Πήγαν όλα άνω κάτω τούτες τις μέρες, καθώς η Παπαχρήστου, διάσημη για την αποβολή της από την ΔΟΕ για το περίφημο tweet με τα κουνούπια και τους αφρικανούς, κέρδισε ένα χρυσό στο τριπλούν του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος αγώνων στίβου του Βερολίνου.

Και, εντελώς φυσικά, όλα ανακατεύτηκαν με την υπέροχη ζαλάδα που ήταν ευνόητο ότι θα επακολουθούσε:

Ο κόσμος που δεν γουστάρει τους Χίτες δεν γούσταρε καθόλου την επιτυχία της, ο κόσμος που έτσι και αλλιώς νιώθε την ανάγκη να πανηγυρίζει τις εθνικές επιτυχίες (ακόμα και αν είναι από τον Καχιασβίλι ή τον Δήμα) είτε μπλόκαρε με την όλη φάση, είτε πανηγύρισε, κάποιοι πανηγύρισαν επειδή ακριβώς έχει εκφράσει ένα ακροδεξιό προφίλ, ο Τσίπρας ως πρωθυπουργός συνεχάρη (και μάλιστα «θερμά») μαζί με τους άλλους πολιτικούς αρχηγούς την κάτοχο του χρυσού, του τα χωσαν γιατί δεν έπρεπε να δώσει συγχαρητήρια στην χρυσαυγίτισσα, μύλος.

Μύλος.

Να χαρείς επειδή το πήρε ελληνίδα; Να μην χαρείς επειδή το πήρε χρυσαυγίτισσα; Να χαρείς και ας είναι χρυσαυγίτισσα; Να μην το προσμετρήσεις; Τι είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα;

~

Όλο αυτό, κατά το ταπεινό μου το μυαλό, που μπορεί κάλλιστα να κάνει και λάθος και στο λέω εξ αρχής για να μην παρεξηγηθούμε, νομίζω ότι έχει να κάνει με μία βασική παραδοχή.

Άκου πως το βλέπω.

Ο φασισμός, ο ναζισμός, ο ρατσισμός – όλα αυτά σε γενικές γραμμές έχουν να κάνουν με το τι θέση νιώθει ότι έχει ο καθένας απέναντι στον διπλανό του. Είναι μία προσπάθεια να σταθεί σε μία κοινωνία – μπορεί να το κάνει αποδεχόμενος τις διαφορές των διπλανών του (άλλο φύλο, άλλη θρησκεία, άλλο χρώμα, άλλη πατρίδα) και ορίζοντας μία ατομική ευθύνη για τις πράξεις του καθενός – ή θεωρώντας ότι οι απολύτως βέβαιες διαφορές αυτές ανάμεσα στους ανθρώπους ορίζουν και την συμπεριφορά ή/και την θέση τους (και συνήθως αυτό του δίνει δικαίωμα δια της βίας να «αμυνθεί» έναντι αυτών).

Τι προσπαθώ να πω μ’ αυτό; Ότι αυτή η συμπεριφορά δεν σε κάνει λιγότερο ικανό.

Μπορεί να τρέξεις περισσότερο από τους άλλους, ή να ζωγραφίσεις υπέροχα, ή να έχεις την πιο γλυκιά φωνή που βγήκε από ανθρώπου λαρύγγι, ή να γίνεις ο νέος Στήβεν Χώκινγκ – και πάλι να είσαι ρατσιστής.

Είναι (σε μένα, και ξαναλέω, μπορεί να κάνω λάθος, δεν ξέρω) απολύτως σαφές ότι ένας άνθρωπος μπορεί να πετύχει στην ζωή του, μπορεί (κρατήσου) να κάνει την διαφορά και στις δικές μας τις ζωές με τις επιτυχίες του, ακόμα και αν έχει στην καρδιά του το μίσος ή φόβο για τον συνάνθρωπό του.

Αν είναι όντως έτσι – τι κάνουμε απέναντι σ’ αυτό; Ως κοινωνία λέω, όχι ο καθένας ατομικά. Ο καθένας, μπορεί να σιχαθεί ο,τι αφορά τον Σφακιανάκη πχ για τις ιδέες του, ή να ακούσει τα τραγούδια του προσπαθώντας να ξεχάσει ποιος είναι και τι λέει, ή να λατρέψει τον ίδιο και την μουσική του ακριβώς γι’ αυτά που λέει – δεν μιλάω γι’ αυτό:

Ο καθένας έχει κριτήριο, αλλά συνολικά, ως κοινωνία, τι κάνουμε;

Γιατί αν μπούμε σ’ αυτό το τριπάκι, πρέπει να αποφασίσουμε αν η κοσμοθεωρία του είναι μέρος της επιτυχίας του. Αν η ταχύτητά του, ή η μουσική του ικανότητα, ή οι καλλιτεχνικές του ανησυχίες, ή το λαμπρό μαθηματικό του μυαλό, συνδέονται με την (προσωπικά, θεωρώ σιχαμένη, αλλά για την κουβέντα ας το δούμε αποστασιοποιημένα για να συνεννοηθούμε) θέση του για τον συνάνθρωπό του.

Αν πούμε πως ναι, θεωρώ πως αν ως κοινωνία όντως εξοβελίζουμε αυτές τις θέσεις, θα πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι: πρώτα να βλέπουμε τις πεποιθήσεις κάποιου, και μετά θα δούμε την όποια επιτυχία του. Αν πούμε πως όχι, τότε θα δούμε και θα κρίνουμε την επιτυχία, και μετά θα κάνουμε το ίδιο (ξαναλέω, ως κοινωνία) στις θέσεις του.

Δεν έχω προφανή απάντηση. Προσωπικά, τείνω στο δεύτερο, καθώς σε ατομικό επίπεδο προσπαθώ να κρίνω τους ανθρώπους με βάση τις πράξεις τους, ήτοι άλλο το μετάλλιο, άλλο οι απόψεις.

Θα μου φαινόταν πολύ δύσκολο, και άδικο ίσως, να πρέπει να κάνω στον καθένα μία αποκρυπτογράφιση των θέσεών του πριν τον συγχαρώ για ένα μετάλλιο. Και καλά, στο μετάλλιο ή στην Παπαχρήστου τα πράγματα είναι εύκολα: αν όμως βρει ένας δηλωμένος ρατσιστής ένα αποτελεσματικό, σωτήριο φάρμακο για τον καρκίνο, θα αρνηθώ να το διανείμω στους ασθενείς μου επειδή ο εμπνευστής του είναι ρατσιστής;

Απο την άλλη, τον άνθρωπο που χειροκροτεί τα ματωμένα χέρια ενός Μιχαλολιάκου ή ενός Κασιδιάρη, ή του στρατού του, ή ανεβάζει πιστόλια με το Μολών Λαβέ – να τον χειροκροτάω κι εγώ (ως κοινωνία) για την επιτυχία του; Γίνεται; Δύσκολο.

~

Αν έχει νόημα να καταλήξουμε κάπου, ας σκεφτούμε αυτό: ο ρατσισμός βρίσκεται σε άνθιση. Χώρες ολόκληρες αφήνονται στα χέρια μισαλλόδοξων, οι άνθρωποι κάνουν όλο και πιο εύκολα δεκτό να μισεί ο καθένας τον διαφορετικό διπλανό τους, η θέση αυτή γίνεται όλο και περισσότερο mainstream και αποδεκτή.

Είναι θεωρώ μοιραίο πως ανάμεσά τους θα βρεθούν και άνθρωποι που έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία να προβάλλουμε. Όχι μόνο αθλητές, που εκεί η όποια αντίδραση είναι εύκολη, αλλά και σε άλλους τομείς, ασφαλώς πιο ευαίσθητους.

Αν ως κοινωνία δεν παλέψουμε απέναντι στην βάση του προβλήματος, την μισαλλοδοξία, τότε όσο ασχολούμαστε με τους εκφραστές του, θα μας δίνεται πάντα ένα πεδίο να χάσουμε: Στους «Μωλόν λαβαί αίληνες» όπως αρεσκόμαστε να τους τοποθετούμε εμείς οι απέναντι – θα βρίσκεται πάντα κάποιος φίλα προσκείμενος στο ναζιστικό ιδεώδες καθηγητής πανεπιστημίου να μας χαλάσει το αφήγημα.

Ήτοι, και αυτό μοιάζει το πιο δύσκολο απ’ όλα: Η κοινωνία μας δεν έχει πάρει ακόμα σαφή, ξεκάθαρη θέση στον σεβασμό του διαφορετικού – και του συνάνθρωπού μας εν γένει, ούτε καν στα απλά, πολλώ δε μάλλον στα πολύπλοκα: Ακόμα κερδίζουμε από οικονομικούς σκλάβους σε φτωχές χώρες, ακόμα συναναστρεφόμαστε με απολυταρχικά καθεστώτα που μας δίνουν απλόχερα το πετρέλαιό τους, ακόμα ικανοποιούνται θεοκρατικές αντιλήψεις για το σώμα της γυναίκας ή τους ομοφυλόφιλους με σκοπό την αποδοχή των ψήφων των συντηρητικότερων στρωμάτων.

(Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι πρέπει να περιμένουν τα ανθρώπινα δικαιώματα «να γίνει ο καιρός κατάλληλος» – αλλά αυτή είναι η δική μου γνώμη, αυτήν την βαρύτητα δώστε της)

Το σίγουρο είναι ότι, για τον ένα ή τον άλλον λόγο, όσο δεν ξεκαθαρίζουμε οι ίδιοι, ως κοινωνία, τι είναι σημαντικό, πάντα κάποιος θα φέρνει ένα ναζί μετάλλιο αριστείας και θα μας βραχυκυκλώνει.

Το Δημόσιο που ακόμα και τώρα ΑΡΝΕΙΤΑΙ να καταλάβει.

Αν όντως αυτό το χαρτί ισχύει, και δεν αλλάξει σε 10 λεπτά, είναι τα δικαιολογητικά που χρειάζονται για όποιον είχε σπίτι στα καμμένα, και χρειάζεται το επίδομα για να σταθεί στα πόδια του.

Δέχομαι απολύτως την προσπάθεια να μην «χαριστούν» επιδόματα αδικαιολόγητα όπως (πιθανώς) έγινε στο παρελθόν, και σέβομαι την προσπάθεια τα λεφτά να πάνε εκεί που πρέπει, και μόνο εκεί.

ΟΜΩΣ.

Από τα δέκα δικαιολογητικά, τα 7 τα ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ. Ήδη. Τα έχει. Δικά του είναι. Τα φυλάει, στα συρτάρια του. Τα πρωτότυπα.

Το μόνο που θα χρειαζόταν θα ήταν μία ομάδα δημοσίων υπαλλήλων να αναλάβει, για κάθε έναν που εμφανίζεται με την ταυτότητά του εκεί (ακόμα και αυτό δεν χρειάζεται, θα μπορούσε να γίνει ΑΥΤΟΜΑΤΑ για όσους έμειναν εκεί, ή έστω αυτόματα για όσους οι ομάδες έρευνας και ελέγχου έχουν πιστοποιήσει την διεύθυνση και την κατάσταση του καμένου σπιτιού) να αναλάβει να συγκεντρώσει τα έγγραφα και τα δικαιολογητικά για λογαριασμό των δικαιούχων.

