Στην ακρη του τέλους για την πιο μεγάλη δίκη των τελευταίων χρόνων, και πριν ακόμα μάθουμε ποια η ετυμηγορία των δικαστών για τις μέρες και τα έργα των μελών της Χρυσής Αυγής, το μυαλό μου δεν πάει στο αποτέλεσμα, που έτσι κι αλλιώς πια δεν ελέγχεται, αλλά στον δικό μας ρόλο.

Κάποτε, έγραφα για τις ματωμένες ψήφους της Χρυσής Αυγής. Τις λερωμένες με αίμα μπότες στο κατώφλι, και το πως, η υψηλή τάξη της κοινωνίας μας, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, αντιμετώπισαν (ή μάλλον απέφυγαν συνειδητά να αντιμετωπίσουν) την σβάστικα και  τα σηκωμένα, ματωμένα χέρια των ναζί. Κάποτε, έλεγα πως η στάση μας απέναντι στον ναζισμό, ακόμα και αν ήταν σχεδόν αυτοκαταστροφική, ήταν μια σημαντική στιγμή ελπίδας για όλους μας.

Τώρα πια, που έρχεται η ώρα της κρίσης, συνεχίζω με απογοήτευση να σκέφτομαι πως δεν μάθαμε τίποτα απολύτως.

~

Όπως και με τα μνημόνια, όπως και με την αδιαμφισβήτητη οικονομική μας καταστροφή ως χώρα, αισθάνομαι πως ο,τι ζήσαμε, που θα ήταν τουλάχιστον χρήσιμο έστω ως μάθημα για να μην το επαναλάβουμε, δεν μοιάζει να μας οδήγησε στην ανάγκη να αλλάξουμε, ως χώρα, ως πολίτες, ως άνθρωποι ατομικά, δεν μας επέφερε καμία αλλαγή στην σκέψη μας, δεν μας χρησίμευσε τουλάχιστον ως εμπειρία.

Μία τεράστια δίκη, που ανέπτυξε κατά πως λένε πλήρως τις πράξεις αυτής της (τρομοκρατικής, κατ’ εμέ) ναζιστικής συμμορίας, παρά την άοκνη προσπάθεια λίγων εθελοντών που έκαναν περισσότερα από όσα μπορούσαν για να την αναδείξουν, δεν είχε παρά μόνο δευτερόλεπτα προβολής στα παραδοσιακά δημοσιογραφικά μέσα. 

Σαν να μην έγινε ποτέ.

Σαν να μην εξοπλίσαμε εμείς (συνολικά, ως πολίτες αυτής της ταλαιπωρημένης χώρας)  με τις ψήφους μας αυτούς τους ναζί δολοφόνους, ώστε να μπουν στην Βουλή και να αποκτήσουν ακόμα μεγαλύτερη εξουσία.

Η κοινωνία πίστεψε, πραγματικά, ότι μετά την δολοφονία του Παύλου Φύσσα, δεν θα βρίσκονταν άλλες δικαιολογίες. Κατ’ εμέ διαψεύστηκε, και από τους φιλελεύθερους δήθεν Τζήμερους και Μπογδάνους, που ασχολήθηκαν με τις ευθύνες του θύματος στρώνοντας το χαλί για τους δολοφόνους να υπερασπιστούν τις πράξεις τους, αλλά και τους συντηρητικούς της ΝΔ και του αντίστοιχου πολιτικού φάσματος που πολύ αμφιβάλλω αν ψέλισσαν έστω και μία λέξη στις ημέρες μνήμης του Φύσσα φροντίζοντας να διαχωρίσουν την θέση τους από οποιαδήποτε κριτική κάθε είδους.

Ο Φύσσας δεν έγινε για όλους λοιπόν αυτό που έγινε για εμάς.

Ακόμα και αν αυτό μοιάζει μικρό, και ασήμαντο, σας βεβαιώ πως δεν είναι. Είναι πολύ εύκολο στην βεβαιότητα του δίκιου μας να λησμονήσουμε πως, για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας, όχι απαραίτητα ψηφοφόρων της ναζιστικής οργάνωσης, συστηματικά και εντελώς οργανωμένα, ο Φύσσας έφταιγε – τουλάχιστον όσο έφταιγε ο Αλέξης Γρηγορόπουλος, ο Ζακ Κωστόπουλος, ή, για τους πιο παλιούς, ο Μιχάλης Καλτεζάς. Και, το ίδιο μεγάλο μέρος της κοινωνίας επίσης, που γοητεύεται από το ενός λεπτού σιγής στην βουλή για τον Κατσίφα και την λογική «του άλλου, μα ίδιου άκρου» για τους αντίφα, δεν έμαθε ποτέ τις βαρβαρότητες των χρυσαυγιτών και τις γελοίες δικαιολογίες που ξεστόμιζαν, δειλά, στο βήμα δικαστηρίου.

Η αποκαθήλωση των «προστατών των γιαγιάδων», που εμείς θεωρούμε τόσο αυτονόητη – για κάποιους δεν έγινε ποτέ.

Φανταστείτε πχ, για ένα λεπτό, τι θα ήταν το Νταχάου αν δεν υπήρχαν περιγραφές και ντοκιμαντέρ, αν δεν υπήρχαν οι φυλακισμένοι να μας εξιστορίσουν τα βιώματά τους, αν δεν υπήρχε καταγεγραμμένη αυτή η φρικτή ιστορία για να καθηλωθεί, σαν εφιάλτης στο μυαλό μας, να μας πονά και να μας διδάσκει, ότι η φρίκη είναι άνθρωπος, ο διπλανός, μας, εμείς – αν δεν χτίσουμε τις δύσκολες, αλλά απαραίτητες άμυνες για να μην καταντήσουμε έτσι.

Η απόκρυψη της δράσης και των έργων, της νοοτροπίας και της λειτουργίας των ναζί της Χρυσής Αυγής, είχε και έχει σαν στόχο ακριβώς αυτό: την λήθη και την αποδοχή. Και μαζί με την διαρκώς υποβόσκουσα ρατσιστική και φασιστική συμπεριφορά που διδασκόμαστε καθημερινά και ύπουλα από την κάθε μορφής εξουσία, κρατική, αστυνομική ή  δημοσιογραφική, είναι η κουβέρτα που σκεπάζει και ζεσταίνει ως αυγό του φιδιού τους επόμενους ναζί της εποχής μας.

Όταν μία ομάδα ανθρώπων πχ αντιδρά τόσο βίαια και αλόγιστα στην εγκατάσταση προσφυγόπουλων, και επιχαίρει που τελικά θα φύγουν εφόσον θα έρθει η εισαγγελέας και θα τους προστατέψει από τα χέρια τους, και όσο αυτό γίνεται πλέον νόρμα και απολύτως φυσιολογικό, τόσο σκέφτομαι πως συνηθίσαμε στο τέρας, γίναμε το τέρας, και τίποτα από όλα όσα έγιναν και μπορούσαμε να εκπαιδευτούμε, να διδαχθούμε, να αποφύγουμε, δεν μας ακούμπησαν τελικά.

~

Η μάχη της ενημέρωσης και της εκπαίδευσης, η μόνη που μπορούσε να μας προσφέρει κάτι από όλη αυτήν την ιστορία, χάθηκε. Η Χρυσή Αυγή, και η κάθε αντίστοιχη Χρυσή Αυγή, δεν πολεμιέται στα δικαστήρια. Είτε η  δικαιοσύνη κάνει, είτε δεν κάνει το καθήκον της – η παρανομία δεν είναι άγνωστη στους ονειροπόλους της σβάστικας και του Αδόλφου Χίτλερ. Η βία, τα σκοτεινά λαγούμια και ο υπόκοσμος είναι το μέρος που γεννιέται, όχι το μέρος που πεθαίνει ο ναζισμός.

Η μόνη ελπίδα που έχουμε, πιστεύω προσωπικά, είναι ο κάθε ένας από εμάς, με το ελάχιστο που μπορεί, με μία ανάρτηση, με ένα like, με ένα tweet ή ένα post, με μία αντίδραση μικρή σε μία ευκαιρία που θα εκμεταλλευτεί, να δείξει ότι ο ναζισμός είναι απαράδεκτος. Ο κάθε ένας από εμας, στο ελάχιστο που μπορεί να κάνει, ακόμα και αν αυτό μοιάζει μικρό.

Η θέση μου είναι πως ο ρατσισμός, ο φασισμός, ο ναζισμός – δεν περιμένουμε τώρα να μάθουμε αν είναι, ή όχι, παράνομος. Ξέρουμε ότι είναι παράνομος. Ότι είναι απαράδεκτος πρέπει να φροντίσουμε να καταλάβουν όλοι. 

Απαράδεκτος στην ανθρωπιά μας, απαράδεκτος στην λογική μας, απαράδεκτος στην αξιοπρέπειά μας.

Και αυτή είναι η μόνη ουσιαστική ποινή που της αξίζει.

Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Υποψιάζομαι ότι, στα τοσα χρόνια που παρακολουθώ την δημοσιογραφία – στην οποία, ομολογουμένως, βασίζω έως σήμερα πολλές από τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτής της χώρας – αυτό πρέπει να είναι ιστορικό χαμηλό. Και, όχι ένα ιστορικό χαμηλό του τύπου «έπεσε τέσσερις θέσεις σε αξιοπιστία η δημοσιογραφία στην Ελλάδα» – μα περισσότερο σαν «έπρεπε να εφευρεθούν αρνητικές θέσεις για να περιγραφεί σωστά η θέση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα». 

Δεν ξεκινούν όλα με την απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την διάδοση ενός κοινωνικού μηνύματος για την προστασία από τον κορονοϊό.  Για μένα, ξεκινούν δειλά-δειλά, με μία φωνή μόνο που διαμαρτύρεται, αρκετούς μήνες πριν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, εκδότης της κυριακάτικης εφημερίδας Documento, αναρτά ένα άρθρο, στο οποίο καταγγέλει πως ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει ο ίδιος, προσωπικά, ζητήσει από επιχειρηματίες να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, ανεξαρτήτως του τζίρου και των πωλήσεων της. 

Έχουν προηγηθεί άρθρα από τον εκδότη, λίγο καιρό πριν, πως εταιρείες με ισχυρά διαφημιστικά budget, αποσύρουν η μία μετά την άλλη τις διαφημιστικές τους καμπάνιες από τις σελίδες (μόνο) της συγκεκριμένης εφημερίδας και το αποδίδει στον ισχυρό έλεγχο που ασκεί στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και στην κυβέρνησή της.

Η καταγγελία αυτή, παραδόξως, δεν αναπαραγάγεται, ούτε σχολιάζεται, ούτε καν ελέγχεται – παρότι, υπό συνθήκες, θα μπορούσε να στείλει τον εκδότη φυλακή. Οι τρεις δομές που έχουν, συστημικά την ευθύνη να ασχοληθούν, η κυβέρνηση με τον κατηγορούμενο Κ. Μητσοτάκη, η δημοσιογραφία που ένα μέλος της κάνει μία τόσο σημαντική καταγγελία, και ο νόμος καθώς η καταγγελία αυτή αφορά ξεκάθαρα κακή έως και παράνομη χρήση της ισχύος που απολαμβάνει ένας πρωθυπουργός, σιωπούν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Σαν να μην έγινε.

Ίσως η καταγγελια ενός δημοσιογράφου δεν είναι αρκετή για να κινήσει οποιονδήποτε από αυτούς τους μηχανισμούς.

Λίγο καιρό μετά όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, στην βουλή, επαναφέρει αυτήν την καταγγελία. Εδώ θα πίστευε κανείς ότι, η έρευνα από οποιαδήποτε από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, θα απέφερε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη: Αν δεν αποδεικνύοντω τα λόγια του εκδότη, και αυτός κινδύνευε πιθανότατα νομικά, αλλά και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τον υπερασπίστηκε, τουλάχιστον πολιτικά, θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Άλλωστε τώρα είναι πια περισσότεροι οι εμπλεκόμενοι: Στον πρωθυπουργό, που αναφέρεται ονομαστικά, έχουν ηθικά προστεθεί και οι εισαγγελείς, που κώφευσαν, και η δημοσιογραφία που δεν έκανε καμία προσπάθεια να ερευνήσει την αλήθεια (ή το ψέμα) πίσω από αυτήν την καταγγελία. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Παρόλα αυτά, και παρότι είναι μία καταγεγραμμένη στα πρακτικά δήλωση, μία καταγγελία που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Η ΕΣΗΕΑ δεν αντιδρά όπως θα έπρεπε (δεν ξέρω αν αντιδρά καν!) καιο εκδότης συνεχίζει με λίγες (ή καθόλου!) διαφημίσεις, καθώς οι τρεις πλέον θεσμοί που έχουν την ευθύνη να την κατακρεμνήσουν, την αγνοούν. 

Στην συνέχεια, γίνονται αυτά που όλοι γνωρίζουμε πάνω-κάτω: Αποφασίζεται το κονδύλι των συνολικά 20 εκατομμυρίων ευρώ (έχω την αίσθηση οτι δίνεται με απευθείας ανάθεση στην εταιρία που το αναλαμβάνει, αλλά δεν το έχω βρει πουθενά, οπότε μην το λάβετε υπόψιν σαςεπιβεβαιώνεται απο τον ίδιο τον Υπουργό) , και μάλιστα με κέρδος για την εταιρία περίπου 600.000 ευρώ συνολικά) για την μετάδοση μηνυμάτων για προστασία από την πανδημία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος πηγαίνει εξ ολοκλήρου στα μέσα που το μεταδίδουν καθώς πχ και ο ηθοποιός πχ ξεκαθάρισε πως δεν δέχθηκε καμία αμοιβή

Τα μέσα, από την άλλη, δέχθηκαν την αμοιβή τους …αδιαμαρτύρητα, παρότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ως μήνυμα είχε νομοθετηθεί να μεταδίδεται απολύτως δωρεάν. Η καμπάνια χωρίστηκε σε δύο μέρη, Μένουμε Σπίτι και Μένουμε Ασφαλείς, και, παρά τις διαρκείς οχλήσεις, σχεδόν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες Documento και Εφημερίδα των Συντακτών, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο ποιος πήρε τι ποσά, για ποιον λόγο

Ενδιάμεσα, η έρευνα της Δημοσιογραφίας Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου παγκοσμίως, φύλασσε για την χώρα μας μία ενδιαφέρουσα αναφορά: κάνει λόγο, ονομαστικά, την εφημερίδα Documento ως θύμα κυβερνητικών/πρωθυπουργικών παρεμβάσεων για τον οικονομικό στραγγαλισμό της ακόμα και από ιδιωτικής μορφής διαφημίσεις επειδή ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Ενώ δεκάδες μέσα κάνουν συνεχείς αναφορές, ή έχουν ακόμα και στήλες ειδικές για την Δημοσιογραφία Χωρίς Σύνορα και τον ρόλο της (ενδεικτικά iefimerida / cnn / newsbeast / thetoc / protagon / antenna / lifo / kathimerini / enikos / real), εντούτοις κανένα δεν έπαιξε αυτήν την συγκεκριμένη αναφορά στην χώρα μας, και στην καταγγελία ότι η κυβέρνηση στραγγαλίζει ένα μέσο που την ελέγχει με αθέμιτους τρόπους – παρότι και σαφή αναφορά στην Ελλάδα είχε, και δεν κατονομαζε τα ίδια τα μέσα ως θύτες, μα ως θύματα μίας κακής πρακτικής. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Πρόσφατα, δύο αποκαλύψεις οδήγησαν σε εξελίξεις. Ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης αποκάλυψε πως, μέρος της διαφήμισης πήρε ένα site που (κα’τ ομολογία του) διαχειριζόταν ο παρουσιαστής Φουρθιώτης , το οποίο είχε μόλις δύο άρθρα. Η αποκάλυψη αυτή, μαζί με κάποιες ακόμα ..διαρροές για αντίστοιχα sites, οδήγησαν στο να …μπουν και να βγουν άρθρα από το site του Φουρθιώτη (ακόμα και άρθρα που δεν ειχαν χρονική συνάφεια), αλλά κυρίως στην αναφορά της πλήρους λίστας  των εταιριών που πήραν διαφήμιση – χωρίς όμως τα ποσά που πήρε το κάθε μέσο.

Σε αυτήν την λίστα υπήρχαν και μέσα που δεν είχαν γραφτεί στο μητρώο εκδοτών, και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν επιτρέπεται δια του νόμου να λάβουν οποιασδήποτε μορφής κρατική διαφήμιση. Ούτε ο νόμος, ούτε τα μέσα εδέσησαν να ελέγξουν την είδηση. Σιωπή, σαν  να μην έγινε.

Ενδιάμεσα, ο Γιώργος Τράγκας, ένας εκ των γνωστών «δημοσιογράφων» (τα εισαγωγικά από μένα, καθώς δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί ούτε στο ελάχιστο την δημοσιογραφία σε οποιαδήποτε εκ των εκφάνσεών της) κατήγγειλε πως ο πρωθυπουργός πίεσε τον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά στον οποίο είχε την εκπομπή του, να σταματήσει την συνεργασία μαζί του. Όταν η συνεργασία πράγματι διακόπηκε, ο δημοσιογράφος προχώρησε σε συγκεκριμένες καταγγελίες σε βίντεό του στο Youtube, στις οποίες ανέφερε πως είχε δεχθεί οδηγίες από τον σταθμό να μην αναφέρει συγκεκριμένο όνομα που πρόσκειται στον πρωθυπουργό, και κυρίως πως ο Κ.Μητσοτάκης τον καθοδήγησε εκ του σύνεγγυς σε προσωπική τους συνάντηση σε γραφείο στο Παγκράτι να «μην αναφέρεται στην γυναίκα του», κάτι που ο δημοσιογράφος «δεν θα έκανε έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν χτυπά γυναίκες» (αν και θεωρώ πως οι υποθέσεις που αφορούν την Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη έχουν κυρίως ποινικές και πολιτικές προεκτάσεις). Μετά από μέρες, ο δημοσιογράφος κατείγγειλε πως πάλι το μέγαρο Μαξίμου, πίεσε και πέτυχε να χάσει την δουλειά του από τον τηλεοπτικό σταθμό Action24.  Ουδείς, ούτε η κυβέρνηση και ο Κ.Μητσοτάκης που αναφερόταν ονομαστικά στην καταγγελία, ούτε ο νόμος, ούτε κυρίως η δημοσιογραφία εδέησαν να πάρουν θέση ή έστω να την ερευνήσουν. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Τελικά, κάποιες αντίστοιχες διαρροές από τον Κ.Βαξεβάνη με συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένα μέσα, παρότι δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί, οδήγησαν κάποια από τα μέσα να διαμαρτυρηθούν (επιτέλους) για την  σιωπή που υπάρχει στην υπόθεση όσον αφορά το μοίρασμα των ποσών (κάτι που με κάνει προσωπικά να υποψιάζομαι πως οι φρεσκοδιαμαρτυρόμενοι μάλλον ενοχλήθηκαν από τα ποσά που έχουν διαρρεύσει και την μοιρασιά της πίτας). 

Άξια αναφοράς παραμένει η στάση του κ. Πέτσα, κυβερνητικού εκπροσώπου, που προχώρησε σε μία απίστευτη για τα πολιτικά αλλά και δημοσιογραφικά χρονικά δήλωση πως η κυβέρνηση έδωσε (άγνωστο ακόμα) μέρος της καμπάνιας στον αντιπολιτευόμενο τύπο (αναφερόμενος στις «Αυγή»,  «Εφημερίδα των Συντακτών», «Ριζοσπάστης»,  «Δρόμος της Αριστεράς», ο ραδιοφωνικός σταθμός «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» κ.α.) και αυτό δηλώνει την αμεροληψία της(!). Κάποια από τα αναφερόμενα μέσα δήλωσαν τα ποσά που έλαβαν, όπως και άλλα, που ήταν ελάχιστα στο σύνολο της καμπάνιας.

