Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Τις τελευταίες ημέρες, δύο γεγονότα που αφορούν ανθρώπους που ζήσαμε τις μάχες τους μας επηρέασαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 

Ο πρώτος, είναι ο Βασίλης Δημάκης. Ο Δημάκης είναι κρατούμενος, που διαμαρτυρόμενος γιατί δεν μπορούσε να φοιτήσει από τις φυλακές όπως έκανε μέχρι τώρα, ξεκίνησε απεργία πείνας, και δίψας. Μετά από ανεπάλληλες επιτυχίες και αποτυχίες, βρέθηκε να διακόπτει και να ξαναρχίζει την απεργία, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του έφτασε να προχωρήσει σε μηνυτήρια αναφορά και αγωγή κατά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για μία (απαράδεκτη, κατ’ εμέ) δημόσια ανακοίνωσή του.

Στο τέλος, ο Δημάκης σταμάτησε την απεργία, καθώς του δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του όπως έκανε μέχρι τώρα από τις φυλακές. 

Πολλοί πολίτες βρέθηκαν να πανηγυρίζουν θεωρώντας τον αγώνα κερδισμένο καθώς πίστευαν  πως ο Δημάκης είχε δίκιο και πως δικαιώθηκε με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης. 

Ο Δημάκης όμως δεν κέρδισε τώρα. 

Αν η κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει στην απόφασή της, και ο Δημάκης δεν σταματούσε έγκαιρα την απεργία, θα πέθαινε. Αν θεωρούσε τελικά την ζωή του υπέρτερο αγαθό από αυτήν την μάχη και επέλεγε να κρατήσει τις δυνάμεις του για να πολεμήσει μία άλλη μέρα, μπορεί και να σταματούσε νωρίτερα, ανεξαρτήτως απόφασης. 
Ο Δημάκης κέρδισε εκείνη την στιγμή που είπε «νομίζω ότι είναι δίκαιος ο αγώνας μου, και θα παλέψω γι’ αυτό». Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα μετά, είτε ήταν μόνος του, είτε είχε εκατο χιλιάδες να συμφωνούν μαζί του και να διαδηλώνουν για να γίνει σεβαστό το αίτημά του, την στιγμή που αποφάσισε να διεκδικήσει αυτό που πίστευε σωστό και τίμιο, ήταν η στιγμή που κέρδιζε. 

~

Ο δεύτερος, είναι ο Μανώλης Κυπραίος.  Δημοσιογράφος, που έχασε για πάντα την ακοή του το μεσημέρι της 15ης Ιουνίου 2011 μετά από έκρηξη οβίδας κρότου-λάμψης που έριξε μία ομάδα των ΜΑΤ κοντά του, καθώς πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Όλο αυτό το διάστημα, απολύτως εξαφανισμένος από την επικαιρότητα και από τους συναδέλφους του, πάλεψε να δικαιωθεί, θεωρώντας πως αυτό που του συνέβη ήταν πέρα για πέρα άδικο. Πήγε στα δικαστήρια, δεχόμενος μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών και άλλων ανώνυμων για την απόφασή του.

Πριν λίγες ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε τον Μανώλη Κυπραίο

Ο Μανώλης όμως, δεν κέρδισε τώρα.

Η μάχη που έδωσε ήταν ήδη κερδισμένη όταν πήρε την απόφαση να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που βίωσε. Θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει δεκάδες φορές, όταν οι συνάδελφοί του επέλεγαν επιδεικτικά να αγνοήσουν την ιστορία του, ή όταν δεχόταν ύβρεις  για την μάχη του. Θα μπορούσε το δικαστήριο να μην τον δικαιώσει. Το «μπράβο» για την προσπάθειά του το άξιζε την στιγμή που αποφάσισε να πολεμήσει, όχι την στιγμή που ο δικαστής δικαίωνε τον αγώνα του.

~

Οι μάχες που δίνουμε, μπορεί να μην είναι επιτυχημένες. Οι αγώνες μας, μπορεί να είναι μάταιοι. Μπορεί να μην έχουμε φίλους μαζί μας, μπορεί να μην μάθει κανείς τι στερούμαστε, ούτε τι θέλουμε τελικά να πετύχουμε. Μπορεί να μας μισούν όσοι έχουν να χάσουν από την διεκδίκησή μας. Μπορεί, κάποια στιγμή να εγκαταλείψουμε, ή να χάσουμε.

Αν αυτές οι μάχες δίνονται τίμια και με αξιοπρέπεια, είναι κερδισμένες επειδή δόθηκαν, όχι επειδή κάποιος άλλος τελικά αποφάσισε πως είχαμε δίκιο ή άδικο. Η τελική κρίση τους, για τον κάθε ένα που πολεμά, δεν ορίζει το πρόσημο του αγώνα που επέλεξε. Ο Βασίλης και ο Μανώλης πάλεψαν τίμια, δημόσια και με προσωπικό κόστος.

Όποιος από εμάς συμφωνεί με την στάση τους και τον σκοπό τους, τους οφείλει το «μπράβο» και τον σεβασμό του όχι γιατί κέρδισαν, αλλά γιατί επέλεξαν να πολεμήσουν αυτό που τους αδικούσε με τον τρόπο που επέλεξαν να το κάνουν.

Πριν από λίγες ημέρες, έγινε σαφές ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να μην χαθεί -όσο αυτό είναι δυνατόν- η φετινή τουριστική περίοδος. Ο σκοπός είναι να έρθουν όσοι περισσότεροι είναι δυνατόν – και, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, κατανοώ και συμμερίζομαι την αγωνία της.

Οι τουρίστες παραμένουν (ειδικά τα τελευταία χρόνια) η βασικότερη κινητήριος δύναμη της οικονομίας μας. Αγροτικά και κτηνοτροφικά δεν πάμε άσχημα – αλλά κυρίως σε ποιότητα, όχι σε ποσότητα. Βιομηχανία δεν έχουμε, και έτσι καταλήγουμε να πουλάμε κυρίως ξένα προϊόντα, στέλνοντας τα χρήματά μας έξω. Υπηρεσίες παράγουμε, πράγματι – αλλά αν εξαιρέσεις τον τουρισμό, δεν μπορεί να στηριχθεί σοβαρά μία οικονομία μόνο σ’ αυτό.

Έτσι, μοιάζει απολύτως λογικό φέτος, που και η δική μας οικονομία πήρε τα κάτω της συνολικά, προερχόμενοι δε από μία δεκαετή περίοδο που δεν θα μπορούσαμε να ισχυροποιήσουμε διαφορετικές γραμμές παραγωγής, να μην είναι εφικτό να στραφούμε αλλού, και να είναι αυτό το τελευταίο αποκούμπι μας για να την γλυτώσουμε – όσο αυτό είναι εφικτό.

Το καταλαβαίνω – κάθε κυβέρνηση, ό,τι ιδεολογικό πρόσημο και να είχε, θεωρώ ότι σ΄αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε.

Θεωρώ όμως, και εδώ έρχεται η δική μου αντίδραση, ότι ενώ συμφωνώ με την κυβερνητική πρόθεση, και κατανοώ τις ανάγκες που μας οδηγούν σε τέτοια παράλογη διαδικασία (να θέλεις να ενισχύσεις την οικονομία σου φέρνοντάς σε σε επαφή περισσότερο κόσμο, εν καιρώ πανδημίας) οι προθέσεις και οι αποφάσεις της κυβέρνησης για το πως ακριβώς θα γίνει αυτό θα φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, και θα αποτελέσουν σοβαρή τροχοπέδη για τον αρχικά κατανοητό σκοπό, όχι μόνο φέτος, αλλά και για τα επόμενα χρόνια.

Εξηγούμαι.

Ο λόγος που είμαστε όλοι εδώ, και όλοι καλά, είναι γιατί όχι μόνο είχαμε την τύχη να νοσήσουμε αργότερα από άλλους, αλλά και την πρόνοια να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση με την λογική του (αυτο)περιορισμού. Αυτό, λειτούργησε (μέχρι τώρα) θετικά και εσωτερικά, γιατί δεν είδαμε +30.000 ανθρώπους συγγενείς και φίλους μας δίπλα μας να πεθαίνουν, διατηρώντας έτσι μία σχέση εμπιστοσύνης με την κυβέρνησή μας – αλλά και προς τα έξω, δίνοντας την εικόνας μίας χώρας ασφαλούς και σοβαρής, που είναι διατεθειμένη να κάνει θυσίες για να μείνει υγιής. 

Αυτήν την παρακαταθήκη ερχόμαστε να εκμεταλλευτούμε τώρα, με την ελπίδα ότι αυτή η εικόνα της ασφαλούς, ήρεμης και σοβαρής χώρας θα αποτελέσει ένα σημαντικό στοιχείο για να μας επιλέξει κάποιος να ξεκουραστεί εδώ.

Δεν είμαστε πια ήλιος. Ήλιο έχει και η Ιταλία, ήλιο έχει και η Ισπανία, ήλιο έχει και η Τουρκία πχ. Αυτό που πουλάμε φέτος, είναι η ασφάλεια.

Αν όμως, όπως έχω καταλάβει, η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αφήσει ανεξέλεγκτα τους τουρίστες να επισκεφθούν την χώρα μας, χωρίς καμία απολύτως λογική προστασίας και ασφάλειας τότε και εντός, και εκτός, αυτή η εικόνα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Εκτός, γιατί αντιλαμβανόμενος ο Γερμανός πχ ότι ο Άγγλος τουρίστας, ή ο Ιταλός τουρίστας θα έρθουν χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία προετοιμασία, μόνο για να αφήσει τα χρήματά του, είτε δεν θα έρθει καν, τρομοκρατημένος από αυτό που θα τον περιμένει, είτε θα έρθει, και θα μας κατηγορήσει δικαίως αν όντως τελικά κολλήσει και οι διακοπές του γίνουν εφιάλτης. Αλλά και εντός θα υπάρξει πρόβλημα, γιατί με το άνοιγμα της αγοράς που έχει ήδη γίνει, και την αθρόα μετακίνηση κόσμου που προβλέπεται, αν παρ’ ελπίδα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα, ο Έλληνας θα κατηγορήσει τους ξένους, και την κυβέρνηση που εμπιστεύτηκε μέχρι τώρα. Και τότε ο Ξένιος Δίας θα πάρει πόδι, και ο τουρίστας δεν θα έχει μπροστά του χαμογελαστά πρόσωπα όπως έχει συνηθίσει, αλλά καχυποψία και άρνηση. Θα είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να μιλήσεις για οτιδήποτε άλλο, αν πεθαίνουν δικοί σου άνθρωποι δίπλα.

Η εντύπωση της ασφάλειας θα εξανεμιστεί εν ριπή οφθαλμού.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα εντύπωσης. 

Φαντάζεστε το απευκταίο (αλλά πολύ λογικό, σχεδόν αναμενόμενο) σενάριο να υπάρξουν κρούσματα; Φαντάζεστε ένα ξενοδοχείο που σφραγίζει ξαφνικά, ένα καράβι που δένει λόγω κρουσμάτων; Φαντάζεστε ο ηλικιωμένος τουρίστας πχ, που αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως προστασία στην χώρα μας, να χρειαστεί να νοσηλευτεί σε ένα νοσοκομείο του νησιού; Και, το ακόμα χειρότερο σενάριο: Φαντάζεστε να καταλήξει;

Δεν μιλάω για την ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, αυτή είναι αυτονόητη. Προφανώς μιλάμε για ανθρώπους, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς συζήτηση, η βασική μας προτεραιότητα. Το θέμα μας εδώ, είναι ότι ακόμα και αν δεν μιλήσουμε για το προφανές, ακόμα και αν ξεκινάω με μία κατανόηση ότι ο τουρισμός είναι, όντως η βαριά βιομηχανία μας, και όντως, ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει ο καθένας μας για την κάθε κυβέρνηση, το πιο πιθανό είναι πως δύσκολα θα παίρναμε άλλον δρόμο από το να ανοίξουμε την τουριστική μας αγορά, κάνοντας το έτσι, όπως είναι προγραμματισμένο, μπορεί να είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο και ίσως πιο βολικό, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων μας, βάζουμε σε κίνδυνο τον τουρισμό μας.

