Τα κολαστήρια δεν τελείωσαν, απλώς εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας….

Πως γίνεται να εξαφανίσεις ένα κολαστήριο; Πως γίνεται να αποσιωπήσεις τις κραυγές του πόνου, ή τις ικεσίες των κρατουμένων για να σωθεί η ζωή τους, ή τις βρισιές των συγκρατούμενων κάποιου που πέθανε άδικα;

Η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν το κατάφερε – και τα ουρλιαχτά έφτασαν τελικά στα αυτιά μας, και οι άνθρωποι μετέφεραν το πρόβλημά τους, και το μάθαμε, και φωνάξαμε, και διαμαρτυρηθήκαμε. Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, μια χαρά το έχει καταφέρει από ότι φαίνεται, και οι φωνές της φυλακής δεν έχουν αντίλαλο έξω από τους απροσπέλαστους τοίχους και μερικούς εθελοντές που νοιάζονται.

Τούτο το κείμενο της Μπαλωθιάς, είναι μια γροθιά στο στομάχι – εντελώς τυχαία το πήρα χαμπάρι, και κάποια από αυτά που διάβασα δεν τα ήξερα καν:

Η βασική αναφορά γίνεται με βάση την κρατούμενη κυρία Δέσποινα Ζαχαρίου. Η κρατούμενη είχε γλυτώσει απο τον καρκίνο πολεμώντας τον πριν μπει στην φυλακή – αλλά μόνο πρόσκαιρα, καθώς επανήλθε. Η ευκαιρία όμως που είχε να παλέψει εκτός φυλακής, δεν της δόθηκε -όπως καταγγέλεται στο κείμενο (ενώ θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσια, καθώς είναι πια ευθύνη του κράτους ως κρατούμενη, και ευθύνη του – όπως έχω ξαναπεί):

[…]
Το οικογενειακό της ιστορικό είναι η ‘‘σφραγίδα’’ του κινδύνου που την απειλεί: Η μητέρα της πέθανε από καρκίνο του μαστού στην ίδια ηλικία με αυτήν, στα 36 της χρόνια. Το ίδιο και η αδερφή της μητέρας της. Με ένα τέτοιο ιστορικό βρέθηκε στην φυλακή. Την αγωγή που έπαιρνε έξω, δεν την πήρε ποτέ παρόλο που την ζητούσε. Είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας της που έγραφε κάθε εξέταση, χειρουργείο, ακτινοβολίες, θεραπείες. Κανένας δεν την πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που ψηλάφισε μόνη της , την πρώτη ‘‘ύποπτη εστία’’ στο στήθος. Από εκεί ξεκίνησε μια Οδύσσεια για την Δέσποινα, που κράτησε μήνες αφού το ιστορικό της δεν έλεγε τίποτα στους υπεύθυνους της φυλακής για το επείγον της κατάστασης. Από τις αρχές Δεκέμβρη έχει κάνει συνολικά οκτώ μεταγωγές σε διάφορα νοσοκομεία ανά την Αττική. Δύο φορές στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, 3 φορές στο ‘‘Μεταξά’’ και 3 φορές στον ‘’Ευαγγελισμό’’. Στις διαμαρτυρίες της στην υπηρεσία για την έλλειψη σχεδίου και τις καθυστερήσεις, η απάντηση ήταν: ‘‘αφού σε πάμε σε νοσοκομεία’’.

Σε έξι από αυτές την έστειλαν χωρίς καν τον φάκελο με το ιστορικό της και οι γιατροί, χωρίς να γνωρίζουν μέσω εξετάσεων περί τίνος πρόκειται, έκαναν τις εξετάσεις κινούμενοι οι ίδιοι από την αίσθηση του επείγοντος ενώ διαμαρτύρονταν στην εξωτερική φρουρά που την συνόδευε, αλλά και στην υπηρεσία σε ορισμένες περιπτώσεις. Στον Ευαγγελισμό σε μία επίσκεψη δεν την έστειλαν μόνο χωρίς τον φάκελό της αλλά και χωρίς να έχουν καν κλείσει ραντεβού! Πολλοί γιατροί αλλά και η εξωτερική φρουρά έλεγαν ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που έκαναν μεταγωγές ασθενών κρατουμένων γυναικών και από τις φυλακές της Θήβας σε νοσοκομεία, μάταια, αφού ‘‘ξεχνούσαν’’.. τον ιατρικό τους φάκελο στη φυλακή.

[…]

Η εξέταση που έπρεπε να κάνει η Δέσποινα Ζαχαρίου (FNA μαστού-βιοψία) ήταν αδύνατον να γίνει και οι γιατροί την έστειλαν πίσω στη φυλακή. Ότι το καθ’ ύλην αρμόδιο νοσοκομείο γι’ αυτή την περίπτωση από όσα την πήγαν ήταν το ‘‘Μεταξά’’ και ότι εκεί υπήρχε από το προηγούμενο ιστορικό της, αλλά και ο γιατρός που την είχε εγχειρήσει τρία χρόνια πριν, δεν απασχόλησε! Στο Γ.Κ.Ν Νίκαιας π.χ., ρωτούσαν γιατί την πήγαν εκεί. Τελικά η Ζαχαρίου, από έναν μικρό όγκο που είχε τον Νοέμβριο, κατέληξε να επεκταθεί το πρόβλημά της και οι ‘‘ύποπτες εστίες’’ να έχουν πολλαπλασιαστεί. Την εξέταση για την βιοψία, μετά από τόσους μήνες, την έκανε στις αρχές Μαΐου στο νοσοκομείο ‘‘Μεταξά’’. Εν τω μεταξύ, σε προηγούμενη μεταγωγή της στον ‘‘Ευαγγελισμό’’ όπου διαπιστώθηκε ότι είχε πολλούς όγκους με τον μεγαλύτερο 6,4 εκατοστά, της δήλωσαν οι ογκολόγοι πως θα πρέπει να κάνει ολική μαστεκτομή. Ωστόσο στη φυλακή γνώριζαν ότι το πρόβλημά της έχει πολλαπλασιαστεί από τον Μάρτιο. Παρά τα όσα έχουν γίνει, η Δέσποινα είναι δυνατή και δηλώνει πως θα παλέψει με τον καρκίνο για ακόμα μια φορά. Όμως δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια. Εξαρτάται κυρίως από ένα καθεστώς που καταντά εγκληματικό.