Επιπλέον ο κ. Πέτσας ξεκαθάρισε πως πράγματι, η απόφαση για την εξαίρεση της εφημερίδας Documento ήταν ηθελημένη (επιτρέψτε μου, στους προλόγους μου συνηθίζω να είμαι όσο πιο αμερόληπτος και στυγνός γίνεται, αλλά εδώ οφείλω  ένα προσωπικό σχόλιο – ΤΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ) έγινε λοιπόν μία ηθελημένη εξαίρεση γιατί η εφημερίδα προώθησε την αντι-κορωνοϊκή προπαγάνδα με άρθρα όπως «Μένουμε Ταπί» και «κοροδοιός». Ως απάντηση η εφημερίδα παρέθεσε όλη την αρθρογραφία της και τις προσπάθειές της να ενημερωθεί ο κόσμος για τον κορωνοϊό, κάτι που δεν ανταπαντήθηκε ποτέ, αλλά και έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε μέσα που χρηματοδοτήθηκαν, και είχαν αποδεδειγμένα αρθρογραφία αντίθετη στις αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό της πανδημίας. Επιπλέον, αυτή η (πάλι προσωπικά θεωρώ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ) δήλωση δεν εξήγησε ποτέ γιατί άλλα μέσα, όπως του Σεραφείμ Κοτρώτσου, του enallaktikos.gr του Ανδρέα Ρουμελιώτη, του ThePressProject(*) κλπ έμειναν και αυτά εκτός της διαφημιστικής πίτας που μοιράστηκε.

Αυτά τα ολίγα έχουν γίνει ως τώρα. Όχι μόνο αυτά, καθώς υπήρξαν καταγγελίες για πολύ μεγάλα ποσά και για την απευθείας επιλογή της εταιρίας που έκανε την διανομή ως εταιρία που ανέλαβε την καμπάνια της ΝΔ, αλλά αυτά που πιάνουν ένα πολύ συγκεκριμένο γαϊτανάκι:

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν στις καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές, αφορούν παρέμβασή του για να αλλάξουν ειδήσεις, να επηρεαστούν δημοσιογράφοι, προσωπική παρέμβασή του σε εταιρείες για να μην διαφημιστούν σε μέσα που δεν είναι της αρεσκείας του, κυβερνητική απόφασή του να γίνει άσκοπη χρηματοδότηση ενώ υπήρχε νόμος που θα βοηθούσε να μην σπαταληθεί πολύτιμο κρατικό χρήμα, κυβερνητική απόφασή του να δοθούν παράνομα χρήματα σε μέσα που δεν επιτρεπόταν να πάρουν κρατικό χρήμα, και επηρεασμό στο ποιος πήρε, και ποιος όχι, μερίδιο από αυτά τα είκοσι εκατομμύρια.

Ισχύουν; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει, καθώς η δημοσιογραφία στο σύνολό της, αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια ή το ψέμα πίσω από αυτές τις καταγγελίες.

Κάποιες από αυτές, θα μπορούσαν να κινήσουν και εισαγγελικές διαδικασίες καθώς – ως καταγγελίες- υποψιάζομαι πως αφορούν παρανομίες. Η εισαγγελείς πάντως δεν έχουν ξεκινήσει καν να αναρωτιούνται μήπως δεν πήγαν όλα σωστά, και να διευκάνουν την υπόθεση και τις καταγγελίες.

Ο τρίτος πόλος όμως, είναι και ο δυσκολότερος. Εκεί, οφείλουμε να σταθούμε «πολύ σχολαστικά»: στην δημοσιογραφία.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογραφία ειδικά σ’ αυτήν την υπόθεση που την αφορούσε άμεσα, δεν έκανε την δουλειά της. Κώφευσε στις (απίστευτες) καταγγελίες Βαξεβάνη για πρωθυπουργικές παρεμβάσεις στο μοίρασμα ιδιωτικών/εταιρικών διαφημίσεων, ενώ θα έπρεπε να προστατεύσει τον ρόλο της – όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, μα και από τον ίδιο τον Βαξεβάνη! Διότι, όταν κάποιος λέει «προσπαθούν να με φιμώσουν κλείνοντας μου την διαφημιστική κάνουλα» αυτό αφήνει ένα ξεκάθαρο υπονοούμενο ότι δεν προσπαθούν να φιμώσουν αυτούς που δεν ενοχλούν – δηλαδή, όλους τους υπόλοιπους! Και, όταν όλοι αυτοί οι υπόλοιποι δεν παίρνουν ξεκάθαρα θέση, με μία έρευνα που θα φώτιζε την αλήθεια είτε υπέρ του δημοσιογράφου, είτε κατά, τότε οι καταγγελίες για έλεγχο οδηγούν σε μία απολύτως δικαιολογημένη καχυποψία.

Καθώς, για να γίνει απόλυτα κατανοητό, όταν πλέον τίθεται θέμα διαφήμισης και το σε ποια μέσα μοιράστηκε, πάλι η δημοσιογραφία έκανε πως το θέμα δεν υπήρχε και το αγνόησε – παρότι ήταν, πλέον, ξεκάθαρα είδηση, δεν βγήκε καν να πει το αυτονόητο: «ήμουν εγώ, και πήρα τόσα (κρατικά) χρήματα με βάση αυτές τις μετρήσεις». Διότι όταν πλέον όλοι αναρωτιούνται ποια ήταν τα ποσά, και που πήγαν, είναι κόντρα σε κάθε ρόλο, και σε κάθε λειτουργημα δημοσιογραφικό να αποκρύπτεις μία είδηση ειδικά στον βαθμό που σε αφορά, και με την καταγγελία ότι με αυτά τα χρήματα εξαγοράζεται η σιωπή σου!

Όχι μόνο αυτό, φυσικά. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι υπάρχουν και (λίγα, ενοχλητικά) αντιπολιτευτικά μέσα, και αναφέρει …πέντε, τότε προσβάλλει στον πιο απίστευτο βαθμό το σύνολο του τύπου, που οφείλει να ελέγχει την εξουσία και προφανώς δεν το κάνει – ειδικά όταν χρηματοδοτείται άμεσα, κρυφά, και μυστικά από αυτήν! Μόνο εγώ επιτέλους αντιλαμβάνομαι την ύψιστη προσβολή απέναντι στην δημοσιογραφία;! Είναι δυνατόν να μην εξοργίζεται κανείς απο τους εμπλεκόμενους;!

Και επιπλέον: όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι η κυβέρνηση, μόνη της, εν κρυπτώ, χωρίς κανέναν έλεγχο ή διαφάνεια, χωρίς καμία οδηγία ή λειτουργία βάση κανόνων, εξαίρεσε από κυβερνητικό χρήμα ΕΝΑΝ δημοσιογράφο, επειδή …έτσι έκρινε σκόπιμο, θα έπρεπε, και να μου συγχωρείτε την έκφραση, να πέσουν οι τοίχοι – καθώς, δεν προσβάλλει πλέον μόνο την δημοσιογραφία, μα προσβάλλει πλέον και την ίδια την δημοκρατία άμεσα!

~

Η δημοσιογραφία έχει νόημα μόνο όταν ελέγχει την εξουσία. Έχω μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την θέση της αυτήν την στιγμή, για τον ρόλο και την αξιοπρέπειά της. Καταφέρνουν όμως να είναι ακόμα και έτσι αδιανόητα όσα συμβαίνουν σήμερα. Το κρατικό χρήμα ρέει προς μία κατεύθυνση, οι δημοσιογράφοι σιωπούν εκεί που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, αρνούνται να κάνουν όσα το λειτούργημά τους επιτάσσει, και η σιωπή τους πληγώνει ανεπανόρθωτα τον ρόλο που τόσο ανάγκη έχουμε. Αυτά τα ποσά όμως, μπορεί να απαιτήσουν και κάτι σαν αντάλλαγμα. Μπορεί να απαιτήσουν κάποιες ειδήσεις να ξεχαστούν. Κάποιες άλλες να παραποιηθούν. Μπορεί να απαιτήσουν την σιωπή. 

Και εδώ, προφανώς, βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης:  Μέσω διαφημίσεων τραπεζών, ιδιωτικών διαφημίσεων και κρατικών διαφημίσεων, ο τύπος δεν ελέγχει ούτε κατ’ ελάχιστο την εξουσία – η εξουσία ελέγχει απόλυτα, ολοκληρωτικά οικονομικά τον τύπο. 
Και γίνεται σε τόσο μαζικό βαθμό, που είναι εξισου απολύτως τρομαχτικό: δεν είναι λίγοι που είναι ελεγχόμενοι και που δεν μιλούν, είναι μια ασύλληπτη δυστοπία όπου ΟΛΟΙ κρύβουν, συνωμοτικά, ο ένας τον άλλον, ένοχο και αθώο μαζί.

Γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι επιπλέον εδώ: η δημοσιογραφία (όχι «η σωστή δημοσιογραφία», γιατί δεν υπάρχει «λάθος δημοσιογραφία», όπως και η δικαιοσύνη, όταν δεν γίνεται σωστά έτσι δεν είναι δικαιοσύνη), η δημοσιογραφία λοιπόν, οφείλει να μας προστατέψει από κάθε ψέμα. Αν ο Βαξεβάνης είπε ψέματα, αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του, πρέπει να τιμωρηθεί. Αν ο πρωθυπουργός δεν έκανε όσα του προσάπτουν, πρέπει να αθωωθεί στην κοινή γνώμη. Η αλήθεια δεν μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα κατα πως μας βολεύει, ένα έχει, και για κάποιον η τιμωρία αξίζει.

Αυτό που δεν έχει δικαιολογία, είναι η σιωπή. Είναι άλλο να λες ψέματα, και να κριθείς γι’ αυτό, και αν είπες όντως να τιμωρηθείς, και είναι άλλο να μην υπερασπίζεσαι τον ρόλο σου, και να παραμένεις σιωπηλός σε τόσο κοσμοιστορικά γεγονότα για την ελλάδα. Φορώντας την μάσκα της σιωπής, δεν προστατεύεις ούτε τους άλλους, ούτε εσένα από τον ιο της διαφθοράς που απειλεί να διαλύσει το σημαντικότερο μέσο προστασίας που έχουμε ως κοινωνία απέναντι στην εξουσία.

Εκεί, έχεις κριθεί ήδη.

Γιατί αυτό που δεν έχει πρόσωπο, και αυτό που τιμωρεί τελικά όλους μας, είναι η σιωπή, και, σήμερα, η δημοσιογραφία καταγγέλθηκε χρηματιζούμενη και σιωπηρή, κρίθηκε ξεκαθαρα ως σιωπηρή, και μας καταδίκασε όλους να χάσουμε την δημοκρατία μας με την σιωπή της. 

Δεν υπάρχει ούτε γυρισμός, ούτε συγχώρεση από το σημείο που έχουμε φτάσει αυτήν την στιγμή. Σε αυτήν την ασύλληπτα μαζική έλλειψη ενημέρωσης, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να ξεχωρήσει ένα ψήγμα ελπίδας για το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Ας ξεχωρίσουμε ο καθένας τους δύο, τρεις που θεωθούμε ότι τιμούν την αξιοπρέπειά τους και το έργο τους στην δημοσιογραφία, και ας αφήσουμε αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε «δημοσιογραφία» να σβήσει, είτε με κραυγές, είτε αθόρυβα όπως της αξίζει και όπως επέλεξε η ίδια για τον εαυτό της. Ας θυμηθούμε πολύ προσεκτικά κάθε δημοσιογράφο που αντέδρασε, που μίλησε και εκτέθηκε, και κάθε «δημοσιογράφο» που σιώπησε, που κρύφτηκε πίσω από είκοσι εκατομμύρια λόγους για να μην μιλήσει, που κοιμήθηκε με την γνώση στο μαξιλάρι του, και ας τον καταδικάσουμε στην αφάνεια που τόσο έντεχνα στόλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν όταν το είχε ανάγκη.

Και ας θάψουμε και την δημοκρατία μαζί της. Χωρίς την βάση της δημοσιογραφίας, δεν υπάρχει πια ελπίδα ούτε γι’ αυτήν, ούτε για την δικαιοσύνη. 

Ας το αποδεχθούμε πια, μήπως και κάνουμε ό,τι πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους, για να πάμε παρακάτω.

~

Υ.Γ.: Το ThePressProject μου ανέφερε πως δεν θα έκανε δεκτή την διαδικασία ανάρτησης μετ’ αμοιβής κρατικών διαφημίσεων λόγω καταστατικού και αρχών – αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν τους ζητήθηκε ποτέ.

Υ.Γ.: Έχει ξεκινήσει μία γραμμή, και από δημοσιογράφους και από πολιτικούς, στο πνεύμα «όλα τα χρήματα για κρατικές διαφημίσεις από δεκαετίας». Μου θυμίζει, προσωπικά, το All lives matter έναντι του Black lives matter – η γενίκευση για να αποφύγουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ναι, all lives matters, πράγματι, και ναι, είναι σημαντικό να δούμε όλες τις κυβερνητικές διαφημίσεις σε μέσα της τελευταίας δεκαετίας, πράγματι – αλλά αυτήν την στιγμή μιλάμε για τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για την έρευνα και την κρίση μίας συγκεκριμένης κυβέρνησης που πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις και έκανε συγκεκριμένες ενέργειες, μιλάμε για την ασύλληπτη παραδοχή επιλεκτικότητας, για την σκοτεινή επιλογή μέσων χωρίς διαφανή κριτήρια, για το σύνολο σχεδόν των μέσων που πήραν χρήματα, για το ίδιο σχεδόν σύνολο σχεδόν των μέσων που δεν έκαναν έρευνα πρώτα απ’ όλα του κλάδου τους του λειτουργήματός τους, και για ο,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το αύριο της δημοκρατίας μας.

Υ.Γ. Επειδή μπορεί να μην έχει καταστεί σαφές το επίπεδο της υπόθεσης αυτής, ο κ. Πέτσας φροντίζει, με όποιον τρόπο μπορεί, να μας το υπενθυμίζει. Στον έλεγχο που του ασκείται για την μη δημοσιοποίηση των αποδεκτών και των ποσών που τους αντιστοιχούν για την κρατική διαφημιστική καμπάνια, ο κ. Πέτσας απαντά κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα πως η εφημερίδα Documento που έχει αναδείξει την υπόθεση, έχει πάρει αυξημένη διαφήμιση από ΔΕΚΟ και τράπεζες  στο παρελθόν, επι διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – την ονοματίζει μάλιστα, σε ποσό μεγαλύτερο των 1,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η εφημερίδα απαντά, καταγράφοντας μεν τα ποσά από τις ΔΕΚΟ (τα μέτρησα, είναι ‭214.856‬ ευρώ για δύο ουσιαστικά χρόνια), και αναφέροντας πως τα ποσά από τις τράπεζες είναι, έτσι και αλλιώς, φανερά μέσω διαφάνειας (είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν). Δεν ξέρω πόσα είναι από τις τράπεζες, είναι εύκολο να το μάθουμε, μα υποψιάζομαι πως 1.6 εκατομμύρια δεν θα βγουν…

Δεν υπάρχει λόγος όμως να μπει κανείς στο τρυπάκι να υπερασπιστεί κανείς την εφημερίδα ή όχι, το ζητούμενο εδώ για μένα τουλάχιστον είναι άλλο: ο υπουργός που εγκαλείται για το αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιτίθεται μέσω του κρατικού βήματός του στο μέσο που κατά δήλωσή του τον εγκαλεί, κατηγορώντας το (σύμφωνα με …δημοσιεύματα) ότι πήρε και εκείνο κρατικό χρήμα – και μάλιστα πολύ! Δηλαδή τι; Να σταματήσει να μιλά γιατί πήρε «πολλά»; Να μην ασκεί έλεγχο γιατί «έφαγε χρήμα με τους προηγούμενους που στηρίζει»; Είναι ποτέ δυνατόν να ακολουθείται, απο μία κυβέρνηση, αυτή η τακτική του επιλεκτικού συμψηφισμού; Είναι δυνατόν να επιτίθεται σε ΕΝΑ μόνο μέσο, για να ξεκαθαρίσει ποιο επιχείρημα, ότι πήραν πολλά και γι’ αυτό τώρα γκρινιάζουν; Και αν άλλα μέσα, πήραν τα ίδια ή περισσότερα στο παρελθόν, και τωρα ΔΕΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ, δεν αφήσει αυτό μια ακόμα μεγαλύτερη υπόνοια διαφθοράς και ένα ακόμα μεγαλύτερο στίγμα στην δημοσιογραφία;   

Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, αυτές στις οποίες καταλήγει κάθε προεκλογική περίοδος που ξεκινά την αμέσως επομένη των εκλογών, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω τις σκέψεις μου για τούτες τις εκλογές, έτσι ώστε να τα διαβάζω στο μέλλον, να μοιράζομαι λίγο πως ένοιωθα, πως σκεφτόμουν και πως ζούσα τον Ιούλη του 2019.

Κάθε απολογισμός του παρελθόντος, κάθε κατανόηση του παρόντος, κάθε ελπίδα ή στόχος για το μέλλον, ορίζεται κυρίως από το τώρα • από το πως βλέπεις τα πράγματα αυτήν την στιγμή. Αύριο η οπτική αλλάζει, χθες ήταν αλλιώς, ωριμάζουμε εμείς ή αναδιοργανώνεται η ζωή γύρω μας, οι προσλαμβάνουσες αυξάνονται, τα βλέπεις αλλιώς. Μόνο αν ξέρεις πως αισθανόσουν τώρα μπορείς να κατανοήσεις γιατί κάνεις ο,τι κάνεις τελικά, γιατί βλέπεις τα πράγματα έτσι, γιατί ορίζεις αυτές τις προτεραιότητες και όχι άλλες.

Ας δούμε πρώτα το παρελθόν.

Πουλήσαμε βλήματα στην Σαουδική Αραβία, κάναμε δώρο στα κανάλια τον φόρο του 20% που τους αναλογούσε, δεν αλλάξαμε, ως οφείλαμε, την κολπική εξέταση στις κρατούμενες γυναίκες, δεν δικαιώσαμε τις Αμαλίες, αφήσαμε τους ανθρώπους να σκοτώνονται ατιμώρητα για τις ομάδες τους και τους πληρώσαμε γι’ αυτό μέσω της ΕΡΤ, αφήσαμε τα ΕΛΠΕ ατιμώρητα και ξεχάσαμε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων (ξανά: Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας), δεν διαχωρίσαμε το κράτος από την θρησκεία, συνεχίσαμε τις απελάσεις προς την Τουρκία (ακόμα και εκτός νομίμων διαδικασιών), όχι μόνο το Mall συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά ο πρωθυπουργός επιχαίρει πως οι δουλειές με τον άνθρωπο που το εμπνεύστηκε και το δημιούργησε έγινε ο,τι είναι δυνατόν για να συνεχιστούν απρόσκοπτα και στο Ελληνικό, κάναμε δωράκι την άρση της προστασίας από τα τυχερά παιχνίδια, το μνημόνιο ψηφίστηκε fast-track, δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, εκατόν ένας οι νεκροί στην πυρκαγιά στο Μάτι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους, δεν προχώρησε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να δούμε πως φτάσαμε να χρωστάμε τόσα χρήματα, τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί – οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες, ακόμα καίγονται άνθρωποι γιατί κρυώνουν, δεν προστατευτήκαμε από τα κάθε luxleaks και τα Paradise Papers που φοροαποφεύγουν ζημιώνοντας την οικονομία μας, τα αυθαίρετα ακόμα εξαγοράζονται με φόρους και πρόστιμα, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος – ούτε καν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος – ενοίκιο ιδιοκτήτη στο κράτος, τα ΜΑΤ δεν φέρουν ακόμα διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται τυχόν παράνομες πράξεις τους (όπως αυτές στον Μάριο Λώλο και τον Μανώλη Κυπραίο), παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας, άνθρωποι πεθαίνουν ακόμα στο Κολαστήριο (ατιμώρητα) για ένα χαλασμένο δόντι, φερθήκαμε αισχρά στην Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποδεχθήκαμε τους νεκρούς της, (δεν) γίναμε σοφότεροι στην αναισθησία μας, τους αφήσαμε να παγώσουν απροστάτευτοι, τους εκδικηθήκαμε , «κρατικοποιήσαμε» το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για χρέη που κανείς δεν έχει ελέγξει πως έγιναν, περάσαμε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια σε μία εταιρία εξυπηρέτησης του χρέους και όχι των πολιτών, η Αμυγδαλέζα δεν έκλεισε (και άνθρωποι ακόμα έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας εκεί, εικοσιτέσσερις πνιγμένοι στην Μάνδρα, ακόμη πληρώνουμε για εξοπλισμούς, η Ελληνικός Χρυσός ακόμα σκάβει, χτίζει, κόβει δέντρα, και συνεχίζει το έργο της, οι άνθρωποι διαχωρίζονται ανάλογα με το με ποιο φύλο προτιμούν να ερωτεύονται για το αν θα αναθρέψουν παιδιά, το Μαξίμου παρέμεινε κομματικό όργανο , οι ελεύθεροι επαγγελματίες προπληρώνουν τον φόρο για την επόμενη χρονιά(!), ακόμα η φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι υψηλή, η υπόθεση Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι της εισαγγελίας, η Frontex ελέγχει τα σύνορά μας, ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ακόμα χρωστάει το παράλογο πρόστιμο που του έχει επιβληθεί (και, αν δεν χρωστάει πια, είναι γιατί θα το έχει αποπληρώσει όλο, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις), τα κανάλια δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά όταν τα έπιασαν να ορίζουν την πραγματικότητα αντί να την περιγράφουν, ούτε και οι δημοσιογράφοι , ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας παραμένει ακόμα εκεί, οι εφοπλιστές (δεν) πληρώνουν όσα οι ίδιοι κανονίζουν ως… «φόρο», οι διευθύνσεις στα Κολαστήρια και στα ΑΤ που αποδεδειγμένα βασάνιζαν κόσμο παραμένουν ατιμώρητες….