Με ανοικτές πύλες, χωρίς αυστηρό έλεγχο, χωρίς έστω και ολιγοήμερη καραντίνα και εξαντλητικά τεστ, ώστε οι άνθρωποι που θα έρθουν εδώ να αισθάνονται και αυτοί ασφαλείς μεταξύ τους, και εμείς με αυτούς, το πρόβλημα μετακυλίεται στην τουριστική περιοχή, στους ανθρώπους που θα τους εξυπηρετήσουν, και στα αδύναμα κέντρα υγείας που θα αναλάβουν το βάρος της περίθαλψης.

Δεν νιώθω ότι είναι δίκαιο αυτό – για κανέναν.

Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να αισθανθούν ασφαλείς, και εμείς θέλουμε να αισθανθούμε ασφαλείς, και θεωρώ πως αυτό (θα έπρεπε να) είναι το μοναδικό πλεονέκτημά μας. Και αισθάνομαι πως, ευκαιριακά, με ακατανόητες αποφάσεις και πλάνα, δεν το αποδυναμώνουμε απλώς: το εξαϋλώνουμε. Και μαζί μ’ αυτό, και την όποια ελπίδα να είμαστε όλοι και υγιείς, και ασφαλείς, αλλά και οικονομικά πιο αυτάρκεις. 

Έτσι και αλλιώς, ακόμα και με τον σωστό τρόπο, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουμε την ασφάλεια στην χώρα μας. Αλλά δεν θα βοηθήσει καθόλου αν δεν κάνουμε εξ αρχής έστω και τα βασικά από όσα πρέπει να γίνουν.

Η γνώμη μου είναι πως, με αυτές τις ανύπαρκτες παραμέτρους που έχουμε θέσει για να ανοίξουμε τις παραλίες, τα βουνά και τους αρχαιολογικούς μας χώρους στους ήδη ταλαιπωρημένους και κουρασμένους φίλους μας, εκτός από τους ανθρώπους που θα περάσουν πολύ δύσκολα, ακόμα και το δευτερεύον τουριστικό μας μέλλον προδιαγράφεται εξαιρετικά δυσοίωνο – ίσως και εξαιρετικά γρήγορα μετά το άνοιγμα της περιόδου.

Η γνώμη μου είναι, πως και ο Έλληνας πολίτης που έχασε την δουλειά του και τα μέσα βιοπορισμού του, που είδε την επιχείρησή του να μαραζώνει, που έμεινε κλειδωμένος, που έδωσε μάχη με τους γονείς και τους παππούδες του και τα παιδιά του για να τους πείσει να αλλάξουν συνήθειες και να μείνουν υγιείς και ασφαλείς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αλλά ειδικά αν η εικόνα καταλήξει άσχημη, θα χάσει την εμπιστοσύνη του στο κράτος, θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα μία καλή εν γένει εικόνα που είχε σχηματιστεί με κόπο σε πολύ δύσκολους καιρούς και που μας κράτησε όλους μονοιασμένους και δεμένους όπως ήμασταν μέχρι τώρα.

Αν σκοτώσουμε τον τουρισμό μας, αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα έξω, και αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα μέσα, θα έρθει δύσκολος χειμώνας και θα κρατήσει πολύ.

Και φοβάμαι, όχι μόνο ο τουριστικός χειμώνας.

Η «υπόθεση ταράτσα» – εφάμιλλη της παλαιότερης υπόθεσης «ζαρντινιέρα»-  έχει αναδείξει ως αφορμή ένα σωρό ζητήματα που κρατάγαμε κάτω από το χαλί με μία παράξενη, αλλά κατ’ εμέ ίσως δικαιολογημένη ηττοπάθεια.

Προσωπικά, έχω ξεκαθαρίσει υπερβολικά πολλές φορές πως έχω μόνο μία ψήφο, την δική μου, δεν ζήτησα ούτε ζητάω από κανέναν να την ακολουθήσει ή να την ενστερνιστεί και με διοικεί η ψήφος των υπολοίπων, ευχάριστη ή δυσάρεστη, όπως οφείλω σε μία δημοκρατία. Αλλά όποιος και να είναι επάνω, δεξιά ή αριστερά, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ ή Σύριζα, η ευθύνη πέφτει στο να με διοικεί σωστά, δίκαια – όχι στο ποιος είναι επάνω. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι μ’ αρέσει να υπουργοποιείται ο Βορίδης ή ο Γεωργιάδης, να αναλαμβάνουν ρόλο πανταχόθεν ακροδεξιοί, να νομιμοποιείται ο συντηρητικός λόγος – τουναντίον, όσο ήταν στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, υπεύθυνοι ήταν οι ψηφοφόροι τους και αν τους άρεσαν τους ψήφιζαν, αν όχι τους κατέκριναν. Αν κρίνω από το εκλογικό αποτέλεσμα ανά βουλευτή, στο μεγαλύτερο ποσοστό, η δεξιά επικρότησε τους ακραίους. 

Τώρα όμως είναι κυβέρνηση, κυβέρνηση όλων μας. Τώρα, όταν ένας υπουργός λέει «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» είναι ένας λόγος όχι μόνο δημόσιος, αλλά έχει και την βαρύτητα της εξουσίας. Έχει επαναληφθεί πολλές φορές – στο μυαλό μου έρχεται η δήλωση Καραμανλή «να υπάρξει μία διαφημιστική καμπάνια ώστε να νιώθει ως απόβρασμα της κοινωνίας όποιος δεν χρησιμοποιεί εισιτήριο» – όμως εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία:

Τρεις άνθρωποι, ένας πατέρας και οι δυο γιοί του, έχουν συλληφθεί και, κατά δήλωσή τους, υποστεί βία από την αστυνομία. Η ΕΛ.ΑΣ, προσάπτει σ’ αυτούς όχι απλώς βαριές, αλλά βαρύτατες κατηγορίες – οι δύο γιοι τραυμάτισαν πετώντας πέτρες από την ταράτσα έναν αστυνομικό, έφτιαξαν δολοφονική παγίδα με καρφιά, ενώ ο πατέρας κατηγορείται ότι πήγε να αρπάξει το όπλο του αστυνομικού(!)

Έχουμε δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές, που όμως δεν είναι ισοδύναμες. Για τους δημοσιογράφους Κανέλλη των Νέων και Θεοδωρόπουλο της Καθημερινής «ακριβώς έτσι έγιναν τα πράγματα» υιοθετώντας την θέση της αστυνομίας, ο Δημήτρης Οικονόμου ειρωνεύεται την οικογένεια με tweet το οποίο σβήνει μετά, το ίδιο κάνει ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος του ΠΑΣΟΚ (που όμως δεν το σβήνει μετά), η huffington post γράφει άρθρο-κόλαφο με τίτλο «Καταληψίες τα δύο αδέρφια που συνελήφθησαν – Ο πατέρας προσπάθησε να πάρει όπλο αστυνομικού» – και δεν μπαίνω καν σε iefimerida και λοιπά κατ’ ευφημισμόν «φιλελεύθερα» site για να δω την δική τους αντιμετώπιση.

Απέναντί τους, μόνο οι μαρτυρίες για το ποιόν της οικογένειας και του πατέρα από τους φίλους τους που έχουν δημόσια φωνή, γιατί ο άνθρωπος τύγχανε γνωστός σκηνοθέτης, τα τραύματα στο πρόσωπο του πατέρα, και οι κάμερες που κατέγραψαν μέρος από το γεγονός.

Μπορώ (με κάποια δυσκολία βέβαια) να κατανοήσω πως κάποιος μπορεί να επιλέξει «να πάρει ένα στρατόπεδο» – είναι βέβαια …ατυχές να είσαι δημοσιογράφος και να μην αναρωτιέσαι ΜΗΠΩΣ υπάρχει έστω και ένα λάθος στην στάση της αστυνομίας – αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; – ή να είσαι πολιτικός και να μην φροντίζεις να πάρεις μία θέση που σέβεται ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ τον πολίτη πριν καταδικαστεί ως ένοχος.

Αλλά όταν είσαι εξουσία, και η στάση σου είναι «αν δεν ανοίξεις την πόρτα χωρίς ένταλμα είσαι προφανώς παράνομος«, τότε το πράγμα, επιτρέψτε μου, αγριεύει. Αγριεύει πολύ. Και αγριεύει πολύ επιπλέον γιατί λίγους μήνες πριν, οριοθέτησες την άσκηση της εξουσίας με ένα «εγώ θέλω να σπάει την πόρτα και να μπαίνει» – και αυτό ακριβώς, λίγο μετά, κατηγορείται ότι ακολουθήθηκε κατά γράμμα.

Επιτρέψτε μου μία παρένθεση: αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; Λοιπόν η κυβέρνηση (αυτή, η ίδια, δεν είναι παρακαταθήκη της αμαρτωλής προηγούμενης) βρήκε κάποιον να το κάνει, τον όρισε υπεύθυνο, αυτός ο κάποιος αντέδρασε άμεσα και έντονα – και εισέπραξε την νουθεσία του ελεγχόμενου ουσιαστικά από τον ίδιο υπουργού ο οποίος παίρνει ξεκάθαρα θέση, και του υπουργού που θεωρεί εξαρχής παράνομους όσους δεν ασκούν τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος.

Αυτά, δεν είναι απλώς παραλογισμοί. Αυτές είναι σοβαρότερες, εξόχως επικίνδυνες καταστάσεις.

Ξεκίνησα το άρθρο μου τονίζοντας πως αυτή η υπόθεση ξεσκέπασε όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί – και θέλω να κλείσω μ’ αυτό. Η μάχη που βλέπουμε τώρα, δεν είναι του αν η ταράτσα είναι δημόσιος χώρος, δεν είναι αν ο σκηνοθέτης είναι είναι δεξιός ή αριστερός, δεν είναι αν η οικογένεια ήθελε οικειοποιηθεί το καταληφθέν οίκημα ή επιτέθηκε στους αστυνομικούς, δεν είναι αν οι σφαίρες που έριξαν αλλού (εξ επαφής!) σε κοπέλα είναι σφαίρες ή …μπάλες.

Η μάχη της ταράτσας, έχει να κάνει με το αν η πολυκατοικία στην οποία μένουμε όλοι είναι δεξιά, ή ακροδεξιά. Ο Χρυσοχοΐδης δεν μετρά – είναι αναλώσιμος, αυτό δεν είναι απλώς σαφές αλλά και εξαρχής αναμενόμενο. Επιπλέον, αυτή η μάχη δεν αφορά τους αριστερούς, και το λέω τελείως σοβαρά: σε όλο αυτό που συμβαίνει φρονώ ότι ίσως για μία και μοναδική φορά, η αριστερά πρέπει να μείνει σιωπηλή. 

Η δεξιά, καθορίζει και καθορίζεται με την στάση της σ’ αυτήν την συγκεκριμένη υπόθεση με μία συγκεκριμένη γραμμή. Οι θέσεις είναι ξεκάθαρες. Νομίζω ότι φτάνει πια με τα μισόλογα, τα πότε έτσι και πότε αλλιώς. Τα γάντια έχουν βγει – δεν υπάρχουν πια κανόνες. Ας διώξει ο πιο ισχυρός τον πιο ανίσχυρο από την ταράτσα, για να ξέρουμε και εμείς με την σειρά μας, τι ακριβώς μας κυβερνά.

Αν μας κυβερνά το «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» – ή όχι. Δεν υπάρχει εδώ «μέση λύση»: ή παίρνουμε αυτόν τον δρόμο, ή όχι. Ας το λύσουμε μία και καλή, ξεκάθαρα.

Αλλιώς, οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν τσακώνονται αέναα μεταξύ φιλοφρονήσεων στην ταράτσα ανεχόμενη ουσιαστικά η μία την άλλη, και το ξύλο θα συνεχίσουμε να το τρώμε μάλλον εμείς οι υπόλοιποι.

Και δεν θα υπάρχουν πάντα κάμερες να μας δικαιώνουν, ούτε θα έχουμε διάσημους φίλους να ορκίζονται για μας.

Τις τελευταίες μέρες – και όχι μόνο – γίνεται λόγος για την διευκόλυνση της ψήφου των ψηφοφόρων εκτός ελλάδος – και, όσο πλησιάζουμε σε μία απόφαση, τα επιχειρήματα νιώθω πως γίνονται όλο και πιο έντονα.

