, για να μεταφερθούν οι κάτοικοι του καταυλισμού από τις θαμμένες στο χιόνι σκηνές όπου διέμεναν σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Προφανώς, το γεγονός ότι περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι υπέφεραν επί μήνες στο κρύο πριν από αυτούς τους θανάτους, δεν αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και τώρα συμβαίνει ξανά το ίδιο. Οι συνθήκες για τους πρόσφυγες στα νησιά επιδεινώνονται διαρκώς τους τελευταίους μήνες. Καθώς βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν καλύπτονται ακόμα, παρατηρούμε τη δυστυχία των ανθρώπων αυτών να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας και φόβου έχει κατακλύσει τα νησιά, βυθίζοντας ανθρώπους στην απελπισία.

..αναφέρει σε έκκλησή του ο πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα αλλά και άλλες 19 ανθρωπιστικές οργανώσεις:

Η ανησυχία, πάντως, είναι διάχυτη εν όψει του χειμώνα. Ερευνήτριες του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχαν τονίσει, πριν από έναν περίπου μήνα, ότι έχουν ήδη καταγραφεί πολλές απόπειρες αυτοκτονίας λόγω της κατάστασης σε συνδυασμό με την αγωνία για το μέλλον λόγω των κλειστών συνόρων.

«Είναι ότι χειρότερο έχω δει κι έχω περάσει πόλεμο» είχε δηλώσει μάλιστα η Εμίνα Τσερίμοβιτς, ερευνήτρια του Παρατηρητηρίου των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (HRW), κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τις απελπιστικές συνθήκες που επικρατούν στη Μόρια.

Από το HRW, μάλιστα, είχε γίνει λόγος για ακατάλληλες σκηνές που «με την πρώτη βροχή μπάζουν νερό, ελλιπή θέρμανση που περιορίζεται σε κουβέρτες, έλλειψη νερού και μάχες που δίνονται από μικρά παιδιά για ένα μπουκάλι, καθώς και ντους με ανυπόφορες συνθήκες λόγω της δυσωδίας από ούρα και κόπρανα».

διαβάζουμε στο in.gr

Μετά την απονομή της σημαίας, ο Νίκος Παππάς, Υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, δήλωσε στο twitter:

Θαυμάσια – και εγώ δεν αντιλέγω καθόλου. Μα λίγα μέτρα πιο κάτω, δεν οφείλουμε δικαιοσύνη; Και, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, στους ίδιους ανθρώπους, και για τους ίδιους λόγους, δεν οφείλουμε, επιτέλους, ανθρωπιά;

Τόσοι χειμώνες έχουν περάσει, τόσοι νεκροί, τόσοι αδικημένοι, δεν το οφείλουμε πλέον;

Υ.Γ.: Όπως έχω ξαναπεί, πολλές φορές, και θα ξαναπώ άλλες τόσες, είναι εγκληματικό που για αυτές τις συνθήκες διαβίωσης στην Μόρια δεν έχει παρέμβει ακόμα αυτεπαγγέλτως η δικαιοσύνη. Είναι εγκληματικό που δεν έχουν αναζητηθεί, ακόμα, οι όποιες, εξόφθαλμες θεωρώ -ακόμα και ποινικές- ευθύνες για την παραβίαση τόσων ουσιαστικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απέναντι σε φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, είτε του διοικητικού προσωπικού, είτε των πολιτικών διοικητών τους, είτε λέγονται Μουζάλας, είτε λέγονται Τσίπρας.

Και, ξαφνικά, μία ομάδα ανθρώπων, εισβάλλει στο γραφείο ενός γιατρού. Τον βρίζει, δείχνει το πρόσωπό του σε βίντεο, τον κατηγορεί για φακελάκι.

Είναι αθώος; Είναι ένοχος; Το ερώτημα είναι λάθος, γιατί δεν θα αποφασίσει ούτε μία ομάδα αυτόκλητων αν είναι, όντως ένοχος, ούτε η απέχθεια κάποιων για τους Ρουβίκωνες αν είναι, όντως αθώος. Η ενοχή και η αθωότητα δεν βασίζεται και δεν αποφασίζεται από κλιπάκια στο YouTube, και στο αν ο άλλος που σε βρίζει είναι, ή όχι, καλών προθέσεων.

Και φυσικά, όπως γίνεται πάντα, η επέμβαση του Ρουβίκωνα δημιούργησε έριδες, από συμψηφισμούς με ναζιστικές ομάδες, μέχρι πολιτική αντιπαράθεση, όλο το πακέτο μιας δυναμικής, μα εφήμερης και μάλλον ανούσιας αντίδρασης.

Και μετά;

Και μετά θα περιμένουμε την επόμενη πράξη των γνωστών-αγνώστων, για να καταδικάσουμε εξίσου, ή να αποδοκιμάσουμε εξίσου ανάλογα με τις προτιμήσεις μας.

Που είναι το δικό μου πρόβλημα; Γιατί μπαίνω στον κόπο να γράψω τούτο το ποστ;

Γιατί νομίζω ότι η θέση που έχουμε πάρει οι περισσότεροι από εμάς, είναι η θέση του θεατή. Είμαστε σε ένα παιχνίδι, σε ένα σαρβάηβορ, σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, σε ένα τηλεοπτικό κουίζ προκάτ γνώσεων ή καλλιφωνίας, που επιλέγουμε τον αγαπημένο μας κριτή, ή τον αγαπημένο μας συμμετέχοντα, και τον στηρίζουμε όσο περισσότερο μπορούμε, στα καλλίτερα ή στα χειρότερα, αν χάσει έχασε, αν κερδίσει πανηγυρίζουμε μαζί του.

Και μετά, διακοπή για διαφημίσεις, η εκπομπή μας τελείωσε, ακολουθεί μπλοκμπάστερ ταινία – πρώτη προβολή στην Ελλάδα. Και βέβαια, μην χάσετε το επόμενο επεισόδιό μας.

Κοίτα:

Είμαι εναντίον κάθε ενέργειας αυτοδικίας, κατ’ αρχάς. Πιστεύω βαθιά πως, ο,τι πρέπει να διορθωθεί, δεν πρέπει να γίνει με την ενέργεια των λίγων, ή του ενός, αλλά με την σύμφωνη γνώμη όλων – ή έστω, των περισσοτέρων από εμάς, με βάσει νόμους που θα ισχύουν για όλους, από όλους, και κυρίως τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ως εκ τούτου, είμαι απέναντι σε κάθε παράνομη ενέργεια του Ρουβίκωνα. Χωρίς ναι, μεν, αλλά: αντίθετος.

Οφείλω όμως ταυτόχρονα να προσδιορίσω τις προτεραιότητές μου. Δεν θα αφεθώ να είμαι θεατής ενός σόου “Ρουβίκωνας εναντίον αστυνομίας”, ή “Ρουβίκωνας εναντίον κατεστημένου”. Η συμμετοχή μου δεν τελειώνει όταν κερδίσει ο ένας από τους δύο, ή στην επιλογή ήρωα και εχθρού σε μία θεατρική διαμάχη:

Εγώ θέτω τους κανόνες του παιχνιδιού – και εγώ φέρω, αποκλειστικά, την ευθύνη.

Όταν κάποιος μου δείχνει “αυτός ο άνθρωπος χρηματίζεται για να σώσει έναν ασθενή”, η πρώτη μου αντίδραση θα έπρεπε να είναι “μισό λεπτό, γίνεται όντως κάτι τέτοιο; πως το επέτρεψα εγώ να γίνει αυτό;”

Δεν λέω η μοναδική αντίδραση, δεν λέω να αφήσουμε τον Ρουβίκωνα να παρανομεί, λέω πρώτα να ζυγίσουμε την δική μας ευθύνη:

Αυτός ο γιατρός, παρανομεί; Χρηματίζεται; Και αν όχι αυτός, το κάνει κάποιος άλλος; Και αν το κάνει, κάποιοι τον πληρώνουν; Και αυτοί που τον πληρώνουν εκβιαζόμενοι, μπορούν να τον καταγγείλουν; Και αν το κάνουν θα έχουν μετά την υποστήριξη και την εμπιστοσύνη όχι μόνο της κοινωνίας μα και της ιατρικής επιστήμης όταν αναπόφευκτα την χρειαστούν;

Και, αν απλώς έχουμε κάνει λάθος σε οποιαδήποτε από αυτές τις μεταβλητές, αν δεν ξέραμε, μπορούμε να τις διορθώσουμε έστω και εκ των υστέρων. Αν όμως όλοι ξέρουμε ότι οι μεταβλητές αυτές ισχύουν, καθημερινά, σε εμάς και στους δίπλα μας, αν ξέρουμε ότι συμβαίνουν όλα αυτά τα αίσχη – και συνεχίζουμε την επόμενη ημέρα ατάραχοι;

Μία φορά και έναν καιρό, μία νέα κοπέλα, η Αμαλία Καλυβίνου, τόλμησε να καταγγείλει, εν πλήρη ειρήνη, με τον πιο ήπιο και ταυτόχρονα θαρραλέο τρόπο αντίστοιχα φαινόμενα.