Δεν είναι (δυστυχώς) μόνο μία περίπτωση. Ακομα και έτσι θα ήταν ανησυχητικό, αλλά η καταγγελία αναφέρεται σε περισσότερα περιστατικά. Κατ’ αρχάς, έναν θάνατο:

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το θάνατο της κρατούμενης Βασιλικής Σταθοπούλου. Η Σταθοπούλου που είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο όσο ήταν ελεύθερη, νοσούσε για μήνες ως κρατούμενη με πολύ σοβαρά συμπτώματα και αντιμετώπισε την αδιαφορία και τον εμπαιγμό. Γιατροί του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ αρνούνταν να την πάνε σε εξωτερικό νοσοκομείο δηλώνοντας ότι προσποιείται την άρρωστη. Την πήγαν στο νοσοκομείο όταν ο καρκίνος κατέστρεψε τον εγκέφαλό της και άρχισε να παραληρεί. Λίγες βδομάδες αργότερα πέθανε. Δεν δόθηκε κανένα περιθώριο ούτε στους γιατρούς του εξωτερικού νοσοκομείου ούτε στην ίδια την Σταθοπούλου να παλέψει άλλη μια φορά με τον καρκίνο. Την ‘‘ευκαιρία’’ αυτή της την αφαίρεσε η φυλακή.

Είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο η κυρία Βασιλική Σταθοπούλου, άρα οι φυλακές το ήξεραν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί (οι γιατροί!) δεν την πήγαιναν σε νοσοκομείο γιατί πίστευαν ότι προσποιείται. Τελικά, η …διάγνωσή τους ήταν εσφαλμένη, καθώς ο καρκίνος πήγε στον εγκέφαλό της. Δεν είχε καμία ευκαιρία πια να πολεμήσει.

Φυσικά, καμία δήλωση δεν άκουσα από το Υπουργείο για τον θάνατό της, ή την πιθανότητα διεξαγωγής έρευνας για το τι πήγε στραβά και ποιος, τελικά, ευθύνεται. Αθόρυβος ο θάνατός της.

Αθόρυβος, αλλά στα όρια του εγκληματικού. Όπως καταγγέλλεται στο άρθρο:

Στοιχεία και στατιστικές για τους θανάτους στις ελληνικές φυλακές από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν υπάρχουν. Ή μάλλον…είναι καλά κρυμμένα. Το 2016 ‘‘εξαφανίστηκε’’ από το Υπουργείο Δικαιοσύνης βιβλίο που περιείχε αριθμούς και στατιστικά στοιχεία των θανάτων στις φυλακές τις τελευταίες 3 δεκαετίες.

Και πιο μετά αναφέρεται ότι:

Στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ εγκαταλείπονται βαριά άρρωστοι άνδρες κρατούμενοι χωρίς την αναγκαία ιατρική κάλυψη. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν πεθάνει πάνω από 100 κρατούμενοι, ενώ από τις 4/12/2016 έως τις 2/10/20017 έχουν δηλωθεί 25 θάνατοι σε αυτό. Έχουν γίνει πολλές καταγγελίες για το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού όμως τίποτα δεν έχει γίνει. Το νοσοκομείο αυτό δεν παρέχει ιατρική μέριμνα για τις σοβαρές ασθένειες των κρατουμένων που κρατούνται σε αυτό, δεν έχει την υλικοτεχνική υποδομή και ούτε καν τα βασικά φάρμακα και αναλώσιμα που χρειάζονται.

Τρεις δεκαετίες αναφορών …χάθηκαν. Παφ. Και ελπίζει ο μαλάκας ο αρκούδος, ότι κάποιος θα αναζητήσει ευθύνες για τα κολαστήρια τότε, και τώρα. Φευ.

Αν είναι πρόβλημα για ελληνίδες κρατούμενες η ιατρική αντιμετώπιση στις φυλακές, πολλώ δε μάλλον ειναι για τις τσιγγάνες. Η επόμενη καταγγελία αφορά μία τσιγγάνα, την κυρία Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, η οποία παρά το επανειλημμένο αίτημα του χειρούργου της φυλακής να πάει σε νοσοκομείο για τον διαβήτη που αντιμετωπίζει στο πόδι της, όπως καταγγέλλεται η διοίκηση των φυλακών κωφεύει:

Ο κοινωνικός ρατσισμός τον οποίο αντιμετωπίζουν τις κρατούμενες και τους κρατούμενους στις φυλακές δεν είναι μικρό φαινόμενο. Ακόμα και από ορισμένους γιατρούς σε φυλακή μπορεί κάποιος να ακούσει: ‘‘ Όταν έκανες ό,τι έκανες δεν σκεφτόσουν την υγεία σου’’ ή ‘‘έκανες ό,τι έκανες και τώρα έρχεσαι σε εμάς να σε κάνουμε καλά’’. Την παραπάνω φράση την άκουσε και η Δέσποινα Ζαχαρίου, και η Ζαχαρίου είναι αθίγγανη, όμως αυτός ο κοινωνικός ρατσισμός όταν εκδηλώνεται προεκτείνεται σε όλες τις φυλετικές και εθνικές κατηγορίες κρατουμένων.

Η μόνη περίπτωση που ήξερα (και ετοιμάζω ειδικό άρθρο με αφορμή του) είναι η περίπτωση του κύριου Ζώσου Μαλτέζου από χαλασμένο δόντι στις 2/2/18. Ίσως όμως, εκείνη η «αμέλεια» έκανε τους κρατούμενους πιο … προσεκτικούς:

Μια άλλη κρατούμενη από τις φυλακές της Θήβας (Μ.Σ) με απόστημα στο δόντι, αναγκάστηκε να κάνει εξαγωγή μόνη της αφού δεν της έδιναν αντιβίωση και η κατάστασή της χειροτέρευε.

Η κρατούμενη έκανε εξαγωγή μόνη της, γιατί δεν της έδιναν αντιβίωση – και μάλλον (δεν έχω ημερομηνίες για την καταγγελλία) θέλησε τουλάχιστον να γλυτώσει την ζωή της. Βάλτε εσείς όποιο σχόλιο νομίζετε ότι ταιριάζει σ’ αυτό που διαβάσατε μόλις.

Για κάποιον λόγο, οι φυλακές θεωρούν ότι η αυτοκτονία, αντί να είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επιβαρυντική για την διοίκηση ως λόγος θανάτου, τον …προτιμούν:

Ως πρώτη αιτία θανάτου στις φυλακές δηλώνεται η αυτοκτονία. Στο νοσοκομείο ‘‘Άγιος Παύλος’’ στις αρχές της χρονιάς βρέθηκε κρεμασμένος στην απομόνωση οροθετικός κρατούμενος. Το ίδιο διάστημα στις φυλακές Χανίων έδωσε τέλος στη ζωή του άλλος κρατούμενος με τον ίδιο τρόπο. Η ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι κρατούμενοι είναι ανάλογη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, (τοξικοεξαρτημένοι, άρρωστοι, άποροι κλπ) και των συνθηκών κράτησης, έτσι κάποιοι από αυτούς βάζουν τέλος στη ζωή τους. Οι συνθήκες κράτησης θα επιδεινωθούν και η πίεση πάνω στους κρατούμενους θα αυξηθεί με το νέο πιο αυστηρό πλαίσιο με την στρατιωτικοποίηση των φυλακών που προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης με τον νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όπως αναλυτικά καταγράφει στο κείμενο που έχει δημοσιεύσει η Αγωνιστική Ένωση Κρατουμένων.