Κατέληξα να διαβάζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ακροδεξιοί, δεν έχουν καμία σχέση με το σήμερα, ότι είναι ξεκομμένοι από την ελληνική πραγματικότητα. Προσωπικά αισθάνομαι πως έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό (αν βρω κατι αργότερα θα το συνδέσω στο άρθρο) μα αξίζει νομίζω να γίνω ξεκάθαρος για την θέση μου στο θέμα:

Είναι αδιανόητο να μην διευκολύνεις με όποιον τρόπο μπορείς την ψήφο ενός πολίτη με δικαίωμα ψήφου.

Αυτό είναι όλο. Δεν έχει καμία σημασία τι θέλει να ψηφίσει, πόσο ασχολείται, αν μιλάει ελληνικά ή έμαθε τα αμερικάνικα και ξέχασε όλα τα άλλα – κάθε πολίτης με δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να διευκολύνεται με κάθε δυνατό τρόπο, να ασκησει αυτό το δικαίωμα.

Στην πραγματικότητα, για να το δούμε καθαρά, ΗΔΗ αυτός ο άνθρωπος, με όσα του σέρνει ο καθείς, ΜΠΟΡΕΙ να ψηφίσει. Πρέπει πιθανόν να πάρει άδεια, να πληρώσει εισιτήριο πήγαινε-έλα, να βρει το εκλογικό του τμήμα – ναι, είναι ταλαιπωρία και κόστος, αλλα σε καθε περίπτωση μπορεί να το κάνει.

Μπορεί, καθώς είναι ήδη εγγεγραμμένος σε κάποιον κατάλογο.

Αυτό που αλλάζει πρακτικά, είναι πως, αν για παράδειγμα πρέπει να έρθει στην Ελλάδα για να ψηφίσει, θα το κάνει ο πιο πλούσιος, ή εκείνος που έχει την δυνατότητα να λείψει από την δουλειά του – μία ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Αν πρέπει να φτάσει στο προξενείο ή στην πρεσβεία του, και μόνο εκεί να μπορέσει να ψηφίσει, ίσως, σε χώρες πχ όπως η Αυστραλία, αυτό να μην είναι εύκολο ή αυτονόητο.

Αυτό είναι όλο. Αυτή είναι αυτήν την στιγμή η μόνη διάκριση: η ευκολία ψήφου.

Θα δεχθώ να συζητήσουμε για το αν, ο τροπος που θα προταθεί για να ψηφίσουν αυτοί οι άνθρωποι είναι, τελικά, λανθασμένος. Πολύ ωραία, ας βρούμε έναν καλύτερο, πιο ασφαλή ή πιο αντιπροσωπευτικό.

Θα δεχθώ να ακούσω κάθε πρόταση για αλλαγή του νόμου, πχ. Κάποιος που δεν φορολογείται στην Ελλάδα να χάνει το δικαίωμα ψήφου – να το συζητήσουμε, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Κάποιος που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα σε χρονικό διάστημα μίας εικοσαετίας, ή που απέχει ήδη από περισσότερες από Χ ψηφοφορίες, εντός ή εκτός Ελλάδας, να το συζητήσουμε. Αλλά αυτό είναι αλλαγή των κανόνων – όσο ισχύουν οι κανόνες, πρέπει να είναι για όλους όσο το δυνατόν πιο εύκολο να τηρηθούν, και οι υποχρεώσεις, και τα δικαιώματα.

Άλλωστε, μία σκέψη για τον Έλληνα μετανάστη που έχει στερηθεί πρακτικά το όποιο δικαίωμα ψήφου του επειδή ακριβώς έφυγε από την Ελλάδα: Θα ήθελα, πχ, αντίστοιχη ευκολία για να ψηφίσουν και να αλλάξουν τις χώρες τους, να έχουν και οι πρόσφυγες εδώ. Κάθε άνθρωπος που φεύγει από την χώρα του, είτε για καλύτερη διαβίωση, είτε γιατι εκεί χάνει ανθρώπινα δικαιώματά του, είτε γιατί εκεί καταπιέζεται πολιτικά ή κοινωνικά, θα έπρεπε να έχει ίση φωνή με τους άλλους για την κατάσταση που επικρατεί και για τις αλλαγές που χρειάζεται. Για κάθε πρόσφυγα λοιπόν που βλέπω να χάνει την φωνή του, το πρόσωπό του και την ύπαρξή του εδώ, θα ήθελα να του δώσω την ευκαιρία να έχει γνώμη για να αλλάξει την πατρίδα του. 

Την ίδια ευκαιρία, προσωπική μου γνώμη είναι, ότι την δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι που έχουν την δημοκρατική τιμή να βρίσκονται σε έναν εκλογικό κατάλογο. Και δεν θέλω να την στερηθεί κανείς επειδή δεν είναι αρκετά πλούσιος, ή δεν έχει αρκετές δυνατότητες να εκφραστεί εκλογικά.

«Η αισθητική είναι ενιαία» λέει ο Λιάγκας. «Την δείχνουν γιατί είναι πολιτικά ορθό πια», συνηγορεί η Γκαγκάκη.

Γιατί; Γιατί μία ευτραφής κοπέλα, βρίσκεται σε εκπομπή για μοντέλα. «Φταίει κι αυτή που πάει στην εκπομπή», συνηγορεί ο Λιάγκας. «Είμαι υποχρεωμένος να την βλέπω να αλοίφεται με λάδια και να είναι στην παραλία σαν …διαφήμιση της Greenpeace;» αναρωτιέται ο παρουσιαστής.

Προφανώς, η εκπομπή θα τραβήξει νούμερα αν ακροβατήσει ανάμεσα σε απόψεις, και προφανώς, ότι η γυναίκα ειναι φάλαινα (μην κρυβόμαστε με την διαφήμιση της Greenpeace μεταξύ μας, να χαρείτε) και δεν έχει καμία δουλειά με «αληθινά» μοντέλα είναι μία άποψη που την μοιράζονται αρκετοί ανάμεσά μας. Περισσότερο όμως με ανησυχεί, που η υποστήριξη της ενόχλησης αυτής, επαφύεται σε εκφράσεις όπως «ενιαία αισθητική» και «πολιτικά ορθό», που, υποσυνείδητα (ή όχι) παραπέμπουν σε άλλες ιδεολογίες, σαφώς πιο επικίνδυνες. Θα με ρωτήσεις – εύλογα- «μα τι άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί, μια χοντρή θέλουν να εξευτελίσουν», και θα σου απαντήσω ότι ναι, αλλά το πρόβλημά μου είναι ο τηλεθεατής.

Γιατί αυτός που το ακούει θα δυσκολευτεί να κατανοήσει ότι «ενιαία αισθητική» ούτε υπάρχει, ούτε πολύ περισσότερο επιβάλλεται, ότι αυτό που λοιδορείται ως «πολιτικά ορθό», πολύ συχνά είναι αποτέλεσμα μίας μάχης που δόθηκε με πολύ μεγάλες απώλειες, κόντρα σε μία αδικία που επικράτησε ως νόρμα, και ότι το «και αυτή φταίει», συνήθως καταληγει με άνεση στο «αυτή φταίει» – προωθώντας, χωρίς να γίνει αντιληπτό, την ευθύνη της αυτολογοκρισίας απέναντι σ’ αυτό το θολό «ενιαία αισθητική» – όπως το ορίζει ο καθένας μας.

Το να κοροιδεύει κάποιος μία κοπέλα που έχει περισσότερα κιλά είναι άσχημο, το να το κάνει για τα νούμερα είναι χειρότερο, αλλά το να το κάνει με αυτήν την (επικίνδυνη, κατ’ εμέ) ρητορική, είναι τρομακτικό.

Εδώ η κριτική για την παρουσία της:

Ας ξεκινήσουμε ξεκαθαρίζοντας κάτι: Όλοι, από όπου και αν προέρχονται (πλούσιοι, φτωχοί, αγράμματοι, μορφωμένοι, από ιδιωτικά πανεπιστήμια ή κρατικές σχολές) κρίνονται πρωτίστως για το έργο τους, όχι για την διαδρομή τους. Ένας φτωχός δεν θα σκεφτεί απαραίτητα τους φτωχούς, ένας πλούσιος δεν θα προσπαθήσει απαραίτητα να προστατέψει την τάξη του – και πάει λέγοντας. Οι πράξεις τους είναι αυτές που λαμβάνονται υπόψιν, όσο τουλάχιστον αφορά την δική μου, προσωπική μου αξιολόγηση.

Το ληξαμε αυτό; Ας το ελπίσουμε. Πάμε τώρα στο προκείμενο:

Ο Κώστας Καραμανλής, νέος Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΠΟΤΕ ότι είναι «αποβράσματα» όσοι χρησιμοποιούν τις δημόσιες συγκοινωνίες χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο. ΠΟΤΕ. Αυτό είναι μία μετάφραση της είδησης που πλησιάζει τα όρια του fake news, και θα σας εξηγήσω μετά την διαφορά: ΠΟΤΕ όμως δεν είπε ότι τους θεωρεί ο ίδιος «αποβράσματα».

Μην δεχθείτε τον λόγο μου γι’ αυτό, ας αρκεστούμε όλοι μαζί στην κουραστική, πλην τίμια απομαγνητοφώνηση:

[…] και μάλιστα, αυτό που σκεφτόμαστε να κάνουμε, είναι κάτι το οποίο έχει συμβεί στην Γαλλία, είναι να υπάρξει μία πολύ μεγάλη διαφημιστική καμπάνια -και στην Αμερική- για τους λεγόμενους τζαμπατζήδες κ. Πορτοσάλτε, δηλαδή το ζήτημα δεν είναι να έρθω εγώ να σε πιάσω, το ζήτημα είναι ότι ο ίδιος ο άνθρωπος που κάνει, ε, αυτήν την πράξη, πρέπει να νιώθει, ως, απόβρασμα της κοινωνίας, δεν είναι δυνατόν, να μπαίνουμε, τζάμπα, στο μετρό.

Όλη η συνέντευξη εδώ, το απόσπασμα στο 15:32″

ΔΕΝ λέει λοιπόν ότι είναι αποβράσματα. Λέει όμως ξεκάθαρα, ότι το κράτος πρέπει να οργανώσει μία διαφημιστική καμπάνια, στην οποία να παρουσιάζονται ως αποβράσματα. Η διαφορά εδώ είναι τεράστια, και επιτρέψτε μου να επιχειρηματολογήσω.

Το αν ο Καραμανλής τους θεωρεί «αποβράσματα» ή όχι, είναι πρωτίστως δική του υπόθεση. Μπορεί να πιστεύει ο,τι θέλει, θα τον κρίνω, θα του την πω αν τελικά διαφωνώ μαζί του, και θα προσέξω (ως πολίτης λέμε τώρα) πολύ καλά να μην περάσει την δική του, προσωπική θέση, ως ενέργεια του κράτους όλων μας – εν πολλοίς να μην τους αντιμετωπίσει ως «αποβράσματα».

Όμως εδώ ο Υπουργός λέει κάτι άλλο, βαθύτερο. Λέει ότι θα κάνει ενέργειες, ως κράτος, ώστε να πείσει τους πολίτες (τους ίδιους που παρανομούν, και όλους εμάς τους υπόλοιπους) να τους δούμε και να τους αντιμετωπίσουμε ως «αποβράσματα».

~

Ακούστε, γενικά θα συμφωνήσω σε κάτι, για να εξηγούμαστε: Είναι παράνομο να μην πληρώνεις εισιτήριο όταν χρησιμοποιείς μία υπηρεσία. Μπορώ να δεχθώ αγγόγυστα και την άλλη πλευρά, που λέει «τα έχουμε χρυσοπληρώσει με τους φόρους μας» κλπ – αλλά η μάχη αν το πιστεύει κανείς αυτό δίνεται πάντα στο «να μην υπάρχει εισιτήριο για κανέναν», κεντρικά και δομικά δηλαδή – όχι να μην υπάρχει μόνο για όσους δεν φοβούνται να επαναστατήσουν σ’ αυτό που θεωρούν δίκαιο (όπως έγινε και με τις μπάρες).