Η στάση της, οδήγησε τον κόσμο σε μία άνευ προηγουμένου συγκέντρωση στο Σύνταγμα, χωρίς καμία κομματική ή άλλη κατεύθυνση τις ημέρες του θανάτου της.

Ήταν 2007. Δέκα χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιόμαστε αν μία ομάδα έπραξε σωστά καταγγέλλοντας φακελάκια, ή όχι.

Όχι, λοιπόν, αν αυτή είναι η απορία σας: Κατ’ εμέ, δεν έπραξε σωστά.

Μα αν είναι να μοιράσουμε ευθύνες, ας ξεκινήσουμε από εμένα. Από εμένα που στραβοκοιτάω ή δεν ασχολούμαι όταν εκατοντάδες γιατρών, εκβιάζουν απελπισμένους ασθενείς, με αντάλλαγμα την ζωή τους, από εμένα αν ξέχασα την Αμαλία και όσα ορκιζόμουν τότε ότι θα απαιτήσω όχι μόνο για λογαριασμό της, μα κυρίως για λογαριασμό όσων δεν μπορούν να μιλήσουν. Από μένα, που δεν κάνω ο,τι μπορώ, καθημερινά, για να αλλάξει αυτή η βία.

Από εμένα.

Γιατί εγώ ξέχασα την Αμαλία, γιατί εγώ ξέχασα αυτούς τους ανθρώπους που βιάζονται καθημερινά, γιατί εγώ έχω μεγαλύτερη ευθύνη, την πιο σημαντική και την πιο βαριά γι’ αυτό το έγκλημα.

Και αν είναι, από μία τέτοια ενέργεια, να ξυπνήσουμε ένας-ένας “εγώ”, μαζί, και αντιδράσουμε ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ, αν είναι να απαιτήσουμε από κάθε εξουσία, χωρίς εκπτώσεις, να καθαρίσει πλήρως, μία και καλή και για πάντα αυτό το σιχαμένο και αισχρό εμπόριο πόνου και ελπίδας, ας εξαντλήσουμε μετά, και εγώ μαζί σας θα είμαι, όλη την υπόλοιπη αυστηρότητα που θα μας έχει απομείνει στους Ρουβίκωνες.

Αυτή, είναι η επιστολή του προέδρου του Ελληνικού τμήματος των Γιατρών χωρίς Σύνορα.

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ,

Σας απευθύνω αυτή την επιστολή γιατί θα ήθελα να σας ενημερώσω προσωπικά σχετικά με την κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι πρόσφυγες στα ελληνικά νησιά.

Αν γυρίσουμε το χρόνο πίσω, θα δούμε ότι χρειάστηκε μια σειρά από θανάτους στη Μόρια, στα τέλη του περασμένου Ιανουαρίου, για να μεταφερθούν οι κάτοικοι του καταυλισμού από τις θαμμένες στο χιόνι σκηνές όπου διέμεναν σε αξιοπρεπείς συνθήκες. Προφανώς, το γεγονός ότι περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι υπέφεραν επί μήνες στο κρύο πριν από αυτούς τους θανάτους, δεν αποτελούσε αναγκαία συνθήκη για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα.

Και τώρα συμβαίνει ξανά το ίδιο. Οι συνθήκες για τους πρόσφυγες στα νησιά επιδεινώνονται διαρκώς τους τελευταίους μήνες. Καθώς βασικές ανθρώπινες ανάγκες δεν καλύπτονται ακόμα, παρατηρούμε τη δυστυχία των ανθρώπων αυτών να γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ένα τεράστιο κύμα αβεβαιότητας και φόβου έχει κατακλύσει τα νησιά, βυθίζοντας ανθρώπους στην απελπισία.

Οι συνάδελφοί μου που εργάζονται στη Λέσβο και τη Σάμο βλέπουν μόνο συντετριμμένους ανθρώπους. Στη διάρκεια του καλοκαιριού, κάθε εβδομάδα η κλινική των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Μυτιλήνη δεχόταν κατά μέσο όρο 6-7 σοβαρότατα περιστατικά ψυχικής υγείας, όπως απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμούς και ψυχωσικά επεισόδια.

Όλα αυτά τα περιστατικά έχουν όνομα και μια τραγική ιστορία να διηγηθούν. Η Γκλόρια, αφού έπεσε θύμα βιασμού στο Κονγκό και στην Τουρκία, προσπάθησε στη Λέσβο να δώσει τέλος στη ζωή της πίνοντας υγρό καθαρισμού. Την ίδια ημέρα, η Ράνια από τη Συρία, σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, έκανε μια απελπισμένη απόπειρα αυτοκτονίας πιάνοντας ηλεκτρικά σύρματα. Ο Αφράν, Κούρδος από τη Συρία και πατέρας τριών παιδιών, βασανίστηκε στη Συρία, απ’ όπου διέφυγε για να φτάσει στη Σάμο, όπου ζει τους τελευταίους 11 μήνες. Αν και έχει πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι είναι θύμα βασανιστηρίων, ο Αφράν παραμένει εγκλωβισμένος και μπορεί να απελαθεί ανά πάσα στιγμή στην Τουρκία, καθώς η αίτηση ασύλου του απορρίφθηκε για δεύτερη φορά.

Τον Αύγουστο βρέθηκα στη Μοσούλη, στο Ιράκ, σε αποστολή ως χειρουργός. Είδα μπροστά μου τις φρικτές συνέπειες ενός πολέμου χωρίς τέλος. Μίλησα με τους ανθρώπους και προσπάθησα να καταλάβω τι περνούν. Ως πατέρας δύο παιδιών, όπως κι εσείς κύριε Πρωθυπουργέ, είμαι βέβαιος ότι θα έκανα ακριβώς το ίδιο. Θα προσπαθούσα να σώσω την οικογένειά μου αναζητώντας ασφάλεια όπου αυτό θα ήταν δυνατό. Οι ομάδες μας διαπιστώνουν ότι όλο και περισσότερες οικογένειες από το Ιράκ και τη Συρία έρχονται στα ελληνικά νησιά τους τελευταίους μήνες. Τον περασμένο Ιούλιο, το 40% των ανθρώπων που έφτασαν στα ελληνικά νησιά ήταν παιδιά.

Οι άνθρωποι αυτοί μάζεψαν όλες τις δυνάμεις και τις ελπίδες τους και κατάφεραν με πολλές δυσκολίες, ακόμα και με ανθρώπινες απώλειες, να φτάσουν στην Ευρώπη. Κι όμως, είναι εδώ στην Ευρώπη όπου συνθλίβονται οι ελπίδες τους.

Σήμερα δημοσιεύουμε έκθεση με τίτλο «Κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την ψυχική υγεία στη Σάμο και τη Λέσβο» (PDF). Όπως αντιλαμβάνεστε, τα ευρήματα είναι αποκαρδιωτικά. Το βαθύ ψυχικό τραύμα είναι εξαιρετικά σύνηθες πλέον στα νησιά. Συχνά συνοδεύεται από συναισθήματα ντροπής και ταπείνωσης. Για να αναπνεύσει το τραύμα και να θεραπευτεί χρειάζεται ένα ασφαλές περιβάλλον. Οι άνθρωποι βιώνουν έντονα την απουσία ενός τέτοιου φιλόξενου χώρου όταν φτάνουν στα ελληνικά νησιά με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η ψυχική υγεία τους. Από την πρώτη στιγμή αντιλαμβάνονται την Ευρώπη να τους λέει «δεν σας θέλουμε εδώ, θα σας στείλουμε πίσω στην Τουρκία».

Η ανάσχεση των προσφυγικών ροών αποτελεί σταθερή επιδίωξη των Ευρωπαίων ηγετών. Προκειμένου η Ευρώπη να επιτύχει την αποτροπή των αφίξεων, επιφυλάσσει άθλιες συνθήκες στους ανθρώπους που τελικά θα φτάσουν στην Ελλάδα. Πολλοί αιτούντες άσυλο μάς εκμυστηρεύονται «αν ήξερα πως θα είναι έτσι στην Ευρώπη, θα είχα προτιμήσει να πεθάνω στην πατρίδα μου». Είμαστε υπερήφανοι γι’ αυτό ως Έλληνες και Ευρωπαίοι, κύριε Πρωθυπουργέ;

Η υπαγορευόμενη από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας πολιτική του εγκλωβισμού στα νησιά είναι απάνθρωπη, ανεδαφική και επικίνδυνη. Και δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οι αιτούντες άσυλο, όπως η Γκλόρια, η Ράνια και ο Αφράν, που φτάνουν στις ελληνικές ακτές πρέπει να μπορούν να μετακινηθούν στην ηπειρωτική χώρα. Είναι ανθρωπιστική επιταγή.

