Τα μακρινά χρόνια ανάμεσα σε πολέμους, σε ένα χωριό της Ελλάδας, ένας χωριανός πηγαίνοντας σπίτι του, βρήκε ένα στον διάβα του ένα αυγό. Στα χωριά εκείνη την εποχή είχαν ελάχιστα ζωντανά – κυρίως κότες τροφαντές για κάνουν αυγά και κοκόρια, δυνατά και φουσκωμένα, για την αναπαραγωγή. Πήρε τ’ αυγό – αν και δεν είχαν έλλειψη – το επεξεργάστηκε καθώς ήταν πολύ μικρότερο από τα συνηθισμένα, και παρόλα αυτά το ‘βαλε κάτω από την κότα που ζέσταινε τα δικά της – έτσι, για να δει τι θα γίνει.

Μαθημένοι στην αγροτική ζωή στο χωριό, δεν ξέρανε από εκπλήξεις. Μα τους περίμενε μία καλή, στην φάρμα του αγρότη μας, όταν από το αυγό βγήκε κάτι – και μία σαφώς μεγαλύτερη, όταν αντί για κοτοπουλάκι όπως τ’ άλλα, βγήκε ένας μικρούλης ντροπαλός παπαγάλος.

Ο παπαγάλος δεν ήξερε που γεννήθηκε – ξέρουμε άλλωστε που γεννιόμαστε; όπου μας λάχει γεννιόμαστε και ας τσακωνόμαστε μετά μια ζωή γι’ αυτό. Κοτόπουλα βρήκε γύρω του, κότες και αυστηρά κοκόρια, νόμιζε πως ήταν κι αυτός κοκόρι. Διέφερε βέβαια από τ’ άλλα – όλα ήταν μονόχρωμα γύρω του, τα κοτοπουλάκια είχαν λίγο χρώμα, μα όταν μεγάλωναν αλλάζανε, γινόντουσαν άλλα μαύρα, άλλα άσπρα, άλλα γκρι. Χρώμα πάντως, δεν υπήρχε πουθενά. Και οι άνθρωποι, και τα σπίτια τους, και τα άλλα τα ζωντανά, κάτι σκυλιά, και κάτι γαιδάροι, και γάτες μπόλικες – όλα σε αποχρώσεις ήτανε, κανένα από χρώμα άλλο εκτός από ασπρο και μαύρο. Έτσι είχαν μάθει οι χωρικοί τα ζωντανά τους, έτσι τους άρεσε να ζουν και σε μας λόγος δεν πέφτει.

Και τούτος ο παπαγάλος, κάθε άλλο παρά ταίριαζε. Είχε από όταν γεννήθηκε πλουμιστά φτερά, όλα τα χρώματα, πράσινο, κίτρινο, κόκκινο – και ένα μπλε που ανθρώπου μάτι δεν είχε ματαξαναδει πιο ζωντανό. Θα λεγες ότι θα σε τύλιγε το το πάθος του, τίποτα στην φύση δεν το θύμιζε τούτο το μπλε.

Μα οι χωρικοί, αμάθητοι, τρομάξανε. Πήγε ο παππούς και βρήκε ένα κλουβί, μεγάλο μεν, αλλά κλουβί, και χώσανε μέσα τον παπαγάλο σαν ντροπή τους, δίπλα στα καντήλια να πάρει λίγο από το φως το άγιο, που τους ζέσταινε. Και έβλεπε ο παπαγάλος τα άλλα ζώα ελεύθερα, και ‘κείνος φυλακισμένος, και ήξερε γιατί, καθώς τα παιδιά είναι σκληρά, και του πετάγανε κουβέντες σαν περνούσαν από το κλουβί, κουβέντες πικρές και κακιές, και ο κύρης, που τα λάτρευε τα κοκόρια του τα άγρια και τούτος εδώ ήταν ζαβό, μήτε μύγα δεν πείραζε, και η κυρά το σπιτιού, έναν θυμό του ‘χε φυλαγμένο, τέτοιο άχρηστο ζώο να το ταΐζει και να το ποτίζει τσάμπα, και να την εκνευρίζει με το χρώμα του. Μην θα της έκανε τουλάχιστον ένα αβγό; Ούτε γι’ αυτό δεν ήταν ικανό το κωλόπουλο.

Ούτε την φωνή του δεν είχαν ακούσει. Κάποτε, είχαν μαζέψει ένα καναρίνι, και το ‘χαν βάλει κι αυτό σε κλουβί – αυτό κελαηδούσε τουλάχιστον, ήταν χρήσιμο, τους ζέσταινε την καρδιά – αν και θα το μετάνιωναν αν ήξεραν τι κελαηδάει ένα φυλακισμένο πουλί. Μα δεν ήξεραν από λόγια πουλιού, και καθόντουσαν και το χάζευαν, το στόλιζαν με γλυκόλογα, και σαν πέθανε να δεις που το θάψανε κιόλας, με τιμές, σαν τον κόπρο τον Τζακ που πέθανε γέρος ο αλήτης. Μα τούτο δω – ούτε που ακουγόταν, μιλιά δεν έβγαζε.

Αυτοί δεν το ξέρανε, μα δεν έβγαζε μιλιά γιατί ήξερε. Είχε πάει να μιλήσει μια φορά κι έκρωζε, φριχτή φωνή έβγαινε από μέσα του, ήξερε πως αν μιλούσε θα το ‘πνιγαν με την μιά, και έτσι σωπούσε και δεν μιλούσε. Και έκλεβε από το καντήλι δίπλα λίγο καρβουνάκι, και βαφότανε γκρι, έκρυβε τα χρώματά του σιγά σιγά, καθώς λαχταρούσε να παίξει με τ’ άλλα κοτοπουλάκια που μεγάλωναν δίπλα του και τόσο μακρυά του, και χανόταν και το δικό τους χρώμα και γινόταν γκρι. Γκρι θα γινόταν κι αυτός, αρκεί να σταματούσε να τον βρίζουν και να του άνοιγαν επιτέλους αυτήν την απαίσια την πόρτα.

Ο καιρός πέρασε, και κάποια στιγμή κάποιος στάθηκε μπροστά στο κλουβί, αναρωτήθηκε γιατί έχουν κλειδωμένο ένα γκρι πουλί μέσα, άχρηστο που δεν μιλάει, και καταπως γίνεται στα παραμύθια την άνοιξε την πόρτα, και ο παπαγάλος μας, ο γκρι πια παπαγάλος μας, επιτέλους βγήκε. Βγήκε, και έτρεξε να παίξει με τα κοτοπουλάκια του.

Τα κοτοπουλάκια του βέβαια είχαν μεγαλώσει, είχαν χάσει το χρώμα τους, ένα ωραίο απαλό γλυκό κίτρινο, και είχανε γίνει όλα κότες, και κοκόρια, ασπρόμαυρα όλα, χρήσιμα, τα κοκόρια μαλώνανε, οι κότες γεννάγανε αυγά, και είχαν σκοπό, δεν είχαν χρόνο πια για παιχνίδι. Και ο παπαγάλος μας ντρεπόταν, γιατί έκανε ψέματα πως ήταν ένας γκρι κόκορας, μα μήτε να τσακωθεί μπορούσε, μήτε καν να κάνει πως μαλώνει. Και κότα δεν μπορούσε να γίνει, γιατί αυγά δεν έκανε. Σ’ όλα αυτά, του τελείωνε και το φούμο, να κρυφτεί στο γκρι να μην τον βλέπουνε, καθώς είχε πιάσει καλοκαίρι και είχαν καθαρίσει και το τζάκι. Το πιασε πανικός.

Σιγά – σιγά τα χρώματά του ζωντάνευαν, δεν είχε άλλο να κρυφτεί. Βγήκε ντροπαλά το κίτρινο, βγήκε το κόκκινο, ξεθάρεψε το πράσινο, φώτισε το μπλε. Χωνόταν στις λάσπες να μπερδέψει τα μάτια, μα το χρώμα δεν κρύβεται, και ξανάβγαινε, και όσο κρυφοβλέπανε τα χρώματά του, τόσο ενοχλούνταν οι χωρικοί.

Κει που τρομάξανε πολύ όμως, ήταν όταν σταμάτησε πια να προσπαθεί να τα κρύψει.

Τρελάθηκε να γίνει ο παπαγάλος μας αυτό που έπρεπε, μα δεν μπορούσε πια. Το πήρε απόφαση, μπήκε κάτω από το ποτάμι, να ξεβάψουνε ευχήθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε, με όλη του την καρδιά, να γενεί τουλάχιστον άσπρος – μα πλύθηκε στο τρεχούμενο νερό, κι έλαμψε όσο ποτέ άλλοτε. Και όταν είδε την αληθινή του εικόνα στα νερά, θαμπώθηκε. Ήταν το πιο όμορφο πράγμα που χε δει ποτέ, δάκρυσε από τα χρώματα και την λάμψη τους, έτρεξε στο κοτέτσι αλαφιασμένος να το δείξει σε όλους, «κοιτάξτε, κοιτάξτε πόσο όμορφος ήμουν», και η χαρά του κράτησε μέχρι που είδε τα πρώτα μάτια να τον κοιτούν.

Σαν να κοιτούσαν την κατάρα.

«Μα όχι, δεν καταλαβαίνετε, είμαι παπαγάλος!» τους έλεγε, «είμαι αυτό που είμαι, κοιτάξτε τα χρώματα, κοιτάξτε τα φτερά μου» – και όλοι φεύγανε τρέχοντας από κοντά του. Και ήξεραν καλά τι έκαναν, καθώς σαν τον πήραν χαμπάρι οι ανθρώποι, άρχισαν να του πετούν πέτρες και να το κυνηγούν και να το προγκάνε, τρελάθηκε, «όχι, δεν καταλάβατε» πήγε να πει, «αυτό είμαι, ένας παπαγάλος, αυτό είμαι, είναι υπέροχο».

Σαν άνοιξε το στόμα του, δύο πράγματα έγιναν που δεν τα ξέχασε κανείς.

Κατ’ αρχάς, έκρωξε. Ήταν ένας απαίσιος ήχος, φριχτός, απωθητικός. Όμως δεν έφτανε αυτό – ο παπαγάλος μίλησε. Μα άλλα λόγια δεν ήξερε, εκτός από αυτά που του είπανε. Και άρχισε να βρίζει, όλες τις βρισιές που του ‘χαν μαζεμένες τις ξεστόμιζε, για τον εαυτό του τις έλεγε, γελούσε, «είμαι έτσι», «είμαι αλλιώς», τα χειρότερα λόγια, κι αυτός τα έλεγε για καλό, «κοιτάξτε, είμαι αυτό που φοβόσασταν, και τελικά είμαι χαρά», «είμαι αυτό που μισούσατε, και τελικά είμαι αγάπη».

Μα οι άνθρωποι άκουγαν τις ίδιες τις φωνές τους, τα ίδια τους τα λόγια, και τον μισούσαν ακόμα περισσότερο.

Μόνο κάτι παιδιά, βλέπανε τα χρώματά του και την περηφάνια του, και άλλο έβαφε μία τούφα πράσινη στο μαλλί του, άλλη φορούζε ένα φουλάρι ροζ, κάτι πιτσιρίκια βάψανε τα χέρια τους πορτοκαλί κι αφήνανε σημάδια παντού. Και τα προγκίξανε οι δικοί τους, γιατί στο τόσο γκρι λιγουλάκι ροζ φαίνεται πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο, και θα ‘λεγε κανείς ότι εκεί ήταν πάντα ώρα κοινής ησυχίας, και μόνο τα κοκόρια αφηνόντουσαν να κάνουν φασαρία, όχι τα χρώματα.

Σε κάθε ιστορία όλοι πεθαίνουν, κι ας μην στο λένε, και σ’ αυτήν πέθανε και ο παπαγάλος μας. Δεν είχε έρθει η ώρα του, μα ένας γάτος παραφύλαγε, δεν τον ήθελε για φαΐ, φαγωμένος ήτανε, μια μέρα που ήταν ζαλισμένος και τον σβέρκωσε. Ούτε είναι πως είδε τα χρώματά του, ούτε τον άκουσε να μιλά και τρόμαξε, μα σαν παιχνίδι τον είδε, μπερδεμένο, του δωσε μία με τα νύχια του ποδιού του, και τον πήραν τα αίματα και πέθανε.

Το μόνο που έμεινε ήταν κάτι φτερά πολύχρωμα – κι αυτά κράτησαν όσο κράτησαν. Και όσα παιδιά δεν τον ξέχασαν, που ξέκλεβαν λίγο κόκκινο από το αίμα τους όταν σκιζόντουσαν στα πόδια στις αλάνες παίζοντας μπάλα, και βάφανε μ’ αυτό κρυφά τα χείλη τους.

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη. Με μέση, αρχή, τέλος, με επιμύθιο, απ’ όλα – στην έκθεση θα έπαιρνε άριστα και μπράβο μου.

Αλλά φυσικά, δεν θα το ανεβάσω, γιατί του λείπει το πιο βασικό.

Δεν έχω γράψει την ουσία του πράγματος.

~

Η ιστορία είναι γεμάτη ανατροπές. Στην αρχή, ένας ληστής μπαίνει σε ένα μαγαζί με ένα μαχαίρι και σπάζοντας τις βιτρίνες τραυματίζεται και πεθαίνει. Κάποιοι συμπεραίνουν αυτόματα ότι είναι μετανάστης. Ύστερα, ο ληστής γίνεται πρεζάκι, που είναι διαλυμένος και πήγε για να εξασφαλίσει την δόση του. Μετά, το πρεζάκι δεν πεθαίνει απο τα γυαλιά της βιτρίνας – δολοφονείται από περαστικούς. Στην συνέχεια, βγαίνει το πρώτο βίντεο (χωρίς ήχο). Τότε δεν άντεξα να το δω. Μετά, μαθαίνουμε ότι το «πρεζάκι-ληστής» είναι γνωστός σε πολύ κόσμο (τον ακολουθούσα και γω), ο Ζακ, μία μορφή που είχε επηρεάσει με την στάση του μία ολόκληρη κοινότητα. Μαθαίνουμε ότι ο καταστηματάρχης «είχε πάει για τσιγάρα», το βίντεο γίνεται viral, ο ληστής είναι πια «πούστης οροθετικός». Ο κόσμος αναρωτιέται για το μαχαίρι, ο καταστηματάρχης συλλαμβάνεται. Κάποιοι παίρνουν την θέση του καταστηματάρχη, κάποιοι του Ζακ, κάποιοι μιλάνε για ανθρωπιά λιντσάρισμα, κάποιοι για αυτοπροστασία. Η υπόθεση αποκτά βαρύτητα, συζητείται. Ύστερα, αφήνεται να εννοηθεί (κυρίως από τον Βαλλιανάτο – μα όχι μόνο από αυτόν) πως ο Ζακ (γιατί το θύμα έχει πια όνομα) δεν μπήκε για να κλέψει μα για να σωθεί από πέσιμο που του έγινε λίγο πριν.

Προσέξατε τι έγραψα στην αρχή;

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη .

Εκεί είναι το λάθος μου. Αισθάνομαι ότι εκεί είναι το λάθος όλων μας.

~

Ο καταστηματάρχης και ο Ζακ Κωστόπουλος είναι δύο αυθεντικοί ήρωες μίας τραγωδίας. Έπαιξαν έναν ρόλο σε μία σκηνή που την παρακολουθήσαμε όλοι, μάθαμε το θύμα, τον θύτη, οι ρόλοι άλλαξαν κατά το δοκούν, ανάλογα με την καρέκλα του θεατή. Ο πούστης, το πρεζάκι, ο οροθετικός, οι φασίστες που λιντσάρουν, ο τύπος με τα άσπρα μαλλιά που τον προστατεύει, οι ΕΚΑΒίτες που τον περιθάλπουν, τα ουρλιαχτά, οι αστυνομικοί που (δεν) παρεμβαίνουν, η μεταφορά στο νοσοκομείο με χειροπέδες, ο ένας στο χώμα, ο άλλος στην φυλακή.