….και τόσα πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι καν. Μία τετραετία πλήρης, με οφειλές για το μέλλον, με υποσχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, με όνειρα που δεν έγιναν πράξη.

~

Ας δούμε όμως και το παρόν.

Ζούμε (για εμένα), στο κατώφλι των χειρότερων εκλογών που έχω βιώσει. Ξέρω καλά ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα όταν ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης ήταν αντίπαλοι, μα τότε τα ζούσα ως έφηβος, πιο αποστασιοποιημένα, πιο ονειρικά: Τώρα, τίποτα ονειρικό δεν έχει μία μιντιακή υστερία να ψηφιστεί ο εκλεκτός της καρδιάς τους, να βάζουν υποψηφιότητα άνθρωποι που ελέγχονται από την δικαιοσύνη – και στο ευρωκοινοβούλιο να εκλέγονται κιόλας, τίποτα αθώο δεν έχει η απόλυτη συντηρητικοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού λόγου, η επιστροφή στο παρελθόν του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», με δόσεις «Μαδούρων», «ακροαριστερών φίλων της τρομοκρατίας» και «έκφυλων».

Μπορεί, δεν ξέρω, όλο αυτό να έχει ξεκινήσει πιο νωρίς – μπορεί. Μα μετά από δέκα χρόνια απόλυτης εξαθλίωσης, δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το να υπερασπιζόμαστε ακόμα τον διαχωρισμό της ευθύνης της πράξης απέναντι στην ευθύνη της φυλής, το δικαίωμα στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, το να μην θεωρούμε όποιον διαφωνεί μαζί μας «εχθρό της πατρίδας» – είναι μία μάχη που δυσκολεύομαι πολύ να βρω τις αντοχές να την δώσω.

Ο πολιτικός χάρτης, μοιάζει μάλλον ζαλισμένος:

Στα δεξιά, ο συντηρητισμός πλέον υψώνει την φωνή του, με όλα τα νέα στελέχη που τον εφοδιάζει: Είτε πρόκειται για alt-right ανερχόμενες προσωπικότητες, όπως ο Μπογδάνος, είτε πρόκειται για καινούργιους προέδρους κομμάτων όπως ο Βελόπουλος, από την νέα βουλή όχι μόνο δεν θα λείψει η συντηρητική ατζέντα, μα θα έχει κυρίαρχο λόγο. Αν βγει κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, που στα ψηφοδέλτιά της ο συντηρητισμός έχει βροντερή φωνή, τότε να περιμένουμε και αντίστοιχη πολιτική ως κυβέρνηση.

Οι ναζί όχι μόνο -ανεξαρτήτως του εκλογικού ποσοστού που θα πάρουν στις εκλογές που έρχονται- ενσωματώθηκαν πάλι στην καθημερινότητά μας από την κερκόπορτα του Μακεδονικού θέματος αλλά έγιναν και όχημα και για τις δύο πλευρές της υπόθεσης: οι κατά της συμφωνίας χρειάζονταν στρατιώτες, οι υπερ έναν φρικτό εχθρό. Οι πεντακόσιες χιλιάδες ψήφοι που συγκέντρωσε στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν πάνε εκεί, θα μοιραστούν στα υπόλοιπα συντηρητικά κόμματα.

Στο λεγόμενο κέντρο, μάχονται ΚΙΝΑΛ και Λεβέντης, αν και η μάχη είναι μάλλον άνιση. Ο Λεβέντης έδειξε ο,τι είχε να δείξει – και φαίνεται πως δεν θα πείσει άλλους ψηφοφόρους. Το ΚΙΝΑΛ (ας το λέμε ΠΑΣΟΚ για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας) έπαιξε καλά το χαρτί «υπάρχουμε» -κυρίως με την αποπομπή Βενιζέλου- το χαρτί «θα μας χρειαστείτε», καθώς προσβλέπει σε μία μη αυτοδύναμη κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη όπου η παρουσία του θα είναι αναγκαία, και τραβάει από τους παλιούς χωρίς απαραίτητα να μπορεί να δημιουργήσει καινούργιους ψηφοφόρους.

Οι αριστερές εναλλακτικές από την άλλη μοιάζουν αδύναμες. Η ΛΑΕ και η Πλεύση δεν έχουν αρθρώσει πειστικό λόγο στους πολλούς, λειτουργούν κυρίως με αρχηγικές δομές, έχουν μεν πλάνο, δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι εφικτό ή/και ξεκάθαρο – και χάνουν τους λιγότερο σκληρούς αριστερούς με την στάση τους σε θέματα όπως πχ στο Μακεδονικό. Το ΜέΡΑ25, the new kid on the town, μοιάζει να κερδίζει με ένα πιο ανοικτό πρόγραμμα, αλλά φαίνεται πως τον διακατέχει η ίδια ασθένεια με τους άλλους, καθώς έχει ιδιαιτέρως προσωποκεντρική δομή, προχειρότητα στις επιλογές προσώπων λόγω της πίεσης του χρόνου, και η οικονομική του πολιτική φαίνεται πως δεν κατάφερε να είναι αρκετά απλή ώστε να την κατανοήσουν πλήρως όλοι.

Το ΚΚΕ …παραμένει το ΚΚΕ, ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Εξίσου συντηρητικό με το πρόσφατο παρελθόν του -για άλλους καλό αυτό, για άλλους κακό- έχει μία γραμμή, την κρατάει, και μένει να φανεί αν θα το εισπράξει σε επιπλέον ψήφους ή όχι.

Ποτάμι και ΑνΕλ δεν κατεβαίνουν σ’ αυτές τις εκλογές, καθώς η προηγούμενη τετραετία τα πλήγωσε βαθιά δημοσκοπικά, θα έλεγα για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Αυτή η πολιτική εικόνα για μένα είναι ιδιαιτέρως απογοητευτική. Υπήρξε μία έντονη μεν, πλήρης δε τετραετία, χρόνος ικανός για να δομηθεί ένας νέος πολιτικός λόγος, μία πολιτική πρόταση που θα μπορούσε να αναλύσει ήρεμα τι έγινε, γιατί έγινε, και να καταθέσει προτάσεις για να μην ξαναγίνει. Να συγκεντρώσει ανθρώπους που έμειναν έξω (κυρίως για πολιτικούς λόγους) από την διαδικασία, να τους πείσει να συμμετάσχουν, να τους δώσει βήμα να μιλήσουν αυτοί που δεν ακούστηκαν ως τώρα – αν υπάρχουν, και όσοι υπάρχουν. Αυτό βέβαια, ως προϋπόθεση, θα είχε και το να μπορούμε και εμείς ως ψηφοφόροι να καταλάβουμε ΤΙ έγινε, ΓΙΑΤΙ έγινε, και κυρίως πως δεν θα ξαναγίνει, και, φυσικά, την ξέρετε την άποψή μου, ήταν άλλη μία χαμένη τετραετία καθώς δεν φαίνεται πως μάθαμε τίποτα.

Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στις καλύτερες ημέρες της και η δημοκρατία λιώνει από το ίδιο της το οξύ των πολιτικών της.

Και όλα αυτά, κυρίως επειδή ο μεγάλος χαμένος παραμένει η δημοσιογραφία.

Μονοπώλια μιντιακής επικοινωνίας, που συνήθως εξυπηρετούν τους δικούς τους σκοπούς, θάβουν όποια είδηση δεν θέλουν να ακουστεί, αναγάγουν σε πρώτο θέμα όποια είδηση εξυπηρετεί τα πλάνα τους, δημιουργούν ειδήσεις αν χρειαστεί να ενισχύσουν την άποψή τους. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν εξυπηρετείται η αλήθεια – και, όσο γίνεται αυτό, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία έχουν καμία τύχη.

Παρότι αυτό παλιότερα θα έμοιαζε απίθανο, είμαι πεπεισμένος ότι σήμερα η δημοσιογραφία είναι στο χειρότερό της σημείο, και δυστυχώς χωρίς κανένα φανερό σημάδι ανάκαμψης από αυτήν την απογοητευτική θέση. Αντιθέτως.

~

Να δούμε όμως: τι αύριο θέλουμε;

Αντί να μου πουν οι άλλοι τι αύριο μου προτείνουν, οφείλω, μετά από τόσα χρόνια, να το ζητήσω εγώ. Ξέρω τι θέλω, ξέρω και από ποιον μπορώ να το ζητήσω και από ποιον όχι. Ξέρω πως κάπου συμφωνώ με τους άλλους, και κάπου διαφωνώ. Και όπως κάνω σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το καταθέτω για να είμαι τίμιος και αύριο με όσα ζητάω:

Θέλω όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κάθε φυσικού ή τεχνητού διαχωρισμού να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Θέλω να έχουν το δικαίωμα να σκέπτονται ελεύθερα, να τιμούν τους θεούς τους και να οργανώνουν πολιτικά τα θέλω τους, να αγαπούν όποιον θέλουν και να μην υφίστανται διαχωρισμούς γι’ αυτό. Θέλω να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στον νόμο, όπως θα έχω και εγώ ως κράτος απέναντι στ’ αυτούς. Θέλω η κυβέρνησή μου να τους παρέχει υγεία, παιδεία, στέγη και φαγητό ως οφείλει, ανεξαρτήτως της οικονομικής και νομικής τους κατάστασης και να μην καταστέλλει τις αντιδράσεις τους όταν τους στερούνται αυτά τα βασικά, ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω μια οικονομία που να προστατεύει τον αδύναμο, συγκεντρώνοντας από τον πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει σε όλους να κερδίσουν από τις ιδέες τους. Θέλω να προστατεύει τον εργαζόμενο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον εργοδότη να λειτουργεί με νόμους προκαθορισμένους, που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο. Θέλω ίση επιχειρηματική μεταχείριση σε όλους, χωρίς χάρες σε ημέτερους και φίλους. Θέλω βασικές δομές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, το νερό να καλύπτουν κρατικά και αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες όλων με την οικονομική στήριξη όλων των πολιτών.

Θέλω ο πολίτης να μπορεί να διαμαρτύρεται, χωρίς να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα. Θέλω οι ενστάσεις του όχι απλώς να επιτρέπονται, αλλά να προστατεύονται και να δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται όσο πιο ξεκάθαρα και δυνατά γίνεται.

Θέλω η κρατική βία να ελέγχεται πλήρως, και πιο αυστηρά από κάθε άλλη βία, και οι τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται την δυνατότητα για να ασκείται κρατική βία, να είναι παραδειγματική. Θέλω οι κρατικές αρχές να είναι υπεύθυνες και υπόλογες για την ασφάλεια και την ισονομία για κάθε πολίτη που έχει στερηθεί για οποιονδήποτε λόγο τα δικαιώματά του.

Θέλω να διαχωριστεί το κράτος από την θρησκεία. Οι πολίτες (να) έχουν δικαίωμα στον/στους θεούς τους, χωρίς αυτό να αποτελεί κρατική υποχρέωση και/ή δέσμευση.

Θέλω οι τραπεζικές δομές να ελέγχονται πλήρως. Θέλω η πρόσβαση στο χρήμα να είναι εφικτή για όλους με τους ίδιους όρους και τους ίδιους κανόνες. Θέλω ξεκάθαρες και διαφανείς διαδικασίες ελέγχου και λειτουργίας.

Θέλω η πολιτική ζωή του τόπου να ελέγχεται πιο δίκαια. Θέλω να υπάρξουν επιτροπές δικαστών, και όχι πολιτικών φίλων που θα καθορίζουν αν μία παράβαση βουλευτή είναι ή δεν είναι πολιτική δίωξη.

Θέλω κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε εδώ, να έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους εμάς. Να μπορεί να ψηφίζει, να έχει πατρίδα και τους ίδιους κανόνες και δικαιώματα όπως όλοι οι υπόλοιποι από εμάς. Θέλω κάθε άνθρωπος που φτάνει ως εδώ, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Να έχει εγγυημένο ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δικαιωμάτων, να του δίνεται ελευθερία και η ευκαιρία αν θέλει να ταξιδέψει αλλού, ή να διεκδικήσει άσυλο με την ελάχιστη ταλαιπωρία και να το παίρνει όσο πιο εύκολα είναι δυνατόν αν το δικαιούται.

Θέλω κάθε κρατική δαπάνη να είναι διαφανής, δημόσια, δικαιολογημένη και ελεγχόμενη.

Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει το αυτονόητο δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση. Το κράτος να τον προστατεύει όταν το ζητά, αλλά να μην τον τιμωρεί για πρακτικές και τρόπους ζωής όταν κάνουν κακό μόνο στον ίδιο, και όχι στους ανθρώπους γύρω του.

Θέλω σεβασμό στο κοινοβούλιο. Θέλω να μην έρχονται νομοσχέδια από το παράθυρο, να δίνεται αρκετός χρόνος στους πολίτες να μελετήσουν αν θέλουν τους νόμους και η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, αντιρρήσεις και προτάσεις.

Θέλω να μπορούν να ψηφίζουν όλοι, όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, εφόσον έχουν τα εκλογικά τους δικαιώματα, με τον πιο εύκολο, ξεκάθαρο και ιδιωτικό τρόπο.

Θέλω να μάθω πως φτάσαμε εδώ. Θέλω να ξέρω τις ευθύνες του κράτους, να αποδοθούν και να τιμωρηθεί κάθε παρανομία και αβλεψία στον βαθμό που πρέπει, και να επισημανθεί για να διορθωθεί κάθε αστοχία.

Θέλω το κράτος μου να αποσυνδέσει το κόμμα από την εξουσία. Θέλω οι κυβερνήσεις μου να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως αφεντικό και εντολοδόχο, και όχι ως ψηφοφόρο. Θέλω ένα κράτος που συμπεριφέρεται χωρίς «εμείς και αυτοί».

Αυτά θέλω εγώ. Ο καθένας μπορεί να θέλει κάτι άλλο – κάπου να συμφωνεί κάπου να διαφωνεί • όπως έχω ξαναπεί, μία ψήφο εγώ, μία ψήφο και ο καθένας από τους αναγνώστες μου. Ας διεκδικήσουμε όσα πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, και ας σταθούμε τίμιοι στα θέλω μας, ώστε το κόμμα που θα κερδίσει την εξουσία, να το ελέγξουμε ως κόμμα όλων μας, όλων των πολιτών και όχι ως «δικό μας ή δικό τους».

Καλή ψήφο σε όλους μας.

Η δουλειά του ευρωβουλευτή έχει (στην Ελλάδα τουλάχιστον) ένα αρκετά αρνητικό πρόσημο. Κατηγορείται ότι δεν είναι «χρήσιμος» ένας ευρωβουλευτής όπως ένας τοπικός βουλευτής, ότι τρώει κάπου 25.000 ευρώ τον μήνα, ότι ασχολείται με βλακείες για πέντε χρόνια, και μετά, το πολύ-πολύ, κορεσμένος, πάει σπίτι του.

Η αλήθεια είναι ότι μπορεί, όντως, να είναι έτσι τα πράγματα. Οι ευρωβουλευτές είναι συνήθως για μία θητεία, καθώς χρησιμοποιούν επαφές και χρήματα για να χτίσουν ένα σκαλοπάτι για την πιο βατή, ειδικά μέχρι πρότινος, τοπική πολιτική σκηνή, εξαιτίας της ελάχιστης προβολής του έργου τους από τα τοπικά ΜΜΕ είτε εργαστούν σκληρά, είτε όχι, πάλι την ίδια αντιμετώπιση θα έχουν – αλλά επιπλέον η ευρωβουλή για όσους ασχοληθούν σοβαρά μαζί της είναι ένας αρκετά δυσκίνητος και γραφειοκρατικός οργανισμός, και ιδιαίτερα επικίνδυνος καθώς βρίθει lobbying και διαρκών πολιτικών ελιγμών μεταξύ εθνικού, κομματικού και (ευρω)κομματικού ενδιαφέροντος, με αρκετά βαριές ευθύνες και συνέπειες.

Επιπλέον, η επιλογή δημοσίων προσώπων από τον ευρύτερο αθλητικό, επιχειρηματικό, καλλιτεχνικό χώρο ακόμα και πολιτικό χώρο – δεν κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Ακόμα και για τους ελάχιστους ικανότερους εξ αυτών στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ομάδα τους που θα τραβήξει το ζόρι, και όχι ίδιος ο ευρωβουλευτής, κάτι όμως που καταφέρνει να γίνει ακόμα χειρότερο όταν σκεφτεί κανείς ότι η επιλογή αυτής της ομάδας γίνεται είτε με κριτήρια «βολέματος», είτε με κριτήρια εμπιστοσύνης (αλλά όχι απαραιτήτως ικανοτήτων) είτε με κριτήρια …αλληλοβοήθειας (για να αποφύγουν την σκόπελο που έθεσε το ευρωκοινοβούλιο στην πρόσληψη συγγενών στις ομάδες των ευρωβουλευτών, οι ευρωβουλευτές επιλέγουν ..ο ένας τους συγγενείς του άλλου, πχ)

Οπότε, εκτός από τους χαραμοφάηδες ή τους άχρηστους που χάρισαν μόνο ψήφους στο κόμμα, αν θέλει κανείς να δουλέψει σοβαρά, θα χρειαστεί όχι μόνο να ιδρώσει μαχόμενος, αλλά δεν θα έχει καμία ουσιαστική αναγνώριση, καθώς οι πιο κοινωνικά προβεβλημένοι από αυτόν πάλι θα απολαύσουν πιο εύκολα τους καρπούς της δημοσιότητας σε μία κοινωνία που, έτσι και αλλιώς, απλώς δεν ασχολείται δημοσιογραφικά με τις Βρυξέλλες.

Αυτήν την εικόνα έχω σχηματίσει εγώ – υποψιάζομαι όμως ότι για τους Έλληνες ψηφοφόρους, είναι τελικά, «βολεμένοι χαραμοφάηδες πενταετούς υποχρέωσης των 25.000 ευρώ» και κάπου πάνω κάτω εκεί τελειώνει η κριτική για το ζήτημα.

Κάπου – κάπου όμως, γίνεται και ένα θαύμα:

Η τοπική πολιτική σκηνή ενδιαφέρεται πραγματικά για ένα ευρω-θέμα, τα φώτα στρέφονται στις πράξεις των ευρωβουλευτών, περιμένοντας αν μη τι άλλο την συνεπή στάση των ευρωβουλευτών του.