Κύριε Πρωθυπουργέ, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα σάς ζητάμε να κάνετε ένα γενναίο βήμα προς την κατεύθυνση του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Σε αυτό το σημείο που βρισκόμαστε δεν υπάρχουν άλλες δικαιολογίες. Σας καλούμε να επιτρέψετε τον απεγκλωβισμό των ανθρώπων από τα νησιά και την μεταφορά τους στην ηπειρωτική Ελλάδα διασφαλίζοντας αξιοπρεπείς συνθήκες και πρόσβαση σε εξειδικευμένη φροντίδα που τόσο χρειάζονται.

Με εκτίμηση,

Χρήστος Χρήστου

Πρόεδρος του Ελληνικού Τμήματος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα

Η δική μου πάλι άποψη, είναι ότι παρακαλέσαμε αρκετά. Αυτή η κυβέρνηση είναι ένοχη για πολλούς θανάτους, δεν υπάρχει πια η δικαιολογία της αμέλειας, ούτε μπορεί να επαφίεται κανείς στις καλές προθέσεις όσο ο κόσμος πεθαίνει από το κρύο ξεχασμένος σε μία παγωμένη σκηνή τον χειμώνα.

Δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε τον επόμενο νεκρό για να κριθεί, ξανά, όχι μόνο η αποτελεσματικότητα, μα και η διάθεση τελικά αυτής της κυβέρνησης να βοηθήσει: έχει κριθεί ήδη, πολλούς νεκρούς τώρα.

Το ερώτημα που έχει κάποια σημασία πριν ξεκινήσουμε είναι «αυτό; Με όσα γίνονται, αξίζει τον κόπο αυτό;»

Νομίζω πως ναι. Μπορεί να κάνω λάθος, μα νομίζω πως ναι. Ας δούμε μαζί την σκέψη μου.

Τελικός Κυπέλλου Ελλάδας, Σάββατο 6 Μαΐου του σωτήριου έτους 2017, και πριν την έναρξη του αγώνα, εκτεταμένα επεισόδια «αμαυρώνουν το ποδοσφαιρικό γεγονός».

Δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες οπαδοί των δύο ομάδων πλακώνονται για αρκετή ώρα, έξω μα και μέσα στο Πανθεσσαλικό στάδιο. Οι τραυματίες δεκάδες – τόσοι, που ακόμα και το αρμόδιο νοσοκομείο βρέθηκε σε δύσκολη θέση.

Τώρα που γράφω τούτο το ποστ είναι ξημερώματα Δευτέρας – μα σκέφτομαι να το ανεβάσω αργότερα, σε μία, δύο μέρες. Στο μεταξύ να περιμένω.

Θα περιμένω να δω, αν κάποιος από το κράτος μας ενοχλήθηκε από αυτήν την εικόνα.


Από το sport-fm.gr

Θα περιμένω να δω αν το αίμα αυτών των ανθρώπων, ακόμα και αν δεχθεί κανείς ότι συμμετείχαν αυτοβούλως στα επεισόδια (εγώ δεν το δέχομαι, αλλά δεν έχει σημασία) ή όσων ταλαιπωρήθηκαν πχ από δακρυγόνα, πέτρες, και δεν ξέρω και γω τι ενώ δεν είχαν καμία συμμετοχή, έχει, για κάποιον, αξία.

Θα περιμένω.

Θα περιμένω να δω αν θα το ξεχάσουμε, αν θα ξεχάσουμε όλο αυτό το αίμα που χύθηκε, όλες αυτές τις εικόνες βίας, τους μαχαιρωμένους, τα στιλέτα, τα δοκάρια, τις καρέκλες, τα γκλόμπ (ακόμα και ανάποδα).

Θα περιμένω.

Θα περιμένω να δω αν, ως κοινωνία, θεωρήσαμε ότι πήγε, κάτι, στραβά. Αν ναι, είναι απλό – θα αντιδράσουμε. Θα ρωτήσουμε αν η αστυνομία έκανε καλά την δουλειά της. Θα ρωτήσουμε αν οι ομάδες είχαν τον έλεγχο των οπαδών τους. Θα ρωτήσουμε αν η ομοσπονδία λειτούργησε με τον καλύτερο τρόπο.

Αν όχι, αν πιστέψουμε ότι όλα πήγαν σωστά, είναι τρομερά απλό, θα προσπεράσουμε. Και το αίμα θα ξεπλυθεί από τους τοίχους, και τα καθίσματα, και τα πατώματα, και θα γίνει δόξη και τιμή το επόμενο παιχνίδι, και θα συνεχίσουμε τις ζωές μας.

~

Όταν όμως, την επόμενη φορά, κάποιος πεθάνει – ακόμα και κάποιος συμμετέχοντας, αλλά πολλώ δε μάλλον κάποιος αθώος, θα περιμένω να δω αν τότε θα αναρωτηθούμε τι πήγε στραβά.

Θα περιμένω να δω αν θα ανατρέξουμε στο χθεσινό, αν θα αναρωτηθούμε αν θα μπορούσαμε, έστω και από σήμερα, να σώσουμε μελλοντικά την ζωή αυτού του ανθρώπου. Θα περιμένω να δω αν θα αναρωτηθούμε, αν πράγματι το χθεσινό ήταν λάθος – γιατί το επιτρέψαμε μία μέρα μετά:

– Γιατί είμαστε δειλοί; Δεν θέλαμε να τα βάλουμε με την ηγεσία και την μαφία των οπαδικών στρατών;

– Γιατί είμαστε ευθυνόφοβοι; Αρνηθήκαμε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, και να παραιτηθεί -ή να απολυθεί, αν δεν καταλαβαίνει γιατί- σύσσωμη η πολιτική ηγεσία που ήταν υπεύθυνη γι’ αυτό το χάλι;

– Γιατί ηδονιζόμαστε με το αίμα; Απολαύσαμε ως θεατές τηλεοπτικά ένα σόου ξύλου και βίας και μετά, με ασύλληπτη αδιαφορία, περάσαμε στον αυθεντικό εκνευρισμό για τα …διαιτητικά λάθη;

~

Θα (έπρεπε να) περιμένω.

Αλλά δεν θα το κάνω, δεν θα περιμένω. Θα το ανεβάσω σήμερα, τώρα αμέσως. Γιατί δεν θέλω να επιβεβαιωθώ, προτιμώ να έχω κάνει λάθος, προτιμώ κάποιος να δώσει σημασία σε ο,τι έγινε, και να το διορθώσει.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που ενδιαφερόμαστε, που θυμώνουμε γι’ αυτό που έγινε, που θέλουμε να αλλάξει, που θέλουμε την κάθαρση και τους νόμους ανεξαρτήτως με τι χρώματα ντύνεται ο κάθε οπαδικός στρατός.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που βλέπουν πόσο υποκριτικό είναι να προσπερνάμε τέτοια αίσχη ρίχνοντας την ευθύνη αποκλειστικά στους οπαδούς, αποκλειστικά στην μαφία των γηπέδων, πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που βλέπουν ότι είναι ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη ως κοινωνία, πρωτίστως, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να μην πεθάνει κανείς αύριο, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να εξαλείψουμε τον χουλιγκανισμό, ΔΙΚΗ ΜΑΣ ευθύνη να τιμωρηθούν όσοι οργάνωσαν, όσοι ανέχθηκαν, και όσοι ήταν ανίκανοι να αποτρέψουν αυτές τις εικόνες.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πρωτίστως θέμα ισονομίας, είναι θέμα δικαιοσύνης, είναι θέμα ηθικής – είναι διάολε θέμα πολιτισμού να μην προσπερνώνται αθόρυβα αυτές οι στιγμές.

Πιστεύω ότι είμαστε περισσότεροι αυτοί που φοβόμαστε ότι ο τίτλος «τελικός» δεν θα αφορά αύριο ένα παιχνίδι, αλλά την τελευταία μέρα ενός ανθρώπου.

~

Μία τελευταία κουβέντα, για να το απλοποιήσω λίγο, μ’ αυτήν την σκέψη:

Πρόσεξέ με λίγο:

Αυτό δεν είναι ποδόσφαιρο.

Μην προσπαθήσεις να πείσεις κανέναν, ούτε τον εαυτό σου, ότι είναι. Μην προσπεράσεις αυτήν την εικόνα.