Μόνο του, το δημόσιο. Αυτόματα.

Το φαντάζεστε;

Να έρθει ένα SMS και να πει:

«Για εσάς που μένατε σ’ αυτήν την διεύθυνση, λυπούμαστε πολυ για την ζημιά σας, έχει κατατεθεί αυτόματα το ποσό του βοηθήματος στον λογαριασμό σας».

Είναι αδύνατο; Όχι, δεν είναι. Πως το ξέρω;

ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΑ ΤΑ ΕΧΕΙ ΗΔΗ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ!

Το μόνο που ζητείται από τον αιτούντα είναι να πάει ΜΟΝΟΣ του να τα ζητήσει.

Δεν λέω να γίνεται κάθε φορά (ασφαλώς και το λέω, αλλά τέλος πάντων) αλλά ειδικά τώρα, που αυτοί οι άνθρωποι έχουν ΑΛΛΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ, μια επείγουσα, πρωτότυπη, ουσιαστική βοήθεια θα ήταν καλοδεχούμενη.

Γιατί μέχρι να πηγαίνεις στο δημόσιο και να τσεκάρουν με δακτυλικά αποτυπώματα ή με τον οφθαλμό σου ότι είσαι όντως εσύ που τα αιτήσε όλα αυτά, όταν ήδη δεν έχεις ταυτότητα, το μόνο που ζητείται είναι να …τρέξεις αυτοπροσώπως από διεύθυνση σε διεύθυνση, από κτήριο σε κτήριο, και από όροφο σε όροφο.

Για καψόνι. Για κανέναν άλλον λόγο.

Μπορούμε, για μία φορά, για αλλαγή, για έκπληξη ρε αδελφέ, μπορούμε να δούμε τα πράγματα ΛΙΓΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ;

(Δεν ξέρω πολλά από δημόσιο, αν κάπου έχω λάθος, τα σχόλια ανοικτά, με διορθώνετε)

Ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση είναι όλων μας. Και αυτών που την ψήφισαν, και αυτών που δεν την ψήφισαν, και αυτών που δεν ψήφισαν καν. Αυτό το λέω χρόνια, γιατί υπάρχει δυστυχώς παραμένει επίκαιρο – αν και θα έπρεπε να είναι σαφές.

Ανεξαρτήτως ομως και ποιος είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση σε μία τραγωδία οφείλει να είναι όλων μας, επίσης: Να, πχ, τώρα, οφείλει να είναι και των ιδιοκτητών που κάηκαν τα σπίτια τους, και των συγγενών ή φίλων των νεκρών, και αυτών που γλύτωσαν στο τσακ στις παρακείμενες περιοχές, και όσων είδαν το δράμα από την τηλεόραση.

Επίσης αυτονόητο, επίσης δεν είναι.

Τρεις φορές, από (τουλάχιστον) τρία κορυφαία χείλη άκουσα ότι θα δοθεί προτεραιότητα να γκρεμιστούν τα αυθαίρετα στις πληγείσες (και όχι μόνο, αλλά δεν ήταν σαφές) περιοχές. Τέσσερις ημέρες μετά την τρομερή καταστροφή. Τέσσερις ημέρες μετά.

Κατ’ αρχάς, για να είμαστε ok και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, δεν έχω αυθαίρετο στο Μάτι. Και να είχα όμως, τα ίδια θα έλεγα.

Ας δούμε λοιπόν τι πετυχαίνει κανείς μ’ αυτήν την δήλωση: Ας πούμε, επειδή υπάρχει όντως θέμα αυθαιρεσίας, κάποιοι θα πουν σ’ αυτούς που κάηκαν τα σπίτια τους «καλά να πάθετε». Και επειδή δεν υπάρχει μέτρο, δεν θα πουν μόνο σ’ αυτούς που έχουν αυθαίρετο, θα πουν σε όλους εκεί «καλά να πάθετε». Είναι χρήσιμο αυτήν την στιγμή; Σε κανέναν. Είναι άχρηστη η πληροφορία. Γιατί; Γιατί τα αυθαίρετα δεν εξάπλωσαν την φωτιά. Το κτίσμα δεν την εξαπλώνει όταν παίρνει την θέση του δάσους (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, φιάλες υγραερίων κλπ), ίσως μάλιστα και να την σταματά – αν είναι αντιπυρικά χτισμένο. Το αυθαίρετο ή μη, θυμίζει λίγο μεταναστευτικό – έχει να κάνει με το αν έχεις χαρτιά, ή αν δεν έχεις χαρτιά – αλλιώς είναι ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΤΙΣΜΑ, από ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, και έχει ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ σε μία πυρκαγιά. Η κύρια διαφορά, είναι τα ΛΕΦΤΑ. Τα λεφτά, που, εκατοντάδες χρόνια τώρα, οι κυβερνήσεις παίρνουν, για να ορίσουν ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ από αυθαίρετα, σε νόμιμα. Διαρκές έγκλημα που έκαναν και οι προηγούμενες, αλλά και η παρούσα που κρύβεται πίσω από τα αυθαίρετα.

Επίσης, το να έχει κανείς αυθαίρετο – δεν του στερεί την ζωή. Δεν μπορεί να κάνεις επιλογή «δεν έχεις αυθαίρετο, στην σβήνω την φωτιά» πχ, «έχεις, σβήσε την μόνος σου». Ένας επιπλέον λόγος (πλην της κοινής λογικής) είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ, κανονικά (εξ όσων γνωρίζω, όπως προείπα δεν έχω σπίτι τέτοιο) φόρους – όπως ΕΝΦΙΑ. Γιατί να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ για ένα σπίτι που, όταν καεί, του λένε «δεν έπρεπε να το έχεις»; Τι άλλο δηλαδή καλύπτει ο φόρος τους; Το ..δικαίωμα να να τους καεί το σπίτι;

Τέλος, τα αυφαίρετα σπίτια, δεν είναι πρόβλημα που παρέλαβε η κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2018. Αντιθέτως, όπως είδαμε, με αντίτιμο 30 αργύρια, προσπάθησε τα ΙΔΙΑ σπίτια (όπως ήταν, αντιπυρικά, επικίνδυνα, λάθος χτισμένα, με δρόμο, χωρίς, με πεζοδρόμιο, χωρίς, με δέντρα μέσα στις αυλές γιατί δεν επιτρεπόταν το κόψιμο τους – γιατί ήταν δάσος, duh) να τα νομιμοποιήσει. Αν ήταν πραγματικά θυμωμένη η κυβέρνηση με τα αυθαίρετα, θα έπρεπε, 2015 να ξεκινήσει τον έλεγχό τους:

Και όταν λέω έλεγχος, δεν εννοώ ούτε γκρέμισμα, ούτε …νομιμοποίηση μετά ποσού: λέω έ-λεγ-χος ώστε να παραμένουν αντιπυρικά, να έχουν δρόμους (και πεζοδρόμια) αρκετά για δύο, τρεις λωρίδες αυτοκινήτων, ή ο,τι άλλη διαδικασία θα έκανε την παρουσία τους εκεί ασφαλή κατά τους ειδικούς. Εγώ δεν είμαι ειδικός, αυτοί ξέρουν: Οτιδήποτε δεν θα έδινε δικαιολογία σε μία κυβέρνηση να φταίει κάποιος άλλος σε μία καταστροφή.

Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.

Πέραν αυτών, που όπως είπαμε είναι η κοινή λογική σε μία εντελώς παράταιρη και άστοχη χρονικά διαδικασία ανόητης απόδοσης ευθυνών υπάρχει και μία σημαντική παράμετρος:

Δεν εμπόδισαν τα αυθαίρετα να μην επικοινωνηθεί η ζημιά.

Βλέπεις, η γνώμη μου είναι ότι καταστροφές συμβαίνουν. Άλλες φορές, μπορούσαμε να τις αποφύγουμε, πχ αν δεν χτίζαμε στα ρέματα. Άλλες φορές δεν μπορούσαμε – ίσως αυτή ήταν μία από αυτές. Πολύ δυνατός άνεμος, λάθος φορά, μία φωτιά κάπου, ελάχιστος χρόνος και αδυναμία πυρόσβεσης.

Όλα αυτά όμως, είτε με αυθαίρετα είτε χωρίς, είτε με αέρα είτε χωρίς, είτε με προβλήματα είτε χωρίς, είτε με μνημόνια είτε χωρίς, δεν θα έπρεπε να εμποδίσουν έναν κρατικό, μηχανισμό να ενεργοποιηθεί και να επικοινωνήσει το πρόβλημα: «Υπάρχει φωτιά εκεί, κατευθύνεται προς τα εκεί, διόδους διαφυγής θα βρείτε εκεί, θα σας περιμένουν αστυνομικοί να σας δείξουν τον δρόμο»

Δεν λέω ότι είναι απλό, ή είναι δύσκολο: λέω ότι είναι ευθύνη, κάθε ελαχίστως οργανωμένης κοινωνίας να παρέχει στους πολίτες της την πληροφορία που χρειάζονται για να σωθούν σε μία επικείμενη καταστροφή: Έναν σεισμό, μία πλημμύρα, μία πυρκαγιά. Με SMS, με μία ντουντούκα, με ραδιόφωνο, με τηλεόραση, με internet – με οτιδήποτε χρειαστεί, ώστε να φτάσει το μήνυμα σε όλους.

Και τούτη η χώρα, και σεισμούς έχει, και πλημμύρες έχει, και φωτιές έχει. Δεν τις λείπουν λόγοι να έχει σχέδιο ενημέρωσης.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται ότι είχε ευθύνη πρωτίστως εκείνη την στιγμή, απέναντι σε ανθρώπους, απέναντι στους τουλάχιστον 87 νεκρούς, στους δεκάδες αγνοούμενους, και στους ασθενείς που ακόμα δίνουν μάχη για την ζωή τους στα νοσοκομεία να τους βοηθήσει σε μία δύσκολη στιγμή που βρέθηκαν – αλλά η πρώτη διόρθωση που προαναγγέλλει είναι απέναντι σε κτήρια, το πρόβλημα δεν θα διορθωθεί ποτέ.

Και το ζητούμενο, από οποιαδήποτε κυβέρνηση, φτιαγμένη από οποιοδήποτε κόμμα εξουσίας, είναι να διορθώσει τα προβλήματα. Είτε τα προκαλεί η ίδια, είτε τα παρέλαβε από το αμαρτωλό παρελθόν η ευθύνη της είναι να τα διορθώσει.

Αλλιώς, είναι επιζήμια. Και αν αυτό δεν το καταλαβαίνει (θα έπρεπε να) αποτελεί πρόβλημα.