Ανεξαρτήτως αντίδρασης, το κράτος έχει υποχρέωση (κατ’ εμέ, για σας μπορεί να είναι αλλιώς) να προστατεύει τους πολίτες που έχουν ανάγκη να μετακινηθούν, αλλά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το πράξουν. Άνεργοι, άνθρωποι που μπορεί να εργάζονται – αλλά έχουν χαμηλά εισοδηματικά κριτήρια, κλπ είναι για μένα θεμιτό και φρόνιμο, να έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν που μπορεί να διανύσουν με τα πόδια, πχ. Και πρακτικά (ή τεχνοκρατικά, αν θέλετε) να το σκεφτεί κανείς, κάποιος που δεν μπορεί να πληρώσει εισιτήριο, και είναι νομοταγής, δεν θα το κάνει – και αυτό θα δημιουργήσει δύο στρεβλές καταστάσεις: ο ίδιος δεν θα μπορεί να δουλέψει πχ σε μεγαλύτερες αποστάσεις, ή δεν θα εχει χρόνο να ξεκουραστεί, να περάσει με την οικογένειά του – κάτι αρκετά αντιπαραγωγικό αν θέλετε να το δούμε με αριθμούς, και το μέσο, πχ το τραίνο ή το λεωφορείο, θα ταξιδέψει την ίδια απόσταση έτσι και αλλιώς – αλλά άδειο και εν πολλοίς άχρηστο.

Είμαι σίγουρος ότι σε κάποιες «μοντέρνες, προηγμένες, παραγωγικές χώρες» θα έχουν ήδη αναλάβει τα έξοδα ώστε αυτές οι ομάδες που χρήζουν προστασίας να έχουν και αντίστοιχες ευκολίες στην μετακίνησή τους στις μεγάλες αχανείς πόλεις.

Όμως εδώ δεν συζητάμε το αν πρέπει και ποιοι να προστατεύονται από ένα ας το πούμε δικαίωμα μεταφοράς. Συζητάμε αποκλειστικά τι εικόνα πρέπει να έχει ο κάθε παραβάτης, και αν και πως το κράτος και πολίτες πρέπει να τον αποπέμψουν, ή να τον βοηθήσουν.

~

Προσωπικά θεωρώ ότι η σπίλωση μίας τέτοιας διαδικασίας, χωρίς να ληφθούν υπόψιν τα χαρακτηριστικά που οδηγούν σ’ αυτήν την πράξη, είναι μία εξαιρετικά σοβαρή, και ιδιαιτέρως επικίνδυνη διαδικασία. Όπως (θα έπρεπε να) μας έχει διδάξει πχ η αντίστοιχη που έγινε από το κράτος όταν συνελήφθησαν οι λεγόμενες «οροθετικές εκδιδόμενες γυναίκες» πριν από μερικά χρόνια, όταν το κράτος στοχοποιεί, και μάλιστα σε μία τόσο ευρεία ομάδα, τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο άσχημα.

Ιδίως αφού ο στόχος – όχι μία παράπλευρη απώλεια, αλλά αυτός καθ’ αυτός ο στόχος – είναι η υποβάθμιση πολιτών ως «αποβράσματα», η «εκπαίδευσή» μας να τους βλέπουμε εμείς ως τέτοιους και εκείνοι τον εαυτό τους, κάτι που θα οδηγήσει – ξανά, όχι ως πιθανή εξέλιξη, αλλά ως επι τούτου προσδοκόμενο αποτέλεσμα – να διχαστεί και να οδηγηθεί σε ακραίες σκέψεις (ειδικά με λέξεις όπως «αποβράσματα») μία ολόκληρη κοινωνία.

Μία κοινωνία που ήδη, στο παράδειγμα του 19χρονου Θανάση Καναούτη που σκοτώθηκε προσπαθώντας να γλυτώσει τον έλεγχο εισιτηρίων (ή δολοφονήθηκε από ελεγκτές σύμφωνα με τις καταγγελίες), η κοινωνία μας μάλλον μοιράστηκε (ελπίζω όχι ισόποσα) για το αν είχε ευθύνη – ακόμα και για το αν καλά έπαθε.

Η μαγιά πάνω στην οποία θα δούλευε μία τέτοια διαφημιστική καμπάνια θέλω να πω, δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα …επικοδομητική.

Ελπίζω και εύχομαι η αρχική σκέψη του Υπουργού να μην γίνει πράξη. Προσωπικά, αμφιβάλλω αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να μην τεθεί επι χάρτου, αλλά τουλάχιστον ελπίζω οι αντιδράσεις να οδήγησαν (ουσιαστικά, και όχι μόνο στο επίπεδο της συγνώμης) σε δεύτερες σκέψεις. Αλλά εδώ μιλάμε για το πρακτικό κομμάτι, και θα μου επιτρέψετε μία επιπλέον ανησυχία για το θεωρητικό επίπεδο στο οποίο προτίθεται να κινηθεί στο μέλλον η καινούργια κυβέρνηση: Φοβάμαι πως η στοχοποίηση εν γένει δεν θα είναι αποτέλεσμα ατυχών σκέψεων, αλλά προσεκτικού σχεδιασμού.

Και μία κοινωνία που εκπαιδεύεται να ορίζει μερίδα της ως «αποβράσματα» δεν μπορεί να φέρει τίποτα καλό, για κανέναν μας.

Υ.Γ.: Εδώ, η απολογητική δήλωση του Κ.Καραμανλή μετά τις αντιδράσεις για την αρχικη του θέση.

Τι δεν έχω καταλάβει; Η Μοροπούλου υποψήφια βουλευτής της ΝΔ εισέπραττε σύνταξη χηρείας. Παρότι άλλαξε ο νόμος το 2010, συνέχιζαν να τις καταβάλλουν το ποσό στον λογαριασμό της.

Το 2017, έγιναν (από την ίδια, από ότι καταλαβαίνω, αλλά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το σκεπτικό μου) ενέργειες για να μην εισπράττει το ποσό αυτό.

Γιατί όλη αυτή η φασαρία;

Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι έχει η ίδια ευθύνη για την άγνοια της αλλαγής του νόμου – δεν είναι δα ότι ήταν βουλευτής τότε η γυναίκα για να έχει επηρεάσει κάτι, ή να πρέπει να διαβάσει κάτι. Ο νόμος λέει ότι έχει – θαυμάσια, οφείλει να επιστρέψει το ποσό, και η ίδια το αποδέχεται (επιμένω στην θέση μου ότι δεν φταίει αυτή, και δεν θα έπρεπε να τιμωρηθεί με τόκους κλπ – αλλά, άσχετο).

Το κράτος όμως της κατέβαλλε τα χρήματα, δεν πήρε η ίδια ένα πιστόλι να τα κλέψει. Μεγαλύτερη -αν όχι αποκλειστική- ευθύνη έχει εκείνο λοιπόν, οι υπεύθυνοι που έπρεπε να ελέγχουν που πάνε τα χρήματα και γιατί (θυμίζω, 2010-2017, οι στιγμές που το κρατικό χρήμα έλειπε από παντού).

Η Μοροπούλου, γιατί φταίει; Γίνονται ενέργειες να επιστρέψει τα χρήματα, όλα αυτά γίνονται ήδη από το 2017, η ίδια δεν διεκδικεί να τα κρατήσει (ξανά: θα το έβρισκα απολύτως λογικό), γιατί της επιτιθέμεθα;

Ψάχνουμε να μισούμε μου φαίνεται, και, εκλογικά πάντα, καθόλου σε καλό δεν θα μας βγει αυτό…

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την συμφωνία των Πρεσπών, είτε ότι ήταν μία αρνητική, είτε ότι ήταν θετική συμφωνία, είτε πίστευε αυτό που πίστευε βαθιά μέσα του, είτε το χρησιμοποίησε πολιτικά, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Η κυβέρνηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρήκε τους 151+ που χρειαζόταν, και επικύρωσε από την Βουλή την συμφωνία μας με τους σκοπιανούς-φυρομίτες-βορειομακεδόνες γείτονές μας.

Την κάναμε την συμφωνία, άλλοι στεναχωρήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, και άλλοι δεν έδωσαν δεκάρα και συνέχισαν τις ζωές τους.

Το όνομα όμως, δεν ήταν ούτε το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό ζητούμενο αυτές τις ημέρες.

Πίσω από μία αμφιλεγόμενη απόφαση, υπήρξε μία εξαιρετικά επιζήμια διαδικασία, ένα μαχαίρι που μας πλήγωσε βαθιά, όλους μας, και μία μάχη που όχι μόνο χάσαμε, όχι μόνο δεν δώσαμε, αλλά και μόνοι μας, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό, με την δική του προσωπική ατζέντα, σχεδόν παραδώσαμε στον εχθρό.

Την μάχη με την ακροδεξιά.

~

Η συμφωνία ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, βούτυρο στο ψωμί της εθνικιστικής ρητορικής. Ήταν πολύ ξεκάθαρο, (όπως έγινε άλλωστε κατά κόρον και στο παρελθόν), ότι θα χρησιμοποιηθεί ώστε να μπολιαστεί ακόμα περισσότερο, ή και σε νέες γενιές που δεν είχαν καμία τριβή μ’ αυτό, μια σκέψη για εδάφη, χαμένες πατρίδες, προδότες που ξεπουλάνε την χώρα μας – στοιχεία δηλαδή που αποτελούν την βάση ενός σημερινού (παγκόσμιου, όχι μόνο ελληνικού) ακροδεξιού σκεπτικού.

Προφανώς, υπήρχε ένα στοίχημα να κερδηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους:

Η μεν κυβέρνηση, χρησιμοποίησε ως εύκολο επιχείρημα τον υπαρκτό, πράγματι, απέναντί της ακροδεξιό λόγο για να χαρακτηρίσει σχεδόν κάθε αντίθεση. Η κατάθεση της πλήρους συμφωνίας -μία κίνηση σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση- ήρθε πολύ, πολύ αργά, και είχε, τελικά, αντίκτυπο σε πολύ λιγότερο κόσμο τελικά.

Η δε αντιπολίτευση – κυρίως με την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας – υπήρξε το λιγότερο καταστροφική, και οδήγησε στην πλήρη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας, επιτιθέμενη κυρίως με συναισθηματικά συνθήματα, και ελάχιστα στην ουσία της συμφωνίας. Το ότι ιστορικά είχε στο παρελθόν αποδεχθεί παρόμοιες, αντίστοιχες λύσεις ως συμβατές με τα ελληνικά συμφέροντα, και τώρα στην ουσία δεν θα είχε πεδίο αντίδρασης, δεν είναι καν αποδεκτή δικαιολογία, καθώς είναι σε όλους σαφές ότι απλώς, για ψηφοθηρικούς λόγους, απευθύνθηκε σε ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο, με σκοπό να διαφοροποιηθεί από τους «εθνομηδενιστές» αριστερούς.

Φυσικά, όπως είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, η ακροδεξιά στην Ελλάδα βγήκε μόνο κερδισμένη από όλο αυτό. Από την μία, για άλλη μία φορά ξεκαθάρισε την θέση της απέναντι στους προδότες αριστερούς, από την άλλη στηλίτευσε την υποκρισία των ευκαιριακά μακεδονομάχων δεξιών, δημιουργώντας ένα στιβαρό ακροατήριο που υπάκουσε πειθήνια σε μία βαθιά ακροδεξιά ρητορική.

Όλο αυτό δημιούργησε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σκηνικό.

Οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στις διαδηλώσεις δεν ήταν απλώς αποδεκτοί αλλά αναμενόμενοι, οι ξεκάθαρα χρυσαυγίτες πολιτικοί και μέλη της ναζιστικής οργάνωσης που επιτίθονταν με ρόπαλα «μασκαρεύτηκαν» ακόμα και επισήμως ως …ακροαριστεροί(!) και η αντίδραση των ΜΑΤ ως προσπάθεια διάλυσης των συλλαλητηρίων, ενώ κάθε χαρακτηρισμός -ακόμα και απολύτως δικαιολογημένος- για ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίστηκε a priori ως κακόβουλος.

Η ακροδεξιά κυμάτιζε περήφανη, κάτω από την πλήρη κάλυψη των αρνητών της συμφωνίας, και λειτούργησε ταυτόχρονα ως εξαιρετικό εργαλείο όσων έβρισκαν την συμφωνία θετική για τα ελληνικά συμφέροντα.

