Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν είσαι αρθρογράφος. Αν γράψεις για την επικαιρότητα, επειδή άλλος κάνει το ρεπορτάζ, άλλος το δημοσιεύει, κι άλλος το εμπλουτίζει το πρόβλημα είναι ότι κινδυνεύεις να μείνεις εκτός θέματος πέντε λεπτά μετά. Αν όμως περιμένεις να ολοκληρωθεί για το γράψεις ως ανάλυση, είναι πιθανό (ειδικά στις μέρες μας) να έχει ολοκληρωτικά καλυφθεί από ένα καινούργιο σκάνδαλο, και εκεί που πας να σχολιάσεις για το ξυλοκόπημα της οικογένειας Ινδαρέ ή για κάποια ελληνοποίηση με τις ευλογίες της ΕΥΠ, της εκκλησίας και του Άδωνη Γεωργιάδη, να σε προλάβει πχ ο Πάτσης ή, ακόμα χειρότερο, το τρίτο επεισόδιο παρακολουθήσεων.

Είναι ένα πρόβλημα που ομολογώ πως δεν το είχα παλιά. Παλιά, είχαμε ένα σκάνδαλο, και ως αρθρογράφος είχα άπλετο χρόνο να κατασταλάξω και να μοιραστώ μία σκέψη μέχρι να πάρει τον δρόμο του – όποιος και να ήταν αυτός. Τώρα, με ένα σκάνδαλο την εβδομάδα, είναι ξεκάθαρο πως αυτή η διαχείριση με βραχυκυκλώνει – και γίνεται τόσο συχνά, που αρχίζω να αμφιβάλλω αν όλα αυτά απλώς συμβαίνουν, ή αν, τελικά, αυτή η κυβέρνηση με σχέδιο παράγει περισσότερα σκάνδαλα από όσα μπορούμε να διαχειριστούμε.

Και υπάρχει ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό.

Τους προηγούμενους μήνες, το Reporters United, το Inside Story, το Documento, η Εφημερίδα των Συντακτών (με τυχαία σειρά και σίγουρα ξεχνάω κάποιους) έκαναν αλλεπάλληλα ρεπορταζ για την υπόθεση παρακολουθήσεων, κρατικών και ιδιωτικών – άλλοι ως θύματα, άλλοι ως ερευνητές.

Στο γαϊτανάκι μπήκαν δειλά οι υπόλοιπες εφημερίδες μόνο όταν στην λίστα των παρακολουθήσεων καταγράφηκε και το όνομα του Νίκου Ανδουλάκη. Μέχρι τότε, ο Κουκάκης κι ο Μαλιχούδης, είχαν από ελάχιστη, έως μηδαμινή παρουσία για το θέμα, και, αν απέκτησε κάποια βαρύτητα ήταν όταν ο Κουκάκης (γνωστός και τίμιος δημοσιογράφος, και πάντως όχι εκ θέσεως αντικυβερνητικός) έσπασε τα νεύρα όλων μας για να μην το ξεχάσουμε.

Ακόμα όμως, υπήρχαν απλώς αναφορές. Ρεπορτάζ, που να προσθέτει στις πληροφορίες, δεν είχαμε απο τα μεγάλα μέσα.

Ώσπου, ύστερα από το εμφατικο δημοσίευμα του Βαξεβάνη, άρχισαν να επιβεβαιώνονται μεγαλύτερα ονόματα. Του Δένδια, που κρατάει στα χέρια του όλη την εξωτερική πολιτική μας, και την εσωτερική διαδοχή επίσης, του Αλέξη Παπαχελά, διευθυντή της Καθημερινής και φημολογούμενου ως να έχει πλείστες καλές επαφές με ισχυρές πρεσβείες στην χώρα μας, συνεργατών του Σαμαρά, εσωκομματικού αντιπάλου της κυβέρνησης, συνεργατών του Μαρινάκη, ιδιοκτήτη αρκετών μέσων ενημέρωσης από ραδιόφωνο και τηλεόραση έως τύπου και διαδικτύου – μεταξύ πλείστων άλλων.

Και τότε – όλοι ασχολήθηκαν.

Ανακάλυψαν πλαστές ταυτότητες, ανακάλυψαν κουμπαριές, φιλικές σχέσεις, ύποπτα ραντεβού, έκαναν φύλλο και φτερό συνεργασίες, μίλησαν με θύματα και γνώστες, επιβεβαίωσαν ονόματα, άρχισαν να δείχνουν υπευθύνους.

Πέρασε τόσος χρονος, τόσος χαμένος χρόνος μέχρι να καταλάβουν όσοι (ξεκάθαρα κατ’ επιλογή) σιωπούσαν πως ήταν κι αυτοί θύματα δηλαδή, και να άρουν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση, και να αρχίσουν να κάνουν το ελάχιστο: την δουλειά τους.

Τι τρομακτικό. Τι θλιβερό, και τρομακτικό συνάμα.

Όμως έτσι είναι τα πράγματα, και δεν είμαστε τυχαία στην θέση 108 – ή, μάλλον, τυχαία είμαστε, άνετα θα μπορούσαμε και πιο κάτω. Και να δείτε, ω ειρωνεία της τύχης, πως αυτή η δημοσιογραφική κριτική, θα θεωρηθεί και τίμια και αξιοπρεπής, και θα ανέβουμε θέσεις, αντί να κατέβουμε ακόμα περισσότερες όπως και μας αξίζει! Φευ.

Άκουσα τον Αλέξη Παπαχελά πχ να απολογείται για το αργό ξεκίνημα λέγοντας “δεν είχαμε δώσει στην είδηση την βαρύτητα που της άξιζε”, μία τόσο κυνική κουβέντα, που σε χτυπάει στο κεφάλι κατακούτελα αν κάτσεις έστω λίγο μόνο να σκεφτείς ποιο ήταν το διακύβευμα, αν θυμηθείς πόσο ούρλιαζε ο Κουκάκης για την ησυχία που προκαλούσε η περιπέτειά του, αν κάτσεις να θυμηθείς πόσο λοιδορήθηκε ο Βαξεβάνης. Φευ.

Φευ.

~

Πάμε όμως στα δικά μας, αν ενδιαφέρεται η δημοσιογραφία, είμαι βέβαιος πως μπορεί να διευθετήσει τα του οίκου της:

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πέφτει.

Είτε γιατί παρακολουθούσε όποιον της έκανε κέφι, από πολίτες για τελείως φθηνούς οικογενειακούς λόγους μέχρι ισχυρά οικονομικά, πολιτικά, διπλωματικά στελέχη, είτε, και δεν ξέρω αν είναι χειρότερο ή καλύτερο, γιατί κάποιος άλλος παρακολουθούσε την μισή κυβέρνηση, τις φίλες της γυναίκας του πρωθυπουργού ξέρω γω, κορυφαίους δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, και -αυτό επιμένω πως είναι εξαιρετικά σημαντική αποκάλυψη- τον Δένδια, και, εδώ και τόσους μήνες, αντί να προσπαθεί να λύσει την υπόθεση, σχολιάζει μόνο το νύχι από το δάχτυλο που τα δείχνει όλα αυτά, συμπεριλαμβάνοντας και σε κάθε τρίτη πρόταση, για πολιτικό κέρδος, τον Σύριζα.

Τώρα βέβαια θα μου πείτε, αυτό είναι το καλό σενάριο, να φύγει, γιατί μία είτε αποτελούμενη από εκβιαστές είτε εκβιαζόμενη κυβέρνηση το να φύγει και να απαγκιστρωθεί από την εξουσία ίσως να μην είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Είναι και θέμα ενστίκτων επιβίωσης, καταλαβαίνετε.

Εμένα όμως όπως πάντα, με ενδιαφέρει το μετά.

Παρακολουθήσεις, είχαμε από … πάντα. Όλοι θυμήθηκαν τον Μαυρίκη και τον Τόμπρα, κάποιοι λιγότεροι θυμήθηκαν την Vodafone και τον Τσαλικίδη, ελάχιστοι θα θυμηθούν το ΚΚΕ και κανένας, απολύτως κανένας την καταγγελία που έγινε (και) στο omniatv (Ποιοί κάνουν παρακολουθήσεις με συσκευές γεωεντοπισμού; και Παρακολουθήσεις τηλεφώνων για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και συλλήψεις δι’ απαγωγής)

Όμως, είμαστε στο σήμερα. Σήμερα, το μισό πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό, ίσως και διπλωματικό σκηνικό της χώρας, παρακολουθείται. Δεν υπάρχουν μόνο στοιχεία επικοινωνίας, όπως παλιά – τώρα, ΟΛΑ είναι καταγεγραμμένα. Που πήγαν οι στόχοι μέσω των στοιχείων GPS, τι είδαν μέσω της πάντα ανοικτής κάμερας, τι επικοινωνίες είχαν, μέσω της ανάκτησης μηνυμάτων κάθε είδους εφαρμογής οθόνης, τι είπαν και τι άκουσαν από τους συνομιλητές τους σε δια ζώσης επαφές, μέσω των ανοικτών μικροφώνων, και πάει λέγοντας.

Και όλα αυτά, όλο το εικοσιτετράωρο. Δηλαδή, και στις κοινωνικές τους, αλλά και στις ιδιωτικές τους επαφές. Στις πολύ ιδιωτικές τους επαφές. Δηλαδή, προφανώς το τι έλεγε την ώρα του σεξ μία φίλη της συζύγου του πρωθυπουργού είναι για εκείνη προφανώς ένας βιασμός της ιδιωτικής της ζωής, αλλά αν κάποιος ξέρει τι έλεγε εκείνες τις προσωπικές του στιγμές ένας υπουργός, ή ένας επιχειρηματίας, ο (εκ)βιασμός δεν είναι μόνο ο προσωπικός του, αλλά δυνητικά όλης μας της κοινωνίας όπως την ξέρουμε.

Ένας ολόκληρος κόσμος παρακολουθείτω, και ακόμα και αν υποψιαζόμαστε τον δράστη, στην ουσία τα στοιχεία που έχει μπορεί να τα έχει πλέον ο οποιοσδήποτε. Ο οποιοσδήποτε. Και ακόμα και περισσότεροι του ενός – όποιος μπορεί να την αγοράσει για οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τους δικούς του, σκοτεινούς και μολυσμένους σκοπούς.

Γιατί άπαξ και ανοίξεις το κουτί της πανδώρας, λυπάμαι, δεν θα ξανακλείσει ποτέ. Οτιδήποτε ηλεκτρονικό, μένει για πάντα. Για πάντα.

Αυτοί οι άνθρωποι δηλαδή, ανάλογα του βαθμού της έκθεσής τους, μπορεί να είναι κατεστραμμένοι για μία ζωή. Είναι σημαντικό, πολύ σημαντικό, να το αντιληφθούμε: Και μόνο η υποψία αυτού του φρικτού βιασμού των προσωπικών τους στιγμών, δεν θα τους αφήσει ποτέ. Για κάθε έναν από αυτούς, είναι μία διαρκής φρίκη αυτή η υπόθεση.

~

Οπότε, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε: Τι είναι αυτό το μετά που περιμένουμε;

Αρκεί να αντικατασταθεί ο πρωθυπουργός από κάποιον άλλον της Νέας Δημοκρατίας; Αρκεί να ονοματιστούν πέντε-δέκα συνεργοί; Αρκεί να πέσει η κυβέρνηση; Να γίνουν εκλογές; Αρκεί, την επόμενη μέρα να μην είναι απλώς αυτοί οι άνθρωποι στην εξουσία;

Αρκεί;

Γιατί αυτή η υπόθεση έχει μολύνει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας. Δεν είναι σαν εκείνες τις μολύνσεις που αντιμετωπίζεις με ένα μόνο φάρμακο: Έχει επηρεάσει τα πάντα, έχει απλωθεί παντού, και ξεκάθαρα (δείτε την σχεδόν απόλυτη απουσία αντιδράσεων από τα θύματα) το ίδιο το σώμα της κοινωνίας σχεδόν μοιάζει να πολεμάει όχι μόνο κάθε θεραπεία, αλλά και τον εαυτό του τον ίδιο.

Το φρικτό σενάριο θα είναι να κρυφτούμε – όπως έγινε με την Vodafone. Να ξεχάσουμε. Να πούμε “ό,τι έγινε έγινε, έπεσε ο Κούλης, προχωράμε και βλέπουμε”. Είναι κάτι που έχουμε ξανακάνει, με απόλυτη (θεωρώ) αποτυχία. Πιθανόν, το παραδέχομαι, μοιάζει πιο εύκολο…

…αλλά το πρόβλημα δεν θα φύγει. Τα όργανά μας θα είναι μολυσμένα. Ακόμα και αν τα αντικαταστήσουμε κάπως, ο,τι τα τροφοδοτεί κι αυτό θα είναι μολυσμένο. Ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν υπάρχει, θα κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Ακόμα και αν πούμε “να, ανέβηκε σκάλες η δημοσιογραφία” για να σας γυρίσω στην αρχή του κειμένου, δεν σημαίνει ότι όντως έχουμε την δημοσιογραφία που μας αξίζει.

Αν πούμε “έπεσε ο Κούλης, ζήτω”, δεν θα έχουμε καταλάβει απολύτως τίποτα.

Αν δεν αφήσουμε πίσω τις προσωπικές μας ο καθένας επιδιώξεις, πολιτικές και οπαδικές, αν δεν οραμαστιστούμε έναν τόπο με ουσιαστική δημοσιογραφία, τυφλή δικαιοσύνη, αληθινή ανάγκη για ριζική κάθαρση και επανακαθορισμού των δημοκρατικών μας αξιών, δεν θα είμαστε στο μηδέν, καλά θα ήταν: θα παραμείνουμε στον βούρκο που κυλιόμαστε, ξεκάθαρα, τόσα χρόνια.

Και, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχουμε -στο μετά που θέλουμε να ονειρευόμαστε- όταν κλείσουν πια τα τηλέφωνα, την δημοκρατία που (θα έπρεπε να) μας αξίζει.

Διαβάστε και τις άλλες σκέψεις μου για το θέμα:

Τις ώρες που γράφεται αυτό το κείμενο, ο Μιχαηλίδης είναι ακόμα ζωντανός, οι αντιδράσεις για την υπόθεσή του (όπως και για την υπόθεση της Ρούπα, για την υπόθεση του Κορκονέα, του Λιγνάδη) είναι ακόμα στο επίπεδο των συγκεντρώσεων και των πορειών, των πανό και των ενημερωτικών ενεργειών. Δεν θα είναι πάντα έτσι. Κάποια στιγμή θα αλλάξουν όλα αυτά. Και τότε, ελπίζω από καρδιάς, αυτό το κείμενο να έχει πέσει τελείως έξω.

Μόλις εχθές το βράδυ, σε μία γεμάτη παλμό αλλά όχι “ακρότητες”, όπως συνηθίζουν να τονίζουν τα κανάλια, πορεία για την άρνηση του κράτους να δώσει στον Μιχαηλίδη το δικαίωμα να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του εκτός φυλακής, το ξύλο από τους αστυφύλακες (είναι πολύ καλύτερο για μένα το αστυ-φύλακες από το αστυ-νομικούς όταν εμφανώς παρανομουν) έπεσε βροχή. Σε ανθρώπους που είχαν ήδη συλληφθεί, σε ανθρώπους που δεν αποτελούσαν απειλή, σε δημοσιογράφους.

Ο Μιχαηλίδης, μετά από την προχθεσινή ενημέρωση των γιατρών του, βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Μια ενημέρωση που έγινε πριν μάθουμε πως η απόφαση για την αποφυλάκισή του, δεν έγινε δεκτή – υποθέτω πως η κατάστασή του θα επιδεινώθηκε μετά από αυτό.

Διαβάζω διαρκώς πως η κυβέρνηση θέλει νεκρό τον Μιχαηλίδη. Αυτό, πράγματι, σε πρώτη ανάγνωση θα εξυπηρετούσε κάποια από τα αφηγήματά της – αλλά εγώ υποστηρίζω ότι αυτό είναι, τελικά, λάθος.

Κατ’ αρχάς, αν δεχτούμε πως πράγματι θέλουν να δημιουργήσουν ένταση για να κάνουν άσπρη-μαύρη την διαδικασία των εκλογών, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως οι άνθρωποι που θέλουν να προσεγγίσουν, ας τους πούμε συντηριτικούς ψηφοφόρους, χέστηκαν για τον Μιχαηλίδη. Είτε ζήσει, είτε πεθάνει, δεν δίνουν δεκάρα. Δεν θέλω να φτάσω να πω πως προτιμούν να πεθάνει, διότι ως άνθρωπος είμαι μάλλον αισιόδοξος και θεωρώ, υπολογίζω και ελπίζω, να νοιάζονται για μία ανθρώπινη ζωή – έστω και αναρχικού.

Πιστεύω όμως πως, σε γενικές γραμμές, δεν δίνουν δεκάρα.

Χέστηκαν.

Φυσικά, το πνεύμα της κυβέρνησης είναι να κερδίσει από τις αντιδράσεις αυτού ακριβώς του κόσμου. Επειδή όμως οι αντιδράσεις είναι πια γενικευμένες – δεν είναι πια μόνο αναρχικοί που κατεβαίνουν στον δρόμο, δεν είναι καν μόνο αριστεροί αυτοί που αντιδρούν στις κυβερνητικές επιλογές – οι αντιδράσεις μπορεί να έρθουν και από τους ίδιους στους οποίους στοχεύουν για την ψήφο τους. Η “Μακεδονία” δεν είναι πια θέμα πολιτικής αντίστασης, η Τουρκία φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν είναι διόλου “απομονωμένη”, η οικονομική δυστοκία χτυπάει πια όλες τις τάξεις, ειδικά σε πετρέλαιο, ενέργεια, τιμές προϊόντων, οι άνθρωποι χάνουν δικούς τους από τον κορονοϊό – χώρια τα υπόλοιπα. Ε, όλοι αυτοί αν διαμαρτυρηθούν πάνε για ξύλο ασήκωτο, από μία αστυνομία ξεκάθαρα οπλισμένη και με το ελεύθερο να ανοίξει κεφάλια, οπότε ο Μιχαηλίδης είναι γι’ αυτούς το λιγότερο.

Δεν την ενδιαφέρει την κυβέρνηση ο θάνατος του Μιχαηλίδη.

Δεν είναι ο νεκρός που θέλει, που την εξυπηρετεί:

Η κυβέρνηση θέλει νεκρό αστυνομικό.

~

Ήταν σε μένα εμφανές πως, ήδη από τον καιρό της Νέας Σμύρνης, όπου οι αστυφύλακες τσάκισαν έναν αθώο άνθρωπο, έμειναν ατιμώρητοι, ο κόσμος αντέδρασε και τους τσάκισαν κι αυτούς, ο κόσμος κατέβηκε στον δρόμο και τους τσάκισαν και αυτούς στο ξύλο, αλλά και αργότερα, όλη την διαδρομή μέχρι την ευθεία βολή του αστυνομικού με τον εκτοξευτήρα δακρυγόνων πάνω στο πλήθος, πως η κυβέρνηση θέλει, δημιουργεί, προσδοκά και βασίζεται στην ένταση.

Αλλά ο νεκρός που αποζητά για να χτίσει το αφήγημά της, κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν την ενδιαφέρει να είναι πολίτης. Αυτό, είναι απλώς ένα σκαλοπάτι για την ουσιαστική ερώτηση, την ερώτηση που θα φέρει την ψήφο που είναι το ζητούμενο, το “θέλετε κράτος ή όχι”, δεν τίθεται με έναν τραυματισμένο ή έναν νεκρό πολίτη.

Απαντάται με πολύ περισσότερο ξύλο, πολύ περισσότερη κυβερνητική παρανομία, τόσο πολύ που οι αντιδράσεις θα ενταθούν, θα βγουν οι πέτρες, θα βγουν οι μολότοφ, θα γεμίσουν οι δρόμοι αίμα.

Η ατιμωρησία -από πλευράς μας, από την πλευρά του κράτους και της κυβέρνησής μας- προς τους ανθρώπους που δρουν με την «νομιμοποιημένη, κρατική βία» θα φέρει μαθηματικά, και σχεδόν αναμενόμενα, την ανάλογη αντίδραση.

Για να τεθεί η ερώτηση σωστά λοιπόν, δεν είναι το δικό μας αίμα που πρέπει να γραφτεί. Θα πρέπει να είναι το επόμενο κατά σειρά αίμα. Θα πρέπει να γραφτεί με αίμα αστυνομικού.

Και τότε, ναι. Τότε η κυβέρνηση θα θέσει επιτέλους το ερώτημα. “Την τάξη, ή την παρανομία;” “Εμάς, ή αυτούς;” Και ακόμα και οι τζημεροφαηλομπογδανοι -πόσο μάλλον οι απλοί συντηρητικοί- θα δυσκολευτούν να πουν άλλους, η απάντηση είναι δεδομένη: Την τάξη. Την εξουσία. “Εμάς”.

Πιάνει τόπο όσο να πεις το χρήμα που ξοδεύουμε σε συμβούλους του Μαξίμου.

~

Φυσικά, δεν έχει κανένα νόημα να το πει στους αστυφύλακες αυτό. Είναι αδύνατο να καταλάβουν για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε οι άνθρωποι που χτυπούν με γροθιά πισώπλατα δεμένους ανθρώπους. Είναι ασύλληπτα εθιστική η εξουσία του να παρανομείς και μην είσαι υπόλογος πουθενά γι’ αυτό: δείτε τον άνθρωπο που πυροβόλησε στο ΑΠΘ – διάολε, δείτε τον ΜΑΤατζή που έβγαλε το υπηρεσιακό του πιστόλι σε διαδήλωση μόλις προχθές, δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια. Τι να τους πεις; σας χρησιμοποιούν; Δεν θα καταλάβουν τίποτα απολύτως.

Δεν έχει νόημα να το πει κανείς και στους αναρχικούς. Οι άνθρωποι αυτοί κατηγορούνται ότι είναι παράνομη Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ και παραμένουν στην φυλακή αποκλειστικά γι’ αυτό, ενώ, ταυτόχρονα, κάθε καταγγελία τους ότι αυτοί που τους κατηγορούν (εν προκειμένω εμείς, το κράτος) παρανομούν εξίσου, αν όχι πολύ, πολύ περισσότερο – πέφτουν στο κενό. Σε πλήρη ησυχία. Όλοι μας, όσοι είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό, κοιτάμε αλλού. Είναι να τρελαίνεσαι δηλαδή, να σε βαράνε παράνομα αυτοί που σε κατηγορούν εσένα για παράνομο.

Φυσικά, δεν έχει νόημα να το πει κανείς στην κυβέρνηση αυτό. Μιλάμε για μία κυβέρνηση που, ξεκάθαρα, αρνείται να παραδεχθεί οποιοδήποτε λάθος της, στην ουσία φουσκώνοντας κι άλλο κάθε ζημιά που προκαλείται. Δεν το παραδέχεται στην υγεία, με την έλλειψη ΜΕΘ, γιατρών και νοσηλευτών, στις φωτιές, με την έλλειψη μέσων πυρόσβεσης, στην οικονομία, που πεντ’ έξι τύποι θησαυρίζουν στις πλάτες μας, δεν το παραδέχονται στο μεταναστευτικό, με την μία αποκάλυψη μετά την άλλη, στον έλεγχο του τύπου και της ενημέρωσης, με την μία καταδίκη μετά την άλλη, στις παρακολουθήσεις, στις απευθείας αναθέσεις, σε, σε. Και αυτά είναι ΓΙΑ ΤΑ ΛΑΘΗ της, εγώ μιλάω εδώ για σχέδιο για πλάνο. Αλήθεια, να της πει τι κανείς αυτής της κυβέρνησης.

Έχει νόημα να το πει κανείς στους πολίτες; Ίσως, ίσως και όχι. Προσωπικά δεν έχω πια καμία αμφιβολία πως αυτή είναι η χειρότερη κυβέρνηση που έχει περάσει στην πολιτική ζωή μου ολάκερη από την Ελλάδα, χωρίς καν σοβαρό ανταγωνισμό – μα, ξέρω, ότι ακόμα κάποιοι την υποστηρίζουν και θα την ψηφίσουν. Σ’ αυτούς λοιπόν ειδικά, ο,τι και να πω, δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Στους άλλους, στους υπόλοιπους, τι να πω, ξέρουμε ήδη.

Έχει νόημα να το πει κανείς στους πολιτικούς; Θα απαντήσω μόνο μ’ αυτό: ο Νίκος Ανδρουλάκης, κατήγγειλε πως κάποιος του έστειλε μήνυμα για να παρακολουθήσει το κινητό του. Ναι, όπως ακριβώς έγινε στον Θανάση Κουκάκη (ο Μαλιχούδης ήταν άλλη υπόθεση) εδώ και μήνες, πολλούς μήνες πριν. Ε, μετά ο Νίκος Ανδρουλάκης, είπε πως αποσύρει την βουλευτική στήριξη του κόμματός του στο νόμο που επέτρεπε στην κυβέρνηση να μην δημοσιοποιεί κανένα απολύτως στοιχείο για το ποιος παρακολουθείται και γιατί. Α, και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν μαθαίναμε ότι παρακολουθούσαν τον Τσίπρα ή τον… Μητσοτάκη. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα απολύτως.

~

Νομίζουμε πως, ο θάνατος ανθρώπου από απεργία πείνας θα αλλάξει την Ελλάδα. Διαφωνώ. Διαφωνώ γιατί τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Μιχαηλίδης είναι ακόμα ζωντανός, οι αντιδράσεις για την υπόθεσή του (όπως και για την υπόθεση της Ρούπα, για την υπόθεση του Κορκονέα, του Λιγνάδη) είναι ακόμα στο επίπεδο των συγκεντρώσεων και των πορειών, των πανό και των ενημερωτικών ενεργειών. Διαφωνώ γιατί, νιώθω πως οι περισσότεροι από εμάς, ο “απλός λαός” περιμένουμε να πεθάνει για να αναρωτηθούμε μήπως ήταν άδικος ο θάνατός του προσπαθώντας να είμαστε (νομίζουμε) μαζί με όσους ήδη από τώρα ουρλιάζουν για την ανάγκη να μείνει ζωντανός, τρώγοντας (ατιμώρητα) κυβερνητικό ξύλο στις πλατείες και στους δρόμους.

Διαφωνώ γιατί οι μπουνιές των αστυφυλάκων δεν μας σοκάρουν πια, τα τραβηγμένα όπλα δεν μας σοκάρουν πια, οι πυροβολισμοί μέσα στο πλήθος σε ευθεία βολή δεν μας σοκάρει πια, η σιωπή των ΜΜΕ στα αίσχη δεν μας σοκάρει πια. Τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν μας σοκάρει πια.

Οπότε πρέπει να έρθουν καινούργια σοκ.

Δεν θα είναι πάντα έτσι λοιπόν. Κάποια στιγμή θα αλλάξουν όλα αυτά. Και τότε, ελπίζω από καρδιάς, αυτό το κείμενο να έχει πέσει τελείως έξω.

Μόλις διάβασα στο βούλευμα που ολοκληρώνει την έρευνα για την υπόθεση Novartis, πως ο Μανιαδάκης πήγε, όντως, και κατήγγειλε επίσημα στην εισαγγελία του 8ου ορόφου της ΓΑΔΑ, και όχι απλώς μιλώντας εμπιστευτικά στον Κώστα Βαξεβάνη, ότι ο Στουρνάρας μαζί με άλλα δύο πρόσωπα του είπε πως όχι μόνο ήξεραν πως είναι προστατευόμενος μαρτυρας, μα τον απείλησε πως όταν θα έρθουν συγκεκριμένοι άνθρωποι στην εξουσία, θα τσακίσουν μάρτυρες και εισαγγελείς – ξεκαθάρισε κάτι πολύ σημαντικό μέσα μου: Δεν υπάρχει ένα σκάνδαλο Novartis. Υπάρχουν δύο. Και είναι τρομερά λάθος να μην τα ξεχωρίζουμε.