Υ.Γ.: Άκουσα για πολιτικές ευθύνες. Πολιτικές ευθύνες χωρίς παραίτηση, δεν νοούνται. Αν πιστεύουν ότι σωστά έπραξαν, ότι ήταν αδύνατο να εμποδίσουν έστω και έναν θάνατο από αυτούς, ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν: εκλογές, να αντιπαραθέσουν όλοι τα επιχειρήματά τους, και ας κρίνει ο πολίτης αν έγιναν σωστά. Όλα τα άλλα, είναι καθρεφτάκια. Και δεν χρειαζόμαστε άλλες «ξύπνιες» κυβερνήσεις που να μας βλέπουν ως ιθαγενείς σε μία ζούγκλα. Ας απολαύσουμε, έστω και μία φορά, να μας μιλήσουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια.

Υ.Γ.: Με νεκρούς, το έχω ξαναπεί και στο παρελθόν, θα έπρεπε να ασχοληθεί η εισαγγελία. Και αν υπάρχουν ευθύνες, που πιστεύω ότι υπάρχουν, να είναι και ποινικές. Σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, με οποιοδήποτε κόμμα, για οποιοδήποτε πρόσωπο.

Υ.Γ.: Είχα συζήτηση (εκτός δικτύου) με φίλους στους οποίους παρέθεσα τις απόψεις μου. Μου είπαν για κτισμένα και καταπατηθέντα που είναι επικίνδυνα, που κλείνουν διαδρομές εξόδου, διαδρομές προς την θάλασσα ή την παραλία – όχι μόνο για περιπτώσεις κινδύνου, όπως τώρα, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες ημέρες, που μιλάμε για την απλή, καθημερινή, ψυχαγωγία του κόσμου. Ξαναδιάβασα μετά το κείμενό μου, και σε περίπτωση που δεν είμαι σαφής στην τοποθέτησή μου, επισημαίνω: «Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.» Ελπίζω να παραμένω σαφής.

Δύο ανθρώπους πέταξαν στην θάλασσα στην Θεσσαλονίκη, γιατί τους έβλεπαν να πηγαίνουν προς την συγκέντρωση του Thessaloniki Pride, τις προηγούμενες ημέρες.

Αυτό που έχω εισπράξει κυρίως μέχρι τώρα, είναι γέλια, ειρωνεία – ένα γενικό «καλά τους έκαναν».

Εγώ πάλι, το μόνο που θυμάμαι, ήταν αυτό:

Οι νεαροί φωνάζουν και γελούν, ενώ τους φωνάζει ότι πονά και τους λέει να τον αφήσουν. Οι συμφοιτητές του ωστόσο δεν τον ακούν, αντιθέτως ξεσπούν σε γέλια και συνεχίζουν το “παιχνίδι” τους εναντίον του 20χρονου. Ο νεαρός αν και φωνάζει ότι πονάει, προσποιείται κάποια στιγμή ότι γελάει ίσως σε μια προσπάθεια να τους πείσει να τον αφήσουν.

Εμφανίζεται αμήχανος. Λέει πως δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα πόδια ούτε τα χέρια του. «Αφήστε με. Πονάω», παρακαλάει αλλά εκείνοι γελούν και δεν τον ακούν.

Ένας μυώδης νεαρός τον πιάνει κεφαλοκλείδωμα. Τον σηκώνει από το κρεβάτι και με δύναμη τον ξαπλώνει ξανά κάτω πιέζοντας με βία το κεφάλι του. Ο 20χρονος μοιάζει παραδομένος. Σαν να περιμένει μοιρολατρικά να τελειώσουν το “παιχνίδι” τους και να τον αφήσουν ελεύθερο.

Κάποια στιγμή ένας από τους νεαρούς ακούγεται να λέει «φτάνει. Αφήστε τον τώρα«. Λίγο μετά το μαρτύριο τελειώνει. Οι νεαροί, μαζί και εκείνος που τραβάει το βίντεο βγαίνουν από το δωμάτιο.

Αυτό, και δίκαια, το ονομάσαμε bullying και το καταδικάσαμε. Δεν είχε ούτε πλάκα, ούτε «καλά του έκαναν».

Αυτό, επίσης, μπορεί να μην το καταδικάσαμε όσο έπρεπε (ελάχιστες οι αναφορές, ελάχιστες και οι καταδίκες) αλλά τουλάχιστον μας τρόμαξε, μας ανησύχησε – το λιγότερο, δεν θα έμπαινε κανείς στην προσπάθεια να το ρίξει στην …πλάκα.

Τι αλλάζει;

Δύο άνθρωποι περπατούν στην παραλία Θεσσαλονίκης, και χωρίς κανέναν λόγο, δέχονται επίθεση και τους πετούν στην θάλασσα.

Έπρεπε να μην ξέρει κάποιος κολύμπι, πχ, και να πνιγεί για να γίνει σημαντικό και άξιο καταδίκης;

Αλλιώς είναι πλάκα, ειρωνεία, και ένα ατιμώρητο «καλά τους έκαναν» και καθαρίσαμε;

Να τα μας πάλι για την θέση… Για «αποστασία» μιλούν οι ΑΝΕΛ μετά την ανεξαρτητοποίηση Λαζαρίδη, και ο εκπρόσωπός τους τον καλεί να παραδώσει την έδρα.

…Πάμε πάλι;

Η έδρα, ΔΕΝ είναι του κόμματος. Το Λαζαρίδη, και τον κάθε Λαζαρίδη, τον επέλεξαν και τον εξέλεξαν οι πολίτες, με την ελπίδα να εκφράσει τις θέσεις τους. Η απόσταση που επέλεξε να πάρει από τις θέσεις του κόμματός του, (καλώς ή κακώς – δεν έχει ΚΑΜΙΑ σημασία ούτε το γιατί, ούτε το πως) δεν θα έπρεπε να τον θέσουν εκτός βουλής.

Κρίνεται ως πολιτικός από τις πράξεις του, από τους πολίτες που τον ψήφισαν και τους οποίους υποχρεούται να συνεχίσει να εκφράζει όπως καταλαβαίνει αυτός, μέσα από την βουλή.

Όπως έχω ξαναπεί, είναι υποχρέωσή μας (εμάς, των πολιτών) να προστατέψουμε κάθε βουλευτή, είτε μας είναι αρεστή η απόσχισή του από το κόμμα του, είτε όχι, από τέτοιου είδους αιτήματα…

Προσπαθούσα πάντα να είμαι όσο πιο προσεκτικός δυνατόν όσο αφορά τα «μνημόνια» – με κύρια σκέψη ότι δεν είμαι per se εναντίον τους, αλλά είμαι σίγουρα εναντίον του τρόπου που αυτά έρχονται στην βουλή, την διαδικασία και τους χρόνους, και, κυρίως, τις εκβιαστικές συνθήκες που καλούνται οι βουλευτές να τα ψηφίσουν.

Πάντα πίστευα (ακόμα και τον καιρό που ήταν …όλοι αντιμνημονιακοί στην βουλή) πως κάποιες αλλαγές πρέπει να γίνουν, αλλά με μέτρο, με σύνεση, με αντίληψη των οικονομικών και κοινωνικών αναγκών της χώρας, και κυρίως με ηρεμία, και όχι υπό καθεστώς πίεσης. Αντιθέτως, αυτό ακριβώς το καθεστώς πίεσης, είναι αυτό που κάνει τα μνημόνια να ψηφίζονται χωρίς κανείς να έχει τον χρόνο καν να τα διαβάσει – πολλώ δε μάλλον να αντιληφθεί τις συνέπειες που θα έχουν σε μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Αυτό το «μεσοπρόθεσμο» όμως, έχω την αίσθηση ότι έχει μέσα τους χειρότερους όρους που έχω δει ποτέ, μαζί με την μεγαλύτερη δυνατόν πίεση για να ψηφιστεί.

Δευτέρα 11 Ιουνίου κατατέθηκε στην βουλή, Πέμπτη 14 Ιουνίου ψηφίζεται κατεπειγόντως, ενώ ένα θέμα όπως το Μακεδονικό που (ασχέτως αν συμφωνώ εγώ ή όχι) έχει ιδιαίτερους δεσμούς με την ελληνική ψυχοσύνθεση, ολοκληρώνεται ταυτόχρονα.

Όλα αυτά, υποδηλώνουν πλήρη ασέβεια προς τον κοινοβουλευτισμό, και την Δημοκρατία ευρύτερα – και, φυσικά, σηκώνουν κόκκινες ανησυχητικές σημαίες για το τι ακριβώς θα περιέχεται και επιχειρείται να συγκαλυφθεί με αυτές τις αποτρόπαιες διαδικασίες…

Διαβάζω από το thepressproject.gr:

Ανάμεσα στις σελίδες του πολυνομοσχεδίου, που αναμένεται να ψηφιστεί την ερχόμενη εβδομάδα στη Βουλή, συμπεριλαμβάνεται, (από τη σελ 73) και η τροποποίηση της δανειακής σύμβασης του 2015, μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, που κατέχει πλέον το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους. Η τροποποίηση αφορά τον ρόλο του Υπερταμείου, το οποίο, εκτός από την υποχρέωση να καταβάλλει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέος, μπαίνει πλέον και εγγυητής, δεσμευόμενο ότι σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος δεν μπορέσει κάποια στιγμή να αποπληρώσει μέρος του δανείου του, θα τα πληρώνει το ίδιο, μέχρι το ύψος των 25 δισ. Ευρώ.

Στο υπερταμείο, όπως είναι γνωστό, έχουν περάσει τα περισσότερα (αν όχι) πολύτιμα φιλέτα της ελληνικής περιουσίας, (μεταξύ άλλων ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ/ΕΥΑΘ, κλπ)

Τώρα, ξεκαθαρίζω ότι από οικονομικά, δεν σκαμπάζω πολλά πράγματα. Ό,τι ακολουθεί, είναι προϊόν ελλιπούς πληροφόρησης, αλλά τίμιας αγωνίας:

Όταν διαβάζει κανείς αυτό:

Ουσιαστικά, η δημόσια περιουσία παύει να είναι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, καθώς σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο της ΕΕΣΥΠ, αυτή «δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται.»

Τι άλλο μπορεί να υποθέσει εκτός από το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας;

Και μάλιστα, όπως γράφει εδώ πάλι το thepressproject:

Το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-2022 προβλέπει πολύ μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, που ξεπερνούν κατά πολύ τον μνημονιακό στόχο για 3,5% του ΑΕΠ. Για το 2018 το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να φτάσει στο 3,56%, ενώ ο στόχος αυξάνεται για κάθε έτος, με αποτέλεσμα το υπουργείο Οικονομικών να εκτιμά πως το πρωτογενές πλεόνασμα του 2022 θα φτάσει στο 5,19% του ΑΕΠ.

Κάναμε δηλαδή δεκτές (προφανώς για να μας …εμπιστευθούν οι αγορές) δεκτές υψηλότερες προβλέψεις για πρωτογενή πλεονάσματα, και μάλιστα για χρονιές που υπάρχει η πιθανότητα (μεγάλη, λέω εγώ) να μην είναι καν κυβέρνηση ο παρών συνδυασμός Σύριζα/Ανελ!