Αδυνατώ, και μιλώ πολύ σοβαρά, να κουνήσω το δάκτυλο σε οποιονδήποτε εδώ. Δεν ξέρω καν τι έγινε, μπήκε μέσα; Ήταν άδειο; Πήγε να κλέψει; Είχε φύγει ο καταστηματάρχης; Ήθελε να τον σκοτώσει; Έγινε ότι έγινε γιατί όλοι κινήθηκαν σαν όχλος; Ήταν ο Ζακ οπλισμένος με μαχαίρι ή ήταν ο Ζακ αυτός που όλοι περιγράφουν, ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος που δεν θα πείραζε κανέναν; Ήταν όλο μία τεράστια παρεξήγηση; Τους τρόμαξε ο Ζακ με την συμπεριφορά του; Ήταν υπό επήρεια; Δεν ήταν και του συνέβαινε κάτι άλλο; Βρήκαν ευκαιρία να λιντσάρουν έναν πεσμένο, δεν υπάρχει αμφιβολία καμία, και είπαν ψέματα όσο δεν ήξεραν ότι υπήρχε το βίντεο, και είναι ένοχοι γι’ αυτό, ο,τι και να έγινε, αλλά όλη η υπόθεση συνολικά είναι τόσο ανατρεπτική κάθε λίγο και λιγάκι, που δεν μπορώ να καταλάβω καν τι έγινε.

Εκτός από δύο πράγματα:

Υπάρχει ένας νεκρός.

Και υπάρχουν πολλοί θύτες.

~

Πάντα πασχίζω να καταλάβω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου, αυτή είναι μία από τις κατάρες που κουβαλάω. Θα αναρωτηθώ για τον δράστη, θα προσπαθήσω να καταλάβω πως σκεφτόταν, τι ένιωθε, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι θα ένιωθα εγώ στην θέση του, πως θα αντιδρούσα εγώ, τι θα έκανα τελικά εγώ, πόσο ανθρώπινος θα ήμουν στην ίδια κατάσταση, στις ίδιες συνθήκες.

Μα σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν έχω φτάσει εκεί. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση σταμάτησα λίγο πριν: συνάντησα πολλούς δράστες, δεκάδες δράστες, ιδιαιτέρως σκληρούς, εξαιρετικά αιμοβόρους, στυγνούς, ανθρώπους που δικαιολόγησαν απόλυτα την πράξη, που είπαν «αν έμπαινε ένας μαχαιροβγάλτης στο δικό σου μαγαζί;» και «ένας πούστης λιγότερος» και «ξεβρώμισε ο τόπος με το καθίκι», τα κανάλια (μέχρι και ο Δήμαρχος(!) έπαιξαν με άνεση το «μαίνεται η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά στο κέντρο της Αθήνας» και έκαναν και δημοψήφισμα «συμφωνείτε με την αντίδραση του καταστηματάρχη σ’ αυτόν που εισέβαλλε στο μαγαζί του με μαχαίρι;», και ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται με το «καλά του κάνανε».

«Καλά του κάνανε».

Μπορώ να αναρωτηθώ για όλους, για τον Ζακ, για τον καταστηματάρχη – μα αυτός που, στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, έχοντας όλον τον χρόνο να σκεφτεί, έχοντας την κατάληξη μπροστά του, έχοντας όλη την εικόνα μπροστά του, αυτός που ξέρει ότι ο νεαρός θα πέσει, αιμόφυρτος, θα πεθάνει αν τον κλωτσήσουν, αυτός που θα γράψει αυτά τα πράγματα θα τα γράψει γιατί είναι χαραγμένα βαθιά στην ψυχή του.

Δεν είναι ένας. Δεν είναι καν όσοι ήταν πριν έναν χρόνο, ή πριν δύο χρόνια – ή, αν θέλεις, μιλάνε τώρα πολύ περισσότεροι, είναι πολλοί, ένας θα ήταν πολύς, δύο θα ήταν πολλοί – μα είναι στ’ αλήθεια πολλοί, υπερβολικά πολλοί, αφόρητα πολλοί.

Δεν συζητάω πια για το λιντσάρισμα που έγινε στην οδό Γλάδστωνος.

Συζητώ για κάτι απείρως μεγαλύτερο, για μία μόλυνση, έναν καρκίνο που εξαπλώνεται, που μολύνει ανθρώπους στην ψυχή τους, που μισούν, που φοβούνται, που δικαιώνουν μία δολοφονία – έναν θάνατο έστω, που για αυτούς το 33χρονο παιδί «καλά έπαθε» και πέθανε.

«Καλά του κάνανε».

Φυσικά, δεν σταματάει εδώ. Ο φρουρός τα άκουσε που δεν πυροβόλησε τους Ρουβίκωνες (πρόσφατα πολιτικοί σιγοντάριζαν τρελούς που σημάδευαν με ένα δάκτυλο την οθόνη αν θυμάστε), όποιος διαφωνεί με το Μακεδονικό θέλει κρέμασμα, οι λάθρο να πεθαίνουν στα σύνορα για παραδειγματισμό, οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές και ας ψοφήσουν, οι πούστηδες μας έχουν κάνει όλους σαν τα μούτρα τους και θέλουν λοβοτομή να γίνουν καλά. Το μίσος ξεχειλίζει, δεν λέγεται σιγά και ύπουλα, λέγεται δυνατά, με θράσος, το «εγώ δεν είμαι φασίστας, αλλά», το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά» έχει γίνει «εγώ ΕΙΜΑΙ φασίστας», «εγώ ΕΙΜΑΙ ρατσιστής», οι μάσκες πέφτουν, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα φυτρώνεται κι άλλο, με ένα «καλά να πάθει».

«Καλά του κάνανε».

~

Άκου με λίγο.

Ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ο καταστηματάρχης ήταν σε άμυνα, ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ένιωθε απειλή, ή ήθελε να προστατευτεί, ότι τρόμαξε, δεν θα πάω να σε πείσω αλλιώς, δεν ξέρω, ακόμα και αν πιστεύεις όλα αυτά ειλικρινά γιατί αυτό κατάλαβες από αυτήν την τραγωδία – ένα πράγμα μην πεις:

Πως «καλά του κάνανε».

Ας είναι αυτό το μόνο, το λίγο που ζητάω. Αυτή η υπόθεση να είναι μία τραγωδία, όχι μία πράξη δικαιοσύνης. Δεν σου ζητάω να καταδικάσεις τον καταστηματάρχη, δεν σου ζητάω να αθωώσεις τον Ζακ, σου ζητάω μόνο να βρεις στην καρδιά σου να στεναχωρηθείς για έναν νεκρό.

Όχι «κρίμα» – να στεναχωρηθείς πραγματικά. Γιατί εκεί έξω υπάρχουν άλλοι καταστηματάρχες, υπάρχουν φασίστες, υπάρχουν πρεζόνια, υπάρχουν οροθετικοί, υπάρχουν 33χρονοι ακτιβιστές, υπάρχουν ληστές με μαχαίρι, υπάρχουν κλέφτες, υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, υπάρχουν αδικημένοι, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, το ίδιο άνθρωποι, το ίδιο με τον καταστηματάρχη της ιστορίας μας, με τον Ζακ της ιστορίας μας, με εσένα και εμένα.

Και κανείς – σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό, σ’ αυτό μόνο – κανείς δεν αξίζει να πεθάνει.

Αν κάτι πήγε στραβά, ας το διορθώσουμε, αν μπορούμε ας βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν ας χτίσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας, μην αφήσουμε να ποτίζουν με χολή την ζωή μας, μην καθαρίσουμε με ένα «καλά του κάνανε», γιατί μπορούσαν να του κάνουν καλύτερα, αληθινά καλύτερα, αν ήταν πρεζόνι να γινόταν καλά, αν ήταν φασίστας ο καταστηματάρχης να φροντίσουμε καταλάβαινε το λάθος του, ας διορθώσουμε, ας φτιάξουμε ένα γαμημένο κάτι καλύτερα.

Σε ικετεύω. Μην φυτέψουμε άλλο μίσος.

Τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει τελικά σε τόσο μίσος, όχι μόνο αυτοί που τους αξίζει. Τίποτα.

(Τούτο το κείμενο το γράφω παρέα με αυτό το τραγούδι. Αμα θες, βάλε να το ακούσουμε μαζί. Δεν πρόλαβα να το μοιραστώ μαζί της)

Έχουμε αποχαιρετίσει πολλούς εδώ μέσα. Περισσότερους από όσο αντέχουν τα στομάχια μου, άλλοτε γλυκά παιδιά, άλλοτε φιλαράκια, άλλοτε μαχητές – μου λείπουν ένας-ένας.

Συνήθως, όταν αφιερώνω ένα post σ’ αυτούς, το κάνω γιατί νιώθω ότι οφείλω να εξηγήσω πόσο τους σκεφτόμουν, τους σεβόμουν, τους αγαπούσα εγώ.

Για την @sesikar, περισσότερο θέλω να θυμάμαι πόσο με αγαπούσε εκείνη.

~

Στην ζωή – στην δική μου, δεν ξέρω για την δική σας – καμιά φορά, λυγίζεις. Άλλοτε για ανούσια πράγματα, άλλοτε για ουσιαστικά, άλλοτε απλώς κουράζεσαι, άλλοτε θυμώνεις – λυγίζεις. Εκείνη την ώρα, δεν είσαι ο καλύτερος σύμβουλος του εαυτού σου.

Καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, θα βρεθεί δίπλα σου ένας άνθρωπος που σε αγαπάει. Που σε νοιάζεται. Που θα πετάξει μία κουβέντα σωστή, που θα κουμπώσει στην καρδιά σου, και θα σου δώσει μία επιπλέον ανάσα – εκείνη που χρειάζεσαι για να σηκωθείς.

Θα αφήσω τους υπόλοιπους γνωστούς της να πουν τι αποκόμισαν από την ζωή μαζί της, να πουν τι άνθρωπος ήταν, ανθρώπους που την νοιάστηκαν πολύ, που ήταν δίπλα της, ανθρώπους που είδαν τα καλά και τα άσχημά της, που μοιράστηκαν ένα τελευταίο ποτήρι μαζί της. Πολλοί ήταν περισσότερο τυχεροί από μένα, και την έζησαν από κοντά.

Αυτό είναι το μόνο που μπορώ να μοιραστώ εγώ, δεν είναι πόσο την σεβόμουν ή πόσο την θαύμαζα – τουλάχιστον, ένα λιγότερο κρίμα έχω στην καρδιά μου, τα ήξερε καλά όλα αυτά. Είμαι τυχερός, τα ήξερε.

~

Δεν ξέρω αν είναι καλός επικήδειος αυτός, δεν έχω μάθει ακόμα να γράφω τίποτα άλλο για αυτούς που φεύγουν παρά μόνο εκείνο που νιώθω περισσότερο να πονά κάθε φορά στην καρδιά μου την ώρα που τους αποχαιρετώ:

«Ξέρω πόσο με αγαπούσες. Το εισέπραξα. Σ’ ευχαριστώ

~

Καλή δύναμη στην οικογένειά της, καλή αντοχή στους φίλους της.

Τα σχόλια κλειστά, δείξτε κατανόηση.

-“Είσαι γραφείο;” του έστελνα όταν μου περίσσευαν πέντε ευρώ, να πάω να του τα δώσω για το press.

-“Όχι, είμαι άνθρωπος” μου έλεγε κάθε φορά, «χαχαχα» – και γω τσαντιζόμουν μαζί του και ας μην το έδειχνα, γιατί θα έπρεπε να τον ξαναρωτήσω, αν είναι *στο* γραφείο, και μου στερούσε λίγο (πολύτιμο) χρόνο επικοινωνίας μας.

Γιατι αυτό ήταν ο Κώστας – είχε λίγο χρόνο, απίστευτα πολύτιμο. Θα σας το πουν όλοι. Δούλευε δεκαπέντε, είκοσι ώρες την ημέρα – καμιά φορά δεν κοιμόταν για μέρες, έφτιαχνε περίτεχνα project, σκεφτόταν την επόμενη μεγάλη ιδέα, όχι μία, πέντε μαζί, πολύπλοκα, έτρεχε τους σέρβερ, έφτιαχνε τον κώδικα, ετοίμαζε τις live συνδέσεις, σχεδίαζε τα εικαστικά, έγραφε τα κείμενα, έκανε συνεργασίες, έτρεχε σε εφορίες και τράπεζες, τσακωνόταν και τα έβρισκε μετά – ή δεν τα έβρισκε, μένανε τσακωμένοι και δεν μιλιόντουσαν, και σου έλεγε τον πόνο του, “μα έκανα λάθος;” γιατί τον πονούσε κάθε τσακωμός, κάθε κόντρα, βαθιά.

Και είχε και τα ρεπορτάζ. Την δημοσιογραφία. Δεν πάλευε, όπως ίσως νομίζουν πολλοί για μία αντικειμενική δημοσιογραφία – πάλευε για μία αδέσμευτη, μία ανεξάρτητη δημοσιογραφία. Τα άρθρα, οι ξένοι δημοσιογράφοι, το τρέξιμο, – γι’ αυτό ήταν πολύτιμα πέντε λεπτά μαζί του, γιατί ο Εφήμερος έζησε πέντε ζωές δικές μου στα σαρανταδύο του χρόνια.

Στο σχολείο μου σήμερα, είχαμε γιορτή. Επιλέγω να γράψω τούτο το κείμενο τώρα, ασυνάρτητα, μέσα από την καρδιά μου και όχι μέσα από το μυαλό μου – θα καταλάβεις γιατί. Στο σχολείο, τα παιδιά μου είχαν γιορτή. Ήταν η πρώτη στιγμή που βούρκωσα για τον Εφήμερο – κρατιόμουν, όλη την ημέρα. Διάβασα πεντακόσια tweet “πέθανε ο δημοσιογράφος Εφήμερος”, μόνο για να το πιστέψω, και ας μου το ΄χε πει ο μπαγάσας, σε όλους το χε πει, ότι θα πέθαινε, ότι ήταν εφήμερη η βόλτα του στα μέρη μας.

Στο σχολείο τα παιδιά είχαν γιορτή σήμερα. Και έκλαψα, όχι για τα δικά μου, που τραγουδούσαν αμέριμνα, αλλά για δύο άλλα παιδιά, δύο παιδιά που δεν έτυχε να γνωρίσω – παρότι πάντα το κανονίζαμε, δύο μικρά παιδιά που του άξιζε του Εφήμερου να τα δει να μεγαλώνουν, που του άξιζε να τα δει να τραγουδάνε αμέριμνα, περήφανα και φάλτσα, τραγούδια με τόσο νόημα, που μόνο ένας άνθρωπος που έχει παλέψει να τα κάνει αληθινά καταλαβαίνει.

Θα μάθουν πόσο πολύτιμη ήταν η φιλία μας; Θα μάθουν, άραγε, πόσοι άνθρωποι είπαν “κρίμα!” μέσα από την καρδιά τους, για έναν άγνωστό τους, που θα τον γνωρίσουν μόνο από τις περιγραφές μας; Πόσο τυχερά θα ήταν αν θα τους αφιέρωνε όταν μεγάλωναν, αυτόν τον τόσο πολύτιμό του χρόνο;

(Κοίτα που η πληκτρολόγηση στα τυφλά θα μου φανεί χρήσιμη στα σαράντατόσα μου)

Θα πουν άλλοι για την δημοσιογραφία που υπηρέτησε πιστά. Που την υπηρέτησε τίμια, με προσωπικό κόστος, όχι τα ξενύχτια, οι κόντρες, οι απειλές και τις τρικλοποδιές, όχι τις μικρές ή μεγάλες ήττες σε όσα πίστευε ότι μπορούσαν να πάνε καλύτερα και πάλευε γι’ αυτά – αλλά γιατί ήξερε ότι δεν έχει χρόνο, και πάλευε να ξεζουμίσει την ζωή μέχρι την τελευταία σταγόνα.

Θα πουν άλλοι για το πόσα έχασε υπερασπιζόμενος ότι θεωρούσε σωστό. Για τις χρόνιες φιλίες που θα τσαλάκωναν γιατί ένιωθε ότι έπρεπε να υπερασπιστεί μία δημοσίευση κειμένου ακόμα και αν δεν συμφωνούσε μ’ αυτό, για τους πελάτες που ήξερε ότι θα του έλεγαν εν μία νυκτί “όχι, δεν σε πληρώνουμε” αλλά παρόλα αυτά πόσταρε το κείμενό του – και ότι γίνει, για τις τράπεζες, που κάθε φορά “τελευταία στιγμή” κάτι στράβωναν στις πληρωμές και θα έπρεπε να τρέξει να βρει λεφτά για μισθούς, ή έξοδα, παρακαλώντας – πάλι, για το όνειρό του.

Άλλοι αυτά μπορούν να τα τεκμηριώσουν καλύτερα – θα σωπάσω για λίγο εδώ.