Ας δούμε κατ’ αρχάς τι λέει το απόσπασμα:

«[…] με την […] αναφορά των εισαγγελέων προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και […] όμοια αναφορά προς τους Αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου περι τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2018 ο Ν. Μαναδιάκης κατά την διάρκεια των καταθέσεών του ως ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ στην υπόθεση Novartis εμφανίστηκε στον 8 όροφο του κτιρίου της ΓΑΔΑ όπου βρίσκεται το Τμήμα Προστασίας Μαρτύρων και όπου λαμβάνονταν οι μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον των εισαγγελέων και τους γνωστοποίησε ότι ΤΟΝ ΚΑΛΕΣΕ στο γραφείο του ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ κάποιο μεσημέρι ο κ. Στουρνάρας για φαγητό και εκεί του είπε ότι ΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι αυτός (ο Μανιαδάκης) ήταν ένας από τους προστατευόμενους μάρτυρες και ότι όταν αλλάξει η κυβέρνηση, ο ίδιος (Στουρνάρας) μαζί με ΔΥΟ ΑΚΟΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΕΥΝΩΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ είχαν αποφασίσει να «τσακίσουν» τόσο ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ, όσο ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Επίσης τους είπε ότι ο κ. Στουρνάρας ΤΟΥ ΕΣΤΕΛΝΕ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ. Εκείνοι τον προέτρεψαν να κάνει σχετική καταγγελία, πλην όμως, στην περίπτωση αυτή ΘΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ του.”

Το απόσπασμα από το πόρισμα που βρήκα εδώ, τα κεφαλαία, ως επισημάνσεις (ή ως κραυγές, αν προτιμάτε, δικά μου).

Θεωρώ πως γεννιούνται, αυτονόητα, δύο σημαντικά ερωτήματα:

Ένα: εκ των υστέρων, οι απειλές που καταγγέλλονται, βγήκαν σωστές; Όταν είχε καταγγελθεί, προφανώς τίποτα από αυτά δεν είχε συμβεί. Τώρα όμως έχει περάσει ο καιρός, μπορούμε να διακρίνουμε αν ήταν λογικό που φοβήθηκε ο καταγγέλων: Απειλήθηκαν πράγματι οι μάρτυρες, οι εισαγγελείς (και οι ερευνητές δημοσιογράφοι) από πολιτικά πρόσωπα όταν, όντως, άλλαξε η κυβέρνηση όπως φέρεται πως απείλησε ο Στουρνάρας;

Δύο: Η καταγγελία Μανιαδάκη για την στάση Στουρνάρα δεν είναι στον δημοσιογράφο Βαξεβάνη, ειπωμένα εμπιστευτικά και δημοσιογραφικά – είναι επίσημα, με αρ. πρωτοκόλλου, στην εισαγγελία που ερευνά τους μάρτυρες, και δεν προχώρησε διότι (ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ) ο μάρτυρας θα έχανε το καθεστώς προστασίας του όπως τον ενημέρωσαν στην ΓΑΔΑ (ΞΑΝΑ: ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ). Τώρα λοιπόν, που δεν είναι πια λόγια και μαρτυρίες, δεν περιμένει κανείς να προστατευτεί ο Στουρνάρας από αυτήν την ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ, μηνύοντας τον Μανιαδάκη;

(κάπου να κρατήσουμε άλλο ένα ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να ενημερώνουν επίσημα τον προστατευόμενο μάρτυρα ότι δεν μπορούν να τον προστατέψουν απο καταγγελούμενες απειλές για την υπόθεση για την οποία καταθέτει διότι, αν το προχωρήσει… θα χάσει την ανωνυμία του. Αντιλαμβάνεστε από πόσα θα είχαμε γλυτώσει όλοι αν η εισαγγελία τότε έκανε το αυτονόητο;)

Αν όμως δεχθούμε πως ο Μανιαδάκης λέει την αλήθεια (μιλάει και για απειλητικά μηνύματα, αυτή είναι με πολλούς τρόπους καταγεγραμμένη πληροφορία, εύκολα αποδεικνύεται θεωρώ) τότε γίνεται σαφέστερο πως μας διαφεύγει κάτι πολύ, πολύ σημαντικό:

Δεν υπάρχει ένα σκάνδαλο Novartis. Υπάρχουν δύο εντελώς διακριτά, ξεχωριστά σκάνδαλα.

Ένα, φαίνεται πως ήταν η δράση της φαρμακευτικής εταιρείας.

Το δεύτερο όμως φαίνεται πως είναι η πολιτική, δικαστική και δημοσιογραφική διαχείρισή του όταν αποκαλύφθηκε.

Ούτε ίδια, ούτε καν εξίσου επικίνδυνα.

Το ξεχνάμε, το θεωρούμε μία συνέχεια, ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα, μία αυτονόητη διαδικασία – μα είναι τρομερά διαφορετικό, και αγνοώντας την ξεχωριστή βαρύτητά του, βάζουμε μία σημαντική τρικλοποδιά στον εαυτό μας.

Στο σκάνδαλο που ακολουθεί το σκάνδαλο Novartis εμπλέκονται κι άλλοι άνθρωποι, άλλες διαδικασίες, και κυρίως, τελείως άλλο κίνητρο: Δεν έχουμε ανθρώπους που μοιράζουν χρήματα πια. Η καταγγελία για Στουρνάρα αποδεικνύει κάτι πολύ σημαντικό: αν δεν υπάρχει χρήμα, για να πείσει κάποιους να συνεργαστούν, υπάρχουν ΑΠΕΙΛΕΣ, ΚΙΝΔΥΝΟΣ και ΦΟΒΟΣ.

Δεν μιλάμε πια για ανθρώπους που συμμετέχουν αυτοβούλως γιατί ήθελαν ένα αμάξι, ή μία βίλα ή μια πισίνα – δεν είναι η απληστία το κίνητρό τους: μιλάμε για ανθρώπους που θέλουν να σώσουν την ζωή τους. Και, όταν βλέπει κανείς να πεθαίνουν δημοσιογράφοι – είτε να δολοφονούνται με σφαίρες, είτε καίγονται στην Αττική Οδό -, να στραγγαλίζονται δημοσιογραφικά μαγαζιά με οικονομικούς και άλλους τρόπους, να παρακολουθούνται δημοσιογράφοι που, απλώς, γράφουν ενοχλητικά για το Μέγαρο Μαξίμου πράγματα, να αρπάζουν οι κυβερνήσεις υποθέσεις από τους εισαγγελείς που ελέγχουν τα πολιτικά μέλη που την απαρτίζουν (μεταξύ άλλων) και σε υψηλότατες θέσεις, να οδηγούν τους ίδιους τους δημοσιογράφους και τους εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση στην δικαιοσύνη, όταν βλέπει ότι το συντριπτικά μεγάλο μέρος των ΜΜΕ κατεβάζει την πένα του και δεν ερευνά τίποτα από όλα αυτά – τότε, αυτές οι απειλές, είναι λογικό να τις παίρνουν όλοι πολύ, πολύ σοβαρά.

~

Στο σκάνδαλο Novartis φαίνεται πως μία φαρμακευτική θέλοντας να πολλαπλασιάσει τα κέρδη της, πλήρωσε κάποιους ανθρώπους σε καίριες θέσεις να περάσουν αποφάσεις που την ευνοούσαν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, λεφτά άλλαξαν χέρια, συνειδήσεις κάμφθηκαν, ευθύνες μοιράστηκαν.

Σχεδόν μας έχει διαφύγει ότι το σκάνδαλο Novartis έχει τελειώσει αμετάκλητα εδώ και χρόνια.

Αυτό που μας έχει σίγουρα διαφύγει όμως θεωρώ είναι πως ένα νέο σκάνδαλο γεννήθηκε την επόμενη μέρα. Πως, καθώς φαίνεται, κάποιοι από τους εμπλεκόμενους για να σωθούν δεν άλλαξαν απλώς μία παράγραφο σε έναν νόμο, ή μία τιμή σε ένα προϊόν, μα έσπειραν τον φόβο, επηρέασαν την δικαιοσύνη, επηρέασαν την δημοσιογραφία (και ίσως να αποκαλυφθούν και χειρότερα αύριο).

Θα αντισταθώ στον πειρασμό, και θα αφήσω κάποιον άλλον να το ονομάσει. Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία να το ονοματίσουμε, να το ξεχωρίσουμε, και, κυρίως να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα, θάρρος, αυτοκριτική και υπευθυνότητα.

Γιατί αυτό το σκάνδαλο συνεχίζεται ακόμη και σήμερα.

.

Έχουμε μία εικόνα. Είναι μία καλά εξοπλισμένη διμοιρία των ΜΑΤ, μια ομάδα παιδιών (συγγνώμη, κανείς τραπεζικός αυτήν την φορά) που κρατάνε ένα πανό, κάποιοι δίπλα που φωνάζουν και πολλά παιδιά πίσω τους.

Αυτή είναι η εικόνα.

Είναι κινούμενη εικόνα, ξαφνικά μένουν δέκα, δεκαπέντε παιδιά να σπρώχνουν με το πανό τους, οι αστυνομικοί ανοίγουν τις φυσούνες στο πρόσωπό τους, κάνουν όλοι πίσω, δεν φορούν τίποτα, ούτε μάσκες ούτε καν πανιά, τρομοκρατούνται, κάνουν πίσω, μία λάμψη, κάνουν και άλλο πίσω ένας άνδρας των ΜΑΤ γυρίζει στην ομάδα τους, κάνει νόημα με τα χέρια να σταματήσουν.

Το πλάνο αλλάζει, μα τώρα είναι μια ακίνητο, ένας νεαρός στο πάτωμα, φοράει σκουλαρίκια, έχει ξυρισμένο μαλλί, δεν φαίνεται να μιλάει, μία κινείται οι αστυνομικοί δεν μιλάνε, στέκονται εκεί, απορροφούν την οργή που πάει (κι) αλλού, κάποιοι τους βρίζουν, μένουν ακίνητοι.

Με τις βιβλιοθήκες ή με τις βαριοπούλες;

Ποιες βιβλιοθήκες; και ποιες βαριοπούλες;

Δεν υπάρχουν ούτε βιβλιοθήκες, ούτε βαριοπούλες. Ούτε μία βιβλιοθήκη, ούτε μία βαριοπούλα. Τώρα δεν τα λέγαμε; Ποιες βιβλιοθήκες και ποιες βαριοπούλες; Τι λέμε;

Λοιπόν, λοιπόν – ας κόψουμε τις μαλακίες. Αρχίστε να βγάζετε. Βγάλτε από την εικόνα ο,τι δεν είναι ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΓΚΗ να είναι εκεί. Βγάλτε το. Τώρα.

Βιβλιοθήκες είπαμε δεν έχει, αλλά βγάλτε τις. Ούτε βαριοπούλες, αλλά βγάλτε τις κι αυτές.

Ωραία; Πάμε παρακάτω.

Έχει περαστικούς, ανθρώπους που δεν ήταν στην ομάδα, αυτούς που διαμαρτύρονται. Βγάλτε τους. Βγάλτε αυτούς που βρίσκονται από πίσω, δεν φαίνονται στο κάδρο εκτός από την στιγμή που τρέχουν – βγάλτε τους, βγάλτε τους κι αυτούς από την εικόνα. Μετά, βγάλτε τα παιδιά που κρατάνε το πανό. Ήρθαν να διεκδικήσουν κάτι, αλλά πες έχουν λάθος, πες δεν είναι σωστό, να περιμένουν, τέσσερα χρόνια, όσο πάρει, να ψηφίσουν κύριε, να αλλάξει η κυβέρνηση, να έρθει μία άλλη, που δεν θα χρησιμοποιεί ψεύτικες βιβλιοθήκες για να κάνει την δουλειά της, τι πα να πει, εμείς μαλάκες είμαστε που περιμένουμε; Βγάλτε τους, έξω από την εικόνα. Βγάλτε και το πανό. Τα πανό καμιά φορά λένε συνθήματα που πονάνε, και που όλοι κάνουμε πως δεν είδαμε και κρύβουν πίσω τους παιδιά που τα σηκώνουν, και αυτά που έχουν ανάγκη να μιλήσουν με ένα πανό, δεν το χρειαζόμαστε το πανό, βγάλαμε τα παιδιά που το σηκώνουν, βγάλτε και το πανό πια, δεν μιλάει για κάποιον, βγάλτε το.

Βγάλτε και τα ΜΑΤ. Δεν διαμαρτύρεται πια κανείς. Κανείς απέναντί τους. Τους έχουμε βγάλει όλους, δεν έχει μείνει κανείς, χέστηκε ο ΜΑΤατζής, οκτάωρο είναι, σήμερα βαράει αυτόν, αύριο άλλον, ο,τι του πουν. Επάγγελμα κάνει, ούτε ξέρει ποιον βαράει, ούτε χρειάζεται να ξέρει, εντολές κύριε, εκτελεί εντολές, είναι χρήσιμος όταν μένει κάποιος να φωνάξει, τώρα δεν έχει μείνει κανείς, βγάλτε τους.

Μένει μόνο ένας άνθρωπος.

Ας επικεντρωθούμε σ’ αυτόν.

Βγάλαμε τις βιβλιοθήκες, τις βαριοπούλες, βγάλαμε τους διαμαρτυρόμενους περαστικούς, βγάλαμε τους φοιτητές, βγάλαμε τους συναδέλφους του,

μένει μόνο αυτός.

Που κρατάει ένα όπλο.

Που είναι γεμάτο.

Που είναι γεμάτο με μία οβίδα κρότου λάμψης.

Που το σηκώνει, ευθεία.

Που βλέπει που βαράει.

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ

ΦΤΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ.

ΤΙΣ ΒΓΑΛΑΜΕ ΤΙΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΟ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΒΑΡΙΟΠΟΥΛΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΟΛΑ, ΤΑ ΒΓΑΛΑΜΕ ΟΛΑ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΝΑΣ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΟΠΛΙΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ. ΕΜΕΙΣ. ΟΛΟΙ. ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ ΕΥΘΕΙΑ.

ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ.

ΠΟΥ ΕΙΔΕ ΠΟΥ ΒΑΡΑΕΙ. ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ ΤΟΥ.

ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΠΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΤΕ. ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ, ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ.

ΤΟΝ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΛΟΙ.

ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ ΠΑΝΟ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ ΞΥΡΙΣΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΕΝΑ ΚΟΛΑΡΟ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΜΙΑ ΒΑΡΙΟΠΟΥΛΑ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΑΣ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΑΣ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ NON PAPER, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΛΛΑ ΕΓΩ, ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ.

ΒΓΑΛΤΕ ΤΑ ΟΛΑ.

ΟΛΑ, ΒΓΑΛΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ.

ΜΕΝΕΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.

…ας μιλήσουμε για αυτό που έκανε. Αν συμφωνούμε με αυτο που έκανε, να το πούμε. Αν διαφωνούμε, να το πούμε. Είναι απλό. Είναι πολύ, πολύ απλό. Δεν έχει μείνει καιρος για ομόνοια, για αγάπες και λουλούδια, για όλοι μαζί είμαστε, ας μην τσακωνόμαστε. Ας πάρουμε θεση. Όσοι θέλουν, όσοι πιστεύουν ότι χρειάζεται μία ευθεία βολή, ας πάνε πίσω του. Πίσω από το όπλο του. Όσοι θέλουν ας πάνε μπροστά. Με γυμνά, άδεια χέρια. Χωρίς τίποτα. Μπροστά από την κάνη του. Εκεί κρινόμαστε. Εκεί μιλάμε για τον νόμο, για την νομιμότητα, για την δικαιοσύνη. Ας μη κοροϊδευόμαστε πια. Ή μπροστά από μία κάνη που θα εκπυρσοκροτήσει, ή πίσω της.

Να μην είστε δειλοί.

Να μην επιτρέψετε να σας κρύβουν και εσάς πίσω από κόμματα, πίσω από αρχηγούς, πίσω από ξεφτιλισμένους δημοσιογράφους και ηδονισμένα κομματόσκυλα, πίσω από βαριοπούλες και βιβλιοθήκες, πίσω από πανό και ματωμένους φοιτητές, να μην είστε δειλοί.

Πετάξτε όλα τα άλλα, κρατήστε μόνο αυτόν τον άνθρωπο, αυτό που ετοιμάζεται να κάνει, και πάρτε θέση. Να πάρουμε όλοι θέση. Να κοιτάξουμε αυτόν τον άνθρωπο και το όπλο του, και την ευθεία του βολή, και να πάρουμε όλοι θέση.

Ε, και αν κερδίσετε εσείς, χαλάλι – μπορείτε να βάψετε μετά κόκκινες τις βιβλιοθήκες με το αίμα μας.

Άλλο ένα σοβαρό πλήγμα στην δημοσιογραφία καταγράφηκε την τελευταία εβδομάδα. Μία ακόμα εξευτελιστική στιγμή, όχι μόνο για την είδηση αυτή καθ’ αυτή, αλλά κυρίως για τον ντροπιαστικό τρόπο που η ίδια η δημοσιογραφία την διαχειρίστηκε καθώς, μόλις σε ελάχιστες ημέρες, έγιναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να εξαφανιστεί, να αλλοιωθεί, να υποβαθμιστεί και στο τέλος να διαψευστεί με τον χειρότερο τρόπο.

Μία γρήγορη βόλτα στα γεγονότα (όχι ιδιαίτερα ήρεμα αυτήν την φορά, και όχι απολύτως αντικειμενικά), και μετά, ως συνήθως, πιάνω την ανάλυση της σκέψης μου:

Την προηγούμενη εβδομάδα, η ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» βγάζει την ανάλυσή της για το 2021 στην οποία, μεταξύ άλλων, έχει την κατάταξη των χωρών με βάση την δημοσιογραφική ελευθερία.

Για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η λίστα Πέτσα, η δικαστική περιπέτεια των Κώστα Βαξεβάνη – Γιάννας Παπαδάκου και η αντιμετώπιση των προστατευόμενων μαρτύρων, η Ελλάδα έπεσε 38 θέσεις, καταλήγοντας στην θέση 108 – στην χαμηλότερη από τότε που ο οργανισμός αυτός κατατάσει χώρες με βάση την ελευθερία που απολαμβάνει η δημοσιογραφία να ασκήσει το έργο της σ’ αυτές.

Το πρώτο δείγμα για το αν αυτή η κατάταξη σ’ αυτήν την λίστα ήταν δικαιολογημένη ή όχι, ήρθε σχετικά νωρίς: Το (όχι απλώς κρατικό αλλά από την πρώτη μέρα στην αποκλειστική διαχείριση του Μαξίμου) ΑΠΕ αναμεταδίδει την είδηση … ξεχνωντας όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Ελλάδα, και περιορίζεται στις πτώσεις άλλων χωρών. Έτσι, αν δεν υπήρχαν αληθινοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, το γεγονός ότι κατεβήκαμε 38 θέσεις, δεν θα το μαθαίναμε ποτέ.

Όταν η βολική αβλεψία του ΑΠΕ αποκαλύπτεται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου φροντίζει να υποβαθμίσει την είδηση, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του Δημοσιογραφικού ως ΜΚΟ και προκατειλημμένου ο οποίος προσβάλλει τον ελληνικό τύπο:

Φτάνει δε στο σημείο να αποστείλει επιστολή όπου, μεταξύ άλλων, ζητά από τον οργανισμό να της αναφέρει αν στην απόφαση της κατάταξης πήρε συνεντεύξεις από διωκόμενους δημοσιογράφους (υπονοώντας τον Βαξεβάνη και την Παπαδάκου) (λες και η ελευθερία του τύπου μίας χώρας πρέπει να ορίζεται μόνο από τους δημοσιογράφους που δεν διώκει η δικαιοσύνη του ίδιου του κράτους που ελέγχεται. Τέλος πάντων).

Η υποβάθμιση του ρόλου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα εξαπλώνεται στον φιλοκυβερνητικό τύπο μέχρι που ο γενικός γραμματέας της βουλής (και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη) επιχειρεί να αποδομήσει και την έκθεση αυτή καθ’ αυτή: Σε μία σύγκριση με την αναφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης ισχυρίζεται πως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα παραπλανούν τον κόσμο, και η Ελλάδα στην πραγματικότητα “βρίσκεται κάπου στην μέση” χρησιμοποιώντας έναν χάρτη ως απόδειξη.

Τον ισχυρισμό αυτόν, για άλλη μία φορά, τον αναπαράγει άκριτα ο φιλοκυβερνητικός τύπος, ( Capital, Παραπολιτικά, TheTOC, Πρώτο Θέμα, ΣΚΑΙ μεταξύ άλλων) με ενδεικτικό το άρθρο από το iefimerida, που παραθέτει περισσότερα στοιχεία από το (αρχικό, μάλλον) tweet του γεν. γραμματέα της Βουλής Γιώργου Μυλωνάκη.

Όμως, για άλλη μία φορά επίσης, σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Γαλανόπουλου που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο parallaximag όλα αυτά έχουν ένα ψέμα. Εκτός όλων των άλλων (διαβάστε το άρθρο, είναι αποκαλυπτικότατο) ακόμα και ο χάρτης είναι παραλλαγμένος: έχει αφαιρεθεί ο τίτλος του που διευκρινίζει πως αναφέρεται στις ψηφιακές δεξιότητες των κατοίκων, και επ’ ουδενί στην δημοσιογραφική ελευθερία.

Αντιθέτως, οι χάρτες που μιλούν για δημοσιογραφικές ελευθερίες, μας κατατάσσουν στην χειρότερη θέση.

Στο τελευταίο (αλλά το πιο εντυπωσιακό κατά την γνώμη μου) κεφάλαιο αυτής της γενικά απίστευτα θλιβερής ιστορίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέρχεται με μία ανακοίνωση-έκπληξη, στην οποία κατηγορεί τον Σύριζα ότι λέει ψέματα καθώς … ο χάρτης μιλάει στην πραγματικότητα για ψηφιακές δεξιότητες!

(Για να σας το κάνω λιανά, γιατί ο παραλογισμός συχνά είναι δύσκολο να γίνει απολύτως κατανοητός, είναι σαν να βγαίνει μία έκθεση ότι η θάλασσα είναι γαλάζια, κάποιος να διατείνεται πως είναι κόκκινη, να διαψεύδεται με στοιχεία ότι η θάλασσα φυσικά δεν είναι κόκκινη όπως ισχυρίζεται αυτός ο κάποιος, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να λέει ψεύτη τον Σύριζα(!) καθως η θάλασσα είναι στην πραγματικότητα ξεκάθαρα… γαλάζια)

Το παραθέτω για να το πιστέψετε – γιατί εγώ δεν το πίστευα:

Αυτόν, δηλαδή, τον ίδιο χάρτη, που έχουν βάλει ΟΛΑ τα συμπολιτευτικά μέσα – ε, αυτός δεν έχει σχέση με την ελευθερία του τύπου. Το λέει ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και αυτοσυγχαίρεται. Και το αναπαράγουν, άκριτα, ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ που φιλοξενούν την είδηση με τον αλλοιωμένο χάρτη. Μόνο και μόνο επειδή το είπε η κυβέρνηση.

Αυτά έγιναν (ως τώρα), και σ’ αυτά βασίζω και το σκεπτικό μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

~

Παιδιά, κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Παρότι ασχολούμαι με την δημοσιογραφία στην Ελλάδα όσο περισσότερο μπορώ, από κάποια πράγματα προσπαθώ να απέχω. Πχ, η τελευταία αναφορά μου στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ήταν εδώ όπου προσπαθούσα να αναδείξω πως, ενώ αρκετά ΜΜΕ στην Ελλάδα έχουν φάκελο για τις ανακοινώσεις τους, τα περισσότερα από αυτά (πλην των αξιοπρεπών, δηλαδή) αγνόησαν τελείως κάθε διαμαρτυρία για την δικαστική επιθεση που δέχονται δύο καταξιωμένοι έλληνες συνάδελφοί τους.

Αντίστοιχα, μπορεί να έχω αναφέρει τις τρεις πρόσφατες δολοφονίες της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα (την οικονομική, την φυσική, και την επαγγελματική – καθώς και τους λόγους που φοβάμαι πως συμβαίνουν αυτά) αλλά επέλεξα να μην γράψω ειδικό άρθρο στην πτώση της κατάταξης της Ελλάδας (παρ ότι γίνεται για τους ίδιους λόγους) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Η διαχείριση της είδησης αυτής καθ’ αυτής της κατάταξης όμως από την δημοσιογραφία στην Ελλάδα, αποδεικνύει πως η κατάταξη (και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσω μετά λύπης μου με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο) είναι πασιφανώς λανθασμένη:

Δεν αξίζουμε την θέση 108, και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα συμβαίνουν αυτήν την στιγμή.

Πρώτον, το ΑΠΕ αγνοεί την είδηση. Δεν του διαφεύγει, την διαβάζει, αλλά παραπλανεί το κοινό όλων όσων το εμπιστεύονται και δεν αναφέρει την Ελλάδα.

Δεύτερον ο καθ’ ύλην αρμόδιος κυβερνητικός εκπρόσωπος αντί να αντιμετωπίσει σοβαρά την είδηση, διαβάλλει την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Τρίτον η ΕΣΗΕΑ, (που, για να μην γελιόμαστε, δεν έχει αλλάξει διοίκηση όσο πέφτουμε στην κατάταξη, η ίδια είναι) δεν παραιτείται. Διάβολε, τι να παραιτηθεί, δεν βγάζει καν μία αξιοπρεπή ανακοίνωση για το κορυφαίο αυτό θέμα.

Τέταρτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ενστερνίζεται απολύτως την στάση της κυβέρνησης για την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Πέμπτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ΨΕΥΔΕΤΑΙ, προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ, βγάζοντας έναν ΨΕΥΤΙΚΟ χάρτη, που δεν λέει καθόλου αυτό που ισχυρίζονται οι δημοσιογράφοι ότι λέει. Προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ.

Έκτον, κανένα ΜΜΕ (μην τα ξαναλέω, πλην των αληθινών δημοσιογράφων) όταν αποκαλύπτεται πως η είδηση βασίζεται σε ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΨΕΥΔΕΙΣ χάρτες, δεν το αναφέρει. Κανένα.

Έβδομον, ακόμα και τα site που έγραψαν την είδηση, δεν αφαιρούν το ΨΕΥΔΕΣ περιεχόμενό τους. Ειναι ΨΕΥΔΕΣ, παραπλανητικό, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΑΙΡΟΥΝ. Υπάρχει, ακόμα εκεί, αυτούσιο, για να συνεχίσουν να το διαβάζουν όσοι τους πιστεύουν.

Όγδοον, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, πουλάει τρέλα, εκθέτοντας στην ουσία αυτούς που τον στηρίζουν με αυτό το κατάφορο ψέμα, επιτιθέμενος στην αντιπολίτευση.

Το ξαναλέω, δεν μας αξίζει η θέση 108. Είμαστε για πολύ, πολύ πιο κάτω.

Προφανώς, όπως και στην πρόσφατη υπόθεση των παρακολουθήσεων, δεν μιλάμε πια για “ανθρώπινο λάθος”. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι “δημοσιογράφοι” στην Ελλάδα (αλήθεια, αξίζουν να τους λέμε δημοσιογράφους;) δεν έκαναν “λάθος” στην διαχείριση της είδησης. Διέβαλαν, είπαν ψέματα, και φρόντισαν να αναπαραχθούν τα ψέματα και μόνο αυτά σε μία ιδιότυπη (αλλά απολύτως συνηθισμένη πια) δημοσιογραφική Ομερτά στην Ελλάδα.