Και, αν δεν τα πιάσουμε; Θα τα καλύψει το Υπερταμείο!

Που, ξαναλέω, τι έχει το υπερταμείο; Διαβάζω, μεταξύ άλλων:

Υπενθυμίζεται ότι στο Υπερταμείο (που ενσωματώνει, χωρίς να καταργεί, το ΤΑΙΠΕΔ) πλέον ανήκει το μεγαλύτερο μέρος της δημόσιας περιουσίας, με περίπου 70.000 ακίνητα και οι εξής ΔΕΚΟ: ΟΑΣΑ και οι θυγατρικές του (ΟΣΥ και ΣΤΑΣΥ), ΟAKA, ΕΛΤΑ, Ε.Υ.Α.Θ., Ε.ΥΔ.Α.Π, ΔΕΗ, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Ελληνικές Αλυκές, ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ, Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου (ΑΕΔΙΚ), Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας (Ο.Κ.Α.Α. ΑΕ), Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (Κ.Α.Θ. ΑΕ), ΔΕΘ -Helexpo και Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών. Ουσιαστικά, η δημόσια περιουσία παύει να είναι υπό τον έλεγχο του Δημοσίου, καθώς σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο της ΕΕΣΥΠ, αυτή «δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται.»

Και φυσικά, να σταματήσουμε λίγο να αναρωτηθούμε: ποια …πλεονάσματα; Απο ΠΟΥ θα έρθουν; Η υπερ-φορολόγηση έχει στερέψει ακόμα και τα στρώματα των πολιτών, νέες δουλειές ΔΕΝ υπάρχουν, τα μαγαζιά (κάντε μία βόλτα στην γειτονιά σας) ΔΕΝ ανοίγουν, για τις επιχειρήσεις ΔΕΝ υπάρχει μοντέλο ανάπτυξης, το κράτος δεν έχει ούτε για να ξεπληρώσει τις εσωτερικές οφειλές του, από ΠΟΥ θα βγουν τα λεφτά;

– Είτε από …μαγική λογιστική (αυτή που μας έφερε εδώ, μεταξύ άλλων)

– Είτε από πωλήσεις δημόσιας περιουσίας (και μάλιστα μπιρ-παρά, καθώς θα μένει για την τελευταία στιγμή η διαδικασία, και άρα χωρίς πρόγραμμα, και τουλάχιστον αξιοπρεπείς συνθήκες)

Αν αυτό δεν είναι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας – τι είναι;

Και, φυσικά, η επόμενη κυβέρνηση (ειδικά αν δεν έχει την ίδια σύνθεση) θα τολμήσει (όπως και η παρούσα) να πει: «Τι φταίω εγώ; Οι προηγούμενοι!»

Φυσικά, η παρούσα κατάσταση (αν, εν τη αγνοία μου την έχω δυστυχώς αντιληφθεί σωστά) είναι συνεπικουρούμενη από όλα τα κόμματα, πλην του ΚΚΕ: Πασοκ, Ποτάμι και λοιπά κόμματα που αποτελούν το Κιν.Αλ δεν έχουν καμία διάθεση να σταθούν εμπόδιο – αντιθέτως, θα εφαρμόσουν πιθανότατα κατά γράμμα τα λεχθέντα αν τύχει να συγκυβερνήσουν μετά, από την Ένωση Κεντρώων δεν έχω ελπίδα ουσιαστικής σοβαρής αντίδρασης, ενώ ακόμα και η Νέα Δημοκρατία θα κάνει πρόταση δυσπιστίας εναντίον της κυβέρνησης …μετά την ψήφιση του πολυνομοσχεδίου, για να μην δημιουργηθεί πρόβλημα – παρότι ένα μέρος των λόγων που οδηγείται σ’ αυτήν την πράξη είναι υποτίθεται και η οικονομική διαχείριση της χώρας εκ μέρους των Σύριζα/Ανελ!

Ουδείς αντιδρά ουσιαστικά σ’ αυτήν την ζοφερή εικόνα, δηλαδή.

Και τι μένει;

Δύο κυβερνώντα κόμματα (αντιμνημονιακά, βεβαίως-βεβαίως) να …πανηγυρίζουν ότι μπορεί να βάλουν και γραβάτα, μία χώρα εντελώς διαλυμένη οικονομικά και χωρίς ορατό πρόγραμμα ανάπτυξης, και πολυνομοσχέδια που ξεπουλούν τα πάντα ..στην κολυμβύθρα του Σιλωάμ των επόμενων κυβερνήσεων, να κατατίθενται σε ελάχιστες ημέρες, και με ελλιπέστατη ενημέρωση καθώς καλύπτονται και με παράλληλες «βόμβες», και τα επόμενα στην σειρά να αναλάβουν να μην είχαν, και να μην έχουν καμία απολύτως αντίρρηση με όσα γίνονται – αντιθέτως.

Και ο πολίτης που βλέπει την δημόσια περιουσία να εξαφανίζεται, δίχως να μπορεί να αρθρώσει λέξη…

~

Υ.Γ.: Ρητορική ερώτηση: Που θα υπολόγιζε ένας σοβαρός πολιτικός αναλυτής ότι θα κατευθυνθεί αυτός ο θυμός όσων πολιτών αισθάνονται εγκλωβισμένοι από αυτήν την εικόνα; Και, κυρίως, τι αποτελέσματα περαιτέρω θα είχε όλο αυτό το σκηνικό για την Δημοκρατία μας;

Τα κολαστήρια δεν τελείωσαν, απλώς εξαφανίστηκαν από την καθημερινότητά μας….

Πως γίνεται να εξαφανίσεις ένα κολαστήριο; Πως γίνεται να αποσιωπήσεις τις κραυγές του πόνου, ή τις ικεσίες των κρατουμένων για να σωθεί η ζωή τους, ή τις βρισιές των συγκρατούμενων κάποιου που πέθανε άδικα;

Η προηγούμενη κυβέρνηση, δεν το κατάφερε – και τα ουρλιαχτά έφτασαν τελικά στα αυτιά μας, και οι άνθρωποι μετέφεραν το πρόβλημά τους, και το μάθαμε, και φωνάξαμε, και διαμαρτυρηθήκαμε. Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, μια χαρά το έχει καταφέρει από ότι φαίνεται, και οι φωνές της φυλακής δεν έχουν αντίλαλο έξω από τους απροσπέλαστους τοίχους και μερικούς εθελοντές που νοιάζονται.

Τούτο το κείμενο της Μπαλωθιάς, είναι μια γροθιά στο στομάχι – εντελώς τυχαία το πήρα χαμπάρι, και κάποια από αυτά που διάβασα δεν τα ήξερα καν:

Η βασική αναφορά γίνεται με βάση την κρατούμενη κυρία Δέσποινα Ζαχαρίου. Η κρατούμενη είχε γλυτώσει απο τον καρκίνο πολεμώντας τον πριν μπει στην φυλακή – αλλά μόνο πρόσκαιρα, καθώς επανήλθε. Η ευκαιρία όμως που είχε να παλέψει εκτός φυλακής, δεν της δόθηκε -όπως καταγγέλεται στο κείμενο (ενώ θα έπρεπε να είναι πολλαπλάσια, καθώς είναι πια ευθύνη του κράτους ως κρατούμενη, και ευθύνη του – όπως έχω ξαναπεί):

[…]
Το οικογενειακό της ιστορικό είναι η ‘‘σφραγίδα’’ του κινδύνου που την απειλεί: Η μητέρα της πέθανε από καρκίνο του μαστού στην ίδια ηλικία με αυτήν, στα 36 της χρόνια. Το ίδιο και η αδερφή της μητέρας της. Με ένα τέτοιο ιστορικό βρέθηκε στην φυλακή. Την αγωγή που έπαιρνε έξω, δεν την πήρε ποτέ παρόλο που την ζητούσε. Είχε μαζί της το βιβλιάριο υγείας της που έγραφε κάθε εξέταση, χειρουργείο, ακτινοβολίες, θεραπείες. Κανένας δεν την πήρε στα σοβαρά. Μέχρι που ψηλάφισε μόνη της , την πρώτη ‘‘ύποπτη εστία’’ στο στήθος. Από εκεί ξεκίνησε μια Οδύσσεια για την Δέσποινα, που κράτησε μήνες αφού το ιστορικό της δεν έλεγε τίποτα στους υπεύθυνους της φυλακής για το επείγον της κατάστασης. Από τις αρχές Δεκέμβρη έχει κάνει συνολικά οκτώ μεταγωγές σε διάφορα νοσοκομεία ανά την Αττική. Δύο φορές στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας, 3 φορές στο ‘‘Μεταξά’’ και 3 φορές στον ‘’Ευαγγελισμό’’. Στις διαμαρτυρίες της στην υπηρεσία για την έλλειψη σχεδίου και τις καθυστερήσεις, η απάντηση ήταν: ‘‘αφού σε πάμε σε νοσοκομεία’’.

Σε έξι από αυτές την έστειλαν χωρίς καν τον φάκελο με το ιστορικό της και οι γιατροί, χωρίς να γνωρίζουν μέσω εξετάσεων περί τίνος πρόκειται, έκαναν τις εξετάσεις κινούμενοι οι ίδιοι από την αίσθηση του επείγοντος ενώ διαμαρτύρονταν στην εξωτερική φρουρά που την συνόδευε, αλλά και στην υπηρεσία σε ορισμένες περιπτώσεις. Στον Ευαγγελισμό σε μία επίσκεψη δεν την έστειλαν μόνο χωρίς τον φάκελό της αλλά και χωρίς να έχουν καν κλείσει ραντεβού! Πολλοί γιατροί αλλά και η εξωτερική φρουρά έλεγαν ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που έκαναν μεταγωγές ασθενών κρατουμένων γυναικών και από τις φυλακές της Θήβας σε νοσοκομεία, μάταια, αφού ‘‘ξεχνούσαν’’.. τον ιατρικό τους φάκελο στη φυλακή.

