Πριν από λίγο καιρό, ζήτησα μία συγγνώμη από τον Χρήστο Αβραμίδη. Μία συγγνώμη για την ανήκεια επίθεση που δέχθηκε από τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, με αφορμή την μήνυση με την οποία ο δημοσιογράφος απειλήθηκε από τον πολιτικό. Με αφορμή, ξαναλέω, καθώς η σταθερά χυδαία συμπεριφορά του Μαρινάκη είναι εκείνη που με οδήγησε να ζητήσω μία συγγνώμη, καθώς η ανοχή μας επέτρεψε την κλιμάκωση σε απειλές.

Αυτό, πριν από λίγο καιρό.

Τι άλλαξε;

Προχθές:

Μάλλον, δεν καταλαβαίνετε τι λέω ή κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε. Θεωρώ ότι είναι το δεύτερο, από τον επίμονο και ιδεοληπτικό τρόπο που θέτετε κάποια ερωτήματα. […] Έχοντας μία πείρα, πλέον, από τον τρόπο που ρωτάτε, τις θέσεις τις οποίες παίρνετε, γιατί τοποθετήσεις κάνετε, δεν κάνετε ερωτήσεις, πιστέψτε με ότι όλα αυτά καταλήγουν στη συρρίκνωση της αγοράς εργασίας και στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή για την οποία με ρωτάτε.

Μια μέρα πριν:

Οι λέξεις είναι ξεκάθαρες, οι έννοιες είναι ξεκάθαρες και όσο κι αν προσπαθούν κάποιοι, υμών συμπεριλαμβανομένων, να παίξουν με τις λέξεις, γιατί το μόνο που σας νοιάζει, δυστυχώς, είναι να ικανοποιήσετε τις ιδεοληψίες σας και όχι να καταλάβετε την κρισιμότητα της κατάστασης, εμείς θα επιμένουμε σε αυτές τις αποφάσεις. […] Και εγώ σας απάντησα και ήμουν σαφής. Μπορεί να ενοχλεί η εθνική στάση κάποιες νοσηρές μειοψηφίες, ιδεοληπτικές, αλλά αυτή είναι και ας την αποδεχτούν. […] Είναι τόσο “to the point”, όπως λέγανε και …στο χωριό μου, η απάντηση που έδωσα στο «Kontra» που τη διαβάσατε, που επαναλαμβάνω αυτή την απάντηση. Αν δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος, δεν θεωρώ, ότι δεν μπορείτε να το καταλάβετε, νομίζω ότι κάνετε, ότι δεν το καταλαβαίνετε. […] Ναι, επειδή λέτε συνέχεια το ίδιο πράγμα και πάτε να πείτε κάτι που δεν είπα. Το επομένως και το τι ισχύει και τι δεν ισχύει είναι θέμα ερμηνείας. Ήμουνα σαφής. Εάν δεν σας αρέσει η απάντησή μου, δικό σας πρόβλημα, πάμε στην επόμενη ερώτηση.

Μια μέρα πριν:

Αυτή είναι η ουσία, αλλά -με συγχωρείτε- δεν πρόκειται σε μία τόσο κρίσιμη συγκυρία, να βάλουμε ως προτεραιότητα την ικανοποίηση διάφορων που το μόνο που τους νοιάζει, είναι να ικανοποιήσουν τις ιδεοληψίες τους και ο νοών νοείτω. Δεν έχω κάτι να προσθέσω. […] Το μόνο που θα πω πολιτικά: ευτυχώς που η χώρα μας σε μία τόσο κρίσιμη περίοδο -και δεν αναφέρομαι μόνο στις τελευταίες μέρες, αναφέρομαι στα τελευταία χρόνια-, έχει μια κυβέρνηση που έχει προνοήσει, έχει ψηλώσει ουσιαστικά τη χώρα, έχει ενδυναμώσει ουσιαστικά την Ελλάδα και δεν έχει μια κυβέρνηση που αποτελείται από διάφορους ιδεοληπτικούς που το μόνο που τους νοιάζει είναι να κάνουν μικροπολιτική. Τελεία, παύλα, παράγραφος. […] Δεν έχω κάτι να προσθέσω και δεν πρόκειται να μπω στη διαδικασία μίας ατέρμονης συζήτησης, με ανθρώπους οι οποίοι δεν ενδιαφέρονται να ενημερώσουν τον κόσμο, αλλά για να δημιουργήσουν ένα κλίμα φόβου, για να ικανοποιήσουν τις ιδεοληψίες τους. […] Αν ήρθατε εδώ πέρα για άλλη μια φορά για να κάνετε σόου, δεν πρόκειται να βρείτε ευήκοα ώτα. Αν θέλετε να κάνετε σόου, πηγαίνετε σε αυτούς οι οποίοι μπορεί να σας ακούνε, να κάνετε όσα σόου θέλετε. Εδώ είναι μια πολύ σοβαρή διαδικασία. Ο κόσμος αλλάζει, όπως φαίνεται, η Ελλάδα ισχυροποιείται. Δεν πρόκειται να μπω στη διαδικασία να σας κάνω τη χάρη για να απευθυνθείτε σε ένα ακροατήριο μειοψηφικό, μόνο και μόνο για δικούς σας σκοπούς. […] Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα και δεν είναι κανονικά πράγματα αυτά τα οποία μπορεί να έχετε στο μυαλό σας. Περιέγραψα, όμως, μια μεγάλη εικόνα, η οποία, το καταλαβαίνω, ότι μπορεί να σας ενοχλεί εσάς και ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε έναν συγκεκριμένο πολιτικό χώρο. Κρίμα, δεν πειράζει, δεν τους βγήκε, τους ανθρώπους αυτούς, γιατί το ελληνικό κράτος, δια της ελληνικής αστυνομίας, λειτούργησε, στη μεγάλη του εικόνα, υποδειγματικά, προστάτευσε τους διαδηλωτές σε μια τόσο σημαντική ημέρα, με τόσο κόσμο στον δρόμο. […] Και το ξαναλέω, για να μην κόψετε ένα κομμάτι της απάντησής μου, όπως συνηθίζετε να κάνετε, σας παραπέμπω στην πρώτη απάντηση που έδωσα. Κάθε καταγγελία πρέπει να ερευνηθεί, πολύ περισσότερο όταν ο καταγγέλλων ή η καταγγέλλουσα είναι εργαζόμενος ή εργαζόμενη στον Τύπο, το είπα ξανά, για να μην σας κάνω τη χάρη. […] Ως προς το πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, μάλλον είστε σε άλλη αίθουσα, γιατί όλα τα υπόλοιπα τα έχω απαντήσει σε αρκετές ερωτήσεις συναδέλφων σας.

Μια μέρα πριν:

Αν καταλάβατε κάτι τέτοιο, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Ή κάνετε για πολλοστή φορά λαθροχειρία, δηλαδή μετατρέπετε αυτά που λέω για να δημιουργήσετε εντυπώσεις, 99% είναι αυτό ή 1% δεν καταλάβατε τι είπα. Για το 1% που δεν καταλάβατε τι είπα, αλλά και για να μην δημιουργήσετε άλλο ένα παραπλανητικό βίντεο εσείς ή οι εκπομπές που απευθύνεστε και κάνουν δολοφονία χαρακτήρων σε κεντρικά κανάλια με τον μανδύα της σατυρικής εκπομπής, επαναλαμβάνω: αποκλείεται οι άνθρωποι αυτοί να πάνε να δικαστούν γιατί πήγαν να δουν μια ταινία. […] Αυτό το οποίο έχει αλλάξει στα πανεπιστήμια και μπορεί να μην σας αρέσει και για αυτό να κάνετε αυτές τις ερωτήσεις, είναι ο κάθε μπαχαλάκιας, εγκληματίας, παραβατικός να πηγαίνει να κάνει στο όνομα μιας προβολής ταινίας -και δεν έχει σχέση αυτό το οποίο επικαλεστήκατε, ξέρουμε πάρα πολύ καλά σε ποιους πολιτικούς χώρους αναφερόμαστε- για να ξεκινάνε από μια ταινία, να το μετατρέπουν σε ένα δικό τους πάρτι μέσα στα στέκια τους, στη συνέχεια να κάνουν το ένα ποινικό αδίκημα μετά το άλλο και την περιουσία που δεν είναι δική σας, ούτε δική τους, ούτε δική μου μόνο, ανήκει σε όλους τους Έλληνες φορολογούμενους, να την βανδαλίζουν και να την καταστρέφουν. […] Αν, επειδή φαντάζομαι μιλάτε με αυτούς τους ανθρώπους ή με κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους, γιατί έχετε μια ιδιαίτερη σπουδή να υπερασπιστείτε ανθρώπους που πάνε κατηγορούμενοι και καλά κάνετε -και αυτοί έχουν δικαίωμα να έχουν υπερασπιστές και δικηγόρους και δημοσιογράφους, ζητείστε τους το κατηγορητήριο και θα δείτε ότι αποκλείεται να κατηγορούνται για προβολή ταινίας.