Εγώ θα κλείσω με τον δικό μου Εφήμερο. Το Εφήμερο που τον ρωτούσα τι έχει, και δεν μου έλεγε – υποψιάζομαι, τώρα που έμαθα τι έγινε με την εγχείρηση, ότι δεν μου έλεγε για να μην με στεναχωρήσει – πάντα πίστευε ότι ήμουν υπερβολικά ευαίσθητος. Τον Εφήμερο που, μόλις έφτιαχνε κάτι, πέντε λεπτά το αργότερο μετά μου έλεγε “το είδες; σ’ αρέσει;” και τσαντιζόταν που του έλεγα κατ’ ευθείαν τι να διορθώσει και όχι πόσο γαμάτο είναι. Και με έβριζε, και απογοητευόταν, και στο επόμενο project πάλι πέντε λεπτά μετά, σαν μικρό παιδί περήφανος, με ρώταγε. Τον Εφήμερο που με μάλωνε, γιατί έγραφα τεράστια κείμενα, και βαριόταν να τα διαβάσει. Τον δικό μου τον Εφήμερο που μου είπε περίπου πέντε χιλιάδες φορές ότι θα πεθάνει, και εγώ ήμουν βέβαιος ότι θα πάει αυτός τελικά στην δική μου κηδεία, και όχι εγώ στην δική του, και θα τον κοροΐδευα εκεί που ήμουν.

Τον δικό μου Εφήμερο, που με όλα τα περίεργά του, σε κέρδιζε τελικά ο μπαγάσας.

Θα μου λείψεις ρε φίλε, αλήθεια. Πολύ.

Υ.Γ: Κώστα, μεγάλο το κείμενο, ε; Θα βαρεθείς πάλι να το διαβάζεις, ε; Ε, έτσι πάει ρε Κώστα, τώρα δεν μπορείς να μου την πεις, όσο μεγάλο θέλω θα το γράφω.

Υ.Γ.2: Για τα παιδιά στο γραφείο. Χάσατε νιώθω έναν πατέρα, έναν φίλο, έναν μέντορα. Σας σκέφτομαι διαρκώς. Έχετε όλη την αγάπη μου.

Υ.Γ. 3: Γραννέτα, έχεις δίκιο. Από τα τελευταία πράγματα που μου είπε, είναι πόσο σε αγαπούσε, και πόσο χαρούμενος ήταν που περνούσε πλέον περισσότερο χρόνο μαζί σας. Καλή δύναμη και κουράγιο.

Μάλλον μας έχει διαφύγει, ίσως γιατί κανένα μεγάλο κανάλι δεν κάνει απ’ ευθείας μετάδοση, ίσως γιατί δεν το παρουσιάζει κάποιος γνωστός, ίσως γιατί δεν έχει μεγάλους σταρ – αλλά έχουμε και στην Ελλάδα το δικό μας Survivor!

Ομάδες ανθρώπων, συχνά αποκαλούμενοι με το «πρόσφυγες» ή το «μετανάστες» (ίσως για να ξεχνάμε για λίγο ότι είναι, κατά βάση, άνθρωποι) δίνουν το δικό τους αγώνα, άλλοτε κόντρα στις κακές συνθήκες, άλλοτε κόντρα στους βίαιους δεσμοφύλακες, άλλοτε κόντρα στο κακό τους το ριζικό που τους έφερε στην ανάγκη μας.

Κάποιοι εξ αυτών ζουν σε αξιοπρεπείς συνθήκες όντως, όπως στον Βοτανικό – αλλά για το τηλεοπτικό κοινό που διψάει για αίμα, του προτείνουμε να παρακολουθήσει αυτά τα παράλληλα εντυπωσιακά αγωνίσματα, των πιο άτυχων από αυτούς, με έπαθλο μία στέγη και ένα πιάτο φαΐ με ειρηνικές συνθήκες σε χώρες της ΕΕ – για όσους, βεβαίως, σταθούν αρκετά τυχεροί και επιβιώσουν.

~

Θα αναλάβω εγώ την παρουσίαση, – άσημος μεν, ελπίζοντας όμως ότι η τραγωδία θα φέρει αρκετούς θεατές και θα καλύψει την ανάγκη τους για να βιώσουν ένα αληθινό άθλημα επιβίωσης.

Πάμε λοιπόν; Είμαστε έτοιμοι για την απόλυτη περιπέτεια επιβίωσης; Πάμε!

~

Στην πρώτη φάση του αγωνίσματος, θα ξεχωρίσουν αυτοί που θα φύγουν από τον πόλεμο. Είτε είναι αληθινός πόλεμος, με όπλα και σφαίρες, είτε είναι οικονομικός πόλεμος, είτε πόλεμος για τις ιδέες ή την δημοκρατία ή τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι παίκτες μας θα πρέπει να φύγουν από την χώρα τους, με τα ελαχιστότερα από τα υπάρχοντά τους, για πάντα.

Στην δεύτερη φάση, θα πρέπει να πληρώσουν απίστευτα ποσά σε κακούργους, για να επιβιβαστούν σε μία φουσκωτή, ακατάλληλη βάρκα, όπου με απειλή όπλου ένας εξ αυτών, ξέρει δεν ξέρει, θα οδηγήσει «προς τα φώτα» – συνήθως με μία επικίνδυνη φουρτούνα να τους καταδιώκει.

Θα μπορούσαν, πιθανόν, να μεταφερθούν μέσω στεριάς και να μπουν με πιο ασφαλείς διαδικασίες στην Ευρώπη – αλλά σοβαρευτείτε, τι παιχνίδι Survivor θα ήταν αν δεν είχε και λίγο περιπέτεια, ε; Γι’ αυτό, και θα έχουμε ναρκοθετημένες περιοχές, και έναν φράκτη τόσο ισχυρό, που δεν πέφτει από κυβερνήσεις.

Κάποιοι, εξ αυτών, θα πνιγούν – συνήθως γυναίκες και παιδιά – αφού, λίγοι θα φορούν σωσίβια, και ακόμη λιγότεροι θα φορούν σωσίβια που όντως επιπλέουν. Έτσι είναι όμως το παιχνίδι, ας επικεντρωθούμε κυρίως σ’ αυτούς που θα τα καταφέρουν, και θα ξεβραστούν σε μία ελληνική ακτή – αν πρώτα δεν πέσουν σε περίπολο, Ελληνική, Τουρκική ή της Frontex, που είναι πιθανό να τους … σπρώξουν προς όποια κατεύθυνση του βολεύει.

Αν κάποιο παιδάκι πνιγεί, και είναι εικαστικά άρτιο το θέαμα για μετάδοση, θα φροντίσουμε να μάθουμε το όνομά του, θα αυξήσει σίγουρα την τηλεθέαση. Για τα υπόλοιπα… ε, δεν έχουμε αρκετά δεκαπεντάλεπτα. Ας επικεντρωθούμε θα έλεγα στα υπόλοιπα αγωνίσματα που θα συμμετάσχουν όσοι τα καταφέρουν.

Όσοι επιβιώσουν, θα περάσουν στην τρίτη φάση του διαγωνίσματος. Αυτή, είναι τόσο μεγάλη, που μπορεί να διαρκέσει μήνες – όρεξη να έχουμε να βλέπουμε. Θα ξεχωρίζουμε τα αθλήματα ανάλογα με τον βαθμό επικινδυνότητας και πολυπολοκότητας – αλλά οι παίκτες μας είναι ελπιδοφόροι, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ζήσουν κάθε λεπτό με όλη την αγωνία στο πρόσωπό τους.

Για αυτό το χρονικό διάστημα, οι παίκτες θα παραμένουν ως επι το πλείστον κρατούμενοι. Αυτό, θα βοηθήσει κυρίως να τους ελέγχουμε, και να μην διαμαρτύρονται πολύ οι γείτονές τους. Το παιχνίδι αυτό θα το ονομάσουμε «χωρίς λόγο τιμωρία», μπορεί να κρατήσει και χρόνο – μερικές φορές σε κελιά φυλακών και ο μόνος τρόπος να γλυτώσει κάποιος θα είναι να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει, ή να κάνει υπομονή μπας και έρθει η σειρά του να βγει. Αν τα καταφέρει να αυτοκτονήσει παίρνει έξτρα πόντους – αλλά, όπως είναι λογικό, αποκλείεται από την συνέχεια.

Εξαντλημένοι ψυχολογικά και σωματικά, οι παίκτες μας θα πρέπει να καταθέσουν ένα αίτημα παραμονής ή ασύλου. Επειδή ο αριθμός τους είναι μεγάλος, αυτό όχι μόνο θα πάρει μήνες, αλλά και συχνά δεν θα υπάρχει αρκετό προσωπικό να διαχειριστεί τα αιτήματα. Είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς φυλακισμένους να πασχίζουν για ένα αίτημα ασύλου σε ξένη χώρα, με γραφειοκρατικές διαδικασίες που συχνά δεν κατανοούν – και πόσο θα αντέξουν την ταλαιπωρία. Όσοι διαμαρτυρηθούν γι’ αυτό, χωρίς να το γνωρίζουν θα παίξουν ένα υποπαιχνίδι που λέγεται «γνώρισε τα ΜΑΤ». Δακρυγόνα, κλομπ, και αυτοσχέδιες μάχες θα προβληθούν prime-time – το παιχνίδι δεν θα έχει νικητές, τα ΜΑΤ θα νικήσουν ότι και να γίνει, αλλά θα είναι ενδιαφέρον το πρόσωπο των ανθρώπων που θα είναι αντιμέτωποι με οπλισμένους ένστολους, ενώ έχουν έρθει από πόλεμο. Γενικά, το παιχνίδι θα έχει μάχες και σωματική επαφή με την εξουσία.

Στην συνέχεια, το παιχνίδι της υπομονής που λέγαμε. Αυτό, θα περιλαμβάνει από φαγητό με σκουλήκια, ντουσιέρες κοινές που δεν θα δουλεύουν πάντα, ελλείψεις στις ιατροφαρμακευτικές υπηρεσίες. Τον χειμώνα δεν θα υπάρχει θέρμανση για όλους (τι survivor θα ήταν άλλωστε, σοβαρευτείτε). Για κάποιους τυχερούς, θα υπάρχουν και έξτρα αγωνίσματα, όπως το «ζήσε στο χιόνι με μόνο εφόδιο μία σκηνή«, «φτιάξε φαγητό στην πλαστική σκηνή σου«, ή «άναψε μαγκάλι για να ζεσταθείς«. Όποιος παγώσει, καεί, ή πεθάνει από αναθυμιάσεις, αποκλείεται από την συνέχεια του παιχνιδιού. Δυστυχώς, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, κανείς δεν θα μάθει το όνομα αυτών των παικτών. Ας συνεχίσουμε όμως:

Για τα μικρά παιδιά, έχουμε έξτρα δραστηριότητες, όπως το «γνώρισε τα ναρκωτικά σε ένα κλειστό καμπ», το «αυτοκτόνησε όπως οι μεγάλοι» ή το «ζήσε με ενήλικες σε λίγα τετραγωνικά», ή το «φάε χαστούκι από τον δεσμοφύλακά σου». Τα παιδιά, γενικώς, κερδίζουν πόντους αν καταφέρουν να μεγαλώσουν, και λίγους παραπάνω αν καταφέρουν να μεγαλώσουν χωρίς ψυχολογικά ή άλλα προβλήματα. Πολλούς περισσότερους αν καταφέρουν μετά από όλα αυτά να παραμείνουν παιδιά, μα δεν πιστεύουμε ότι θα χρειαστεί ποτέ να δώσουμε τέτοιους πόντους.

Όσοι δεν ζήσουν σε σκηνές, δεν θα είναι (απαραιτήτως) πιο τυχεροί. Υπάρχει η επιλογή «ζήσε με αλληλέγγυους» που περιλαμβάνει ναι μεν συνήθως καλύτερες συνθήκες μα ανα πάσα στιγμή και την διαδικασία της σύλληψης, με όσα αυτό συνεπάγεται, και το «ζήσε σε έναν εγκαταλελειμμένο για κάποιον-προφανώς-σοβαρό-λόγο χώρο» που περιλαμβάνει μολύνσεις και κουνούπια. Εκεί θα πεθάνει μάλλον πιο αργά κάποιος, οπότε θα αργήσουμε να δούμε ποιος έχασε.

Υπάρχει και ένα έξτρα παιχνίδι, στο οποίο αν διαμαρτυρηθούν κάποιοι παίκτες για την ποιότητα του φαγητού, ή του νερού, θα τους στερήσουμε εκδικητικά το φαγητό για τρεις μέρες. Κερδισμένοι, όσοι αντέξουν με ψωμί και νερό και δεν ξαναγκρινιάξουν.

Όσοι επιλέξουν να ζήσουν κοντά στα σύνορα, σε άτυπα καμπ, θα εκδιωχθούν κάποια στιγμή, ενώ όσοι τα καταφέρουν να φύγουν, θα αντιμετωπίσουν πιθανότατα ίδιες αν οχι χειρότερες συνθήκες στις άλλες χώρες. Σε κάποιες χώρες, όπως η χώρα της ελευθερίας, δεν θα είναι καν ελεύθεροι να μπουν αν γεννήθηκαν σε λάθος γεωγραφικό μήκος ή πλάτος – ε, και ας κλάψουν όσο θέλουν, έτσι είναι το παιχνίδι.

Ως μπόνους αγώνισμα, κάποια παιδιά που θα έχουν πρόσβαση σε σχολεία (σε διαφορετικές ώρες από τα «δικά μας παιδιά») για να ενταχθούν, θα δουν ρατσιστές να τους βρίζουν και να δένονται με αλυσίδες απέξω για να μην μολύνουν «τα δικά τους παιδιά». Αν δεν έχουμε αρκετούς από τα δικά μας σχολεία, υπάρχει πρόβλεψη να έρθουν από άλλες περιοχές, για να γίνει μπούγιο και να γράφουν καλύτερα στην κάμερα.

Στο τέλος του παιχνιδιού, αρκετοί αν όχι οι περισσότεροι θα βρεθούν μπροστά στο ενδεχόμενο να μεταφερθούν στην Τουρκία. Αυτοί αποκλείονται αυτόματα, εκτός και αν διεκδικήσουν με κάθε τρόπο την παραμονή τους, αλλά όσοι χρησιμοποιηθούν, είτε από το δικό μας παιχνίδι, είτε από το αντίστοιχο τουρκικό survivor ως πιόνια, θα διατηρήσουν μία πιθανότητα ακόμα να κερδίσουν.

Οι παίκτες γενικά στο παιχνίδι μπορεί να δεχθούν εξωτερική βοήθεια. Αυτό δεν είναι απαγορευμένο, αρκεί όσοι συμμετάσχουν σ’ αυτήν την διαδικασία, είτε να σκοπεύουν να πάρουν χρήματα από την συμμετοχή τους, είτε να το κάνουν αφιλοκερδώς γιατί νοιάζονται, οπότε να είναι προετοιμασμένοι να τους πουν «άπλυτους» και/ή «ανθέλληνες». Η δεύτερη ομάδα δεν κερδίζει τίποτα, αλλά να είναι προετοιμασμένη εκτός από το βρίσιμο να δεχθεί και επιθέσεις σωματικές – χωρίς ίσως πάντα να μπορεί να βρει το δίκιο της στην δικαιοσύνη. Έτσι είναι το παιχνίδι, τραγικό. Όποιος θέλει συμμετέχει.

Όσοι καταφέρουν να μείνουν εδώ πάντως, θα αντιμετωπίσουν τον ρατσισμό. Όλοι, ανεξαιρέτως. Αυτό θα είναι ένα διαρκές παιχνίδι και εκτός από την σταθερή αρθρογραφία επισήμων και μη, με λέξεις όπως «λάθροι», «επικίνδυνοι», «αυτοί που αλλοιώνουν την ελληνικότητά μας/την θρησκεία μας», «ζώα», κλπ, μία μόνιμη, επαγγελματική ομάδα δολοφόνων θα είναι διαρκώς έτοιμη για πάσα χρήση. Όσοι σφαχτούν κάνοντας ποδήλατο, ή τους οδηγήσουν και τους γδύσουν σε ΑΤ φωτογραφίζοντάς τους, ή τους κάψουν τα μαγαζιά, αποκλείονται αυτόματα. Όσοι ξέρουν μπάσκετ, και έχουν αρκετά μεγάλο άνοιγμα χεριών, είναι πιθανό να αντιμετωπιστούν διαφορετικά, αλλά αυτό θα δούμε πως θα το αντιμετωπίσουμε όταν έρθει η ώρα – μάλλον θα τους δώσουμε το κολιέ της ασυλίας.