[…]

Η εξέταση που έπρεπε να κάνει η Δέσποινα Ζαχαρίου (FNA μαστού-βιοψία) ήταν αδύνατον να γίνει και οι γιατροί την έστειλαν πίσω στη φυλακή. Ότι το καθ’ ύλην αρμόδιο νοσοκομείο γι’ αυτή την περίπτωση από όσα την πήγαν ήταν το ‘‘Μεταξά’’ και ότι εκεί υπήρχε από το προηγούμενο ιστορικό της, αλλά και ο γιατρός που την είχε εγχειρήσει τρία χρόνια πριν, δεν απασχόλησε! Στο Γ.Κ.Ν Νίκαιας π.χ., ρωτούσαν γιατί την πήγαν εκεί. Τελικά η Ζαχαρίου, από έναν μικρό όγκο που είχε τον Νοέμβριο, κατέληξε να επεκταθεί το πρόβλημά της και οι ‘‘ύποπτες εστίες’’ να έχουν πολλαπλασιαστεί. Την εξέταση για την βιοψία, μετά από τόσους μήνες, την έκανε στις αρχές Μαΐου στο νοσοκομείο ‘‘Μεταξά’’. Εν τω μεταξύ, σε προηγούμενη μεταγωγή της στον ‘‘Ευαγγελισμό’’ όπου διαπιστώθηκε ότι είχε πολλούς όγκους με τον μεγαλύτερο 6,4 εκατοστά, της δήλωσαν οι ογκολόγοι πως θα πρέπει να κάνει ολική μαστεκτομή. Ωστόσο στη φυλακή γνώριζαν ότι το πρόβλημά της έχει πολλαπλασιαστεί από τον Μάρτιο. Παρά τα όσα έχουν γίνει, η Δέσποινα είναι δυνατή και δηλώνει πως θα παλέψει με τον καρκίνο για ακόμα μια φορά. Όμως δεν εξαρτάται μόνο από την ίδια. Εξαρτάται κυρίως από ένα καθεστώς που καταντά εγκληματικό.

Δεν είναι (δυστυχώς) μόνο μία περίπτωση. Ακομα και έτσι θα ήταν ανησυχητικό, αλλά η καταγγελία αναφέρεται σε περισσότερα περιστατικά. Κατ’ αρχάς, έναν θάνατο:

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από το θάνατο της κρατούμενης Βασιλικής Σταθοπούλου. Η Σταθοπούλου που είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο όσο ήταν ελεύθερη, νοσούσε για μήνες ως κρατούμενη με πολύ σοβαρά συμπτώματα και αντιμετώπισε την αδιαφορία και τον εμπαιγμό. Γιατροί του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ αρνούνταν να την πάνε σε εξωτερικό νοσοκομείο δηλώνοντας ότι προσποιείται την άρρωστη. Την πήγαν στο νοσοκομείο όταν ο καρκίνος κατέστρεψε τον εγκέφαλό της και άρχισε να παραληρεί. Λίγες βδομάδες αργότερα πέθανε. Δεν δόθηκε κανένα περιθώριο ούτε στους γιατρούς του εξωτερικού νοσοκομείου ούτε στην ίδια την Σταθοπούλου να παλέψει άλλη μια φορά με τον καρκίνο. Την ‘‘ευκαιρία’’ αυτή της την αφαίρεσε η φυλακή.

Είχε αντιμετωπίσει τον καρκίνο η κυρία Βασιλική Σταθοπούλου, άρα οι φυλακές το ήξεραν. Παρόλα αυτά, οι γιατροί (οι γιατροί!) δεν την πήγαιναν σε νοσοκομείο γιατί πίστευαν ότι προσποιείται. Τελικά, η …διάγνωσή τους ήταν εσφαλμένη, καθώς ο καρκίνος πήγε στον εγκέφαλό της. Δεν είχε καμία ευκαιρία πια να πολεμήσει.

Φυσικά, καμία δήλωση δεν άκουσα από το Υπουργείο για τον θάνατό της, ή την πιθανότητα διεξαγωγής έρευνας για το τι πήγε στραβά και ποιος, τελικά, ευθύνεται. Αθόρυβος ο θάνατός της.

Αθόρυβος, αλλά στα όρια του εγκληματικού. Όπως καταγγέλλεται στο άρθρο:

Στοιχεία και στατιστικές για τους θανάτους στις ελληνικές φυλακές από το Υπουργείο Δικαιοσύνης δεν υπάρχουν. Ή μάλλον…είναι καλά κρυμμένα. Το 2016 ‘‘εξαφανίστηκε’’ από το Υπουργείο Δικαιοσύνης βιβλίο που περιείχε αριθμούς και στατιστικά στοιχεία των θανάτων στις φυλακές τις τελευταίες 3 δεκαετίες.

Και πιο μετά αναφέρεται ότι:

Στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού ‘‘Άγιος Παύλος’’ εγκαταλείπονται βαριά άρρωστοι άνδρες κρατούμενοι χωρίς την αναγκαία ιατρική κάλυψη. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν πεθάνει πάνω από 100 κρατούμενοι, ενώ από τις 4/12/2016 έως τις 2/10/20017 έχουν δηλωθεί 25 θάνατοι σε αυτό. Έχουν γίνει πολλές καταγγελίες για το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού όμως τίποτα δεν έχει γίνει. Το νοσοκομείο αυτό δεν παρέχει ιατρική μέριμνα για τις σοβαρές ασθένειες των κρατουμένων που κρατούνται σε αυτό, δεν έχει την υλικοτεχνική υποδομή και ούτε καν τα βασικά φάρμακα και αναλώσιμα που χρειάζονται.

Τρεις δεκαετίες αναφορών …χάθηκαν. Παφ. Και ελπίζει ο μαλάκας ο αρκούδος, ότι κάποιος θα αναζητήσει ευθύνες για τα κολαστήρια τότε, και τώρα. Φευ.

Αν είναι πρόβλημα για ελληνίδες κρατούμενες η ιατρική αντιμετώπιση στις φυλακές, πολλώ δε μάλλον ειναι για τις τσιγγάνες. Η επόμενη καταγγελία αφορά μία τσιγγάνα, την κυρία Δέσποινα Παναγιωτοπούλου, η οποία παρά το επανειλημμένο αίτημα του χειρούργου της φυλακής να πάει σε νοσοκομείο για τον διαβήτη που αντιμετωπίζει στο πόδι της, όπως καταγγέλλεται η διοίκηση των φυλακών κωφεύει:

Ο κοινωνικός ρατσισμός τον οποίο αντιμετωπίζουν τις κρατούμενες και τους κρατούμενους στις φυλακές δεν είναι μικρό φαινόμενο. Ακόμα και από ορισμένους γιατρούς σε φυλακή μπορεί κάποιος να ακούσει: ‘‘ Όταν έκανες ό,τι έκανες δεν σκεφτόσουν την υγεία σου’’ ή ‘‘έκανες ό,τι έκανες και τώρα έρχεσαι σε εμάς να σε κάνουμε καλά’’. Την παραπάνω φράση την άκουσε και η Δέσποινα Ζαχαρίου, και η Ζαχαρίου είναι αθίγγανη, όμως αυτός ο κοινωνικός ρατσισμός όταν εκδηλώνεται προεκτείνεται σε όλες τις φυλετικές και εθνικές κατηγορίες κρατουμένων.

Η μόνη περίπτωση που ήξερα (και ετοιμάζω ειδικό άρθρο με αφορμή του) είναι η περίπτωση του κύριου Ζώσου Μαλτέζου από χαλασμένο δόντι στις 2/2/18. Ίσως όμως, εκείνη η «αμέλεια» έκανε τους κρατούμενους πιο … προσεκτικούς:

Μια άλλη κρατούμενη από τις φυλακές της Θήβας (Μ.Σ) με απόστημα στο δόντι, αναγκάστηκε να κάνει εξαγωγή μόνη της αφού δεν της έδιναν αντιβίωση και η κατάστασή της χειροτέρευε.

Η κρατούμενη έκανε εξαγωγή μόνη της, γιατί δεν της έδιναν αντιβίωση – και μάλλον (δεν έχω ημερομηνίες για την καταγγελλία) θέλησε τουλάχιστον να γλυτώσει την ζωή της. Βάλτε εσείς όποιο σχόλιο νομίζετε ότι ταιριάζει σ’ αυτό που διαβάσατε μόλις.

Για κάποιον λόγο, οι φυλακές θεωρούν ότι η αυτοκτονία, αντί να είναι εξίσου αν όχι περισσότερο επιβαρυντική για την διοίκηση ως λόγος θανάτου, τον …προτιμούν:

Ως πρώτη αιτία θανάτου στις φυλακές δηλώνεται η αυτοκτονία. Στο νοσοκομείο ‘‘Άγιος Παύλος’’ στις αρχές της χρονιάς βρέθηκε κρεμασμένος στην απομόνωση οροθετικός κρατούμενος. Το ίδιο διάστημα στις φυλακές Χανίων έδωσε τέλος στη ζωή του άλλος κρατούμενος με τον ίδιο τρόπο. Η ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι κρατούμενοι είναι ανάλογη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, (τοξικοεξαρτημένοι, άρρωστοι, άποροι κλπ) και των συνθηκών κράτησης, έτσι κάποιοι από αυτούς βάζουν τέλος στη ζωή τους. Οι συνθήκες κράτησης θα επιδεινωθούν και η πίεση πάνω στους κρατούμενους θα αυξηθεί με το νέο πιο αυστηρό πλαίσιο με την στρατιωτικοποίηση των φυλακών που προωθεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης με τον νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όπως αναλυτικά καταγράφει στο κείμενο που έχει δημοσιεύσει η Αγωνιστική Ένωση Κρατουμένων.

Καταλήγει το άρθρο:

Το κράτος και το σωφρονιστικό σύστημα μας θέλει την καθεμιά και τον καθένα μόνο του απέναντί του ώστε να κατοχυρώνεται η αδυναμία και η ματαιότητα της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των κρατουμένων.Τα δικαιώματα αυτά θα καταστρατηγηθούν με το νέο Σωφρονιστικό Κώδικα σε μεγάλο βαθμό.Κανένα πρόβλημα στη φυλακή δεν είναι ατομικό. Κάθε ιστορία αυτοανακλά προβλήματα πολύ ευρύτερα που αγγίζουν τον καθένα. Για να μην γίνονται οι φυλακές κρεματόρια για τους κρατούμενους, για να μην μετατρέπεται η όποια ποινή μέσω των συνθηκών κράτησης σε θανατική καταδίκη, χρειάζεται αλληλεγγύη και αντίσταση:

1. Να σταματήσει η εγκληματική αδιαφορία και ο εμπαιγμός απέναντι στη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΖΑΧΑΡΙΟΥ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και η υπηρεσία των φυλακών Κορυδαλλού είναι οι υπεύθυνοι για την εξέλιξη της υγείας της.

2. Να μεταφερθεί άμεσα στο νοσοκομείο η ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ.

3. Φυλακές χωρίς δυνατότητα άμεσης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν μπορούν να υπάρχουν. Ιατρική φροντίδα και φάρμακα σε όλες τις φυλακές.

4. Όχι στην εξόντωση μέσω των ψυχοφαρμάκων. Να παρέχονται δημιουργικές διέξοδοι για τους κρατούμενους και να εξετάζονται οι ψυχικά ασθενείς με ιατρικούς και όχι με καπιταλιστικούς όρους.

5. Όχι στο νέο Σωφρονιστικό Κώδικα, όχι στην στρατιωτικοποίηση των φυλακών, τις απομονώσεις και τα καθεστώτα εξαίρεσης.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ -ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΑΠΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΥΛΑΚΕΣ ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΥ (υπέγραψαν 38 γυναίκες του ισογείου)

Το έχω ξαναπεί: οι κρατούμενοι/ες συχνά, είναι πιο ελεύθερες από εμάς. Κάθε καταγγελία τους γίνεται με κίνδυνο αντιποίνων – και, αν όντως δεν σου δίνουν υπο φυσιολογικές συνθήκες μία αντιβίωση για ένα χαλασμένο δόντι, φανταστείτε αν θέλουν να σου κάνουν και αντίποινα τι θα συμβαίνει.