Αν δεν υπάρχει λάθος όμως, υπάρχει σχέδιο. Και ο σκοπός αυτού του σχεδίου, δεν μπορεί να είναι άλλος από την παραπλάνηση των πολιτών της χώρας. Και ο μόνος λόγος που θέλει κάποιος οι πολίτες μιας χώρας να τρέφονται με ψεύτικες ειδήσεις και ο μόνος λόγος που θα ήθελε κάποιος να μην δημοσιεύεται κάτι που είναι πιθανό να αποκαλύψει την ίδια την ομερτά τους και να μην ενοχλήσει την συμπαθή τους κυβέρνηση, είναι να ελέγξει το πολίτευμα.

Προσέξτε τι λέω: Δεν υπάρχει λάθος εδώ. Υπάρχει σχέδιο. Μία ολόκληρη πλεκτάνη απο ψέματα και βρώμικες, ανοίκειες συκοφαντίες για να μην αποκαλυφθεί ο δημοσιογραφικός οχετός που κυβερνά την ενημέρωσή μας.

Κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Δείτε ποιοι δημοσιογράφοι μιλούν, ποιοι αντιδρούν, δείτε ποιοι δημοσιογράφοι τουλάχιστον ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ λίγο για την κατάστασή μας, και στηρίξτε τους όσο περισσότερο μπορείτε, με όσους περισσότερους τρόπους μπορείτε.

Είμαστε εδώ και καιρό σε πόλεμο.

Και δεν χάνει μόνο η αλήθεια. Χάνει η ίδια η δημοκρατία.

Υ.Γ.: Διαβάστε και αυτήν την αξιόλογη και πληρέστατη ανάλυση – παρότι ομοιάζει πολύ με την δική μου (λογικό γιατί η επικαιρότητα είναι η ίδια, αλλά δεν είχα το άρθρο υπόψη μου πριν γράψω το δικό μου άρθρο) έχει πολύ περισσότερα στοιχεία και είναι τουλάχιστον εξίσου, αν όχι καλύτερα, τεκμηριωμένη από το παρόν άρθρο.

Τις τελευταίες ημέρες, έχω καταλήξει σε μερικές δυσοίωνες σκέψεις, που αλλάζουν πλήρως κάθε έννοια νομιμότητας που μπορεί να ελπίζει κανείς ότι έχουμε στην Ελλάδα. Δεν θέλω να τις κάνω, αλλά κάθε είδηση που διαβάζω καθιστούν όλο και πιο πιθανή μία τέτοια σκέψη να έχει μία βάση λογικής. Θα προσπαθήσω να την εξηγήσω, με βάση τα γεγονότα που έχουν συμβεί, παραθέτοντας πηγές και ρεπορτάζ όπου υπάρχουν.

Μόλις δέκα περίπου ημέρες πριν έγινε γνωστό πως ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης τελούσε υπο παρακολούθηση από δύο ξεχωριστές υπηρεσίες: Μία κρατική, σύμφωνα με το ρεπορτάζ από τους reporters united, και μία ιδιωτική, δυο μήνες μόλις μετά την απότομη λήξη της κρατικής, σύμφωνα με το ρεπορταζ του ιδίου – και σύμφωνα με το inside story η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο πελάτης αυτής της ιδιωτικής παρακολούθησης, αλλά δηλώνει επισήμως άγνοια.

Περισσότερα στην αρχική μου αναφορά στο θέμα, εδώ.

Θα έλεγε κανείς πως ήταν μία σημαντική είδηση, από εκείνες που θα έφερναν την κυβέρνηση κάθε χώρας σε πολύ, πολύ δύσκολη θέση, και υποχρεωμένη να απαντήσει σε μερικές πολύ σκληρές ερωτήσεις.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως, αντίθετα από άλλες περιπτώσεις, η δημοσιογραφία γενικά αναφέρθηκε στην είδηση, ακόμα και αυτή που, παραδοσιακά αγνοεί ο,τι δεν συμφέρει την κυβέρνηση που υποστηρίζει (όχι αφιλοκερδώς, δυστυχώς) με εκτεταμένα ρεπορτάζ – κάτι που ο ίδιος ο Κουκάκης έχει πολλές φορές επισημάνει.

Ειδικά όμως, η δημοσιογραφική αντίδραση, για τα δεδομένα της βαρύτητας της είδησης, παραμένει απροσδόκητα υποτυπώδης. Ακόμα και από αυτήν την ελάχιστη δημοσιογραφική αντίδραση, υπάρχει ένα ζήτημα που δεν ακουμπά κανείς και που οι reporters united ξεκαθαρίζουν όσο πιο σκληρά μπορούν:

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με το ρεπορταζ τους, συγκαλύπτει για δεύτερη φορά την παρακολούθηση.

Η πρώτη φορά, ήταν η αλλαγή της νομοθεσίας με μία τροπολογία που φρόντισε ώστε η ΕΥΠ και η εισαγγελέας να μην απαιτείται να απαντήσουν στην ΑΔΑΕ.

Η δεύτερη γίνεται τώρα, μπροστά στα μάτια μας.

Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει ακουμπήσει την ιδιωτική εταιρία που, αποδεδειγμένα πλέον, παρακολουθούσε τον Θανάση Κουκάκη. Θυμίζω ότι η παρακολούθησή της είχε ελληνική στόχευση (42 από τους 310 ψεύτικους δικτυακούς τόπους ήταν με ελληνικό περιεχόμενο), πως η παρακολούθησή του ξεκίνησε μόλις δύο μήνες μετά από την επείγουσα (επειδή ανακαλύφθηκε) παύση της κρατικής, και πως, σύμφωνα με το ρεπορταζ του Inside story που δεν έχει ακόμα διαψευστεί, η εταιρία οφείλει να αναφέρει στην κυβέρνηση τους πελάτες της που πληρώνουν για την παρακολούθηση. Ιδιώτες, ή κράτη. Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως, η εταιρία που διαθέτει το λογισμικό στην αγορά, σύμφωνα με της υπηρεσία που ανακάλυψε την παρακολούθηση, έχει κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, κρατικές υπηρεσίες για πελάτες, όχι ιδιώτες.

Καμία έρευνα, κανένας έλεγχος, σε καταστάσεις που, και το παραμικρό δευτερόλεπτο μετράει. ΑΝ πράγματι αναζητάς την αλήθεια και όχι τρόπους να την καταχωνιάσεις.

Δεύτερον, αναθέτει την υπόθεση στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ή η ίδια η Εθνική Αρχή Διαφάνειας αυτουβούλως αναλαμβάνει, ανάλογα με την σειρά που βλέπει κανείς τα γεγονότα) – μία, κατά το ρεπορτάζ των Reporters United απολύτως μη αρμόδια αρχή για μία τέτοια έρευνα. Θα μπορούσε η ΑΔΑΕ, η καθ’ ύλην αρμόδια, θα μπορούσε ακόμα και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα – αλλά σε καμία περίπτωση η ΕΑΔ. Όχι μόνο αυτό, αλλά ο αρμόδιος υπουργός ανακοινώνει την έρευνα, χωρίς η ίδια η ΕΑΔ να έχει, ακόμα και μέχρι αυτήν την στιγμή, αναφέρει την απόφαση αυτή.

Αυτή η πιεστική απόφαση γίνεται πιο δυσάρεστη αν συνυπολογίσει κανείς τα παλαιότερα δημοσιεύματα που ήθελαν τον πρόεδρο της (ανεξάρτητης υποτίθεται) ΕΑΔ να ανήκει στον χώρο (συγγενικό, και επαγγελματικό) του πρωθυπουργού – δηλαδή, σας θυμίζω, του άμεσα ελεγχόμενου.

Για να ξεκαθαρίσουμε την σειρά των γεγονότων δηλαδή, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που παραθέτω πιο πάνω, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναλαμβάνει την ΕΥΠ προσωπικά τρεις μέρες μετά την εκλογή του, τοποθετεί έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα διοικητή της, αλλάζει (αναδρομικά!) την νομοθεσία για να μπορέσει να παραμείνει στην θέση ο εκλεκτός για διοικητής της, καταργείται η Γενική Γραμματεία Καταπολέμησης της Διαφθοράς και δημιουργείται στην θέση της η ΕΑΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθετεί τον κουμπάρο και συνεργάτη του ως διοικητή της “ανεξάρτητης” αρχής, ο Θανάσης Κουκάκης αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθείται την ίδια εποχή που κάνει αναλυτικό ρεπορτάζ για τις τράπεζες (μεταξύ άλλων), καταθέτει αναφορά στην ΑΔΑΕ, την ίδια ημέρα η ΕΥΠ που τον παρακολουθεί σταματά εσπευσμένα την παρακολούθηση (παρότι λίγες ημέρες πριν έχει ζητήσει την χρονική διεύρυνσή της), η κυβέρνηση φέρνει εκπρόθεσμη, βιαστική τροπολογία με την οποία προστατεύεται από έλεγχο των πεπραγμένων της η ΕΥΠ από την ΑΔΑΕ (καθιστώντας την άχρηστη) – ενώ ρεπορταζ του tvxs αναφέρει πως, μόλις το 2021 είχαμε 14.000 παρακολουθήσεις, εγκρίνεται από την βουλή με κυβερνητικές ψήφους η διοίκηση της ΕΑΔ , ξεκινά η παρακολούθηση από την ιδιωτική εταιρία με το σύστημα Pegasus, η κυβέρνηση μαθαίνει για τις παρακολουθήσεις αλλά αρνείται κάθε ανάμειξη, και η μη αρμόδια ΕΑΔ αναλαμβάνει (αυτοβούλως ή κατ’ εντολή) να ερευνήσει την υπόθεση.

Γιατί να γίνονται όλα αυτά; Δεν είναι ύποπτο, εδώ και δύο χρόνια, αυτό το σκηνικό;

Δεν είναι ύποπτη αυτή η διαρκής προσπάθεια συγκάλυψης;

Δεν είναι ύποπτο, πια, που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός επέλεξε από την πρώτη μόλις μέρα της θητείας του να ελέγχει απόλυτα την ΕΥΠ, να απελευθερώνει τις διαδικασίες της, να διορίζει ανθρώπους που δεν πληρούν τα κριτήρια και να αλλάζει τους νόμους(!) για να γίνονται δεκτοί, να διορίζει κουμπάρους του οι οποίοι είναι οι μόνοι που επιτρέπει να ελέγχουν την ΕΥΠ, και να απαγορεύει με τροπολογία σε άλλες ανεξάρτητες αρχές να την/τον ελέγχουν;

Γιατί γίνονται όλα αυτά;

~

Όπως ξεκίνησα να λέω στην αρχή, φαίνεται να βρισκόμαστε σε μία δεύτερη, πολύ πιο σημαντική από την πρώτη απόπειρα συγκάλυψης της παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη.

Και όχι μόνο του Θανάση Κουκάκη, φοβάμαι.

Παλαιότερα έλεγα πως, ένας πρωθυπουργός που κρύβει σκελετούς στο ντουλάπι του, είναι ένας ελεγχόμενος από όποιον ξέρει τα μυστικά του πρωθυπουργός. Προφανώς, ένα τεράστιο δάνειο για μία αδιάφορη εφημερίδα που δεν αποπληρώνεται, ή ένα σπίτι του Βολταίρου που αποκτάται χωρίς έλεγχο ούτε έσχες, ούτε πόθεν, μία “μεσοτοιχία” με έναν εξαφανισμένο στέλεχος κορυφαίας πολυεθνικής που διέφυγε στην βάρδια του ενώ αποδεδειγμένα είχε δωροδοκήσει κυβερνητικά στελέχη, είναι, όπως και να το πεις, βαρβάτοι σκελετοί, που (σε κανονικές συνθήκες) (θα έπρεπε να) γκρεμοτσακίζουν πολιτικές καριέρες. Και αυτοί οι σκελετοί είναι μόνο αυτοί που υποψιαζόμαστε.

Επίσης, στο προηγούμενο άρθρο, εξηγούσα πως όποιος παρακολουθεί δημοσιογράφους, στην πραγματικότητα τους δολοφονεί επαγγελματικά. Είναι πολύ, πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτό, και τώρα, που συζητάμε την ιστορία αυτή, αλλά πολύ περισσότερο μετά, αν και εφόσον αναζητηθούν ευθύνες και, ίσως, αποζημιώσεις.

~

Υπαρχει όμως και μία παράμετρος που, μέχρι τώρα, δεν έχουμε υπολογίσει.

Για να εγκατασταθεί το λογισμικό της ιδιωτικής εταιρίας στο κινητό του Θανάση Κουκάκη ωστε να παρακολουθείται κάθε του κίνηση, ο δημοσιογράφος έπρεπε να μπει σε έναν ψεύτικο δικτυακό τόπο, μόλις δύο μήνες μετά την βιαστική άρση της παρακολούθησης από την ΕΥΠ. Κάποιος του έστειλε ένα μήνυμα, τον ξεγέλασε. Όμως δεν υπήρχε μόνο ένας δικτυακός τόπος – υπήρχαν 42 δικτυακοί τόποι, όλοι ελληνικοί – και συνολικά 310.

Γιατί;

Ο Θανάσης Κουκάκης παρακολουθείτω ήδη, ενώ μόλις με την πρώτη προσπάθεια “την πάτησε” και του έβαλαν λογισμικό παρακολούθησης. Το κόλπο ήταν απλό, και καλοστημένο – τα domain, τα ονόματα των δικτυακών τόπων, ήταν καλοφτιαγμένα, σε γενικές γραμμές εύκολο να την πατήσει ακόμα και κάποιος που δεν ήταν τελείως αρχάριος.

Σαράντα δύο δικτυακοί τόποι; Μόνο για τον Κουκάκη ήταν όλοι αυτοί;

Ας υποθέσουμε ότι ένας δημοσιογράφος, ο οποιοσδήποτε δημοσιογράφος, παρακολουθείται. Αυτοί που τον ελέγχουν δεν μαθαίνουν μόνο σε τι ρεπορτάζ εμπλέκεται, τα μαθαίνουν ΟΛΑ. Ο Κουκάκης πχ, βρήκε απομαγνητοφωνημένη συζήτηση ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ (και αυτό, θυμίζω, από την ΕΥΠ, όχι με το Predator). Ποιος θα ενδιαφερόταν γι’ αυτήν την συνομιλία; Μα όταν παρακολουθείται, δεν υπάρχει διάκριση, επαγγελματική ή μη – όλα είναι στο τραπέζι.

Αυτός ο κάποιος που παρακολουθείται, ο οποιοσδήποτε, ας πούμε ότι έχει έναν παράνομο δεσμό. Ή είναι κρυφά gay. Ή βλέπει τσόντες, στο διαδίκτυο. Ή παίζει παράνομο στοίχημα. Ή δωροδοκεί έναν εφοριακό για υπόθεσή του.. Ή συνεργάζεται με έναν ανταγωνιστή της εφημερίδας του. Ή, ή, ή.

Όλα αυτά είναι σκελετοί στην ντουλάπα του. Άλλοι πέρα ως πέρα παρανομοι, άλλοι απολύτως νόμιμοι, αλλά ίσως ανήθικοι ή έστω “ανηθικοι”, άλλοι, απλώς, η προσωπική του ζωή.

Ας υποθέσουμε πως ο δημοσιογράφος αυτός, ΞΕΡΕΙ πως παρακολουθήθηκε. ΞΕΡΕΙ πως τον παρακολουθούσε η ΕΥΠ, ή ο άγνωστος πελάτης της . Ξέρει πια πως είναι εκτεθειμένος: αν μιλήσει άσχημα γι αυτούς που δεν πρέπει, αν ερευνήσει κάτι που δεν πρέπει, αν δείξει κάτι που δεν πρέπει, δεν έχει λογική να πιστεύει πως θα βγει στην δημοσιότητα κάτι δικό του που δεν πρέπει;

Δεν είναι καθόλου παράλογο να φοβάται κάτι τέτοιο.

Επίσης, δεν είναι καθόλου παράλογο πια να φοβάται κάτι τέτοιο ένας δημόσιος λειτουργός, ένας πρέσβης, ένας βουλευτής, ένας δικαστικός – γιατί, ακόμα και αν στοχεύονταν μόνο δημοσιογράφοι, σαράντα δύο ψεύτικοι δικτυακοί τόποι, είναι πολλοί.

Ο καθένας θα μπορούσε να φοβάται (ή να γνωρίζει) ότι το όνομά του υπάρχει πχ σε μία λίστα, και καλό είναι να κάνει ο,τι χρειάζεται να κάνει για να μην δημοσιευθεί ο,τι θα ήθελε να κρατήσει ιδιωτικό.

Και, θυμίζω, 14.000 αιτήματα για παρακολούθηση είχαμε το 2021 – που έγιναν κατά πάσα πιθανότητα όλα δεκτά, αφού έχει φροντίσει ο πρωθυπουργός να μην έχει ιδιαίτερο λόγο να διαφωνήσει η αρμόδια εισαγγελέας στα αιτήματα αυτά. Δεκατέσσερις χιλιάδες παρακολουθήσεις αφορούν πολλούς, πολλούς ανθρώπους.

~

Ο Θανάσης Κουκάκης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ clean δημοσιογράφου. Δεν έχει (ακόμα) ασχοληθεί με το μεταναστευτικό, με την Τουρκία ή την Ρωσία, με οτιδήποτε θα τον έκανε να πιστέψει πως θα έδινε έστω και την παραμικρή δικαιολογία στην κρατική ΕΥΠ, επίσημα, να τον παρακολουθήσει.

Είναι τόσο καθαρός, που θα μπορούσε κάλλιστα η ΕΥΠ να πει απλώς “έχετε δίκιο, κάναμε λάθος, δεν βρήκαμε τίποτα, αναλαμβάνουμε την ευθύνη”. Κάποιος θα παραιτήτω, πιθανόν, θα υπήρχε μία αναστάτωση, μάλλον, και ο πρωθυπουργός με την αποδοχή της παραίτησης θα μπορούσε ίσως να βγει και από πάνω.

Αντιθέτως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε εξ αρχής μία δυσανάλογη ευθύνη με την επιθυμία του να ελέγχει απόλυτα ο ίδιος την ΕΥΠ. Εφτιαξε τις συνθήκες ώστε οι παρακολουθήσεις να γίνονται σχεδόν μηχανικά, χωρίς κανέναν σοβαρό έλεγχο. Δημιούργησε μία τροπολογία για να προστατευτεί αναδρομικά η απόφαση παρακολούθησης – και όλες οι επόμενες. Υπο την εποπτεία του παρακολουθούνται χιλιάδες πλέον άνθρωποι. Μπήκαν διοικητές σε καίριες θέσεις, ακόμα και παράτυπα, ακόμα και ανεξάρτητων αρχών, άνθρωποι κοντά στον πρωθυπουργό, που τον προστατεύουν ακόμα και τώρα.

Περίμενα, με την δημοσιοποίηση της (από ότι φαίνεται παράνομης) έρευνας, α) να υπάρξει μία ξεκάθαρη, έστω και τώρα, κυβερνητική ανάληψη ευθύνης, β) να υπάρξει απόλυτη και δυναμική δημοσιογραφική αντίδραση.

Το πρώτο, γκρεμίστηκε με θόρυβο – η κυβέρνηση αρνείται, κοροϊδεύει, ψεύδεται και κωλυσιεργεί. Το δεύτερο είναι όπως είπα και στην αρχή, εξαιρετικά δυσανάλογα ερευνώμενο σε σχέση με την βαρύτητά του. Θα έλεγε κανείς ελάχιστα περισσότερο από την δολοφονία Καραϊβάζ.

Μέχρι τώρα, πιστεύαμε ότι οι δημοσιογράφοι είναι δεσμευμένοι από μία λίστα Πέτσα, που είχε αν όχι την πρόθεση, τουλάχιστον την δυνατότητα να τους ελέγχει διασφαλίζοντας την οικονομική επιβίωσή τους.

Ήταν μία αισχρή απόφαση – αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια. Με αισχρές (κατά την ταπεινή μου γνώμη) απόπειρες να συγκαλυφθεί κι αυτή, αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια.

Αρχίζω όμως και ανησυχώ, όσο δεν μαθαίνουμε πόσοι, ποιοι, για ποιον λόγο, και με ποια αποτελέσματα ερευνήθηκαν από την ΕΥΠ, αν υπαρχει και μία λίστα με μυστικά, μία λίστα όπου ο έλεγχός της είναι το απόλυτο κλειδί ελέγχου κάθε φωνής που παρεκκλίνει κάποιας συμφωνημένης συμπεριφοράς.

Και, με αποκλειστικά υπεύθυνο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ανησυχώ μήπως αυτή η λίστα μυστικών, αν όντως υπάρχει, του ανήκει – ή έστω, είναι σε γνώση του.

Θα ήταν τρομερό, απολύτως τρομακτικό να υπάρχει μία τέτοια “λίστα Μητσοτάκη”.

Και δεν έχει γίνει έως τώρα τίποτα, καμία απολύτως ενέργεια που θα με βοηθούσε έστω και αισιόδοξα σκεπτόμενος να ελπίσω πως δεν υπάρχει.

Ένα αδιανόητο κουβάρι ξετυλίγεται αυτές τις ημέρες, εκείνο όπου δημοσιογράφοι καταγγέλουν ότι παρακολουθούνται – και η κυβέρνηση μοιάζει να έχει όχι μόνο γνώση των παρακολουθήσεων αυτών, αλλά, ακόμα χειρότερα, να τις έχει παραγγείλει κιόλας.

Πάμε πρώτα να δούμε το ρεπορτάζ, και αναπτύσσω μετά τον προβληματισμό μου. Είναι μεγάλο, κάντε υπομονή.

Για μένα (μπορεί να υπάρχουν και άλλα γεγονότα, που αγνοώ ή αμελώ αυτήν την στιγμή να αναφέρω) με την ανησυχία (και μετά την επιβεβαίωση) του Σταύρου Μαλιχούδη, ότι αυτός, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στο ρεπορταζ της ΕφΣυν για τις παρακολουθήσεις πολιτών και δημοσιογράφων.

Ο Σταύρος Μαλιχούδης αρθρογραφεί στο Solomon αλλά και στο αντοίστοιχο δημοσιογραφικό site Reporters United όπου καταγγέλει το περιστατικό εξηγώντας ότι η μόνη λογική(;) απάντηση είναι πως παρακολουθείται για τα ρεπορτάζ του στο μεταναστευτικό/προσφυγικό. Λίγο καιρό μετά, το Solomon προχωρά σε μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο, ζητώντας διευκρινίσεις για τις ενέργειες της κυβέρνησης.

Οι καταγγελίες για τις παρακολουθήσεις, αφορούν το μακρινό 2020 (οι αποκαλύψεις έγιναν στο τέλος του 2021 και η μηνυτήρια αναφορά στις αρχές του 2022). Την ίδια εποχή, το 2020 δηλαδή, ένα άλλο κουβάρι τυλίγεται ταυτόχρονα, που αφορά αυτήν την φορά τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη.

Ο Κουκάκης έχει κάποια προβλήματα στο κινητό του. Δεν ακούει καθαρά, η σύνδεση διακόπτεται, χάνει κλήσεις. Δεδομένου ότι οι κυβερνητικές παρακολουθήσεις γίνονται πλέον σχεδόν εν κρυπτώ, καθώς αρκεί μία αίτηση προς την εισαγγελέα για να ξεκινήσουν, χωρίς αποδείξεις κάποιας έστω ενοχής, προφανώς ανησυχεί: Οι ανησυχίες του όμως γίνονται βεβαιότητα, όταν μαθαίνει από το δημοσιογραφικό του ρεπορτάζ ότι “κυκλοφορούν” απομαγνητοφωνήσεις – σε συζητήσεις με το παιδί του. Στις 12 Αυγούστου του 2020 ο Θανάσης Κουκάκης κάνει μία επίσημη καταγγελία στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) – ζητώντας να μάθει αν, όντως, παρακολουθείται.

Η ημερομηνία είναι σημαντική, προτείνω να την σημειώσετε, θα αποκτήσει νόημα μετά.

Οπως μαθαίνει περίπου έναν χρόνο μετά ο δημοσιογράφος από την ΑΔΑΕ, “στις 10 Μαρτίου 2021, δηλαδή μετά την επιβεβαίωση των υποκλοπών, η ΑΔΑΕ απευθύνεται στην Εισαγγελέα της ΕΥΠ για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ενημέρωση του δημοσιογράφου σχετικά με την άρση του απορρήτου του” – όπως γράφει το Reporters United

Η ΑΔΑΕ απαντά στον Θ. Κουκάκη επισήμως στα τέλη Ιουλίου πως “ «μετά από τεχνικό έλεγχο που διενήργησε η ΑΔΑΕ […] στα δίκτυα των τηλεπικοινωνιών παρόχων που εξυπηρετούν τις συνδέσεις κινητής και σταθερής τηλεφωνίας σας […] δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών»”. Όχι “δεν γίνονται παρακολουθήσεις – απλώς δεν είναι παράνομες.

Είναι δύσκολο να είναι παράνομες: σχεδόν αμέσως μετά το αίτημα της ΑΔΑΕ στην εισαγγελέα η κυβέρνηση της Ελλάδας στις 31 Μαρτίου του 2021 περνάει κατ’ επειγόντως ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο.

Σύμφωνα με αυτό, “απαγορεύεται πλέον στην ΑΔΑΕ να προχωρήσει στην γνωστοποίηση των παρακολουθήσεων στον πολίτη”. Η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ και άρα καλύπτει τις υποκλοπές Κουκάκη. Ήτοι, η ΑΔΑΕ δεν έχει πια τον έλεγχο της ΕΥΠ. Η ΕΥΠ μπορεί να παρακολουθεί όποιον νομίζει, και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

…Πιο σωστά, όχι σε κανέναν: δίνει λογαριασμό σε δύο άτομα: στην εισαγγελέα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών που στεγάζεται στο κτίριο της ΕΥΠ στην Κατεχάκη (η οποία δεν απαιτείται να καταθέσει ουσιαστικά στοιχεία για το αν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για την παρακολούθηση), και στον πολιτικό της προϊστάμενο, τον ίδιο τον πρωθυπουργό που ανέλαβε, τρεις μόλις μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας του, τον αποκλειστικό έλεγχο της ΕΥΠ.

Το ρεπορτάζ του Reporters United αποκαλύπτει πως η ΕΥΠ όντως ζήτησε την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις την 1η Ιουνίου κατέθεσε αίτημα παρακολουθήσεως του κινητού του στην Cosmote έως την 1η Αυγούστου – ημερομηνία που πήρε παράταση, ως την 1η Οκτώβρη.

Θυμάστε την ημερομηνία που σας ζήτησα να κρατήσετε; Ήταν η 12η Αυγούστου του 2020, όταν ο Θανάσης Κουκάκης καταθέτει επίσημο αίτημα στην ΑΔΑΕ για να μάθει αν παρακολουθείται. Είναι η ίδια ημερομηνία που, εκτάκτως, και μετά την παράταση που ζητήθηκε έναν μήνα πριν, η ΕΥΠ ξαφνικά ζητά την παύση της άρσης του απορρήτου.Θα μιλούσε κανείς για σύμπτωση – αν δεν παρακολουθούσαν το κινητό του, και, όχι μόνο ήξεραν πολύ καλά τις κινήσεις του, αλλά ΦΟΒΗΘΗΚΑΝ κιόλας από αυτές.

Φόβοι που είχαν νόημα – μέχρι που η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός δηλαδή που έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της ΕΥΠ, κάλυψε τις ενέργειές της, ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ, με έναν νόμο που έκανε ακόμα και τον πρόεδρο της ΑΔΑΕ να εκφράσει την αντίθεσή του.