Πιστεύω ότι έχουν ωριμάσει όλες οι συνθήκες για να δούμε ένα τέτοιο παιχνίδι. Ας κερδίσει ο καλύτερος, και εύχομαι να απολαύσουμε, στα σκληρότερα των αγωνισμάτων, τα βαθύτερα ένστικτα του καθενός καθώς θα ξεδιπλώνονται μπροστά μας γενναιόδωρα οι τραγωδίες.

Υπόψιν: πλην των εθελοντών αλληλέγγυων, και των ρατσιστών ναζί – ουδείς άλλος θα δηλώσει αυτοβούλως συμμετοχή. Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, οικογένειες – απλώς δεν θα αντέξουν να ζήσουν άλλο στην χώρα τους. Όλοι αυτοί, γίνονται αυτόματα παίκτες.

Καλή επιτυχία σε όλους!

Υ.Γ.: Όλο το παιχνίδι έχει στηριχθεί σε καταγγελίες που έχουν γίνει στα μέσα • επιτρέπεται η συμμετοχή ακόμα και ανηλίκων • κανείς δεν εγγυάται δώρα στους νικητές • κατά την συμμετοχή, δύναται οι παίκτες να απολέσουν, συχνά όχι αυτοβούλως, βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Παρακολουθείτε με δική σας ευθύνη.

Πριν λίγες ημέρες (άλλος) ένας twitterάς πέθανε – αυτήν την φορά από αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Κανονικά θα έπρεπε να γράψω γι’ αυτόν – όπως έχω κάνει και άλλες φορές, τι σήμαινε για μένα, αφού γνωριζόμασταν δικτυακά πολύ καιρό, ή πόσο νιώθω ότι επηρέασε τους γύρω μου.

Οι τελευταίες ημέρες όμως μετά τον θάνατό του, προκάλεσαν, τελείως απρόσμενα, μία εντελώς διαφορετική διαδικασία στο μυαλό μου, ένα ταξίδι αντάξιο της γνωριμίας ή των συνομιλιών μας, που θέλω να μοιραστώ εδώ μαζί σας.

Βλέπετε, δύο συναισθήματα εντελώς διαφορετικά ήρθαν στην επιφάνεια με τον θάνατό του:

– Η βαθιά λύπη άμεσα, γι’ αυτό που έγινε και την θλίψη που προκάλεσε στους άλλους,

– Και ο οξύς θυμός για την συμπεριφορά κάποιων στην συνέχεια, και τον πόνο που προκάλεσε στους φίλους μου αυτή η διαδικασία.

Και έτσι περίμενα, δουλεύοντας στο κεφάλι μου αυτήν την σκέψη, μέχρι σήμερα, που είναι η κηδεία του για να την μεταφέρω σε όλους μας.

~

Θέλω να σας πω κάτι, να ορίσω μία γραμμή, έναν αόρατο χώρο στο διαδίκτυο μίας σκέψης, στην οποία όσοι θέλετε μπορείτε να μπείτε, και όσοι θέλετε μπορείτε να προσπαθήσετε να την διαλύσετε αν σας ενοχλεί, ή να την προσπεράσετε αν σας αφήνει αδιάφορους:

Δεν με νοιάζει.

Δεν δίνω δεκάρα ποιοι είστε.

Δεν με νοιάζει αν είστε άντρες, ή γυναίκες. Αν είστε νέοι, ή γέροι. Δεν με νοιάζει αν είστε πλούσιοι, ή φτωχοί. Αν δουλεύετε είκοσι ώρες την ημέρα, ή αν είστε άνεργοι. Δεν με νοιάζει για ποιον δουλεύετε, ή τι δουλειά κάνετε. Δεν με νοιάζει αν δουλεύετε για κόμματα, για εφημερίδες, για πολιτικούς ή για εθελοντικές οργανώσεις, δεν με νοιάζει τι δουλειά κάνετε γι’ αυτούς, αν βαράτε σφραγίδες, αν οργανώνετε την πολιτική τους, ή αν σας πληρώνουν να γράφετε ο,τι λέει η ατζέντα κάθε μέρα. Δεν με νοιάζει αν ψηφίσατε Νέα Δημοκρατία, ΠαΣοΚ, Λεβέντη, Σύριζα, Ανταρσύα ή Χρυσή Αυγή. Δεν με νοιάζει αν έχετε πλούσιο μπαμπά, ή όχι. Δεν με νοιάζει αν είστε αυτό που λέτε ότι είστε, ή είστε κάτι άλλο. Αν σας λένε Σταύρο ή @arkoudos, αν σας λένε όντως Σταύρο, ή στην πραγματικότητα σας λένε Μαρία και ψευδυπογράφετε τις σκέψεις σας.

Δεν με νοιάζει.

Είμαι στο δίκτυο πολλά χρόνια, στο blog μια ντουζίνα χρόνια, στο twitter κλείνω, αισίως, τα δέκα χρόνια οσονούπω. Όλον αυτόν τον καιρό, προσπαθώ όλο και περισσότερο να γίνω καλύτερος.

Να γίνω καλύτερος, εγώ – σημαίνει για μένα να καταλάβω περισσότερα, να δω πως σκέφτεται κάποιος άλλος, αν συμφωνώ ή διαφωνώ μαζί του. Να γίνω καλύτερος σημαίνει να δοκιμαστώ, να βάλω τις σκέψεις μου στον αληθινό κόσμο, να δω αν και πως θα αντέξουν, και αν όχι, πως μπορώ να τις αλλάξω για να κερδίσω καλύτερες σκέψεις, καλύτερες ιδέες και όνειρα.

Δεν ρώτησα όνομα κανενός. Δεν ρώτησα το φύλο του (κάτι που είχε απρόσμενες παρενέργειες μερικές φορές 🙂 ) Δεν ρώτησα που δουλεύει, αν δουλεύει, αν ψήφισε το τάδε ή το δείνα κόμμα, αν είναι φιλελεύθερος, αριστερός, δεξιός, χρυσαυγίτης, ποταμίσιος. Αν έχει λεφτά, ή αν πεινάει.

Θέλω να ξέρω τι σκέφτεται ο καθένας από μας, για να κερδίσω πρώτα εγώ. Αν ξέρω ποιος είναι, μπορεί ανθρώπινα να βγάλω λάθος συμπεράσματα. «Α, είναι δεξιός – γι’ αυτό τα λέει αυτά. Α, έχει λεφτά αυτός, τι τον νοιάζουν οι φτωχοί».

Όχι απλώς δεν με νοιάζει λοιπόν, όχι:

Προτιμώ να μην ξέρω καν.

Αυτός είναι και ένας λόγος που προτιμώ την ανωνυμία του twitter, από την αναγκαστική υπογραφή του facebook. Απαλλαγμένοι από κάθε σύμβαση, οι ελεύθεροι ανώνυμοι του twitter μπορούν να πουν ο,τι νιώθουν και σκέφτονται, και όχι ότι επιτάσσει η ζωή τους. Μπορούν, δεν σημαίνει ότι θα το κάνουν: Μπορούν σημαίνει ότι θα έχουν την ευκαιρία να το κάνουν, και αν το κάνουν εγώ θα έχω ανταλλάξει γνώση και ιδέες με κάποιον που δεν θα μιλούσε τόσο ελεύθερα στην υπογεγραμμένη περσόνα της αληθινής του ζωής.

Και αυτό είναι υπέροχο, θαυμάσιο.

Θέλω τις ιδέες σας, θέλω τις σκέψεις σας, θέλω τα όνειρα ή τους εφιάλτες σας. Θέλω να τα αντιπαραβάλω με τα δικά μου όνειρα, και τις δικές μου ελπίδες. Θέλω να σας ρωτήσω αν έχω δίκιο, και να απαντήσω αν με ρωτήσετε αν έχετε εσείς. Δεν θα προσβάλλω κανέναν, δεν θα προσπαθήσω να πιέσω κανέναν, δεν θα χρησιμοποιήσω τίποτα εναντίον σας:

Θα κάνω ο,τι μπορώ για να σας ακούσω τι έχετε να πείτε, όποιοι και αν είστε, και να σας κρίνω γι’ αυτά που λέτε – και μόνο.

Δεν θα κάνω παρέα με όλους, δεν θα μιλήσω με όλους, δεν θα ακούσω καν όλους: έχετε την δικτυακή σας συμπεριφορά ως το μοναδικό κριτήριο της επιλογής μου, αυτό θα χρησιμοποιήσω. Άλλους θα τους ακολουθήσω και θα συζητήσω σοβαρά μαζί τους, άλλους θα τους μπλοκάρω ή θα τους μιουτάρω, και άλλους θα περιμένω πρώτα να καταλάβω πως συμπεριφέρονται. Αλλά θα σας κρίνω μόνο δικτυακά – αδιαφορώ ποιος είστε πίσω από το nickname σας.

Αν κάποιοι καλύπτονται αναζητώντας ποιος είναι ο καθένας πίσω από τον λογαριασμό του, πως λέγεται, ποιον έχει πατέρα ή που εργάζεται και αν το κάνουν για να κατασκευάσουν βολικά θέσεις και προθέσεις ok, αν τους βολεύει – αλλά εγώ δεν θα το κάνω αυτό. Δεν το χρειάζομαι για να σκεφτώ μόνος μου αν αυτό που γράφτηκε στο όποιο tweet, τελικά, είναι σωστό ή όχι.

Έχω γνωρίσει κόσμο που έγραφε αντίθετα από την δουλειά του, αντίθετα από το αφεντικό του, αντίθετα από την θέση του στην κοινωνία. Έμαθα λοιπόν να ακούω και να κρίνω τι λένε, όχι ποιοι το λένε. Και να κρίνω από αυτό αποκλειστικά, και από τίποτα άλλο.

~

Συνήθως κλείνω με ένα «δεν ξέρω αν έχω δίκιο, έτσι νομίζω εγώ» – μα όχι σήμερα. Η θέση μου είναι η δική μου θέση, είναι ο τρόπος που επέλεξα να χρησιμοποιήσω και να ζήσω το διαδίκτυο. Άλλοι ίσως θέλουν απλώς να επιβεβαιωθούν – θαυμάσια. Άλλοι ίσως θέλουν μόνο να ακούσουν – υπέροχα. Άλλοι θέλουν να επιβάλλουν την σκέψη τους – ας το προσπαθήσουν.

Δεν υπάρχει λάθος και σωστός τρόπος, δίκαιος και άδικος. Όσο αυτός που έκλαιγε επειδή κάποιος έβριζε τον νεκρό πια φίλο του πριν ακόμα κηδευτεί δεν μπορεί να ορίσει το διαδίκτυο – άλλο τόσο δεν μπορεί και ο αδίστακτος που χρησιμοποιούσε τον θάνατό και την ζωή του ακήδευτου ακόμα twitterα για κομματικά οφέλη:

Ο τρόπος που θα το χρησιμοποιήσει ο καθένας από μας, είναι αδιάφορος από τον τρόπο που επιλέγει ο διπλανός μας να το κάνει.

Εγώ, έτσι επέλεξα:

Μου είναι αδιάφορο ποιοι είστε: Βάλτε το άβαταρ και το ψευδώνυμό σας και ελάτε να συζητήσουμε τις ιδέες, τις σκέψεις και τα όνειρά σας.

Έτσι κι αλλιώς αυτές ίσως επιβιώσουν άλλωστε περισσότερο από μας, τελικά…

Τα ειλικρινή και θερμά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια, στους φίλους και τους αγαπημένους του @Galaxyarchis για την απώλειά τους.

Εχθές πήγα σε μία κηδεία.

Όλη την ημέρα μετά κουβαλούσα αυτές τις σκέψεις στο κεφάλι μου, απελευθερώθηκαν αργά το βράδυ.

Θα μπορούσα -το σκέφτηκα- να τις ξαναγράψω σε ποστ, με περισσότερες λέξεις και ίσως πιο ξεκάθαρη εικόνα, αλλά αυθόρμητες και τραχιές, νομίζω ότι με εκφράζουν περισσότερο.

Έχει τόσα πολλά ζιζάνια ο δρόμος, ώστε να είναι άδικο μην παραδεχθείς αυτούς που ξέρουν να εκτιμούν ένα λουλούδι.

Θέλω, σήμερα, να σου μιλήσω για πέντε ανθρώπους. Πέντε ανθρώπους μόνο.

Ο καθένας έχει μία μικρή ιστορία να μας πει. Μία για μένα, που έκατσα να την ακούσω – και μία γα σένα, που θα στην μεταφέρω όσο καλύτερα μπορώ.

Ο ένας λέγεται Παναγής Γιαννάκης. Είναι προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Είναι σημαίνων πρόσωπο της κοινωνίας μας, ακρογωνιαίος λίθος της δικαιοσύνης μας. Η ιστορία του, που θέλω να ακούσεις, ξεκινάει μερικούς μήνες πριν, όταν, για δεύτερη φορά, αναγκάζεται να διαμαρτυρηθεί για την ζωή των ανθρώπων που βάζει στην φυλακή. Είτε ένοχοι, είτε περιμένουν να δικαστούν, μένουν κλειδωμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, μαζί τα σεξουαλικά με τα οικονομικά εγκλήματα, χωρίς να δουν το φως του ήλιου, για μήνες στις αθλιότερες συνθήκες. Αυτός ο άνθρωπος στέλνει την δεύτερη επώνυμη διαμαρτυρία του, κοινοποιόντας την στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Ξεκινάει την επιστολή του λέγοντας «Ντράπηκα». «Ντράπηκα κ. υπουργέ για την Ελληνική Πολιτεία και για καθένα μας χωριστά». Δεν έχω γνώση να άλλαξε κάτι, μετά την δημοσιοποίησή του.

Τον δεύτερο, ας τον πούμε Νίκο. Ο Νίκος, ήταν τρόφιμος του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού. Ζούσε, μαζί με τους συγκρατούμενούς του σε άθλιες συνθήκες, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς σωστή περίθαλψη, χωρίς συνθήκες υγιεινής. Ζούσε σε ένα κολαστήριο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το πρόβλημα της επιβίωσής τους, στην υπεύθυνη εισαγγελέα. Όταν συνάντησε αδιαφορία, άλλαξε τρόπο. Αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τις συνθήκες διαβίωσής του κάνοντας κάτι που απαγορεύεται στις φυλακές: τράβηξε φωτογραφίες και βίντεο, πήρε συνεντεύξεις, έδειξε στον έξω κόσμο τι συμβαίνει στο κολαστήριο. Κατηγορήθηκε, παρότι παραδόθηκε αυτοβούλως από την ίδια εισαγγελέα που δεν τον άκουγε πριν. Αθωώθηκε, γιατί η επιτροπή αποφάνθηκε ότι το έκανε για να βελτιώσει την ζωή του και των συγκρατούμενών του, από όντως απάνθρωπες συνθήκες. Ζητούσε, το λιγότερο, περίθαλψη και τεστ μαντού σε όλους τους κρατούμενους του νοσοκομείου, κάτι που δεν μάθαμε ποτέ αν ολοκληρώθηκε, μήνες μετά το αίτημά του.

Τρίτος, είναι ο Μαμαντού Μπα. Ο Μαμαντού είναι από την Νέα Γουινέα, και κατόρθωσε να είναι στους τυχερούς που πήρε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Νόμιμος μετανάστης πια, είχε ενεργή συμμετοχή στην κοινότητά του, και δούλευε ως λαντζέρης. Ο Μαμαντού δέχθηκε μία επίθεση με λοστούς, από την αποία γλύτωσε αιμόφυρτος να τρέχει στους δρόμους, γιατί οι δράστες του, μέλη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής όπως επιβεβαιώνει και το Δικτύου εκ μέρους της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον άφησαν «να πάει να πεθάνει». Ο Μαμαντού δεν έκατσε ούτε στο νοσοκομείο, για να αποφύγει το κόστος και την αστυνομία. Όπως καταγγέλει, λίγο καιρό πριν, του είχε επιτεθεί η αστυνομία, κλέβοντάς του και σαράντα ευρώ που είχε μαζί του. Όταν δημοσιοποίησε την ιστορία του οι επιθέσεις εντάθηκαν – και από τις δύο δυνάμεις. Ήταν υπο παρακολούθηση από τις ομάδες κρούσης της ΧΑ, ενώ ξανασυνελήφθη από την αστυνομία, όπου τον έγδυσαν και τον εξευτέλισαν – χωρίς λόγο, αφού ήταν νόμιμος. Για σώσει την ζωή του, ζήτησε άσυλο από την Ελλάδα, προς το Βέλγιο. Οι Βελγικές αρχές έκριναν ότι όντως, η ζωή του Μαμαντού Μπα δεν τυγχάνει της ελάχιστης προστασίας εδώ στην Ελλάδα, και αποφάσισαν κάτι πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά χρονικά: Για πρώτη φορά, χώρα μέλος της ΕΕ δίνει πολιτικό άσυλο σε πολίτη χωρας μέλους της ΕΕ. Για πρώτη φορά, χρειάζεται καποιος να πάρει άσυλο απο εμάς.