Ε, εκτίθενται και κάνουν την καταγγελία τους, με αίτημα να ..πάνε σε νοσοκομείο η κυρία Παναγιωτοπούλου και η κυρία Ζαχαρίου.

Για τέτοια αυτονόητα εκτίθενται τόσο πολύ.

Κάθε καταγγελία τους οφείλει να ξυπνάει εμάς. Οφείλουμε μία αντίδραση, μία διαμαρτυρία, να προστατέψουμε και να πιέσουμε, τους αρμόδιους Υπουργούς για απαντήσεις και τιμωρίες και λύσεις. Οφείλουμε να πιέσουμε κυβερνήσεις κόμματα και Πρωθυπουργούς, όταν οι Υπουργοί τους κωφεύουν. Και οφείλουμε τιμωρίες όταν παρ’ ελπίδα κωφεύουν και αυτοί.

Εμείς, που είμαστε ελεύθεροι.

Υ.Γ.: Επέστρεψα στο κείμενο, και προσέθεσα το «κυρία» δίπλα σε κάθε όνομα. Μου φάνηκε περίεργο: κυρία μία κρατούμενη; Μετά βγήκα από τον κοινωνικό αυτοματισμό, και αναρωτήθηκα αν υπάρχει καν ερώτημα.

Περιμένω κάτι καλύτερο από την κυβέρνησή μου από το να επικοινωνεί ανωνύμως μέσω «κυβερνητικών πηγών» για «ναρκέμπορους χρηματοδότες«:

– Αν ξέρει ότι ισχύει πράγματι η καταγγελία, έχει υποχρέωση να την προχωρήσει με τους νόμιμους (και συνήθως σιωπηλούς) τρόπους, να φροντίσει να οδηγηθούν οι υπεύθυνοι στην φυλακή – αλλιώς, έχει αποτύχει οικτρά αφήνοντας έναν ναρκέμπορο ελεύθερο να δρα, και κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

– Αν δεν ξέρει αν ισχύει ή όχι, τότε είναι θλιβερό να κινείται με τέτοιους υπόγειους τρόπους, με σκοπό να χρησιμοποιήσει μία τέτοια ανακοίνωση – καταστρέφοντας όμως το όποιο τεκμήριο αθωότητας έχει κάθε ένας από εμάς, είτε είναι εφοπλιστής, κάτοχος ΜΜΕ, είτε ο ανώνυμος σαν και μένα, κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

– Αν ξέρει ότι δεν ισχύει, τότε είναι πολλαπλά λάθος να χρησιμοποιεί τέτοιες εκφράσεις, χρησιμοποιεί πολιτικά κάτι το οποίο γνωρίζει καλά ότι δεν έχει τελικά καμία βάση και δημιουργεί ψεύτικους εχθρούς κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

Προσπαθώ να το ξεκαθαρίσω όσο καλύτερα μπορώ: ΔΕΝ έχει να κάνει με τον κάθε Μαρινάκη (ή με τον κάθε Μητσοτάκη) όλο αυτό: έχει να κάνει αποκλειστικά με το τι θα έπρεπε να περιμένει ο καθένας από την κυβέρνηση (οποιαδήποτε κυβέρνηση, προηγούμενη, τωρινή, αυριανή) όλων μας – και τι παίρνει τελικά:

Απογοήτευση.

Και όπως πάντα, είμαι σαφής: όσοι την υποστηρίζουν και αντιλαμβάνονται την κατρακύλα, οφείλουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να ταχθούν κατά τέτοιων πρακτικών, να πάρουν θέση, να αντιδράσουν. Εκτός από ευθύνη τους, είναι και υποχρέωσή τους: Είναι οι μόνοι που μπορούν, που θα καταφέρουν κάτι.

Γιατί κάθε κυβέρνηση είναι κυβέρνηση όλων μας, και αν δεν γίνει σαφές αυτό σ’ αυτόν τον καταραμένο τόπο, αποκλείεται να αλλάξει κάτι.

Η όλη υπόθεση της αναδοχής παιδιού από ομοφυλόφιλους γονείς, ήταν ανέκαθεν για μένα ένα τεστ υποκρισίας: Όποιος λέει «Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – αλλά όχι και να υιοθετήσουν ένα παιδί» έχει σαφώς πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – ο,τι και να υποστηρίζει πριν το «αλλά».

Κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί αυτό το αλλά, θα καταλήξει μαθηματικά στο «γιατί οι ομοφυλόφιλοι είναι ανώμαλοι». Άλλο «αλλά» – δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα.

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο να αποδεχθώ ότι εν έτη 2018 ακόμα ασχολούνται οι άνθρωποι με το ποιον αγαπά ο διπλανός τους. Μου είναι ακατανόητο να αποδεχθώ ότι ένας συνάνθρωπός μου θα στερηθεί ένα δικαίωμα, είτε αυτό είναι κοινωνικό (πχ μία σύνταξη) είτε αυτό είναι ανθρώπινο (πχ μία αναδοχή, ή μία υιοθεσία) επειδή δεν αρέσει σε κάποιον άλλο ποιον ή ποιαν έχει επιλέξει για σύντροφο.

Από την πιθανότητα σε κάποιον αρέσει ή να μην αρέσει η ομοφυλοφιλία, μέχρι το δικαίωμα να παρέμβει στην ζωή του άλλου δήθεν «δημοκρατικά», υπάρχει ένα τεράστιο κενό – όταν αυτό εξατμίζεται, με τρελαίνει.

Ακόμα και η γραμμή «όχι, γιατί δεν το αντέχει η κοινωνία» είναι διπλά υποκριτική: Όχι μόνο παρεμβαίνουμε στην ζωή κάποιου άλλου γιατί μας ενοχλεί μία απόφασή του, αλλά δεν αναλαβάνουμε καν την ευθύνη αυτής της καταπίεσης: αναθέτουμε την ευθύνη στην κοινωνία και στις «αντοχές» της, και έτσι δεν θα χρειαστεί να απαντήσουμε εμείς γι’ αυτό.

Ακόμα και όταν –και εδώ είμαι και γω ένοχος, καθώς το έχω κάνει αυτό το λάθος– βάζει το παιδί ως παράμετρο σ’ αυτή την διαδικασία: «Να προστατέψουμε το παιδί από αυτήν την κοινωνία που δεν είναι έτοιμη». Όσο με αφορά, αντιλαμβάνομαι ότι υπήρξα λάθος, καθώς ναι μεν το ενδιαφέρον μου ήταν αληθινό, η λύση όμως δεν θα ερχόταν με την αντιμετώπιση του προβλήματος, μα με την συγκάλυψη του: Όταν κάποιος φερθεί μαλακισμένα σε ένα παιδί, δεν θα φταίει το παιδί, δεν θα φταίνε οι γονείς του – θα φταίει αυτός ο κάποιος. Ακριβώς όπως δεν φταίει μία γυναίκα που φορά μίνι για τον βιασμό της, έτσι δεν φταίει ένας ομοφυλόφιλος γονιός που κάποιος ασχημονεί σε ένα παιδί. Φταίει αυτός που δημιουργεί πρόβλημα, και καλό θα είναι να το ξεκαθαρίσουμε. Και, ξεκαθαρίζοντάς το, παρέχουμε έναν καλύτερο κόσμο γι’ αυτό το παιδί, που είναι τελικά και το ζητούμενο.

Όσο με αφορά, τα πράγματα (ειδικά στην νομική τους υπόσταση) είναι απολύτως ξεκάθαρα: Επιτρέπεται σε κάποιον να επιλέγει τον σύντροφό του;

Αν ναι, ούτε η «κοινωνία», ούτε η δική μας θέση μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο ένα δικαίωμα αναδοχής (ή σύνταξης, ή αναγνώρισης, ή, ή).

Αν όχι, τότε ας ορίσουμε σαφώς ποιον μπορεί ή δεν μπορεί να ερωτεύεται ο καθένας, και ας μην προσπαθούμε να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι ανήκουμε σε μία κοινωνία που σέβεται την ελευθερία των ανθρώπων της.

Δηλαδή, αν καταλαβαίνω σωστά, το να μην μάθεις στα παιδιά επακριβώς ότι «ο Ιησούς Χριστός είναι Ο Σωτήρας του κόσμου» – είναι παράνομο και αντισυνταγματικό, μα το να δηλώσει (σε δικαστήριο) επίσημος εκπρόσωπος της χριστιανικής εκκλησίας της Ελλάδας «αν είχα όπλο, και επιτρεπόταν, θα τους σκότωνα (τους ομοφυλόφιλους) να ησυχάσουμε» – είναι καθ’όλα νόμιμο και δεν διώκεται.

Το ‘πιασα.

Εκτός από τον Μαλτέζο Σώζο, τον 26 χρονο που πέθανε στις φυλακές (και ερευνάται αν η αιτία είναι η μόλυνση από οδοντική φλεγμονή στις φυλακές Λάρισας), ένας ακόμη προστέθηκε στην λίστα των νεκρών: ένας 33χρονος, που αυτοκτόνησε στις φυλακές Αλικαρνασσού.

Και τι μας νοίαζει εμάς ρε αρκούδε, θα μου πεις, που ο άλλος αυτοκτόνησε; Καλά το παλικάρι, πράγματι, είναι έγκλημα που το άφησαν να πεθάνει αβοήθητο ενώ ικέτευε για γιατρό – αλλά αυτός που αυτοκτόνησε; Τι μας νοιάζει;

Να σου πω λοιπόν μία ιστορία που διάβασα, γι’ αυτόν τον 33χρονο, για να δεις πόση φρίκη, πόση σκληρότητα, πόσο αδικία κρύβει η τελευταία του ενέργεια.

Ο 33χρονος κρατείτω από το 2016 για ληστείες, κρεμαστηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας. Στο χαρτί που άφησε δίπλα του, εξήγησε ότι δεν άντεχε τις τύψεις, καθώς εξαιτίας του βρέθηκε σε δύσκολη θέση ένας ξάδελφός του, που του έφερε ρούχο με μικροποσότητα ηρωίνης.

Ο ξάδελφος δεν ήξερε τίποτα. Του το ζήτησε ο κρατούμενος, και αυτός, απλώς, το μετέφερε.

Η ντροπή έκανε τον 33χρονο να αυτοκτονήσει. Αυτά, τα ξέρουμε σίγουρα, καθώς έτσι έγραψε το τελευταίο σημείωμά του.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε που τον έπιασαν ξαφνικα τύψεις τον ναρκέμπορα; δεν τον λυπάσαι τον ξάδελφο που τον έχωσε στο τσάμπα; – θα μου πεις.