Κάτι τέτοιο είχαμε και τώρα – αρκεί να εξαιρέσει κανείς το «ενδιαφέρεται πραγματικά» καθώς μόλις ένα τσούρμο ατόμων στα social media φρόντισε να ενημερώσει τους υπόλοιπους για την ψήφιση ενός νόμου για τα πνευματικά δικαιώματα. Οι επικριτές του (μπορείς να διαβάσεις έναν εδώ) προσπάθησαν να εξηγήσουν σε όλους τους τόνους ότι πρόκειται, στην χειρότερη μορφή του, για μία εν δυνάμει λογοκρισία που επανέρχεται (αποτυχημένα, ως τώρα) ως αίτημα κάθε περίπου 2-3 χρόνια με σκοπό την χειραγώγηση της πληροφορίας του διαδικτύου.

Η εγχώρια δημοσιογραφική σκηνή, απέτυχε (για άλλη μία φορά) είτε ηθελημένα είτε από καθαρή αχρηστία να πάρει θέση και να ενημερώσει για το ζήτημα – έστω και τυπικά (παρότι την αφορούσε δυνητικά άμεσα).

…Ο νόμος αυτός, που λες, αυτήν την φορά πέρασε.

~

Πολλές μέρες πριν, εκείνη η ανομοιογενής ομάδα που χτύπησε τον κώδωνα του κινδύνου προσπάθησε, κυρίως δικτυακά, σε μία προσπάθεια συνέχισης ενός ιδιαίτερα μεγάλου ρεύματος αντίδρασης στην Ευρώπη (για το οποίο, φυσικά, δεν μάθαμε ποτέ ουσιαστικά) να πιέσει Έλληνες ευρωβουλευτές (με σαφή στόχευση κυρίως στους ευρωβουλευτές του Σύριζα/GUE/NGL) να δεσμευτούν για την αρνητική τους στάση στο νομοσχέδιο. Μέχρι πριν τρεις μέρες από την ψήφιση του νομοσχεδίου, μόλις δύο είχαν απαντήσει στο αίτημα της δέσμευσης αυτής: Η Σοφία Σακοράφα (για την οποία εξαιτίας της προσωπικής γνωριμίας μου όπως πάντα θα αποφύγω να κάνω οποιοδήποτε σχόλιο) και ο Νίκος Χουντής. Οι υπόλοιποι, δεν απαντούσαν στις εγκλήσεις.

Στο τέλος, ο λογαριασμός έπεσε κομματάκι βαρύς. Από τους Έλληνες ευρωβουλευτές μόνο οι δύο που είχαν δεσμευτεί εξ’ αρχής ψήφισαν κατά, ενώ Υπέρ ψήφισαν σύσσωμοι οι χρυσαυγίτες βουλευτές, η Μαρία Σπυράκη της ΝΔ, ο ανεξάρτητος Κωστας Χρυσόγονος, οι ευρωβουλευτές του Ποταμιού Μιλτιάδης Κύρκος και Γιώργος Γραμματικάκης, Παρών ψήφισαν ο ευρωβουλευτής της Ελιάς Νίκος Ανδρουλάκης και του ΚΚΕ Κωνσταντίνος Παπαδάκης – και απείχαν όλη η ευρωομάδα του Σύριζα (Παπαδημούλης, Κούνεβα, Κούλογλου), όλη η ομάδα της ΝΔ πλην Σπυράκη (Ζαγοράκης, Κύρτσος, Κεφαλογιάννης, Βόζεμπεργκ) ο ανεξάρτητος Νότης Μαριάς, η Εύα Καϊλή από την Ελιά και ο Ζαριανόπουλος από το ΚΚΕ.

Δύο Κατά, επτά Υπερ, δύο Παρών – και δέκα Απείχαν της ψηφοφορίας.

Για τους κατά, δεν θέλω να σχολιάσω κάτι, έπραξαν όπως είχαν υποσχεθεί να πράξουν. Για το ΚΚΕ η στάση του παρών υποστηρίζεται νοηματικά, ακόμα και αν δεν συμφωνώ, είναι πιστοί στην ευρύτερη θέση τους. Για τους υπερ έχω πολιτική διαφωνία (από τα λίγα που έχω ασχοληθεί), αλλά τίμια η ψήφος τους, κρίνεται πολιτικά, και έχω την αίσθηση ότι υπερασπίζεται την γενική βούληση των ψηφοφόρων (Ποτάμι και ΝΔ) που τους έστειλαν εκεί.

Το προφανές πρόβλημα υπάρχει με την αποχή.

Θυμίζω, το νομοσχέδιο πέρασε. Μέχρι το 2021 θα έχει τεθεί εν ισχύ, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που ήταν οι βουλευτές μας;

Και μην βιαστεί κανείς να πει *οι συριζαίοι* βουλευτές μας, γιατί εδώ έχω δύο σχετικά αντικρουόμενες (ή έστω συμπληρωματικές) απόψεις:

Πρώτον, η απουσία δεν έχει θέση. Αντιλαμβάνομαι ότι μία Νεοδημοκρατική θετική ψήφος θα μπορούσε να συνάδει με την βούληση των ψηφοφόρων όπως και μία αριστερής προσέγγισης αρνητική ψήφος αντίστοιχα, μπορώ (με εμφανή δυσκολία, αλλά μπορώ) να κατανοήσω ότι το Παρων του ΚΚΕ είναι κάποιας μορφής θέση σε ένα δίλημμα που δεν έχει σωστό και λάθος με χρωματισμούς άσπρου και μαύρου – αλλά η αποχή δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα, ανεξαρτήτως κόμματος. Είναι μη-θέση. Είναι απουσία.

Αυτή η απουσία δεν ορίζεται σε όρους δεξιάς – αριστεράς. Είτε είσαι δεξιός, είτε είσαι αριστερός, όταν για μία φορά οι πολίτες της χώρας σου σε παρακολουθούν να δουν τι ψηφίζεις, έστω και σε όρους συμβολικής στήριξης του ευρωκοινοβουλευτικού σου έργου – είσαι εκεί. ΠΑΝΤΑ απαιτείται να είσαι εκεί, αλλά ειδικά τότε, είσαι εκεί.

Δεν κάθεσαι σπίτι σου. Δεν σιωπάς.

Γιατί με εσένα, αναγκάζεις σε σιωπή εκατομμύρια ψηφοφόρων που σε ψήφισαν, που σε εμπιστεύτηκαν, που υποσχέθηκες πριν πέντε χρόνια να γίνεις η φωνή τους σε μία απόμερη, ψυχρή, απομακρυσμένη βάση αποφάσεων.

Σιωπώντας, σιώπησες και αυτούς. Όχι μόνο απέφυγες την υποχρέωση να σε κρίνουν για τις θέσεις σου, να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν μαζί σου, να εκτεθείς – αλλά ταυτοχρόνως αρνήθηκες και το δικαίωμα στους πολίτες σου να εκφραστούν μέσω εσού, να υπάρξουν έστω για μία στιγμή σε εκείνη την ψηφοφορία.

Η δεύτερη άποψη όμως, λέει και ότι θα περίμενε κανείς ΕΙΔΙΚΑ από τους αριστερούς βουλευτές μία πιο συνεπή στάση. Και αυτό γιατί η κεντρική γραμμή του Σύριζα είναι «ψηφίστε εμάς αντί για αυτούς» σε μία πολιτική διαμάχη που τον θέτει υπεύθυνο για εξαιρετικά «δεξιές» (κυρίως) οικονομικές αποφάσεις, όπως τα Υπερταμεία, η ψήφιση μνημονίων και οι διάφορες αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικές επενδύσεις σε δημόσιου ενδιαφέροντος έργα.

Όταν θέλεις να διαφέρεις από τον πολιτικό αντίπαλό σου, φροντίζεις να διαφέρεις.

Δεν έχει κανένας θεωρώ αντίρρηση ότι η αποχή ευνόησε κυρίως το lobbying – και μόνο η μία πλευρά, αυτή της θετικής απόφασης φαίνεται πως είχε ενεργό έργο σ’ αυτήν την διαδικασία. Κάθε αποχή, κάθε μη-ψήφος λειτούργησε κυρίως υπέρ της θετικής πλευράς, και αυτό έγινε όχι μόνο για την ψήφιση της τροπολογίας (που δεν πέρασε για μόλις πέντε ψήφους) αλλά και για το συνολικό έργο.

Όταν λοιπόν θέλεις να διαφέρεις από τους πολιτικούς σου αντιπάλους, το δείχνεις. Και αν δεν το δείχνεις, μην περιμένεις ίδια αντιμετώπιση με τους νεοδημοκράτες συνδαιτυμόνες σου που απείχαν εξίσου αθόρυβα: Εκείνοι ποτέ δεν είπαν ότι προτιμούν την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στο διαδίκτυο εις βάρος των πνευματικών δικαιωμάτων, ποτέ δεν υποστήριξαν ότι αυτή η νομοθεσία ήταν κακή: εσύ το έκανες.

Δικαίως κρίνεσαι αυστηρότερα, δικαίως ξεχωρίζει η κριτική στο πρόσωπό σου.

~

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα, ιδιαιτέρως αρνητικό σκεπτικό σε όλη αυτήν την απαίσια ιστορία. Γιατί νομίζουμε ότι απών είναι κάποιος στην μία ώρα ψηφοφορίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς.

Οι βουλευτές μας, όλοι οι βουλευτές μας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – για τις οποίες είμαι προκατειλημμένος οπότε δεν αναφέρομαι σ’ αυτές), ανεξαρτήτως της ψήφου τους, ή της κομματικής τους προέλευσης ήταν διαρκώς απόντες.

Όπως τόνισα και πριν, το ευρωκοινοβούλιο είναι (τουλάχιστον για τους απομακρυσμένους Έλληνες πολίτες) μία απροσπέλαστη, μακρινή διαδικασία. Κυρίως εξ αυτού, παρίσταται η πολύ σημαντική ανάγκη, οι βουλευτές μας να συνομιλούν καθ’ όλην την διάρκεια της πενταετίας τους με τους πολίτες: όχι μόνο για να εισπράξουν ιδέες, στάσεις και προτάσεις, αλλά και για να οργανώσουν οι ίδιοι θέσεις και ιδέες για την Ευρώπη στην τοπική κοινωνία.

Προφανώς, αν είσαι τουρίστας, τι θέσεις να έχεις, άστο – δεν πειράζει, μεγαλύτερο κακό θα κάνεις.

Αν όμως θεωρείς ως πολιτικός ότι οφείλεις να κάνεις έργο, οφείλεις ταυτόχρονα εκτός και από το να διδαχθείς τις θέσεις που καλείσαι να υπερασπιστείς, να διδάξεις και ποιος είναι ο σκοπός της μάχης.

Ειδικά, αν και όχι μόνο σ’ αυτό το ζήτημα, υπήρξε μόνιμη και σταθερή απουσία.

Γι΄ αυτήν την απουσία ειδικά, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Δεν είναι δεν μπορούσα, ήμουν άρρωστος, είχα δουλειές, ήμουν εκτός. Δεν είναι μία ώρα ψηφοφορίας και ένα κουραστικό ταξίδι με το αεροπλάνο. Είναι μία βασική, δομημένη διαδικασία, μία οργάνωση θέσεων και ιδεών, μία ουσιώδης αντίληψη του έργου και της αποστολής σου για κάθε μέρα από αυτές τις 1.826 ημέρες που έχεις αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Είναι στο τέλος της θητείας σου, στον απολογισμό που θα κάνεις, ταυτόχρονα εσωτερικό και εξωτερικό, να πεις «ήμουν εκεί, δίπλα τους», ή «απέτυχα».

Αλλιώς, θα είσαι και εσύ όχι μόνο ένας «βολεμένος χαραμοφάης πενταετούς υποχρεώσεως των 25.000 ευρώ» – αλλά ταυτόχρονα, και ακόμα χειρότερα, άλλη μία δίκαιη κριτική στο κοινοβουλευτικό έργο εν γένει αλλά και στην ενωμένη Ευρώπη που τόσο υπερασπίζεσαι.

~

Αλλά και ως πολίτης, η ευθύνη δεν σταματά σε πέντε δευτερόλεπτα στο ψηφοδέλτιο. Ξεκινά εκεί. Η πίεση φέρνει αποτελέσματα, η ενημέρωση θα αναγκάσει τους μοχλούς να γυρίσουν, ικανότερους να πάρουν θέση και έργο, και άλλους σαν και εσένα να ασχοληθούν. Είναι εφικτό; Ίσως, ίσως όχι. Αλλά η απουσία σου θα εκληφθεί ως αποδοχή – όπως ακριβώς και των ευρωβουλευτών σου.

Και όλο αυτό, χωρίς να παραγνωρίζω τις ευθύνες των κομμάτων που προτείνουν την ευρωομάδα της κάθε πενταετίας: προβεβλημένοι είναι δημόσια αναγνωρίσιμα πρόσωπα, καλλιτέχνες, αθλητές, πολιτικοί – και μερικοί εξ αυτών ήδη με ποινικές διαδικασίες να τρέχουν στην πλάτη τους. Κάποιοι (ακόμα και δημόσια πρόσωπα, δεν αντιλέγω) θα σταθούν άξιοι της ευθύνης. Πολλοί εξ αυτών, πολύ αμφιβάλλω.

~

Η εικόνα που έρχεται είναι αντιστοίχως μίζερη και θλιβερή με την προηγούμενη.

Θαυμάσια,αν είναι όντως αυτή η Ευρώπη που θέλουμε. Αλλά μην ξαφνιαζόμαστε μετά αν είναι απούσα, αφήνοντας τελικά τους επαγγελματίες lobbyστες και τους έχοντες συμφέροντα να καθορίζουν το μέλλον μας:

Εμείς θα είμαστε μονίμως και οδυνηρά με την θέλησή μας απόντες στα κέντρα αποφάσεων. Και όχι μόνο για μίας ώρας ψηφοφορία.

Υ.Γ.: Διαβάστε την εξαιρετική και πληρέστατη παρουσίαση του ThePressProject, μία από τις ελάχιστες (δεν ξέρω καν αν υπήρχε άλλη αντίστοιχη) ελληνικές δημοσιογραφικές αναφορές στο θέμα. https://thepressproject.gr/article/139635/Mauri-imera-gia-to-eleuthero-diadiktuo—Uperpsifistike-i-Odigia-Copyright-sto-Europako-Koinoboulio

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την συμφωνία των Πρεσπών, είτε ότι ήταν μία αρνητική, είτε ότι ήταν θετική συμφωνία, είτε πίστευε αυτό που πίστευε βαθιά μέσα του, είτε το χρησιμοποίησε πολιτικά, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Η κυβέρνηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρήκε τους 151+ που χρειαζόταν, και επικύρωσε από την Βουλή την συμφωνία μας με τους σκοπιανούς-φυρομίτες-βορειομακεδόνες γείτονές μας.

Την κάναμε την συμφωνία, άλλοι στεναχωρήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, και άλλοι δεν έδωσαν δεκάρα και συνέχισαν τις ζωές τους.

Το όνομα όμως, δεν ήταν ούτε το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό ζητούμενο αυτές τις ημέρες.

Πίσω από μία αμφιλεγόμενη απόφαση, υπήρξε μία εξαιρετικά επιζήμια διαδικασία, ένα μαχαίρι που μας πλήγωσε βαθιά, όλους μας, και μία μάχη που όχι μόνο χάσαμε, όχι μόνο δεν δώσαμε, αλλά και μόνοι μας, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό, με την δική του προσωπική ατζέντα, σχεδόν παραδώσαμε στον εχθρό.

Την μάχη με την ακροδεξιά.

~

Η συμφωνία ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, βούτυρο στο ψωμί της εθνικιστικής ρητορικής. Ήταν πολύ ξεκάθαρο, (όπως έγινε άλλωστε κατά κόρον και στο παρελθόν), ότι θα χρησιμοποιηθεί ώστε να μπολιαστεί ακόμα περισσότερο, ή και σε νέες γενιές που δεν είχαν καμία τριβή μ’ αυτό, μια σκέψη για εδάφη, χαμένες πατρίδες, προδότες που ξεπουλάνε την χώρα μας – στοιχεία δηλαδή που αποτελούν την βάση ενός σημερινού (παγκόσμιου, όχι μόνο ελληνικού) ακροδεξιού σκεπτικού.

Προφανώς, υπήρχε ένα στοίχημα να κερδηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους:

Η μεν κυβέρνηση, χρησιμοποίησε ως εύκολο επιχείρημα τον υπαρκτό, πράγματι, απέναντί της ακροδεξιό λόγο για να χαρακτηρίσει σχεδόν κάθε αντίθεση. Η κατάθεση της πλήρους συμφωνίας -μία κίνηση σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση- ήρθε πολύ, πολύ αργά, και είχε, τελικά, αντίκτυπο σε πολύ λιγότερο κόσμο τελικά.

Η δε αντιπολίτευση – κυρίως με την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας – υπήρξε το λιγότερο καταστροφική, και οδήγησε στην πλήρη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας, επιτιθέμενη κυρίως με συναισθηματικά συνθήματα, και ελάχιστα στην ουσία της συμφωνίας. Το ότι ιστορικά είχε στο παρελθόν αποδεχθεί παρόμοιες, αντίστοιχες λύσεις ως συμβατές με τα ελληνικά συμφέροντα, και τώρα στην ουσία δεν θα είχε πεδίο αντίδρασης, δεν είναι καν αποδεκτή δικαιολογία, καθώς είναι σε όλους σαφές ότι απλώς, για ψηφοθηρικούς λόγους, απευθύνθηκε σε ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο, με σκοπό να διαφοροποιηθεί από τους «εθνομηδενιστές» αριστερούς.

Φυσικά, όπως είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, η ακροδεξιά στην Ελλάδα βγήκε μόνο κερδισμένη από όλο αυτό. Από την μία, για άλλη μία φορά ξεκαθάρισε την θέση της απέναντι στους προδότες αριστερούς, από την άλλη στηλίτευσε την υποκρισία των ευκαιριακά μακεδονομάχων δεξιών, δημιουργώντας ένα στιβαρό ακροατήριο που υπάκουσε πειθήνια σε μία βαθιά ακροδεξιά ρητορική.

Όλο αυτό δημιούργησε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σκηνικό.

Οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στις διαδηλώσεις δεν ήταν απλώς αποδεκτοί αλλά αναμενόμενοι, οι ξεκάθαρα χρυσαυγίτες πολιτικοί και μέλη της ναζιστικής οργάνωσης που επιτίθονταν με ρόπαλα «μασκαρεύτηκαν» ακόμα και επισήμως ως …ακροαριστεροί(!) και η αντίδραση των ΜΑΤ ως προσπάθεια διάλυσης των συλλαλητηρίων, ενώ κάθε χαρακτηρισμός -ακόμα και απολύτως δικαιολογημένος- για ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίστηκε a priori ως κακόβουλος.

Η ακροδεξιά κυμάτιζε περήφανη, κάτω από την πλήρη κάλυψη των αρνητών της συμφωνίας, και λειτούργησε ταυτόχρονα ως εξαιρετικό εργαλείο όσων έβρισκαν την συμφωνία θετική για τα ελληνικά συμφέροντα.

~

Και εκεί που θα έλεγες ότι πιο χαμηλά στο πολιτικό σκηνικό μας δεν έχει, τέσσερις πανομοιότυπες αναρτήσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους από χθες, δείχνουν ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τέλος, και βόθρος που λέγεται ακροδεξιά θα χωρέσει ακόμα πολύ κάλυψη – με οποιοδήποτε, ακόμα και τελείως παράλογο επιχείρημα.

Οι αναρτήσεις μέμφονται την ΕΡΤ και την κυβέρνηση για την παρουσίαση του θέματος της αναγραφής συνθημάτων σε σχολείο της Ξάνθης:

Οι αντιδράσεις γίνονται με βάση φωτογραφία που δείχνει την ΕΡΤ να έχει κείμενο «Ρατσιστικά συνθήματα μίσους και τρομοκρατίας στους τοίχους του 3ου ΓΕΛ Ξάνθης» ενώ προβάλλεται το σύνθημα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Οι θετικές αντιδράσεις μετριούνται από μερικές εκατοντάδες, μέχρι χιλιάδες.