Ελπίζω να κάνατε κουράγιο μέχρι εδώ, και να τα εξήγησα απλά. Δυστυχώς, για όλους μας, για την κοινωνία μας, την δημοσιογραφία, τον ίδιο τον Θανάση Κουκάκη, οφείλω να συνεχίσω – δεν σταματά εδώ η υπόθεση.

Βλέπετε, λίγο μετά, το ίδιο καλοκαίρι του 2021 ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης ελέγχει έναν σύνδεσμο που του έστειλε ανώνυμα κάποιος. Αυτός ο σύνδεσμος όμως, δεν είναι αθώος: επισκεπτόμενος τον ψεύτικο δικτυακό τόπο (κατασκευάστηκαν περίπου 310 πλαστές ιστοσελίδες, εξ αυτών οι 42 φαίνεται να στήθηκαν αποκλειστικά για να παραπλανήσουν ενδεχόμενους στόχους εντός Ελλάδας), ο Κουκάκης “κολλάει” ένα πρόγραμμα στο κινητό του που ονομάζεται Predator – ένα πρόγραμμα που επιτρέπει την πλήρη παρακολούθησή του.

Tο Inside Story κάνει εκτενές ρεπορταζ στο πρόγραμμα αυτό (αναζητώ το ξεκλείδωτο αρχείο, αν δεν είστε ήδη συνδρομητές στο Inside Story – update, το Inside Story προσφέρει εδώ το ξεκλείδωτο άρθρο και τους ευχαριστώ) και ο Θανάσης Κουκάκης αναγνωρίζει πρόσωπα που τον είχαν απασχολήσει δημοσιογραφικά και στέλνει το κινητό του για έλεγχο.

Έτσι, μαθαίνει πως μόλις δύο μήνες μετά την παύση της παρακολούθησής του από την ΕΥΠ, ξαναγίνεται στόχος πλήρους παρακολούθησης

Το πιο σημαντικό στοιχείο, το αφήνω για το τέλος: Όπως γράφει το Inside story “σύμφωνα με πληροφορίες του inside story πάντως, η Intellexa, που έχει έδρα στην Ελλάδα, πρέπει να ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση για τα συμβόλαια που συνάπτει για την πώληση λογισμικού υποκλοπών στους πελάτες της, που βρίσκονται σε διάφορες χώρες του κόσμου. Άρα το ελληνικό κράτος γνωρίζει εκείνον που έδωσε την εντολή να παρακολουθείται το τηλέφωνο του Κουκάκη.”

Αυτά έχω αποκομίσει από το ρεπορτάζ. Τίποτα από αυτά δεν είναι δική μου πληροφορία, υπεύθυνες είναι οι πηγές που παραθέτω, όπως ακριβώς κάνω κάθε φορά που προσπαθώ να εξηγήσω μία κατάσταση – και την σκέψη που προκύπτει από αυτήν.

Πάμε τώρα στο δεύτερο κομμάτι: Τι οφείλουμε να σκεφτούμε για όλα αυτά.

~

Έναν χρόνο πριν, ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης, καταγγέλλει πως γνωρίζει, μέσα από πηγές που τον πλησίασαν, πως αποτελεί στόχο δολοφονίας. Η δικαιοσύνη κινήθηκε μάλλον αργά, χωρίς να συνδέσει τις τελείες που μοιάζουν ξεκάθαρα συνδεδεμένες (όπως η επίθεση σε αστυνομικούς δύο ατόμων που επέβαιναν σε μοτοσικλέτα κοντά στο σπίτι του δημοσιογράφου).

Αυτή, ήταν μία φυσική δολοφονία – άλλωστε, στην περίπτωση του Καραϊβάζ, για να μην αναφέρω πριν τους Μαυρίκο, που πέθανε γιατί κάηκε το αμάξι του, Χίου που πυροβολήθηκε στο πρόσωπο, και Σωκράτη Γκιόλια που δολοφονήθηκε μπροστά στο σπίτι του, είναι σαφές ότι η δολοφονία ενός δημοσιογράφου δεν είναι πια ανήκουστη ενέργεια.

Όμως, έχουμε και το παράδειγμα των οικονομικών δολοφονιών: Η λίστα Πέτσα, μία εξαιρετικά δύσοσμη διαδικασία δεν ήταν η μόνη που έδειξε ότι το χρήμα κατευθύνεται μόνο σε φίλια μέσα – αφήνοντας κάποιους, εκλεκτικά, να “πεινάσουν”: Μήνες πριν, πάλι ο Βαξεβάνης έκανε επώνυμη καταγγελία ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επηρεάζει ιδιώτες επιχειρηματίες να μην διαφημιστούν στο Documento, ιδιοκτησίας του, προσπαθώντας να προκαλέσει οικονομική ασφυξία. Μια καταγγελία που δεν έχει καν ερευνηθεί, παρότι κατά την γνώμη μου παραμένει εξαιρετικά σοβαρή.

Φυσικές δολοφονίες δημοσιογράφων, και οικονομικές δολοφονίες δημοσιογράφων.

Η τρίτη κατηγορία αποκαλύπτεται σήμερα: είναι οι επαγγελματικές δολοφονίες δημοσιογράφων.

Βλέπετε, κάθε φορά που η κυβέρνηση παρακολουθεί έναν δημοσιογράφο, δεν παρακολουθεί μόνον αυτόν: παρακολουθεί και όποιον μιλάει μαζί του. Με τον τρόπο αυτόν, ηθελημένα ή μη, διαλύει πλήρως το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο ενός δημοσιογράφου, την εχεμύθεια και την ασφάλεια της πηγής του. Όταν και αν χρειαστεί να το κάνει, οφείλει να αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είχε λόγους, ότι οι λόγοι αυτοί ήταν βάσιμοι, και ότι η παρακολούθηση αυτή έφερε απτά, παρουσιάσιμα αποτελέσματα. Αλλιώς, η ζημιά που προκαλείται σε έναν (έντιμο) δημοσιογράφο είναι μη αναστρέψιμη, καθώς η δημοσιογραφική του ηθική, είναι, στην ουσία, το βασικότερο εργαλείο της δουλειάς του.

Σημαντικό παράδειγμα, (για άλλη μία φορά) ο Κώστας Βαξεβάνης που προστάτεψε την πηγή του για χρόνια (με εξαιρετικά σημαντικό προσωπικό κόστος) – μέχρι που η ίδια η πηγή του δημιούργησε τις συνθήκες για να οδηγηθεί ο ίδιος κατηγορούμενος, και στην ουσία απέσυρε το δημοσιογραφικο του απόρρητο.

Θυμίζω τις έντονες, εντονότατες προσπάθειες (που δεν έχουν σταματήσει ακόμα) αυτής της κυβέρνησης σε κάθε επίπεδο, ακόμα και κατηγορουμένων(!) κυβερνητικών στελεχών της υπόθεσης Novartis να απειλεί πως θα “βγάλει τις μάσκες από τους προστατευόμενους μάρτυρες” συνθλίβοντας ένα πολυτιμότατο μέσο που έχουμε για να ανακαλύπτουμε την αλήθεια όταν αυτή κρύβεται πίσω από τον φόβο και τον κίνδυνο που προκαλούν οι ένοχοι.

Μετά την οικονομική και την φυσική δολοφονία συναδέλφων τους, ο Θανάσης Κουκάκης και ο Σταύρος Μαλιχούδης δολοφονήθηκαν επαγγελματικά.

Εφόσον το κράτος όχι μόνο δεν μπορεί να τους προστατέψει (όπως οφείλει να κάνει για κάθε πολίτη) το απόρρητο των επικοινωνιών του, αλλά επιπλέον το ίδιο, χωρίς καμία απολύτως λογικοφανή δικαιολογία, το καταστρατηγεί, οι δύο δημοσιογράφοι είναι απολύτως έκθετοι – χωρίς να έχουν καμία ευθύνη γι’ αυτό, χωρίς να έχουν κάνει κανένα λάθος (εκτός από το να αναζητούν την αλήθεια) – απέναντι στις προηγούμενες αλλά και στις μελλοντικές πηγές τους.

Αντιλαμβάνεστε πόσο σκληρό είναι αυτό για την δημοσιογραφία; Αν επιτεθείς σε έναν δημοσιογράφο οικονομικά, το μήνυμα είναι πως “αν πας κόντρα στα σχέδιά μας, αν αποκαλύψεις την αλήθεια, θα σε καταστρέψουμε”. Είναι ένα μήνυμα προς τον ίδιο, να φοβηθεί εκείνος. Αν δεν υποκύψει, και τον σκοτώσεις το μήνυμα είναι στους υπόλοιπους δημοσιογράφους που θα σκεφτούν την ενημέρωση του κοινού τους: “Αν δεν κάνετε πίσω, θα έχετε την τύχη του”. Είναι ένα μήνυμα όχι πια προς τον ίδιο, έχει πεθάνει, μα προς τους συναδέλφους του.

Αν όμως παρακολουθείς έναν δημοσιογράφο, αν λυσσάς να βγάλεις “τις κουκούλες” από προστατευόμενους μάρτυρες, τότε το μήνυμα δεν είναι πια προς τους δημοσιογράφους, αλλά προς όλους εμάς:

“Αν μιλήσεις, ακόμα και στον πιο έντιμο δημοσιογράφο, αν αποκαλύψεις την αλήθεια, εμείς θα το μάθουμε. Θα αλλαξουμε νόμους, για να προστατευτούμε. Θα προστατέψουμε τους φίλους μας. Δεν σε σώζει τίποτα.”

Αυτή η πράξη, σκοτώνει πλέον την δημοσιογραφία, όχι πια μόνο τους δημοσιογράφους. Η επίθεση αυτή τους εξισώνει ως επικίνδυνους, κάνοντας την προσωπική τους ηθική (πλασμένη με ασύλληπτο προσωπικό κόστος, κάθε φορά) απολύτως άνευ σημασίας.

Όχι μόνο αυτό, αλλά, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, ο δημοσιογραφικός κλάδος παρακολουθεί κατά γενική ομολογία σιωπηρά τις εξελίξεις. Η ησυχία τους είναι ενοχλητικά εκωφαντική, για όποιον έχει τα αυτιά να ακούσει.

Η παρακολούθηση των δημοσιογράφων, όπως και η επίθεση στους μάρτυρες, δημιουργεί ένα καθεστώς φόβου στους πολίτες πλέον.

Η τρίτη δολοφονία, είναι ένα μήνυμα για εμάς. Ο εχθρός είμαστε εμείς.

Το θύμα της τρίτης μορφής δημοσιογραφικής δολοφονίας, είμαστε εμείς.

Η δημοσιογράφος και μέλος της ΕΣΗΕΑ Μαρίνα Βήχου πραγματοποιεί, μπροστά από το κτήριο της ΕΣΗΕΑ μία διαμαρτυρία με την μορφή της απεργίας πείνας, για την κατάσταση που βρίσκεται αυτήν την στιγμή η δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

Αντιγράφω από το facebook:

Παρέμβαση στο ΔΣ της ΕΣΗΕΑ.

Παρέμβαση με αφορμή την έναρξη απεργίας πείνας έξω από τα γραφεία της ΕΣΗΕΑ έκανα σήμερα.

Στην παρέμβασή μου αφού τοποθετήθηκα σχετικά με τους λογους που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση και κυρίως την καθημερινή κατάφωρη παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ζήτησα:

– Την δημιουργία Παρατηρητηρίου καθημερινής καταγραφής των περιστατικών παραβίασης του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, προκειμένου Το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ να εκδίδει άμεσα ανακοινώσεις.

– Την ενημέρωση εκ μέρους του ΔΣ όλων των επαγγελματιών του κλάδου αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον Κώδικα.

– Να θέσει η ΕΣΗΕΑ άμεσα το αίτημα η ΕΡΤ και το ΑΠΕ να τεθούν κάτω από έλεγχο διακομματικής επιτροπής.

– Να απαιτήσει οι ενημερώσεις από την Επιτροπή των Λοιμωξιολογων και τον κ. Χαρδαλιά να γίνονται μέσω τηλεδιάσκεψης με συμμετοχή των δημοσιογράφων και όχι με ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί πριν την ενημέρωση.

– Να απαιτηθεί από την ΕΣΗΕΑ να ασκηθεί έρευνα για το κατά πόσο ο έγκλειστος για συμμετοχή στην ηγεσία της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή Ηλίας Κασιδιάρης έχει δικαίωμα να ηχογραφεί μηνύματα σε διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης μέσα από τις φυλακές του Δομοκού.

Αναμένω τις απαντήσεις του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ, συνεχίζοντας την απεργία πεινας, γιατί χωρίς Ελεύθερη έκφραση και Ενημέρωση δεν μπορεί να υπάρχει ούτε Δημοκρατία.

Όπως γνωρίζετε πλέον καλά, η θέση μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι δεδομένη, και ως εκ τούτου ήδη κάθε μορφή αντίδρασης είναι έτσι κι αλλιώς πάντα καλοδεχούμενη. Ειδικά όμως αυτή η διαμαρτυρία μου φάνηκε εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για την μορφή της, αλλα κυρίως γιατί γίνεται με έναν ενδιαφέροντα τρόπο: Κάθε ένα απο τα αιτήματα αυτά είναι μεν σημαντικά και συμβολικά, είναι όμως ταυτόχρονα και πρακτικά, έχουν άμεσο αντίκτυπο: Μπορούν να γίνουν, αν η ΕΣΗΕΑ συμφωνεί μαζί τους, χωρίς κόστος – ή να μην γίνουν, αν διαφωνεί, αλλά θα πρέπει να αιτιολογήσει την θέση της.

Αποφάσισα λοιπόν, να κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει: Να φερθώ σε μία δημοσιογράφο που μάχεται για πράγματα που σέβομαι, με τον ανάλογο δημοσιογραφικό σεβασμό που της αξίζει. Πήγα λοιπόν στην ΕΣΗΕΑ, και της ζήτησα να μου δώσει μία συνέντευξη. Αν και η αρχική μου σκέψη ήταν να χρησιμοποιήσω απλώς ως υλικό την συζήτησή μας για να διατυπώσω τις δικές μου απόψεις, άλλαξα γνώμη και αποφάσισα τελικά να αφήσω τα φώτα της δημοσιότητας στην δική της γνώμη και άποψη, και εγώ να κριθώ αποκλειστικά από τις ερωτήσεις που της έθεσα.

~

Από ότι είδα, είχατε δουλέψει για το ΑΠΕ, στο παρελθόν. Πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ, από τον καιρό που είχατε δουλέψει εσείς εκεί; Η εικόνα που έχουμε εμείς, σαν πολίτες, είναι ότι το ΑΠΕ είναι πάντα κρατικά ελεγχόμενο, και εξ αυτού βγαίνουν και τα άρθρα ή εν πάση περιπτώσει ο,τι άλλο επικοινωνείται. Η εικόνα που έχω σαν Γιάννης είναι ότι έχει αλλάξει πολύ, αυτό το τελευταίο χρονικό διάστημα. Για εσάς, πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ;

Συμφωνώ απόλυτα με την δική σας τοποθέτηση, πάντα βέβαια οι κυβερνήσεις, επειδή ακριβώς το ΑΠΕ είναι ένα κατά το 51% -αν δεν κάνω λάθος- ελεγχόμενο από το κράτος πρακτορείο ειδήσεων όσο αφορά την χρηματοδότηση τουλάχιστον, πάντοτε υπήρχε μία σκιώδης παρέμβαση. Αλλά νομίζω ότι ποτέ δεν ήτανε στο επίπεδο που έχει φτάσει αυτήν την στιγμή.

Εγώ μπορώ να σας φέρω και ένα παράδειγμα: Κάποτε από το ΑΠΕ μου ζητήσανε να καλύψω την συνέντευξη ενός Ισραηλινού Υπουργού. Στην πορεία έμαθα εγώ, πηγαίνοντας εκεί, ότι αυτός ο Ισραηλινός Υπουργός ευθυνότανε για κάποιες γενοκτονίες Παλαιστινίων. Ονόματα αυτήν την στιγμή δεν χρειάζονται…

..δεν έχει σημασία, ναι.

Λοιπόν, τότε μπαίνοντας στην αίθουσα που ήταν, είπα και στους άλλους συναδέλφους, ότι πιστεύω ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από την αίθουσα και να μην τον καλύψουμε καθόλου – και πράγματι οι περισσότεροι βγήκανε, και φύγαμε.

Ομολογώ ότι με πήρε ο προϊστάμενός μου, να μου κάνει κάποια παρατήρηση, αλλά μέχρι εκεί.

Έχω την εντύπωση, ότι αν ήτανε σήμερα, ότι θα με είχε απολύσει.

Πολύ πιο φανερό είναι αυτό που γίνεται, αυτά τα non – όχι τα non papers, απόψεις της κυβέρνησης να περνάνε μέσα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, και έτσι αυτούσιες, χωρίς κανένα ρεπορτάζ κι αυτά, να μεταδίδονται από τα μέσα εθνικής εμβέλειας.

Σωστά, γιατί η δουλειά του είναι να μοιράζει υλικό…

…να μοιράζει υλικό αλλά…

…όχι δημοσιογραφία απαραιτήτως…

…ακριβώς, οι άλλοι οφείλουνε να κάνουνε ρεπορτάζ. Που δεν κάνουνε.

Αυτό ήταν ένα θέμα στις θέσεις σας που διάβασα: Λέτε ότι θα θέλατε η ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει ξανά -γιατί προφανώς δεν θα τους είναι πρωτάκουστο όλο αυτό- τους κανόνες της δημοσιογραφίας. Η ερώτησή μου είναι, υπάρχει έλλειμα γνώσης; Πιο σωστά: η γνώση είναι το πρόβλημα;

Όχι, σίγουρα δεν είναι, αλλά εάν η ΕΣΗΕΑ αντιληφθεί ότι οφείλει να το κάνει αυτό, τότε θα είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο βήμα. Νομίζω ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν το ‘χουνε μελετήσει, κι εγώ πρόσφατα μελέτησα τον κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, και ομολογώ ότι εξεπλάγην, ότι είναι ένα εξαιρετικό βρίσκω κείμενο.

Είναι γραμμένο σε μια παλιά εποχή, ήταν άλλο πράγμα η δημοσιογραφία τότε, ακόμα και από ανθρώπους που δεν θα συμπαθούσαμε δημοσιογραφικά, υπήρχε ένα διαφορετικό ήθος, δημοσιογραφικό.

Δηλαδή αν κανείς στεκόταν στο γράμμα του νόμου του κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα είχαμε μία εντελώς άλλου επιπέδου δημοσιογραφία στην Ελλάδα – οπότε, εάν δεν πάει η ΕΣΗΕΑ, θα θελα αυτό να το επισημάνω, εάν δεν πάει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει τους συναδέλφους στους διάφορους χώρους δουλειάς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, αφήνει, ένα κενό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα, κάποια άλλη παράταξη, κάποια άλλη πρωτοβουλία, να αναλάβει και να κάνει αυτήν την ενημέρωση.

Οπότε είναι συμβολικότερο αυτό σαν αίτημα, όχι «ενημερώστε τους γιατί θα αλλάξει κάτι», αλλά «αν δεν το κάνετε εσείς, θα το κάνει κάποιος άλλος, θα έπρεπε να γίνει».

Ουσιαστικό είναι, δηλαδή πρέπει οι δημοσιογράφοι να είναι ενήμεροι για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, για να σας το πω έτσι. Κανονικά, αυτήν την ευθύνη θα έπρεπε να την έχει το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ. Αν δεν το αναλάβει η ΕΣΕΗΑ, είναι βέβαιο ότι κάποιος άλλος θα εμφανιστεί να το αναλάβει.

Για το ΑΠΕ και την διακομματική επιτροπή, θα έπρεπε – πρόσφατα είχε τεθεί σαν αίτημα, και από ανθρώπους που δεν το κάνανε, θέλω να πω η προηγούμενη κυβέρνηση είναι πολύ ευχάριστο που το κάνει τώρα, θα ήταν πιο φρόνιμο να το κάνει τότε.

Εσείς, πως οδηγείστε σ’ αυτό, τι είναι αυτό που σας ιντρίγκαρε και είπατε «ως εδώ, θεωρώ ότι πρέπει να βρω έναν τρόπο να ακουστώ» – κατ’ αρχάς, έχουν εμφανιστεί συνάδελφοί σας, να σας ρωτήσουν γι’ αυτό που κάνετε σήμερα;

Όχι, δεν έχουν εμφανιστεί αλλά έχω πάρει πάρα πολλά «μπράβο» και like αυτην την στιγμή – να σας πω κάτι, είναι για μένα η μεγαλύτερη χαρά μου αυτήν την ώρα. Είναι στήριξη, ηθική στήριξη.

Πως οδηγηθήκατε εδώ, ποια ήταν η σκέψη που είπατε «ως εδώ»;

Είναι ίσως μια προσωπική ιστορία, είχα την τύχη να έχω έναν θείο, ήταν ένας πάρα πολύ φωτισμένος άνθρωπος. Αστος δημοκράτης, καθηγητής πανεπιστημίου του οικογενειακού δικαίου, Γεώργιος Κουμάντος το όνομά του. Πρόσφατα, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο που μου είχε χαρίσει, με τίτλο «Στόχος η Δημοκρατία«, το οποίο είναι ένας ύμνος προς την δημοκρατία, το δημοκρατικό πολίτευμα όπως θα ‘πρεπε να είναι, το ιδανικό δημοκρατικό πολίτευμα.

Και τον θεωρώ φωτισμένο, διότι έναν άνθρωπο τον οποίο η δικτατορία απέλυσε από την δουλειά του – δηλαδή είχε το σθένος να εναντιωθεί στην δικτατορία τον απέλυσαν, τον εξορίσανε, σημαίνει ότι είχε…

…είχε λόγο και τιμή έκφρασης…

…ναι ακριβώς. Και μέσα στο βιβλίο αυτό, αναφέρεται σε διάφορα θέματα που σχετίζονται με την δημοκρατία, αναφέρεται βέβαια και στο θέμα της ενημέρωσης, της έκφρασης, της γνώσης, το πόσο σημαντικό είναι για τους ανθρώπους να έχουν την ελευθερία στην γνώση, για να μπορούν μετά να αποφασίζουν και για την μοίρα τους. Αυτό το βιβλίο έπαιξε νομίζω έναν καθοριστικό ρόλο να μου ξυπνήσει μέσα και σε μένα το συνειδησιακό, δηλαδή ότι φτάνει κάποια στιγμή σε όλους μας, όχι, ίσως όχι σε όλους, που λες αυτό το «ως εδώ», δηλαδή «εγώ τώρα τι κάνω, βλέπω αυτήν την κατάντια», δηλαδή αυτό που είπα και στο ΔΣ σήμερα – τους είπα, ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα εξελίσσεται στο σφουγγαρόπανο που γυαλίζει τα σκαλιά του Μεγάρου Μαξίμου. Κι αυτό είναι ντροπή, δηλαδή δεν το χωράει η συνείδησή μου ότι μπορεί αυτό να γίνεται.

Αυτό λοιπόν, αν θέλετε: Αγανάκτιση, αίσθηση ευθύνης, η συνείδησή μου, αυτά τα πράγματα.

Δηλαδή ήταν αυτό το βιβλίο που άλλαξε τα πράγματα.

Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο.

Αν αυτός το έγραψε, εγώ μπορώ να το μεταφέρω, σαν θέση.

Ναι.

Υπήρχαν συνάδελφοί σας που συμφωνούσαν με αυτές τις σκέψεις, όχι με το αποτέλεσμα της ενέργειας, και μέσα και έξω από το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ;

Δεν χρειάστηκε – ο άνδρας μου είναι βέβαια κι εκείνος συνταξιούχος δημοσιογράφος όπως κι εγώ, και τα συζητήσαμε αυτά τα πράγματα, και όταν του είπα την σκέψη μου γι’ αυτά τα πέντε σημεία, τα βρήκε ότι είναι πολύ λογικά αυτά τα αιτήματα. Νομίζω ότι είναι αιτήματα που λογικά, η πλειοψηφία του κλάδου, των ανθρώπων που είναι έντιμοι, δεν μπορεί να μην συμφωνήσουν.

Κάπου εκεί θέλω να καταλήξω το ερώτημά μου: έχετε μιλήσει με ανθρώπους, του κλάδου σας, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι αυτά τα αιτήματα – εντάξει, αυτά τα αιτήματα από μόνα τους είναι μια αρχή, και για εσάς είναι μια αρχή, ως τέτοια τα αντιμετωπίζετε, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλα μικρότερα ή σημαντικότερα άλλα, σαφώς – υπήρξαν άνθρωποι δίπλα σας οι οποίοι είπανε «είναι πολύ λογικό, ας γίνει».

Υπήρξαν άνθρωποι που να σας είπαν «δεν έχει κανένα νόημα»;

Υπήρξαν άνθρωποι που μου είπανε ότι «μπορεί τελικά να μην κάνεις τίποτα, το ξέρεις, έχεις υπολογίσει όλους τους παράγοντες, το ‘να, τ’ άλλο»… Εγώ ξέρετε σαν άτομο και σαν χαρακτήρας μ’ αρέσει να πέφτω στα βαθιά, δηλαδή αν κάτι το πιστεύω, θα προχωρήσω, και δεν θα σκεφτώ ούτε το κόστος, ούτε το ρίσκο.

Αλλά υπήρξαν, σαφέστατα.

Υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι είπαν δεν αξίζει τον κόπο, ή εν πάση περιπτώσει δεν αλλαζει κάτι.

Ακριβώς, ναι.

Εδώ στοχοποιείται μία κατάσταση για κάποιους ανθρώπους οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν τι δουλειά κάνουν, είτε γνωρίζουν, αλλά την κάνουν λάθος, είτε γνωρίζουν, την κάνουν λάθος, αλλά νομίζουν ότι την κάνουν και σωστά.

Όπως στην αστυνομία, που θα έπρεπε να υπάρχει μία αυτοκάθαρση, και ένας αστυνομικός που χτυπάει έναν πολίτη θα έπρεπε να έχει απέναντί του πρώτα τους τριάντα που είναι γύρω του, έτσι και στην δημοσιογραφία, όταν κάποιος την κακοποιεί (για να το πω ευγενικά) θα έπρεπε να έχει άλλους τόσους, οι οποίοι αντιδρούν.

Έχετε μιλήσει με ανθρώπους που κακοποιούν την δημοσιογραφία, έχετε εικόνα των θέσεών τους; Έχετε φτάσει να τους πείτε «Γιώργο, Βαγγέλη, Κώστα, αυτό που κάνετε δεν είναι δημοσιογραφία, μ’ αυτό που κάνεις δεν τιμάς το επάγγελμα»;

Όχι, δεν έχει τύχει να το κάνω.

Έχετε γνωστούς τέτοιους ανθρώπους αλλά δεν οδηγείστε σ’ αυτές τις συζητήσεις;

Θα σας πω τι μου έχει τύχει στην πορεία, μου έχει τύχει συνάδελφός μου να με καταγγείλει δημόσια μέσα από το κανάλι που δούλευε, ότι εγώ καθοδηγώ το κίνημα κατά των Ελλήνων κλπ. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν κάθεσαι να κουβεντιάσεις, πήγα δικαστικά, το πάλεψα, δηλαδή έτσι έπρεπε να αντιδράσω.

Δεν αναφέρομαι σ’ αυτό, ήταν μία διαμάχη, δεν ήταν μία συζήτηση, δεν θα κέρδιζε κανένα από τα δύο μέρη κάτι. Αναφέρομαι περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, έχετε δεκαπέντε συναδέλφους, εκατό, διακόσιους – αν σας είχε τύχει ποτέ….