Update 8/5/2017: Το Γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού της χώρας, ήρθε για δουλειά Δευτέρα πρωί, είδε τα σημαντικά γεγονότα του Σαββατοκύριακου, και είπε να αντιδράσει σε όσα έγιναν:

(Δεν το πίστευα – δεν έχει ανέβει ακόμα στο site – αλλά είναι δήλωση μοιρασμένη από το ΑΠΕ. Ιδού για όσους σαν και μένα δεν το πιστεύουν αν δεν το δουν με τα μάτια τους)

Αυτό έχουμε να περιμένουμε, μάλλον. Πολιτικό οπαδιλίκι της πλάκας, ατάκες, και «στην έφερα πρώτος». Μέχρι τόσο φτάνει (προφανώς) αυτή η κυβέρνηση. Και, όπως έχω ξαναγράψει, με τον χειρότερο δυνατόν τρόπο: από το Πρωθυπουργικό Γραφείο.

(Και όχι, δεν ασχολούμαι με το αν ο Μητσοτάκης έκανε καλύτερα ή χειρότερα με τις αρχικές δικές του δηλώσεις. Δεν με κυβερνά αυτός, ας τον κρίνουν οι ψηφοφόροι του)

Ο π/θ της χώρας, -έστω και από τον προσωπικό του λογαριασμό- εκτοξεύει κατηγορίες κατά του πολιτικού του αντιπάλου στο twitter:

και είναι τόσο λάθος αυτό, με τόσο διαφορετικούς τρόπους, που προσπάθησα να «μαζέψω» την αντίδρασή μου σε 140 χαρακτήρες και ήταν αδύνατο.

~

Ασφαλώς, είναι ο πρωθυπουργός της χώρας. Αν πράγματι υπάρχουν παρατυπίες ή ακόμη και παρανομίες στον δημόσιο τομέα, είναι πράγματι δουλειά του και ευθύνη του να το βρει, και να το ξεκαθαρίσει. Συμφωνούμε.

Όμως, μέχρι στιγμής, η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Ήτοι, δεν ξέρουμε σίγουρα αν είναι όντως σκάνδαλο η Novartis (μπορεί να είναι, δεν διαφωνώ – αλλά αυτήν την στιγμή δεν το ξέρουμε σίγουρα) ή η αντιστοίχως το ΚΕΕΛΠΝΟ, ή το Ερρίκος Ντυνάν, ή πράγματι υπήρξαν παρατυπίες ή παρανομίες ή υπερτιμολογήσεις στο κόστος των φαρμάκων.

Δεν το ξέρουμε. Δεν ξέρουμε αν για οποιοδήποτε εξ αυτών υπάρχει θέμα, δεν ξέρουμε αν υπάρχουν ευθύνες και που και πως μοιράζονται. Θα το μάθουμε, αν γίνουν οι διαδικασίες, γίνουν σωστά, και φέρουν αποτελέσματα. Μέχρι τότε, δεν το ξέρουμε.

Ο πρωθυπουργός της χώρας όμως ΠΡΟΚΑΤΑΛΑΜΒΑΝΕΙ το αποτέλεσμα, βάζοντας μία …στοχευμένη φωτογραφία πολιτικού του αντιπάλου δίπλα σ’ αυτές τις κατηγορίες. Το συνοδεύει και με κείμενο για λεηλασίες, για κυκλώματα και οφέλη ισχυρών – και ολοκληρώνει την εικόνα.

Κατ’ αρχάς, είναι εγκληματικό να προκαταλαμβάνει ένας πρωθυπουργός (και δεν είναι η πρώτη φορά, ούτε από τον συγκεκριμένο, ούτε από τους προκατόχους του) την δικαιοσύνη. Και αυτό, γιατί έχει θεσμικό ρόλο, που δύναται να επηρεάζει τους ανθρώπους που θα κληθούν να ελέγξουν τις κατηγορίες.

Κατά δεύτερον, είναι έλλειψη πολιτικής ηθικής να φωτογραφίζεις τον αντίπαλό σου με κατηγορίες που δεν του έχουν αποδοθεί καν! Οφείλεις να κάνεις τους ελέγχους σου, να περιμένεις, και ΑΝ πράγματι έχει ευθύνες, τότε να τις επιρρίψεις και πολιτικά εκεί που πρέπει. Τότε, και μόνο τότε, και μόνο εάν.

Υπάρχει όμως και ένα τρίτο θέμα, που γα μένα είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Ότι χρησιμοποιείς αυτές τις κατηγορίες (ειδικά όταν δεν έχουν αποδειχθεί) πολιτικά για να βλάψεις τον πολιτικό σου αντίπαλο, και να ανακατευθύνεις τις κριτικές για την πολιτική σου. Οι όποιες παραβάσεις δηλαδή έχουν όντως γίνει, είναι πλέον εργαλείο δικό σου, και τις χρησιμοποιείς κι εσύ.

Αυτό, είναι αισχρό – και όχι μόνο πολιτικά. Όπως καταλαβαίνω εγώ την πολιτική, η παρανομία, αν και όντως υπάρχει, δεν μπορεί να γίνεται εργαλείο για να χτυπήσει ο ένας τον άλλον. Αν υπάρχουν (και δεν θα βαρεθώ να το λέω, ΑΝ υπάρχουν) όντως ευθύνες, το πιο ισχυρό μέρος της εξίσωσης φροντίζει με όσες ενέργειες του δίνει το σύνταγμα και οι νόμοι να αποδοθούν εκεί που πρέπει, και μετά ξεχωρίζει την κριτική προς τις ενέργειές του, με την όποια απόδοση πολιτικών ευθυνών προς τους αντιπάλους του.

(Το ξέρω ότι δεν βγάζω πολύ νόημα εδώ, αλλά δεν μπορώ να το αποδώσω καλύτερα: «Μην πολιτεύεσαι με το χειρότερο που μπορεί να είναι οι αντίπαλοί σου, αλλά με το καλύτερο που μπορείς να κάνεις εσύ»)

~

Ναι, αλλά θα μου πείτε κάτσε ρε αρκούδε, ο Μητσοτάκης το κάνει συνέχεια!

Πράγματι, τα infographics (που είναι ένας ιδιαίτερα εύπεπτος, αλλά ταυτόχρονα συχνά αβάσιμος ημιτελής τρόπος να μοιράζεσαι πληροφορίες) είναι σχεδόν στην ημερήσια ατζέντα του προέδρου της αντιπολίτευσης.

Ο Μητσοτάκης όμως, είναι ακριβώς αυτό: αντιπολίτευση. όπως αντιλαμβάνομαι εγώ την πολιτική (και μπορεί, κάλλιστα, να κάνω λάθος – εγώ όμως έτσι καταλαβαίνω) ο Μητσοτάκης είναι υπεύθυνος απέναντι στους ψηφοφόρους του – και μόνον. Αν είναι ικανοποιημένοι από την πολιτική του, ή όχι, θα το κρίνουν όπως νομίζουν αυτοί, στις κάλπες ή στην κριτική τους.

Ο Αλέξης Τσίπρας όμως, είναι πρωθυπουργός – όλων μας. Όπως έχω ξαναπεί σχετικά πρόσφατα (και όχι μόνο), δεν είναι πια απλώς πρόεδρος κόμματος – ακόμα και όταν γράφει από τον προσωπικό του λογαριασμό.

Είναι πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων, οφείλει να συμπεριφέρεται ανάλογα, και να δέχεται κριτική από όλους μας όταν λειτουργεί με κομματικά, και όχι με εθνικά κριτήρια.

Γιατί κυβέρνηση με καταγγελίες σε infographics, δεν κάνει καλό σε κανέναν μας.

Διαβάζω από την Αυγή:

* Στον ΣΚΑΪ επεβλήθησαν τρεις κυρώσεις, συνολικού ύψους 50.000 ευρώ για ισάριθμες παραβιάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας:

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα, πρακτική που απαγορεύεται από τον νόμο, για το δημοψήφισμα και για τις εκλογικές διαδικασίες. Ο νόμος επιτρέπει τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών μέχρι ώρα 24.00 τα μεσάνυκτα της Παρασκευής, πριν την εκλογική διαδικασία της Κυριακής. Ο αντιπρόεδρος Ρ. Μορώνης μειοψήφισε, ζητώντας υψηλότερο πρόστιμο, ύψους 50.000 ευρώ.

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις και τα «στρογγυλά τραπέζια» που διοργάνωσε ο σταθμός. Το ΕΣΡ διαπίστωσε πολλαπλάσια παρουσία των υποστηρικτών του ΝΑΙ έναντι του ΟΧΙ.

– κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων του ΟΧΙ και του ΝΑΙ. Διαπιστώθηκε εκτενής κάλυψη της συγκέντρωσης του ΝΑΙ και μηδαμινή παρουσίαση του ΟΧΙ.