Στην πραγματικότητα, το ρεπορτάζ της ΕΡΤ (που μπορείτε να το δείτε ολόκληρο εδώ ξεκινά από το 2:30″) περιελάμβανε όλες τις αναρτήσεις στους τοίχους του Λυκείου. Με μοιρασμένο χρόνο σε κάθε φωτογραφία, προβλήθηκαν και τα συνθήματα «ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ ΣΤΕΚΙ ΞΑΝΘΗΣ – ΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ», «ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΕΜΕΙ Η ΓΗ – ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ….. ΚΑΙ ΛΑΓΟΣ» (είναι θολωμένο το ΠΟΥΣΤΗΣ που έγραφε το σύνθημα), «ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ», ενώ το σύνθημα έπαιξε και δυο φορές με υπότιτλο από την ΕΡΤ «ΘΥΜΑ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ».

Πουθενά η ΕΡΤ δεν αναφέρθηκε στο ρεπορτάζ της ούτε στο Μακεδονικό ζήτημα – ούτε ως αιτιολόγηση της αναγραφής των συνθημάτων, ούτε ως αναφορά στις ευρύτερες αντιδράσεις για την συμφωνία των Πρεσπών. Ούτε και ο εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ποτέ στο Μακεδονικό ζήτημα ως εξήγηση για τα γκράφιτι.

Πουθενά.

Βέβαια, μία φωτογραφία δεν λέει λόγια, ούτε εξηγεί το ρεπορτάζ που έπαιξε. Όμως ακόμα και η σταθερή εικόνα που παρουσιάζεται στους αντιδρούντες έχει σε περίοπτη θέση έναν κέλτικο σταυρό (όπως και όλες οι υπόλοιπες που γράφτηκαν στους τοίχους – με ξεκάθαρο ναζιστικό υπόβαθρο) φροντίζοντας να μην υπάρχει καμία απολύτως παρερμηνεία για τους συντάκτες των συνθημάτων και την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Αν και σε όλους όσους έφεραν αυτό το θέμα στην δημοσιότητα κάποιοι φρόντισαν (ευγενικά ή μη) να το επισημάνουν, η μοναδική ουσιαστική αντίδραση ήταν αυτή:

Δεν είναι κέλτικος ο σταυρός, καθώς δεν εξέχει. Όλα τα άλλα είναι λίγη σάλτσα παραπάνω.

~

Το γεγονός ότι η ακροδεξιά συμπορεύεται με την «Μία και Μοναδική Ελληνική Μακεδονία» θα μπορούσε να είναι μία εξαιρετική περίπτωση όπου η δεξιά ή έστω φιλελεύθερη σκέψη θα έθετε εαυτόν ξεκάθαρα εκτός άκρων, απλώς και μόνο καταδικάζοντας τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όχι μόνο προς το συμφέρον της, αλλά και προς το συμφέρον όλων μας: Η στάση του (προσωπικά απολύτως αντιπαθούς) Νίκου Δένδια στην Βουλή ο οποίος χειροκροτήθηκε αυθορμήτως από τους Συριζαίους βουλευτές όταν μίλησε στους χρυσαυγίτες για ναζιστικά σύμβολα – όπως επίσης και η στάση των Νεοδημοκρατών πολιτικών που χειροκρότησαν τον Συριζαίο βουλευτή Κοντονή που πήρε αμέσως μετά τον λόγο με αντίστοιχο περιεχόμενο, ήταν μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι μπορούμε με ηρεμία να κάνουμε το πρώτο βήμα για να συμφωνήσουμε στα βασικά, και να θέσουμε τις όποιες διαφωνίες ο καθένας έχει, με νηφαλιότητα και σοβαρότητα πάνω σε πραγματικές βάσεις.

Ο στρουθοκαμηλισμός και οι παρωπίδες οδήγησαν σε βαθιά ήττα όχι μόνο ακόμα και των όποιων σοβαρών αντιδράσεων στην συμφωνία που πνίγηκαν στις ακροδεξιές κραυγές, αλλά εν τέλει και όλους εμάς που αύριο θα πρέπει να ζήσουμε με τον αντίλαλο των ακροδεξιών αυτών φωνών, που θα μιλάνε, με δημόσιο βήμα, όλο και πιο έντονα, στην καθημερινότητά μας.

Είχαμε μία ευκαιρία να κάνουμε μία συμφωνία ίσως σημαντικότερη ακόμα και από αυτή για την οποία κληθήκαμε να πάρουμε θέση, μία συμφωνία αρχών, μία συμφωνία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς μισαλλοδοξία, για μία καλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη συμβίωση.

Ήταν μία συμφωνία που, όλοι μαζί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, αρνηθήκαμε να υπογράψουμε:

Δεν καταφέραμε να αποσύρουμε το «Ακροδεξιά» από το όνομα, την ιστορία, και το ύφος της χώρας μας και των πολιτών μας.

Και όσο βουλιάζουμε σε ένα ευκαιριακό και εύκολο μίσος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη άλλων χωρών γύρω μας και μακρυά μας, που βυθίζονται σε μία βαθύτατη ακροδεξιά ρητορική.

Είναι ακόμα εφικτό θεωρώ. Απλώς, είναι όλο και πιο δύσκολο.

Συνηθίζεται, στην αλλαγή του χρόνου να κάνουμε απολογισμούς και ευχές. Ευχές και όνειρα για το νέο έτος, με την ελπίδα πως, αυτήν την φορά, θα μπούμε επιτέλους στον κόπο να τα πραγματοποιήσουμε.

Τα όνειρα όμως, δεν θα γίνουν μόνα τους. Το χρήμα δεν θα πέσει από τον ουρανό, η υγεία δεν είναι βέβαιη αν δεν κάνουμε και εμείς αυτό που πρέπει με την σειρά μας, η φιλία και η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα αγώνα και αμοιβαίων υποχωρήσεων, όχι απλώς τύχης.

Το 2018, μου έδειξε πόσο γυμνοί είμαστε. Πέρσι σαν τέτοιον καιρό ονειρευτήκαμε ειρήνη, αλλά ο δολοφονηθείς Κατσίφας ηρωποιήθηκε από τα πιο επίσημα δυνατόν χείλη ως σπόρος για άλλους Κατσίφες αργότερα,

Ονειρευτήκαμε ανθρωπιά, αλλά για την Ελένη Τοπαλούδη φυλάξαμε τις χειρότερες κατάρες και κριτικές,

Ονειρευτήκαμε δικαιοσύνη, αλλά αν δεν υπήρχε μία τυχαία κάμερα, ο Κωστόπουλος θα ήταν από τις αστυνομικές πηγές «ναρκομανής κλέφτης που έπεσε επάνω του μία τζαμαρία» και από την κοινωνία μας παρέμεινε «ένας αρρωστημένος πούστης λιγότερος»,

Ονειρευτήκαμε ασφάλεια αλλά μετά τους 100 πλέον νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι προσδοκίες για μία ασφαλή ρυμοτομία έγιναν η πολυφορεμένη τόσα χρόνια πολιτική με νομιμοποιήση των υπαρχόντων αυθαιρέτων,

Ονειρευτήκαμε καλύτερη οικονομία, και βρεθήκαμε αυτούς που βρίζαμε λίγα χρόνια πριν να τους θεωρούμε τώρα «σοβαρούς επενδυτές», να ξεχνάμε τα Mall και να κάνουμε τις βόμβες «εξαγώγιμη πολεμική βιομηχανία»,

Ονειρευτήκαμε το τέλος του ρατσισμού, αλλά ο Πετρίτ Ζίφλε δολοφονήθηκε και ο Εμντί Ιμάμ Ουντίλ γλύτωσε το σπασμένο κεφάλι προτάσσοντας το χέρι του για να επιβιώσει του τυφλού μίσους,

Ονειρευτήκαμε μία φιλόξενη, ανθρώπινη γη αλλά δεκάδες πνίγηκαν πάλι στα υδάτινα σύνορά μας, και όσοι γλύτωσαν βιάζονται και κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ψυχολογικά και σωματικά τραυματισμένοι στα φιλόξενα και γεμάτα σκουπίδια και υπερπληθυσμό στρατόπεδα συγκέντρωσής μας,

Ονειρευτήκαμε μία αξιόπιστη δημοσιογραφία αλλά τα μέσα διανύουν τις χειρότερες στιγμές τους, συγκεντρώνονται σε ελάχιστους ισχυρούς ομίλους, επιβιώνουν με σκοτεινά έσοδα και εξυπηρετούν πρωτίστως όποιον πληρώνει αγνοώντας κάθε είδηση που «δεν αρέσει» στους χρηματοδότες τους,

Ονειρευτήκαμε κράτος δικαίου, και ακόμα και τώρα άνθρωποι αυτοκτονούν και δολοφονούνται στα Κολαστήρια – φυλακές μας χωρίς ουδείς να αναλαμβάνει την ευθύνη τους,

Ονειρευτήκαμε ευημερία και κάποιοι συνάνθρωποί μας ακόμα και απόψε είναι τυχεροί αν ζεσταίνονται με σόμπες – καθώς οι περισσότεροι δεν αντέχουν να αγοράσουν τα υπερφορολογημένα καύσιμα θέρμανσης για να την βγάλουν και αυτόν τον κρύο χειμώνα.

~

Τα όνειρά μας παρέμειναν ευχές. Δεν είναι περίεργο, κάθε άλλο – όταν αναλωνόμαστε σε εσωτερικές κόντρες όπου ο ένας βρίζει τον άλλον είναι δύσκολο να δώσουμε το χέρι ο ένας στον άλλον για να βοηθήσουμε μαζί, όλοι μαζί, τα (κοινά) όνειρά μας να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα:

Ποδοσφαιροποιούμε την πολιτική, ανάγουμε τους αρχηγούς σε ηγέτες, τους ηγέτες σε βασιλιάδες, σε σύμβολα που δεν αντέχουμε να τα αγγίξει κανείς, παίρνουμε κάθε μομφή προσωπικά και μαχόμαστε αναλόγως, για κάθε κριτική υπάρχει και ένα βολικό «ναι, αλλά ο δικός σου», και αρκούμαστε ικανοποιημένοι σε μικρές ανούσιες νίκες, όταν ο κάθε Εμντί Ιμάμ Ουντίλ πασχίζει να επιβιώσει σε ένα πάρκινγκ απέναντι σε έναν δολοφόνο με ένα λοστάρι που του σημαδεύει το κεφάλι, ο κάθε ανώνυμος φυλακισμένος στα κολαστήρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να εκτίσει την ποινή του, η κάθε Ελένη να μην θεωρείται δεδομένη από κανέναν, ο κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βαστάει άλλη μία μέρα με το παιδί του με την ελπίδα να γλυτώσει από το κρύο της σκηνής, να προλάβει να του μείνει φαγητό να φάει ή να μην τον βιάσουν αύριο.

Μπορούμε έτσι να ονειρευόμαστε όσο θέλουμε, αλλά το 2019 δεν θα μας φέρει τίποτα καλύτερο.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ εγώ, είναι να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί σε όσα συμφωνούμε: Όσοι συμφωνούμε ότι η ασφάλεια των φυλακισμένων μας είναι ευθύνη πρωτίστως της κοινωνίας μας, να απαιτήσουμε να τιμωρείται όποιος και να είναι υπεύθυνος όταν διακινδυνεύεται. Όσοι συμφωνούμε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έχουν στόχο τον άνθρωπο αλλά την φυλή, να τα καταδικάσουμε χωρίς «ναι, μεν αλλά». Όσοι συμφωνούμε ότι το θύμα δεν προκαλεί και δικαιολογεί τον θύτη, να το ξεκαθαρίσουμε ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο δράστης. Όσοι συμφωνούμε ότι η δικαιοσύνη οφείλει πρωτίστως να προστατέψει, να απαιτήσουμε να τιμωρηθεί παραδειγματικά κάθε ένας που παραβαίνει αυτήν την βασική αρχή. Όσοι συμφωνούμε ότι κανείς δεν πρέπει να κρυώνει τον χειμώνα, ότι όλοι πρέπει να έχουν στέγη, φαγητό, και υγεία, να το απαιτήσουμε όποιος και να είναι στην εξουσία.

Όσο τρωγόμαστε μεταξύ μας, όσο μαχόμαστε ο ένας τον άλλον με όπλο τις διαφορές μας και όχι τα κοινά μας ιδανικά, η εκάστοτε εξουσία μένει εκτός κριτικής, και ο κόσμος μας δεν έχει κανέναν-απολύτως-λόγο να παλέψει για να γίνει καλύτερος.

Μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας ένα καλύτερο 2019 από το 2018 που πέρασε. Αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα η ευχή μου, αν δεν κάνουμε -επιτέλους- κάτι όλοι μαζί γι’ αυτό.

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερη βάση αποκτά το αφήγημα της άρνησης των νεκρών του Πολυτεχνείου. «Δεν υπάρχουν», πρωτάκουσα εκεί γύρω στο ενενήντα να λένε, και η αλήθεια είναι πως ξαφνιάστηκα, γιατί όσο ήμουν πιτσιρικάς νόμιζα ότι οι νεκροί ήταν μέσα στο πολυτεχνείο (χωρίς κανείς να μου έχει πει ξεκάθαρα κάτι τέτοιο) και έτσι νόμιζα ότι υπήρχε πράγματι ένα ψέμα άξιο έρευνας.

Μετά βέβαια μεγάλωσα λιγουλάκι (θέλω να πιστεύω) και έτσι δεν ετίθετο πια θέμα. Μέσα ή έξω, οι νεκροί του πολυτεχνείου υπάρχουν, είναι καταγεγραμμένοι, και ιστορικά θεμελιωμένοι.

Όσο περνούσε ο καιρός όμως, τόσο και μεγαλώνει το κίνημα της αμφισβήτησης. Και, όσο με αφορά, το ερώτημα ήταν συνεχές: γιατί κάποιος να αρνείται το προφανές; Τι νόημα έχει, πχ, να λες «το Άουσβιτς ήταν ένα ψέμα» ή «το πολυτεχνείο δεν είχε νεκρούς»; Τι κερδίζει κανείς;

Η γνώμη μου είναι πως η ιστορία πεθαίνει.

Οι άνθρωποι που βασανίστηκαν, αυτοί που έχασαν τα παιδιά τους, εκείνοι που σημαδεύτηκαν από την αγριότητα της Χούντας, σιγά-σιγά πεθαίνουν. Η φωνή τους δεν έχει πια θέση στην αφήγηση. Οτιδήποτε και αν ειπωθεί τώρα για τον πατέρα του Κομνηνού, για την μητέρα του Μυρογιάννη, τον ταγματάρχη Μουστακλή – οι άνθρωποι αυτοί πέθαναν, δεν έχουν αντίλογο. Όσο περνάει ο καιρός, αυτές οι φωνές μας δοκιμάζουν – και βλέπουν τι απαντούν όσοι, ακόμα, μπορούν. Προετοιμάζουν τις άμυνές τους, και όταν και αυτοί πλέον πεθάνουν, δεν θα μείνει κανείς να τους απαντήσει πια.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να λειτουργήσει εναντίον της έρευνας. Ο χρόνος εκτός από το να μας κάνει να ξεχνάμε, μας βοηθά να αποστασιοποιούμαστε. Πράγματα που τα βλέπαμε τότε με ένα συναισθηματικό πρίσμα, στην όποια αποτίμηση της κατάστασης μπορούμε τώρα να τα δούμε πιο καθαρά, με ευρύτερο πεδίο. Όσο δεν χρησιμοποιείται η έρευνα ως βάση άρνησης της βασικής δομής, είναι προφανώς χρήσιμη και καλοδεχούμενη.

Όμως, οι αρνητές δεν λένε αυτό. Το «δεν υπήρχαν νεκροί στο πολυτεχνείο» δεν έχει να κάνει με την γεωγραφική απόσταση των νεκρών από το κέντρο των εξελίξεων της υπόθεσης πολυτεχνείο, αλλά με την άρνησης μίας συγκεκριμένης αποτρόπαιης διαδικασίας: «Η χούντα είχε καλύτερη οικονομία από ότι τώρα, έφτιαξε δρόμους, κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοικτά, δεν βασανίστηκε κανείς». Μικρές επιθέσεις στο συνολικό αφήγημα της ιστορίας, για να καταλήξουμε σε μία μεγάλη που οι ακροδεξιοί την λένε ανοικτά, οι υπόλοιποι την εξάγουν ως συμπέρασμα:

«Α, ρε, Παπαδόπουλος που μας χρειάζεται»

Φυσικά, όπως είναι απολύτως λογικό, οι «μια χούντα χρειαζόμαστε» δεν μιλούν για μία χούντα αριστερή πχ. Αυτή είναι αποτρόπαιη, εκτός κάθε λογικής. Η «Χούντα που χρειαζόμαστε» πρέπει να είναι η δική μας Χούντα, αυτή που πιστεύει αυτά που θέλουμε εμείς, αυτή που δεν θα πειράξει εμάς, εκείνη που θα κάνει εμάς να νιώθουμε πιο ισχυροί:

Δεν είναι περίεργο που κατ’ εμέ οι άνθρωποι που την επιθυμούν, είναι και οι άνθρωποι που εκδηλώνουν αντίστοιχες τάσεις ρατσισμού, φυλετισμού, διαχωρισμού: «Εμείς οι καλοί, οι άλλοι οι κακοί, και πρέπει εμείς να είμαστε πιο ισχυροί από τους άλλους, αλλιώς θα μας φάνε». Όσοι είναι διαφορετικής φυλής, θρησκείας, πατρίδας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ακόμα και οικονομικών δυνατοτήτων ή κομματικών πεποιθήσεων – είναι «οι άλλοι», οι κακοί. «Εμείς» είμαστε συνήθως οι καλοί. Όσο πιο δικαιολογημένη είναι η εξόντωσή τους – ακόμα και η φυσική – τόσο πιο ακραία νοείται αυτή η θέση.

~

Όλα αυτά είναι προφανή, δεν παραθέτω μία πρωτάκουστη αλήθεια. Περισσότερο θέλω να τονίσω την ανάγκη να μην ξεχνάμε, και κυρίως να μην θεωρούμε καθόλου δεδομένη την καθολική αποδοχή ως ιστορική αλήθεια τέτοιων γεγονότων. Αφορμή εν μέρει γι’ αυτό το σκεπτικό, στάθηκε το φαινομενικά άσχετο άρθρο του Ιάκωβου-Αντώνιου Αρμάου για το news247.gr την ελληνική έκδοση της Huffington Post.

Σ’ αυτό, ο αρθρογράφος καταδικάζει μεν απερίφραστα την επίθεση στον Θανάση Αντετοκούνμπο από τον Τσουκαλά, αλλά, ο επιφανής Γιάννης θα έπρεπε να μην αντιδράσει καθώς η ζημιά είναι δυσανάλογη της βαρύτητας της πράξης του ή ακόμα και της βαρύτητας της θέσης του ίδιου του παρουσιαστή.

Θα έπρεπε να είναι πιο ώριμος ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, να αντιληφθεί το κακό που προκαλείται στην χώρα όταν ένας τόσο προβεβλημένος νέος στοχεύει στα χειρότερα αντανακλαστικά μας.

Το πρόβλημα σ’ αυτήν την δήλωση (πέραν του προφανούς) είναι πως ο αρθρογράφος θεωρεί ότι ο Τσουκαλάς είναι μειοψηφία. Θεωρώ πως το αντίθετο συμβαίνει. Το ζήτημα (που μπορώ εν μέρει να αποδεχθώ τον προβληματισμό του) είναι αν όντως η στόχευση στον παρουσιαστή θα προκαλέσει μεγαλύτερη τελικά ή μικρότερη ζημιά. Φοβάμαι πως δεν έχω εύκολη απάντηση, αλλά το σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να είναι αποδεκτή απάντηση το «μην μιλάς».