Καταλήγει το άρθρο:

Το κράτος και το σωφρονιστικό σύστημα μας θέλει την καθεμιά και τον καθένα μόνο του απέναντί του ώστε να κατοχυρώνεται η αδυναμία και η ματαιότητα της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των κρατουμένων.Τα δικαιώματα αυτά θα καταστρατηγηθούν με το νέο Σωφρονιστικό Κώδικα σε μεγάλο βαθμό.Κανένα πρόβλημα στη φυλακή δεν είναι ατομικό. Κάθε ιστορία αυτοανακλά προβλήματα πολύ ευρύτερα που αγγίζουν τον καθένα. Για να μην γίνονται οι φυλακές κρεματόρια για τους κρατούμενους, για να μην μετατρέπεται η όποια ποινή μέσω των συνθηκών κράτησης σε θανατική καταδίκη, χρειάζεται αλληλεγγύη και αντίσταση:

1. Να σταματήσει η εγκληματική αδιαφορία και ο εμπαιγμός απέναντι στη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η υπηρεσία των φυλακών Κορυδαλλού είναι οι υπεύθυνοι για την εξέλιξη της υγείας της.

2. Να μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.

3. Φυλακές χωρίς δυνατότητα άμεσης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν μπορούν να υπάρχουν. Ιατρική φροντίδα και φάρμακα σε όλες τις φυλακές.

4. Όχι στην εξόντωση μέσω των ψυχοφαρμάκων. Να παρέχονται δημιουργικές διέξοδοι για τους κρατούμενους και να εξετάζονται οι ψυχικά ασθενείς με ιατρικούς και όχι με καπιταλιστικούς όρους.

5. Όχι στο νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όχι στην στρατιωτικοποίηση των φυλακών, τις απομονώσεις και τα καθεστώτα εξαίρεσης.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ -ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ (υπέγραψαν 38 γυναίκες του ισογείου)

Το έχω ξαναπεί: οι κρατούμενοι/ες συχνά, είναι πιο ελεύθερες από εμάς. Κάθε καταγγελία τους γίνεται με κίνδυνο αντιποίνων – και, αν όντως δεν σου δίνουν υπο φυσιολογικές συνθήκες μία αντιβίωση για ένα χαλασμένο δόντι, φανταστείτε αν θέλουν να σου κάνουν και αντίποινα τι θα συμβαίνει.

Ε, εκτίθενται και κάνουν την καταγγελία τους, με αίτημα να ..πάνε σε νοσοκομείο η κυρία Παναγιωτοπούλου και η κυρία Ζαχαρίου.

Για τέτοια αυτονόητα εκτίθενται τόσο πολύ.

Κάθε καταγγελία τους οφείλει να ξυπνάει εμάς. Οφείλουμε μία αντίδραση, μία διαμαρτυρία, να προστατέψουμε και να πιέσουμε, τους αρμόδιους Υπουργούς για απαντήσεις και τιμωρίες και λύσεις. Οφείλουμε να πιέσουμε κυβερνήσεις κόμματα και Πρωθυπουργούς, όταν οι Υπουργοί τους κωφεύουν. Και οφείλουμε τιμωρίες όταν παρ’ ελπίδα κωφεύουν και αυτοί.

Εμείς, που είμαστε ελεύθεροι.

Υ.Γ.: Επέστρεψα στο κείμενο, και προσέθεσα το «κυρία» δίπλα σε κάθε όνομα. Μου φάνηκε περίεργο: κυρία μία κρατούμενη; Μετά βγήκα από τον κοινωνικό αυτοματισμό, και αναρωτήθηκα αν υπάρχει καν ερώτημα.

Ύστερα από τους δύο νεκρούς σε μόλις τρεις ημέρες στις Ελληνικές φυλακές, προστέθηκε μία τρίτη, μόλις σήμερα, με τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες:

Την ενημέρωση δεν έκανε το ελληνικό κράτος, ως όφειλε, αλλά η δικηγόρος του – η οποία ενημέρωσε για το πως πέθανε ο πελάτης της:

Η Ηλέκτρα Κούτρα, καταλήγει: «Σε άλλη χώρα θα ‘χε παραιτηθεί ο Υπουργός»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό, ειδικά μετά την πρόσφατη υπόθεση των δύο άλλων κρατουμένων που έχασαν τις ζωές τους – γιατί δεν παραιτούνται;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου (ειδικά σ’ αυτήν την περίπτωση) να …παραιτηθούν. Καθόλου όμως.
Εξηγούμαι.

~

Όταν το κράτος φυλακίζει κάποιον, είτε μιλάμε για πρόσφυγα, μετανάστη, αιτούντα άσυλο – είτε για φυλακισμένο στα κολαστήρια των ελληνικών φυλακών, έχει την απόλυτη ευθύνη του.

Του στερεί την ελευθερία του (άλλοτε νόμιμα, ύστερα από καταδικαστικές αποφάσεις, άλλοτε παράνομα, όπως γίνεται στους πρόσφυγες) αλλά αναλαμβάνει μία ξεκάθαρη, απολύτως σημαντική και απαραβίαστη συμφωνία: Θα κάνει ο,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, να τύχει αυτός ο άνθρωπος της καλύτερης μεταχείρισης όσο αφορά κυρίως την υγεία του (ψυχολογική και σωματική) και την ακεραιότητά του.

Όταν φωνάζαμε για το Κολαστήριο – γι’ αυτό φωνάζαμε. Όταν φωνάζαμε για την Μόρια, και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης – γι’ αυτό φωνάζαμε.

Όταν τον αναγκάζεις να ζει σε απαράδεκτές συνθήκες – πολλώ δε μάλλον όταν πεθαίνει κάποιος – είσαι απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτό. Είτε είσαι ο διοικητής της μονάδας που τον «φιλοξενεί», είτε είσαι ο αρμόδιος υπουργός, είτε είσαι ο πρωθυπουργός.

Υπεύθυνος για όλες τις ζωές, μία-μία, αυτών των ανθρώπων.

Όταν κάποιος εξ’ αυτών πεθαίνει, οφείλεις απέναντι στον ρόλο σου να αναζητήσεις ποιος ευθύνεται. Είσαι ο διοικητής; ελέγχεις τους υπαλλήλους σου. Είσαι ο υπουργός; Ελέγχεις τους διοικητές σου. Είσαι ο πρωθυπουργός; Ελέγχεις τους Υπουργούς σου.

Για κάθε έλεγχο που ΔΕΝ κάνεις για υφιστάμενό σου, η ευθύνη μετακυλίεται σε σένα.

~

Πάμε λοιπόν εδώ, στην σημερινή τραγωδία.

Ένας άνθρωπος (για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχει καμία σημασία) φτύνει αίμα από το στόμα.

Το παιδί σου, το παιδί του υπουργού, το παιδί του γείτονα.