* Στο MEGA επεβλήθη κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για επαναλαμβανόμενη προβολή δήλωσης -υπό μορφή “τρέιλερ”- του οικονομολόγου καθηγητή Ι. Τσαμουργκέλη, ο οποίος περιέγραφε τα δεινά που θα υποστεί η χώρα εάν πλειοψηφήσει το ΟΧΙ. Ο σταθμός ελέγχθηκε για παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

Εκκρεμεί ο έλεγχος του σταθμού για προσβολή προσωπικότητας ή άλλες παραβάσεις, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης «γκάλπ» στο δρόμο, όπου δημοσιογράφος εμφανίζεται να απωθεί ηλικιωμένο από την κάμερα, όταν αντιλαμβάνεται ότι η γνώμη του- εννοείται υπερ του ΟΧΙ- δεν είναι της προτίμησης του σταθμού.

* Στον ΑΝΤ-1 κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

* Στο Εψιλον επεβλήθη κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

Την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται η απόφαση για το STAR, καθώς όπως διαπιστώθηκε, μετέδωσε τη συγκέντρωση του ΝΑΙ 112 λεπτά και τη συγκέντρωση του ΟΧΙ μόλις 2 λεπτά.

Η απόφαση πάρθηκε με πλειοψηφία – ήτοι, 5 ψήφους υπέρ, 3 κατά (που ζητούσαν ως τιμωρία την απλή σύσταση)

Τα κανάλια κρίθηκαν ένοχα από το ΕΣΡ, που είναι ο αρμόδιος φορέας για να τα ελέγχει. Ένοχα για ποιον λόγο;

Μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα (κάτι που απαγορεύεται από τον νόμο) – ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις – ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων – παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

ξανά: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

Μην σταθείτε στο ΤΙ προώθησαν με αυτούς τους τρόπους τα κανάλια. Είναι εντελώς αδιάφορο (και το λέω όσο πιο εμφατικά μπορώ) προς ποια πλευρά κράτησαν αυτήν την στάση. Σημασία έχει ότι το έκαναν, και μάλιστα

ξανα: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

παραβιάζοντας νόμους, με σκοπό να αλλάξουν την γνώμη των ψηφοφόρων, με κάθε τρόπο.

Και η τιμωρία τους;

10.000 ευρώ στο ένα κανάλι, 15.000 στο άλλο, 20.000 στο άλλο. Παραλίγο, αν περνούσε η απόφαση των τριών μελών, να τιμωρούνταν με …«απλή σύσταση»

Άγιο είχαμε δηλαδή.

~

Η δημοσιογραφία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, έχει μερικούς κανόνες – κυρίως επειδή έχει μία σημαντική δύναμη, μία σημαντική εξουσία πάνω στο κοινό της. Μπορεί να αλλάξει θέσεις, συνειδήσεις, μπορεί να επηρεάσει κρύβοντας ή παραποιώντας την ειδησεογραφία τις αποφάσεις του κόσμου ή να εξηγήσει στον κόσμο τι πραγματικά συμβαίνει – είναι, εν πολλοίς, σημαντικό το έργο της – ίσως το πιο σημαντικό, κυρίως σε καιρούς σαν αυτούς που ζούμε τώρα.

Ειδικά όμως σε περίοδο εκλογών ή δημοψηφισμάτων, όπου ο επηρεασμός είναι άμεσος, οι κανόνες έχουν μπει για να προστατεύεται η ίδια η υφή της δημοκρατίας, από όποιον θέλει, για τον δικό του λόγο, να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Δεν μπορώ λοιπόν να κατανοήσω πως, η καταδίκη για αυτές τις παραβάσεις, ανέρχεται σε τόσο ευτελές ποσό για τιμωρία. Μου φαίνεται εξοργιστικά αταίριαστη η σχέση ζημίας, και προστίμου.

Το τρομαχτικό, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είναι το αστείο ποσό – όσο είναι το μήνυμα που παρέχει στους παραβάτες:

«Είκοσι χιλιάδες ευρώ. Μπορείτε να επηρεάσετε εκλογές, μπορείτε να παραβείτε τους νόμους για την προστασία της δημοκρατίας μας, μπορείτε να εκμεταλλευτείτε την εμπιστοσύνη των πολιτών, αρκεί, στο τέλος, να πληρώσετε το πρόστιμο: Είκοσι χιλιάδες ευρώ»

Αν μία ενέργεια, όπως αυτή των καναλιών στο δημοψήφισμα (ξανά: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ της θέσης που πήραν) ήταν επικίνδυνη για την δημοκρατία, το να τους τιμωρείς τόσο ελαφρά, τι είναι;

Γιατί να μην το ξανακάνουν, ακόμα και με άλλον ευνοούμενο, την επόμενη φορά;

Τι θα τους σταματήσει; Το …πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ;

Και πως θα προστατευτεί ο πολίτης από αυτούς που θέλουν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη; Τι ασφάλεια έχει, όταν οι έξι, επτά μεγαλύτερη σε ακροαματικότητα τηλεοπτικοί σταθμοί παραβιάζουν τον νόμο, και η τιμωρία είναι … ένα μηνιάτικο μεγαλοστελέχους;

Υπόψιν: Μπορώ να δεχθώ κάθε συζήτηση περί «αντικειμενικότητας» ή μη των μέσων. Μπορώ να κατανοήσω κάθε θέση που έστω με έναν κυνισμό τάσσεται κατά κάθε τέτοιας προσπάθειας να «οριοθετηθούν» τα μέσα.

Μα η βάση του προβλήματος, δεν είναι εδώ. Δεν συζητάμε για την ενοχή, ή μη. Δεν συζητάμε αν εγώ είμαι ρομαντικός, ή όχι με αυτά που αιτούμαι από τον Τύπο σήμερα. Τα μέσα κρίθηκαν ένοχα. Κρίθηκε ότι παραβίασαν, όντως, τον νόμο – και μάλιστα στην χειρότερη δυνατόν στιγμή, στην κορυφαία συγκυρία που θα έπρεπε να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Και μετά, τους εξήγησαν με αυτήν την «τιμωρία», με τον απλούστερο δυνατόν τρόπο, ότι «Δεν πειράζει. Δεν είναι αρκετά σημαντικό. Η τιμωρία σας, θα είναι ένα χάδι».

Φοβάμαι λοιπόν ότι, το μεγαλύτερο έγκλημα εδώ, είναι η ίδια η τιμωρία.

Έχει ξεκινήσει μία διαμάχη, που θεωρώ ότι είναι ταυτόχρονα ένα πρόβλημα της διακυβέρνησής μας – και ασφαλώς όχι μόνο της τωρινής.

Ο Κώστας Βαξεβάνης, στην εφημερίδα του Documento, βγάζει μία είδηση ότι από απόφαση των προηγούμενων Υπουργών Υγείας, έχασε το δημόσιο χρήματα.

Ο Α.Γεωργιάδης, ως άμεσα αναφερόμενος, απαντά (όπως απαντά, δεν έχει σημασία για το θέμα τώρα). Ο Βαξεβάνης συνεχίζει το ρεπορτάζ, ο Πολάκης (αν δεν κάνω λάθος) το παραθέτει στην βουλή, ο πρωθυπουργός Α.Τσίπρας προαναγγέλλει εξεταστική γενικά για την υγεία – η συζήτηση εν πολλοίς συνεχίζεται.

Και πέφτει το μάτι μου σ’ αυτήν την σημερινή είδηση:

Μαξίμου: «Να απαντήσουν Γεωργιάδης-Μητσοτάκης στις κατηγορίες για «δώρο» 65 εκατ. ευρώ στον πρώην υπουργό από φαρμακοβιομηχανίες»

Διαβάστε το άρθρο, το πνεύμα του συνοψίζεται στα εξής:

«Ελπίζουμε να αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των κατηγοριών τόσο ο ίδιος ο κ. Γεωργιάδης, όσο και ο κ. Μητσοτάκης που τον έκανε αντιπρόεδρο της ΝΔ», σημειώνει το Γραφείο Τύπου του Πρωθυπουργού. Υπογραμμίζει ότι οι κατηγορίες είναι «κάτι παραπάνω από σοβαρές» και τονίζει πως «ο ελληνικός λαός περιμένει απαντήσεις».

Περιμένει όντως, λέω εγώ – αλλά όχι από τον Γεωργιάδη.

Προσέξτε με λίγο εδώ, γιατί έχω προσπαθήσει από το πρωί να το εξηγήσω

…αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνω.

~

Έχω μία κυβέρνηση. Η κυβέρνηση ανακαλύπτει ότι κάτι δεν έχει πάει όπως έπρεπε. Είναι παράνομο; Είναι παράτυπο; Είναι ένα δώρο; Είναι απλώς μία αστοχία; Δεν είναι τίποτα από όλα αυτά;

Είναι «κάτι παραπάνω από σοβαρό» πάντως, όπως και η κυβέρνηση αναφέρει.

Υπάρχουν δύο διαδρομές που μπορούν να ακολουθηθούν. Η μία, είναι αυτή η δήλωση – μία κομματική επίθεση από το Μέγαρο Μαξίμου.