Η πιο προφανής απάντηση για μένα θα ήταν πως, αν είχαμε μιλήσει ΕΜΕΙΣ, εσωτερικά, δεν θα χρειαζόταν ο Γιάννης να υπερασπιστεί δημόσια τον αδελφό του. Όχι «μην μιλάς» λοιπόν, αλλά «θα το φροντίσουμε εμείς»:

Αν δεν υπήρχαν μερικοί εμπνευσμένοι δημοσιογράφοι σε εκείνες τις δύσκολες στιγμές, η συνέντευξη του πατέρα του Κομνηνού και της μητέρας του Μυρογιάννη που είδα εχθές το βράδυ στην αξιοπρεπέστατη ΕΡΤ, δεν θα υπήρχαν. Η ζωές τους δεν θα είχαν καταγραφεί καν. Ο πόνος τους, τα ψέματα ή οι αθλιότητες που τους εκστόμισαν, δεν θα είχαν θέση σε μία ιστορική πραγματικότητα. Θα πέθαιναν σιωπηλοί, και έτσι η απάντηση του αστυνομικού «αχ, αυτά τα παιδιά, δεν ακούνε» στον πατέρα του Κομνηνού που μόλις έχει δει το νεκρό παιδί του, δεν θα είχε αποτυπωθεί στην μνήμη κανενός.

~

Αυτό, είναι όπως είπα, το προφανές. Υπάρχει, βέβαια, και το λογικό:

Προσωπικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω πως κάποιος μπορεί να υποστηρίζει ότι είναι καλύτερο να έχεις τουλάχιστον 24 νεκρούς έξω και όχι μέσα στο Πολυτεχνείο.

Από την πρώτη στιγμή που είχα ωριμάσει αρκετά για να αντιμετωπίσω λογικά αυτήν την δήλωση, θεωρούσα ότι -ειδικά όταν έμαθα ότι ο (τότε ένθερμος χουντικός) οδηγός του τανκ δήλωσε ότι σταμάτησε λίγο πριν την πύλη για να δώσει χρόνο σ’ αυτούς που ήταν πίσω να φύγουν και να μην τους πατήσει- θα ήταν σαφώς πιο πιθανό να είχε νεκρούς μέσα, κατά την διάρκεια της επίθεσης, παρά να τους σκοτώνουν έξω – που σημαίνει εκτός από πρόδηλη εκδικητικότητα και μεγαλύτερες πιθανότητες να σκοτώσουν απλούς περαστικούς.

Στα δικά μου αυτιά πάντα η δήλωση «Δεν είχε νεκρούς ΣΤΟ πολυτεχνείο» αντίθετα από την αποτίμηση που επεδίωκε καταδίκαζε τελικά ακόμα περισσότερο την Χούντα, παρά την αθώωνε.

Τόσο καιρό νόμιζα ότι είναι λογικό, και ότι αυτό καταλάβαιναν όλοι. Αλλά, σκεφτόμενος πως το ότι πιστεύουμε ότι όλοι αντιλαμβάνονται το ίδιο τα πράγματα είναι μάλλον μία αφελής σκέψη, σκέφτηκα να γράψω ολόκληρο άρθρο, για να μοιραστώ τελικά αυτό το για μένα λογικό μαζί σας…

Η χώρα μας έχει αποδεδειγμένα τρεις συγκεκριμένες φυσικές καταστροφές που την ταλανίζουν: Σεισμούς, πυρκαγιές και πλημμύρες. Πλην του σεισμού (που έχουμε αργήσει να δούμε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους επιστήμονες) από τις άλλες δύο, είχαμε νεκρούς φέτος – και όχι μόνο.

Και όχι λίγους.

Στις 12 Σεπτεμβρίου (εχθές, για την στιγμή που γράφω τούτο το ποστ) έγινε μία παρουσίαση μελέτης για τους λόγους που στην φωτιά στο Μάτι, είχαμε τόσους πολλούς νεκρούς (ήδη, την στιγμή που γράφω το κείμενο, έχουν φτάσει τους 99).

Αντιγράφω από το in.gr την ομάδα που συνέταξε την μελέτη:

Την μελέτη υπογράφουν ο κ. Κώστας Συνολάκης, καθηγητής Φυσικών Καταστροφών, Πολυτεχνείο Κρήτης Πρόεδρος, Τάξη Θετικών Επιστημών, Ακαδημία Αθηνών. Ο κ. Νίκος Καλλιγέρης, καθηγητή στο University of California, Los Angeles. Οι κ.κ. Βασίλης Σκαναβής και Κωστής Δουλιγέρης, καθηγητές στο University of Southern California. Η κυρία Ιφιγένεια Γιανουκάκου-Λεονστίνη από το Πολυτεχνείο Κρήτης και οι Haizhong Wang, Ali Mostafizi από το Oregon Staτe University, Tomoyuki Takabatake από το Waseda University, Japan.

Η μελέτη αυτή αποφαίνεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει εκκένωση του χώρου εκεί, με τα πόδια ή με αυτοκίνητα, σε λιγότερο από μία ώρα.

Κοντά δύο ημέρες μετά, η είδηση φιλοξενείται σ’ αυτά που συνηθίζουμε να λέμε αντιπολιτευτικά site (skai.gr – Καθημερινή, Ναυτεμπορική, iefimerida, in.gr) αλλά ούτε μία κουβέντα δεν γίνεται στα φιλοκυβερνητικά site (avgi.gr, left.gr), ούτε πχ στο site της εφημερίδας Documento (μέχρι την στιγμή που έγραφα αυτό το ποστ).

Δεν υπάρχει πουθενά αυτό το πόρισμα εκεί, καμία αναφορά – σαν να μην έγινε ποτέ.

Γιατί; Επειδή το παρουσίασε η Νέα Δημοκρατία;

~

Άκου τι γίνεται: Εγώ δεν έχω ιδέα από φωτιές, από εκκενώσεις, από αυθαίρετα ή από τις συνθήκες που μπορεί να δημιούργησαν το πρόβλημα, ή να επιδείνωσαν την κατάσταση εκεί. Ξέρω ότι αυτοί που υπογράφουν την μελέτη, είναι επιστήμονες, όχι τυχαίοι. Αν έχουν λάθη στην προσέγγισή τους, οφείλουν να αντιμετωπιστούν επιστημονικά – και σίγουρα, όχι με σιωπή.

Αν μπορούσε να εκκενωθεί όντως ο χώρος, με ασφάλεια, και δεν έγινε, κάποιος ευθύνεται. Και αν κάποιος ευθύνεται, πρέπει να τεθεί απέναντι των ευθυνών του. Να απολογηθεί, μήπως η ευθύνη είναι ευρύτερη, δική μας. Και να τιμωρηθεί, στον βαθμό που πρέπει.

Έχει σημασία αν είναι Συριζαίος ή Νεοδημοκράτης; Έχει σημασία αν τον γουστάρουμε ή όχι; Έχει σημασία αν τα έχει κάνει όλα λάθος μέχρι τώρα, ή αν έχει κάνει χίλια σωστά και απέτυχε σ’ αυτό, και μόνο;

Ενενήντα εννιά άνθρωποι πέθαναν. Αν πέθαναν από ανθρώπινα λάθη, οφείλουμε πρωτίστως να τα διορθώσουμε, με ειλικρίνεια. Το να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας για κομματικούς λόγους, σαν να μην έγινε, δεν θα σώσει κανέναν αύριο.

Αυτό δεν θέλουμε – όλοι; Να γίνουμε καλύτεροι;

Χωρίς να εμπλέξω καθόλου την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τις όποιες ευθύνες έχει ο καθένας γι’ αυτό, ή την πολιτική που (αναπόφευκτα, είτε το θέλουμε είτε όχι) θα προκύψει από κάτι τέτοιο, τούτες τις ημέρες που τα πράγματα ήταν δύσκολα, δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως και η δημοσιογραφία.

Αν και υπήρχαν πολλά δείγματα ένθεν κακείθεν κακής δημοσιογραφίας, θα ήθελα να εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που εκθέτει όλο τον δημοσιογραφικό χώρο, και όχι μόνο τους εμπλεκόμενους.

Άρθρο του iefimerida.gr, σήμερα 01 Αυγούστου του 2018 ανεβασμένο στις 17:51.

Τίτλος:

Φάμελλος: «Η ευθύνη της τραγωδίας ανήκει σε όσους έχτισαν τα αυθαίρετα»

Τα εισαγωγικά στον τίτλο, από το ενημερωτικό site.

Ο τίτλος της ανάρτησης, απολύτως φυσιολογικά, συγκεντρώνει πολύ θυμωμένες αντιδράσεις. Αν μη τι άλλο, ο,τι είναι σε εισαγωγικά, αποδίδεται επί λέξη στον αναπληρωτή υπουργό, και είναι εξαιρετικά ειδεχθές, ειδικά σε τέτοια στιγμή (έχω εκφράσει σε προηγούμενο άρθρο μου την αντίδρασή μου στην θέση αυτή, για συγκεκριμένους λόγους).

Και όταν λέω πολύ θυμωμένες, εννοώ πολύ θυμωμένες. Και στο άρθρο τα σχόλια, και στα social media όπου και αν αυτό αναπαρήχθει.

…δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Μία χρήστης, η @annzabel, κάνει κάτι που (δεν θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο: προβληματίζεται με την ανάρτηση. Είναι δυνατόν να είπε τέτοιο εξωφρενικό πράγμα ο αναπληρωτής υπουργός; Διαβάζει το κείμενο (δεν μένει στον τίτλο, δηλαδή) και δεν βλέπει να γίνεται αναφορά σ’ αυτό που περιγράφεται στον τίτλο (πλην του εισαγωγικού σχολίου, και αντιγράφω επί λέξη: «Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν νεκρούς από την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, εμφανίστηκε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος.»)

«Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες ο αναπληρωτής υπουργός», αλλά καμία αναφορά επ’ αυτού στο υπόλοιπο κείμενο.

Αναζητά λοιπόν την αρχική τοποθέτηση του Φαμελλου, και την βρίσκει -ευτυχώς- αυτούσια, αναρτημένη από τον ίδιο στο youtube.

Περιγράφει λοιπόν:

Όλη η ομιλία Φάμελλου κρατάει οκτώ λεπτά, και είναι, όπως είπα, αυτούσια. Πουθενά δεν λέει αυτό που λέει ο τίτλος – όχι μόνο στο επι λέξη, αλλά ούτε καν αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο ως αυτό που του προσάπτεται.

Την άκουσα, δύο φορές – άκουσέ την και εσύ, είναι όλη εδώ: https://www.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=HjkWWh9q5_g

Παρένθεση για να μην παρεξηγηθώ: Δεν έχει να κάνει με τον Φάμελλο εδώ, δεν έχει να κάνει με το αν έχει δίκιο, ή άδικο, δεν έχει να κάνει με πολιτική κριτική ή κυβερνητική υπεράσπιση. Το θέμα μου αποκλειστικά είναι η δημοσιογραφία. Και ούτε καν η δημοσιογραφία του iefimerida: Η δημοσιογραφία ευρύτερα.

Ανακεφαλαιώνω, για να φτάσω και σε συμπέρασμα:

Το ειδησεογραφικό site, αποδίδει στον αναπληρωτή υπουργό μία πρόταση, με εισαγωγικά. Στην εισαγωγή δε του κειμένου, τον μέμφεται σκληρά (όπως θα του άξιζε πιθανόν, όντως, αν είχε πει κάτι τέτοιο). Στο κείμενο δεν παρουσιάζεται πουθενά αυτή η αναφορά. Θα μπορούσε να το έχει πει σε δευτερολογία ίσως ο Φάμελλος, την οποία όντως δεν έχω – ή σε βουλευτές μετά, ή να τον άκουσαν στο διάδρομο να το μονολογεί, δεν ξέρω, δεν τον υπερασπίζομαι, λέω ούτε στο άρθρο δεν υπάρχει. Πουθενά.

Η πρόταση που του αποδόθηκε, ξεσηκώνει – απολύτως δίκαιες- αντιδράσεις και οργή. Απολύτως δίκαιες, τα έλεγα και στο προηγούμενο άρθρο μου.

Μία πολίτης, ξαφνιάζεται, την ψάχνει, δεν την βρίσκει στο κείμενο, δεν την βρίσκει ούτε στην ομιλία ούτε ως υπόνοια.

~

Μπορεί να νομίζεις ότι το πρόβλημα μου εδώ είναι το iefimerida – αλλά μόνο αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου. Άκου πως το σκέφτομαι:

Το iefimerida κάνει την δουλειά του. Προσωπικά, η αίσθησή μου είναι ότι το iefimerida δεν έχει κάνει κανένα απολύτως λάθος. Είτε έχει όντως ειπωθεί -κάπου αλλού, στην δευτερολογία, σε συναδέλφους, εκτός μικροφώνου, μονολόγησε στους διαδρόμους, δεν ξέρω- είτε το iefimerida είπε ψέματα. Όχι παράφρασε, κατάλαβε λάθος, του ξέφυγε, ήταν αστοχία – είπε ξεκάθαρα ψέματα.

Οπότε δεν μέμφομαι το iefimerida εδώ:

Μέμφομαι την δημοσιογραφία που δεν ερευνά το iefimerida.

Το ρεπορτάζ, δεν το οφείλει να το κάνει η κάθε @annzabel. Την είδησή της, δεν οφείλει να την φιλτράρει η ίδια. Έχει άλλα πράγματα να κάνει, έχει άλλες ανάγκες να γεμίσει τον χρόνο της, έχει άλλες ευθύνες να καλύψει από το να ασκεί ουσιαστική δημοσιογραφική έρευνα …ακούγοντας ένα βίντεο οκτώ λεπτών.

Δεν είναι δουλειά της @annzabel να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι στην δημοσιογραφία.

Η ίδια η δημοσιογραφία οφείλει να το κάνει αυτό.

Αν δεν αυτοελέγξει τον κλάδο της, αν δεν τονίσει τις αστοχίες, από οπουδήποτε, από τα Νέα, την Εφημερίδα των Συντακτών, την Καθημερινή, το ThePressProject, από το Βήμα και την Δημοκρατία, από το Documento και την Αυγή, από το Left και το iefimerida, από το in.gr και το News247 – κάνει κακό στην δουλειά της.

Αν νομίζει ο καθένας φορέας της δημοσιογραφίας ότι προστατεύεται έτσι, κρύβοντας το κεφάλι στην άμμο σε κάθε στραβή, και κοιτάζοντας αλλού για να μην παρεξηγηθεί με τον συνάδελφο – πλανάται πλάνην οικτράν. Έχω τονίσει προσωπικά όσες περισσότερες φορές μπορώ, και όσο πιο εμφατικά μπορώ, ότι η δημοσιογραφία είναι ο ισχυρότερος πυλώνας της δημοκρατίας μας. Η κριτική στην επικαιρότητα είναι σημαντική, η κριτική στην (κάθε) κυβέρνηση σημαντικότερη – μα η κριτική και ο έλεγχος της δημοσιογραφίας είναι ο πιο σημαντικός ίσως και ο πιο αναγκαίος τρόπος να διατηρήσει το μέσο μία αξιοπιστία (και, κυρίως, μία αξιοπρέπεια).

Χαλάει σχέσεις και φιλίες βέβαια όλο αυτό, αλλά όποιος νομίζει ότι θα καεί μόνο το διπλανό χωράφι και όχι το δικό του με το κάθε «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» – νομίζω ότι εθελοτυφλεί.

Αν όχι για τίποτα άλλο, και μόνο για το προφανές: όποιος ψεύδεται συνειδητά μέσω της δημοσιογραφίας, και δεν αναφέρομαι στο iefimerida αλλά μιλάω γενικά, με την πράξη του αυτή, με κάθε ψέμα, κάθε προπαγάνδα, κάθε αλλοίωση της πραγματικότητας για ίδιον όφελος, πετυχαίνει όχι μόνο να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της αλήθειας, αλλά και ταυτόχρονα ως μακροπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της ίδιας της δημοσιογραφίας.

Και κάθε φορά που η δημοσιογραφία δεν ελέγχει, πρωτίστως τα του οίκου της(*), δεν νοείται κατάλληλη και για να ελέγξει μετά οτιδήποτε άλλο.

Και έχουμε ανάγκη μία αξιοπρεπή δημοσιογραφία. Πάντα είχαμε, αλλά πολύ περισσότερο τώρα.

(*) και υπόψιν, δεν αναφέρομαι μόνο στα άρθρα. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα, οφείλει εκτός από τα άρθρα που γράφονται να ελέγξει τα πόθεν έσχες, τις διαδικασίες πώλησης αγοράς τίτλων, την βιωσιμότητα εντύπων, τους δημοσιογράφους με θέσεις υπευθύνων τύπου, τους μισθούς συναδέλφων τους, τα δάνεια στα μέσα τους, τις σχέσεις πολιτικών-δημοσιογράφων-τραπεζών, τις διαφημίσεις – και τόσα άλλα.

Παρότι το θέμα των ημερών είναι το «Μακεδονικό» (και/ή η «πετυχημένη αξιολόγηση» αναλόγως απο ποιον ενημερώνεσαι), κάτω από τα φώτα της ενημέρωσης, πέρασε μία εξαιρετικά ανησυχητική είδηση.

Πριν λίγες ημέρες, δύο γυναίκες πέθαναν από φωτιά στην Στέγη Γερόντων στην Καλλιθέα (η είδηση από το in.gr: Τραγωδία στην Καλλιθέα: Από ασφυξία ο θάνατος των 2 γυναικών

Η είδηση είναι αρκετά επεξηγηματική για το τι έγινε – όχι όμως για τις συνθήκες που οδήγησαν εκεί.

Στην πραγματικότητα, λίγο καιρό πριν, ο δικτυακός ενημερωτικός τόπος Inside Story είχε δημοσιεύσει μία έρευνα ακριβώς για τις συνθήκες που επικρατούν σε τέτοια ιδρύματα:

Αμφίβολη φροντίδα σε Στέγη Γερόντων της Εκκλησίας

Το πιο βασικό εύρημα της έρευνας, είναι ότι οι στέγες γερόντων (17 ενεργές στον αριθμό, αυτήν την στιγμή) λειτουργούν κάτω από τον αποκλειστικό έλεγχο της εκκλησίας, και όχι του κράτους:

Κι ενώ τα γηροκομεία είναι όλα ΜΦΗ (Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων), που διέπονται από ειδική νομοθεσίαΗ σχετική νομοθεσία και έχουν συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας, προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, στις Στέγες το καθεστώς είναι διαφορετικό: για το πώς θα λειτουργήσουν αποφασίζει αποκλειστικά και μόνο η Αρχιεπισκοπή, που είναι υπεύθυνη για τον κανονισμό της κάθε μίας, που μπορεί να διαφέρει από Στέγη σε Στέγη.

Αυτό οδηγεί σε ιδιότυπες συνθήκες, κατά τις οποίες η φύλαξη και η φροντίδα των ηλικιωμένων είναι, κατά τις καταγγελίες, τουλάχιστον προβληματικές:

Στη Στέγη απασχολούνται μόνο δύο γυναίκες, η μία από το πρωί έως τις μιάμιση το μεσημέρι, η άλλη από τις 5 έως τις 7 το απόγευμα. Αλλά τα καθήκοντά τους σχετίζονται περισσότερο με την καθαριότητα και το μαγείρεμα, ενώ επεκτείνονται και στις ανάγκες της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι, η οποία διαθέτει και ειδικό χώρο για μνημόσυνα και άλλες τέτοιες λειτουργίες. Οπότε, ο χρόνος και η φροντίδα που μπορούν να διαθέσουν οι εργαζόμενοι στους ηλικιωμένους είναι περιορισμένος.

[…] Από τις 7 και έπειτα, δηλαδή όλο το βράδυ έως και το επόμενο πρωί, ο μόνος που βρίσκεται στην Στέγη είναι ο προαναφερθείς υπεύθυνος, ο οποίος, όπως μας είπαν συγγενείς, «ουσιαστικά είναι εκεί μόνο και μόνο για την περίπτωση που κάποιος θα πέσει και θα σπάσει κάτι, οπότε θα φωνάξει το 166». Δεν συνοδεύει καν τις γυναίκες στην τουαλέτα –λίγες μπορούν να το κάνουν μόνες– έτσι οι περισσότερες χρησιμοποιούν την πάνα που φορούν και μένουν έτσι ως το επόμενο πρωί, όταν η γυναίκα που έρχεται τις αλλάζει.