~

Και εκεί που θα έλεγες ότι πιο χαμηλά στο πολιτικό σκηνικό μας δεν έχει, τέσσερις πανομοιότυπες αναρτήσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους από χθες, δείχνουν ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τέλος, και βόθρος που λέγεται ακροδεξιά θα χωρέσει ακόμα πολύ κάλυψη – με οποιοδήποτε, ακόμα και τελείως παράλογο επιχείρημα.

Οι αναρτήσεις μέμφονται την ΕΡΤ και την κυβέρνηση για την παρουσίαση του θέματος της αναγραφής συνθημάτων σε σχολείο της Ξάνθης:

Οι αντιδράσεις γίνονται με βάση φωτογραφία που δείχνει την ΕΡΤ να έχει κείμενο «Ρατσιστικά συνθήματα μίσους και τρομοκρατίας στους τοίχους του 3ου ΓΕΛ Ξάνθης» ενώ προβάλλεται το σύνθημα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Οι θετικές αντιδράσεις μετριούνται από μερικές εκατοντάδες, μέχρι χιλιάδες.

Στην πραγματικότητα, το ρεπορτάζ της ΕΡΤ (που μπορείτε να το δείτε ολόκληρο εδώ ξεκινά από το 2:30″) περιελάμβανε όλες τις αναρτήσεις στους τοίχους του Λυκείου. Με μοιρασμένο χρόνο σε κάθε φωτογραφία, προβλήθηκαν και τα συνθήματα «ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ ΣΤΕΚΙ ΞΑΝΘΗΣ – ΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ», «ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΕΜΕΙ Η ΓΗ – ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ….. ΚΑΙ ΛΑΓΟΣ» (είναι θολωμένο το ΠΟΥΣΤΗΣ που έγραφε το σύνθημα), «ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ», ενώ το σύνθημα έπαιξε και δυο φορές με υπότιτλο από την ΕΡΤ «ΘΥΜΑ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ».

Πουθενά η ΕΡΤ δεν αναφέρθηκε στο ρεπορτάζ της ούτε στο Μακεδονικό ζήτημα – ούτε ως αιτιολόγηση της αναγραφής των συνθημάτων, ούτε ως αναφορά στις ευρύτερες αντιδράσεις για την συμφωνία των Πρεσπών. Ούτε και ο εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ποτέ στο Μακεδονικό ζήτημα ως εξήγηση για τα γκράφιτι.

Πουθενά.

Βέβαια, μία φωτογραφία δεν λέει λόγια, ούτε εξηγεί το ρεπορτάζ που έπαιξε. Όμως ακόμα και η σταθερή εικόνα που παρουσιάζεται στους αντιδρούντες έχει σε περίοπτη θέση έναν κέλτικο σταυρό (όπως και όλες οι υπόλοιπες που γράφτηκαν στους τοίχους – με ξεκάθαρο ναζιστικό υπόβαθρο) φροντίζοντας να μην υπάρχει καμία απολύτως παρερμηνεία για τους συντάκτες των συνθημάτων και την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Αν και σε όλους όσους έφεραν αυτό το θέμα στην δημοσιότητα κάποιοι φρόντισαν (ευγενικά ή μη) να το επισημάνουν, η μοναδική ουσιαστική αντίδραση ήταν αυτή:

Δεν είναι κέλτικος ο σταυρός, καθώς δεν εξέχει. Όλα τα άλλα είναι λίγη σάλτσα παραπάνω.

~

Το γεγονός ότι η ακροδεξιά συμπορεύεται με την «Μία και Μοναδική Ελληνική Μακεδονία» θα μπορούσε να είναι μία εξαιρετική περίπτωση όπου η δεξιά ή έστω φιλελεύθερη σκέψη θα έθετε εαυτόν ξεκάθαρα εκτός άκρων, απλώς και μόνο καταδικάζοντας τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όχι μόνο προς το συμφέρον της, αλλά και προς το συμφέρον όλων μας: Η στάση του (προσωπικά απολύτως αντιπαθούς) Νίκου Δένδια στην Βουλή ο οποίος χειροκροτήθηκε αυθορμήτως από τους Συριζαίους βουλευτές όταν μίλησε στους χρυσαυγίτες για ναζιστικά σύμβολα – όπως επίσης και η στάση των Νεοδημοκρατών πολιτικών που χειροκρότησαν τον Συριζαίο βουλευτή Κοντονή που πήρε αμέσως μετά τον λόγο με αντίστοιχο περιεχόμενο, ήταν μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι μπορούμε με ηρεμία να κάνουμε το πρώτο βήμα για να συμφωνήσουμε στα βασικά, και να θέσουμε τις όποιες διαφωνίες ο καθένας έχει, με νηφαλιότητα και σοβαρότητα πάνω σε πραγματικές βάσεις.

Ο στρουθοκαμηλισμός και οι παρωπίδες οδήγησαν σε βαθιά ήττα όχι μόνο ακόμα και των όποιων σοβαρών αντιδράσεων στην συμφωνία που πνίγηκαν στις ακροδεξιές κραυγές, αλλά εν τέλει και όλους εμάς που αύριο θα πρέπει να ζήσουμε με τον αντίλαλο των ακροδεξιών αυτών φωνών, που θα μιλάνε, με δημόσιο βήμα, όλο και πιο έντονα, στην καθημερινότητά μας.

Είχαμε μία ευκαιρία να κάνουμε μία συμφωνία ίσως σημαντικότερη ακόμα και από αυτή για την οποία κληθήκαμε να πάρουμε θέση, μία συμφωνία αρχών, μία συμφωνία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς μισαλλοδοξία, για μία καλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη συμβίωση.

Ήταν μία συμφωνία που, όλοι μαζί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, αρνηθήκαμε να υπογράψουμε:

Δεν καταφέραμε να αποσύρουμε το «Ακροδεξιά» από το όνομα, την ιστορία, και το ύφος της χώρας μας και των πολιτών μας.

Και όσο βουλιάζουμε σε ένα ευκαιριακό και εύκολο μίσος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη άλλων χωρών γύρω μας και μακρυά μας, που βυθίζονται σε μία βαθύτατη ακροδεξιά ρητορική.

Είναι ακόμα εφικτό θεωρώ. Απλώς, είναι όλο και πιο δύσκολο.

Συνηθίζεται, στην αλλαγή του χρόνου να κάνουμε απολογισμούς και ευχές. Ευχές και όνειρα για το νέο έτος, με την ελπίδα πως, αυτήν την φορά, θα μπούμε επιτέλους στον κόπο να τα πραγματοποιήσουμε.

Τα όνειρα όμως, δεν θα γίνουν μόνα τους. Το χρήμα δεν θα πέσει από τον ουρανό, η υγεία δεν είναι βέβαιη αν δεν κάνουμε και εμείς αυτό που πρέπει με την σειρά μας, η φιλία και η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα αγώνα και αμοιβαίων υποχωρήσεων, όχι απλώς τύχης.

Το 2018, μου έδειξε πόσο γυμνοί είμαστε. Πέρσι σαν τέτοιον καιρό ονειρευτήκαμε ειρήνη, αλλά ο δολοφονηθείς Κατσίφας ηρωποιήθηκε από τα πιο επίσημα δυνατόν χείλη ως σπόρος για άλλους Κατσίφες αργότερα,

Ονειρευτήκαμε ανθρωπιά, αλλά για την Ελένη Τοπαλούδη φυλάξαμε τις χειρότερες κατάρες και κριτικές,

Ονειρευτήκαμε δικαιοσύνη, αλλά αν δεν υπήρχε μία τυχαία κάμερα, ο Κωστόπουλος θα ήταν από τις αστυνομικές πηγές «ναρκομανής κλέφτης που έπεσε επάνω του μία τζαμαρία» και από την κοινωνία μας παρέμεινε «ένας αρρωστημένος πούστης λιγότερος»,

Ονειρευτήκαμε ασφάλεια αλλά μετά τους 100 πλέον νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι προσδοκίες για μία ασφαλή ρυμοτομία έγιναν η πολυφορεμένη τόσα χρόνια πολιτική με νομιμοποιήση των υπαρχόντων αυθαιρέτων,

Ονειρευτήκαμε καλύτερη οικονομία, και βρεθήκαμε αυτούς που βρίζαμε λίγα χρόνια πριν να τους θεωρούμε τώρα «σοβαρούς επενδυτές», να ξεχνάμε τα Mall και να κάνουμε τις βόμβες «εξαγώγιμη πολεμική βιομηχανία»,

Ονειρευτήκαμε το τέλος του ρατσισμού, αλλά ο Πετρίτ Ζίφλε δολοφονήθηκε και ο Εμντί Ιμάμ Ουντίλ γλύτωσε το σπασμένο κεφάλι προτάσσοντας το χέρι του για να επιβιώσει του τυφλού μίσους,

Ονειρευτήκαμε μία φιλόξενη, ανθρώπινη γη αλλά δεκάδες πνίγηκαν πάλι στα υδάτινα σύνορά μας, και όσοι γλύτωσαν βιάζονται και κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ψυχολογικά και σωματικά τραυματισμένοι στα φιλόξενα και γεμάτα σκουπίδια και υπερπληθυσμό στρατόπεδα συγκέντρωσής μας,

Ονειρευτήκαμε μία αξιόπιστη δημοσιογραφία αλλά τα μέσα διανύουν τις χειρότερες στιγμές τους, συγκεντρώνονται σε ελάχιστους ισχυρούς ομίλους, επιβιώνουν με σκοτεινά έσοδα και εξυπηρετούν πρωτίστως όποιον πληρώνει αγνοώντας κάθε είδηση που «δεν αρέσει» στους χρηματοδότες τους,

Ονειρευτήκαμε κράτος δικαίου, και ακόμα και τώρα άνθρωποι αυτοκτονούν και δολοφονούνται στα Κολαστήρια – φυλακές μας χωρίς ουδείς να αναλαμβάνει την ευθύνη τους,

Ονειρευτήκαμε ευημερία και κάποιοι συνάνθρωποί μας ακόμα και απόψε είναι τυχεροί αν ζεσταίνονται με σόμπες – καθώς οι περισσότεροι δεν αντέχουν να αγοράσουν τα υπερφορολογημένα καύσιμα θέρμανσης για να την βγάλουν και αυτόν τον κρύο χειμώνα.

~

Τα όνειρά μας παρέμειναν ευχές. Δεν είναι περίεργο, κάθε άλλο – όταν αναλωνόμαστε σε εσωτερικές κόντρες όπου ο ένας βρίζει τον άλλον είναι δύσκολο να δώσουμε το χέρι ο ένας στον άλλον για να βοηθήσουμε μαζί, όλοι μαζί, τα (κοινά) όνειρά μας να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα:

Ποδοσφαιροποιούμε την πολιτική, ανάγουμε τους αρχηγούς σε ηγέτες, τους ηγέτες σε βασιλιάδες, σε σύμβολα που δεν αντέχουμε να τα αγγίξει κανείς, παίρνουμε κάθε μομφή προσωπικά και μαχόμαστε αναλόγως, για κάθε κριτική υπάρχει και ένα βολικό «ναι, αλλά ο δικός σου», και αρκούμαστε ικανοποιημένοι σε μικρές ανούσιες νίκες, όταν ο κάθε Εμντί Ιμάμ Ουντίλ πασχίζει να επιβιώσει σε ένα πάρκινγκ απέναντι σε έναν δολοφόνο με ένα λοστάρι που του σημαδεύει το κεφάλι, ο κάθε ανώνυμος φυλακισμένος στα κολαστήρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να εκτίσει την ποινή του, η κάθε Ελένη να μην θεωρείται δεδομένη από κανέναν, ο κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βαστάει άλλη μία μέρα με το παιδί του με την ελπίδα να γλυτώσει από το κρύο της σκηνής, να προλάβει να του μείνει φαγητό να φάει ή να μην τον βιάσουν αύριο.