Πιστεύεις ότι έχει φυματίωση. Πολύ άσχημο αυτό, φτύνει αίμα ο άνθρωπος. Δεν έχεις κανέναν φάκελο για την ιατρική του κατάσταση; Καμία καρτέλα για το αν φτύνει αίμα γιατί είναι όντως φυματικός (και άρα δεν έχει δουλειά από πριν στον γενικό πληθυσμό) ή γιατί ξέρω γω τον χτύπησε συγκρατούμενός του και πεθαίνει; Ξέρεις; Δεν ξέρεις;

Τι κάνεις;

Τον στέλνεις στην απομόνωση;

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

ΤΟΝ ΠΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ.

Όχι αύριο το πρωί, ΣΗΜΕΡΑ. ΤΩΡΑ.

Φτύνει αίμα ο άνθρωπος, δεν τον βάζεις στην απομόνωση τιμωρία, ανησυχείς, ξεκινάς διαδικασίες, ρωτάς, μαθαίνεις την κατάστασή του, την αντιμετωπίζεις με τον καλύτερο τρόπο για τον άνθρωπο.

Πήρες την απόφαση, τον έβαλες στην απομόνωση. Και πέθανε.

Και ζητάμε …μία παραίτηση;

~

Οχι, λυπάμαι. Εδώ και χρόνια -ανεξαρτήτως κυβερνήσεων- δεν ζητάω παραιτήσεις: Απαιτώ την ποινική καταδίκη των υπευθύνων.

Στο Κολαστήριο, παρότι άλλαξε η κυβέρνηση, δεν αποδόθηκαν ευθύνες στην διοίκησή του για τους τόσους νεκρούς.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όχι μόνο έχουμε νεκρούς, όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι έζησαν και ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες, αλλά η πολιτική ηγεσία παραδέχεται τις συνθήκες, και …μαθαίνει από αυτές.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δόθηκε η ευκαιρία, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Σύριζα και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, να ξεκινήσουν έρευνες, να απαιτήσουν κάθαρση, να στείλουν σε εισαγγελέα όλα τα στοιχεία που είχαν για το παρελθόν.

Πέρασαν τρία χρόνια, και δεν το έκαναν ποτέ ως τώρα.

Πέρασαν τρία χρόνια, και οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνεχίζουν να ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες.

Πέρασαν τρία χρόνια και οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν έχουν βασική, αξιοπρεπή ιατρική μεταχείριση – και συνθήκες διαβιώσης.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμα ο κόσμος ζητά «παραιτήσεις». Εδώ και χρόνια, εγώ επιμένω:

Ποινικές ευθύνες.

Στους διοικητές, στους Υπουργούς τους, στους Πρωθυπουργούς τους.

Είναι έγκλημα. Και πρέπει να τιμωρείται αναλόγως. Τίποτα λιγότερο δεν είναι ανεκτό, αρκετό, ή αξιοπρεπές.

~

Στο προηγούμενο άρθρο, έγραφα ως κατακλείδα: «Θα σταματήσουν, όταν μας νοιάξει».

Στην πραγματικότητα, όχι όταν νοιάξει όλους. Οι της αντιπολίτευσης, όσο και αν φωνάζουν – δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν κάτι, οι μόνοι που μπορούν να πουν «ως εδώ», είναι οι φίλα προσκείμενοι στην κυβέρνηση. Χωρίς την δική σας συμμετοχή, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Χωρίς την δική σας οργή, δεν μπορεί να τιμωρηθεί κανείς. Χωρίς το δικό σας ενδιαφέρον, δεν θα αποδώσουμε δικαιοσύνη ούτε στους νεκρούς, ούτε ελπίδα σε όσους πασχίζουν, σήμερα, να μείνουν ζωντανοί.

Ξεφύγετε από τα πρόσωπα. Ξεφύγετε από τα διλήμματα. Ξεφύγετε από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες: Μόνο εσείς μπορείτε να αλλάξετε αυτήν την κατάσταση.

Θυμηθείτε:

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Ο διοικητής τους υφισταμένους του. Ο Υπουργός τους διοικητές του. Ο πρωθυπουργός τους Υπουργούς του.

Εμείς τις κυβερνήσεις μας.

Εκτός από τον Μαλτέζο Σώζο, τον 26 χρονο που πέθανε στις φυλακές (και ερευνάται αν η αιτία είναι η μόλυνση από οδοντική φλεγμονή στις φυλακές Λάρισας), ένας ακόμη προστέθηκε στην λίστα των νεκρών: ένας 33χρονος, που αυτοκτόνησε στις φυλακές Αλικαρνασσού.

Και τι μας νοίαζει εμάς ρε αρκούδε, θα μου πεις, που ο άλλος αυτοκτόνησε; Καλά το παλικάρι, πράγματι, είναι έγκλημα που το άφησαν να πεθάνει αβοήθητο ενώ ικέτευε για γιατρό – αλλά αυτός που αυτοκτόνησε; Τι μας νοιάζει;

Να σου πω λοιπόν μία ιστορία που διάβασα, γι’ αυτόν τον 33χρονο, για να δεις πόση φρίκη, πόση σκληρότητα, πόσο αδικία κρύβει η τελευταία του ενέργεια.

Ο 33χρονος κρατείτω από το 2016 για ληστείες, κρεμαστηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας. Στο χαρτί που άφησε δίπλα του, εξήγησε ότι δεν άντεχε τις τύψεις, καθώς εξαιτίας του βρέθηκε σε δύσκολη θέση ένας ξάδελφός του, που του έφερε ρούχο με μικροποσότητα ηρωίνης.

Ο ξάδελφος δεν ήξερε τίποτα. Του το ζήτησε ο κρατούμενος, και αυτός, απλώς, το μετέφερε.

Η ντροπή έκανε τον 33χρονο να αυτοκτονήσει. Αυτά, τα ξέρουμε σίγουρα, καθώς έτσι έγραψε το τελευταίο σημείωμά του.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε που τον έπιασαν ξαφνικα τύψεις τον ναρκέμπορα; δεν τον λυπάσαι τον ξάδελφο που τον έχωσε στο τσάμπα; – θα μου πεις.

Σου έχω όμως κι άλλα. Γιατί ο 33χρονος αυτόχειρας, σύμφωνα με πληροφορίες συγκρατούμενών του (που διαψεύδονται από την διοίκηση) χρωστούσε λεφτά από αγορά ναρκωτικών στο σχετικό κυκλωμα που λειτουργεί στην φυλακή. Για να ξεχρεώσει, υπέκυψε υπο την απειλή βίας, στην εντολή να εισάγει ναρκωτικά για λογαριασμό τους με αυτόν τον τρόπο.