Σου έχω όμως κι άλλα. Γιατί ο 33χρονος αυτόχειρας, σύμφωνα με πληροφορίες συγκρατούμενών του (που διαψεύδονται από την διοίκηση) χρωστούσε λεφτά από αγορά ναρκωτικών στο σχετικό κυκλωμα που λειτουργεί στην φυλακή. Για να ξεχρεώσει, υπέκυψε υπο την απειλή βίας, στην εντολή να εισάγει ναρκωτικά για λογαριασμό τους με αυτόν τον τρόπο.

Ούτε ναρκέμπορας λοιπόν, ούτε να θάψει τον ξαδελφό του ήθελε, ούτε ήθελε να μπλέξει με όλα αυτά: σύμφωνα με τους συγκρατούμενούς του, τον εκβίασαν, τον ανάγκασαν, πήρε έναν ακόμα άνθρωπο στον λαιμό του, και τον έφαγαν οι τύψεις.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε για τον φυλακισμένο στην τελική; Να μην παρανομούσε, απλό είναι. Η δικαιοσύνη είναι σκληρή.

Μα ναι, αλλά αυτό λέω: η ευθύνη των φυλακισμένων είναι της εκάστοτε διοίκησης. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, κάθε άνθρωπος εκεί μέσα, από τον καλύτερο μέχρι τον χειρότερο, υπάρχει θέμα ευθύνης. Όταν δεν αποδίδεται, η ευθύνη περνάει στον ανώτερό τους, στην περίπτωσή μας είτε στον Τόσκα, είτε στον Κοντονή. Η ευθύνη αυτή, είναι ποινική – αν ασκήσουν είτε η διοίκηση είτε οποιοσδήποτε άλλος αμελώς τα καθήκοντά τους, πρέπει να πάνε φυλακή – αν όχι από δόλο, τουλάχιστον για τον θάνατο δύο ανθρώπων εξ αμελείας. Γι’ αυτό που κατηγορούμε τους φυλακισμένους, ότι δηλαδή παρανόμησαν, γι’ αυτό θα έπρεπε σαν κοινωνία να ελέγξουμε και τους δεσμώτες τους!

Μας νοιάζει τώρα;

Ίσως, ίσως όχι. Δεν μας νοιάζει αρκετά, προφανώς, όταν η διοίκηση δεν ερευνά, απλώς …αρνείται την πιθανότητα να εκβιάστηκε για λογαριασμό κυκλώματος ναρκωτικών μέσα στην φυλακή – και το θέμα τελειώνει εκεί. Δεν μας νοιάζει αρκετά, ίσως γιατί νομίζουμε ότι δεν θα βρεθούμε ποτέ στην θέση των κρατούμενων. Δεν μας νοιάζει αρκετά, καθώς δεν θα ζητηθεί από κανέναν η παραίτηση, ή ποινικές ευθύνες για έναν ακόμα θάνατο στις φυλακές.

Ίσως μας νοιάζει, λοιπόν – αλλά μάλλον όχι.

Μέχρι να μας νοιάξει, βέβαια, 26χρονοι θα πεθαίνουν γιατί οι φυλακές εκατοντάδων ανθρώπων δεν έχουν κατάλληλους γιατρούς, και 33χρονοι θα εκβιάζονται για να πάρουν στον λαιμό τους άλλους, και όταν τους τρώνε οι τύψεις, θα αυτοκτονούν αβοήθητοι (και όλοι θα κάνουμε ότι δεν υπάρχει κύκλωμα ναρκωτικών στις φυλακές).

Το σίγουρο είναι ότι άλλοι άνθρωποι δεν θα ασχοληθούν. Άλλοι δεν θα πιέσουν. Άλλοι δεν θα διορθώσουν. Ό,τι γίνει, από εμάς θα γίνει. Όταν μας νοιάξει.

Μέχρι να μας νοιάξει, θα πεθαίνουν αβοήθητα νέα παιδιά, ατιμώρητα.

Όσο πάρει, αδέλφια. Θα περιμένω υπομονετικά, όσο πάρει, μέχρι να μας νοιάξει.

Φοβού.

Φοβού, γίνονται πράγματα γύρω σου που δεν καταλαβαίνεις – θα στα εξηγήσω εγώ. Φοβού, φοβού. Φοβού για να γλυτώσεις. Φοβού τον δίπλα σου, κάτι θέλει από σένα, θα σε κατακτήσει, θα σε εξαφανίσει, έχει σχέδιο, έχει πρόγραμμα, έχει πλάνο, δεν γλυτώνεις, το μόνο που σε γλυτώνει είναι ο φόβος.

Φοβού.

Φοβού, μην εμπιστεύεσαι, μην κατεβάζεις τις άμυνές σου, οργανώσου, κοίτα τους άλλους, να σταθείς στα πόδια σου, είμαστε πολλοί, όλοι μαζί είμαστε ανίκητοι. Φοβού. Φοβού, άκουσέ με, κοίταξέ τον, είναι μουσουλμάνος, είναι μετανάστης, είναι άθεος, είναι αναρχικός, είναι κομμουνιστής, είναι ξένος – γιατί να είναι εδώ, δεν καταλαβαίνεις; θα σε αλλώσει, θέλει την ιστορία σου, σε ζηλεύει, γιατί εσύ ξέρεις την αλήθεια, άκουσέ με εμένα, πρόσεξέ με, τα μάτια στον στόχο, εσύ υπερασπίζεσαι ΤΟ ΣΩΣΤΟ, το πρέπον, την αλήθεια, την μία αλήθεια, οι άλλοι θέλουν να σε κάνουν σαν αυτούς, στην αμαρτία, θα σε παραπλανήσουν, είναι κακοί άνθρωποι, θέλουν το κακό σου, εμένα θα ακούς, φοβού.

Φοβού, φοβού. Φοβού. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Όλοι είναι ενωμένοι εναντίον σου, εναντίον μας, μας πολεμάνε, μας εχθρεύονται, σκάβουν τον λάκο μας, μασόνοι, εβραίοι, φοβού, φοβού. Φοβού, και θύμωσε. Μην πέσεις, πολέμα, θύμωσε, φοβού, αντέδρασε, αντέδρασε στο σχέδιό τους, δεν θα σταματήσουν, θα σε χτυπούν, χτύπα και εσύ, άκουσέ με, δακρύζει η παναγιά την σταγόνα της, το άγαλμα πέφτει, δεν είναι ο άνεμος, δεν το βλέπεις; δεν το βλέπεις; τα σημάδια είναι υπέρ μας, μας προστατεύουν οι θεοί, αυτοί υπακούουν σε δαίμονες, στο κακό, άκου εμένα, μόνο την δική μου φωνή, ΣΥΓΚΕΝΤΡΏΣΟΥ, μην τους ακούς, φοβού.

Μην τους ακούς, θα σε πλανέψουν. Έχουν λόγια γλυκά, πονηρά, αλληλεγγύη, φιλία, θα σε κάνουν φίλο με τον διάβολο, θα σε κάνουν αδελφό του κακού, είναι μωροί – και όσοι δεν είναι μωροί είναι κακοί, να τους φοβάσαι, μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον, εμένα κοίτα, μόνο την δική μου φωνή να ακούς, είμαστε μαζί, δεν είσαι μόνος σου, όσα φοβάσαι ισχύουν, έλα μαζί μου, έλα μαζί μας, φοβού, μαζί θα νικήσουμε, η αλήθεια θα νικήσει, είμαστε δέκα, χίλιοι, θα γίνουμε εκατό χιλιάδες, εκατομμύρια, θα πατάξουμε τον εχθρό, όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους, είναι εναντίον μας, να τους το πεις, να το ξέρουν, να φοβούνται, όσοι δεν σε σέβονται τουλάχιστον να σε φοβούνται, να φοβούνται κι αυτοί, να φοβούνται όλοι, ΟΛΟΙ, φοβού, φοβού ρε. ΦΟΒΟΥ.

Παρότι το θέμα των ημερών είναι το «Μακεδονικό» (και/ή η «πετυχημένη αξιολόγηση» αναλόγως απο ποιον ενημερώνεσαι), κάτω από τα φώτα της ενημέρωσης, πέρασε μία εξαιρετικά ανησυχητική είδηση.

Πριν λίγες ημέρες, δύο γυναίκες πέθαναν από φωτιά στην Στέγη Γερόντων στην Καλλιθέα (η είδηση από το in.gr: Τραγωδία στην Καλλιθέα: Από ασφυξία ο θάνατος των 2 γυναικών

Η είδηση είναι αρκετά επεξηγηματική για το τι έγινε – όχι όμως για τις συνθήκες που οδήγησαν εκεί.

Στην πραγματικότητα, λίγο καιρό πριν, ο δικτυακός ενημερωτικός τόπος Inside Story είχε δημοσιεύσει μία έρευνα ακριβώς για τις συνθήκες που επικρατούν σε τέτοια ιδρύματα:

Αμφίβολη φροντίδα σε Στέγη Γερόντων της Εκκλησίας

Το πιο βασικό εύρημα της έρευνας, είναι ότι οι στέγες γερόντων (17 ενεργές στον αριθμό, αυτήν την στιγμή) λειτουργούν κάτω από τον αποκλειστικό έλεγχο της εκκλησίας, και όχι του κράτους:

Κι ενώ τα γηροκομεία είναι όλα ΜΦΗ (Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων), που διέπονται από ειδική νομοθεσίαΗ σχετική νομοθεσία και έχουν συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας, προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, στις Στέγες το καθεστώς είναι διαφορετικό: για το πώς θα λειτουργήσουν αποφασίζει αποκλειστικά και μόνο η Αρχιεπισκοπή, που είναι υπεύθυνη για τον κανονισμό της κάθε μίας, που μπορεί να διαφέρει από Στέγη σε Στέγη.

Αυτό οδηγεί σε ιδιότυπες συνθήκες, κατά τις οποίες η φύλαξη και η φροντίδα των ηλικιωμένων είναι, κατά τις καταγγελίες, τουλάχιστον προβληματικές:

Στη Στέγη απασχολούνται μόνο δύο γυναίκες, η μία από το πρωί έως τις μιάμιση το μεσημέρι, η άλλη από τις 5 έως τις 7 το απόγευμα. Αλλά τα καθήκοντά τους σχετίζονται περισσότερο με την καθαριότητα και το μαγείρεμα, ενώ επεκτείνονται και στις ανάγκες της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι, η οποία διαθέτει και ειδικό χώρο για μνημόσυνα και άλλες τέτοιες λειτουργίες. Οπότε, ο χρόνος και η φροντίδα που μπορούν να διαθέσουν οι εργαζόμενοι στους ηλικιωμένους είναι περιορισμένος.