Άσκοπο να συνεχίσω – όλα αυτά, από χθές και λίγες ημέρες πριν. ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΒΑΣΗ. Προσέξτε, η διαφορά τους είναι ανα μία ημέρα, δεν είναι επιλογή σε μία εβδομάδα ή έναν μήνα: Κάθε μέρα, ο δημοσιογράφος δέχεται ένα bullying από τον πολιτικό, σχεδόν για κάθε ερώτηση που του κάνει.

Ποιες όμως είναι αυτές οι ερωτήσεις; Για να δούμε:

Τον φάκελο της ΕΥΠ που έκρινε ανεπαρκή το ΣτΕ. Αν η κυβέρνηση θεωρεί ότι είναι ασφαλή τα ελληνικά πλοία όταν βρίσκονται σε εμπόλεμη ζώνη και αν πρέπει να προστατέψει τους ναυτικούς από τα “θανατόχαρτα” που απαιτούν οι εφοπλιστές να υπογράψουν. Αν η κυβέρνηση έχει σκοπό να αλλάξει την αναλογία ½ που θέλει τις γυναίκες να έχουν διπλάσια ανεργία από τους άνδρες. Για ποιόν λόγο οι υπουργοί της κυβέρνησης δεν προχώρησαν σε μηνύσεις για το θέμα των υποκλοπών. Αν η αποστολή της Μπελαρά στην Κύπρο έγινε για την προστασία της Κύπρου ή των βρετανικών βάσεων. Για τον δικηγόρο που έστειλε το κράτος υπερ αυτών που ζημίωσαν το κράτος στην υπόθεση των Τεμπών. Αν η κυβέρνηση έχει βρει και αποβάλει τα λεγόμενα «ρυπαρά δίκτυα που έχει η ΕΥΠ». Αν η Κυβέρνηση θα σεβαστεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που επρόκειτο να γίνει για την ΔΕΘ. Ποιό είναι και πότε θα ολοκληρωθεί το χρονοδιάγραμμα των προσλήψεων που είχαν ανακοινωθεί για την Επιθεώρηση Εργασίας με αφορμή τους 3 εργαζόμενους νεκρούς. Για τις συλλήψεις των 38 ανθρώπων που είδαν μία ταινία στο Αριστοτέλειο.

Σας δίνω μόνο κάποια παραδείγματα. Όλα, όλα -θεωρώ, εγώ, ελέγξτε τα και εσείς – δεν είναι απλώς τίμια δημοσιογραφικά ερωτήματα, είναι ο καθαρότερος τρόπος να κάνει ένας δημοσιογράφος την δουλειά του.

Και οι απαντήσεις;

«Θέλετε να κάνετε σόου, κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε, το μόνο που σας νοιάζει, δυστυχώς, είναι να ικανοποιήσετε τις ιδεοληψίες σας, δεν ενδιαφέρεστε να ενημερώσετε τον κόσμο, αλλά για να δημιουργήσετε ένα κλίμα φόβου, για να ικανοποιήσουν τις ιδεοληψίες σας, έχετε μια ιδιαίτερη σπουδή να υπερασπιστείτε ανθρώπους που πάνε κατηγορούμενοι, είσαστε σε άλλη αίθουσα.»

~

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο: “Και εμείς οφείλαμε να υπερασπιστούμε τον Αβραμίδη από την πρώτη προσωπική επίθεση που δέχθηκε. Και δεν το κάναμε. Δεν το έκαναν οι συνάδελφοί του. Δεν το έκανε το σωματείο του. Μα κυρίως δεν το κάναμε εμείς. Κάθε μέρα αντιμέτωπος με αυτό το αδιανόητο gaslighting, κάθε μέρα με αυτήν την αντιμετώπιση στην δουλειά του, και εμείς σταθήκαμε σιωπηλοί. Δεν διαμαρτυρηθήκαμε, δεν φωνάξαμε, δεν αντιδράσαμε.”