Στο αναλυτικότατο ρεπορτάζ, μεταξύ άλλων, γίνεται και λόγος για την οικονομική διαχείριση της κατάστασης (αλλά δεν είναι το βασικό μου θέμα αυτήν την στιγμή).

Το ρεπορτάζ του Σταύρου Μαλιχούδη έχει ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2017 και καταλήγει:

«Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται»

~

Υπερβολικά λίγο καιρό μετά, φαίνεται ότι ουδείς ενοχλήθηκε από το περιεχόμενο του άρθρου, καθώς είχαμε τον θάνατο των δύο γυναικών στην Στέγη.

Στο νέο ρεπορτάζ για το θέμα Επαληθεύτηκαν οι φόβοι για τη Στέγη Γερόντων της Καλλιθέας, επισημαίνεται:

Δεν ήταν κανένας εκεί

Η νομοθεσία από την Πανελλήνια Ένωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων που ορίζει τη λειτουργία των Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων (Μ.Φ.Η.), προβλέπει Μία από τις αποφάσεις που διέπουν τη λειτουργία των ΜΦΗ την συνεχόμενη παρουσία ενός τουλάχιστον ατόμου στον χώρο, και ορίζει πρωινή, απογευματινή και βραδινή βάρδια. Οι άνθρωποι αυτοί είναι άλλοι από τους ιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και βεβαίως τους μάγειρες και τους υπεύθυνους καθαριότητας που οφείλουν επίσης να απασχολούνται στον χώρο.

H Στέγη Γερόντων όμως, όπως επισημάνθηκε και στο προηγούμενο ρεπορτάζ, δεν υπάγεται στη νομοθεσία αυτή, καθότι ίδρυμα της Εκκλησίας. Εκεί υπάρχει μία μόνο «βάρδια», η πρωινή, και η γυναίκα που την καλύπτει, μαγειρεύει ταυτόχρονα. Όταν φύγει, στη 1:30 το μεσημέρι, η Στέγη ερημώνει και οι ηλικιωμένοι που έχουν κινητικά προβλήματα δεν μπορούν ούτε να πάνε στην τουαλέτα, αναγκαζόμενοι να χρησιμοποιήσουν τις πάνες που φορούν.

Η κυρία που απασχολείται εκεί τα απογεύματα, από τις 5 μέχρι τις 7, σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών των ενοίκων «τρέχει» ταυτόχρονα δουλειές της απέναντι εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, που διαθέτει Κέντρο Σίτισης Απόρων και ειδική μεγάλη αίθουσα για μνημόσυνα. Όσο για τις βραδινές ώρες, μετά το πρόσφατο ατύχημα απευθύναμε εκ νέου ερώτημα σχετικά με την παρουσία ατόμου στη Στέγη στον υπεύθυνο πατέρα Δημήτριο Καρβούνη, εκείνος όμως δεν θέλησε να αποκριθεί.

[…] Κάτι που επίσης επιβάλλεται για τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων, αλλά όχι για τις Στέγες της Εκκλησίας, είναι «σύγχρονα μέσα πυρασφάλειας σύμφωνα με τον Κανονισμό Πυρασφάλειας των Νέων Κτιρίων ή σύμφωνα με τις οδηγίες της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για τα υφιστάμενα πριν την εφαρμογή του Κανονισμού κτίρια».

Στο υπόγειο δεν υπήρχε σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης. Το μόνο που υπήρχε ήταν πυροσβεστήρες, αλλά σε τι ωφελούν αυτοί όταν δεν υπάρχει κανείς για να τους χειριστεί;

Ποιος έχει την ευθύνη; Κατ’ αρχάς, η άμεσα εποπτική αρχή, που στην περίπτωσή μας είναι η Εκκλησία. Σε δεύτερο βαθμό όμως, και αυτό πρέπει να επισημανθεί εξίσου, η ευθύνη ανήκει και στην εποπτεύουσα (έστω και τυπικά) Περιφέρεια Αττικής η οποία όφειλε να παρακολουθεί τον χώρο, και να κάνει έστω παρατηρήσεις. Αυτές οι παρατηρήσεις δεν έγιναν ποτέ:

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Σοφός (προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της περιφερειακής ενότητας του Νοτίου Τομέα Αθηνών) , ο έλεγχος της περιφέρειας αφορά αποκλειστικά τις συνθήκες διαβίωσης εντός των Στεγών. Δεν επεκτείνεται, για παράδειγμα, σε ζητήματα γύρω από τα μέτρα ασφαλείας και την καταλληλότητα του κτιρίου, καθώς «η λειτουργία των Στεγών βρίσκεται υπό την αποκλειστική ευθύνη και την σκέπη της Εκκλησίας». Έτσι, οι έλεγχοι γίνονται μόλις δύο φορές τον χρόνο, με τον Σοφό να διευκρινίζει πως σε περίπτωση που εντοπιστούν μη ικανοποιητικές συνθήκες, η επίβλεψη δύναται να είναι πιο στενή.

«Οι συνθήκες εκεί όμως ήταν άψογες», επαναλαμβάνει. Η εικόνα του δικού μας ρεπορτάζ βεβαίως ήταν διαφορετική, επισημαίνοντας την έλλειψη φροντίδας, την ελλιπή σίτιση, την απουσία καθαριότητας και, κυρίως, την άτυπη ανάθεση της εποπτείας του ιδρύματος σε έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, είναι ασταθής και χρήζει βοηθείας ο ίδιος.

Το τραγικό γεγονός, καθώς φαίνεται, ήταν ένα δυστύχημα που περίμενε απλώς να γίνει. Πολλοί θα μπορούσαν να το αποτρέψουν (η Εκκλησία, οι υπεύθυνοι της δομής, οι συγγενείς -όσοι τουλάχιστον γνώριζαν-, η Περιφέρεια) ουδείς όμως έδρασε με τρόπο τέτοιο που θα ευαισθητοποιούσε για το πρόβλημα:

Όποιος και αν είναι ο κανονισμός, παραβιάζεται τουλάχιστον μία πτυχή του, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα μας είπε ο πατέρας Βασίλειος Χατζαβάς από το Φιλόπτωχο Ταμείο της Αρχιεπισκοπής σε προηγούμενη συνέντευξη: συγκεκριμένα είχε αναφέρει πως όταν κάποιος ένοικος Στέγης της Εκκλησίας φτάσει σε σημείο να είναι κατάκοιτος, προβλέπεται να μεταφερθεί στην Στέγη Κατακοίτων Γερόντων της Αρχιεπισκοπής που, άρτια εξοπλισμένη, λειτουργεί ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό.

Διαβάστε και τα δύο άρθρα στο inside story, είναι ελεύθερα για ανάγνωση (εκτός συνδρομητικού περιεχμένου) και είναι απείρως πιο επεξηγηματικά από τις δικές μου μικρές αναφορες.

~

Ο μόνος που λειτούργησε σ’ αυτήν την φρικτή ιστορία (που δεν κόστισε μόνο την ζωή σε δύο γυναίκες, αλλά υποψιάζομαι ότι ταλαιπωρεί και άλλους ηλικιωμένους στην καθημερινότητά τους) είναι η δημοσιογραφία – που ξέρετε πόσο ευαίσθητος είμαι με την λειτουργία της, και πόσο επικριτικός γίνομαι όταν αμελεί τα καθήκοντά της. Εδώ όμως, έκανε αυτό που έπρεπε, και τις δύο φορές:

Είχαμε την δημοσιογραφία που αξίζαμε, δεν είμασταν όμως οι πολίτες (ή οι θεσμοί) που άξιζαν σ’ αυτήν την δημοσιογραφία.

Επικοινώνησε το πρόβλημα σε βάθος, όρισε τις παραμέτρους που θα μπορούσαν να εργαστούν για τις λύσεις που απαιτούνται, και έθεσε σοβαρά ζητήματα, όχι μόνο για την οικονομική του διάσταση (η οποία είναι σημαντική) αλλά και για το κοινωνικό πρόσημο αυτής της ιστορίας.

Οφείλουμε εμείς πλέον, οι πολίτες, να πάρουμε την εργασία της και να φροντίσουμε να μην ξεχαστούν οι δύο γυναίκες, και οι ευθύνες που αναλογούν στον καθένα για τον θάνατό τους:

– Στους υπεύθυνους της Στέγης,

– Στην Εκκλησία για τον εποπτικό της ρόλο,

– Στην Περιφέρεια για την δική της αμέλεια.

Είναι υποχρέωσή μας να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο που μας παραδόθηκε ως οφειλόταν.

Αλλωστε, παραφράζοντας: «τα πράγματα μπορούν να γίνουν και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται».

Υ.Γ.: Η δουλειά του inside story είναι (κατά βάση) συνδρομητική. Στηρίζω (όπως και των OmniaTV , ThePressProject, InfoWar και άλλων, όλων εξίσου διαφορετικών μεταξύ τους) την προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να παράξουν όποια δημοσιογραφία πιστεύουν ότι αξίζει να παραχθεί. Δείτε την δουλειά τους, και αν σας ικανοποιεί, βοηθήστε και εσείς.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Η υπόθεση του φόρου επί των διαφημίσεων των τηλεοπτικών καναλιών έχει μία άκρως εντυπωσιακή διαδρομή: από το 2010 που πρωτοψηφίστηκε, ως μνημονιακή απαίτηση αν θυμάμαι καλά, πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια για να γίνει πράξη (πέντε δύσκολα χρόνια λιτότητας, όχι χρόνια παχέων αγελάδων) καθώς κάθε χρόνο ψηφιζόταν η μεταφορά του για ..του χρόνου.

Το αποκορύφωμά της, οι πρώτες ημέρες του 2015, ελάχιστες ημέρες πριν τις εκλογές, όπου καθώς χάθηκε η προθεσμία μεταφοράς της καταβολής του φόρου, η Κατερίνα Σαββαΐδου, Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων, αντικαταστάτρια του Χάρη Θεοχάρη, φρόντισε να μεταφέρει την πληρωμή του φόρου αυτού για ..του χρόνου, κάνοντας την καταβολή από μηνιαία σε ετήσια (και αλλάζοντας τοις πράξει έναν νόμο, κάτι για το οποίο κατηγορήθηκε αργότερα ότι δεν είχε δικαίωμα να το πράξει αν θυμάμαι καλά)

Στην συνέχεια βέβαια, άλλαξε η κυβέρνηση, ήρθε ο Σύριζα, και κατάφερε να επανενεργοποιήσει τον φόρο, με έσοδα, καθώς ισχυρίζεται η ίδια, περίπου 20 εκ ευρώ ετησίως σύμφωνα με το γενικό λογιστήριο του κράτους (για τα έτη 2015 και 2016, αν είχε ενεργοποιηθεί το 2010 φυσικά θα ήταν πολλαπλάσια, αλλά τέλος πάντων)

Τα κανάλια στο μεταξύ διαμαρτύροντω για την φορολόγηση αυτή – και δικαίως, εν πολλοίς, θα πρόσθετα, καθώς η μνημονιακή οδηγία τους έβαζε ένα σκληρό μαχαίρι στα έσοδα – κάτι όμως που ίσχυε, τελικά, για όλους τους Έλληνες ως νομικά πρόσωπα αλλά και τις επιχειρήσεις σ’ αυτό το χρονικό διάστημα για να βγούμε από την κρίση (με, ή χωρίς εισαγωγικά)

Μόλις πριν λίγες ημέρες, σε μία ανατροπή για έναν καταραμένο φόρο που έχει επτά χρόνια ζωής και μόλις ενάμισι χρόνο λειτουργίας, η κυβέρνηση Σύριζα ανακοίνωσε ότι …μειώνει τον φόρο από 20% σε μόλις 5% το 2018!

Ερωτηθείς ο Νίκος Παππάς, απάντησε ότι δεν είναι δώρο προς τα κανάλια, αλλά ήταν επιβεβλημένο καθώς «προέκυψαν νέες επιβαρύνσεις όπως η επιβολή τέλους 2% επί του τζίρου για τον ΕΔΟΕΑΠ» (την διάσωση του ταμείου των δημοσιογράφων) – και εν πάση περιπτώσει, θα μπει στα αδειοδοτημένα κανάλια που θα πληρώνουν πλέον και για την άδειά τους.

Έτσι καταφέρνουμε να έχουμε δύο ζητήματα, αντί για ένα – από τα οποία μάλιστα, προκύπτει ένα τρίτο!

Να τα δούμε (πλέον με την προσωπική μου ματιά, καθώς μέχρι τώρα κάνω μόνο αποτίμηση της πραγματικότητας);

Πρώτον, ασφαλώς και είναι δώρο στους καναλάρχες. Το 20% δεν είχε συνδεθεί με τις άδειες, ώστε να γίνεται συμψηφισμός τώρα, αντιθέτως, θα έπρεπε να πληρώνουν για μία άδεια, ΚΑΙ να φορολογούνται με αυτόν τον φόρο. Άδικος ο φόρος; Άδικος, συμφωνώ – όπως και ταυτόχρονα ήταν άδικοι οι περισσότεροι φόροι, οι μειώσεις και η λιτότητα που επιβλήθηκε σε όλους μας, επιχειρηματίες, πολίτες, συνταξιούχους κλπ. Άδικος, αλλά πέρασε και μία πενταετία που δεν είχε, χαριστικά, επιβληθεί.

Δεύτερον, η σύνδεση του φόρου με την «νέα επιβάρυνση για τον ΕΔΟΕΑΠ» είναι μία εξαιρετικά ενοχλητική ενέργεια, καθώς είναι (αν και αποφεύγω να κάνω σύγκριση του 2% επί του τζίρου με το 15% που γλυτώνουν από τα έσοδα των διαφημίσεων – δεν ξέρω την σύγκριση για τα δύο νούμερα, καθώς είναι επί διαφορετικής βάσης), κατ’ ουσία και με εντολή Υπουργού, ξεκάθαρη κρατική επιδότηση του ταμείου των δημοσιογράφων με χρήματα που θα έπρεπε να καταλήγουν σε όλους μας. Άρα, καταφέρνει εκτός από τους καναλάρχες, είναι ταυτόχρονα δώρο και στους δημοσιογράφους που ενισχύεται κρατικά το ταμείο τους – και μάλιστα χωρίς φραγμό (αυτή η επιδότηση μπορεί να συνεχίζεται χρόνια, ανεξαρτήτως της όποιας κατάστασης ή ανάγκης έχει τελικά το εν λόγω ταμείο)

Τρίτο όμως, που είναι λίγο περισσότερο ενοχλητικό, καθώς προκύπτει αν το σκεφτεί κανείς λίγο καλύτερα: έστω ότι ο φόρος είναι άδικος, έστω ότι υπάρχει μία μείωση για να σωθεί το ταμείο των δημοσιογράφων, έστω ότι το ταμείο αυτό καταστρέφεται και έχει τίμια ανάγκη στήριξης. Κατανοητό. Γιατί όμως έχει τέτοια ανάγκη; Μου έρχονται στο μυαλό πέντε, έξι τουλάχιστον μεγάλες χρεοκοπίες δημοσιογραφικών επιχειρήσεων τα τελευταία χρόνια – και αναφέρομαι στις μεγάλες, γιατί οι μικρές είναι σαφώς περισσότερες. Χρεοκοπίες, με τρομαχτικές ζημιές σε τράπεζες, εργαζόμενους, την αγορά και … και τα ταμεία.

Δηλαδή, εκτός από την κρίση, εκτός από την «φυσιολογική» ζημιά που έπαθαν όλα τα ταμεία όλων των εργαζομένων, τα ταμεία επιβαρύνθηκαν και από κακοπληρωτές επιχειρηματίες του τύπου – μερικοί εκ των οποίων «σώθηκαν» από τρομερές ζημιές και δανεισμούς (έχω αναφερθεί και στο παρελθόν πολλάκις σ’ αυτό) που τους βάρυναν χρεοκοπώντας τα πάντα, τις επιχειρήσεις τους, την αγορά, τις τράπεζες, τους εργαζόμενους, το δημόσιο, τα ταμεία.

Η ζημιά που δημιούργησαν στα ταμεία δε, χρεοκοπημένοι (και μη καθώς υπάρχουν και οι εν ενεργεία κακοπληρωτές) «επιχειρηματίες» είμαι βέβαιος ότι είναι τεράστια – αλλά, καθώς η κρατική ενίσχυση από τα χρήματα όλων μας θα καλύψει την ζημιά η μήνις για τις ενέργειές τους από συναδέλφους τους δημοσιογράφους και τους υπόλοιπους από εμάς θα είναι σαφώς μικρότεροι.

Τα ταμεία σώζονται, παίρνουν μία βαθιά ανάσα – no harm done.

Και επιπλέον έτσι, με λιγότερη ζημιά, θα προκύψουν και λιγότεροι λόγοι οι δημοσιογράφοι να αναγκαστούν να κάνουν (επιτέλους!) την δουλειά τους και να ανακαλύψουν πως φτάσαμε στο σημείο να προκύπτουν δισεκατομμύρια (κυριολεκτικά) ευρώ ζημιάς από πέντε, δέκα επιχειρήσεις τύπου – ενώ ταυτόχρονα τα σημαντικότερα και αλώβητα στελέχη και προβεβλημένοι συνάδελφοί τους των επιχειρήσεων αυτών δεν θα αναγκαστούν να απαντήσουν σε …δυσάρεστες ερωτήσεις.

Εκτός λοιπόν από τους καναλάρχες, που μειώνεται η φορολογία τους, εκτός από τους δημοσιογράφους, που με χρήματα όλων μας επιβιώνει το τραυματισμένο (αλλά ταυτόχρονα ξεχωριστό, αντίθετα από τους υπόλοιπους από εμάς) ταμείο τους, ευνοημένοι βγαίνουν και οι αποτυχημένοι επιχειρηματίες του τύπου, που βλέπουν την ζημιές που προκάλεσαν (συνειδητά, ή μη) να μειώνονται και έτσι οι ίδιοι να γλυτώνουν από τον θυμό για τις ενέργειές τους.

Δεν είναι ένα, λοιπόν το δώρο. Δεν είναι καν τρία, γιατί ελοχεύει και ένα τέταρτο πρόβλημα – ίσως το πιο φρικτό απ’ όλα.

Και αυτό διότι κάνουν περισσότερο κακό, παρά καλό στην ευρύτερη έννοια και την ουσία της δημοσιογραφίας.

Ας το δούμε πιο ξεκάθαρα: Ενισχύει τους καναλάρχες, που θα βιώσουν σε μικρότερο βαθμό την πίεση που αισθανόμαστε εμείς οι υπόλοιποι, ενώ ταυτοχρόνως δεν την έζησαν καν επί πέντε ολόκληρα χρόνια χάρη σε ωμή κυβερνητική προστασία – με τα όποια ανταλλάγματα. Ενισχύει τους δημοσιογράφους, παρέχοντάς τους ένα δίχτυ ασφαλείας που οι υπόλοιποι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν, αλλά θα κληθούν να το πληρώσουν από τα χρήματα που θα πήγαιναν να τους βοηθήσουν. Ενισχύει τους κακούς επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι ασέλγησαν οικονομικά όχι μόνο στους εργαζόμενους, στις τράπεζες (και θυμηθείτε ποιος τα πληρώνει ΚΑΙ αυτά) και στα ταμεία – αλλά και στους όποιους τίμιους επιχειρηματίες του τύπου, οι οποίοι προσπαθούν να είναι αξιόλογοι και οικονομικά και δημοσιογραφικά (συχνά αυτά τα δύο συμβαδίζουν) σε μία αγορά που η λαμογιά δεν τιμωρείται ποτέ (σε έναν κλάδο που εκ του ρόλου του θα έπρεπε να είναι ελεγκτικός και καταγγελτικός, κατ’ αρχάς προς τον ίδιο του τον εαυτό).