Μπορούμε έτσι να ονειρευόμαστε όσο θέλουμε, αλλά το 2019 δεν θα μας φέρει τίποτα καλύτερο.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ εγώ, είναι να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί σε όσα συμφωνούμε: Όσοι συμφωνούμε ότι η ασφάλεια των φυλακισμένων μας είναι ευθύνη πρωτίστως της κοινωνίας μας, να απαιτήσουμε να τιμωρείται όποιος και να είναι υπεύθυνος όταν διακινδυνεύεται. Όσοι συμφωνούμε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έχουν στόχο τον άνθρωπο αλλά την φυλή, να τα καταδικάσουμε χωρίς «ναι, μεν αλλά». Όσοι συμφωνούμε ότι το θύμα δεν προκαλεί και δικαιολογεί τον θύτη, να το ξεκαθαρίσουμε ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο δράστης. Όσοι συμφωνούμε ότι η δικαιοσύνη οφείλει πρωτίστως να προστατέψει, να απαιτήσουμε να τιμωρηθεί παραδειγματικά κάθε ένας που παραβαίνει αυτήν την βασική αρχή. Όσοι συμφωνούμε ότι κανείς δεν πρέπει να κρυώνει τον χειμώνα, ότι όλοι πρέπει να έχουν στέγη, φαγητό, και υγεία, να το απαιτήσουμε όποιος και να είναι στην εξουσία.

Όσο τρωγόμαστε μεταξύ μας, όσο μαχόμαστε ο ένας τον άλλον με όπλο τις διαφορές μας και όχι τα κοινά μας ιδανικά, η εκάστοτε εξουσία μένει εκτός κριτικής, και ο κόσμος μας δεν έχει κανέναν-απολύτως-λόγο να παλέψει για να γίνει καλύτερος.

Μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας ένα καλύτερο 2019 από το 2018 που πέρασε. Αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα η ευχή μου, αν δεν κάνουμε -επιτέλους- κάτι όλοι μαζί γι’ αυτό.

Διαβάζοντας το («εν θερμώ» όπως λέγεται η αντίστοιχη στήλη του thepressproject) κείμενο του Κωνσταντίνου Πουλή «Και τώρα, αγαπητοί νοικοκυραίοι;» μου γεννιέται μία άλλη διαδρομή σκέψης:

Δυστυχώς, δεν ήταν κλέφτης ο Ζακ. Δυστυχώς δεν ήταν πρεζόνι. Δυστυχώς, είχε φίλους, που ορκίζονται στο όνομά του, δυστυχώς, ήξεραν όλοι την ταυτότητά του, δυστυχώς, ήταν ο Ζακ, μάχιμος οροθετικός και περήφανος ομοφυλόφιλος.

Ήλπιζα τουλάχιστον μέσα μου, να ήταν ναρκομανής. Ειλικρινά μιλάω, εγώ δεν τον ήξερα τον άνθρωπο, ήλπιζα να ήταν πρεζόνι, και ο,τι έκανε να ήταν αποτέλεσμα στέρησης, αφού δεν στάθηκε αρκετή δικαιολογία η υποτιθέμενη απόπειρα κλοπής. Ήταν η τελευταία μου ελπίδα.

Φευ.

«Ο Ζακ είναι ένας από εμάς», γράφει παντού στην Αθήνα.

Τι κρίμα.

Τι κρίμα να πρέπει να είναι ένας από εμάς για να νοιαστούμε. Τι κρίμα να πρέπει να έχει ονοματεπώνυμο, να έχει ταυτότητα, να έχει παρουσία και θετική στάση στους συνανθρώπους του, τι κρίμα να είναι «καθαρός» (πόσο αισχρή λέξη μοιάζει, ε;), να μην είναι κλέφτης, ζήτουλας, πρεζάκι, ζητιάνος, κακομοίρης.

Τι κρίμα που η κοινωνία μας, χρειάζεται πιστοποιητικά «ορθώς φέρεσθαι» για να φτάσει κάποια στιγμή, επιτέλους (και αν), να πει «κρίμα το παιδί».

Δεν θέλω ο νοικοκυραίος να πει τελικά μετά από όλα αυτά, «κρίμα το παιδί».

«Και αν ήταν γνωστός σου; ο αδελφός σου; Αν ήταν το παιδί σου, αν ήταν ο φίλος σου;»

Αδελφός μου, είναι ο κοσμηματοπώλης που του πετάει μία πέτρα. Φίλος μου, είναι ο μεσίτης, που βρίσκει την ευκαιρία να ματώσει τις μπότες του. Παιδί μου, είναι ο αστυνομικός που τον πατάει κάτω, ο νοσοκόμος που τον πάει δέσμιο στον θάνατό του. Γνωστός μου, είναι αυτός που κοιτάει ένα λιντσάρισμα χωρίς να παρεμβαίνει – είτε από ηδονή, είτε από φόβο.

Αυτά είναι τα αδέλφια μου. Αυτοί είναι οι φίλοι μου. Αυτοί είναι τα παιδιά μου. Αυτοί είναι οι γνωστοί μου.

Κοιτάζω γύρω μου – σ’ αυτήν την κοινωνία ζω. Αυτός είναι ο περίγυρός μου.

Και σ’ αυτήν την κοινωνία, δεν θέλω να τον αντιμετωπίσει η αστυνομία διαφορετικά επειδή είναι ο γνωστός Ζακ, οι δημοσιογράφοι διαφορετικά επειδή είναι φίλος πολλών επωνύμων, δεν θέλω να νοιαστούν οι γύρω μου επειδή τελικά δεν ήταν πρεζάκι, κλέφτης – θέλω να θεωρήσουν άδικο τον θάνατο ακόμα και αν ήταν πρεζάκι ή κλέφτης. Ειδικά αν ήταν πρεζάκι και ανώνυμος κλέφτης.

Αυτό, θα είχε πράγματι νόημα. Έτσι, θα είχαμε πράγματι καταφέρει κάτι.

Αν αυτή η κοινωνία μάθει να νοιάζεται μόνο όταν ο άλλος περνάει τα τεστ της «κοινωνικής αποδοχής», αν νοιάζεται μόνο όταν το θύμα της μοιάζει, μπορεί όντως να γίνει λίγο πιο επιφυλακτική στο μέλλον, ναι – αλλά δεν διόρθωσε αληθινά τίποτα.

Στο κάτω, κάτω, αν ψάξει κανείς καλά, θα βρει λόγους να μην είναι ο Ζακ το παιδί του. Θα δημιουργήσει άμυνες για να απέχει από την σύνδεση, για να προστατευτεί και να μην θυμώσει τελικά. Είναι εύκολο, δεν θα εκλείψουν λόγοι να διαφέρει ο καθένας. Αν μπεις σ’ αυτό το παιχνίδι, σε κάθε προσπάθεια να σε συνδέσουν για να νοιαστείς, θα βρεις λόγους να αποσυνδεθείς για να απέχεις.

Ας προσπαθήσουμε έστω και αργά, έστω και αδικώντας τον, συνειδητά, με την ελπίδα να αλλάξουμε κάτι:

Ήταν κλέφτης λοιπόν ο άνθρωπος αυτός.

Κλέφτης, πρεζόνι και ανώνυμος.

Και όχι, δεν του άξιζε να πεθάνει.

Κρίμα το παιδί.

~

Διάβασε επίσης: Σπίτια σας, Κάτω από το γκρι, Οι θύτες

Αντιγράφω από το site της ΜΚΟ Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Οι επισημάνσεις όπως πάντα, δικές μου. Σκέψεις στο τέλος.

Θα θέλαμε να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για το γεγονός ότι περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και βίας που λαμβάνουν χώρα στη Μόρια της Λέσβου παραβλέπονται και χαρακτηρίζονται ως αναληθή από την ίδια τη διοίκηση του Κέντρου της Μόριας, παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις τόσο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα όσο και άλλων φορέων.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, ως ανεξάρτητη και αμερόληπτη ιατρική και ανθρωπιστική οργάνωση, δεν λαμβάνουμε καμία χρηματοδότηση από το ελληνικό κράτος και την ΕΕ. Αξίζει να επισημανθεί ότι στις περιπτώσεις που προχωράμε σε επίσημες καταγγελίες των βλαβερών συνεπειών των πολιτικών που επηρεάζουν άμεσα την υγεία και την αξιοπρέπεια των ασθενών μας, βασιζόμαστε αποκλειστικά σε συγκεκριμένα ιατρικά στοιχεία, που προέρχονται από τη δράση μας.

Από τον Ιανουάριο μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου 2018, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα έχουμε περιθάλψει στην κλινική μας, που βρίσκεται έξω από τον καταυλισμό της Μόριας, συνολικά 23 ασθενείς που ανέφεραν ότι υπέστησαν σεξουαλική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένου και βιασμού, μέσα ή γύρω από τον καταυλισμό. Από τους ασθενείς αυτούς, 14 ήταν ενήλικες και 9 ανήλικοι, εκ των οποίων κάποιοι ηλικίας μόλις 5 ετών.

Σε κάθε ένα από τα περιστατικά αυτά, ακολουθήσαμε το ιατρικό πρωτόκολλο, το οποίο περιλαμβάνει επείγουσα φροντίδα εάν απαιτείται, επείγουσα αντισύλληψη, πρόληψη της μετάδοσης του HIV και σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, εμβολιασμό και εργαστηριακές εξετάσεις. Σε όλες τις περιπτώσεις παρείχαμε, επίσης, ψυχολογική υποστήριξη.

Στη Λέσβο, συνεργαζόμαστε παράλληλα με το τοπικό νοσοκομείο, με σκοπό την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση των ιατρικών επιπλοκών της σεξουαλικής βίας. Για όλα τα περιστατικά παιδικής κακοποίησης που είδαν οι ομάδες μας, έχει ενημερωθεί η αστυνομία. Η ευθύνη διενέργειας ιατροδικαστικής εξέτασης και διερεύνησης των αναφορών σεξουαλικής βίας, καθώς και η προστασία των θυμάτων ανήκει στις αρμόδιες διωκτικές αρχές και συγκεκριμένα στην αστυνομία και τον εισαγγελέα.

Οι ομάδες μας βλέπουν σχεδόν σε καθημερινή βάση περιστατικά σεξουαλικής βίας και επιθέσεων, απόπειρες αυτοκτονίας, αυτοτραυματισμούς και σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία παιδιών, εφήβων και ενηλίκων. Και αυτό είναι ένα γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν

~

Ένα, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα μιλούν με στοιχεία. Δεν το είδαν αναρτημένο στο facebook, δεν το άκουσαν από κάποιον φίλο φίλου, το έζησαν, περιέθαλψαν ασθενείς ακόμα ΚΑΙ ΠΕΝΤΑΧΡΟΝΑ ΠΑΙΔΙΑ θύματα σεξουαλικής βίας. ΠΕΝΤΑΧΡΟΝΑ ΠΑΙΔΙΑ.

Δύο, για όλα τα περιστατικά έχει ενημερωθεί η αστυνομία. Έχει ενημερωθεί η αστυνομία. Έχει – ενημερωθεί – η – αστυνομία. Κανείς δεν μπορεί να κάνει ότι δεν ξέρει, μετά από αυτό. ΚΑΝΕΙΣ.

Τρία. Δεν το λένε μόνο οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα. Η ανακοίνωση λέει ότι έχουν ενημερωθεί και από άλλες ΜΚΟ που συνεργάζονται εκεί. Δεν είναι τσακωμένοι κάποιοι με κάποιους δηλαδή, υπάρχει ευρύτερη οπτική, και όλοι συμφωνούν ότι συμβαίνουν τέτοια πράγματα – και όχι μόνο, όπως διαβάσαμε εχθές από το ThePressProject – στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μόριας.

Τέσσερα. Η διοίκηση μιλάει για αναληθείς καταγγελίες. Δηλαδή ξέρει, έχει ενημερωθεί, έχει πάρει θέση, και αποφάνθηκε ότι οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα ψεύδονται.