Ούτε ναρκέμπορας λοιπόν, ούτε να θάψει τον ξαδελφό του ήθελε, ούτε ήθελε να μπλέξει με όλα αυτά: σύμφωνα με τους συγκρατούμενούς του, τον εκβίασαν, τον ανάγκασαν, πήρε έναν ακόμα άνθρωπο στον λαιμό του, και τον έφαγαν οι τύψεις.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε για τον φυλακισμένο στην τελική; Να μην παρανομούσε, απλό είναι. Η δικαιοσύνη είναι σκληρή.

Μα ναι, αλλά αυτό λέω: η ευθύνη των φυλακισμένων είναι της εκάστοτε διοίκησης. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, κάθε άνθρωπος εκεί μέσα, από τον καλύτερο μέχρι τον χειρότερο, υπάρχει θέμα ευθύνης. Όταν δεν αποδίδεται, η ευθύνη περνάει στον ανώτερό τους, στην περίπτωσή μας είτε στον Τόσκα, είτε στον Κοντονή. Η ευθύνη αυτή, είναι ποινική – αν ασκήσουν είτε η διοίκηση είτε οποιοσδήποτε άλλος αμελώς τα καθήκοντά τους, πρέπει να πάνε φυλακή – αν όχι από δόλο, τουλάχιστον για τον θάνατο δύο ανθρώπων εξ αμελείας. Γι’ αυτό που κατηγορούμε τους φυλακισμένους, ότι δηλαδή παρανόμησαν, γι’ αυτό θα έπρεπε σαν κοινωνία να ελέγξουμε και τους δεσμώτες τους!

Μας νοιάζει τώρα;

Ίσως, ίσως όχι. Δεν μας νοιάζει αρκετά, προφανώς, όταν η διοίκηση δεν ερευνά, απλώς …αρνείται την πιθανότητα να εκβιάστηκε για λογαριασμό κυκλώματος ναρκωτικών μέσα στην φυλακή – και το θέμα τελειώνει εκεί. Δεν μας νοιάζει αρκετά, ίσως γιατί νομίζουμε ότι δεν θα βρεθούμε ποτέ στην θέση των κρατούμενων. Δεν μας νοιάζει αρκετά, καθώς δεν θα ζητηθεί από κανέναν η παραίτηση, ή ποινικές ευθύνες για έναν ακόμα θάνατο στις φυλακές.

Ίσως μας νοιάζει, λοιπόν – αλλά μάλλον όχι.

Μέχρι να μας νοιάξει, βέβαια, 26χρονοι θα πεθαίνουν γιατί οι φυλακές εκατοντάδων ανθρώπων δεν έχουν κατάλληλους γιατρούς, και 33χρονοι θα εκβιάζονται για να πάρουν στον λαιμό τους άλλους, και όταν τους τρώνε οι τύψεις, θα αυτοκτονούν αβοήθητοι (και όλοι θα κάνουμε ότι δεν υπάρχει κύκλωμα ναρκωτικών στις φυλακές).

Το σίγουρο είναι ότι άλλοι άνθρωποι δεν θα ασχοληθούν. Άλλοι δεν θα πιέσουν. Άλλοι δεν θα διορθώσουν. Ό,τι γίνει, από εμάς θα γίνει. Όταν μας νοιάξει.

Μέχρι να μας νοιάξει, θα πεθαίνουν αβοήθητα νέα παιδιά, ατιμώρητα.

Όσο πάρει, αδέλφια. Θα περιμένω υπομονετικά, όσο πάρει, μέχρι να μας νοιάξει.

Σε συνθήκες κρίσης, δεν εκπλήσσει η κρατική αναλγησία. Όταν με μια ηλεκτρονική εντολή, ένα σκληρό και αυταρχικό κράτος μπορεί να πετάει ανθρώπους έξω από τα σπίτια τους, δεν περιμένεις ότι θα επιδειχθεί ευαισθησία για όσες και όσους βρίσκονται στις φυλακές. Στις ταξικές, ταξικότατες φυλακές, ασφαλώς. Στις φυλακές, όπου το κράτος στοιβάζει ανθρώπους ανάλογα με το «πού συχνάζουν» ή «με ποιούς κάνουν παρέα». Στις φυλακές όπου πετάει τους φτωχοδιάβολους αυτού του κόσμου, για να ξεμπερδέψει έτσι μια και καλή μαζί τους, τοποθετώντας τους/τες στο περιθώριο ως παρίες. Απογυμνωμένους από στοιχειώδη δικαιώματα. Όπως για παράδειγμα να έχουν αυτές και αυτοί την εξουσία πάνω στα ίδια τα σώματά τους.

της Κικής Σταματόγιαννη στο fylosykis.gr
(αναδημοσίευση στο ThePressProject με την άδεια της συγγραφέα – και γω με την σειρά μου με την άδεια του ThePressProject)

Δεν είναι, επομένως, η έκπληξη το συναίσθημα που δοκιμάζεις διαβάζοντας τις διατάξεις του νέου Σωφρονιστικού Κώδικα. Είναι η οργή με την οποία έρχεσαι αντιμέτωπη. Είναι ο θυμός, τον οποίο καλείσαι να διαχειριστείς, ώστε να μπορέσεις να βάλεις σε μια σειρά τις σκέψεις σου. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, να βάλουμε σε μια σειρά τις σκέψεις μας.

Πώς ξεκίνησαν όλα;

Αυτές τις μέρες κατατέθηκε προς δημόσια διαβούλευση το σχέδιο νόμου για αλλαγή του Σωφρονιστικού Κώδικα. Δεν περιμέναμε ασφαλώς να είναι το απαύγασμα του προοδευτισμού.

Μέσα σε μια απαρίθμηση περιστολής των δικαιωμάτων των κρατουμένων, γυναικών και αντρών, για τα οποία χρειάστηκαν ούτε λίγο ούτε πολύ 88 διατάξεις, στεκόμαστε στο άρθρο 21. Και στην παράγραφο 7 αυτού (οι υπογραμμίσεις δικές μας): «Ο νεοεισαγόμενος υποβάλλεται σε έρευνα σωματική και των ατομικών ειδών του, η οποία διεξάγεται σε ιδιαίτερο χώρο και κατά τρόπο που δεν θίγει την αξιοπρέπειά του. Η έρευνα διενεργείται από δύο τουλάχιστον υπαλλήλους του ίδιου φύλου με τον κρατούμενο και, σε περίπτωση γύμνωσης του σώματος, αυτή δεν επιτρέπεται να γίνεται με αφαίρεση όλων των ενδυμάτων ταυτοχρόνως. Αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν ενδοσωματική ή ακτινολογική έρευνα, αυτή διενεργείται μόνον από ιατρό, κατά τους κανόνες της ιατρικής, μετά από εντολή του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού».