Τέταρτη ιστορία, είναι του κρατουμένου στις φυλακές της Τρίπολης Τσόκα. Περιέγραψε τις συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων διακόσια δεκαπέντε άτομα να ζουν σε κελιά για εξηντα πέντε συνολικά, εννέα ντουσιέρες για όλους – έξω στην αυλή, έξι σόμπες που δεν δουλεύουν ταυτόχρονα για όλους τους κρατουμένους τον χειμώνα, καμία προστασία από τις συνθήκες βρασμού που επικρατούν το καλοκαίρι, βρώμικο φαγητό, απαράδεκτες συνθήκες σε τουαλέτες. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του, και μόλις σήμερα καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των όσων προβλέπονται στο άρθρο 3 της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί απαγόρευσης της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Ο άνθρωπος της πέμπτης ιστορίας, είσαι εσύ. Εφτασες μέχρι εδώ, διαβάζοντας για τέσσερις ανθρώπους που πολέμησαν, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική τους ακεραιότητα, τις δουλειές τους, την ελευθερία τους, θέτοντας σε κίνδυνο υπαρκτό ακόμα και την ζωή τους, για να επικοινωνήσουν, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορούσε, το κακό που τους κάναμε εμείς. Εμείς είμασταν οι φύλακές τους, εσύ και εγώ, εμείς αυτοί που είχαμε υποχρέωση να τους προστατεύουμε, εμείς αυτοί που ειχαμε την ευθύνη τους, που θα έπρεπε να ήμασταν η ασπίδα για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους – τα ελάχιστα, και όμως τόσο πολύτιμα. Εμείς τους βασανίσαμε ή τους αγνοήσαμε, εμείς είχαμε την ευθύνη για τα βάσανά τους ή αδιαφορήσαμε όταν άλλοι τους βασάνιζαν. Και αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να μας πονέσουν, χωρίς να μας χτυπήσουν, χωρίς να μας απειλήσουν, με αξιοπρέπεια όλοι τους, με ευγένεια και μέσα στους κανόνες πολιτισμού και δικαιοσύνης, ζητήσαν να διαβάσεις αυτές τις μικρές ιστορίες, και να αναρωτηθείς αν μπορείς να κάνεις κατι γι’ αυτό.

Μην τους γελάσεις. Υπέστησαν πολλά για να διαβάσεις εσύ αυτές τις ιστορίες. Χρειάστηκαν αυτοί οι τέσσερις, πιο έντιμοι απο μένα άνθρωποι, οι ιστορίες που χρειάστηκε να πουν για να σε αναγκάσω, να γίνεις, όπως είμαι και γω, ο πέμπτος άνθρωπος.

Τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Ο Γιάννης έχει γενέθλια! Κλείνω τα 41, μπαίνω αισίως στα 42 μίας πολύ ενδιαφέρουσας ζωής – σε μία πολύ ενδιαφέρουσα επίσης χρονική στιγμή 🙂

Όμως, δεν έχω μόνο εγώ γενέθλια!

Όσοι επιλέξετε να μου ευχηθείτε, θα ήθελα, αν το θέλετε βέβαια και εσείς, να ευχηθείτε και σε έναν φίλο μου, που έχει επίσης γενέθλια. Είναι καλός άνθρωπος όπως και εγώ, ζει στην ίδια ταραγμένη περίοδο, όπως και εγώ, έχει παιδάκια, όπως και εγώ, μια γυναίκα που τον αγαπάει, και γονείς που τον σκέφτονται, έζησε σίγουρα μια γεμάτη ζωή μέχρι τώρα, και θα ήθελε να ζήσει και άλλα χρόνια, πολλά χρόνια, ελπίζοντας στο καλύτερο.

Δυστυχώς, δεν θα διαβάσει τα μηνύματά σας, ούτε θα του τα μεταφέρω εγώ. Δεν ξέρω καν πως τον λένε, από που είναι, πως είναι το πρόσωπό του. Δεν ξέρω ούτε καν που βρίσκεται, αυτήν την στιγμή.

Ξέρω όμως τι δώρο θέλει! Α, ξέρω καλά τι δώρο θέλει, και είναι πολύ φθηνό γι’ αυτούς που το έχουν, και πολύ ακριβό γι’ αυτούς που τους λείπει. Είναι σαν τα τρία δώρα που κουβάλησαν οι μάγοι, ψάχνοντας για ένα αστέρι.

Είναι δικαιοσύνη, ελπίδα, ανθρωπιά.

Ο καλός μου φίλος είναι φυλακισμένος στα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών ανά την Ελλάδα. Μπορεί να είναι ανήλικος, φυλακισμένος με μεγάλους. Μπορεί να έχει παιδιά, και να είναι φυλακισμένα μαζί του. Μπορεί να είναι άρρωστος, και να του αρνούνται την πρόσβαση στην υγεία. Μπορεί να είναι όχι «απλώς» μετανάστης, αλλά πρόσφυγας, που δικαιούται χαρτιά, αλλά δεν παραλαμβάνει κανείς την αίτησή του.

Στην χώρα του μπορεί να είχε πόλεμο, και να αναγκάστηκε να φύγει. Μπορεί να είχε πείνα, και να έψαξε αλλού σωτηρία για την οικογένειά του. Μπορεί να είναι γυναίκα, και να βιάστηκε, ή να γλύτωσε από το κόψιμο της κλειτορίδας της. Μπορεί να διαφώνησε με την ηγεσία της κυβέρνησης ή του βασιλιά στην χώρα του, και να αναζήτησε καταφύγιο για να γλυτώσει την αγχόνη.

Μπορεί να είναι δάσκαλος, ή γιατρός, ο ίδιος. Στα γενέθλιά του δεν μπορούν να του πάρουν δώρα οι συγκρατούμενοί του, αλλά να μοιραστούν μαζί του το ληγμένο γάλα, που σερβιρίστηκε σήμερα. Να πιει μεγαλυτερη μερίδα! Να αλλάξει μία μέρα η ζωή του, όντως φυλακισμένος επί τουλάχιστον δεκαοχτώ μήνες σε ένα κελί, χωρίς δίκη και χωρίς άλλη κατηγορία από την αναζήτηση ελπίδας, δικαιοσύνης, ανθρωπιάς. Ή μπορεί στον απόπάνω όροφο, να μην πάει κανείς τουαλέτα, για να κάνει ένα μπάνιο χωρίς να κυλάνε λύματα από την οροφή. Αυτό, μάλιστα, θα ήταν δώρο!

Δεν είναι μακρυά, αν θέλεις να τον ψάξουμε. Αν δεν κάνω λάθος, είναι ή στην Αμυγδαλέζα, ή στην Κομοτηνή, ή στο Τμήμα Δοκίμων Αστυφυλάκων Ξάνθης, ή στο Παρανέστι Δράμας, ή στο Φυλάκιο Ορεστιάδας ή στην Κόρινθο. Όλα είναι κοντά μας, μερικά είναι πολύ δίπλα μας. Δεν θα κουραστούμε πολύ, σε έξι σημεία θα ψάξουμε. Φαντάζεσαι να τον βρούμε, και να του πούμε χρόνια πολλά;

Φαντάζεσαι να μάθουμε το όνομά του; Σε πληροφορώ, δεν θέλει τίποτα άλλο. Ίσως, βέβαια, να μην μπορεί να μας το πει. Κάποιοι, διαμαρτυρόμενοι για τις συνθήκες που αναγκάζονται φυλακισμένοι να ζήσουν, έραψαν το στόμα τους. Ίσως είναι ένας από αυτούς. Ίσως τον πείσουμε να το ξεράψει λίγο, μόνο για να τον ακούσουμε. Και ας το ράψει, πάλι, όταν φύγουμε.

Έχω γενέθλια λοιπόν. Πήρα ήδη πρωινό φιλάκι από τις κόρες μου, πηγαίνοντας τις σχολείο, έκλαιγε η μικρή για κάτι μπισκότα που θα δώσει η μεγάλη στην τάξη της. Ήθελε και αυτή – υποσχέθηκα ότι θα της πάω 🙂

Εχει γενέθλια και ο φίλος μου. Είμαστε το ίδιο πράγμα, σε βεβαιώ, δακρίζουμε όταν σκεφτόμαστε τις κόρες μας, αν είναι το ίδιο μεγάλος με εμένα, ή τους γονείς μας, αν είναι το ίδιο μικρός με τα παιδιά μου. Θυμώνουμε όταν αδικηθούμε, πονάμε και οι δύο όταν μας χτυπάνε, όταν είμαστε άρρωστοι θέλουμε έναν γιατρό, λαχταράμε καθαρό και φρέσκο φαγητό όταν πεινάμε, δροσιά το καλοκαίρι και λίγη ζέστα το χειμώνα – ζεσταινόμαστε το ίδιο, κρυώνουμε το ίδιο, θέλουμε ελπίδα και έχουμε αληθινή ανάγκη να σέβονται οι άλλοι τα ανθρώπινα δικαιώματά μας, για υγεία, ελευθερία, δικαιοσύνη, ανθρωπιά.

Εγώ έχω πολλούς φίλους, εσάς! Αυτός, πάλι, έχει πολλούς συγκρατούμενους. Θα ήθελε να έχει φίλους και εσάς, το ξέρω. Είστε αξιόλογοι άνθρωποι, και θα εκτιμούσε το ενδιαφέρον σας.

Έχουμε και οι δύο γενέθλια. Σας ευχαριστώ θερμά για τις ευχές σας, αλλά δεν μπορώ να γιορτάσω μόνος μου:

Ελπίζω να γιορτάσει και ο φίλος μου μαζί!

…Ανθρώπινα.

Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τις συνθήκες κράτησης του ελληνικού κράτους στους «μετανάστες χωρίς χαρτιά», διαβάστε την αναφορά για τις συνθήκες διαβίωσης στα κέντρα κράτησης μεταναστών που έχουν ετοιμάσει οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, άρθρα μελών ανθρωπιστικών οργανώσεων και δημοσιογράφων που τα επισκέφθηκαν, και παλαιότερες αναφορές.

Αν θέλετε να αλλάξει κάτι, μιλήστε στους βουλευτές σας, στους δημοσιογράφους, στους φίλους σας. Εξηγήστε το πρόβλημα, εκφράστε τις σκέψεις σας. Ή, μοιραστείτε τα γενέθλιά σας με έναν άγνωστο, τελείως άγνωστο άνθρωπο, που το μόνο που θα ήθελε είναι ελπίδα, δικαιοσύνη, ανθρωπιά και λίγους περισσότερους φίλους!

Update: Αυτό είναι σημερινό – την ημέρα των γενεθλίων μου. Ρίξε μία ματιά, σε παρακαλώ.

Κάνει λίγο κρύο. Μιλάς, με τους φίλους σου. Είσαι σκοπιά, έχεις ευθύνη. Μπορεί να συζητάς πως τσάκισες στο ξύλο την προηγούμενη εβδομάδα έναν μετανάστη, ή πόσο δύσκολα περνάει η αδελφή σου, δεν ξέρω.

Δεν νομίζω να μάθω ποτέ.

Κάποιοι πλησιάζουν, ίσως φωνάζουν, δεν έχει ήχο εδώ που είμαι, έχει μόνο ασπρόμαυρα πίξελ. Κάποια από αυτά τα πίξελ ασπρίζουν πολύ. Πρέπει να κάνει θόρυβο, κάποιος να σε λέει φασίστα, ο φίλος σου στο πάτωμα, ίσως μυρίζει η σφαίρα, πολύς θόρυβος, τρομαχτικός, απότομος, εκκωφαντικός, γυρίζεις πλάτη, σαν για να αποφύγεις, είναι το πιο ενοχλητικό πράγμα που θα κρατήσω, μια απόλυτα παράλογη εικόνα, μετά σωριάζεσαι, δεν πρέπει να πόνεσες καθόλου, δεν πρέπει καν να άκουσες..

~

Σιχαίνομαι τον φασισμό όσο ελάχιστα πράγματα στην ζωή μου. Την επιβολή, με την βία, την ανάδειξη του πιο ισχυρού με τα όπλα. Σιχαίνομαι τον ναζισμό, και κάθε ρατσισμό με την ίδια ένταση. Την θεωρία ότι κάποιοι άνθρωποι είναι ανώτεροι, και κάποιοι άλλοι είναι κατώτεροι. Και πάντα άλλοι είναι κατώτεροι από τον ρατσιστή, ανώτερος μόνο ο αρχηγός του, ο fuhrer του, ο καθοδηγητής του – αυτός που βολικά θα τον δείξει ανώτερο, σε άλλους.

Τα σιχαίνομαι αυτά. Και δεν ξέρω αν ο πόνος μου, ο αληθινός, φυσικός μου πόνος, αυτός που ένιωσα όταν πεντέξι δειλοί ατιμώρητα χτυπούσαν τον Αυγουστίνο Δημητρίου, όταν έσκαγε μία βόμβα σακατεύοντας τα αυτιά του Μανώλη Κυπραίου, όταν άνοιγαν το κεφάλι του ανώνυμου «μην με χτυπήσεις» στο Σύνταγμα, όταν «σιωπούσαν» τον Μοδέστο Σιώτο, όταν μάθαινα ότι ένας νέος άνθρωπος με όνειρα για ζωή βρισκόταν κρεμασμένος απ’ το πατάρι του για να κρατηθεί ένα φοβερό μυστικό, όταν έσφαζαν έναν μετανάστη σε ένα ποδήλατο, όταν ο Χριστούλας ξαποσταίνει, για πάντα σε ένα δένδρο, χτυπώντας τον εαυτό του αντί για άλλους, όταν δολοφονούσαν την Κατερίνα Γκουλιώνη για να μην μιλάει πια, όταν έσταζε αίμα από το χέρι του καθηγητή με τον φάκελο στο Σύνταγμα, όταν πνιγόταν μία έγκυος σε μία τράπεζα απ’ τους καπνούς, όταν μάθαινα για την κοπέλα που απέβαλλε στην Κερατέα, όταν χαράκωναν το πρόσωπο του μετανάστη στην Βικτώρια, όταν έσβηνε ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος στην αγκαλιά των φίλων του, όταν το παιδί του Νίκολα Τόντι δεν θα τον γνωρίσει ποτέ, όταν η Κούνεβα κατάπινε βιτριόλι, όταν ο ΜΑΤατζής καιγόταν στο Σύνταγμα, ή όταν ο Παύλος Φύσσας, στην αγκαλιά της κοπέλας του, σταματούσε να τραγουδά – δεν ξέρω αν αυτός ο πόνος μου για δύο χρυσαυγίτες, που δέχονται δύο σφαίρες στο κεφάλι, με κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που νομίζεις, ίσως, τόσο καιρό ότι είμαι.

Είδα την σκηνή, και δάκρυσα.

Μπορεί να είμαστε σε πόλεμο, δεν ξέρω. Μπορεί. Μπορεί να είμαι ο αθώος αφελής νοικοκυραίος που δίνει συγχωροχάρτι στους φασίστες όταν τους εμφανίζει ανθρώπινους, να μυρίζουν το μπαρούτι και να τους τρυπά η σφαίρα, να τους κάνει αυτό που δεν πρέπει να γίνουν, να είμαι ο χειρότερος και από αυτούς, γιατί αυτοί είναι τίμιοι στο μίσος τους και γω, αφελώς, χώμα για να γίνουν και αυτοί «παιδιά» και όχι δολοφόνοι μεταναστών, όψιμοι ή μη -μπορεί.

Αποδέχομαι ότι μπορεί να κάνω χειρότερο κακό, να εξυπηρετώ αυτό ακριβώς που μπορεί να ήθελαν οι δολοφόνοι τους, να τους λυπηθούν κάποιοι, να πουν «έλα μωρέ, άνθρωποι είναι και αυτοί», το πρώτο βήμα για την αποδοχή τους –

– αλλά, έτσι είμαι εγώ, και μία σφαίρα με πονά, είτε πέφτει φαντάσου, στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, δεκαπέντε χρονών αθώο παιδί, είτε πέφτει στον φρουρό γυμνασμένο, μνησίκακο στρατιώτη φασίστα της γειτονιάς. Με πονά το ίδιο. Δεν ξέρω να κάνω αλλιώς. Δεν ξέρω να μην πονάω. Μακάρι να είχα την πυγμή κάποιων που λένε «κρεμάλες στους φασίστες», μα δεν είμαι έτσι, και δεν ξέρω πως, αν μπορώ, και αν θα έπρεπε να είμαι έτσι.