Τέσσερα – ένα. Πως το ξέρει; Οι γιατροί μιλούν με στοιχεία. 23 ασθενείς (μόνο εκείνοι, χώρια οι όποιοι άλλοι), 9 παιδιά. ΠΑΙΔΙΑ. Συγκεκριμένα, με νούμερα, με στοιχεία. Η διοίκηση πως τα αντικρούει; Με τι στοιχεία;

Τέσσερα – δύο. Ποιος τα αντικρούει; Η διοίκηση; Έγινε ΕΔΕ; Ψάχνει μόνη της τα δικά της και λέει «δεν έγιναν, παραπλανάτε τον κόσμο;» Την έχει ελέγξει κανείς;

Πέντε: Είναι δουλειά της αστυνομίας – λέει η ανακοίνωση των Γιατρών Χωρίς Σύνορα – να φτάσει η υπόθεση στον εισαγγελέα. Όταν κάποιος καταγγέλλει, με στοιχεία, ότι κακοποιήθηκαν σεξουαλικά 23 άτομα και 9 παιδιά, ΠΡΟΦΑΝΩΣ θα έπρεπε να πάει στον εισαγγελέα. Πήγε; Αν ναι, τι δουλειά έχει στο συρτάρι του; Αν όχι, γιατί; Δεν έπρεπε να ελεγχθεί και αυτή η απραξία;

Έξι: Για άλλη μία φορά, η κυβέρνηση αδιαφορεί. Πεντάχρονα καταγγέλλεται ότι βιάστηκαν, και δεν κάνει την παραμικρή ενέργεια: έρευνα, αναζήτηση στοιχείων, επίρριψη ευθυνών. ΤΙΠΟΤΑ. ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ. Κρύβεται πίσω από την διοίκηση του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Όχι μόνο τώρα, ΕΠΙ ΧΡΌΝΙΑ αδιαφορεί για κάθε καταγγελία. Αυτό όμως, δεν μπορεί να μην αφορά την εισαγγελική έρευνα. Και οι ποινές, δεν μπορεί να μην αφορούν πολιτικούς προϊσταμένους των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Είτε έπαιρναν εντολές για να δρουν έτσι οι διοικήσεις, είτε τους άφηναν στην ησυχία τους να επιτρέπουν βιασμούς πεντάχρονων παιδιών.

Επτά: Αναρωτιέμαι γιατί τόση ησυχία. Οι Γιατροί είναι προφανές ότι δίνουν μάχη μόνοι τους, απέναντι στην απίστευτη σιωπή όλων. Όσο και αν αντιδράσουμε οι υπόλοιποι, οι πράξεις μας δεν θα μετρήσουν καθόλου – αυτό που χρειάζεται είναι να αντιδράσουν όσοι στηρίζουν με οποιονδήποτε τρόπο αυτήν την κυβέρνηση. Μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει κάτι.

Πως αντέχετε και κάνετε τα στραβά μάτια μωρέ;

Να μην αφήσουμε να ξεχαστούν για πάντα μέσα στα σκουπίδια και τη φρίκη τιτλοφορείται το άρθρο της Τζένης Τσιροπούλου για λογαριασμό του ThePressProject.

παραθέτω αποσπάσματα (όλο το άρθρο στο ThePressProject) – οι όποιες επισημάνσεις δικές μου:

Τραγικές και απάνθρωπες συνθήκες μονάχα επιβίωσης στη Μόρια, μέσα κι έξω από το επίσημο στρατόπεδο. Κάθε φορά που έρχομαι λέω δεν πάει χειρότερα και την επόμενη φορά είναι όλο και χειρότερα. Και ήμουν στη Μόρια από το καλοκαίρι του 2015. Μέσα λοιπόν στο επίσημο καμπ της ΕΕ, το οποίο έχει χωρητικότητα 3.000 ατόμων αλλά ζουν γύρω στα 7.500 άτομα -με το ένα τρίτο να είναι παιδιά- δύο και τρεις οικογένειες στοιβάζονται μαζί μέσα σε ένα κοντέινερ. Ο ιδιωτικός χώρος της καθεμιάς οριοθετείται με μία κουβέρτα-παραβάν. Οι άνθρωποι υποχρεώνονται κάθε μέρα να στέκονται δύο με τρεις ώρες στην ουρά για να πάρουν πρωινό, το οποίο ίσα-ίσα προλαβαίνεις να το φας και πας να ξαναστηθείς στην ουρά για το μεσημεριανό και μόλις φας την τελευταία μπουκιά πας να ξαναστηθείς στην ουρά για άλλες δυο-τρεις ώρες για να περιμένεις το βραδινό. Η αναμονή γίνεται σε έναν χώρο που μοιάζει με κλουβί και το φαγητό τις περισσότερες φορές είναι χάλια, μου λένε όλοι ανεξαιρέτως οι πρόσφυγες με τους οποίους συνομιλώ. Εφόσον το καμπ έχει γίνει άβατο για τους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ, ανεβαίνω στον λόφο δίπλα στη Μόρια και βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια την ατέλειωτη ανθρώπινη ουρά. […]

[…] «Οι ουρές χωρίζονται σε τρεις: μία για οικογένειες, μία για single men και μία για γυναίκες. Πάντα γίνονται τσακωμοί.»

Εν τω μεταξύ, οι πρόσφυγες καταγγέλλουν ότι συχνά μένουν νηστικοί γιατί οι μερίδες τελειώνουν χωρίς να έχουν παραλάβει όλοι τη σακούλα με τα πλαστικά τάπερ.

Μια κοπέλα από το Αφγανιστάν μού δείχνει ένα βίντεο στο κινητό της:

Μια γιαγιά βαστιέται σε μια μαγκούρα. Το φαγητό έχει τελειώσει και η ίδια δεν έχει προλάβει να πάρει. Ένας Έλληνας αστυνομικός τής φωνάζει «Σκατόγρια! Σκατόγρια! Άι στο διάολο! Θα στο βάλω στον κώλο [το μπαστούνι].» Ο αστυνομικός τής τραβάει το μπαστούνι από το χέρι και της το πετάει μακριά. Το βίντεο αναμένεται να προβληθεί μέσα στις επόμενες βδομάδες σε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ της ιταλικής τηλεόρασης για τη Μόρια.

Ένας πατέρας από το Αφγανιστάν με τρία μικρά παιδάκια, δεν ξέρει κάθε φορά τι να κάνει: να στηθεί στην ουρά αφήνοντας τρία πιτσιρίκια ολομόναχα ή να μείνει μαζί τους αλλά να μείνουν όλοι νηστικοί; Όσο μας μιλάει για τη ζωή του εδώ, αρχίζει να κλαίει. […]

[…] Τρία χρόνια και ένα μεγάλο εννιαψήφιο χρηματικό ποσό μετά – 800 εκατομμύρια και έπονται άλλα τόσα, ποσό που καθιστά την Ελλάδα την πιο κοστοβόρα ανθρωπιστική ανταπόκριση στην ιστορία – και δεν έχουν λυθεί ούτε τα πιο στοιχειώδη: τροφή και στέγαση. […]

[…] Ουρές δεκάδων ανθρώπων για την τουαλέτα, ενώ μικροί και μεγάλοι κάνουν μπάνιο με κρύο νερό αφού δεν έχει ποτέ ζεστό κι ας κρυώνει ο καιρός, όπως μου λένε οι άνθρωποι που ζουν σε λίμπο μέσα στο ΚΥΤ της Μόριας. Ποιος από μας αλήθεια αντέχει να κάνει μπάνιο με κρύο νερό χειμωνιάτικα και μετά να τουρτουρίζει σε σκηνές καλοκαιρινού camping; […]

[…] Το αίτημά μας με το ιταλικό κανάλι (με το οποίο συνεργάζομαι για μερικές μέρες) για να μπούμε μέσα στο hotspot, το επίσημο καμπ δηλαδή, απορρίφθηκε από το υπουργείο. Ταυτόχρονα, η αστυνομία απαγορεύει στους πρόσφυγες να τραβάνε βίντεο με τα κινητά τους τηλέφωνα. Ένας πρόσφυγας μάς λέει ότι ένας Άραβας τραβούσε βίντεο και μόλις τον είδε ένας αστυνομικός, του πήρε το κινητό, το έσπασε με τη μπότα του και του είπε: «Να, ορίστε, δικό σου τώρα».

Μας λένε για βιασμούς, ναρκωτικά και πορνεία μέσα στο καμπ. Όλοι θέλουν να μας μιλήσουν για αυτό που υποφέρουν. “Πρόμπλεμ πρόμπλεμ” προφέρουν ασταμάτητα. Όταν τους ρωτάω πόσο καιρό είναι εδώ, η απάντησή τους έρχεται με ακρίβεια πόνου: δεν λένε απλώς δυο μήνες ή δυο χρόνια. Μου λένε ακριβώς πόσους μήνες, μέρες και ώρες ζουν στη Μόρια. Μωρά γεννιούνται στον καταυλισμό και αναρωτιέμαι πώς θα μεγαλώσουν και γιατί τους τσακίζουμε τις ψυχές, τι ανθρώπους φτιάχνουμε και τι άνθρωποι είμαστε;

Χτες γνωρίσαμε έναν έφηβο από τη Συρία. Μια φυσιογνωμία τόσο ευγενική και θλιμμένη μαζί, ένα αγόρι 16 χρονών με αξιοπρέπεια καθηλωτική. Ζει εδώ και ένα χρόνο μέσα στο καμπ της Μόριας. Το αριστερό του χέρι και μπράτσο ήταν γεμάτο μαχαιριές. Είναι το χέρι του που βλέπεις στην κεντρική εικόνα αυτού του κειμένου.

-Πώς τραυματίστηκες;

-Εγώ το έκανα μόνος μου. Γιατί 24 ώρες το 24ωρο δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω παρά να σκέφτομαι και να σκέφτομαι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω για τη ζωή μου που θέλω τόσο πολύ να τη ζήσω. Το θέλω πολύ. Εδώ ζούμε σε μια μεγάλη φυλακή. Κάθε βράδυ βλέπω ότι τον ίδιο εφιάλτη: είμαι στη Συρία και κάποιος μου φωνάζει και με κυνηγάει. Ευτυχία για μένα είναι να γλιτώσω από τη Μόρια και να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου και να της πω ότι είμαι καλά.

Τις επόμενες μέρες παρατηρώ κι άλλους άντρες με τις ίδιες μαχαιριές στο ένα τους χέρι.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι αυξάνονται οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι αυτοτραυματισμοί ανήλικων προσφύγων.

Ακόμα και οι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές ΜΚΟ ζητάνε να μεταφερθούν αλλού γιατί νιώθουν ότι και η δική τους ψυχική υγεία καταρρέει.

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο πεδίο μιλούν για κακοδιαχείριση στο προσφυγικό ενώ πιστεύουν ότι η απαράδεκτη αυτή κατάσταση διαιωνίζεται εσκεμμένα ώστε να σταλεί το μήνυμα και να αποτραπούν νέες αφίξεις. Αυτό ακριβώς, όπως διέρρευσε, προτάθηκε πολύ πρόσφατα σε κλειστή συνάντηση Ελλήνων και Ευρωπαίων αξιωματούχων καθώς και εργαζομένων στην ανθρωπιστική βοήθεια: Χειροτερέψτε τα για να μην έρθουν κι άλλοι.

Όμως βάρκες φτάνουν σχεδόν καθημερινά, οι άνθρωποι έρχονται και υπάρχουν πάντα κι αυτοί που είναι ήδη εδώ. Δεν τα καταφέρνουν όλοι όμως. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές διαβάζω για τη βάρκα που αναποδογύρισε έξω από τη Σμύρνη. Η ελπίδα τους ήταν να φτάσουν στη Λέσβο. Αντ’ αυτού, στη λίστα του θανάτου προσθέσαμε ακόμα 9 νεκρούς ενώ 25 είναι αγνοούμενοι.[…]

Η φρίκη δεν έχει σταματημό, το άρθρο συμπληρώνεται με φωτογραφίες και video από την δημοσιογράφο, και επιπλέον συνεντεύξεις. Ξανά, το link εδώ.

Όπως έχω ξαναγράψει στο blog, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απουσία της κυβέρνησης, ούτε η ασφαλώς με διάθεση συγκάλυψης απόφαση για την απαγόρευση της δημοσιογραφίας να κάνει την δουλειά της – μα πρωτίστως η απουσία της δικαιοσύνης. Τέτοιες συνθήκες, με τραυματισμούς, θανάτους, βιασμούς και όλα τα άλλα ανήκουστα που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, θα έπρεπε να έχει ξεσηκώσει από κοινωνικούς λειτουργούς, μέχρι τον εισαγγελέα.

Απάντηση για κάθε ένα χωριστά από αυτά τα καταγεγραμμένα περιστατικά, θα έπρεπε να έχει δώσει ο/η διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης (και όχι μόνο αυτού), αλλά και όλοι οι πολιτικοί προϊστάμενοί του.

Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος ευθύνεται γι’ αυτές τις εικόνες, από τον υπάλληλο μέχρι τον διοικητή μέχρι τους αρμόδιους υπουργούς ακόμη και τον ίδιο τον Τσίπρα, πρέπει να λογοδοτήσουν άμεσα στην δικαιοσύνη. Πιστεύω όμως εξίσου ότι η σιωπή από τους φιλοκυβερνητικούς είναι εκκωφαντική – η φωνή τους θα ήταν η μόνη που θα μπορούσε, καταπώς δείχνουν τα πράγματα, να κάνει λίγο πιο ανθρώπινες τις συνθήκες – ακόμα και να χαρίσει μία αξιοπρεπή ελευθερία σ’ αυτούς τους αδικημένους ανθρώπους…

Δείτε τι συμβαίνει. Ξεχάστε ότι κυβερνούν οι άνθρωποι που προτιμάτε. Αντιδράστε.

Μόνο εσείς μπορείτε πια να σώσετε αυτούς τους ανθρώπους.

Η χώρα μας έχει αποδεδειγμένα τρεις συγκεκριμένες φυσικές καταστροφές που την ταλανίζουν: Σεισμούς, πυρκαγιές και πλημμύρες. Πλην του σεισμού (που έχουμε αργήσει να δούμε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους επιστήμονες) από τις άλλες δύο, είχαμε νεκρούς φέτος – και όχι μόνο.

Και όχι λίγους.

Στις 12 Σεπτεμβρίου (εχθές, για την στιγμή που γράφω τούτο το ποστ) έγινε μία παρουσίαση μελέτης για τους λόγους που στην φωτιά στο Μάτι, είχαμε τόσους πολλούς νεκρούς (ήδη, την στιγμή που γράφω το κείμενο, έχουν φτάσει τους 99).

Αντιγράφω από το in.gr την ομάδα που συνέταξε την μελέτη:

Την μελέτη υπογράφουν ο κ. Κώστας Συνολάκης, καθηγητής Φυσικών Καταστροφών, Πολυτεχνείο Κρήτης Πρόεδρος, Τάξη Θετικών Επιστημών, Ακαδημία Αθηνών. Ο κ. Νίκος Καλλιγέρης, καθηγητή στο University of California, Los Angeles. Οι κ.κ. Βασίλης Σκαναβής και Κωστής Δουλιγέρης, καθηγητές στο University of Southern California. Η κυρία Ιφιγένεια Γιανουκάκου-Λεονστίνη από το Πολυτεχνείο Κρήτης και οι Haizhong Wang, Ali Mostafizi από το Oregon Staτe University, Tomoyuki Takabatake από το Waseda University, Japan.

Η μελέτη αυτή αποφαίνεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει εκκένωση του χώρου εκεί, με τα πόδια ή με αυτοκίνητα, σε λιγότερο από μία ώρα.

Κοντά δύο ημέρες μετά, η είδηση φιλοξενείται σ’ αυτά που συνηθίζουμε να λέμε αντιπολιτευτικά site (skai.gr – Καθημερινή, Ναυτεμπορική, iefimerida, in.gr) αλλά ούτε μία κουβέντα δεν γίνεται στα φιλοκυβερνητικά site (avgi.gr, left.gr), ούτε πχ στο site της εφημερίδας Documento (μέχρι την στιγμή που έγραφα αυτό το ποστ).

Δεν υπάρχει πουθενά αυτό το πόρισμα εκεί, καμία αναφορά – σαν να μην έγινε ποτέ.

Γιατί; Επειδή το παρουσίασε η Νέα Δημοκρατία;

~

Άκου τι γίνεται: Εγώ δεν έχω ιδέα από φωτιές, από εκκενώσεις, από αυθαίρετα ή από τις συνθήκες που μπορεί να δημιούργησαν το πρόβλημα, ή να επιδείνωσαν την κατάσταση εκεί. Ξέρω ότι αυτοί που υπογράφουν την μελέτη, είναι επιστήμονες, όχι τυχαίοι. Αν έχουν λάθη στην προσέγγισή τους, οφείλουν να αντιμετωπιστούν επιστημονικά – και σίγουρα, όχι με σιωπή.

Αν μπορούσε να εκκενωθεί όντως ο χώρος, με ασφάλεια, και δεν έγινε, κάποιος ευθύνεται. Και αν κάποιος ευθύνεται, πρέπει να τεθεί απέναντι των ευθυνών του. Να απολογηθεί, μήπως η ευθύνη είναι ευρύτερη, δική μας. Και να τιμωρηθεί, στον βαθμό που πρέπει.

Έχει σημασία αν είναι Συριζαίος ή Νεοδημοκράτης; Έχει σημασία αν τον γουστάρουμε ή όχι; Έχει σημασία αν τα έχει κάνει όλα λάθος μέχρι τώρα, ή αν έχει κάνει χίλια σωστά και απέτυχε σ’ αυτό, και μόνο;

Ενενήντα εννιά άνθρωποι πέθαναν. Αν πέθαναν από ανθρώπινα λάθη, οφείλουμε πρωτίστως να τα διορθώσουμε, με ειλικρίνεια. Το να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας για κομματικούς λόγους, σαν να μην έγινε, δεν θα σώσει κανέναν αύριο.

Αυτό δεν θέλουμε – όλοι; Να γίνουμε καλύτεροι;

Αυτή, είναι μία φωτοβολίδα που πετάχτηκε, από τους φιλοξενούμενους οπαδούς της μίας ομάδας, στους γηπεδούχους οπαδούς της άλλης ομάδας.

Διαβάζω δε στα ρεπορτάζ, ότι η φωτοβολίδα πετάχτηκε με όπλο, ενώ ο δράστης δεν συνελήφθη, και το παιχνίδι συνεχίστηκε.

Πάμε λοιπόν:

Το παιχνίδι, έπρεπε να σταματήσει. Εκείνη την στιγμή. Να διακοπεί, ούτε καν να συνεχιστεί με άδειες κερκίδες.

Ο δράστης έπρεπε να συλληφθεί. Υποτίθεται ότι υπάρχουν κάμερες για να βρεθεί, αν είναι υποχρέωση της ομάδας και δεν υπάρχουν να συλληφθεί ο υπεύθυνος της γηπεδούχου, αν δεν είναι υποχρέωση να γίνει.

Όσοι ήταν δίπλα στον δράστη, τον είδαν, μα απέκρυψαν την πράξη του ή τον έκρυψαν για να μην βρεθεί, θα έπρεπε η ίδια η ομάδα τους, να τους απαγορέψει την είσοδο στα γήπεδα – για πάντα. Ηθικά, όχι νομικά: για πάντα.

Εφόσον η μετακίνηση έγινε ομαδικά, δηλαδή με συνδέσμους κλπ, έπρεπε αν υπάρχει υπεύθυνος γι’ αυτούς τους ανθρώπους να συλληφθεί και αυτός με την σειρά του. Αν δεν υπάρχει, να οριστεί ένας υπεύθυνος για την μετακίνηση, και να υπάρχουν ευθύνες γι’ αυτόν.

Επίσης, έπρεπε να συλληφθεί και ο υπεύθυνος του ελέγχου των οπαδών, για όλες τις θύρες, καθώς και αυτός για την είσοδο στην θύρα των οπαδών από την οποία έφυγε η φονική φωτοβολίδα.

Αυτά, είναι τα πρακτικά, που έπρεπε να γίνουν την ώρα του αγώνα.

Τίποτα εξ αυτών δεν έγινε.

Γιατί; Επειδή δεν είχαμε νεκρό;

~

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί μετά τις πολύνεκρες πλημμύρες στην Μάνδρα; Πόσες ενέργειες έχουν μπει σε λειτουργία, ακόμα και κατεπειγόντως, για να μην υπάρξει άλλος νεκρός;

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί για το Μάτι, μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά; Πόσες ενέργειες θεωρούνται πλέον επιβεβλημένες, πόσες υπηρεσίες άλλαξαν υπεύθυνους, πόσα πράγματα θεωρούνται αυτονόητα πλέον μπήκαν στην ατζέντα;

Λοιπόν, προτείνω να κάνουμε το εξής:

Δείτε αυτόν τον άνθρωπο για παράδειγμα με το κόκκινο καπέλο. Εκ της φωτογραφίας μοιάζει να είναι ο πιο κοντινός στο φονικό βλήμα. Μάθετε το όνομά του, κάντε του μία κηδεία, τα παιδιά του και η γυναίκα του να τον κλάψουν –

– ΠΕΙΤΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΕΤΥΧΕ.

Πείτε ότι πια είναι νεκρός. Στην οικογένειά του η ΕΠΟ να δώσει τιμητική σύνταξη για να τα βγάζει πέρα, βάλτε τον σε ένα καράβι να μην τους ξαναδεί, αλλάξτε του όνομα και πρόσωπο, αν χρειαστεί, βάλτε τον σε υπηρεσία ανάλογη της προστασίας μαρτύρων.

Νιώστε την φρίκη να τον διαπερνάει ένα καυτό βλήμα, να του καίει τα σωθικά, να τον πετυχαίνει στην καρωτίδα και η κάψα να του στεγνώνει το ίδιο του το αίμα, κανείς δίπλα να μην μπορεί να το βγάλει, νιώστε την απελπισία όσων είναι δίπλα, νιώστε την ηδονή του δολοφόνου που ρίχνει ένα βλήμα πάνω στον κόσμο, όχι αδιαφορώντας αν έχει νεκρό αλλα ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να έχει νεκρό, ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ να έχει νεκρό, οποιονδήποτε, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο κάτω ένα παιδί, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο πάνω μία γυναίκα, κάντε ο,τι χρειάζεται – αν δεν ξέρετε πως, ρωτήστε όσους κάθονταν δίπλα στον Χαράλαμπο Μπλιώνα.

Και θα σας πω γιατί:

Η ζωή είναι σκληρή. Κάπου – κάπου, στεκόμαστε τυχεροί, μας προειδοποιεί, μας λέει «κοίτα, κοίτα τι μπορεί να συμβεί», και εμείς έχουμε δύο επιλογές. Ή θα αξιοποιήσουμε αυτό το μάθημα, ή θα περιμένουμε να δούμε τι, πράγματι, μπορεί να συμβεί.

Λίγα εκατοστά χωρίζουν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες: Στην μία, ένας άνθρωπος πεθαίνει, πάλι, εντελώς άδικα σε ένα γήπεδο. Στην άλλη, η φωτοβολίδα βρίσκει ένα κάθισμα, ή κάποιος κουνιέται ελάχιστα και γλυτώνει.

Είναι ίδιον των έξυπνων ανθρώπων, αυτών που θέλουν να αλλάξει κάτι, αυτών που θέλουν να δουν μία καλύτερη μέρα, τα πράγματα να προχωράνε μπροστά, αν θα μάθουν – ή όχι.

Αν δεν θέλουν να μάθουν, όσες φορές και να προειδοποιηθούμε με τα ελάχιστα εκατοστά, δεν θα αλλάξει τίποτα. Καμιά φορά, όπως μας έμαθε πικρά η υπόθεση Μπλιώνα, ακόμα και όταν μας δείξει τι τελικά θα συμβεί, ακόμα και τότε – αν οι άνθρωποι δεν θέλουν, δεν θα αλλάξει τίποτα.

Εγώ θέλω μία κυβέρνηση, μία δικαιοσύνη, έναν λαό που να θέλει να το αλλάξει αυτό. Να σκέφτεται όλα αυτά τα μεγαλόσχημα που θα έλεγε αν είχαμε νεκρό – και να τα κάνει πράξη πριν φτάσουμε να έχουμε τελικά.

Άλλωστε, δεν ακούω κανέναν που να τολμά να πει «όχι, δεν πρέπει να αλλάξει, γι’ αυτούς και γι’ αυτούς τους λόγους».

Καλό είναι που ντρέπονται, καλύτερο θα ήταν να το αλλάξουν – (ειδικά εκεί στην κυβέρνηση έχουν και πενήντα δύο εκατομμύρια τρόπους να το πιέσουν να γίνει, εκτός από τις δικές τους ευθύνες).

Αλλιώς, μετά, τουλάχιστον μην κάνουν τους ξαφνιασμένους.

Προειδοποιήθηκαν.