Διαβάζοντας, λοιπόν, το άρθρο 21 παρ. 7 και την ξεκάθαρη πρόβλεψη για γύμνωση, βρισκόμαστε μπροστά στην αποκρουστική επαναφορά του κολπικού ελέγχου στις γυναίκες κρατούμενες. Μια μέθοδος που όσες μαρτυρίες γυναικών κι αν διαβάσεις, όλες καταλήγουν στο αίσθημα του βιασμού, της ταπείνωσης και του εξευτελισμού που νιώθουν όσες την υφίστανται. «Περίμενα μες στο κρύο μόνο με τα εσώρουχά μου στο δωμάτιο της έρευνας… Μέχρι να έρθει εκείνη με τα ρούχα, με έβαλε να βγάλω και τα εσώρουχά μου. Ντρεπόμουν τόσο πολύ που βρέθηκα σε αυτή τη θέση… Οι συνθήκες κάτω στην απομόνωση ήταν απάνθρωπες…»*.

Μια μέθοδος που σύμφωνα με όλες τις καταγγελίες είναι πλήγμα για την αξιοπρέπεια, την επιβαρυμένη ψυχική υγεία ανθρώπων που βρίσκονται ήδη σε συνθήκες εγκλεισμού. Καταγγελίες ότι σε πολλές περιπτώσεις η εξέταση δεν γινόταν καν από γιατρό-γυναικολόγο, αλλά από υπάλληλο των φυλακών. Καταγγελίες φυλακισμένων γυναικών για εργαλεία μη αποστειρωμένα, ακατάλληλα, σκουριασμένα. Μέχρι και ευρωπαϊκά όργανα έχουν αντιδράσει σε αυτή την πρακτική. Τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο όσο και η Επιτροπή Πρόληψης Βασανιστηρίων την έχει ήδη –από το 2006- κατηγοριοποιήσει ως «καταχρηστική, απάνθρωπη και μη επιτρεπτή».

«Μια φορά, στο χαρτί που ήταν τοποθετημένο στην γυναικολογική καρέκλα όπου μ’ έβαλαν να κάτσω είδα μία τρίχα από προηγούμενη ερευνηθείσα. Η αποστείρωση στα εργαλεία τους είναι κάτι που ενίοτε θυμούνται. Σε άλλες βάζουν διαστολείς και σκουριασμένους, πολλές φορές, τους βάζουν το δάχτυλό τους και συγχρόνως πιέζουν προς τον ορθό ή και από επάνω στη βουβωνική χώρα σε σημείο που η κρατούμενη να πονάει. Τα ειρωνικά σχόλια και τα σόκιν «αστειάκια» των δεσμοφυλάκων δεν λείπουν από το «ρεπερτόριό» τους…

Προσφάτως που αρνήθηκα την κολπική έρευνα και από τον γυναικολόγο, διότι ανεξαρτήτου μορφώσεως, ειδικεύσεως και μορφωτικού επιπέδου το να σου χώνει ο καθείς τα δάχτυλά του είναι τουλάχιστον «απρεπές», θα έλεγα, και ζητούσα υπερηχογράφημα, με απείλησαν ότι θα με δέσουν όλη νύχτα με τη χειροπέδα στο κάγκελο […] μου είπε πως αφού είμαι κρατούμενη πρέπει να δεχτώ την κολπική […]. Εν ολίγοις αυτό που μου είπαν και λένε είναι ότι αφού είμαι κρατούμενη πρέπει να μου κάνουν ότι θέλουν και να μην αντιδράω»*.

Είτε αρνηθεί μια κρατούμενη να υποστεί τον κολπικό έλεγχο είτε αποδεχθεί να «πειθαρχήσει», οδηγείται στην απομόνωση. Εκεί υποχρεώνεται να εκτελεί τις πιο προσωπικές της ανάγκες, ενώ παρακολουθείται ηλεκτρονικά. «Μέσα στις τρεις αυτές ημέρες η κρατούμενη πρέπει να έχει οκτώ κενώσεις. Διαφορετικά θα παραταθεί η κράτησή της στην απομόνωση. Επειδή όμως αυτό δεν είναι φυσιολογικό να συμβεί, τότε οι έγκλειστες αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν καθαρτικό που τους παρέχει η υπηρεσία. Και βέβαια και αυτό αποτελεί έναν άλλο τρόπο βασανισμού, αφού λαμβάνουν το καθαρτικό για να μην παραταθεί ο χρόνος παραμονής τους στην απομόνωση. Όταν βγαίνουν οι κρατούμενες από την απομόνωση, υφίστανται εκ νέου κολπική έρευνα, συνήθως από όποια γυναίκα υπάλληλο έχει βάρδια! Αν μια κρατούμενη αρνηθεί να υποστεί αυτό τον έλεγχο, τότε κινδυνεύει να μείνει στην απομόνωση για τουλάχιστον πέντε ημέρες και με ό,τι συνεπάγεται αυτό»*.

Και μέσα σε αυτές τις δέκα γραμμές συμπυκνώνεις άνετα έναν ωραιότατο ορισμό για το τι συνιστά βασανιστήριο στον 21ο αιώνα. Στην «πολιτισμένη» Ευρώπη της Δύσης.

Γιατί, λοιπόν; Γιατί ξανά;

Ο τυπικός λόγος που επικαλούνται οι νομοθετικές και σωφρονιστικές αρχές είναι η αποτροπή εισαγωγής ναρκωτικών ουσιών μέσα στη φυλακή. Μια εισαγωγή, ωστόσο, που θα μπορούσε να αποτραπεί με χρήση άλλων μέσων. Που δεν ευτελίζουν, δεν πληγώνουν, δεν σε απογυμνώνουν από όση αξιοπρέπεια σου έχει απομείνει μέσα σε μια φυλακή. Έχουν προταθεί τρόποι ελέγχου που δεν κουρελιάζουν τις γυναίκες. Υπάρχει η δυνατότητα για υπέρηχο, για εξειδικευμένα μηχανήματα ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών.

Γιατί, λοιπόν, οι σωφρονιστικές αρχές επέμεναν να αγνοούν όλες αυτές τις εναλλακτικές και προχωρούσαν σε κολπική εξέταση; Και κυρίως, γιατί σκέφτονται τώρα να την επαναφέρουν; Ο ουσιαστικός και ξεκάθαρος λόγος είναι «επειδή μπορούν». Επειδή είναι ένας ακόμη τρόπος να υποδείξουν στην κρατούμενη τη θέση που της έχουν επιφυλάξει. «Είσαι σκουπίδι. Σε μεταχειριζόμαστε ως τέτοιο». Πόση ευαισθησία να χωρέσει σε ένα τόσο απλό σχήμα; «Μη ζητάς και πολλά, γιατί αυτό που σε περιμένει στο βάθος του διαδρόμου είναι η απομόνωση. Οπότε, μη μιλάς. Μη διανοηθείς καν να διεκδικήσεις». Στην κοινωνία «εκεί έξω» περικόπτονται όσα δικαιώματα έχουν απομείνει όρθια. Πόσο καλύτερα να είναι τα πράγματα μέσα σε μια φυλακή, με τα δικαιώματα των κρατουμένων να είναι ήδη περισταλμένα;