Ίσως από μία πλευρά ήμουν τυχερή, από την άποψη ότι εγώ δεν εργάστηκα ποτέ σε τηλεοπτικό κανάλι. Τα χοντρά προβλήματα νομίζω βρίσκονται εκεί. Διότι είναι η ακροαματικότητα κι αυτή που έχουνε τα κανάλια, είναι η εξουσία που δυστυχώς κάποιοι συνάδελφοι νιώθουν και κάνουν κάταχρηση αυτής της εξουσίας, αλλά υπάρχει και ένας ομερτά στον κλάδο, ένας ιδιότυπος ομερτά. Εγω ήμουν τυχερή διότι δεν βρέθηκα σε τέτοιο πόστο, που να ‘χω καραμπινάτες περιπτώσεις, που πιστεύω ότι αν είχα θα έβγαινα – αλλά δεν είχα.

Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία, έχοντας βγάλει έξω το θέμα της οικονομικής της διάστασης; Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία όταν ο πελάτης, που πληρώνει, δεν είναι αυτός που την αγοράζει, είναι αυτός που την συντηρεί; Δεν λέω αν είναι κακό, ή καλό – λέω μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη σας δημοσιογραφία;

Μα γι’ αυτό ακριβώς όμως έχουμε τον κώδικα δεοντολογίας, ώστε να μπορούν οι συνάδελφοι, οι οποίοι υφίστανται την όποια πίεση – γιατί βεβαίως, ο άλλος θα μετρήσει, την οικογένειά του, το πως θα τα βγάζει πέρα κλπ, αλλά γι’ αυτό όμως υπάρχει ο κώδικας δεοντολογίας, και γι’ αυτό υπάρχει και η δυνατότητα, τώρα μάλιστα που είναι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να γίνονται πια καταγγελίες.

Είδατε ο δημοσιογράφος στην Θεσσαλονίκη, που τον απολύσανε από έναν ραδιοφωνικό σταθμό ως αναρχικό, ότι βγήκε αμέσως και το κατήγγειλε κλπ. Άρα νομίζω πλέον ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, η οποία είναι και μία κάπως δικλείδα ασφαλείας προς τους συναδέλφους που υφίστανται τέτοια πίεση, ότι μπορούν δηλαδή να ορθώσουν κάπου το ανάστημά τους και να πουν «εγώ, αυτό θα το καταγγείλω».

Μπορεί να το καταγγείλει. Θα βρει δουλειά; Αυτή την στιγμή τα μέσα, ο τύπος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, έχουνε πολύ ξεκάθαρες πηγές χρηματοδότησης, γιατί δεν είναι η αγορά του προϊόντος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν είναι σίγουρα, γιατί δεν είναι συνδρομητικά, απο την εφημερίδα είναι πολύ χαμηλά οι πωλήσεις, είναι μόνο οι επιχειρήσεις (που διαφημίζονται), και το κράτος όπου αυτό παρεμβαίνει, και δίνει κάποιες στηρίξεις κλπ.

Κάποτε, ήταν η εποχή των CD και των βιβλίων που έλεγαν τουλάχιστον θα πουληθούν και 10 χιλιάδες, 20 χιλιάδες φύλλα – εκατό χιλιάδες έδιναν κάποτε το Βήμα και Τα Νέα. Τώρα, το 99% των επιχειρήσεων τύπου, λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Θα βρει δουλειά κάποιος που αντιδρά; Και τι θα πούμε στον δημοσιογράφο, που του λέμε «αντέδρασε, γιατί αυτός είναι ο ρόλος σου μέσα από την σχέση εμπιστοσύνης που έχεις υπογράψει με το κοινό» – αλλά αύριο το πρωι, δεν θα βρει δουλειά.

Είναι ένα δύσκολο ερώτημα, γιατί εκεί έρχεσαι ακριβώς σε σύγκρουση με την συνείδησή σου – ανάμεσα στην ανάγκη και την συνείδηση, τι θα έπιλέξεις, όμως όπως σας είπα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τώρα δίνουν δυνατότητες οι οποίες μπορούν να κάνουν και τα ολιγοπώλεια που έχουμε τέλος πάντων να το σκεφτούν πολύ καλύτερα εάν θα προσωρήσουν στο να απολύσουν αυτόν τον συνάδελφο. Και επίσης έχουμε πια και την κοινωνία, η οποία λειτουργεί σαν ένας να το πω «ενδιάμεσος», δηλαδή αρχίζει η κοινωνία η ελληνική, και βλέπει ότι κάτι δεν είναι φυσιολογικό σ’ όλο αυτό που σκηνικό που γίνεται, και τι κάνει; Κλείνει, πατάει άλλο κουμπί, αλλάζει κανάλι.

Νομίζω θα έχει μέλλον αυτή η εξέλιξη, είδατε ότι αυτήν την στιγμή 30-40-50% περίπου, στα κανάλια εθνικής εμβέλειας έχει πέσει η ακροαματικότητά τους. Είναι η τιμωρία του κόσμου όλο αυτό, και άρα πρέπει και εκείνοι να το σκεφτούν. Αλλάζουν τα δεδομένα, αλλάζουνε πια τα δεδομένα.

Θα έπρεπε αν η πηγή (χρηματοδότησης) θα ήταν ο κόσμος.

Φοβάμαι ότι δεν είναι – θέλω να πω, ένα survivor θα πουλήσει τον τηλεοπτικό χρόνο για να παραμείνει ας πούμε υγιές ένα κανάλι – δεν ήταν ποτέ, γιατί και η σχέση με τις τράπεζες ήταν διαφορετική, είναι τελείως εξαρτημένοι, αλλά τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Θέλω να πω αν ο χρήστης επιλέξει το Youtube, βλέποντας τον Χατζηστεφάνου ας πούμε, ή τους Παρόντες του Αυγερόπουλου, σε μία παράλληλη διαδικασία ενημέρωσης, θα μπορούσε πιθανόν να είναι.

Τι εικόνα έχετε σχηματίσει από τον κόσμο που δεν είναι δημοσιογράφοι; Τους βλέπετε να γράφουν στα μέσα, όχι τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, οι οποίοι εμπλέκονται και σαν επάγγελμα σ’ αυτό, αλλά από αυτούς που δεν είναι, από τους όσους σοβαρούς, – λίγους, πολλούς, δεν έχει σημασία. Καλύπτει ο κόσμος το κενό της δημοσιογραφίας; Δημιουργείται ένα κενό και το καλύπτει ο κόσμος; Θα μας κάνει καλό όλο αυτό, ή θα μας δημιουργήσει πρόβλημα αργότερα γιατί δεν υπάρχουν κάποιες δικλείδες ασφαλείας, τις οποίες θεωρούσαμε δεδομένες κάποτε;

Αυτό το φοβάμαι κι εγώ. Είδατε πως λειτούργησε ας πούμε η ιστορία με την Νέα Σμύρνη, όπου εκεί βγήκε κάποιος κόσμος με τα κινητά του, και σε έναν βαθμό μετατράπηκε σε ένα είδος ρεπόρτερ τέλος πάντων. Όμως θα μπορούσε αυτό να συμβεί και ανάποδα, αυτό δεν ξέρουμε. Και εκεί είναι ένας χώρος που δεν υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας, αυτό είναι που με φοβίζει.

Κάποτε είχαμε τον διευθυντή σύνταξης, που αν είχες εμπιστοσύνη στον ρόλο του, και αν η κοινωνία είχε εμπιστοσύνη στον ρόλο του, μπορούσε να σταματήσει κάτι απο το να δημοσιευτεί, για χίλιους λόγους. Δεν ήταν πάντα κακοί αυτοί οι λόγοι, έστω κι αν ήταν μία μορφή άσκησης εξουσίας. Τότε ο δημοσιογράφος δεν είχε τρόπο (να αντιδράσει)- τώρα έχει.

Η ΕΣΗΕΑ, και κλείνω μ’ αυτό: Θα έπρεπε να έχει λόγο στα οικονομικά των εταιριών που παράγουν δημοσιογραφία;

Η Βουλή πιστεύω θα έπρεπε να έχει λόγο. Η Βουλή, σε μία διαδικασία ελέγχου. Βρίσκω ότι η ΕΣΗΕΑ να κάνει έλεγχο στα οικονομικά, είναι δύσκολο. Αλλά η Βουλή, θα έπρεπε.

Οι εταιρίες τύπου, και χρησιμοποιώ πολύ συγκεκριμένα αυτόν τον όρο, είναι υπόλογες για τα χρηματοδοτικά τους στην ΕΣΗΕΑ, δηλαδή πληρώνουν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα κλπ, υπάρχει ήδη μία σχέση, γι’ αυτό το αναφέρω.

Υπάρχει, αλλά νομίζω δεν έχει τα εργαλεία εκείνα η ΕΣΗΕΑ να κάνει αυτόν τον έλεγχο, ενώ η Βουλή θεωρώ ότι έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες.

Και θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως ελεγκτή ενός άτυπου πόθεν έσχες, για το πως βγαίνει (οικονομικά) μία εφημερίδα, για το πως βγαίνει ένα κανάλι.

Κοιτάξτε, όταν οι δημοσιογράφοι είναι και στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν και θέσεις σ’ αυτά τα μέσα, είναι σαν να έχουμε σύγκρουση συμφερόντων. Θα μου πείτε με τους πολιτικούς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ίσως όχι στον ίδιο βαθμό.

Δεν το ‘χω σκεφτεί, δηλαδή μου βάζετε τώρα ένα ερώτημα που ομολογώ δεν το έχω σκεφτεί, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή που να κάνει αυτον τον έλεγχο, σκέφτομαι, τώρα, που το θέτετε, γιατί και με τους πολιτικούς υπάρχουνε συμφέροντα. Ναι, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή, που να είναι αρχή σχετική με οικονομική διαύγεια, δεν ξέρω…

Υπάρχει άλλη μία αρχή η οποία ελέγχει υποτίθεται το τηλεοπτικό τοπίο, το ΕΣΡ, η οποία επίσης είναι πολυκομματική, και ταυτοχρόνως, εγώ έχω την αίσθηση, εσείς θα συμφωνήσετε ή θα διαφωνήσετε είναι σχεδόν άχρηστη. Είναι εν υπνώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Δυστυχώς.

Αυτό είναι επίσης ένα πρόβλημα ελέγχου της δημοσιογραφίας του τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού τοπίου. Ούτε αυτό φάνηκε αρκετό, τελικά.

Ναι. Τι να σας πω – είναι και θέμα των ενεργών δημοσιογράφων… Δηλαδή έχουμε φοβάμαι τώρα πέσει και σας το θέτω γενικά σαν κοινωνία, φοβάμαι, όλη η κατάσταση έναν χρόνο τώρα, που έχει δημιουργήσει στον κόσμο πολλά προβλήματα, που άπτονται της οικονομικής του κατάστασης, της ψυχολογικής του, της οικογενειακής πολλές φορές, ότι έχει κάνει τον κόσμο να πέσει, να έχει βυθιστεί σε μία αδυναμία, δηλαδή ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Και ήθελα και αυτό το πράγμα κάπως, με αυτήν την ενέργεια κάπως να το σπάσω.

Οτι μπορεί να γίνει τουλάχιστον η διαμαρτυρία. Αν όχι να αλλάξει, τουλάχιστον να είναι σαφές ότι κάποιος διαμαρτύρεται γι’ αυτό, ότι δεν είναι καλά τα πράγματα, ότι ο βασιλιάς δεν είναι ντυμένος, όσο και αν κοροιδεύουμε ότι δεν είναι (έτσι).

Αλλά ξέρετε, και η πίεση πια ασκείται – γι αυτό σας είπα αλλάζει το τοπίο, γιατί ασκείται πια και μία έντονη πίεση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που μέχρι στιγμής κατά κύρίο λόγο θα έλεγα ότι θα είναι σε μία θετική κατεύθυνση αυτή η πίεση που ασκείται, μπορεί να αλλάξει όμως.

Είναι ένα όπλο, το πως χρησιμοποιείται αυτό το όπλο είναι κάθε φορά στα χέρια…

…το είδαμε και στην Αμερική.

Ναι, ακριβώς. Λειτούργησε με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Και κλείνω μ’ αυτό: Οι πολίτες, γιατί τελικά πάντα σ’ αυτούς καταλήγουμε. Αυτούς καλείται να υπερασπιστεί η δημοσιογραφία, αυτοί είναι η πραγματικοί της εντολοδόχοι. Ξέρουν τι δημοσιογραφία θέλουν; Θέλουν την δημοσιογραφία που θα έπρεπε;

Κοιτάξτε, δεν είναι όλοι οι πολίτες το ίδιο, δεν μπορούνε να μπούνε στο ίδιο καλούπι, σίγουρα δεν μπορούνε.

Μία γενική αίσθηση θέλω. Θέλω να πω έχουμε χίλιους, δύο χιλιάδες ανθρώπους μέσα στο μετρό, να φωνάζουν «αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι». Αυτό το έχουμε – δηλαδή ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, ή ακόμα κι αν το χρεώνουμε σε άλλους και όχι σε «εμας», συμβαίνει, είναι υπαρκτό γεγονός. Και αυτό κάπου θα οδηγήσει, θα γεννήσει κάτι άλλο, είτε απαξίωση, είτε μια καινούργια κατάσταση. Έχουμε εκπαιδεύσει τους πολίτες, να ζητούν την σωστή δημοσιογραφία;

Όχι.

Δηλαδή διαβάζω ότι θέλετε να εκπαιδεύσουμε τους δημοσιογράφους να την παρέχουν, αλλά ένα ζητούμενο είναι να εκπαιδεύσουμε και τους πολίτες – λέω, εγώ.

Αυτό είναι το ιδανικό, να συμφωνήσω απόλυτα σ’ αυτό μαζί σας.

Είναι εφικτό; Κατ’ αρχάς, χρειάζεται; Ή αντίδρασή τους είναι, εκτός από φυσιολογική, και προς την σωστή κατεύθυνση;

Όχι, νομίζω ότι χρειάζεται, γιατί διότι το σύνθημα, το οποίο γενικεύει αυτό, «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» και μας βάζει όλους μέσα στον ίδιο …κουβά πως να το πω, είναι επικίνδυνο. Η ενημέρωση, η αντικειμενική, και πολύπλευρη και ελεύθερη ενημέρωση για μένα είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας. Άρα, αν πάμε εκεί, που δεν ζητάμε μία καλύτερη ενημέρωση αλλά λέμε τίποτα, τίποτα, τότε περνάμε φοβάμαι σε μία εποχή Γερμανίας του μεσοπολέμου. Και ξέρουμε η Γερμανία του μεσοπολέμου τι γέννησε μετά.

Το δεύτερο μέρος δηλαδή από τα αιτήματα που ήταν να ενημερωθεί ο κλάδος, δεν σταματάει σ’ αυτό, είναι μεγαλύτερο γιατί πρέπει να ενημερωθεί και ο κόσμος τι πρέπει να απαιτεί από την δημοσιογραφία, και δεν είμαι βέβαιος ότι το ξέρει. Το αναζητά πιθανόν, όπως ένα παιδί αναζητά το γάλα, αλλά δεν είμαι σίγουρος το ξέρει, τι είναι αυτό που χρειάζεται να έχει.

Είμαστε και σε εποχή που μην ξεχνάτε λειτουργεί πολύ το θυμικό, και λιγότερο η λογική, βάζουμε κάτω τα πράγματα, και λέμε «ναι ρε παιδί μου, αυτός ο δημοσιογράφος κάνει σωστή δουλειά, ο άλλος κάνει μέτρια, ο άλλος είναι άχρηστος». Δεν υπάρχει εύκολο αυτό το κριτήριο – σε ένα κομμάτι μπορεί να έχει να κάνει και με την μόρφωση, με τα βιώματα…

Ναι, χρειάζεται όμως εκπαίδευση, σίγουρα μία εκπαίδευση, και μάλιστα που θα έπρεπε να ξεκινάει από τα σχολεία, να μάθουμε την κριτική σκέψη, δεν έχουμε σ’ αυτήν την χώρα κριτική σκέψη.

Εγώ ξέρετε έχω δουλέψει 10 χρόνια για την ελληνική υπηρεσία του BBC, μας κάνανε σεμινάρια. Μας κάνανε σεμινάρια, όπου, ιδιαίτερα σε εμάς που δουλεύαμε σε βαλκανικές χώρες που ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, λοιπόν, ήταν πάρα πολύ αυστηροί, οτι θα δώσεις και τις δύο πλευρές, του όποιου ζητήματος.

Είναι ένα σχολείο το BBC – όχι ότι δεν έχει κάνει και το BBC, αλλά μακάρι να υπήρχε και στην Ελλάδα, μακάρι, μακάρι η ΕΣΗΕΑ, να διοργάνωνε τέτοιου είδους σεμινάρια, πάνω στο κομμάτι ενημέρωση και δημοκρατία, νομίζω χρειάζονται αυτά τα πράγματα – αλλά χρειάζεται και αφύπνιση και του ίδιου του κλάδου, δηλαδή ο κάθε νέος δημοσιογράφος που μπαίνει να μην νοιάζεται ότι δημοσιογραφία είναι μόνο «παίρνω το μικρόφωνο, γίνομαι γνωστός, γίνομαι φίρμα» κλπ, όχι, δεν είναι.

Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ.

~

Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»

Έστω ότι συμβαίνει ένα γεγονός. Ένα γεγονός που μας επηρεάζει όλους – όχι όπως μας επηρεάζει πχ ένας νόμος, αλλά όπως μας επηρεάζει μία απόφαση εξ ονόματί μας, διαφωνούμε μ’ αυτήν, και θέλουμε κάπως να διαχωρίσουμε την θέση μας.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Έστω, ότι κάθε ένας που διαφωνεί, που αντιδρά μ’ αυτήν την απόφαση έχει να αντιμετωπίσει κατηγορίες προσωπικές, άσχετες πλήρως με το θέμα για το οποίο διαφωνεί. Έστω ότι βαφτίζεται κάθε αντίδραση βίαιη, ή φιλοτρομοκρατική, ή ως αναίσθητη απέναντι σε συγκεκριμένους νεκρούς και στις οικογένειές τους.

Έστω ότι τα μεγάλα ΜΜΕ, ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες και ιστοσελίδες επιμένουν να αγνοούν όχι μόνο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά και όταν υποχρεωτικά κάνουν μία αναφορά, την διανθίζουν με τις κατηγορίες και την ρητορική που ανέφερα πιο πάνω.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πως μπορούμε να δείξουμε ποιοι είμαστε, πόσοι είμαστε, πόσοι διαφωνούμε;

Έστω ότι αν γράψεις -έστω γράψεις- το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου ο οποίος βιώνει αυτό το γεγονός σε δημόσιο μέσο, κινδυνεύεις να δεχτείς αποκλεισμό είτε της αναφοράς σου, είτε της παρουσίας σου συνολικά για μέρες ή και μήνα ακόμα. Χωρίς να έχεις προσβάλλει κανέναν, χωρίς να έχεις υποστηρίξει το ένα ή το άλλο – και μόνο με το ονοματεπώνυμο.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις προσωπικές κατηγορίες όπως «είσαι φίλος της τρομοκρατίας», «υπερασπίζεσαι τον τρομοκράτη», «φίλος των ακροαριστερών, των αντιεξουσιαστών, των αναρχικών», όταν μπλοκάρεσαι αυτόματα από το μόνο μέσο που μπορείς να μιλήσεις και μόνο που αναφέρεις ένα όνομα – ανεξαρτήτως περιεχομένου, τι άλλον τρόπο έχεις να αντιδράσεις;

Διαφωνείς. Ε, και; Ποιος το ξέρει;

~

Μόλις εχθές, μία ενέργεια που έγινε στο facebook με έκανε να αναθαρρήσω για την ποιότητα των συμπολιτών μου, και να ελπίζω, ακόμα, ότι κάτι τελικά μπορεί να αλλάξει.

Χιλιάδες άνθρωποι, μαζικά, άφησαν ένα σχόλιο στο τελευταίο άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας στο facebook. Το αίτημά τους ήταν πως η ΠτΔ οφείλει να πάρει θέση στην διαμάχη για την κυβερνητική άρνηση στο αίτημα για μεταγωγή του καταδικασμένου για τρομοκρατία και δολοφονίες Δημήτρη Κουφοντίνα (το καλό με το να έχεις δικό σου blog, κανείς δεν μπορεί αυτόματα να σε λογοκρίνει επειδή ανέφερες απλώς ένα όνομα) στον Κορυδαλλο, και την ως διαμαρτυρία απεργία πείνας του κρατούμενου που τον οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, ή θάνατο.

Τα περισσότερα αν όχι όλα τα μηνύματα διάβασα εγώ (και διάβασα ΠΟΛΛΑ), είχαν μία ευπρέπεια και ένα ήθος που σπανίζει στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς επικοινωνούσαν με την ΠτΔ που εξ θέσεως δεν έχει αρμοδιότητες για το ζητούμενο θέμα (αν εξαιρέσει κανείς πιθανή άρνησή της να υπογράψει τον νόμο που στερούσε, φωτογραφικά λέει η δικηγόρος του, την δυνατότητα σε τρομοκράτες να εκτίουν την φυλάκισή τους σε αγροτικές φυλακές – αλλά δεν έχω αρκετές γνώσεις για κρίνω την αντισυνταγματικότητά του και/ή την δυνατότητα παρέμβασής της), και το αίτημα ήταν, απλώς, να πάρει δημόσια θέση στο ζήτημα αυτό, πριν ο ασθενής πλέον κρατούμενος καταλήξει. Όταν δε, οι αρχικοί σχολιαστές είδαν τα μηνύματά τους να εξαφανίζονται από την σελίδα, επανήλθαν και πολλαπλασιάστηκαν μάλιστα, διατηρώντας, παρά τις διαμαρτυρίες τους, έναν κόσμιο λόγο.

Όπως το βλέπω εγώ, ήταν μία κορυφαία στιγμή δημοκρατίας.

Οι αποκλεισμένοι από τον δημόσιο λόγο συμπολίτες μας, επώνυμα κατα βάση (καθώς το facebook είναι πολύ αυστηρότερο στην «ανωνυμία» από ότι πχ το twitter), ευπρεπώς σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, δημόσια και κατά χιλιάδες, ζήτησαν από την ΠτΔ να παρέμβει με την θέση της.

Προφανώς η ΠτΔ δεν μπορεί θεσμικά να αλλάξει κάτι πια – είναι προφανές αυτό. Μία δήλωσή της όμως, θα κατέρριπτε κάθε φαιδρό και έωλο επιχείρημα όπως «υποστηρικτές της βίας και της τρομοκρατίας» με το οποίο στολίζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι, και θα έμενε χώρος μόνο για σοβαρή συζήτηση, και καθαρά επιχειρήματα.

Η γνώμη μου είναι, ότι ζήσαμε μία ψηφιακή πλατεία Συντάγματος.

Μοιάζει υπερβολικό, το καταλαβαίνω, αλλά θεωρώ ότι οι κινητήριες γραμμές είναι οι ίδιες. Δημοκρατία, Δικαιοσύνη. Οι πολίτες που φέρουν το στίγμα της αποδοχής της τρομοκρατίας, ακουμπούν στον πρώτο πολίτη της δημοκρατίας, ευπρεπώς, την αγωνία και τις ελπίδες τους για να είναι δίπλα τους, έστω με μία δήλωση, έστω και μόνο για την επόμενη μέρα όπου νιώθουν ότι θα χρεωθούν αυτό που αισθάνονται ότι είναι μία κρατική δολοφονία.

Αν δεν είναι αυτό, από μόνο του, δείγμα στήριξης της δημοκρατίας, τι είναι;

Δεν τρέφω ελπίδες για την παρέμβαση της κ. Σακελλαροπουλου – δεν είναι καν αυτό το δικό μου ζητούμενο, αν με ρωτήσετε. Αν πιστεύει ότι οφείλει, ας παρέμβει. Αν πιστεύει ότι δεν οφείλει, ότι δεν πρέπει, ας μείνει σιωπηλή. Αν θέλει να στηρίξει τον Κουφοντίνα στο αίτημά του (σταματήστε ένα λεπτό, και σκεφτείτε το, δεν θα ήταν μία μοναδική στιγμή;) ας το κάνει, αν θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση, ας κάνει αυτό.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη, και θα κριθεί από τις πράξεις και τις απραξίες του – όπως άλλωστε (ειδικά σ’ αυτόν τον θεσμό) έγινε πολλάκις στο παρελθόν.

Όπως όμως σε κάθε διαδήλωση, όπως σε κάθε διαμαρτυρία, σε κάθε επανάσταση, έχει μεγάλη σημασία να ζητάς. Αν θα πετύχεις είναι ένα επόμενο βήμα, και δεν εξαρτάται καθόλου από εσένα.

Σημασία έχει να ζητάς, να μιλάς, να εκφράζεις την γνώμη σου.

Η νίκη δεν ήρθε επειδή μπορεί να πιεστεί η ΠτΔ να πάρει θέση – ούτε καν αν θα το κάνει τελικά. 

Η νίκη ήρθε επειδή κοιτάξαμε με δέος ο ένας το comment του άλλου, διαβάσαμε ευγενικά και αγωνιώδη μηνύματα, είδαμε υποστηρικτές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας δίπλα μας, και ήταν σαν να κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στα μάτια. 

Εκμεταλλευτήκαμε αυτήν την ελάχιστη, μικρή χαραμάδα που μας δόθηκε, με αξιοπρέπεια και πίστη στον σκοπό και τον αγώνα μας. 

Μπορεί να μην ξαναγίνει, μπορεί την επόμενη φορά να μην είναι τόσο αγνό, ή τόσο ακηδεμόνευτο, αλλά αυτή η ψηφιακή στιγμή είναι δική μας, μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν, για την φορά που είπαμε «όχι στο όνομά μου» με θάρρος περισσότερο από όσο δικαιολογεί αυτός ο παράλογος κόσμος μας και με ευπρέπεια μεγαλύτερη των προσδοκιών μας.

Αυτό το υπογεγραμμένο σχόλιο, ήταν εκκωφαντική κραυγή, μία αναπάντεχη ηλιαχτίδα ελευθερίας, και ελπίζω να ζεστάνει λίγο τις ανέλπιδες καρδιές μας, ότι είμαστε αρκετοί, ότι μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Με κάτι τόσο ελάχιστο, και όμως, τόσο ουσιώδες:

Click, and share your comment.

Θα πιάσω άλλο ένα θέμα για το οποίο δεν ξέρω πολλά, δεν είμαι ειδικός, οπότε θα τα πω όπως τα σκέφτομαι.

Ένας τρομοκράτης-δολοφόνος, καταδικάζεται για τις πράξεις του, και φυλακίζεται.

Δεν ξέρω αν είναι αρκετό για όλους αυτό – για κάποιους, όπως πχ τις οικογένειες των δολοφονηθέντων, δεν είναι. Δεν λέω ότι θα έπρεπε να είναι, καν. Όμως είναι-δεν είναι αρκετό, ο δολοφόνος τρομοκράτης φυλακίζεται, για όσο διάστημα και με όποιους τρόπους ορίζει ο νόμος.

Ο τρομοκράτης δολοφόνος, ζητά άδειες – και, τελικά, με τα πολλά τις παίρνει – όπως παίρνουν όλοι οι κρατούμενοι που δικαιούνται. Πέντε ή έξι νομίζω από αυτές, μέχρι που του διακόπτεται το δικαίωμα, χωρίς ο ίδιος να έχει δώσει κάποια αφορμή γι’ αυτό, ή να έχει παραβεί κάποιον από τους όρους.