Όλα αυτά, επιπλέον, αφήνουν ένα δικαιολογημένο αίσθημα υποψίας «ανταλλαγής». Η βασική ουσία της δημοσιογραφίας είναι να ελέγχει την ισχύ, το κράτος, την εξουσία – και, για τα επόμενα χρόνια, αυτή η διαδικασία ελέγχου μολύνεται με μία συνεχή πληρωμή, από τον ελεγχόμενο προς τον ελεγκτή του – κάτι που ακόμα και αν θεωρήσει κανείς ότι όλα αυτά γίνονται με τις καλύτερες των προθέσεων, είναι αδύνατο να μην ενοχληθεί και να θυμώσει με αυτήν την συναλλαγή.

Υποστηρίζω λοιπόν ότι έτσι κατ’ αρχάς δηλητηριάζεται η ίδια η δημοσιογραφία.

Για άλλη μία φορά, στους κυριότερους τομείς που την αποτελούν θα προσφερθεί φροντίδα και προστασία, με θυσίες και βάρη των υπολοίπων, χωρίς να απαιτηθεί όμως ταυτόχρονα η κάθαρση που απαιτείται για να μην ξαναφτάσουμε εκεί:

Ποτίζονται όλα στον κήπο του απαραίτητου και χρησιμότατου δέντρου της δημοσιογραφίας, μπας και σωθεί το φρούτο της – χωρίς να μπαίνει κανείς στον κόπο να αφαιρέσει ουσιαστικά τα ζιζάνια που όχι μόνο θα ποτιστούν μαζί του, μα και πιθανότατα θα αφαιμάξουν και την όποια πιθανότητα να καρποφορήσει κάτι ουσιαστικό τελικά.

~

Αυτός ο περιβόητος φόρος λοιπόν, έχει εξελιχθεί ταυτόχρονα σε ενοχλητικότατο καρκίνωμα, αλλά και σε εντυπωσιακή διαρκή αποκάλυψη της δυσκολίας, της αδυναμίας που έχουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις (άλλες λιγότερο, και δεν παραβλέπω ότι άλλες σαφώς περισσότερο) να «ξεκαθαρίσουν» ουσιαστικά τις παθογένειες του τύπου.

Και όπως έχω αναφερθεί και άλλες φορές στο παρελθόν, χωρίς καθαρό τύπο, χωρίς καθαρή δημοσιογραφία, δεν βλέπω καμία απολύτως πιθανότητα να έχουμε ούτε καθαρή δικαιοσύνη, ούτε καθαρή εξουσία.

Υ.Γ.: Παραλλήλως, και χωρίς να έχω γνώση γι’ αυτό, ο Θάνος Καμήλαλης έγραψε τα ίδια περίπου πράγματα για το θέμα, για λογαριασμό του ThePressProject (με περισσότερες δημοσιογραφικές πληροφορίες). Αξίζει να το διαβάσετε (και να ενισχύσετε το ThePressProject, επίσης)

Διαβάζω από την Αυγή:

* Στον ΣΚΑΪ επεβλήθησαν τρεις κυρώσεις, συνολικού ύψους 50.000 ευρώ για ισάριθμες παραβιάσεις της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας:

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα, πρακτική που απαγορεύεται από τον νόμο, για το δημοψήφισμα και για τις εκλογικές διαδικασίες. Ο νόμος επιτρέπει τη μετάδοση πολιτικών εκπομπών μέχρι ώρα 24.00 τα μεσάνυκτα της Παρασκευής, πριν την εκλογική διαδικασία της Κυριακής. Ο αντιπρόεδρος Ρ. Μορώνης μειοψήφισε, ζητώντας υψηλότερο πρόστιμο, ύψους 50.000 ευρώ.

– κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις και τα «στρογγυλά τραπέζια» που διοργάνωσε ο σταθμός. Το ΕΣΡ διαπίστωσε πολλαπλάσια παρουσία των υποστηρικτών του ΝΑΙ έναντι του ΟΧΙ.

– κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων του ΟΧΙ και του ΝΑΙ. Διαπιστώθηκε εκτενής κάλυψη της συγκέντρωσης του ΝΑΙ και μηδαμινή παρουσίαση του ΟΧΙ.

* Στο MEGA επεβλήθη κύρωση ύψους 20.000 ευρώ για επαναλαμβανόμενη προβολή δήλωσης -υπό μορφή “τρέιλερ”- του οικονομολόγου καθηγητή Ι. Τσαμουργκέλη, ο οποίος περιέγραφε τα δεινά που θα υποστεί η χώρα εάν πλειοψηφήσει το ΟΧΙ. Ο σταθμός ελέγχθηκε για παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

Εκκρεμεί ο έλεγχος του σταθμού για προσβολή προσωπικότητας ή άλλες παραβάσεις, κατά τη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης «γκάλπ» στο δρόμο, όπου δημοσιογράφος εμφανίζεται να απωθεί ηλικιωμένο από την κάμερα, όταν αντιλαμβάνεται ότι η γνώμη του- εννοείται υπερ του ΟΧΙ- δεν είναι της προτίμησης του σταθμού.

* Στον ΑΝΤ-1 κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

* Στο Εψιλον επεβλήθη κύρωση ύψους 15.000 ευρώ για μετάδοση πολιτικής εκπομπής στο απαγορευμένο διάστημα του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα.

Την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται η απόφαση για το STAR, καθώς όπως διαπιστώθηκε, μετέδωσε τη συγκέντρωση του ΝΑΙ 112 λεπτά και τη συγκέντρωση του ΟΧΙ μόλις 2 λεπτά.

Η απόφαση πάρθηκε με πλειοψηφία – ήτοι, 5 ψήφους υπέρ, 3 κατά (που ζητούσαν ως τιμωρία την απλή σύσταση)

Τα κανάλια κρίθηκαν ένοχα από το ΕΣΡ, που είναι ο αρμόδιος φορέας για να τα ελέγχει. Ένοχα για ποιον λόγο;

Μετάδοση πολιτικών εκπομπών στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου πριν το δημοψήφισμα (κάτι που απαγορεύεται από τον νόμο) – ανισομέρεια των δύο πλευρών στις συζητήσεις – ανισομέρεια στην παρουσίαση των προεκλογικών συγκεντρώσεων – παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος.

ξανά: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

Μην σταθείτε στο ΤΙ προώθησαν με αυτούς τους τρόπους τα κανάλια. Είναι εντελώς αδιάφορο (και το λέω όσο πιο εμφατικά μπορώ) προς ποια πλευρά κράτησαν αυτήν την στάση. Σημασία έχει ότι το έκαναν, και μάλιστα

ξανα: παραβίαση της νομοθεσίας που αφορά την πρόκληση πανικού και προσπάθεια χειραγώγησης του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος

παραβιάζοντας νόμους, με σκοπό να αλλάξουν την γνώμη των ψηφοφόρων, με κάθε τρόπο.

Και η τιμωρία τους;

10.000 ευρώ στο ένα κανάλι, 15.000 στο άλλο, 20.000 στο άλλο. Παραλίγο, αν περνούσε η απόφαση των τριών μελών, να τιμωρούνταν με …«απλή σύσταση»

Άγιο είχαμε δηλαδή.

~

Η δημοσιογραφία, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον, έχει μερικούς κανόνες – κυρίως επειδή έχει μία σημαντική δύναμη, μία σημαντική εξουσία πάνω στο κοινό της. Μπορεί να αλλάξει θέσεις, συνειδήσεις, μπορεί να επηρεάσει κρύβοντας ή παραποιώντας την ειδησεογραφία τις αποφάσεις του κόσμου ή να εξηγήσει στον κόσμο τι πραγματικά συμβαίνει – είναι, εν πολλοίς, σημαντικό το έργο της – ίσως το πιο σημαντικό, κυρίως σε καιρούς σαν αυτούς που ζούμε τώρα.

Ειδικά όμως σε περίοδο εκλογών ή δημοψηφισμάτων, όπου ο επηρεασμός είναι άμεσος, οι κανόνες έχουν μπει για να προστατεύεται η ίδια η υφή της δημοκρατίας, από όποιον θέλει, για τον δικό του λόγο, να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.

Δεν μπορώ λοιπόν να κατανοήσω πως, η καταδίκη για αυτές τις παραβάσεις, ανέρχεται σε τόσο ευτελές ποσό για τιμωρία. Μου φαίνεται εξοργιστικά αταίριαστη η σχέση ζημίας, και προστίμου.

Το τρομαχτικό, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, δεν είναι το αστείο ποσό – όσο είναι το μήνυμα που παρέχει στους παραβάτες:

«Είκοσι χιλιάδες ευρώ. Μπορείτε να επηρεάσετε εκλογές, μπορείτε να παραβείτε τους νόμους για την προστασία της δημοκρατίας μας, μπορείτε να εκμεταλλευτείτε την εμπιστοσύνη των πολιτών, αρκεί, στο τέλος, να πληρώσετε το πρόστιμο: Είκοσι χιλιάδες ευρώ»

Αν μία ενέργεια, όπως αυτή των καναλιών στο δημοψήφισμα (ξανά: ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ της θέσης που πήραν) ήταν επικίνδυνη για την δημοκρατία, το να τους τιμωρείς τόσο ελαφρά, τι είναι;

Γιατί να μην το ξανακάνουν, ακόμα και με άλλον ευνοούμενο, την επόμενη φορά;

Τι θα τους σταματήσει; Το …πρόστιμο των είκοσι χιλιάδων ευρώ;

Και πως θα προστατευτεί ο πολίτης από αυτούς που θέλουν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη; Τι ασφάλεια έχει, όταν οι έξι, επτά μεγαλύτερη σε ακροαματικότητα τηλεοπτικοί σταθμοί παραβιάζουν τον νόμο, και η τιμωρία είναι … ένα μηνιάτικο μεγαλοστελέχους;

Υπόψιν: Μπορώ να δεχθώ κάθε συζήτηση περί «αντικειμενικότητας» ή μη των μέσων. Μπορώ να κατανοήσω κάθε θέση που έστω με έναν κυνισμό τάσσεται κατά κάθε τέτοιας προσπάθειας να «οριοθετηθούν» τα μέσα.

Μα η βάση του προβλήματος, δεν είναι εδώ. Δεν συζητάμε για την ενοχή, ή μη. Δεν συζητάμε αν εγώ είμαι ρομαντικός, ή όχι με αυτά που αιτούμαι από τον Τύπο σήμερα. Τα μέσα κρίθηκαν ένοχα. Κρίθηκε ότι παραβίασαν, όντως, τον νόμο – και μάλιστα στην χειρότερη δυνατόν στιγμή, στην κορυφαία συγκυρία που θα έπρεπε να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων.

Και μετά, τους εξήγησαν με αυτήν την «τιμωρία», με τον απλούστερο δυνατόν τρόπο, ότι «Δεν πειράζει. Δεν είναι αρκετά σημαντικό. Η τιμωρία σας, θα είναι ένα χάδι».

Φοβάμαι λοιπόν ότι, το μεγαλύτερο έγκλημα εδώ, είναι η ίδια η τιμωρία.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του σαββατοκύριακου. Ηταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Οτι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.

Αυτά έλεγα τότε, τις ίδιες ημέρες, το 2008. Προσπαθώντας να δω αν άλλαξε κάτι, απογοητεύομαι περισσότερο.

Όχι μόνο ξεχάσαμε, αλλά αποδείξαμε με τις πράξεις μας ότι προσθέτουμε βάρος στην ταφόπλακα κάθε ελπίδας για καλύτερες ημέρες.

Έκτοτε, από το 2008, ζήσαμε πολλά:

Ζήσαμε μνημόνια, και εντολές ξένων για το πως θα νομοθετήσουμε, και ποιος θα κυβερνήσει την χώρα μας (ακόμα και μη εκλεγμένοι),

Ζήσαμε υπεύθυνους για την κρίση, να μας κάνουν συνυπεύθυνους με τα «όλοι μαζί τα φάγαμε»,

Ζήσαμε άφθονη, ατιμώρητη αστυνομική και κρατική βία – όχι μόνο προς διαδηλωτές, αλλά και προς κάθε ταλαιπωρημένο που βρέθηκε στον δρόμο τους,

Είδαμε αθώους συμπολίτες μας να φτωχαίνουν, να ζουν με τα ελάχιστα, να ζουν με τα σκουπίδια – ή να καίγονται όπως το κοριτσάκι στην Θεσσαλονίκη, ή φέτος το παιδάκι με το κερί στην Λάρισα,

Είδαμε ένα κράτος να αναγάγει την φορολογία σε κύριο επάγγελμά του, ως «λύση» για όλα τα οικονομικά δεινά που μας βρήκαν,

Είδαμε κόμματα που υπόσχονταν αξιοπρέπεια – και έβγαιναν χάρη σ’ αυτήν την υπόσχεση – να πιάνονται χέρι-χέρι με Καμμένους και Νικολόπουλους, να λένε «αυτά τα λέγαμε πριν», να λυγίζουν μπροστά στην αδυναμία να τηρήσουν την υπόσχεσή τους,

Είδαμε το τρίγωνο τράπεζες – μέσα μαζικής ενημέρωσης – κόμματα να συνεχίζουν το έργο της αλληλοκάλυψης με κάθε τρόπο, κυρίως με σημαία το «too big to fail»,

Είδαμε από την μία τα κόμματα, να βγαίνουν με ψέματα, με Ζάπεια και Θεσσαλονίκες, με υποσχέσεις για τα δημοψηφίσματα, και να αυτοαναιρούνται αμέσως μετά, ή ακόμα και κόμματα υπερχρεωμένα και διαπλεκόμενα, να επιμένουν να «ξεκαθαρίσουν» την δική μας οικονομία,

Είδαμε επιχειρήσεις που στο παρελθόν εκμεταλλεύτηκαν φωτογραφικούς νόμους και τα στραβά μάτια του κράτους, όχι μόνο να παραμένουν αλώβητες, αλλά να συνεχίζουν να συναγελάζονται με το δημόσιο και τις κυβερνήσεις, σαν να μην έγινε τίποτα,

Είδαμε τις τράπεζες να καταρρέουν, και ουδείς, ούτε οι άρχοντές τους, ούτε οι εποπτικές αρχές, να οδηγούνται σε μία διαδικασία απόδοσης ευθυνών,

Είδαμε τις δήθεν ελπίδες μίας πιστωτικής ζωής να συντρίβονται, την δανεική καλοπέραση των πιο διαπλεκομένων εξ ημών να διαλύεται, και ο λογαριασμός όλων μας να έχει μόνο τιμή – μα όχι λογιστικό έλεγχο,

Είδαμε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, εφημερίδες και κανάλια, να λένε ψέματα, να λασπολογούν, να πασχίζουν να αλλάξουν την πραγματικότητά μας καταπώς τους βολεύει, βουτηγμένα και αυτά στα χρέη να νουθετούν για τον καλύτερο πολιτικό σωτήρα της επιλογής τους,

Είδαμε ανθρώπους να ζουν σε βρώμικες σκηνές ή να πνίγονται σε φουρτουνιασμένες θάλασσες, να φυλακίζονται στην χώρα μας χωρίς κανέναν λόγο – μόνο και μόνο γιατί πάλεψαν να ξεφύγουν από έναν πόλεμο, και εμείς να μην τους παρέχουμε καν τα αυτονόητα, να τους δίνουμε «αμφίβολη ποιότητα-ποσότητα νερού και φαγητού», να τους αφήνουμε να κρυώνουν ή να πεθαίνουν σε μία πλαστική σκηνή, στο χιόνι ή σε μολυσμένες αποθήκες που βαφτίσαμε «καμπ»,

Να αφήνουμε μικρά παιδιά να κινδυνεύουν από σεξουαλική κακοποίηση, αδιάφοροι,

Είδαμε πολιτικούς να μην ευθύνονται για ένα τεράστιο χρέος των διακυβερνήσεων τους,

Είδαμε απίστευτη υποκρισία, σε όλους τους πολιτικούς χώρους, όπου αυτό που κατηγορούσαν εχθές γίνεται απαραίτητο σήμερα, και αυτό που ήταν απαραίτητο εχθές, σήμερα να είναι απεχθές,

Είδαμε την Ευρώπη όχι μόνο να αδιαφορεί, αλλά να επιμένει σε ακόμα μεγαλύτερη λιτότητα, για να σώσει μεταξύ άλλων και το δικό της τομάρι,

Είδαμε μία Ευρώπη που κλείνει, σε κάθε ευκαιρία, τις πόρτες της σε όσους έχουν ανάγκη, και συνδιαλέγεται με γείτονες – δικτάτορες – εκβιαστές αρκεί να μην αντιμετωπίσει το ζήτημα της μετανάστευσης,

Είδαμε, εκτός από την Ευρώπη, και εδώ στην Ελλάδα οι γνήσιοι λάτρεις του ναζισμού και των κρεματορίων να αναλαμβάνουν «πολιτικό ρόλο», να αποδέχονται «πολιτική ευθύνη» για δολοφονίες και επιθέσεις με μολότοφ σε οικογένειες για να αποκομίσουν την ψήφο του κάθε εν δυνάμει ακροδεξιού φασίστα που εκτονώθηκε.

~

Είδαμε τόσα, τόσα πολλά πράγματα.

Φτάνουν τα λίγα καλά;

Το μόνο που μπορώ να σκεφτώ είναι η αλληλεγγύη, των απλών ανθρώπων, του ανώνυμου γείτονά μας, -κόντρα σε κάθε στυγνή λογική, κόντρα σε κάθε φασιστική διαταγή- με όποιον τρόπο μπορούσε, σ’ αυτόν που είχε ανάγκη.

Αρκεί αυτό;

~

Η πεποίθησή μου ήταν, και είναι ακόμα, ότι είχαμε μία οφειλή να ξεπληρώσουμε τον Δεκέμβρη του 2008. Ως οι πολίτες που καθόρισαν, με την ανοχή και την εντολή μας, μία απίστευτα μεγάλη φούσκα ψεύτικων ονείρων, ψεύτικων θεών, ψεύτικης ελπίδας και προτεραιοτήτων, μας δόθηκε μία μοναδική ευκαιρία να προβούμε σε μία κρίση αυτογνωσίας, να γίνει ανάγκη η ειλικρίνεια, να δούμε που κάναμε λάθος, και πως, αληθινά, μπορούμε να το διορθώσουμε.

Να εξηγήσουμε, σ’ αυτήν την νέα γενιά που δολοφονήσαμε σε ένα πεζόδρομο στα Εξάρχεια, ότι έχουμε καταλάβει που έχουμε ευθύνη, και είμαστε πρόθυμοι να διορθώσουμε.

Αντ’ αυτού, από το 2008 και μέχρι σήμερα, κεράσαμε και κεραστήκαμε ψέμα, δολοπλοκίες, υποκρισία και εξαπάτηση. Μόνο εκ των συνθηκών στερηθήκαμε και άλλες πιστωτικές ζωές – αν και, σε μεγαλύτερο επίπεδο, δεν το χάσαμε ούτε καν αυτό το ψέμα.

Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός, δεν είναι απέναντι σε έναν αστυνομικό που πυροβόλησε, ένα βράδυ, επειδή πίστευε ότι μπορούσε να το κάνει ατιμώρητος. Συνεχίζω να πιστεύω ότι ο θυμός είναι απέναντι σε εμάς, που δεν μας ένοιαζε καθόλου, πραγματικά, η συνέπεια των πράξεών μας.

Ελπίζω, ειλικρινά, όσοι διαμαρτυρηθούν δια της βίας, τότε, τώρα, και για πάντα για αυτήν την στάση μας, να κάνουν λάθος. Ελπίζω, ειλικρινά, να μην είναι αυτή η διαδικασία που αλλάζουν τα πράγματα.

– γιατί τα πράγματα θα αλλάξουν.

Ελπίζω μόνο, να επικρατήσει η λογική στους αποδέκτες του θυμού, σε εμάς, και να δούμε, ο καθένας μας και όλοι μαζί, τα δικά μας λάθη, να επαναπροδιορίσουμε τις αξίες μας, να ξαναδούμε τις προτεραιότητές μας, να αποδεχθούμε τα λάθη μας.

Δεν έχουν να κάνουν με έναν αθώο δεκαπεντάχρονο τα γεγονότα του 2008, ή τα σημερινά. Ήταν η αφορμή, όχι η αιτία.

Ότι θα ξεχάσουμε είναι η αιτία.