Είναι αδύνατον να μιλήσεις για την απάνθρωπη μέθοδο του κολπικού ελέγχου και το μυαλό σου να μην πάει σχεδόν αυτόματα στην Κατερίνα Γκουλιώνη. Μια γυναίκα που στα 41 της χρόνια (19 Μαρτίου 2009) βρέθηκε –κάτω από αδιευκρίνιστες μέχρι σήμερα συνθήκες- νεκρή. Δεμένη πισθάγκωνα με αίματα στο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της μεταγωγής της. Κάποιοι θεώρησαν ότι έπρεπε να σταματήσει να μιλάει. Ίσως, γιατί παραήταν ηχηρά όλα όσα κατήγγειλε για τη φρίκη του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος. Ίσως γιατί –σύμφωνα μ’ αυτούς- κάποια πράγματα καλύτερα να μένουν αποκλειστικά πίσω από τους χοντρούς τοίχους μιας φυλακής. Μια περίκλειστη κοινωνία βίας και αποστέρησης δικαιωμάτων, δίπλα σε μια «ελεύθερη και ανοιχτή» κοινωνία συνεχώς κλιμακούμενης βίας και αποψίλωσης και των τελευταίων θραυσμάτων δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Ο αγώνας της Κατερίνας Γκουλιώνη είχε αποτέλεσμα καθώς σύμφωνα με το τότε άρθρο 10 παρ. 5 του εσωτερικού κανονισμού των γενικών καταστημάτων κράτησης η ενδοσωματική ή ακτινολογική εξέταση απαγορευόταν, με μόνη εξαίρεση στην περίπτωση που υπήρχε «εύλογη αιτία, μετά από εντολή του αρμόδιου δικαστικού λειτουργού και μόνον από γιατρό».

Και σήμερα, οκτώ χρόνια μετά, με τον θάνατο της Κατερίνας να παραμένει ακόμα αδικαίωτος, έρχεται η κυβέρνηση σε ένα κρεσέντο αυταρχισμού να σβήσει με μια μονοκοντυλιά τον αγώνα αυτόν. Επαναφέρει έναν από τους οδυνηρότερους εφιάλτες των γυναικών κρατουμένων.

Ήδη έχουν προαναγγελθεί κινητοποιήσεις μέσα στις φυλακές ως αντίδραση-διαμαρτυρία για τις αλλαγές που σχεδιάζονται. Πόσο να ανέχεσαι -και για ποιο λόγο άλλωστε;- να εκφράζονται νομοθετικά σκέψεις για την επαναφορά των φυλακών τύπου Γ’; Για διεύρυνση της εξουσίας του εισαγγελέα; Για περιστολή των ήδη πετσοκομμένων δικαιωμάτων των κρατουμένων; Για αντικατάσταση της άδειας του κρατουμένου/ης με την ηλεκτρονική επιτήρηση (βραχιολάκι); Για την αναστολή των εκπαιδευτικών αδειών;

Για ποιον λόγο να ανέχεσαι τα δάχτυλα και τα σκουριασμένα εργαλεία της κρατικής εξουσίας μέσα στο σώμα σου;

Κάτω τα χέρια σας από τα σώματά μας.

* Μαρτυρίες της ίδιας της Κατερίνας Γκουλιώνη και άλλων έγκλειστων γυναικών

~

Υ.Γ.: Οι επισημάνσεις από τον αρκούδο


Γιορτινές ημέρες γύρω μου. Φωτάκια, εορταστικά ωράρια καταστημάτων, καλεσμένοι, επισκέψεις, χάρτινα περιτυλίγματα, ευχές.

Όχι πολύ μακρυά από μένα, κάποιοι άνθρωποι, με ασθένειες σοβαρές, με κομμένα πόδια, πληγές παντού, καρκίνους, ανάμεσα σε ανθεκτικότερες από αυτούς κατσαρίδες, οροθετικοί, πίσω από κάγκελα – δεν άντεξαν άλλο. Οι δυνατότεροι εξ αυτών, που πάλεψαν με όπλο την αποχή από το συσσίτιο, την αποχή από τα φάρμακα που θα τους κάνουν καλύτερα, γονάτισαν, και ανέστειλαν την κινητοποίησή τους.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα πραγματικά ακούγοντας για το Κολαστήριο, το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, ήταν «γιατί

Οι άνθρωποι αυτοί ζητούν να μεταχειρίζονται σαν άνθρωποι: αν είναι ασθενείς, να έχουν γιατρούς, αν ο ίδιος ο νόμος που τους έκλεισε πίσω από τα κάγκελα είναι τώρα υπερ τους, να εφαρμόζεται σωστά. Γιατί είναι δύσκολο; Γιατί αυτά τα αιτήματα να αποτελούν μία μάχη ετών; Μπορεί να έχει κόστος, ναι – μα δεν θα έπρεπε να είναι αρκετός ως ανασταλτικός λόγος αυτό: μεγαλύτερο κόστος έχει, αν το θέλουμε έτσι, κάθε χαμένη μάχη στα δικαστήρια, κάθε πρόστιμο για κατάφωρη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μπορεί να εχει δουλειά, ναι – μα περισσότερη δουλειά πρέπει να είναι να παλεύεις να κάνεις πως δεν ακούς τις κραυγές τους. Μπορεί, πιθανόν να είναι αντιδημοφιλές να βοηθάς σ’ αυτήν την εποχή κρατούμενους – μα δεν μπορεί να είναι πιο αντιδημοφιλές από το να πρέπει να ξεκρεμάσεις από το ταβάνι τον άνθρωπο που δεν άντεξε άλλο την κόλαση…

…Γιατί;

Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι, έμεινα άμεσα ικανοποιημένος από την συμπαράσταση. Τότε, μπορεί να είχα απέναντί μου μία κυβέρνηση που δεν έδειχνε απολύτως κανένα ενδιαφέρον για το θέμα -θα μου επιτρέψετε να πω, ούτε καν ανθρώπινο- μα αντιθέτως, είχα δίπλα μου πολύ κόσμο, είτε αναγνωρισμένους δημοσιογράφους – άνθρωποι που βοήθησαν όσο το δυνατόν περισσότερο, κατ’ αρχάς, να γίνει γνωστό το αίσχος, μα είχα δίπλα μου και απίστευτα πολλούς φίλους, επώνυμους δικτυακά και μη, που ανακινούσαν το θέμα κάθε φορά που το έφερνα μπροστά τους, που το θυμόμασταν όλοι μαζί, αναγνώριζαν την συλλογική μας ευθύνη, πίεζαν ατομικά και πολιτικά, για να αλλάξει αυτό το βρωμερό σκηνικό.

Η δε τότε αντιπολίτευση -και νυν κυβέρνηση- έδειξε ενδιαφέρον, βουλευτές πήγαν εκεί να καταγράψουν τις συνθήκες, έμοιαζαν να ενδιαφέρονταν αληθινά για όλο αυτό.