Και δεν μπορώ να μην σκέφτομαι ότι τους δύο νεκρούς, δεν τους σκότωσε ο φασισμός τους. Αν το δεχόμουν αυτό, θα δεχόμουν ότι τους μετανάστες τους σκότωσε η διαφορετική φυλή τους, ή το άλλο χρώμα τους, ή τους κομμουνιστές τους σκότωσε η ιδεολογία τους: τους δύο τους σκότωσαν δολοφόνοι. Άνθρωποι που με τα όπλα έγιναν πιο ισχυροί από τους άλλους, που με την βία διεκδίκησαν το όποιο δίκιο τους. Άνθρωποι που με μία σφαίρα στο κεφάλι, τερμάτισαν δύο ζωές.

Ο Βαλιανάτος, έγραψε «απόψε είμαστε όλοι Χρυσαυγίτες». Καταλαβαίνω τι λέει, και ας είναι όσο πιο λάθος μπορεί να είναι άνθρωπος. Εγώ ντρέπομαι να γράψω κάτι τέτοιο, ντρέπομαι να γράψω ότι είμαι χρυσαυγίτης, ντρέπομαι να γράψω ότι θα πάρω το μέρος αυτών που μισούν, που τρέφονται από αυτό το μίσος, και από τον φόβο που προκαλεί.

Δεν θα γίνω ποτέ χρυσαυγίτης. Ούτε «απλώς εθνικιστής», ούτε «απλώς έλληνας». Ποτέ.

Μα, από ότι φαίνεται, και αυτό είναι μία αποκάλυψη και για τους δύο μας, και για σένα που διαβάζεις, και για μένα που θα πρέπει να προσπαθήσω να ξεχάσω τα ασπρόμαυρα πίξελ από την οθόνη μου, αναγνωρίζοντας ότι είμαι ίσως επικίνδυνος και αφελής, θα με πληγώνει βαθιά ο θάνατός τους, αληθινά και ειλικρινά, θα με πονάνε αυτές οι εικόνες, και θα νιώσω τις σφαίρες στο κορμί τους σαν να ήμουν εγώ το θύμα.

Και, μετά λόγου γνώσεως, σχεδόν αναίσχυντα και θύτες και θύματα, όλοι θα γίνουν μία ταφή, και ένας πόνος, ανεξαρτήτως του ρόλου που έπαιξαν πριν. Και θα πονάνε, αν θες το πιστεύεις, το ίδιο.

Δεν ξέρω άλλον τρόπο: σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και δικαιοσύνη.

Είναι τα μόνα αντιναζιστικά φάρμακα που ξέρω. Μπορεί να έχεις δίκιο, και να εξιλεώνω. Μακάρι να έχω δίκιο, και για τους δύο μας μακάρι, και να κερδίζεται, με αυτά, ο φασισμός.

~

Σωριάζεσαι στο έδαφος. Δεν νιώθεις πια τίποτα. Κάποιος πάνω από το κεφάλι σου, με θυμό και οδύνη θα φωνάξει «Παναγία μου! Όχι Παναγία μου!». Θα χαθείς σε πίξελ μίας οθόνης που κοιτά αφ υψηλού, σαν θεός, σαν κριτής, βουβή και ασπρόμαυρη.

Τι περίεργο τέλος, να τελειώνεις, εσύ, ασπρόμαυρα.

~

Υ.Γ.: Τα blog είναι προσωπικές καταθέσεις. Δεν γίνεται αλλιώς, είναι όσο πιο εγωιστικά και εγωκεντρικά γίνεται. Σε τούτο το post δεν μοιράζομαι σκέψεις για παγκόσμια ειρήνη, ή τι κοινωνικά μαθήματα αφήνει σε όλους αυτό το γεγονός, αλλά πως βιώνω εγώ μία δολοφονία. Σε προλαβαίνω, λοιπόν: ναι, γύρω από μένα γυρίζει το ποστ. Και από την δική μου αλήθεια. Έτσι πάει, φίλε. Έτσι είναι τα προσωπικά ημερολόγια.

Υ.Γ.: Με πολύ σκέψη, αφήνω τα σχόλια ανοικτά. Δεν θέλω αυτό το ποστ να γραφτεί χωρίς αντίλογο. Μα να κάνουμε μία συμφωνία: αν είσαι θυμωμένος, ασ’ τους απέξω. Για μένα γράψε ο,τι θες. Γι’ αυτούς τους δύο, όχι τώρα, και όχι εδώ.

Υ.Γ.: ο @auzenakos στο περιοδικό Unfollow διαφωνεί. Καλό είναι να διαβάσετε και την δική του άποψη.

Λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις, αλλά αυτό το blog ήταν, κάποτε, χαλαρό blog. Να, πήγαινε πίσω να δεις και μόνος σου: Και πλάκες έκανε, και τα ωραία του είχε, δεν το είχε φάει η μαυρίλα και η μιζέρια.

Τώρα, θα μου πεις, να γίνεται ο κακός χαμός και να γράφω άσχετα; Δύσκολο. Οπότε, επιλέγεις τα θέματα, και προχωράς αναλόγως.

Αλλά έλα που, κάπου-κάπου, γίνομαι και γω παιδί 🙂

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Sensible Soccer 96/97.

Sensible Soccer - Amiga

Ω, oui.

Παίξαμε όταν ήμασταν παιδιά, για σας δεν ξέρω, μα εγώ το είχα γονατίσει στην Amiga μου. Μετά μεγάλωσα ξέρω γω, το ξέχασα, ήρθαν άλλα παιχνίδια, πιο κλασάτα, Fifa, Pes, λουξ, έψα, αναβαθμιστήκαμε.

Αυτό το κακόμοιρο πάλι, όχι.

Κάποιοι όμως, δεν το ξέχασαν, σας διαβεβαιώ!

Προχθές, ο φίλος Βασίλης, μου έστειλε ένα link. Είναι μία εταιρία, που επανακυκλοφορεί παιχνίδια για PC (κυρίως, αλλά όχι μόνο) με την βοήθεια ενός προγράμματος που λέγεται DosBox. Το κάνει επί πληρωμή, αλλά είμαι απολύτως σίγουρος ότι θα το βρείτε και δωρεάν. Όπως και να χει, $6 είναι αυτά, κάτι λιγότερο σε ευρώ, χαλάλι. Υπόψιν: είναι η έκδοση για PC, όχι για Amiga. Για κάποιους έχει νόημα αυτό, εγώ γέρασα τόσο που δεν θυμάμαι διαφορές.

(Θα σου δώσω link στο τέλος)

Και το αγόρασα.

Το παιχνίδι εγκαταστάθηκε θαυμάσια στον υπολογιστή μου, το έτρεξα, και… ω-ναι, το παλιό-καλό Sensible Soccer, Fullscreen, να μη το χορταίνουν τα δακρυσμένα ματάκια μου.

Βέβαια, κομμάτι παλιό, αρχαίο, και οι παίκτες Βαζέχα, Τοχούρογλου, Καραταΐδης, Αγορογιάννης, Κετσπάγια, Μητρόπουλος, Κολιτσιδάκης, Καλιτζάκης – μέχρι και Πάντελιτς έχει -ναι, τον ίδιο.

Ψευτοέπαιξα μερικά παιχνίδια, μα ήταν πολύ γρήγορο λέμε – ή εγώ γέρασα, και πολύ δύσκολο – ή εγώ γέρασα. Και πως να ταυτιστείς με Τσαλουχίδη; Χαριτωμένο, αλλά κομμάτι παλιό.

Άκου λοιπόν να δεις τι έκανα: Ότι κάνω καμιά δεκαριά χρόνια τώρα. Αρχισα να ψάχνω.

Λέω, ο μόνος βλαμμένος δεν μπορεί να είμαι, η εταιρία βγάζει το παιχνίδι άρα έχει ενδιαφέρον το πράγμα, κάτσε να δούμε τι κάνουν οι άλλοι, οι πιο βλαμμένοι από εμένα.

Αυτοί οι άλλοι λοιπόν, εδώ και μερικά χρόνια, έχουν πάρει την έκδοση για PC, έχουν ξεψαχνίσει τον κώδικα, και κάνουν ….ανανεώσεις πρωταθλημάτων! Δηλαδή, η εταιρία το παράτησε το 97, αλλά αυτοί οι κουλοί συνέχισαν να ανανεώνουν ομάδες, παίκτες, στατιστικά και ονόματα (να σου θυμίζω πόσα πρωταθλήματα είχε; άει γειά σου) σε τρέχουσες περιόδους.

(Θα σου δώσω link στο τέλος είπαμε, μη βιάζεσαι. Διάβασε, έχει και άλλο ενδιαφέρον)

Πότε λοιπόν σταμάτησαν να ασχολούνται; Αμ, δεν σταμάτησαν. Έχουν φτιάξει έκδοση ακόμα και για την σαιζόν 2012-2013! Μήτρογλου στο Swos λοιπόν – ενδιαφέρουσα προοπτική!

Η εγκατάσταση χρειάστηκε λίγο brainstorming, που για άλλους είναι εύκολο, αλλά εγώ είμαι σαράντα, (και στα μούτρα σου) και μου χρειάστηκε λίγο παραπάνω – αλλά έγινε!

Και να ο Κοντρέρας, και να ο Μανωλάς, και να ο Αρκούδας (σιγά μη δεν) και να ο Πετρόπουλος. (Και τα στατιστικά να μην είναι απογοητευτικά λάθος!)

Ψήνεσαι, έ;

Περίμενε, έχει και άλλο:

Έχει όμως και Φουστέρ. Και Τοροσίδη. Χμ. Δεν μ’ αρέσει να έχω παίκτες που έφυγαν, χαλάει την γεύση ρε φίλε, και, σου θυμίζω ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΙΚΤΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΣΗΜΩΝ ΟΜΑΔΩΝ!. Συγγνώμη που φωνάζω, αλλά με τρώει από το 97 αυτή η αδικία. Πολύς καιρός.

Όμως αυτοί, κάπως το έκαναν. Ξύπνιοι είναι, δεν αντιλέγω, αλλά πως;

Έφτιαξαν έναν Editor φίλε μου.

(Στο τέλος τα links)

Ω, yeah.

Εναν editor που αλλάζεις ονόματα παικτών των ομάδων, εμφανίσεις (μισό, να σκουπίζω ένα δάκρυ) ακόμα και (χαρτομάντιλο) την εμφάνιση των παικτών όπως μαλλιά ή χρώμα δέρματος!

Ναι ρε φίλε.

(Είπαμε, κάτω τα links, αν συνεχίσεις να με πρήζεις, δεν θα τα βάλω. Να κάτσεις να διαβάσεις ρε, τόσο κόπο έκανα.)

Όμως, το παιχνίδι παρέμενε ενοχλητικά γρήγορο. Ενοχλητικά; Όοοχι, γιατί ένα site στην Γαλατία, παρείχε συμβουλές για το πως να αλλάξεις και την ταχύτητα του DosBox, να γίνει πιο …παλιό.

Ανακεφαλαιώνοντας: Παίζω Sensible Soccer. Σήμερα. Με τον Μήτρογλου. Και προσθέτω και Βλαχογιάννη Βλαχοδήμο αν κάνω κέφι. Σε φυσιολογικούς για την ηλικία μου ρυθμούς.

Ναι ρε φίλε.

ΝΑΙ ΡΕ ΦΙΛΕ!

(συγνώμη, καταλαβαίνεις)

~

(μισό να παίξω ένα παιχνίδι όσο εσύ αντιλαμβάνεσαι το μεγαλείο της στιγμής και μεγαλώνει η ζήλια σου και επιστρέφω)

(ουφ, ωραία ήτανε)

Πάμε στα που και πως; Πάμε.

Ένα, αγοράζεις το παιχνίδι απ’ εδώ http://www.gog.com/gamecard/sensible_world_of_soccer_9697. ΔΕΝ επιμένω να το αγοράσεις – σίγουρα κάπου θα μπορέσεις να το βρεις, δεν έκαναν πυρηνική φυσική οι άνθρωποι, έτοιμα δωρεάν προγράμματα συγκέντρωσαν και τα πούλησαν. Αλλά εγώ εκεί το βρήκα, είναι εύκολο, μπαμ-ταμ, ηνστάλ, το προτίμησα από τις εναλλακτικές – έχω και μία ηλικία, πληρώνονται αυτά. Θέλει (πιστωτική ή χρεωστική) κάρτα (ή Paypal, νομίζω) και εγγραφή. [UPDATE: Μέσω @L_Gnou έρχεται και αυτό το link από το abandonia.com (tweet), με το οποίο το στήνεις μόνος σου, δωρεάν (μέρες που είναι…) – χρειάζεσαι όμως, όπως ανέφερα, και το DOSbox]

Δύο, λοιπόν, install. Εμένα δούλεψε, καλή τύχη σε σένα. Τρέξτο, να δεις αν παίζει. Αν παίζει προχωράς, αν όχι, δεν μπορώ να βοηθήσω. Αν έπαιξε, χάσε πέντε μηδέν γιατί πάει γρήγορα, και γέρασες, και κλείστο. Έχεις δουλειά ακόμα. Α, και δώσε φιλιά στον Κούλη.

Τρία, κατεβάζεις από εδώ http://synchronatedswos.blogspot.gr/2012/10/synchronated-swos-2012-13-v1_18.html το τελευταίο update ομάδων. Τσεκάρεις για ιούς αν είσαι έξυπνος (εγώ δεν ήμουν), ένα zip αρχείο είναι, ξεζίπαρέ το κάπου. Ανοιξέ το, έχει έναν φάκελο PC. Μέσα του έχει έναν φάκελο Data και ένα sws.exe. Μετονόμασε το sws.exe ENGLISH.EXE (εγώ το έβαλα κεφαλαία, κάνε όπως γουστάρεις, δεν ξέρω αν υπάρχει πρόβλημα). Θυμήσου που είναι ο φάκελος.

Τέσσερα, πήγαινε εκεί που έκανε install το πρόγραμμα (αν πάταγες κουμπιά χωρίς να διαβάζεις τι λένε μάλλον είναι στο C:\GOG Games\Sensible World of Soccer 96-97\) και θα βρεις μέσα επίσης έναν φάκελο Data και ένα English.exe. Κράτα αντίγραφο και από τα δύο (εγώ το έκανα μετονομάζοντάς τα σε oldData και oldEnglish.exe)

Πέντε, πήγαινε στον προηγούμενο φάκελο, εκεί που unzipαρες (αυτόν που σου είπα να θυμάσαι) κάνε copy τον φάκελο data και το english.exe, πήγαινε στην εγκατάσταση του παιχνιδιού, κάνε paste. Κανονικά, δεν θα σου ζητήσει να αντικαταστήσει τίποτα, γιατί ήσουν φρόνιμος και με ακούς που σου μιλάω.

Έξι, τρέξε ξανά το παιχνίδι. Παίζει; Με γειά. Διασκέδασέ το, φάε πέντε γκολ γιατί δεν πρόλαβες να το μάθεις πριν, βιαζόσουνα – και μετά κλείστο γιατί έχουμε κι άλλα. Δεν παίζει; Κάτι πήγε στραβά. Υπόψιν, δεν μπορώ να βοηθήσω. Σιγουρέψου ότι τα έκανες σωστά, όπως τα γράφω, και αν είσαι σίγουρος, πέτα ένα comment μπας και ξέρει κανείς άλλος.

Επτά, πάμε να κάνουμε το παιχνίδι λίγο πιο αργό. Δηλαδή, φυσιολογικό για την ηλικία μας. Πήγαινε στον φάκελο που εγκατέστησες το παιχνίδι, και άνοιξε το αρχείο dosbox_SWOS.conf με ένα notepad. Έκανες αντίγραφο πριν το κάνεις; Όχι; Θέλω να είσαι πονηρός, να μην είσαι κορόιδο, μόνοι μας τα σκεφτόμαστε αυτά. Κλείστο, κάνε αντίγραφο (ο πιο εύκολος τρόπος είναι επιλέγεις το αρχείο/copy/paste και θα φτιάξει μόνο του ένα Copy of dosbox_SWOS.conf και ξαναάνοιξε το dosbox_SWOS.conf. (Και να σκέφτεσαι την επόμενη φορά. Τι εννοείς αν εγώ κράτησα μπακαπ; Να κοιτάς την δουλειά σου. Ορίστε μας).