[…] Από τις 7 και έπειτα, δηλαδή όλο το βράδυ έως και το επόμενο πρωί, ο μόνος που βρίσκεται στην Στέγη είναι ο προαναφερθείς υπεύθυνος, ο οποίος, όπως μας είπαν συγγενείς, «ουσιαστικά είναι εκεί μόνο και μόνο για την περίπτωση που κάποιος θα πέσει και θα σπάσει κάτι, οπότε θα φωνάξει το 166». Δεν συνοδεύει καν τις γυναίκες στην τουαλέτα –λίγες μπορούν να το κάνουν μόνες– έτσι οι περισσότερες χρησιμοποιούν την πάνα που φορούν και μένουν έτσι ως το επόμενο πρωί, όταν η γυναίκα που έρχεται τις αλλάζει.

Στο αναλυτικότατο ρεπορτάζ, μεταξύ άλλων, γίνεται και λόγος για την οικονομική διαχείριση της κατάστασης (αλλά δεν είναι το βασικό μου θέμα αυτήν την στιγμή).

Το ρεπορτάζ του Σταύρου Μαλιχούδη έχει ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2017 και καταλήγει:

«Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται»

~

Υπερβολικά λίγο καιρό μετά, φαίνεται ότι ουδείς ενοχλήθηκε από το περιεχόμενο του άρθρου, καθώς είχαμε τον θάνατο των δύο γυναικών στην Στέγη.

Στο νέο ρεπορτάζ για το θέμα Επαληθεύτηκαν οι φόβοι για τη Στέγη Γερόντων της Καλλιθέας, επισημαίνεται:

Δεν ήταν κανένας εκεί

Η νομοθεσία από την Πανελλήνια Ένωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων που ορίζει τη λειτουργία των Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων (Μ.Φ.Η.), προβλέπει Μία από τις αποφάσεις που διέπουν τη λειτουργία των ΜΦΗ την συνεχόμενη παρουσία ενός τουλάχιστον ατόμου στον χώρο, και ορίζει πρωινή, απογευματινή και βραδινή βάρδια. Οι άνθρωποι αυτοί είναι άλλοι από τους ιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και βεβαίως τους μάγειρες και τους υπεύθυνους καθαριότητας που οφείλουν επίσης να απασχολούνται στον χώρο.

H Στέγη Γερόντων όμως, όπως επισημάνθηκε και στο προηγούμενο ρεπορτάζ, δεν υπάγεται στη νομοθεσία αυτή, καθότι ίδρυμα της Εκκλησίας. Εκεί υπάρχει μία μόνο «βάρδια», η πρωινή, και η γυναίκα που την καλύπτει, μαγειρεύει ταυτόχρονα. Όταν φύγει, στη 1:30 το μεσημέρι, η Στέγη ερημώνει και οι ηλικιωμένοι που έχουν κινητικά προβλήματα δεν μπορούν ούτε να πάνε στην τουαλέτα, αναγκαζόμενοι να χρησιμοποιήσουν τις πάνες που φορούν.

Η κυρία που απασχολείται εκεί τα απογεύματα, από τις 5 μέχρι τις 7, σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών των ενοίκων «τρέχει» ταυτόχρονα δουλειές της απέναντι εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, που διαθέτει Κέντρο Σίτισης Απόρων και ειδική μεγάλη αίθουσα για μνημόσυνα. Όσο για τις βραδινές ώρες, μετά το πρόσφατο ατύχημα απευθύναμε εκ νέου ερώτημα σχετικά με την παρουσία ατόμου στη Στέγη στον υπεύθυνο πατέρα Δημήτριο Καρβούνη, εκείνος όμως δεν θέλησε να αποκριθεί.

[…] Κάτι που επίσης επιβάλλεται για τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων, αλλά όχι για τις Στέγες της Εκκλησίας, είναι «σύγχρονα μέσα πυρασφάλειας σύμφωνα με τον Κανονισμό Πυρασφάλειας των Νέων Κτιρίων ή σύμφωνα με τις οδηγίες της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για τα υφιστάμενα πριν την εφαρμογή του Κανονισμού κτίρια».

Στο υπόγειο δεν υπήρχε σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης. Το μόνο που υπήρχε ήταν πυροσβεστήρες, αλλά σε τι ωφελούν αυτοί όταν δεν υπάρχει κανείς για να τους χειριστεί;

Ποιος έχει την ευθύνη; Κατ’ αρχάς, η άμεσα εποπτική αρχή, που στην περίπτωσή μας είναι η Εκκλησία. Σε δεύτερο βαθμό όμως, και αυτό πρέπει να επισημανθεί εξίσου, η ευθύνη ανήκει και στην εποπτεύουσα (έστω και τυπικά) Περιφέρεια Αττικής η οποία όφειλε να παρακολουθεί τον χώρο, και να κάνει έστω παρατηρήσεις. Αυτές οι παρατηρήσεις δεν έγιναν ποτέ:

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Σοφός (προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της περιφερειακής ενότητας του Νοτίου Τομέα Αθηνών) , ο έλεγχος της περιφέρειας αφορά αποκλειστικά τις συνθήκες διαβίωσης εντός των Στεγών. Δεν επεκτείνεται, για παράδειγμα, σε ζητήματα γύρω από τα μέτρα ασφαλείας και την καταλληλότητα του κτιρίου, καθώς «η λειτουργία των Στεγών βρίσκεται υπό την αποκλειστική ευθύνη και την σκέπη της Εκκλησίας». Έτσι, οι έλεγχοι γίνονται μόλις δύο φορές τον χρόνο, με τον Σοφό να διευκρινίζει πως σε περίπτωση που εντοπιστούν μη ικανοποιητικές συνθήκες, η επίβλεψη δύναται να είναι πιο στενή.

«Οι συνθήκες εκεί όμως ήταν άψογες», επαναλαμβάνει. Η εικόνα του δικού μας ρεπορτάζ βεβαίως ήταν διαφορετική, επισημαίνοντας την έλλειψη φροντίδας, την ελλιπή σίτιση, την απουσία καθαριότητας και, κυρίως, την άτυπη ανάθεση της εποπτείας του ιδρύματος σε έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, είναι ασταθής και χρήζει βοηθείας ο ίδιος.

Το τραγικό γεγονός, καθώς φαίνεται, ήταν ένα δυστύχημα που περίμενε απλώς να γίνει. Πολλοί θα μπορούσαν να το αποτρέψουν (η Εκκλησία, οι υπεύθυνοι της δομής, οι συγγενείς -όσοι τουλάχιστον γνώριζαν-, η Περιφέρεια) ουδείς όμως έδρασε με τρόπο τέτοιο που θα ευαισθητοποιούσε για το πρόβλημα:

Όποιος και αν είναι ο κανονισμός, παραβιάζεται τουλάχιστον μία πτυχή του, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα μας είπε ο πατέρας Βασίλειος Χατζαβάς από το Φιλόπτωχο Ταμείο της Αρχιεπισκοπής σε προηγούμενη συνέντευξη: συγκεκριμένα είχε αναφέρει πως όταν κάποιος ένοικος Στέγης της Εκκλησίας φτάσει σε σημείο να είναι κατάκοιτος, προβλέπεται να μεταφερθεί στην Στέγη Κατακοίτων Γερόντων της Αρχιεπισκοπής που, άρτια εξοπλισμένη, λειτουργεί ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό.

Διαβάστε και τα δύο άρθρα στο inside story, είναι ελεύθερα για ανάγνωση (εκτός συνδρομητικού περιεχμένου) και είναι απείρως πιο επεξηγηματικά από τις δικές μου μικρές αναφορες.

~

Ο μόνος που λειτούργησε σ’ αυτήν την φρικτή ιστορία (που δεν κόστισε μόνο την ζωή σε δύο γυναίκες, αλλά υποψιάζομαι ότι ταλαιπωρεί και άλλους ηλικιωμένους στην καθημερινότητά τους) είναι η δημοσιογραφία – που ξέρετε πόσο ευαίσθητος είμαι με την λειτουργία της, και πόσο επικριτικός γίνομαι όταν αμελεί τα καθήκοντά της. Εδώ όμως, έκανε αυτό που έπρεπε, και τις δύο φορές:

Είχαμε την δημοσιογραφία που αξίζαμε, δεν είμασταν όμως οι πολίτες (ή οι θεσμοί) που άξιζαν σ’ αυτήν την δημοσιογραφία.

Επικοινώνησε το πρόβλημα σε βάθος, όρισε τις παραμέτρους που θα μπορούσαν να εργαστούν για τις λύσεις που απαιτούνται, και έθεσε σοβαρά ζητήματα, όχι μόνο για την οικονομική του διάσταση (η οποία είναι σημαντική) αλλά και για το κοινωνικό πρόσημο αυτής της ιστορίας.

Οφείλουμε εμείς πλέον, οι πολίτες, να πάρουμε την εργασία της και να φροντίσουμε να μην ξεχαστούν οι δύο γυναίκες, και οι ευθύνες που αναλογούν στον καθένα για τον θάνατό τους:

– Στους υπεύθυνους της Στέγης,

– Στην Εκκλησία για τον εποπτικό της ρόλο,

– Στην Περιφέρεια για την δική της αμέλεια.

Είναι υποχρέωσή μας να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο που μας παραδόθηκε ως οφειλόταν.

Αλλωστε, παραφράζοντας: «τα πράγματα μπορούν να γίνουν και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται».

Υ.Γ.: Η δουλειά του inside story είναι (κατά βάση) συνδρομητική. Στηρίζω (όπως και των OmniaTV , ThePressProject, InfoWar και άλλων, όλων εξίσου διαφορετικών μεταξύ τους) την προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να παράξουν όποια δημοσιογραφία πιστεύουν ότι αξίζει να παραχθεί. Δείτε την δουλειά τους, και αν σας ικανοποιεί, βοηθήστε και εσείς.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

«…στη διένεξη της Σαουδικής Αραβίας με την Υεμένη δεν πιστεύω ότι το ζήτημα αυτό λύνεται με το αν θα πουλήσουμε εμείς όπλα στη Σαουδική Αραβία» λένε στον Σύριζα.

Ήτοι, τι πειράζει αν πουλήσουμε κανένα όπλο παραπάνω, έτσι και αλλιώς θα σκοτωθεί κόσμος, εμείς θα αλλάξουμε την κατάσταση;

Για €66 εκατομμύρια όλο αυτό.

Πόσοι βομβαρδισμοί αντιστοιχούν στην κρατική προστασία ενός Μεγάρου πχ; Ποιος τα μετράει όλα αυτά όμως, ε;

Τελικά, όλα έχουν τιμή, πράγματι. Αλλά ευτυχώς, το ευρώ τυπώνεται σε αξιόπιστο χαρτί, αντέχει στο πλύσιμο, και, από ότι φαίνεται, το αίμα θα ξεπλυθεί γρήγορα.

Τους ανθρώπους στην Υεμένη να μπορούσαμε να τους ρωτήσουμε μόνο – αν όταν θα τους βομβαρδίζανε, τους ένοιαζε αν υπήρχε τελικά μεσάζοντας, ή όχι, και πόσα πήρε….

Προσθήκη: από την Διεθνή Αμνηστία, τι σημαίνει η πώληση όπλων στην Σαουδική Αραβία.