Η άλλη, είναι αθόρυβα, χωρίς πολιτική-κομματική εκμετάλλευση, χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, ο,τι στοιχεία έχουν βρεθεί, να πάνε στους αρμόδιους υπουργούς και στα αντίστοιχα αρμόδια όργανα, και να απαντηθεί, από την κυβέρνηση, αν πράγματι υπήρξε και σε ποιον βαθμό λάθος.

Εγώ, σαν Γιάννης – επιθυμώ την δεύτερη διαδικασία.

Ας δούμε τι αναφέρει ως ερωτήματα το Μαξίμου:

1. Για ποιο λόγο άλλαξε τον τρόπο τιμολόγησης των φαρμάκων υψηλού κόστους, με μοναδική αλλαγή την κατάργηση της έκπτωσης 13%;

2. Για ποιο λόγο έδειξε τέτοια σπουδή να το πράξει αυτό μία μόλις ημέρα πριν φύγει από το Υπουργείο Υγείας εν αναμονή του ανασχηματισμού;

3. Για ποιο λόγο πριν την απομάκρυνσή του ο κ. Γεωργιάδης έθεσε όρο στον τότε πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά, να περάσουν οι αρμοδιότητες για τα φάρμακα στον κ. Μάκη Βορίδη που ανέλαβε; Τι τον ενδιέφερε;

4. Με την απόφασή του επιβαρύνθηκε ή όχι το ελληνικό Δημόσιο αλλά και οι ασφαλισμένοι με 65 εκατ. ευρώ;

5. Ισχύει ότι μεγάλος κερδισμένος από την εσπευσμένη απόφαση Γεωργιάδη είναι η φαρμακοβιομηχανία Novartis, η οποία ελέγχεται για μεγάλο σκάνδαλο χρηματισμού γιατρών και κρατικών λειτουργών;

Το τέταρτο και το πέμπτο ερώτημα, δεν είναι ευθύνη της ΝΔ να τα απαντήσει, γιατί η ΝΔ δεν είναι κυβέρνηση, ο Σύριζα είναι κυβέρνησή – όλων μας. Επιβαρύνθηκε; Όντως; Με αυτό το ποσό; Με αυτήν την κερδισμένη εταιρία; Μόνο με αυτήν; Τα ερωτήματα 1, 2, και 3, είναι πράγματι απάντηση της ΝΔ και του αρμόδιου τότε Υπουργού – μόνο όμως αν αποδειχθεί ότι όντως υπήρξε κάποια παρατυπία ή παρανομία του αρμόδιου τότε Υπουργού. ΑΝ ισχύουν όλα αυτά, και ΑΝ είναι όντως έκθετος ο Υπουργός – τότε και μόνο τότε οφείλονται πολιτικές ή ποινικές απαντήσεις.

Έως τότε, μέχρι να απαντήσει η ίδια η κυβέρνηση για τις πιθανές ζημιές που και αν προκλήθηκαν, το Μαξίμου συμπεριφέρεται ωσάν την Κουμουνδούρου.

Και εδώ είναι το δεύτερο θέμα μου:

Το Μαξίμου δεν είναι η Κουμουνδούρου.

Το καταλαβαίνω ότι είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Το καταλαβαίνω ότι είναι πολιτικοί. Το καταλαβαίνω ότι δίνουν μάχες, να παραμείνουν την εξουσία ή να κερδίσουν στα σημεία τον πολιτικό τους αντίπαλο.

Αλλά όταν περνάνε την πόρτα του Μαξίμου, είναι κυβέρνηση όλων των Ελλήνων.

Όλων.

Και των Νεοδημοκρατών, και των Συριζαίων, και των ΠΑΣΟΚων, και των Ποταμίσιων, και των κουμμουνιστών – όλων. Όλων μας.

Και οφείλουν, ή εγώ τουλάχιστον έτσι καταλαβαίνω, να υπερβαίνουν το κομματικό τους εγώ, και να λειτουργούν με γνώμονα το κοινό καλό, το κοινό συμφέρον.

Όλων.

Ήτοι, όταν προκύπτει ένα σκάνδαλο, οφείλει να είναι *αποκλειστική τους προτεραιότητα* το ξεκαθάρισμά του, η δίκαιη αντιμετώπισή του, η πιο διαυγής του λύση.

Αν γίνει κομματικό ή πολιτικό όργανο για να πληγεί ο αντίπαλος, ειδικά όταν δεν μπορούν να του αποδοθούν (και μιλάω γενικά τώρα) τίποτα περισσότερο από κατηγορίες, τότε, κάθε λαμογιά, ρεμούλα ή αλητεία που έχει κάνει η όποια προηγούμενη κυβέρνηση, γίνεται αυτόματα όπλο, χρησιμοποιείται από την οποιαδήποτε τωρινή.

Και αυτό είναι χυδαίο.

Γιατί όσο περισσότερο χρήσιμο είναι, τόσο περισσότερο θα μπορούσε να ωφελήσει την εκάστοτε κυβέρνηση θα παραμείνει ομιχλώδες, αν η μόνη του χρήση είναι να ζημιώνει τον αντίπαλο σε κάθε κουβέντα – ειδικά εάν δεν έχει, πέραν της όποιας πολιτικής, άλλη βαρύτητα (πχ ποινική)

Αυτό νιώθω ότι συμβαίνει χρόνια τώρα, με εκατέρωθεν κατηγορίες να πετάγονται κατά το δοκούν δεξιά και αριστερά, χωρίς όμως μία ξεκάθαρη διαδικασία εξεύρεσης της πραγματικής διάστασης της κάθε κατηγορίας. Γιατί έτσι συμφέρει και τους εκάστοτε διώκτες, που έχουν πολιτικό πεδίο δράσης, και τους διωκόμενους που γλυτώνουν, πιθανόν, τις ποινικές ευθύνες που μπορεί να προκύψουν.

~

Να δώσω ένα υποτιθέμενο παράδειγμα.

Έστω ότι μία οποιαδήποτε προηγούμενη κυβέρνηση, έφαγε με μία πονηρή διαδικασία, 1.000.000 ευρώ. Έστω ότι η τωρινή, επειδή ήταν αντιπολίτευση πριν, κατήγγειλε -και εκλέχθηκε με αυτόν τον αντιπολιτευτικό της λόγο- αυτήν την διαδικασία.

Όταν όμως έγινε κυβέρνηση, τότε αυτή η διαδικασία γίνεται ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ δική της ευθύνη. Εγώ, από την τωρινή κυβέρνηση θα αναζητήσω τους υπεύθυνους. Το «οι προηγούμενοι τα φάγανε» είναι αντιπολιτευτικός λόγος, όχι κυβερνητικός, και με αφήνει παγερά αδιάφορο:

Απόδειξέ το, και μόνο τότε μπορείς να μιλάς. Και μόνο από την κομματική σου γραμμή ή από θεσμοθετημένες διαδικασίες.

Έτσι σκέφτομαι εγώ – αυτήν την κυβέρνηση θέλω. Μπορεί να κάνω λάθος, το καταλαβαίνω. Μπορεί όλοι οι υπόλοιποι να σκέφτονται διαφορετικά – θαυμάσια. Εμένα όμως τα χρώματα με αφήνουν αδιάφορο – δεν με νοιάζει ποιο κόμμα κυβερνά την επόμενη μέρα της ψήφισής του από τον ελληνικό λαό: Οφείλει, θεωρώ, και με αυτόν τον τρόπο το πετυχαίνει δίκαια, να είναι κόμμα όλων των Ελλήνων. Να παραμένει πιστό στις πολιτικές του γραμμές, αφήνοντας όμως την κομματική του ταυτότητα στα κομματικά του γραφεία.

Και να απαντά εκείνο πρωτίστως σε κάθε τι που τίθεται ως ερώτημα και ευθύνη στην διακυβέρνηση του.

Ακόμα και αν μείνω λοιπόν ο μοναδικός Έλληνας που περιμένω απαντήσεις αποκλειστικά από την κυβέρνησή μου – από εκεί θα συνεχίσω να περιμένω:

Από αυτούς που εξέλεξαν οι ψηφοφόροι κάθε φορά ως υπεύθυνο για να απαντήσει.

Ελπίζω- λέει ο Γιάννης Μουζάλας – να γίναμε όλοι σοφότεροι.

Παραθέτω το απόσπασμα της συνέντευξης στο ΑΠΕ:

Μιλώντας σήμερα το μεσημέρι στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Μουζάλας απάντησε στις καταγγελίες για καθυστερήσεις στον εξανθρωπισμό του καταυλισμού στη Μόρια:

«Ελπίζω αυτοί οι θάνατοι να μας κάνανε όλους σοφότερους» είπε. Και συνέχισε: «Θα μπορούσε κανείς να ρωτήσει και θα ήταν αυτή μια έντιμη ερώτηση, γιατί αυτές οι προσπάθειες γίνονται τώρα και δεν έγιναν πριν από 20 μέρες.