Οκτώ, μόλις άνοιξες ένα κατεβατό από γράμματα. Μη σκιάζεσαι, άκου εμένα. Ψάχνεις το cycles=auto (είναι κάπου στην μέση, αν θυμάμαι καλά), και το κάνεις cycles=fixed 10000. Στο δικό μου μηχάνημα, και με την δική μου ηλικία, αυτό είναι που αντέχω (εντάξει;). Σώσε, και τρέξε το παιχνίδι. Σου κάνει; Θαυμάσια. Όχι; Άλλαξέ το σε κάτι άλλο. Όσο πιο μεγάλο το νούμερο, τόσο πιο γρήγορα πάει το παιχνίδι.

Εννιά, πριν κλείσεις το dosbox_SWOS.conf . Εγώ ενοχλούμαι από την fullscreen έκδοση, αν ενοχλείσαι και εσύ, βρες την γραμμή fullscreen=true (κοντά στην αρχή) και κάντην fullscreen=false. Σώσε, παίξε. Παραδόξως με fullscreen πάει λίγο πιο γρήγορα (στο δικό μου μηχάνημα) γι’ αυτό και η επιλογή 10000 στο προηγούμενο.

Δέκα. Πήγαινε εδώ, http://swoes.info/editor_downloads/ και κατέβασε την έκδοση 1.3.0 (ή μεγαλύτερη αν βρήκες αυτό το ποστ οκτακόσια χρόνια αφότου γράφτηκε – να ζήσεις να μας θυμάσαι). Όπως πάντα, scan για ιούς, και αποσυμπίεση. Στον φάκελο που δημιουργήθηκε, βρίσκεις και τρέχεις το SwoEditorS.exe, κάνεις File/Load team file/ πας στον φάκελο data εκεί που εγκατέστησες το παιχνίδι, και επιλέγεις ένα team. Η Ελλάδα, πχ είναι το TEAM.015. Αλλάζεις ονόματα, στατιστικά, εμφανίσεις, πειραματήσου. Σώσε, και θα τα δεις να γίνονται – όταν κλείσεις, και ξανατρέξεις το παιχνίδι. Έχει και help, αξίζει να του ρίξεις μία ματιά.

Και τώρα τράβα, γίνε πάλι παιδί.

Keep SWOS alive! 🙂

(Καμιά φορά, όταν με διαβάζετε, σας δίνεται η εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Μεγάλη η ψευδαίσθηση, και θα την ανατρέψω άλλη μία φορά. Και λυπάμαι, που για άλλη μία φορά δεν πάω με το ρεύμα. Μακάρι ίσως να ήταν αλλιώς, αλλά έτσι είμαι, αυτά σκέφτομαι)

Την Τετάρτη το πρωί, μόλις σηκώνομαι, μαθαίνω για την αυτοκτονία ηλικιωμένου στο Σύνταγμα. Μένω αποσβολωμένος. Βλέπω τα ρεπορτάζ, γίνονται κουβέντες για χρέη, για πρόβλημα υγείας, αναρωτιέμαι αν θα δοθεί βαρύτητα, ηλικιωμένος, 77χρονος, βλέπω τον Μπεγλίτη, στην Τσαπανίδου, live, λέω μεγάλο φάουλ ρε, ακόμα δεν ξέρουμε τι έγινε, και γιατί.

Στον δρόμο για την δουλειά, το σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι πως είναι να ετοιμάζεσαι το πρωί, να κάνεις τέτοιο πράγμα. Είσαι σίγουρος; το έχεις μετανιώσει; το έχεις ξαναδοκιμάσει και άλλες φορές; είναι βαρύ το πιστόλι στην τσέπη; κρύο; το κουβαλάς στο μετρό; κοιτάς τον κόσμο στα μάτια; δεν τον κοιτάς, μη σε καταλάβουν; βαστούν τα πόδια σου; ξέρεις τι πας να κάνεις; έχεις πρόγραμμα; Έχεις προγραμματίσει τι θα πεις πριν; Όταν βγαίνεις; τους κοιτάς ξέροντας αυτό που δεν ξέρουν; ότι θα δουν έναν φόνο; βιάζεσαι να το κάνεις, για να μην μετανιώσεις;

Ανατριχιάζω. Βιαιο πράγμα. Τον φοβάμαι τον θάνατο, πολύ – και στα παπούτσια του αυτόχειρα είναι βαριά η θέση, το βγάζω από το μυαλό μου.

Παρακολουθώ την κουβέντα από το twitter στο γραφείο. Κάποιοι, τον έχουν ήδη αναγάγει σε ήρωα. Μένοντας σε μία κουβέντα που μετέφερε αυτόπτης μάρτυρας ότι δεν θέλει να αφήσει χρέη, μιλούν για έναν απελπισμένο άνθρωπο, θύμα της κοινωνίας. Ο 77χρονος γίνεται βάρκα, για εκφράσει ο καθένας την οργή του. «Γιατί δεν ζώστηκε με χειροβομβίδες, να μπει στην βουλή». «Έστρεψε το όπλο του σε λάθος κεφάλι».

Μένω σιωπηλός. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω.

Γράφω μόνο ένα tweet για το θέμα:

Αυτό.

Λίγη ώρα μετά, διαβάζω το γράμμα που άφησε ο αυτόχειρας. Βρίθει σχολιασμών που δεν με βρίσκουν σύμφωνο – αλλα τους καταλαβαίνω. Βγαίνουν περισσότερα στοιχεία για την αυτοκτονία. Ενας από τους καλύτερους μου φίλος, μου στέλνει ένα μήνυμα:

«ρε φιλε η περιγραφη μοιαζει φοβερα με τον πατερα της!»

Μου κόβονται τα πόδια. Ξέρω την Έμυ χρόνια, αλλά κανέναν άλλο από την οικογένειά της. Μου φαίνεται αδιανόητο. Ρωτάω εναν φίλο που έχει πρόσβαση σε δημοσιογράφο: Το όνομά του αρχίζει από Χριστ; Ναι.

Ταμπλάς.

Επιβεβαιώνεται. Ρωτάω κοινούς γνωστούς. Ναι, αυτός είναι.

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο. Κλαίω όμως για την κόρη του.

Μετα από λίγο, μου έρχεται email από την οικογένειά του, ότι η επιστολή είναι αληθινή, και ένα σκανάρισμά της, γιατί τα μέσα την έχουν πετσοκόψει μόνο σε ότι τους συμφέρει. Επειδή υπάρχουν αρκετοί που αναρωτιούνται, επιβεβαιώνω δικτυακά την επιστολή, χωρίς να αναφέρω την ανάμιξή μου.

Γιατί; Γιατί δεν έχω ακόμα ιδέα.

Όσο ο καιρός περνάει, μαθαίνω περισσότερα για τον Δημήτρη Χριστούλα. Βαθιά πολιτικοποιημένος, αξιοπρεπέστατος σαν άνθρωπος, μόνιμος κάτοικος Συντάγματος όταν οι νέοι θέλησαν να ονειρευτούν.

Σήμερα, στην πολιτική κηδεία του (το πολιτική αντί θρησκευτικής, όχι πολιτική όπως πολιτικοποιημένης) ακούστηκε το ίδιο πράγμα που ακούγεται μέρες τώρα. Συνθήματα, κλάματα, οργή, ελπίδα.

Αλλοπρόσαλλο μέχρι τώρα το κείμενο, ασύνδετο, χωρίς νόημα, το ξέρω. Στα γράφω για να με καταλάβεις. Να δεις πόσο ζαλισμένος είμαι. Αλλά άκου: Ψάχνω, ακόμα, να βρω την θέση μου. Αυτό είναι το θέμα μου. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να φωνάξει τα τελευταία του λόγια σε ένα χαρτί. Είναι ένας άνθρωπος που, αν τον γνώριζες, το πιο πιθανό είναι να του έσφιγγες το χέρι, ακόμα και αν διαφωνούσες μαζί του. Είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που γράφει για καλάσνικόφ και κρεμασμένους στην τελευταία επίγεια δήλωσή του. Ενας άνθρωπος που σήμερα έμαθα ότι ενέπνευσε πολλούς να είναι τίμιοι και ουσιαστικοί, να αγωνίζονται γι αυτά που πιστεύουν, είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που υπογράφει ένα κείμενο με οργή, και απελπισία και κάλεσμα.

Δεν έχω καμία πρόθεση να σου πω τι να σκεφτείς. Καμία. Άκου; Εγώ δεν ξέρω. Ξέρω για μένα: δεν θέλω καλασνικοφ. Δεν θέλω κρεμασμένους. Δεν θέλω αίμα. Αν υπάρχει, προτιμώ να είναι το δικό μου, παρά του απέναντί μου ή του διπλανού μου. Δεν θέλω σκλαβιά, αυτό είναι σίγουρο. Δεν θέλω την βία τους, αυτό είναι δεδομένο. Δεν θέλω υποταγμένους δίπλα μου, αυτό είναι βέβαιο. Αλλα δεν θέλω την ελευθερία μου να την κερδίσω ούτε με κρεμάλες, ούτε με καλάσνικοφ, ούτε με αίμα. Θέλω να την κερδίσω με το δίκιο μου.

(και είμαι σίγουρος, άκου, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος, όσο λάθος και να κάνω, δεν κάνω, ότι και οι δικοί του άνθρωποι, αυτοί που τον λατρεύουν, πιστεύουν το ίδιο πράγμα ακριβώς)

Ταυτόχρονα όμως, σέβομαι τον Δημήτρη Χριστούλα. Όχι γιατί έχω προσωπική ανάμιξη, αλλά γιατί δεν μπορώ να κρίνω κανέναν, δεν είμαι ικανός να κρίνω κάποιον που αποφασίζει για τον εαυτό του. Που γράφει για καλάσνικοφ – αλλα δεν χύνει σταγόνα αίμα άλλου, πλην την δική του. Η απόλυτη αυτοθυσία. Η απόλυτη ειρήνη.

Ταυτόχρονα όμως, και ως πιο βαθύ συμπέρασμα απ’ όλα, θλίβομαι για την απόφασή του να τερματίσει την ζωή του. Αν μη για οτιδήποτε άλλο, ίσως για τους πιο εγωιστικούς λόγους που μπορείς να φανταστείς:

Γιατί ήθελα να τον γνωρίσω.

Ζωντανός, ήταν για τους γύρω του πηγή ειρηνικής έμπνευσης. Ήταν ένας άνθρωπος, από ότι ακούω από όσους τον γνωρίσανε, χωρίς ίχνος από το τετριμμένο «ο νεκρός δε δικαίωτε δεδικαίωται», αλλά με αληθινά, πικρά, ειλικρινή δάκρυα ότι έχασαν έναν πολύτιμο φίλο, έναν πολύτιμο πατέρα.

Ως νεκρός μου στερεί την πρόθεσή μου να διαφωνήσω μαζί του. Να του θέσω τις απόψεις μου. Να επιμείνω. Να τσακωθούμε. Να αλλάξουμε τα δίκια μας.

Θα ήταν ένας θαυμάσιος συνομιλητής, όσο ήταν ζωντανός.

Η πρώτη μου θέση, φαίνεται, είναι πιο σωστή απ’ όλες:

(Πείτε ό,τι νομίζετε στα σχόλια, δεν ξέρω αν θα συμμετέχω. Καταλαβαίνετε ελπίζω.)

Τόσο κάνει η Δημοκρατία σας. Τόσο αποτιμάται. Τον μισθό σας. Τα ευρώ σας. Έχετε καταλάβει λάθος. Λάθος, εντελώς λαθος. Έχετε μπλέξει με τα eurogroup, και τα δάνεια, και τις απειλές, και τις κατάρες, και τα CDS, και τα ευρώ, και τις εξαγορασμένες φωνές σας, και τα αποτιμάτε όλα σε νομίσματα, όλες τις αξίες σε νομίσματα, όλες τις ευθύνες σε νομίσματα, μάθατε να λέτε πόσο κάνει η δημοκρατία; ένα δάνειο; δύο δάνεια; πόσο κάνει η δικαιοσύνη; πόσο κάνει η ευθύνη; πόσο αποτιμάται η αξιοπρέπεια; η τιμή; πόσο κάνει;

Ο κορυφαίος των ελλήνων δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Δεν του ζήτησε κανείς τον παχυλό μισθό του. Δεν θα φτάσει να να βρουν σπίτι οι άστεγοι, δεν θα φτάσει για να γίνει αξιοπρεπές το επίδομα ανεργίας, δεν θα φτάσει για να επιβιώσει μία οικογένεια με τον βασικό μισθό. Δεν θα φτάσει για όλα αυτά. Δεν θα φτάσει για όλους. Δεν του ζητήθηκε αυτό. Του ζητήθηκε όταν μειωνόταν ο κατώτατος μισθός, όταν μειωνόταν το επίδομα ανεργίας, όταν οι δανειστές μας διόριζαν τους καταλληλότερους πρωθυπουργούς, όταν ψεκάζοντας οι αθώοι συνάνθρωποί του, όταν τους χτυπούσαν αναίτια στο κεφάλι, όταν έβλεπε εκείνη την εικόνα στην τηλεόρασή του, όταν άδικα έμπαιναν φόροι που αφορούσαν παλαιότερα έτη, όταν εκβιαστικά συνδεόταν ένας άδικος φόρος με το υπερπολύτιμο για όλους ηλεκτρικό ρεύμα, όταν άκουγε τα ψέματά τους, όταν έβλεπε την προπαγάνδα τους, όταν έβλεπε τις σκοτεινές μηχανογραφίες τους, το μόνο που του ζητήθηκε, το μόνο, το πιο απλό, το πιο ανθρώπινο, ήταν να αντιδράσει:

Να μιλήσει.

Να μιλήσει για δημοκρατία, για αξιοπρέπεια, για ευθύνη, για δικαιοσύνη.

Να μιλήσει, και να τα κάνει πράξη.

Δεν τα θέλουμε τα ματωμένα, τα ψεκασμένα, τα βρώμικα, τα συννενοημένα τα λεφτά σας. Δεν είναι καν δικά σας για να μας τα δώσετε. Είστε διαχειριστές τους με την λαϊκή εντολή μας, και δεν την έχετε πια, όσα κόλπα και αν κάνετε, όσο ξύλο και αν μας ρίξετε, όσο και αν μας τρομοκρατήσετε, για να τα διαχειρίζεστε.

Τα δώρα σας δεν θα φτάσουν για όλους. Εμείς αυτά που θέλουμε, αυτά που απαιτούμε, τα απαιτούμε για όλους.

Έχετε καταλάβει λάθος. Έχετε αντιληφθεί λάθος. Είστε σε λάθος, εντελώς λάθος δρόμο.

Αν έχουμε δημοκρατία, δικαιοσύνη, αν έχετε αξιοπρέπεια, αίσθημα ευθύνης, τιμή, δεν τα θέλουμε τα λεφτά σας.

Και δεν αγοράζονται αυτά που ζητάμε. Όσα λεφτά και να δώσετε.

Υ.Γ.: Διάβασε και τον Μανώλη, είναι το ίδιο εκνευρισμένος με μένα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Ήθελα να κάνω ένα μάζεμα όσων έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο, ως κλείσιμο. Ίσως το κάνω, αλλά τούτο το ποστ το έχω μεγαλύτερη ανάγκη:

Κάτι αλλάζει.

Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να το δεις, αλλά κάτι αλλάζει. Αν γίνεται καλύτερο, ή χειρότερο θα το δούμε αργότερα, αν αξίζει ή αν θα χαλάσει θα το δούμε μεθαύριο – αλλά κάτι αλλάζει, και εμένα μου αρκεί αυτή η ελπίδα του.

Γινόμαστε «μαζί».

Να σου πω τι έγινε το 2011; Έγιναν διαδηλώσεις, έγιναν οι φόροι, έγινε το ξύλο, έγινε η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, έγινε η μείωση του αφορολόγητου στα 5.000 ευρώ (384 σου θυμίζω, μηνιαίως) έγινε το ρίξιμο των συντάξεων, έγινε το ανέβασμα της ακροδεξιάς σε θέσεις εξουσίας, έγινε η μείωση μισθών, έγινε η υπαγωγή εταιριών στο 99, το κλείσιμο καταστημάτων, επιχειρήσεων, οι απολύσεις, η άκρατη και αδιανόητη φορολογική επίθεση, το απίστευτο ρίξιμο χημικών, ξύλου, συλλήψεων σε κάθε αντίδραση.