Στην συνέχεια, βγαίνει ένας νόμος για τους φυλακισμένους που πιάνει ειδικά τον δολοφόνο τρομοκράτη, το δικαίωμα να εκτίσει την ποινή του στις αγροτικές φυλακές, όπου ήταν κρατούμενος τα τελευταία 2 χρόνια, και όριζε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο αρχικό σωφρονιστικό κατάστημα του Κορυδαλλού. Ακόμα και αυτός ο νόμος όμως καταστρατηγείται, και ο φυλακισμένος δολοφόνος τρομοκράτης μεταφέρεται στις φυλακές Δομοκού, μακρυά από την οικογένειά του, και παραμένει έγκλειστος εκεί.

Ο δολοφόνος τρομοκράτης διαμαρτύρεται – όχι μόνο γιατί ο αρχικός νόμος ήταν φωτογραφικός, αλλά δεν τηρείται ούτε αυτός, ως κρατούμενος έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του, και τελείται μία παρανομία εις βάρος του.

Ο δολοφόνος τρομοκράτης, ως αντίδραση ξεκινά απεργία πείνας.

Ήδη, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ο δολοφόνος τρομοκράτης έχει υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του, και κινδυνεύει αν όχι να πεθάνει, οι βλάβες αυτές να είναι μόνιμες.

Ως εδώ νομίζω ότι τα γράφω σωστά ως περιγραφή του προβλήματος – αλλά αν κάτι δεν έχω καταλάβει σωστά, με διορθώνετε, μπορεί να έχω λάθος.

Πάμε τώρα και στις σκέψεις μου.

~

Είναι τρομερά δύσκολο να αντιπαραθέσεις μία γνώμη όταν απέναντί σου έχεις κάποιον που θέλει να θέσει το ερώτημα διαφορετικά από ότι πρέπει να απαντηθεί αρχικά.

Μιλάμε για έναν κρατούμενο, ή μιλάμε για τον Δημήτρη Κουφοντίνα;

Είμαι αναγκασμένος να μην γράψω το όνομά του στην έναρξη των σκέψεών μου, προσπαθώντας -μάταια- να μη χρειαστεί να απαντήσω στο «Προστατεύεις και υπερασπίζεσαι τον Κουφοντίνα;». Αφαιρώ το προσωπικό στοιχείο, τον άνθρωπο που τα βιώνει όλα αυτά, αυτολογοκρινόμενος για να μην συναντήσω αντιδράσεις, μόνο και μόνο για να συμφωνήσουμε όλο -δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, αναρχικοί- σε μία σταθερά, ότι όλα όσα περιγράφω συμβαίνουν όντως.

Ή πχ εγώ, τρέφω έναν αρχικό σεβασμό κατ’ αρχάς για κάθε απεργία πείνας. Την θεωρώ την υπέρτατη θυσία, αυτήν που δεν σκοτώνει κανέναν άλλον εκτός από τον απεργό, αυτήν που λέει «διαθέτω την ζωή μου ως κοινωνικό κραυγή απόγνωσης ότι έχω δίκιο στο αίτημά μου, και δεν αποδέχομαι τίποτα λιγότερο». 

Αν ο απεργός πείνας είναι ο Κουφοντίνας, ο Μιχαλολιάκος, ένας αγωνιστής ή ο οποιοσδήποτε ανώνυμος άνθρωπος δεν αφαιρεί τον σεβασμό μου στην πράξη της απεργίας πείνας. Αυτό που θα κριθεί μετά, είναι ο λόγος. Εκεί αξίζει να συζητηθεί – για μέρες, όσο χρειαστεί. Για τον λόγο, αν το αίτημα είναι δίκαιο, θα το σκεφτώ κατά περίπτωση. Για αυτή καθ’ αυτήν την πράξη όμως, έχω πάρει θέση.

Και για να είμαστε ξεκάθαροι: αν το αίτημα είναι όντως δίκαιο, όσο πιο ψηλά απευθύνεται, τόσο πιο πολύ ως δολοφονία ορίζεται ο θάνατος του καταγγέλοντος.

~

Θα βοηθούσε αν, εν γνώση μας, αφαιρούσαμε το όνομα; Αν ο Δημήτρης Κουφοντίνας γινόταν «ο γνωστός τρομοκράτης», ή «ο γνωστός δολοφόνος» θα ήμασταν σε θέση να κρίνουμε γενικά αν κάποιος αδικείται ή όχι από τις ενέργειες του Υπουργείου Δικαιοσύνης;

Αν το να μείνουμε στην πράξη κάνει τα πράγματα το ίδιο ή περισσότερα δύσκολα, θα μπορούσαμε να πούμε «ο γνωστός φυλακισμένος». Ό «γνωστός φυλακισμένος» αιτείται να λειτουργήσει ο νόμος ακόμα και για την περίπτωσή του». Θα βοηθούσε αυτό;

Γιατί στο μυαλό μου -και μπορεί να κάνω λάθος, να καταλάβω προσπαθώ- αν είναι ο Κουφοντίνας, ή οποιοσδήποτε άλλος κρατούμενος, δεν θα έπρεπε να παίζει ρόλο. Ίδια δικαιώματα έχουν όλοι – και μέσα στην φυλακή. Ο νόμος ορίζει σε ποια ακριβώς υπάρχει κρίση μίας επιτροπής πχ ανάλογα με τον κρατούμενο και την συμπεριφορά του. Σε όλα τα άλλα, γίνεται ο,τι ορίζει ο νόμος, για όλους.

Δεν είναι έτσι;

Η απάντηση μοιάζει δυσκολότερη κάθε μέρα που περνάει. Ουδεις εισαγγελέας έχει μπει στον κόπο να δει αν οι καταγγελίες του ανθρώπου που αργοπεθαίνει μπροστά στα μάτια μας ευσταθούν ή όχι. Το facebook διαγράφει συζητήσεις για το θέμα λογοκρίνοντας την ενημέρωση των πολιτών. Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δικαστικός η ίδια, κωφεύει εκκωφαντικά σε όλο αυτό.

Όταν συμβαίνουν όλα αυτά, με ποιον να μιλήσεις; Πως να αντιδράσεις; Σε ποιον να στραφείς;

Πως σταματάς μια δολοφονία;

~

Η συζήτηση γίνεται πλέον με όρους «Προστατεύεις και υπερασπίζεσαι τον Κουφοντίνα;» (θεσμικά, όχι σε επίπεδο καφενείου) που παρεκτρέπουν την υπόθεση σε θέμα τρομοκρατίας, και όχι ισονομίας, όπως είναι και το αρχικό ερώτημα.

Συνήθως προσπαθώ τις αγωνίες μου να τις μεταφέρω στους αναγνώστες μου, προσπαθώντας να τους κάνω να δουν που νομίζω πως μας οδηγούν οι επιλογές μας. Αυτήν την φορά όμως, θεωρώ πως είναι μάταιο. 

Αν κάποιος μείνει στο ότι ο κρατούμενος είναι ο Κουφοντίνας, δεν θα φτάσει ποτέ στο επόμενο βήμα. Κάθε προσπάθεια συνεννόησης μπορεί να σταματά στο «ναι, αλλά σκότωσε τόσους αθώους και δεν μετάνιωσε» – και για τον συνομιλητή μου θα είναι αρκετό ως λογικό επιχείρημα, για να μην συνεχιστεί η συζήτηση.

Πιστεύω ειλικρινά πως για τους υπόλοιπους, αν ξεπεράσουμε το ποιος είναι ο φυλακισμένος, γίνεται ξεκάθαρο πως αμέσως μετά ο ορισμός είναι πως «οι νόμοι πρέπει να ισχύουν για όλους» – και με αυτούς τους όρους, ο Κουφοντίνας, εάν τα καταλαβαίνω σωστά, πρέπει να είναι στον Κορυδαλλό, όπως ορίζει ο -έστω φωτογραφικός- νόμος και ζητά ο και ο ίδιος.

Τα πράγματα μοιάζουν απλά, τα στρατόπεδα σκέψης μοιρασμένα, και φοβάμαι ότι δεν χωρούν περιθώρια να αλλάξουν μυαλά εδώ, όσο και αν το πολεμήσω.

~

Όμως υπάρχει μία τελευταία σκέψη εδώ – σχεδόν ως ειρωνεία: Δεν θεωρώ ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει θέση στο αξιακό μου σύστημα. Είμαι ξεκάθαρα απέναντι στον άνθρωπο αυτόν που που τρομοκράτησε δολοφονώντας και προέβαλλε τις ιδέες του ως συλλογικές αποφάσεις του ελληνικού λαού. 

Ταυτόχρονα όμως σκέφτομαι ποια η αξιακή θέση της κοινωνίας μας πλέον, που παρακολουθεί -εντυπωσιακά- αμίλητη έναν άνθρωπο να χάνει την ζωή του καθημερινά, κατηγορώντας την, δίκαια κατ’ εμέ, ότι τον αδικεί.

Ποιός ειναι ο δολοφόνος αυτήν την στιγμή;

Και πως σταματά μια δολοφονία που συντελείται μπροστά μας σε αργή κίνηση;

Μου φαίνεται απίστευτα σουρεαλιστικό ένας τρομοκράτης δολοφόνος να βάζει αποκλειστικά τον εαυτό του σε κίνδυνο για να επικοινωνήσει ότι αδικείται, ενώ το κράτος δικαίου και δημοκρατίας μας να φέρεται εναντίον του ξεκάθαρα φωτογραφικά, κατάφωρα εκδικητικά, και απολύτως -νομίζω- παράνομα.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας κρίθηκε, και καταδικάστηκε για τις απεχθείς πράξεις του.

Πολύ φοβάμαι, πως πιο σύντομα από όσο νομίζουμε, το κράτος μας θα κριθεί και θα καταδικαστεί για τις δικές του.

Και κάθε αίτημα για έλεος τότε, όσο τρομακτικό ακούγεται αυτό, θα πέσει, εξίσου εκδικητικά, στο κενό – καθώς οι μάσκες θα πέσουν, καθώς η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και η αξία της ανθρώπινης ζωής, οι μεγαλύτερες και πιο πολύτιμες αρχές μας, θα έχουν καταπατηθεί τόσο βάναυσα ήδη, πρωτίστως, από εμάς.

Τι θα μας μείνει τότε; Έχοντας απωλέσει πρώτοι εμείς τις αρχές μας, ξεγυμνωμένοι από τα επιχειρήματα τις αριστείας μας, απέναντι στην οργή, δεν θα έχουμε άλλο όπλο άμυνας από την ακόμα πιο τυφλή βία, την ακόμα πιο τυφλή αδικία, τον ακόμα πιο τυφλό φόβο.

Όντας αργά για να ζητήσουμε πια συγγνώμη – και ακόμα πιο αργά για να γίνει δεκτή, το «είσαι με τον Κουφοντίνα, έναν δολοφόνο τρομοκράτη;» δε θα γίνει απλώς ένα βρώμικα ύπουλο και άσχετο ερώτημα, αλλά η ίδια η φύση μας οπαδικά κατευθυνόμενης από άλλους ταυτότητάς μας.
 
Και αυτό που με φοβίζει περισσότερο απ’ όλα, μεταξύ μας, είναι η φριχτή υποψία που μεγαλώνει σιγά-σιγά πως κάποιοι αυτό ακριβώς επιδιώκουν.

Μου ήταν δύσκολο να επιλέξω να κρατήσω αυτόν τον τίτλο μιλώντας για τον Βασίλη Μάγγο, τον αγώνα και τον θάνατό του. Δύσκολο, γιατί αν και όλα ξεκίνησαν από εκεί, και όλα τελικά φαίνεται να καταλήγουν εκεί, δεν θα έπρεπε ίσως να τιτλοφορήσω την ιστορία του με τέτοιον δύσοσμο τίτλο. Φευ, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δυστυχώς, δεν μπορούμε να κάνουμε οτι δεν τα βλέπουμε. Ας ασχοληθούμε λοιπόν μ’ αυτά επιτέλους.

Έναν μήνα πριν, ο Βασίλης Μάγγος, καταγγέλει ότι οι αστυνομικές δυνάμεις στον Βόλο, αφού πρώτα τον χτύπησαν και τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, στην συνέχεια βλέποντας την κατάστασή του τον έδιωξαν, χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες.

ΕΓΩ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΟΣ, ΚΑΤΑΓΓΕΛΩ:

Βρίσκομαι στο νοσοκομείο με 6 ή 7 κατάγματα στα πλευρά και με θλάση στο συκώτι και την χοληδόχο κύστη , χτυπημένος άγρια κ βασανισμένος από τις δυνάμεις καταστολής(ΜΑΤ,ΟΠΚΕ,Ασφάλεια). Υπάρχουν τα σχετικά βίντεο κ φωτογραφίες, οπότε σας δίνω μια μικρή μόνο γεύση του τι έγινε..

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή…

Το Σάββατο, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στη καύση σκουπιδιών από την Lafarge, ενάντια δηλαδή στον καρκίνο και τον θάνατο που πλανάται πάνω από την πόλη μας και το εισπνέουμε όλοι καθημερινά, αφού συνεχως βρωμάει το καμένο πλαστικό στην ατμόσφαιρα της πόλης μας. Κι επειδή βλέπω κάτι ψευτοανακοινωσεις απο τη μεριά της αστυνομίας, που προσπαθούν να βγουν και θύματα(!), παρά τα όσα αίσχη κάνανε και τα χουν καταγράψει ο κόσμος με τα κινητά και τις κάμερές του, μιας και υπάρχει κ ο φακός συγκεκριμένων ρεπόρτερ από συγκεκριμένες φυλλάδες και κανάλια που παίζουν το βρώμικο παιχνίδι της εξουσίας.

Ζήτημα πρώτο, λοιπόν: Ύπηρξε μια «μικρή ομάδα ταραξιών αντιεξουσιαστών» που ήθελε «να χυθεί αίμα αστυνομικών»; Ε, λοιπόν τέτοια ομάδα δεν υπήρξε, το μόνο που υπήρξε ήταν η οργή του κόσμου που θέλησε να μπει στο εργοστάσιο, να κρεμάσει τα πανό του και να διαμαρτυρηθεί και οι «κύριοι» αστυνομικοί παρεμπόδιζαν την είσοδο των διαδηλωτών. Δεν υπολόγισαν όμως πως ο κόσμος έχει απηυδήσει με την κατάσταση αυτή και αν τους μπάτσους τους νοιάζει πιο πολύ το να εκτελούν εντολές απ’ την υγεία τους και από την υγεία όλων των πολιτών, των παιδιών μας και του μέλλοντος αυτής της πόλης, ε κι εμάς δεν μας νοιάζει τότε ποιος θα σταθεί μπροστά μας, θα κάνουμε ότι μπορούμε για να περάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε όπως εμείς, οι χιλιάδες πολίτες, οι κινήσεις και τα εγχειρήματα, συλλογικά αποφασίζουμε.

Και ας μας πουν, λοιπόν, αφού όπως ψευδώς ισχυρίζονται πως τους αφορά το ζήτημα, για ποιο λόγο είναι συνέχεια απέναντι μας στις διαμαρτυρίες μας για την καύση, είτε στο δημαρχείο, είτε στη νομαρχία, είτε προχθές στο ίδιο το εργοστάσιο όπως και σήμερα στη Λάρισα, όπως πάντα και παντού. Επίσης, γιατί φέρνουνε ολόκληρο στρατό στη πόλη μας, όταν τίθεται το ζήτημα αυτό, σε μορφή διαμαρτυρίας; Άρα, καλύτερα να μην μιλάνε για την ελάχιστη μορφή βίας απέναντι στη βία που μας επιβάλουν κάθε μέρα.

Και κάπου εκει, ξεκινάει το όργιο της καταστολής. Πέσανε μερικές μπογιές προς τα ΜΑΤ και προς το εργοστάσιο, άντε και καμιά πέτρα, σας το δίνουμε, και οι «άριστοι» ξεκινήσανε να πετάνε κρότου λάμψης και δακρυγόνα μέσα στο κόσμο, σε μεγάλους ανθρώπους, σε μικρά παιδιά, άντρες, γυναίκες, η καταστολή δεν κάνει διακρίσεις. Με το που δημιουργήθηκε ο αναμενόμενος πανικός, οι προστάτες μας με στολή, ξεκίνησαν να χτυπάνε αδιακρίτως ΟΠΟΙΟΝ/Α βλέπανε μπροστά τους, όπως υπάρχουν και τα σχετικά βίντεο και φωτογραφίες. Αφού επικράτησε χάος, συνέλαβαν κάποιους μετά… «μουσικής» των γκλοπς και αφού έγινε η προσπάθεια από αλληλέγγυο κόσμο να απεγκλωβιστούν από την παραλία όσοι βρίσκονταν εκεί, που κι εκεί συλλάβανε κόσμο που πήγε να βοηθήσει, κι ενω όλα είχαν τελειώσει από πλευράς των διαδηλωτών ξαναξεκίνησαν αναίτια να τρέχουν τον κόσμο και το κορυφαίο? Οι πανέξυπνοι, ρίξανε χημικά έξω από το νοσοκομείο! Αν υπάρχει Όσκαρ ηλιθιότητας και σαδισμού, παρακαλώ όπως το αποδώσετε άμεσα στην ΕΛ.ΑΣ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μαζεύτηκε κόσμος έξω από το αστυνομικό μέγαρο στο Αλιβέρι, απλώς και μόνο για να υποδηλώσει τη παρουσία του και την αλληλεγγύη του προς τα παιδιά που κρατούνταν, ακόμη μία νόμιμη διαμαρτυρία και συγκέντρωση, όπου χτυπήθηκε άσχημα από την αστυνομία για να εκδιωχθούν από που? Από τον δρόμο έξω από το τμήμα! 
Φυσικά, ξέρουμε πως αυτή είναι η γραμμή, είναι μια σύγχρονη χούντα που τη βλέπουμε καθημερινά κυρίως στη πρωτεύουσα κι απλώς τη ζήσαμε και στη πόλη μας.

Κι εδώ, φτάνουμε στην δικιά μου περίπτωση. Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να βγάζουν οι ασφαλίτες το παιδί που είχαν κρατούμενο κι εγώ αντί να τρέξω στο πλήθος, έτρεξα προς το μέρος των μπάτσων να διαμαρτυρηθώ, γιατι έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, με έπνιξε το δίκιο μου, έλεγα από μέσα μου κοίτα να δεις, εμ μας μολύνουν τον αέρα με καρκίνο, εμ μας βαράνε αλύπητα τα τσιράκια τους με τα χημικά, τις κρότου λάμψης και τα γκλοπς, εμ μας τραβολογάνε δέσμιους στα δικαστήρια. Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες.

Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες 
και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου. Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε «κάτω το κεφάλι πούστη», επειδή βογγούσα και έκανα «αααα» απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε «τι α μωρη κραγμένη» και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα. Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. 

Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι. Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: «βλέπεις, τα λες και μόνος σου». Βέβαια, όταν τον ρώτησα τι θα έκανε αν ήταν το παιδί του στη θέση μου, μου απάντησε πως το παιδί του δεν θα ήταν «τέτοιο τσογλάνι να πηγαίνει στις πορείες», άσχετα με το τι ευαγγελίζονται στις ανακοινώσεις τους, για να κανουν επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης… Αν και θεωρώ θετικό το στοιχείο να πηγαίνουν τα παιδιά των αστυνομικών στις πορείες, κατι θα ξέρουν…

Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…

Ξέρω πως η επίθεση εναντίον μου ήταν στοχευμένη. Ξέρω πως δεν τους νοιάζει να βαράνε μπροστά στα μάτια του κόσμου και να κάνουν επίδειξη εξουσίας. Ξέρω πως δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι σε σχέση με τον ρόλο της αστυνομίας, όσα και να αποκαλυφθούν για αυτούς, αφού είναι οι εντολοδόχοι εκτελεστές του κρατικού μηχανισμού. Αλλά αν θεωρούν πως μας φοβίζουν, εκεί κάνουν ένα μεγάλο λάθος: δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, οσους κι από ‘μας αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούνε πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα!!

Ο πατέρας του μιλά στην Εφημερίδα των Συντακτών εκείνες τις ημέρες και καταγγέλλει με την σειρά του:

«Οπως προκύπτει από σχετικό βίντεο που υπάρχει, ο γιος μου πήγε να πει “τι κάνετε” προς τους αστυνομικούς των ΟΠΚΕ και ΜΑΤ που βρίσκονταν έξω από τα δικαστήρια της πόλης. Οι αστυνομικοί πετάχτηκαν από μια απόσταση 10-15 μέτρων μακριά, οπότε ακόμη και να είπε κάτι ο γιος μου δεν το άκουσαν, απλά ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν.

»Επεσαν πάνω του 10 οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι και τον έσπασαν στο ξύλο, κυριολεκτικά. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει 6 ή 7 σπασμένα πλευρά και το συκώτι του έχει πάθει μια μικρή θλάση, γεγονός που μας βάζει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες διότι ταράχτηκε ζωτικό όργανο του οργανισμού του. Ενώ τον χτυπούσαν και τους φώναζε “σταματήστε, δεν μπορώ να πάρω ανάσα”, αυτοί συνέχιζαν. Και δεν είναι αντιγραφή από αυτό που έγινε στην Αμερική, αφού όταν σπάσει κανείς -ακόμη και ραγίσει- ένα πλευρό, δεν μπορεί να αναπνεύσει από τον φοβερό πόνο.

»Αφού του έβαλαν χειροπέδες, τον χτυπούσαν εκεί που πονούσε ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο που τον έβαλαν για να τον πάνε στο Αστυνομικό Τμήμα. Αλλά και μέσα στο Τμήμα επίσης τον χτυπούσαν με σαδισμό και τον βασάνισαν. Το παιδί τούς παρακαλούσε για ένα ποτήρι νερό και τον έβαλαν σε έναν καταψύκτη ο οποίος έτρεχε σταγόνα σταγόνα και προσπαθούσε, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια του, να βάλει τη γλώσσα του να πάρει μια σταγόνα νερό και αυτοί γελούσαν. Πού ζούμε; Τι καταστάσεις είναι αυτές; Σε ποιον αιώνα ζούμε; Σε αυτή τη χώρα που λέγεται χώρα της δημοκρατίας;

»Το ότι τελικά τον άφησαν σημαίνει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν είπε κάτι εναντίον τους και τον άφησαν επειδή δεν υπήρχε κατηγορία. Και, κατά δεύτερον, επειδή τη στιγμή που τον συνέλαβαν έγιναν δικαστές και τον τιμώρησαν. Όταν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί στο Τμήμα σταμάτησαν το σαδιστικό τους έργο και βαρέθηκαν να τον χτυπάνε, ο γιος μου τους άκουσε να λένε “τώρα τι κάνουμε, αν τον κρατήσουμε θα πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο”. Και του έδωσαν μια κλοτσιά και τον πέταξαν έξω.

Όταν ένα αυτοκίνητο χτυπάει κάποιον στον δρόμο και τον εγκαταλείπει, αυτό ονομάζεται εγκατάλειψη θύματος. Αυτοί όχι μόνο τον εγκατέλειψαν, αλλά του έδωσαν και μια κλωτσιά να πάει στο χαντάκι για να μη φανεί το τι έκαναν. Όμως, είναι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας νεαρός να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί από 10 πάνοπλους αστυνομικούς. Δεν είναι ο ρόλος της αστυνομίας αυτός σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Αίσχος!

»Η παραμικρή κίνηση του παιδιού στο αμέσως επόμενο διάστημα, το οποίο ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, μπορεί να είναι και ένας και δύο μήνες, μπορεί να του δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα ζωτικά του όργανα και σε ό,τι αφορά το συκώτι του δεν γνωρίζουμε τι συνέπειες θα έχει αυτό, δηλαδή αν θα κάνει επέμβαση, αν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στην ίδια του τη ζωή. Αυτή τη στιγμή αυτό που προέχει είναι η υγεία του παιδιού. Βεβαίως, σκεφτόμαστε να κινηθούμε και νομικά, έχουμε έρθει σε επαφή με δικηγόρους, είμαστε σε επαφή και με τις κινήσεις του Βόλου, ενώ υπάρχουν και δικηγόροι που ήταν παρόντες στο περιστατικό.

»Πριν από λίγες μέρες ο γιος μου είχε υπογράψει μια σύμβαση για να δουλέψει, να μπορέσει να ζήσει, να έχει τη ζωή στα χέρια του και ήταν χαρούμενος γι’ αυτό. Ποιος θα τον αποκαταστήσει τώρα σε αυτό;».

Έναν μήνα μετά, εχθές, ο Βασίλης Μάγγος βρίσκεται νεκρός έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και, παραδόξως, η ιστορία που ακολουθεί φαίνεται να είναι χειρότερη από αυτήν που προηγήθηκε.

Πλήθος δημοσιευμάτων αναφέρει τον θάνατο του νεαρού. Δημοσιογραφικά, συνδέεται με την καταγγελία του ξυλοδαρμού του, παρότι, επίσημα, κανένα από τα δημοσιεύματα (τουλάχιστον στα μεγάλα μέσα) δεν αναφέρεται άμεσα ως αιτία θανάτου του.

Κατά το μεσημέρι, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, βγάζει αυτήν την ανακοίνωση:

Χάθηκε ένας νέος άνθρωπος 26 χρονών στο Βόλο. Σε ιστοσελίδες και έντυπα που εκφράζουν ή πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο γίνεται προσπάθεια ή ακόμη χειρότερα συνδέεται ευθέως ο θάνατος με προ μηνός καταγγελία του για αστυνομική βία.

Πρόκειται για αθλιότητα, ασύστολο ψέμα, ακόμη μία, ακόμη ένα. Είναι ανεύθυνοι και αδίστακτοι.

Τα αίτια θανάτου θα αποδειχθούν από την νεκροψία-νεκροτομή που έχει διαταχθεί.

Ας αφήσουμε τη μνήμη του παιδιού στην ησυχία του και τους οικείους του στην θλίψη τους

Κάθε γραμμή – κυριολεκτώ, κάθε γραμμή – από αυτήν την ανακοίνωση είναι μία ύβρις.

Αν αναλύσει κανείς το πνεύμα αυτής της ανακοίνωσης (μέσα του Σύριζα συνδέεουν τον θάνατο με τις καταγγελίες και αυτό είναι άθλιο, ένα ακόμα ψέμα, και θα αποδειχθεί στην νεκροψία) θα αντιληφθεί ότι αυτό που πραγματικά συμβαίνει, είναι μία άνευ προηγουμένου εργαλειοποίηση του θανάτου του Βασίλη Μάγγου από το Υπουργείο, για κομματικούς λόγους, χωρίς καμία απολύτως βάση.

Όπως αναφέρει σε έρευνα που έκανε το ThePressProject, τα μεγαλύτερα από τα μέσα που αναφέρθηκαν στον θάνατο του νεαρού, προφανώς δεν πρόσκεινται ούτε εκφράζουν τον Σύριζα:

 Μάλιστα, με μία απλή αναζήτηση, εντοπίζει κανείς αναρτήσεις της ιστοσελίδες του Βήματος που αναφέρει «Νεκρός ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από την ΕΛΑΣ», του Newsit που αναφέρει «Βόλος: Πέθανε ξαφνικά ο 27χρονος που είχε καταγγείλει αστυνομική βία», του ιστότοπου της εφημερίδας Τα Νέα με τίτλο «Πέθανε ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς», του TheToc με «Σάλος στο Βόλο: Νεκρός 27χρονος που είχε καταγγείλει ξυλοδαρμό από αστυνομικούς», του StarChannel με τίτλο «Βόλος: Πέθανε 27χρονος, ο οποίος είχε καταγγείλει αστυνομική βία», καθώς και της HuffingtonPost πως «Πέθανε 26χρονος στον Βόλο που είχε καταγγείλει αστυνομική βία».

Επίσης, ο ίδιος ο Συριζα ΔΕΝ είχε, μέχρι εκείνη την ώρα της ανακοίνωσης του Υπουργείου αναρτήσει ΚΑΜΙΑ δήλωση. Καμία απολύτως, το τσεκαρα και ο ίδιος.