Η απάντηση που εγώ μπορώ να δώσω είναι ότι πριν από 20 μέρες είχαμε μια πολύ μεγάλη άρνηση στο να χρησιμοποιηθούν άλλοι χώροι ώστε να αποσυμφορηθεί το μέρος και να μπορέσουν να αρχίσουν οι εργασίες.

Όπως βλέπετε, θέλουμε μηχανήματα και ανθρώπους. Αυτή η δυνατότητα δίνεται τώρα. Κάνω έκκληση για μια ακόμη φορά, να αυξηθεί η δυνατότητα προσωρινής μεταφοράς των ανθρώπων, ώστε να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε συνθήκες καλύτερες.

Πλανάται το ερώτημα αν αργήσαμε και γιατί αργήσαμε. Πρακτικά αργήσαμε, αλλά το θέμα της μεταφοράς των ανθρώπων προκειμένου να ξεκινήσουμε τις εργασίες το είχαμε θέσει από τον Σεπτέμβριο. Όπως ξέρετε, από τον Σεπτέμβριο προσπαθούσαμε αυτό το πράγμα. Δεν μπορέσαμε να ξεκινήσουμε τις εργασίες, γιατί μέχρι και τον χιονιά και αμέσως μετά, δεν μας δινόντουσαν οι χώροι για να αδειάσουμε τη Μόρια και να μπορέσουμε να δουλέψουμε. Ευτυχώς, τώρα δόθηκαν.

Θα καλούσα και πάλι να συνεχίσουμε σε αυτή την πορεία, χωρίς καμία προσπάθεια δαιμονοποιήσεων και επιμερισμού άδικων ευθυνών ή οτιδήποτε άλλο.

Δεν μπορέσαμε να ξεκινήσουμε νωρίτερα, παρ? ότι υπήρχε το σχέδιο, γιατί δεν υπήρχαν οι χώροι. Τώρα που επιτέλους δοθήκαν οι χώροι, προχωράμε και ελπίζουμε να τα καταφέρουμε».

Οι επισημάνσεις δικές μου. Το άρθρο εδώ

~

Θέλαμε, λέει ο Μουζάλας – αλλά δεν μπορούσαμε. Δεν μας άφηναν. Από τον Σεπτέμβριο προσπαθήσαμε, αλλά δεν έγινε. Ελπίζω να μάθαμε κάτι, λέει ο Μουζάλας, από τον θάνατο των τριών ανθρώπων, ελπίζω να μην ξαναγίνει κάτι τέτοιο. Ας μην δαιμονοποιήσουμε, ας μην αρχίσουμε να πετάμε ευθύνες – και δη άδικες.

Ορίστε;

Τι πράγμα;

Αν αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν επειδή δεν έγινε κάτι, επειδή αργήσαμε, δεν πρέπει να μάθουμε ΤΙ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ, από ΠΟΙΟΝ, ΠΟΙΟΣ ευθύνεται που δεν έγινε, και να του προσάψουμε ο,τι ευθύνες έχει;

Αν έχουμε τρεις νεκρούς, και ο αρμόδιος υπουργός ομολογεί ότι συνάδουν με αυτήν την καθυστέρηση, θα αφήσουμε τις ζωές τους σε ένα …επιστημονικό, πειραματικό επίπεδο αντίληψης;

Θα πούμε «εντάξει, πέθαναν τρεις – ΑΡΑ, δεν έπρεπε να το κάνουμε έτσι. Είδατε, πήραμε ένα μάθημα πως ΔΕΝ πρέπει να γίνουν τα πράγματα»;

Αλήθεια τώρα, σοβαρά, αυτό λέει ο αρμόδιος υπουργός;

Εγώ λέω ότι ευθύνεται ο ίδιος για τον θάνατο αυτών των τριών ανθρώπων. Οι διοικητές των καταυλισμών, πιθανότατα μέλη του προσωπικού, ο αρμόδιος υπουργός, και ο πρωθυπουργός της χώρας.

Αυτό λέω εγώ.

Έχω όμως λάθος; Φταίει κάποιος άλλος; Φταίνε οι ΜΚΟ που έχουν το χρήμα από την Ευρώπη, ο δήμος που δεν γίνει εκτάσεις, ή οποιοσδήποτε ενδιάμεσα που δεν συνεργάστηκε;

Ok.

Κάποιος-όμως-φταίει. Το παραδέχεται και ο ίδιος ο υπουργός. Αργήσαμε, γιατί μας καθυστέρησαν, λέει. Πέθαναν τρεις άνθρωποι εξ αυτού: Οι θάνατοι, λέει. Το συνδέει.

Γιατί να μην πάει στην δικαιοσύνη όλο αυτό;

Τι νόημα έχει το «Θα καλούσα και πάλι να συνεχίσουμε σε αυτή την πορεία, χωρίς καμία προσπάθεια δαιμονοποιήσεων και επιμερισμού άδικων ευθυνών ή οτιδήποτε άλλο»; Τι σημαίνει «άδικος επιμερισμός» – ΠΟΙΟΣ ρε γαμώ το φελέκι μου θα πει ότι είναι άδικος ο κάθε επιμερισμός ευθύνης, πλην της δικαιοσύνης; Και αν δεν φταις εσύ όπως λες, δεν πρέπει να μάθουμε ΠΟΙΟΣ φταίει; Δεν σε νοιάζει πρωτίστως ΕΣΕΝΑ που είσαι (κατ’ εμέ, τουλάχιστον) ο απόλυτος και αποκλειστικά υπεύθυνος για την κατάσταση να διορθωθεί το πράγμα;

Και πιο σημαντικό: ΠΩΣ θα διορθωθεί, με την …ελπίδα ότι καταλάβαμε; Με την ελπίδα ότι γίναμε σοφότεροι;

Όσο δεν δείχνετε εσείς τους υπεύθυνους, είτε είναι σε ΜΚΟ, είτε στην Ευρώπη, είτε είναι οποιοσδήποτε άλλος, θα είστε εσείς υπεύθυνοι.

Οι ζωές των τριών, οι ζωές της γιαγιάς και του παιδιού που κάηκε, οι ζωές όσων κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, όσων ζουν με «ελλείπεις ποσότητες και ποιότητες νερού και τροφής», όσων ζουν σε ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ σκηνές μέσα στα χιόνια, όσων ζουν σε επικίνδυνες για την υγεία τους συνθήκες – οι ζωές όλων αυτών δεν είναι πειραματικές μέχρι να γίνουμε σοφότεροι και να …μάθουμε επιτέλους να διοικούμε καλύτερα.

Και οι ζωές αυτές είναι σημαντικές, η κάθε μία από αυτές είναι σημαντικές, και δεν εξουσιοδοτώ κανέναν πρωθυπουργό να αφήνει υπουργούς να δοκιμάζουν, χωρίς ευθύνες και λογοδοσία, πάνω σ’ αυτές τις ζωές, να διοικεί χωρίς να στεναχωρεί κανέναν (εκτός από τους νεκρούς) και να μην έρχεται σε σύγκρουση – μέχρι να γίνουμε όλοι σοφότεροι.

~

Ξέρω όμως, παρ’ ελπίδα, πως θα γίνουμε όντως όλοι σοφότεροι.

Αν ασχοληθεί ένας εισαγγελέας, αφού υπάρχουν θάνατοι, και ο αρμόδιος υπουργός τους συνδέει με καθυστερήσεις και κακοδιαχείριση, και αναζητήσει αυτός ο εισαγγελέας τις (ποινικές) ευθύνες για τους θανάτους αυτούς, και αποδώσει ευθύνες – θα γίνουμε πράγματι σοφότεροι.

Θα ξέρουμε ποιος φταίει, θα ξέρουμε ποιο το μερίδιο ευθύνης καθενός, τι έκανε λάθος και προκάλεσε, άμεσα ή έμμεσα τον θάνατο αυτών των ανθρώπων, και θα ξέρουν οι επόμενοι να μην βασίζονται στην σοφία μας για να λειτουργήσουν, αλλά ότι οι ευθύνες για ο,τι συμβαίνει σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι σαφείς, και αν κάτι πάει στραβά, τιμωρούνται.

Αυτό, θα μας κάνει πράγματι σοφότερους.

Δεν θα κάνει χρήσιμους αυτούς τους θανάτους, αλλά θα εξηγήσει σε όλους τους συμμετέχοντες ότι οι ζωές των ανθρώπων, αντιμετωπίζονται ως πολύτιμες και σημαντικές.

Μέχρι τότε, δεν γινόμαστε σοφότεροι. Αδιανόητα αναίσθητοι γινόμαστε.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του σαββατοκύριακου. Ηταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Οτι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Αυτά έλεγα τότε, τις ίδιες ημέρες, το 2008. Προσπαθώντας να δω αν άλλαξε κάτι, απογοητεύομαι περισσότερο.