Να σου πω τι έγινε για μένα το 2011; Έγινε το Σύνταγμα (σε όλη την Ελλάδα). Έγινε το Debtocracy. Αποφασίστηκε το Catastroika. Έγινε το Unfollow. Έγινε το Tarentola. Έγινε η αντίδραση για την Systemgraph. Έγινε η αντίδραση για τον Μόδεστο. Έγινε το Occuppy Wall Street. Οι atenistas. Η οικονομία αλληλεγγύης σε τόσες πολλές μορφές. Το κοινωνικό ωδείο. Το tutorpool. Το Μπορούμε. Και άλλα. Έγιναν τόσα πολλά. Τόσα υπέροχα πράγματα.

Το Σύνταγμα, το debtocracy, οι atenistas, το Unfollow και τα υπόλοιπα, δεν τα αντιμετωπίζω σαν να πρέπει να συμφωνώ ή πολύ περισσότερο να συμφωνείς εσύ μαζί τους. Είναι εντελώς διαφορετικές ενέργειες μεταξύ τους, που γίνονται από πολλούς, διαφορετικούς ανθρώπους μεταξύ τους, με διαφορετικούς προορισμούς, με διαφορετικές ελπίδες.

Έχουν ένα κοινό μεταξύ τους: Το «μαζί».

Όχι «με κάποιους από εμάς ανώτερους από κάποιους από εσάς»:

Μαζί.

Αυτό αλλάζει.

Φίλε, μαζί.

Αυτό το μαζί μου δίνει όλη την ελπίδα που χρειάζομαι για το 2012. Δεν θα θυμώσω λιγότερο με την αδικία, το υπόσχομαι. Αλλά θα κοιτάξω δίπλα μου, και θα βρω κάποιον μαζί μου. Κάποιον που, μέχρι πέρσι έλεγε «εγώ, και οι άλλοι να πα να γαμηθούνε», σήμερα τον βλέπω μαζί μου.

Μαζί χτίσαμε το Debtocracy. Κάποιοι διαφωνούν: θαυμάσια. Μαζί θα χτίσουν την διαφωνία τους. Μαζί χτίσαμε το Σύνταγμα. Μαζί χτίσαμε το Unfollow. Μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά σχολεία, μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά ωδεία, μαζί φτιάξαμε το Catastroika, μαζί κάναμε τα νοσοκομεία των γιατρών χωρίς σύνορα, μαζί τους atenistas, μαζί το Μπορούμε.

Όχι «μαζί» όπως εγώ και οι άλλοι, αλλά μαζί όπως «Εμείς Που Θέλαμε Να». Οι όποιοι εμείς.

Κάποιοι διαφωνούν; θαυμάσια. Μαζί, και αυτοί, θα χτίσουν την διαφωνία τους.

Αν καταφέρουμε να συνυπάρξουμε – και μέχρι τώρα το καταφέραμε!, παρά τις ελπίδες των καταστροφέων κάθε «μαζί»!, αν μπορέσουμε να ανεχθούμε αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε (το debtocracy, τους atenistas, το unfollow, το Σύνταγμα) – όχι, όχι απλώς ανεχθούμε, τους ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ να επικοινωνήσουν ΕΙΔΙΚΑ αν διαφωνούμε μαζί τους, αν οι χριστιανοί πιάσουμε τα χέρια για να προστατέψουμε τους μουσουλμάνους να προσευχηθούν (δες το site Το Κουτί της Πανδώρας), αν είμαστε μαζί, διαφωνώντας, αλλά όχι ακυρώνοντας, με κάθε ανάγκη του άλλου να εκφράσει αυτό το μαζί, αρκεί να είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί, θα έχουμε μία θαυμάσια χρονιά.

Θα έχουμε την επιτυχία όλοι μαζί, αλλιώς, ακόμα και αν αποτύχουμε, θα έχουμε προσπαθήσει όλοι μαζί. Θα έχουμε εκφραστεί όλοι μαζί, θα έχουμε πει δυνατά τι πιστεύουμε, όλοι μαζί. Δεν θα φοβόμαστε, γιατί δεν θα είμαστε μόνοι μας.

Θα είμαστε όλοι μαζί.

Χωρίς αφεντικά, ανώτερους, ισχυρότερους, καλύτερους, σπουδαιότερους, αξιότερους. Αλλά όλοι αφεντικά, όλοι ανώτεροι, όλοι καλύτεροι, όλοι σπουδαίοι, όλοι ικανοί, όλοι ισχυροί, γιατί όλοι μαζί.

Μαζί.

Πιάσε μου το χέρι, αν συμφωνείς, αν πάλι όχι, βρες κάποιον να συμφωνήσεις μαζί του, να δημιουργήσετε κάτι, να φτιάξετε κάτι, να κάνετε μία εταιρία, μία επιχείρηση, μία φιλανθρωπία, ένα μέλλον, μία ιδέα, να βοηθήσετε κάποιον, να γίνετε χρήσιμοι, να φτιάξετε κάτι, μαζί.

Ένα βιβλίο, ένα συσσίτιο, μία πορεία διαμαρτυρίας, ένα περιοδικό, ένα μαγαζί, έναν πολιτικό χώρο, έναν όμιλο, μια δουλειά, μαζί, ίσοι, με εμπιστοσύνη και δύναμη, με ειλικρίνεια και με πάθος γι’ αυτό που πιστεύετε, με βοήθεια προς τα άλλα μαζί, των άλλων, που είναι ίσοι με εσάς και έχουν τα ίδια όνειρα με εσάς, την ίδια ελπίδα με εσάς, την ίδια αξία με εσάς.

Όλοι μαζί.

Θα έχουμε την καλύτερη χρονιά που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό. Το βλέπω να έρχεται, και είμαι πολύ συγκινημένος με κάθε μικρό βήμα που το φέρνει πιο κοντά.

Δεν είναι πια όνειρο. Σιγά σιγά χτίζετεαι, γίνεται πράξη, μας περιβάλλει.

Μαζί φίλε. Μαζί.

Καλή χρονιά.

Η οθόνη, και ένα πληκτρολόγιο.

Όλοι στο σπίτι, κοιμούνται. Εγώ, γράφω. Ξημερώνει Σάββατο, 12 Νοεμβρίου του 2011, μία μέρα μετά. Όχι, δεν ξημερώνει τίποτα. Θα αργήσει να ξημερώσει.

Μέχρι τώρα, η τηλεόραση έπαιζε. Κοιμήθηκα λίγο, όσο χρειαζόταν για να ξυπνήσω να ταΐσουμε την μικρή. Άλλες φορές τρώει εύκολα, άλλες δύσκολα. Βγάζει και γουλίτσες, παίρνει και σιρόπι, σαν την μεγάλη της αδελφή.

Φοβάσαι μην χάσεις όσα αγαπάς μόνο όταν γίνει κάτι που σου στερεί την ασφάλεια ότι θα τα έχεις για πάντα. Όπως την ανθρωπιά σου, ξερώ γω. Ή την τιμή σου.

Δάκρυσα σήμερα.

Ήμουν στο γραφείο, και, κάποιοι άνθρωποι χαμογελούσαν. Νικητές. Όχι γύρω μου: στο γυαλί, στις δηλώσεις. Με νίκησαν. Μου είπαν «κοίτα, η απόλαυση να χτυπήσεις έναν άνθρωπο, η απόλαυση να τον πονέσεις, να τον διώξεις, να τον ξεριζώσεις, να τον κοιτάξεις σαν κατώτερο ον, σήμερα, μόλις τώρα, σε εξουσιάζει. Θα αναφέρεσαι σε αυτήν ως Κύριε Υπουργέ μου. Θα την πληρώνεις, θα την τιμάς, θα την σέβεσαι.»

Αλλιώς; Αλλιώς θα χάσω κάτι από μένα.

Την αξιοπρέπειά μου, την ελευθερία μου, τα παιδιά μου το φαγητό τους, η γυναίκα μου τον άντρα της, ο πατέρας μου τον γιο του.

Νίκησαν.

Πονάει λίγο το συκώτι μου. Δεν είναι η πρώτη φορά, με πονάει μέρες τώρα, μάλλον, μήνες τώρα. Πρέπει να πάω να το κοιτάξω, το αμελώ. Να το σημειώσω στο κινητό μου, απέκτησε ημερολόγιο, καλεντάρι. Όμορφο. Τίποτα πια όμως δεν είναι τόσο αθώα όμορφο.

Πονάει το χαμόγελό τους.

Γιατί μου είπαν, κοίτα, μικρέ μου. Δεν χρειαζόμαστε τανκς. Διάολε, δεν χρειάζεται ΚΑΝ να είμαστε ψεύτες! Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ακροδεξιοί, ότι μισούμε όποιον δεν είναι έλληνας, ότι θεωρούμε έναν συνάνθρωπό μας κατώτερο – και πάλι να μπούμε στην κυβέρνηση! Τα κανάλια που μας φώναζαν τόσο καιρό σε όλα τα παράθυρά τους δικαιώνονται, και δεν θα τα ξεχάσουμε. Σήμερα, η ανάγκη της πατρίδας απαιτεί να μας πουν ήρωες – και εσύ, μικρέ μου, μπορείς μόνο να κοιτάς.

Αλλιώς θα γίνεις σαν και μας. Θα λύνεις τις διαφορές σου με γροθιές.

Κάνει λίγο κρύο. Τα κοινόχρηστα ήταν πολύ ακριβά ήδη, φέτος θα μας γονατίσουν. Χοντρότερα ρούχα, και κάλτσες. Θα μπορούσαμε να μετακομίσουμε, και ίσως χρειαστεί να το κάνουμε – αλλά το σπίτι μας αρέσει, έχει χώρο για τα παιδιά, τώρα που είναι μικρά. Ίσως μετά.

Ότι τους έβαλε το ΠΑΣΟΚ, με γονατίζει. Δεν ξαφνιάζομαι για την σύμφωνη γνώμη της Νέας Δημοκρατίας, ξέρω τι θα πεις, αυτοί είναι οι βασικοί εχθροί τους – ποτέ δεν το χώνεψα πλήρως αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ με γονάτισε. Δεν ήμουν ποτέ ΠΑΣΟΚ, δεν το ψήφισα ποτέ, δεν ήμουν ποτέ κανένα κόμμα άλλωστε, είχα πάντα πολιτική ιδεολογία που δεν καλουπώνεται σε κόμματα, δεν χωράει σε στεγανά. Το είπε το κόμμα και παπαριές – στα αρχίδια μου. Αλλά βλέπεις τους ανθρώπους. Σου πουλάνε έναν σοσιαλισμό. Δεν τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ψηφίσεις – αλλά τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ακούσεις. Να ψάξεις, ανάμεσά τους, έναν καλό, ίσως τίμιο. Που πάει να αλλάξει κάτι. Εκατον πενήντα τρεις από αυτούς λοιπόν, όσοι παρέμειναν σταθεροί στο «ψηφίζω για τελευταία φορά», δικαίωσαν το σίχαμα της ακροδεξιάς, του παρέδωσαν, ανίκανοι, ανήμποροι να κάνουν αλλιώς, την εξουσία, όσο μικρή και να είναι, ή όσο μεγάλη, την τιμή, την αξιοπρέπειά τους. Εκατόν πενήντα τρεις μικροί άνθρωποι, που θέλουν να λέγονται αριστεροί.

Πες ότι θέλεις, έχε ότι γνώμη θέλεις. Τίποτα αξιοπρεπέστερο για μένα στην βουλή, τίποτα πιο ελπιδοφόρο, από την απόλυτη άρνηση της αριστεράς να συμμετέχει σ’ αυτήν την κυβέρνηση. Τίποτα πιο ελπιδοφόρο.

Δάκρυσα σήμερα.

Μία φίλη, ας την πούμε Δανάη, μου είπε μία ιστορία. Η γιαγιά της, αυτόν τον μήνα, παρέλαβε δύο φακέλους. Στην μία επιστολή, γράφει την σύνταξή της: Τετρακόσια ευρώ. Στην άλλη, έχει την ΔΕΗ. Τριακόσια ενενήντα. «Τι να της πω;» μου λέει.

Τι να της πει;

Στο twitter, πασχίζω να γράψω.

Συνήθως όταν θυμώνω, ξεκινάω και ξεχνάω να σταματήσω. Δέκα, είκοσι, τριάντα tweets συνεχόμενα. Λέω, λέω λέω – μέχρι να νιώσω ότι είπα αυτό που ήθελα, όπως ήθελα να ακουστεί.

Σήμερα, πασχίζω να γράψω. Πασχίζω να ψελλίσω. Πασχίζω να εξωτερικεύσω.

Σε ένα από αυτά, γράφω: «Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που το παιδί μου δεν καταλαβαίνει. Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που δεν έχω να γυρίσω σπίτι να του εξηγήσω.» Μια κοπέλα μου απαντά: «Εγώ τι εξήγηση και τι διαβεβαίωση για το μέλλον να δώσω στο παιδί μου, που είναι και παιδί μεταναστών;»

Της απαντώ «δύναμη και κουράγιο. Δεν είναι η εικόνα μας αυτή. Συγνώμη.»

Μετά, αφαιρώ ότι δεν είναι απαραίτητο, μένω στην ουσία. Απαντώ: «Συγνώμη.»

Αυτό λέω στην φίλη μου την Δανάη να πει στην γιαγιά της. Συγνώμη.

Έχουμε δακρύσει και οι δύο, και εγώ και η Δανάη – από απόγνωση. Αυτό να της πεις, της λέω. Συγνώμη.

Αυτή η συγνώμη, έχει πατέρα. Έναν φίλο, που ξέρω ότι ψήφισε ΠΑΣΟΚ, που ξέρω ότι είναι τίμιος, που ξέρω ότι τα όχι που έχει πει έκτοτε του έχουν κοστίσει πάρα πολλά, που στις 16:06 μου έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό.

«Τι να πω… Συγνώμη»

Σκέφτομαι τον Γλέζο, συχνά. Έχω μεγάλη εκτίμηση, μπορεί να μην συμφωνώ πάντα μαζί του, αλλά είναι άνθρωπος αξιοπρεπής, σπάνια εικόνα. Δίπλα δε στους άλλους, ακτινοβολεί.

Θυμάμαι ότι τον ψέκασαν, ανθρωπάκια, σε μία πορεία που εγώ δεν ήμουν εκεί, και ήταν εκείνος.

Θυμάμαι πόσες ιστορίες έχω ακούσει για όλα εκείνα που εκείνος θυσίασε, και εγώ όχι.

Θα δει τον Βορίδη υπουργό. Αυτός ο άνθρωπος, που του χρωστάω πολλά για την ελπίδα, θα δει τον Βορίδη υπουργό.

Πως να τον κοιτάξω στα μάτια;

Με τι μούτρα να του ζητήσω συγνώμη;

Τηλεοπτικό παράθυρο. Ο Αθανάσιος Πλεύρης γειτονιάζει τον Σπηλιωτόπουλο. Στην μέση, η Στάη. μοιάζει θυμωμένος – δεν πήρε, φαίνεται τίποτα. Αδικήθηκε. Δεν ακούω τι λέει, είμαι πολύ θυμωμένος. Μοιάζει με παιδάκι, σκέφτομαι τον πατέρα του, σκέφτομαι τον Γλέζο.

Είμαι πολύ θυμωμένος, ναι. Αλλά είμαι απόλυτα απογοητευμένος.

Ο βουλευτής, ο πράσινος, ο μπλε, στις 19 Φεβρουαρίου, αν έχουμε Ελλάδα μέχρι τότε, αν έχουμε Ευρώπη, αν έχουμε Σύνταγμα, αν έχουμε βουλή, αν έχουμε δουλειά, αν έχουμε ευρώ ή αν έχουμε δραχμή, στις 19 Φεβρουαρίου ο βουλευτής θα απλώσει το υπέροχο προσωπάκι του, φωτοσοπιασμένος, τριάντα χρόνια νεότερος, με άψογο σακάκι και χτένισμα, και θα γράψει από κάτω κάτι σαν «για να ξαναβρούμε την ελπίδα», ή «για την Ελλάδα», και θα εμφανιστεί, χάρτινος, μονοδιάστατος, στο γυαλί, στην αφίσα,

…και γω θα θυμάμαι την έκφραση του Βέγγου, όταν βλέπει ότι το παιδί του είναι ναζί.

Την πλήρη, απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη απογοήτευσή του.

Θα αργήσει να ξημερώσει.

Συμπάθα με, όχι σχόλια σήμερα.