Ούτε μέσα του Συριζα λοιπόν, ή των …αντιεξουσιαστών, ούτε ο ίδιος ο Συριζα. Αν το Υπουργείο δεν είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτήν την ιστορία, δεν θα είχα ασχοληθεί, καθώς πράγματι, πολλοί πίστεψαν πως τα δύο γεγονότα συνδέονται (η καταγγελλία και η κατάληξη), και αυτό θα ήταν μία λογική σύνδεση, μα όντως άδικη πριν εκδοθεί η απόφαση. Υποδεικνύοντας ενόχους όμως, και μάλιστα άδικα, το Υπουργείο (το ίδιο Υπουργείο που θα έπρεπε να είναι ελεγχόμενο για τις καταγγελλίες για τον ξυλοδαρμό, έναν μήνα πριν θυμίζω) ξεκαθάρισε πως τον ενδιαφέρει προτίστως να αποκομίσει πολιτικα οφέλη από τον θάνατο του νεαρού – κάτι επιεικώς απαράδεκτο, σε κάθε ευνομούμενη χώρα.

Η καταγγελία όμως που κάνει το Υπουργείο, είναι πως προσπάθησαν να συνδέσουν τον θάνατο με τον ξυλοδαρμό, κάτι που είναι ψέμα και θα αποδειχθεί στην νεκροψία. …Γιατί είναι ψέμα; γιατί είναι αλητεία; Πως ξέρουν, στο Υπουργείο, τι θα βγάλει η νεκροτομή; Ψέμα θα είναι μόνο αν πράγματι, στην νεκροψία, δεν φανεί ότι άμεση αιτία του θανάτου του είναι ο ξυλοδαρμός. Αυτό, θα το μάθουμε όλοι όταν γίνει αυτή η νεκροτομή – όλοι: το Υπουργείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, τότε μόνο, αν κάποιος είχε πει ότι ο Μάγγος πέθανε από τον ξυλοδαρμό θα αποδειχθεί ψεύτης. Εκτός του ότι κανείς από αυτούς που καταγγέλει το Υπουργείο δεν το είπε, και να το είχε πει, πως μπορεί το υπουργείο να το ξέρει από τώρα προκαταβάλοντας το αποτέλεσμα;

Τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, πολυ γρήγορα. Ο πατέρας του Βασίλη, δηλώνει στο tvxs:

«Εμείς όμως το ψάξαμε και μάθαμε, ότι την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Έτσι μας είπαν. Πήγαμε στον εισαγγελέα και τον ρωτήσαμε ευθέως: Έχει το δικαίωμα η οικογένεια να επιλέξει που θα πάει η σωρός; Του λέμε εμείς το αντέχουμε ψυχολογικά να περιμένουμε μια μέρα, αφού την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Δεν αντέχουμε το οικονομικό κόστος της μεταφοράς στη Θεσσαλονίκη, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους επιλέγουμε τη Λάρισα» συμπληρώνει, περιγράφοντας τον διάλογό του με τον εισαγγελέα.

«Ο εισαγγελέας μας απάντησε πως ναι, έχουμε λόγο ως οικογένεια, αλλά η απόφαση έχει ληφθεί. Ποιος πήρε την απόφαση ρωτήσαμε; Μας κοιτούσε ο εισαγγελέας χωρίς να μιλάει. Δεχτήκατε πιέσεις του είπα. Μας κοιτούσε και δεν μιλούσε, ομολογώντας με τον τρόπο του ότι δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση. Μετά μάθαμε, ότι άλλαξαν τα δεδομένα και στη Λάρισα δεν θα έχει ιατροδικαστή για τις επόμενες 15 ημέρες! Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν;» αναρωτιέται ο Γ. Μάγγος.

Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν; αναρωτιέται ο άνθρωπος. Άδικο έχει;

~

Ο Βασίλης Μάγγος, έναν μήνα πριν, κατήγγειλε όχι μόνο τον ξυλοδαρμό του, αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά της αστυνομίας. Αγνοώ που βρίσκεται η διαδικασία ελέγχου αυτής της υπόθεσης – οι μέχρι τώρα (μη) καταδίκες αστυνομικών σε ανάλογες περιπτώσεις καταγγελιών, δεν με αφήνουν ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Στον θάνατό του, το καταγγελλόμενο υπουργείο εργαλειοποιεί στεγνά και αδυσώπητα σε  μία απίστευτης αθλιότητας ανακοίνωση τον θάνατό του για να χτυπήσει πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος που τώρα έχει κυβερνητικές ευθύνες. 

Όπως έχω ξαναπει στο παρελθόν, αν χρειαστεί να δοκιμάσουμε να βρεθούμε στην θέση του Βασίλη για να αισθανθούμε την αδικία, μάλλον θα χάσουμε το νόημα. Το ζητούμενο δεν είναι να καταγγείλουμε την αστυνομική βία, ή την κυβερνητική αναλγησία επειδή μπορεί να είμαστε εμείς αύριο στην θέση του, αλλά μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αυτός.

Ο Βασίλης Μάγγος, άθελά του, συμμετέχοντας εντελώς τυχαία σε μία διαμαρτυρία για τα σκουπίδια στην πόλη του, αποκάλυψε ένα ολόκληρο κύκλωμα που, δειλά σκουπίδια τον χτυπούν επειδή αντιδρά, αισχρά σκουπίδια τον αφήνουν στον δρόμο παρότι χρειάζεται ιατρική βοήθεια, και γραβατωμένα σκουπίδια αντί να απολογηθούν για τις όποιες ευθύνες τους, εργαλειoποιούν τον ίδιο τον θάνατό του απλώς και μόνο για να αντιπαρατεθούν φθηνά σε πολιτικούς τους αντιπάλους. 

Το νεκρό κορμί του Βασίλη Μάγγου, ξαπλωμένο σε ένα παγωμένο κρεβάτι νεκροτομείου, δεν έχει τίποτα πιο ουσιώδες να μας πει που δεν το έχουμε καταλάβει ήδη μόνοι μας. Το αποτέλεσμα της έρευνας στα πληγωμένα σωθικά του, δεν θα μας υποδείξει κάποιον καινούργιο ένοχο για την δυσώδη κατάσταση που τριγυρίζει όχι μόνο στα ρουθούνια μας, αλλά και μπροστά στα μάτια μας:

Αυτά τα σκουπίδια είναι δικά μας. Εμείς καταναλώσαμε, εμείς επιτρέψαμε την ύπαρξή τους, εμείς τα μαζέψαμε όπως-όπως να μην τα βλέπουμε στην αυλή μας, εμείς τα καταχωνιάσαμε και κάνουμε διαρκώς πως δεν υπάρχουν. Οι πιο αναίσθητοι από μας, το πετυχαίνουν. Οι πιο ευαίσθητοι από μας, που ακόμα ενοχλούνται και διαμαρτύρονται, είναι τόσο ενοχλητικοί, που προτιμάμε το εύκολο τρόπο να τους κλείσουμε το στόμα με μπουνιές, παρά να ασχοληθούμε με τα σκουπίδια μας.

Όμως το κακό με τα σκουπίδια έχει παραγίνει. Δεν κρυβεται πια, ούτε μπορούμε με φθηνά αρώματα να κρύψουμε την δυσωδία τους. 

Έχει έρθει πια ο καιρός, θεωρώ, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, και να τελειώνουμε μια και καλή μ’ αυτά.

«Δεν λέμε ότι το παιδί μας πέθανε από τα τραύματα. Δεν λέμε πως αυτά ήταν η άμεση αιτία θανάτου του. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο ξυλοδαρμός, που είχαν πέσει δέκα πάνω του και του έσπασαν τα πλευρά, επηρέασε πολύ την ψυχολογία του. Αυτό δεν θα το δείξει καμία ιατροδικαστική έρευνα

Ο γιος μας λοιπόν δεν ήταν ένας Γρηγορόπουλος, δεν διεκδικούμε κάτι τέτοιο

Αλλά αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αστυνομικό κράτος καταστολής

Δεν θέλουμε ένα κίνημα για το παιδί μας. Ένα κίνημα για την αστυνομική βία χρειαζόμαστε» 

Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Υποψιάζομαι ότι, στα τοσα χρόνια που παρακολουθώ την δημοσιογραφία – στην οποία, ομολογουμένως, βασίζω έως σήμερα πολλές από τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτής της χώρας – αυτό πρέπει να είναι ιστορικό χαμηλό. Και, όχι ένα ιστορικό χαμηλό του τύπου «έπεσε τέσσερις θέσεις σε αξιοπιστία η δημοσιογραφία στην Ελλάδα» – μα περισσότερο σαν «έπρεπε να εφευρεθούν αρνητικές θέσεις για να περιγραφεί σωστά η θέση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα». 

Δεν ξεκινούν όλα με την απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την διάδοση ενός κοινωνικού μηνύματος για την προστασία από τον κορονοϊό.  Για μένα, ξεκινούν δειλά-δειλά, με μία φωνή μόνο που διαμαρτύρεται, αρκετούς μήνες πριν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, εκδότης της κυριακάτικης εφημερίδας Documento, αναρτά ένα άρθρο, στο οποίο καταγγέλει πως ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει ο ίδιος, προσωπικά, ζητήσει από επιχειρηματίες να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, ανεξαρτήτως του τζίρου και των πωλήσεων της. 

Έχουν προηγηθεί άρθρα από τον εκδότη, λίγο καιρό πριν, πως εταιρείες με ισχυρά διαφημιστικά budget, αποσύρουν η μία μετά την άλλη τις διαφημιστικές τους καμπάνιες από τις σελίδες (μόνο) της συγκεκριμένης εφημερίδας και το αποδίδει στον ισχυρό έλεγχο που ασκεί στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και στην κυβέρνησή της.

Η καταγγελία αυτή, παραδόξως, δεν αναπαραγάγεται, ούτε σχολιάζεται, ούτε καν ελέγχεται – παρότι, υπό συνθήκες, θα μπορούσε να στείλει τον εκδότη φυλακή. Οι τρεις δομές που έχουν, συστημικά την ευθύνη να ασχοληθούν, η κυβέρνηση με τον κατηγορούμενο Κ. Μητσοτάκη, η δημοσιογραφία που ένα μέλος της κάνει μία τόσο σημαντική καταγγελία, και ο νόμος καθώς η καταγγελία αυτή αφορά ξεκάθαρα κακή έως και παράνομη χρήση της ισχύος που απολαμβάνει ένας πρωθυπουργός, σιωπούν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Σαν να μην έγινε.

Ίσως η καταγγελια ενός δημοσιογράφου δεν είναι αρκετή για να κινήσει οποιονδήποτε από αυτούς τους μηχανισμούς.

Λίγο καιρό μετά όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, στην βουλή, επαναφέρει αυτήν την καταγγελία. Εδώ θα πίστευε κανείς ότι, η έρευνα από οποιαδήποτε από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, θα απέφερε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη: Αν δεν αποδεικνύοντω τα λόγια του εκδότη, και αυτός κινδύνευε πιθανότατα νομικά, αλλά και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τον υπερασπίστηκε, τουλάχιστον πολιτικά, θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Άλλωστε τώρα είναι πια περισσότεροι οι εμπλεκόμενοι: Στον πρωθυπουργό, που αναφέρεται ονομαστικά, έχουν ηθικά προστεθεί και οι εισαγγελείς, που κώφευσαν, και η δημοσιογραφία που δεν έκανε καμία προσπάθεια να ερευνήσει την αλήθεια (ή το ψέμα) πίσω από αυτήν την καταγγελία. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Παρόλα αυτά, και παρότι είναι μία καταγεγραμμένη στα πρακτικά δήλωση, μία καταγγελία που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Η ΕΣΗΕΑ δεν αντιδρά όπως θα έπρεπε (δεν ξέρω αν αντιδρά καν!) καιο εκδότης συνεχίζει με λίγες (ή καθόλου!) διαφημίσεις, καθώς οι τρεις πλέον θεσμοί που έχουν την ευθύνη να την κατακρεμνήσουν, την αγνοούν. 

Στην συνέχεια, γίνονται αυτά που όλοι γνωρίζουμε πάνω-κάτω: Αποφασίζεται το κονδύλι των συνολικά 20 εκατομμυρίων ευρώ (έχω την αίσθηση οτι δίνεται με απευθείας ανάθεση στην εταιρία που το αναλαμβάνει, αλλά δεν το έχω βρει πουθενά, οπότε μην το λάβετε υπόψιν σαςεπιβεβαιώνεται απο τον ίδιο τον Υπουργό) , και μάλιστα με κέρδος για την εταιρία περίπου 600.000 ευρώ συνολικά) για την μετάδοση μηνυμάτων για προστασία από την πανδημία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος πηγαίνει εξ ολοκλήρου στα μέσα που το μεταδίδουν καθώς πχ και ο ηθοποιός πχ ξεκαθάρισε πως δεν δέχθηκε καμία αμοιβή

Τα μέσα, από την άλλη, δέχθηκαν την αμοιβή τους …αδιαμαρτύρητα, παρότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ως μήνυμα είχε νομοθετηθεί να μεταδίδεται απολύτως δωρεάν. Η καμπάνια χωρίστηκε σε δύο μέρη, Μένουμε Σπίτι και Μένουμε Ασφαλείς, και, παρά τις διαρκείς οχλήσεις, σχεδόν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες Documento και Εφημερίδα των Συντακτών, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο ποιος πήρε τι ποσά, για ποιον λόγο

Ενδιάμεσα, η έρευνα της Δημοσιογραφίας Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου παγκοσμίως, φύλασσε για την χώρα μας μία ενδιαφέρουσα αναφορά: κάνει λόγο, ονομαστικά, την εφημερίδα Documento ως θύμα κυβερνητικών/πρωθυπουργικών παρεμβάσεων για τον οικονομικό στραγγαλισμό της ακόμα και από ιδιωτικής μορφής διαφημίσεις επειδή ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Ενώ δεκάδες μέσα κάνουν συνεχείς αναφορές, ή έχουν ακόμα και στήλες ειδικές για την Δημοσιογραφία Χωρίς Σύνορα και τον ρόλο της (ενδεικτικά iefimerida / cnn / newsbeast / thetoc / protagon / antenna / lifo / kathimerini / enikos / real), εντούτοις κανένα δεν έπαιξε αυτήν την συγκεκριμένη αναφορά στην χώρα μας, και στην καταγγελία ότι η κυβέρνηση στραγγαλίζει ένα μέσο που την ελέγχει με αθέμιτους τρόπους – παρότι και σαφή αναφορά στην Ελλάδα είχε, και δεν κατονομαζε τα ίδια τα μέσα ως θύτες, μα ως θύματα μίας κακής πρακτικής. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Πρόσφατα, δύο αποκαλύψεις οδήγησαν σε εξελίξεις. Ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης αποκάλυψε πως, μέρος της διαφήμισης πήρε ένα site που (κα’τ ομολογία του) διαχειριζόταν ο παρουσιαστής Φουρθιώτης , το οποίο είχε μόλις δύο άρθρα. Η αποκάλυψη αυτή, μαζί με κάποιες ακόμα ..διαρροές για αντίστοιχα sites, οδήγησαν στο να …μπουν και να βγουν άρθρα από το site του Φουρθιώτη (ακόμα και άρθρα που δεν ειχαν χρονική συνάφεια), αλλά κυρίως στην αναφορά της πλήρους λίστας  των εταιριών που πήραν διαφήμιση – χωρίς όμως τα ποσά που πήρε το κάθε μέσο.

Σε αυτήν την λίστα υπήρχαν και μέσα που δεν είχαν γραφτεί στο μητρώο εκδοτών, και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν επιτρέπεται δια του νόμου να λάβουν οποιασδήποτε μορφής κρατική διαφήμιση. Ούτε ο νόμος, ούτε τα μέσα εδέσησαν να ελέγξουν την είδηση. Σιωπή, σαν  να μην έγινε.

Ενδιάμεσα, ο Γιώργος Τράγκας, ένας εκ των γνωστών «δημοσιογράφων» (τα εισαγωγικά από μένα, καθώς δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί ούτε στο ελάχιστο την δημοσιογραφία σε οποιαδήποτε εκ των εκφάνσεών της) κατήγγειλε πως ο πρωθυπουργός πίεσε τον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά στον οποίο είχε την εκπομπή του, να σταματήσει την συνεργασία μαζί του. Όταν η συνεργασία πράγματι διακόπηκε, ο δημοσιογράφος προχώρησε σε συγκεκριμένες καταγγελίες σε βίντεό του στο Youtube, στις οποίες ανέφερε πως είχε δεχθεί οδηγίες από τον σταθμό να μην αναφέρει συγκεκριμένο όνομα που πρόσκειται στον πρωθυπουργό, και κυρίως πως ο Κ.Μητσοτάκης τον καθοδήγησε εκ του σύνεγγυς σε προσωπική τους συνάντηση σε γραφείο στο Παγκράτι να «μην αναφέρεται στην γυναίκα του», κάτι που ο δημοσιογράφος «δεν θα έκανε έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν χτυπά γυναίκες» (αν και θεωρώ πως οι υποθέσεις που αφορούν την Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη έχουν κυρίως ποινικές και πολιτικές προεκτάσεις). Μετά από μέρες, ο δημοσιογράφος κατείγγειλε πως πάλι το μέγαρο Μαξίμου, πίεσε και πέτυχε να χάσει την δουλειά του από τον τηλεοπτικό σταθμό Action24.  Ουδείς, ούτε η κυβέρνηση και ο Κ.Μητσοτάκης που αναφερόταν ονομαστικά στην καταγγελία, ούτε ο νόμος, ούτε κυρίως η δημοσιογραφία εδέησαν να πάρουν θέση ή έστω να την ερευνήσουν. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Τελικά, κάποιες αντίστοιχες διαρροές από τον Κ.Βαξεβάνη με συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένα μέσα, παρότι δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί, οδήγησαν κάποια από τα μέσα να διαμαρτυρηθούν (επιτέλους) για την  σιωπή που υπάρχει στην υπόθεση όσον αφορά το μοίρασμα των ποσών (κάτι που με κάνει προσωπικά να υποψιάζομαι πως οι φρεσκοδιαμαρτυρόμενοι μάλλον ενοχλήθηκαν από τα ποσά που έχουν διαρρεύσει και την μοιρασιά της πίτας). 

Άξια αναφοράς παραμένει η στάση του κ. Πέτσα, κυβερνητικού εκπροσώπου, που προχώρησε σε μία απίστευτη για τα πολιτικά αλλά και δημοσιογραφικά χρονικά δήλωση πως η κυβέρνηση έδωσε (άγνωστο ακόμα) μέρος της καμπάνιας στον αντιπολιτευόμενο τύπο (αναφερόμενος στις «Αυγή»,  «Εφημερίδα των Συντακτών», «Ριζοσπάστης»,  «Δρόμος της Αριστεράς», ο ραδιοφωνικός σταθμός «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» κ.α.) και αυτό δηλώνει την αμεροληψία της(!). Κάποια από τα αναφερόμενα μέσα δήλωσαν τα ποσά που έλαβαν, όπως και άλλα, που ήταν ελάχιστα στο σύνολο της καμπάνιας.

Επιπλέον ο κ. Πέτσας ξεκαθάρισε πως πράγματι, η απόφαση για την εξαίρεση της εφημερίδας Documento ήταν ηθελημένη (επιτρέψτε μου, στους προλόγους μου συνηθίζω να είμαι όσο πιο αμερόληπτος και στυγνός γίνεται, αλλά εδώ οφείλω  ένα προσωπικό σχόλιο – ΤΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ) έγινε λοιπόν μία ηθελημένη εξαίρεση γιατί η εφημερίδα προώθησε την αντι-κορωνοϊκή προπαγάνδα με άρθρα όπως «Μένουμε Ταπί» και «κοροδοιός». Ως απάντηση η εφημερίδα παρέθεσε όλη την αρθρογραφία της και τις προσπάθειές της να ενημερωθεί ο κόσμος για τον κορωνοϊό, κάτι που δεν ανταπαντήθηκε ποτέ, αλλά και έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε μέσα που χρηματοδοτήθηκαν, και είχαν αποδεδειγμένα αρθρογραφία αντίθετη στις αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό της πανδημίας. Επιπλέον, αυτή η (πάλι προσωπικά θεωρώ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ) δήλωση δεν εξήγησε ποτέ γιατί άλλα μέσα, όπως του Σεραφείμ Κοτρώτσου, του enallaktikos.gr του Ανδρέα Ρουμελιώτη, του ThePressProject(*) κλπ έμειναν και αυτά εκτός της διαφημιστικής πίτας που μοιράστηκε.

Αυτά τα ολίγα έχουν γίνει ως τώρα. Όχι μόνο αυτά, καθώς υπήρξαν καταγγελίες για πολύ μεγάλα ποσά και για την απευθείας επιλογή της εταιρίας που έκανε την διανομή ως εταιρία που ανέλαβε την καμπάνια της ΝΔ, αλλά αυτά που πιάνουν ένα πολύ συγκεκριμένο γαϊτανάκι:

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν στις καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές, αφορούν παρέμβασή του για να αλλάξουν ειδήσεις, να επηρεαστούν δημοσιογράφοι, προσωπική παρέμβασή του σε εταιρείες για να μην διαφημιστούν σε μέσα που δεν είναι της αρεσκείας του, κυβερνητική απόφασή του να γίνει άσκοπη χρηματοδότηση ενώ υπήρχε νόμος που θα βοηθούσε να μην σπαταληθεί πολύτιμο κρατικό χρήμα, κυβερνητική απόφασή του να δοθούν παράνομα χρήματα σε μέσα που δεν επιτρεπόταν να πάρουν κρατικό χρήμα, και επηρεασμό στο ποιος πήρε, και ποιος όχι, μερίδιο από αυτά τα είκοσι εκατομμύρια.

Ισχύουν; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει, καθώς η δημοσιογραφία στο σύνολό της, αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια ή το ψέμα πίσω από αυτές τις καταγγελίες.

Κάποιες από αυτές, θα μπορούσαν να κινήσουν και εισαγγελικές διαδικασίες καθώς – ως καταγγελίες- υποψιάζομαι πως αφορούν παρανομίες. Η εισαγγελείς πάντως δεν έχουν ξεκινήσει καν να αναρωτιούνται μήπως δεν πήγαν όλα σωστά, και να διευκάνουν την υπόθεση και τις καταγγελίες.

Ο τρίτος πόλος όμως, είναι και ο δυσκολότερος. Εκεί, οφείλουμε να σταθούμε «πολύ σχολαστικά»: στην δημοσιογραφία.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογραφία ειδικά σ’ αυτήν την υπόθεση που την αφορούσε άμεσα, δεν έκανε την δουλειά της. Κώφευσε στις (απίστευτες) καταγγελίες Βαξεβάνη για πρωθυπουργικές παρεμβάσεις στο μοίρασμα ιδιωτικών/εταιρικών διαφημίσεων, ενώ θα έπρεπε να προστατεύσει τον ρόλο της – όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, μα και από τον ίδιο τον Βαξεβάνη! Διότι, όταν κάποιος λέει «προσπαθούν να με φιμώσουν κλείνοντας μου την διαφημιστική κάνουλα» αυτό αφήνει ένα ξεκάθαρο υπονοούμενο ότι δεν προσπαθούν να φιμώσουν αυτούς που δεν ενοχλούν – δηλαδή, όλους τους υπόλοιπους! Και, όταν όλοι αυτοί οι υπόλοιποι δεν παίρνουν ξεκάθαρα θέση, με μία έρευνα που θα φώτιζε την αλήθεια είτε υπέρ του δημοσιογράφου, είτε κατά, τότε οι καταγγελίες για έλεγχο οδηγούν σε μία απολύτως δικαιολογημένη καχυποψία.

Καθώς, για να γίνει απόλυτα κατανοητό, όταν πλέον τίθεται θέμα διαφήμισης και το σε ποια μέσα μοιράστηκε, πάλι η δημοσιογραφία έκανε πως το θέμα δεν υπήρχε και το αγνόησε – παρότι ήταν, πλέον, ξεκάθαρα είδηση, δεν βγήκε καν να πει το αυτονόητο: «ήμουν εγώ, και πήρα τόσα (κρατικά) χρήματα με βάση αυτές τις μετρήσεις». Διότι όταν πλέον όλοι αναρωτιούνται ποια ήταν τα ποσά, και που πήγαν, είναι κόντρα σε κάθε ρόλο, και σε κάθε λειτουργημα δημοσιογραφικό να αποκρύπτεις μία είδηση ειδικά στον βαθμό που σε αφορά, και με την καταγγελία ότι με αυτά τα χρήματα εξαγοράζεται η σιωπή σου!

Όχι μόνο αυτό, φυσικά. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι υπάρχουν και (λίγα, ενοχλητικά) αντιπολιτευτικά μέσα, και αναφέρει …πέντε, τότε προσβάλλει στον πιο απίστευτο βαθμό το σύνολο του τύπου, που οφείλει να ελέγχει την εξουσία και προφανώς δεν το κάνει – ειδικά όταν χρηματοδοτείται άμεσα, κρυφά, και μυστικά από αυτήν! Μόνο εγώ επιτέλους αντιλαμβάνομαι την ύψιστη προσβολή απέναντι στην δημοσιογραφία;! Είναι δυνατόν να μην εξοργίζεται κανείς απο τους εμπλεκόμενους;!

Και επιπλέον: όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι η κυβέρνηση, μόνη της, εν κρυπτώ, χωρίς κανέναν έλεγχο ή διαφάνεια, χωρίς καμία οδηγία ή λειτουργία βάση κανόνων, εξαίρεσε από κυβερνητικό χρήμα ΕΝΑΝ δημοσιογράφο, επειδή …έτσι έκρινε σκόπιμο, θα έπρεπε, και να μου συγχωρείτε την έκφραση, να πέσουν οι τοίχοι – καθώς, δεν προσβάλλει πλέον μόνο την δημοσιογραφία, μα προσβάλλει πλέον και την ίδια την δημοκρατία άμεσα!

~

Η δημοσιογραφία έχει νόημα μόνο όταν ελέγχει την εξουσία. Έχω μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την θέση της αυτήν την στιγμή, για τον ρόλο και την αξιοπρέπειά της. Καταφέρνουν όμως να είναι ακόμα και έτσι αδιανόητα όσα συμβαίνουν σήμερα. Το κρατικό χρήμα ρέει προς μία κατεύθυνση, οι δημοσιογράφοι σιωπούν εκεί που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, αρνούνται να κάνουν όσα το λειτούργημά τους επιτάσσει, και η σιωπή τους πληγώνει ανεπανόρθωτα τον ρόλο που τόσο ανάγκη έχουμε. Αυτά τα ποσά όμως, μπορεί να απαιτήσουν και κάτι σαν αντάλλαγμα. Μπορεί να απαιτήσουν κάποιες ειδήσεις να ξεχαστούν. Κάποιες άλλες να παραποιηθούν. Μπορεί να απαιτήσουν την σιωπή. 

Και εδώ, προφανώς, βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης:  Μέσω διαφημίσεων τραπεζών, ιδιωτικών διαφημίσεων και κρατικών διαφημίσεων, ο τύπος δεν ελέγχει ούτε κατ’ ελάχιστο την εξουσία – η εξουσία ελέγχει απόλυτα, ολοκληρωτικά οικονομικά τον τύπο. 
Και γίνεται σε τόσο μαζικό βαθμό, που είναι εξισου απολύτως τρομαχτικό: δεν είναι λίγοι που είναι ελεγχόμενοι και που δεν μιλούν, είναι μια ασύλληπτη δυστοπία όπου ΟΛΟΙ κρύβουν, συνωμοτικά, ο ένας τον άλλον, ένοχο και αθώο μαζί.

Γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι επιπλέον εδώ: η δημοσιογραφία (όχι «η σωστή δημοσιογραφία», γιατί δεν υπάρχει «λάθος δημοσιογραφία», όπως και η δικαιοσύνη, όταν δεν γίνεται σωστά έτσι δεν είναι δικαιοσύνη), η δημοσιογραφία λοιπόν, οφείλει να μας προστατέψει από κάθε ψέμα. Αν ο Βαξεβάνης είπε ψέματα, αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του, πρέπει να τιμωρηθεί. Αν ο πρωθυπουργός δεν έκανε όσα του προσάπτουν, πρέπει να αθωωθεί στην κοινή γνώμη. Η αλήθεια δεν μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα κατα πως μας βολεύει, ένα έχει, και για κάποιον η τιμωρία αξίζει.

Αυτό που δεν έχει δικαιολογία, είναι η σιωπή. Είναι άλλο να λες ψέματα, και να κριθείς γι’ αυτό, και αν είπες όντως να τιμωρηθείς, και είναι άλλο να μην υπερασπίζεσαι τον ρόλο σου, και να παραμένεις σιωπηλός σε τόσο κοσμοιστορικά γεγονότα για την ελλάδα. Φορώντας την μάσκα της σιωπής, δεν προστατεύεις ούτε τους άλλους, ούτε εσένα από τον ιο της διαφθοράς που απειλεί να διαλύσει το σημαντικότερο μέσο προστασίας που έχουμε ως κοινωνία απέναντι στην εξουσία.

Εκεί, έχεις κριθεί ήδη.

Γιατί αυτό που δεν έχει πρόσωπο, και αυτό που τιμωρεί τελικά όλους μας, είναι η σιωπή, και, σήμερα, η δημοσιογραφία καταγγέλθηκε χρηματιζούμενη και σιωπηρή, κρίθηκε ξεκαθαρα ως σιωπηρή, και μας καταδίκασε όλους να χάσουμε την δημοκρατία μας με την σιωπή της. 

Δεν υπάρχει ούτε γυρισμός, ούτε συγχώρεση από το σημείο που έχουμε φτάσει αυτήν την στιγμή. Σε αυτήν την ασύλληπτα μαζική έλλειψη ενημέρωσης, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να ξεχωρήσει ένα ψήγμα ελπίδας για το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Ας ξεχωρίσουμε ο καθένας τους δύο, τρεις που θεωθούμε ότι τιμούν την αξιοπρέπειά τους και το έργο τους στην δημοσιογραφία, και ας αφήσουμε αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε «δημοσιογραφία» να σβήσει, είτε με κραυγές, είτε αθόρυβα όπως της αξίζει και όπως επέλεξε η ίδια για τον εαυτό της. Ας θυμηθούμε πολύ προσεκτικά κάθε δημοσιογράφο που αντέδρασε, που μίλησε και εκτέθηκε, και κάθε «δημοσιογράφο» που σιώπησε, που κρύφτηκε πίσω από είκοσι εκατομμύρια λόγους για να μην μιλήσει, που κοιμήθηκε με την γνώση στο μαξιλάρι του, και ας τον καταδικάσουμε στην αφάνεια που τόσο έντεχνα στόλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν όταν το είχε ανάγκη.

Και ας θάψουμε και την δημοκρατία μαζί της. Χωρίς την βάση της δημοσιογραφίας, δεν υπάρχει πια ελπίδα ούτε γι’ αυτήν, ούτε για την δικαιοσύνη. 

Ας το αποδεχθούμε πια, μήπως και κάνουμε ό,τι πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους, για να πάμε παρακάτω.

~

Υ.Γ.: Το ThePressProject μου ανέφερε πως δεν θα έκανε δεκτή την διαδικασία ανάρτησης μετ’ αμοιβής κρατικών διαφημίσεων λόγω καταστατικού και αρχών – αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν τους ζητήθηκε ποτέ.

Υ.Γ.: Έχει ξεκινήσει μία γραμμή, και από δημοσιογράφους και από πολιτικούς, στο πνεύμα «όλα τα χρήματα για κρατικές διαφημίσεις από δεκαετίας». Μου θυμίζει, προσωπικά, το All lives matter έναντι του Black lives matter – η γενίκευση για να αποφύγουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ναι, all lives matters, πράγματι, και ναι, είναι σημαντικό να δούμε όλες τις κυβερνητικές διαφημίσεις σε μέσα της τελευταίας δεκαετίας, πράγματι – αλλά αυτήν την στιγμή μιλάμε για τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για την έρευνα και την κρίση μίας συγκεκριμένης κυβέρνησης που πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις και έκανε συγκεκριμένες ενέργειες, μιλάμε για την ασύλληπτη παραδοχή επιλεκτικότητας, για την σκοτεινή επιλογή μέσων χωρίς διαφανή κριτήρια, για το σύνολο σχεδόν των μέσων που πήραν χρήματα, για το ίδιο σχεδόν σύνολο σχεδόν των μέσων που δεν έκαναν έρευνα πρώτα απ’ όλα του κλάδου τους του λειτουργήματός τους, και για ο,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το αύριο της δημοκρατίας μας.

Υ.Γ. Επειδή μπορεί να μην έχει καταστεί σαφές το επίπεδο της υπόθεσης αυτής, ο κ. Πέτσας φροντίζει, με όποιον τρόπο μπορεί, να μας το υπενθυμίζει. Στον έλεγχο που του ασκείται για την μη δημοσιοποίηση των αποδεκτών και των ποσών που τους αντιστοιχούν για την κρατική διαφημιστική καμπάνια, ο κ. Πέτσας απαντά κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα πως η εφημερίδα Documento που έχει αναδείξει την υπόθεση, έχει πάρει αυξημένη διαφήμιση από ΔΕΚΟ και τράπεζες  στο παρελθόν, επι διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – την ονοματίζει μάλιστα, σε ποσό μεγαλύτερο των 1,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η εφημερίδα απαντά, καταγράφοντας μεν τα ποσά από τις ΔΕΚΟ (τα μέτρησα, είναι ‭214.856‬ ευρώ για δύο ουσιαστικά χρόνια), και αναφέροντας πως τα ποσά από τις τράπεζες είναι, έτσι και αλλιώς, φανερά μέσω διαφάνειας (είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν). Δεν ξέρω πόσα είναι από τις τράπεζες, είναι εύκολο να το μάθουμε, μα υποψιάζομαι πως 1.6 εκατομμύρια δεν θα βγουν…

Δεν υπάρχει λόγος όμως να μπει κανείς στο τρυπάκι να υπερασπιστεί κανείς την εφημερίδα ή όχι, το ζητούμενο εδώ για μένα τουλάχιστον είναι άλλο: ο υπουργός που εγκαλείται για το αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιτίθεται μέσω του κρατικού βήματός του στο μέσο που κατά δήλωσή του τον εγκαλεί, κατηγορώντας το (σύμφωνα με …δημοσιεύματα) ότι πήρε και εκείνο κρατικό χρήμα – και μάλιστα πολύ! Δηλαδή τι; Να σταματήσει να μιλά γιατί πήρε «πολλά»; Να μην ασκεί έλεγχο γιατί «έφαγε χρήμα με τους προηγούμενους που στηρίζει»; Είναι ποτέ δυνατόν να ακολουθείται, απο μία κυβέρνηση, αυτή η τακτική του επιλεκτικού συμψηφισμού; Είναι δυνατόν να επιτίθεται σε ΕΝΑ μόνο μέσο, για να ξεκαθαρίσει ποιο επιχείρημα, ότι πήραν πολλά και γι’ αυτό τώρα γκρινιάζουν; Και αν άλλα μέσα, πήραν τα ίδια ή περισσότερα στο παρελθόν, και τωρα ΔΕΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ, δεν αφήσει αυτό μια ακόμα μεγαλύτερη υπόνοια διαφθοράς και ένα ακόμα μεγαλύτερο στίγμα στην δημοσιογραφία;   

Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, αυτές στις οποίες καταλήγει κάθε προεκλογική περίοδος που ξεκινά την αμέσως επομένη των εκλογών, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω τις σκέψεις μου για τούτες τις εκλογές, έτσι ώστε να τα διαβάζω στο μέλλον, να μοιράζομαι λίγο πως ένοιωθα, πως σκεφτόμουν και πως ζούσα τον Ιούλη του 2019.

Κάθε απολογισμός του παρελθόντος, κάθε κατανόηση του παρόντος, κάθε ελπίδα ή στόχος για το μέλλον, ορίζεται κυρίως από το τώρα • από το πως βλέπεις τα πράγματα αυτήν την στιγμή. Αύριο η οπτική αλλάζει, χθες ήταν αλλιώς, ωριμάζουμε εμείς ή αναδιοργανώνεται η ζωή γύρω μας, οι προσλαμβάνουσες αυξάνονται, τα βλέπεις αλλιώς. Μόνο αν ξέρεις πως αισθανόσουν τώρα μπορείς να κατανοήσεις γιατί κάνεις ο,τι κάνεις τελικά, γιατί βλέπεις τα πράγματα έτσι, γιατί ορίζεις αυτές τις προτεραιότητες και όχι άλλες.

Ας δούμε πρώτα το παρελθόν.

Πουλήσαμε βλήματα στην Σαουδική Αραβία, κάναμε δώρο στα κανάλια τον φόρο του 20% που τους αναλογούσε, δεν αλλάξαμε, ως οφείλαμε, την κολπική εξέταση στις κρατούμενες γυναίκες, δεν δικαιώσαμε τις Αμαλίες, αφήσαμε τους ανθρώπους να σκοτώνονται ατιμώρητα για τις ομάδες τους και τους πληρώσαμε γι’ αυτό μέσω της ΕΡΤ, αφήσαμε τα ΕΛΠΕ ατιμώρητα και ξεχάσαμε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων (ξανά: Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας), δεν διαχωρίσαμε το κράτος από την θρησκεία, συνεχίσαμε τις απελάσεις προς την Τουρκία (ακόμα και εκτός νομίμων διαδικασιών), όχι μόνο το Mall συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά ο πρωθυπουργός επιχαίρει πως οι δουλειές με τον άνθρωπο που το εμπνεύστηκε και το δημιούργησε έγινε ο,τι είναι δυνατόν για να συνεχιστούν απρόσκοπτα και στο Ελληνικό, κάναμε δωράκι την άρση της προστασίας από τα τυχερά παιχνίδια, το μνημόνιο ψηφίστηκε fast-track, δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, εκατόν ένας οι νεκροί στην πυρκαγιά στο Μάτι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους, δεν προχώρησε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να δούμε πως φτάσαμε να χρωστάμε τόσα χρήματα, τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί – οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες, ακόμα καίγονται άνθρωποι γιατί κρυώνουν, δεν προστατευτήκαμε από τα κάθε luxleaks και τα Paradise Papers που φοροαποφεύγουν ζημιώνοντας την οικονομία μας, τα αυθαίρετα ακόμα εξαγοράζονται με φόρους και πρόστιμα, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος – ούτε καν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος – ενοίκιο ιδιοκτήτη στο κράτος, τα ΜΑΤ δεν φέρουν ακόμα διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται τυχόν παράνομες πράξεις τους (όπως αυτές στον Μάριο Λώλο και τον Μανώλη Κυπραίο), παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας, άνθρωποι πεθαίνουν ακόμα στο Κολαστήριο (ατιμώρητα) για ένα χαλασμένο δόντι, φερθήκαμε αισχρά στην Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποδεχθήκαμε τους νεκρούς της, (δεν) γίναμε σοφότεροι στην αναισθησία μας, τους αφήσαμε να παγώσουν απροστάτευτοι, τους εκδικηθήκαμε , «κρατικοποιήσαμε» το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για χρέη που κανείς δεν έχει ελέγξει πως έγιναν, περάσαμε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια σε μία εταιρία εξυπηρέτησης του χρέους και όχι των πολιτών, η Αμυγδαλέζα δεν έκλεισε (και άνθρωποι ακόμα έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας εκεί, εικοσιτέσσερις πνιγμένοι στην Μάνδρα, ακόμη πληρώνουμε για εξοπλισμούς, η Ελληνικός Χρυσός ακόμα σκάβει, χτίζει, κόβει δέντρα, και συνεχίζει το έργο της, οι άνθρωποι διαχωρίζονται ανάλογα με το με ποιο φύλο προτιμούν να ερωτεύονται για το αν θα αναθρέψουν παιδιά, το Μαξίμου παρέμεινε κομματικό όργανο , οι ελεύθεροι επαγγελματίες προπληρώνουν τον φόρο για την επόμενη χρονιά(!), ακόμα η φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι υψηλή, η υπόθεση Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι της εισαγγελίας, η Frontex ελέγχει τα σύνορά μας, ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ακόμα χρωστάει το παράλογο πρόστιμο που του έχει επιβληθεί (και, αν δεν χρωστάει πια, είναι γιατί θα το έχει αποπληρώσει όλο, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις), τα κανάλια δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά όταν τα έπιασαν να ορίζουν την πραγματικότητα αντί να την περιγράφουν, ούτε και οι δημοσιογράφοι , ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας παραμένει ακόμα εκεί, οι εφοπλιστές (δεν) πληρώνουν όσα οι ίδιοι κανονίζουν ως… «φόρο», οι διευθύνσεις στα Κολαστήρια και στα ΑΤ που αποδεδειγμένα βασάνιζαν κόσμο παραμένουν ατιμώρητες….

….και τόσα πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι καν. Μία τετραετία πλήρης, με οφειλές για το μέλλον, με υποσχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, με όνειρα που δεν έγιναν πράξη.

~

Ας δούμε όμως και το παρόν.

Ζούμε (για εμένα), στο κατώφλι των χειρότερων εκλογών που έχω βιώσει. Ξέρω καλά ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα όταν ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης ήταν αντίπαλοι, μα τότε τα ζούσα ως έφηβος, πιο αποστασιοποιημένα, πιο ονειρικά: Τώρα, τίποτα ονειρικό δεν έχει μία μιντιακή υστερία να ψηφιστεί ο εκλεκτός της καρδιάς τους, να βάζουν υποψηφιότητα άνθρωποι που ελέγχονται από την δικαιοσύνη – και στο ευρωκοινοβούλιο να εκλέγονται κιόλας, τίποτα αθώο δεν έχει η απόλυτη συντηρητικοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού λόγου, η επιστροφή στο παρελθόν του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», με δόσεις «Μαδούρων», «ακροαριστερών φίλων της τρομοκρατίας» και «έκφυλων».

Μπορεί, δεν ξέρω, όλο αυτό να έχει ξεκινήσει πιο νωρίς – μπορεί. Μα μετά από δέκα χρόνια απόλυτης εξαθλίωσης, δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το να υπερασπιζόμαστε ακόμα τον διαχωρισμό της ευθύνης της πράξης απέναντι στην ευθύνη της φυλής, το δικαίωμα στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, το να μην θεωρούμε όποιον διαφωνεί μαζί μας «εχθρό της πατρίδας» – είναι μία μάχη που δυσκολεύομαι πολύ να βρω τις αντοχές να την δώσω.

Ο πολιτικός χάρτης, μοιάζει μάλλον ζαλισμένος:

Στα δεξιά, ο συντηρητισμός πλέον υψώνει την φωνή του, με όλα τα νέα στελέχη που τον εφοδιάζει: Είτε πρόκειται για alt-right ανερχόμενες προσωπικότητες, όπως ο Μπογδάνος, είτε πρόκειται για καινούργιους προέδρους κομμάτων όπως ο Βελόπουλος, από την νέα βουλή όχι μόνο δεν θα λείψει η συντηρητική ατζέντα, μα θα έχει κυρίαρχο λόγο. Αν βγει κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, που στα ψηφοδέλτιά της ο συντηρητισμός έχει βροντερή φωνή, τότε να περιμένουμε και αντίστοιχη πολιτική ως κυβέρνηση.

Οι ναζί όχι μόνο -ανεξαρτήτως του εκλογικού ποσοστού που θα πάρουν στις εκλογές που έρχονται- ενσωματώθηκαν πάλι στην καθημερινότητά μας από την κερκόπορτα του Μακεδονικού θέματος αλλά έγιναν και όχημα και για τις δύο πλευρές της υπόθεσης: οι κατά της συμφωνίας χρειάζονταν στρατιώτες, οι υπερ έναν φρικτό εχθρό. Οι πεντακόσιες χιλιάδες ψήφοι που συγκέντρωσε στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν πάνε εκεί, θα μοιραστούν στα υπόλοιπα συντηρητικά κόμματα.

Στο λεγόμενο κέντρο, μάχονται ΚΙΝΑΛ και Λεβέντης, αν και η μάχη είναι μάλλον άνιση. Ο Λεβέντης έδειξε ο,τι είχε να δείξει – και φαίνεται πως δεν θα πείσει άλλους ψηφοφόρους. Το ΚΙΝΑΛ (ας το λέμε ΠΑΣΟΚ για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας) έπαιξε καλά το χαρτί «υπάρχουμε» -κυρίως με την αποπομπή Βενιζέλου- το χαρτί «θα μας χρειαστείτε», καθώς προσβλέπει σε μία μη αυτοδύναμη κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη όπου η παρουσία του θα είναι αναγκαία, και τραβάει από τους παλιούς χωρίς απαραίτητα να μπορεί να δημιουργήσει καινούργιους ψηφοφόρους.

Οι αριστερές εναλλακτικές από την άλλη μοιάζουν αδύναμες. Η ΛΑΕ και η Πλεύση δεν έχουν αρθρώσει πειστικό λόγο στους πολλούς, λειτουργούν κυρίως με αρχηγικές δομές, έχουν μεν πλάνο, δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι εφικτό ή/και ξεκάθαρο – και χάνουν τους λιγότερο σκληρούς αριστερούς με την στάση τους σε θέματα όπως πχ στο Μακεδονικό. Το ΜέΡΑ25, the new kid on the town, μοιάζει να κερδίζει με ένα πιο ανοικτό πρόγραμμα, αλλά φαίνεται πως τον διακατέχει η ίδια ασθένεια με τους άλλους, καθώς έχει ιδιαιτέρως προσωποκεντρική δομή, προχειρότητα στις επιλογές προσώπων λόγω της πίεσης του χρόνου, και η οικονομική του πολιτική φαίνεται πως δεν κατάφερε να είναι αρκετά απλή ώστε να την κατανοήσουν πλήρως όλοι.

Το ΚΚΕ …παραμένει το ΚΚΕ, ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Εξίσου συντηρητικό με το πρόσφατο παρελθόν του -για άλλους καλό αυτό, για άλλους κακό- έχει μία γραμμή, την κρατάει, και μένει να φανεί αν θα το εισπράξει σε επιπλέον ψήφους ή όχι.

Ποτάμι και ΑνΕλ δεν κατεβαίνουν σ’ αυτές τις εκλογές, καθώς η προηγούμενη τετραετία τα πλήγωσε βαθιά δημοσκοπικά, θα έλεγα για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Αυτή η πολιτική εικόνα για μένα είναι ιδιαιτέρως απογοητευτική. Υπήρξε μία έντονη μεν, πλήρης δε τετραετία, χρόνος ικανός για να δομηθεί ένας νέος πολιτικός λόγος, μία πολιτική πρόταση που θα μπορούσε να αναλύσει ήρεμα τι έγινε, γιατί έγινε, και να καταθέσει προτάσεις για να μην ξαναγίνει. Να συγκεντρώσει ανθρώπους που έμειναν έξω (κυρίως για πολιτικούς λόγους) από την διαδικασία, να τους πείσει να συμμετάσχουν, να τους δώσει βήμα να μιλήσουν αυτοί που δεν ακούστηκαν ως τώρα – αν υπάρχουν, και όσοι υπάρχουν. Αυτό βέβαια, ως προϋπόθεση, θα είχε και το να μπορούμε και εμείς ως ψηφοφόροι να καταλάβουμε ΤΙ έγινε, ΓΙΑΤΙ έγινε, και κυρίως πως δεν θα ξαναγίνει, και, φυσικά, την ξέρετε την άποψή μου, ήταν άλλη μία χαμένη τετραετία καθώς δεν φαίνεται πως μάθαμε τίποτα.

Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στις καλύτερες ημέρες της και η δημοκρατία λιώνει από το ίδιο της το οξύ των πολιτικών της.

Και όλα αυτά, κυρίως επειδή ο μεγάλος χαμένος παραμένει η δημοσιογραφία.

Μονοπώλια μιντιακής επικοινωνίας, που συνήθως εξυπηρετούν τους δικούς τους σκοπούς, θάβουν όποια είδηση δεν θέλουν να ακουστεί, αναγάγουν σε πρώτο θέμα όποια είδηση εξυπηρετεί τα πλάνα τους, δημιουργούν ειδήσεις αν χρειαστεί να ενισχύσουν την άποψή τους. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν εξυπηρετείται η αλήθεια – και, όσο γίνεται αυτό, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία έχουν καμία τύχη.

Παρότι αυτό παλιότερα θα έμοιαζε απίθανο, είμαι πεπεισμένος ότι σήμερα η δημοσιογραφία είναι στο χειρότερό της σημείο, και δυστυχώς χωρίς κανένα φανερό σημάδι ανάκαμψης από αυτήν την απογοητευτική θέση. Αντιθέτως.

~

Να δούμε όμως: τι αύριο θέλουμε;

Αντί να μου πουν οι άλλοι τι αύριο μου προτείνουν, οφείλω, μετά από τόσα χρόνια, να το ζητήσω εγώ. Ξέρω τι θέλω, ξέρω και από ποιον μπορώ να το ζητήσω και από ποιον όχι. Ξέρω πως κάπου συμφωνώ με τους άλλους, και κάπου διαφωνώ. Και όπως κάνω σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το καταθέτω για να είμαι τίμιος και αύριο με όσα ζητάω:

Θέλω όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κάθε φυσικού ή τεχνητού διαχωρισμού να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Θέλω να έχουν το δικαίωμα να σκέπτονται ελεύθερα, να τιμούν τους θεούς τους και να οργανώνουν πολιτικά τα θέλω τους, να αγαπούν όποιον θέλουν και να μην υφίστανται διαχωρισμούς γι’ αυτό. Θέλω να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στον νόμο, όπως θα έχω και εγώ ως κράτος απέναντι στ’ αυτούς. Θέλω η κυβέρνησή μου να τους παρέχει υγεία, παιδεία, στέγη και φαγητό ως οφείλει, ανεξαρτήτως της οικονομικής και νομικής τους κατάστασης και να μην καταστέλλει τις αντιδράσεις τους όταν τους στερούνται αυτά τα βασικά, ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω μια οικονομία που να προστατεύει τον αδύναμο, συγκεντρώνοντας από τον πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει σε όλους να κερδίσουν από τις ιδέες τους. Θέλω να προστατεύει τον εργαζόμενο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον εργοδότη να λειτουργεί με νόμους προκαθορισμένους, που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο. Θέλω ίση επιχειρηματική μεταχείριση σε όλους, χωρίς χάρες σε ημέτερους και φίλους. Θέλω βασικές δομές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, το νερό να καλύπτουν κρατικά και αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες όλων με την οικονομική στήριξη όλων των πολιτών.

Θέλω ο πολίτης να μπορεί να διαμαρτύρεται, χωρίς να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα. Θέλω οι ενστάσεις του όχι απλώς να επιτρέπονται, αλλά να προστατεύονται και να δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται όσο πιο ξεκάθαρα και δυνατά γίνεται.

Θέλω η κρατική βία να ελέγχεται πλήρως, και πιο αυστηρά από κάθε άλλη βία, και οι τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται την δυνατότητα για να ασκείται κρατική βία, να είναι παραδειγματική. Θέλω οι κρατικές αρχές να είναι υπεύθυνες και υπόλογες για την ασφάλεια και την ισονομία για κάθε πολίτη που έχει στερηθεί για οποιονδήποτε λόγο τα δικαιώματά του.

Θέλω να διαχωριστεί το κράτος από την θρησκεία. Οι πολίτες (να) έχουν δικαίωμα στον/στους θεούς τους, χωρίς αυτό να αποτελεί κρατική υποχρέωση και/ή δέσμευση.

Θέλω οι τραπεζικές δομές να ελέγχονται πλήρως. Θέλω η πρόσβαση στο χρήμα να είναι εφικτή για όλους με τους ίδιους όρους και τους ίδιους κανόνες. Θέλω ξεκάθαρες και διαφανείς διαδικασίες ελέγχου και λειτουργίας.

Θέλω η πολιτική ζωή του τόπου να ελέγχεται πιο δίκαια. Θέλω να υπάρξουν επιτροπές δικαστών, και όχι πολιτικών φίλων που θα καθορίζουν αν μία παράβαση βουλευτή είναι ή δεν είναι πολιτική δίωξη.

Θέλω κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε εδώ, να έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους εμάς. Να μπορεί να ψηφίζει, να έχει πατρίδα και τους ίδιους κανόνες και δικαιώματα όπως όλοι οι υπόλοιποι από εμάς. Θέλω κάθε άνθρωπος που φτάνει ως εδώ, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Να έχει εγγυημένο ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δικαιωμάτων, να του δίνεται ελευθερία και η ευκαιρία αν θέλει να ταξιδέψει αλλού, ή να διεκδικήσει άσυλο με την ελάχιστη ταλαιπωρία και να το παίρνει όσο πιο εύκολα είναι δυνατόν αν το δικαιούται.

Θέλω κάθε κρατική δαπάνη να είναι διαφανής, δημόσια, δικαιολογημένη και ελεγχόμενη.

Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει το αυτονόητο δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση. Το κράτος να τον προστατεύει όταν το ζητά, αλλά να μην τον τιμωρεί για πρακτικές και τρόπους ζωής όταν κάνουν κακό μόνο στον ίδιο, και όχι στους ανθρώπους γύρω του.

Θέλω σεβασμό στο κοινοβούλιο. Θέλω να μην έρχονται νομοσχέδια από το παράθυρο, να δίνεται αρκετός χρόνος στους πολίτες να μελετήσουν αν θέλουν τους νόμους και η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, αντιρρήσεις και προτάσεις.

Θέλω να μπορούν να ψηφίζουν όλοι, όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, εφόσον έχουν τα εκλογικά τους δικαιώματα, με τον πιο εύκολο, ξεκάθαρο και ιδιωτικό τρόπο.

Θέλω να μάθω πως φτάσαμε εδώ. Θέλω να ξέρω τις ευθύνες του κράτους, να αποδοθούν και να τιμωρηθεί κάθε παρανομία και αβλεψία στον βαθμό που πρέπει, και να επισημανθεί για να διορθωθεί κάθε αστοχία.

Θέλω το κράτος μου να αποσυνδέσει το κόμμα από την εξουσία. Θέλω οι κυβερνήσεις μου να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως αφεντικό και εντολοδόχο, και όχι ως ψηφοφόρο. Θέλω ένα κράτος που συμπεριφέρεται χωρίς «εμείς και αυτοί».

Αυτά θέλω εγώ. Ο καθένας μπορεί να θέλει κάτι άλλο – κάπου να συμφωνεί κάπου να διαφωνεί • όπως έχω ξαναπεί, μία ψήφο εγώ, μία ψήφο και ο καθένας από τους αναγνώστες μου. Ας διεκδικήσουμε όσα πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, και ας σταθούμε τίμιοι στα θέλω μας, ώστε το κόμμα που θα κερδίσει την εξουσία, να το ελέγξουμε ως κόμμα όλων μας, όλων των πολιτών και όχι ως «δικό μας ή δικό τους».

Καλή ψήφο σε όλους μας.