Όχι μόνο ξεχάσαμε, αλλά αποδείξαμε με τις πράξεις μας ότι προσθέτουμε βάρος στην ταφόπλακα κάθε ελπίδας για καλύτερες ημέρες.

Έκτοτε, από το 2008, ζήσαμε πολλά:

Ζήσαμε μνημόνια, και εντολές ξένων για το πως θα νομοθετήσουμε, και ποιος θα κυβερνήσει την χώρα μας (ακόμα και μη εκλεγμένοι),

Ζήσαμε υπεύθυνους για την κρίση, να μας κάνουν συνυπεύθυνους με τα «όλοι μαζί τα φάγαμε»,

Ζήσαμε άφθονη, ατιμώρητη αστυνομική και κρατική βία – όχι μόνο προς διαδηλωτές, αλλά και προς κάθε ταλαιπωρημένο που βρέθηκε στον δρόμο τους,

Είδαμε αθώους συμπολίτες μας να φτωχαίνουν, να ζουν με τα ελάχιστα, να ζουν με τα σκουπίδια – ή να καίγονται όπως το κοριτσάκι στην Θεσσαλονίκη, ή φέτος το παιδάκι με το κερί στην Λάρισα,

Είδαμε ένα κράτος να αναγάγει την φορολογία σε κύριο επάγγελμά του, ως «λύση» για όλα τα οικονομικά δεινά που μας βρήκαν,

Είδαμε κόμματα που υπόσχονταν αξιοπρέπεια – και έβγαιναν χάρη σ’ αυτήν την υπόσχεση – να πιάνονται χέρι-χέρι με Καμμένους και Νικολόπουλους, να λένε «αυτά τα λέγαμε πριν», να λυγίζουν μπροστά στην αδυναμία να τηρήσουν την υπόσχεσή τους,

Είδαμε το τρίγωνο τράπεζες – μέσα μαζικής ενημέρωσης – κόμματα να συνεχίζουν το έργο της αλληλοκάλυψης με κάθε τρόπο, κυρίως με σημαία το «too big to fail»,

Είδαμε από την μία τα κόμματα, να βγαίνουν με ψέματα, με Ζάπεια και Θεσσαλονίκες, με υποσχέσεις για τα δημοψηφίσματα, και να αυτοαναιρούνται αμέσως μετά, ή ακόμα και κόμματα υπερχρεωμένα και διαπλεκόμενα, να επιμένουν να «ξεκαθαρίσουν» την δική μας οικονομία,

Είδαμε επιχειρήσεις που στο παρελθόν εκμεταλλεύτηκαν φωτογραφικούς νόμους και τα στραβά μάτια του κράτους, όχι μόνο να παραμένουν αλώβητες, αλλά να συνεχίζουν να συναγελάζονται με το δημόσιο και τις κυβερνήσεις, σαν να μην έγινε τίποτα,

Είδαμε τις τράπεζες να καταρρέουν, και ουδείς, ούτε οι άρχοντές τους, ούτε οι εποπτικές αρχές, να οδηγούνται σε μία διαδικασία απόδοσης ευθυνών,

Είδαμε τις δήθεν ελπίδες μίας πιστωτικής ζωής να συντρίβονται, την δανεική καλοπέραση των πιο διαπλεκομένων εξ ημών να διαλύεται, και ο λογαριασμός όλων μας να έχει μόνο τιμή – μα όχι λογιστικό έλεγχο,

Είδαμε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφημερίδες και κανάλια, να λένε ψέματα, να λασπολογούν, να πασχίζουν να αλλάξουν την πραγματικότητά μας καταπώς τους βολεύει, βουτηγμένα και αυτά στα χρέη να νουθετούν για τον καλύτερο πολιτικό σωτήρα της επιλογής τους,

Είδαμε ανθρώπους να ζουν σε βρώμικες σκηνές ή να πνίγονται σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, να φυλακίζονται στην χώρα μας χωρίς κανέναν λόγο – μόνο και μόνο γιατί πάλεψαν να ξεφύγουν από έναν πόλεμο, και εμείς να μην τους παρέχουμε καν τα αυτονόητα, να τους δίνουμε «αμφίβολη ποιότητα-ποσότητα νερού και φαγητού», να τους αφήνουμε να κρυώνουν ή να πεθαίνουν σε μία πλαστική σκηνή, στο χιόνι ή σε μολυσμένες αποθήκες που βαφτίσαμε «καμπ»,

Να αφήνουμε μικρά παιδιά να κινδυνεύουν από σεξουαλική κακοποίηση, αδιάφοροι,

Είδαμε πολιτικούς να μην ευθύνονται για ένα τεράστιο χρέος των διακυβερνήσεων τους,

Είδαμε απίστευτη υποκρισία, σε όλους τους πολιτικούς χώρους, όπου αυτό που κατηγορούσαν εχθές γίνεται απαραίτητο σήμερα, και αυτό που ήταν απαραίτητο εχθές, σήμερα να είναι απεχθές,

Είδαμε την Ευρώπη όχι μόνο να αδιαφορεί, αλλά να επιμένει σε ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα, για να σώσει μεταξύ άλλων και το δικό της τομάρι,

Είδαμε μία Ευρώπη που κλείνει, σε κάθε ευκαιρία, τις πόρτες της σε όσους έχουν ανάγκη, και συνδιαλέγεται με γείτονες – δικτάτορες – εκβιαστές αρκεί να μην αντιμετωπίσει το ζήτημα της μετανάστευσης,

Είδαμε, εκτός από την Ευρώπη, και εδώ στην Ελλάδα οι γνήσιοι λάτρεις του ναζισμού και των κρεματορίων να αναλαμβάνουν «πολιτικό ρόλο», να αποδέχονται «πολιτική ευθύνη» για δολοφονίες και επιθέσεις με μολότοφ σε οικογένειες για να αποκομίσουν την ψήφο του κάθε εν δυνάμει ακροδεξιού φασίστα που εκτονώθηκε.

~

Είδαμε τόσα, τόσα πολλά πράγματα.

Φτάνουν τα λίγα καλά;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η αλληλεγγύη, των απλών ανθρώπων, του ανώνυμου γείτονά μας, -κόντρα σε κάθε στυγνή λογική, κόντρα σε κάθε φασιστική διαταγή- με όποιον τρόπο μπορούσε, σ’ αυτόν που είχε ανάγκη.

Αρκεί αυτό;

~

Η πεποίθησή μου ήταν, και είναι ακόμα, ότι είχαμε μία οφειλή να ξεπληρώσουμε τον Δεκέμβρη του 2008. Ως οι πολίτες που καθόρισαν, με την ανοχή και την εντολή μας, μία απίστευτα μεγάλη φούσκα ψεύτικων ονείρων, ψεύτικων θεών, ψεύτικης ελπίδας και προτεραιοτήτων, μας δόθηκε μία μοναδική ευκαιρία να προβούμε σε μία κρίση αυτογνωσίας, να γίνει ανάγκη η ειλικρίνεια, να δούμε που κάναμε λάθος, και πως, αληθινά, μπορούμε να το διορθώσουμε.

Να εξηγήσουμε, σ’ αυτήν την νέα γενιά που δολοφονήσαμε σε ένα πεζόδρομο στα Εξάρχεια, ότι έχουμε καταλάβει που έχουμε ευθύνη, και είμαστε πρόθυμοι να διορθώσουμε.

Αντ’ αυτού, από το 2008 και μέχρι σήμερα, κεράσαμε και κεραστήκαμε ψέμα, δολοπλοκίες, υποκρισία και εξαπάτηση. Μόνο εκ των συνθηκών στερηθήκαμε και άλλες πιστωτικές ζωές – αν και, σε μεγαλύτερο επίπεδο, δεν το χάσαμε ούτε καν αυτό το ψέμα.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός, δεν είναι απέναντι σε έναν αστυνομικό που πυροβόλησε, ένα βράδυ, επειδή πίστευε ότι μπορούσε να το κάνει ατιμώρητος. Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός είναι απέναντι σε εμάς, που δεν μας ένοιαζε καθόλου, πραγματικά, η συνέπεια των πράξεών μας.

Ελπίζω, ειλικρινά, όσοι διαμαρτυρηθούν δια της βίας, τότε, τώρα, και για πάντα για αυτήν την στάση μας, να κάνουν λάθος. Ελπίζω, ειλικρινά, να μην είναι αυτή η διαδικασία που αλλάζουν τα πράγματα.

– γιατί τα πράγματα θα αλλάξουν.

Ελπίζω μόνο, να επικρατήσει η λογική στους αποδέκτες του θυμού, σε εμάς, και να δούμε, ο καθένας μας και όλοι μαζί, τα δικά μας λάθη, να επαναπροδιορίσουμε τις αξίες μας, να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας, να αποδεχθούμε τα λάθη μας.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του 2008, ή τα σημερινά. Ήταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Ότι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.