Και όταν έγιναν πια κυβέρνηση, πράγματι, (όπως καταλαβαίνω, δεν έχω πλήρη εικόνα) κάποια πράγματα άλλαξαν, κάποιοι νόμοι τέθηκαν, κάποια πράγματα καλυτέρεψαν….

….μα νοσοκομείο το νοσοκομείο δεν έγινε ποτέ. Και βρεθήκαμε πάλι στα ίδια, να μιλάμε για σιωπές μηνών, για ανθρώπους που κρεμιούνται [1], να μιλάμε για ανθρώπους που σβήνουν από καρκίνο στην φυλακή, για οροθετικούς που δεν παίρνουν την σωστή αγωγή και η εύθραυστη υγεία τους δεν προστατεύεται ούτε στο ελάχιστο.

Και ξαναρχίσαμε να φωνάζουμε, οι λίγοι, οι πολλοί, για τα αυτονόητα, για ένα γαμημένο ασθενοφόρο, για μία μετάβαση ευθύνης στο Υπουργείο Υγείας, για χώρους, για γιατρούς.

Για τα αυτονόητα.

Τον τελευταίο καιρό, έχω μουδιάσει κάπως. Ποιος είναι φυλακή;

Ακούστε με, δεν το λέω τυχαία. Έχω, από την μία πλευρά, δεκάδες ανθρώπους που ουρλιάζουν «Σώστε το Κολαστήριο, οι άνθρωποι πεθαίνουν», μα δεν γίνεται τίποτα. Κανείς δεν παίρνει σοβαρά την ευθύνη, η διοίκηση του «νοσοκομείου» παραμένει η ίδια – καμία τιμωρία στους υπευθύνους, οι νόμοι παρακάμπτονται ατιμώρητα.

Έχω από την άλλη πλευρά μερικές δεκάδες ανθρώπων, που έχουν στερηθεί τα πάντα, την ελευθερία τους, δικαίως – αυτό είπε ο νόμος, μα και την δική μας (ως κοινωνία) αξιοπρεπή μεταχείριση που αξίζουν, που δεν την στερήθηκαν από μία απόφαση δικαστηρίου – πως θα ήταν άλλωστε δυνατόν αυτό.

Και αυτοί οι άνθρωποι, επιλέγουν να πολεμήσουν ακόμα και γνωρίζοντας ότι αν τους πιάσουν να επικοινωνούν την κόλασή τους, θα τους χώσουν πιο βαθιά ακόμα στα κελιά τους – γνωρίζοντας ότι αν σταματήσουν τα φάρμακά τους, θα γίνουν ακόμα πιο άρρωστοι, αν σταματήσουν το φαγητό τους θα είναι ακόμα πιο αδύναμοι.

Οι απ’ εξω φωνάζουμε, μα δεν ακουγόμαστε. Σαν να μην φτάνουν πουθενά τα δίκαια ερωτήματά μας, σαν η φωνή μας δεν μην έχει καμία αξία, σαν το αίτημά μας να μην ακουμπάει κανέναν. Γύρω μας ένα τοίχος αδιαφορίας – δεν νομίζω ότι είμαστε πιο ελεύθεροι από τους φυλακισμένους.

Οι από μέσα, θυσιάζουν ο,τι πολυτιμότερο έχει ο καθένας, την υγεία του, την ζωή του, τις αντοχές του, την ίδια του την ελευθερία – γιατί πιστεύουν ότι αυτό είναι το σωστό να γίνει – δεν νομίζω ότι γίνεται να είσαι πιο ελεύθερος απο αυτό.

Δεν γίνεται να είσαι πιο ελεύθερος όταν το αναγνωρίζεις ως υπέρτατο αγαθό, άξιο κάθε θυσίας, όταν καταλαβαίνεις την ουσία της δικαιοσύνης, όταν θέτεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο για να σωθείς – όχι απαραίτητα καν εσύ: ο διπλανός σου που βλέπεις να αδικείται και να υποφέρει.

Μας δίνουν ένα μάθημα ελευθερίας, αυτοί οι μέσα, εμάς των έξω. Μας εξηγούν, όχι σε εμάς που φωνάζουμε τόσο, όσο σε αυτούς που κάνουν ότι δεν ακούν, πόσο πολύτιμο είναι η ανθρωπιά, η δικαιοσύνη – και πόσα αξίζει να βάλεις σε κίνδυνο για να τα διεκδικήσεις.

Υπάρχει τίποτα πιο βαθιά ελεύθερο από αυτό;

~

Ήλπιζα μέχρι τις γιορτές, μία αλλαγή. Ήλπιζα ότι κάποιος θα έλεγε «ας δούμε τι ποινικές(; ) ευθύνες έχει μία διοίκηση που επιτρέπει αυτήν την κατάσταση, που έχει αυτό το τρομαχτικό ιστορικό», ήλπιζα ότι κάποιος θα έλεγε «να, τουλάχιστον διαθέτουμε αυτό το ασθενοφόρο για επείγουσες περιπτώσεις», ήλπιζα έστω ότι κάποιος θα έλεγε, «την τάδε του μηνός θα σας πούμε τι θα αλλάξει».

Είμαι ανόητος. Οι φωνές μου δεν φαίνεται ότι μπορούν να πιέσουν να γίνει αυτό. Δείτε τα αιτήματα των κρατουμένων [2] – στα περισσότερα, όσα μπορώ να κατανοήσω καθώς δεν έχω τις απαιτούμενες νομικές γνώσεις για όλα τους τα αιτήματα – δεν μπορώ παρά να αναφωνήσω «αυτονόητο»

Αυτονόητο, αλλά είμαι ανίκανος, φυλακισμένος σε τείχη σιωπής. Και εγώ, και όσοι φωνάζουμε, θα συνεχίσουμε να …παίρνουμε εμείς κουράγιο από τους ελεύθερους του «νοσοκομείου» των φυλακών Κορυδαλλού, που πολεμάνε κόντρα στην δική μας, συνολική αδιαφορία της κοινωνίας, κοιτώντας ο ένας τον άλλον σε κάθε χαμένη μέρα, και λέγοντας, «δεν πειράζει, όχι σήμερα, αύριο».

Γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι για κάποιους εξ’ αυτών, δεν θα υπάρχει το αύριο γιατρειάς ή της ελευθερίας που δικαιούνται – θα λυγίζουν, στο τελικό στάδιο καρκίνου [3] πχ, στα εις θάνατον δεσμά που τους επέβαλε, παράνομα, καταχρηστικά, η δική μας «νόμιμη» κοινωνία.

Κοιτάξτε γύρω μας. Κοιτάξτε αυτήν την τρομαχτική ιστορία. Ποιος είναι στα αλήθεια ο φυλακισμένος; Και ποιοι είναι στα αλήθεια οι ελεύθεροι;

~

[1] 5/2/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/563287489188995072

[2] 20/12/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/678650972130906112

[3] 4/12/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/672820968738418688