Η πλάκα όμως, είναι ότι αντιδράσαμε (εμείς, όχι το σωματείο του, το σωματείο του δεν έχει ακόμα καμία αναφορά στο όνομά του).

Χμ, ας μείνουμε λίγο εδώ – αν και θέλω να εστιάσω στην δική μας δουλειά, έχει μία σημασία να επιμείνω:

Είδαμε τι γινόταν τόσο καιρό. Είδαμε τι έγινε με την απειλή SLAPP. Είδαμε και τι έγινε από την επόμενη ημέρα – μέχρι και σήμερα. Και το σωματείο του, η ΕΣΗΕΑ, δεν έχει βρει κανέναν απολύτως λόγο να αντιδράσει -έστω για τα μάτια του κόσμου βρε αδελφέ- σε αυτήν την συμπεριφορά. Επειδή την ξέρει, δεν γίνεται να μην την ξέρει, η σιωπή σημαίνει συνενοχή. Ο Μαρινάκης κάνει ο,τι κάνει και συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, μεταξύ άλλων και γιατί η ΕΣΗΕΑ το επιτρέπει να γίνεται.

Κα-θη-με-ρι-νά.

Κλείνω την παρένθεση – προς το παρόν.

~

Εμείς, λοιπόν αντιδράσαμε. Και ο Μαρινάκης, παρότι θεώρησε την απειλή του απολύτως νομιμοποιημένη, δεν προχώρησε – δυστυχώς δεν προχώρησε, διότι όσο και να λυπάμαι το τρέξιμο που θα έτρωγε ο Αβραμίδης, η προσπάθεια να υποστηριχθεί αυτή η κατηγορία στο δικαστήριο θα ήταν, το λιγότερο, απολύτως ξεκαρδιστική.

Εμείς αντιδράσαμε – και, όπως συνηθίζουμε μετά… το ξεχάσαμε.

Ο Μαρινάκης, ως κυβερνητικός εκπρόσωπος θυμίζω, όχι ως Μαρινάκης, ως Μαρινάκης ο,τι θέλει μπορεί να λέει, αλλά από το βήμα του κυβερνητικού εκπροσώπου, συνεχίζει να συμπεριφέρεται χυδαία στον δημοσιογράφο που τον ελέγχει.

Είναι -κατά την ταπεινή μου γνώμη- αδιανόητο.

Έγραφα: “Γιατί αν δεν είμαστε ικανοί να προστατέψουμε έναν άνθρωπο από τόσες και τέτοιες φανερές, δημόσιες, ανοίκειες επιθέσεις, σίγουρα δεν μπορούμε να προστατέψουμε την δημοσιογραφία ευρύτερα. Είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε αυτό. Και το πρώτο βήμα είναι να παραδεχθούμε την αδυναμία μας, και να ζητήσουμε μία συγγνώμη.”

Ας πούμε (εγώ πιστεύω ότι δεν έγινε, αλλά ας πούμε) ότι ζητήσαμε, ως κοινωνία, από τον δημοσιογράφο Χρήστο Αβραμίδη, μία συγγνώμη.

Και μετά;

Και μετά τον αφήσαμε μόνο του ξανά σ’ αυτό το τοξικό περιβάλλον.

Ενώ γνωρίζαμε. Ενώ γνωρίζουμε.

Ενώ βλέπουμε τις ερωτήσεις. Ενώ κρίνεται το έργο του, για κάθε τελεία, κόμμα και παράγραφο που γράφει. Ενώ είναι σαφές, τουλάχιστον σε εμένα, ότι δεν είναι ζητούμενο να υπερασπιστούμε τον Χρήστο, αλλά τον Δημοσιογράφο (με δ κεφαλαίο) κύριο Αβραμίδη.

Είναι τελείως άλλο το “σε εγκαταλείψαμε” – και εντελώς άλλο το “σε εγκαταλείπουμε”.

Και αν σταματήσει ο Αβραμίδης να ρωτάει, αν κουραστεί να δέχεται προσβολές, αν τα παρατήσει, η δημοσιογραφία θα είναι άμεσα πιο φτωχή.

Ποιός θα φταίει αν όχι εμείς γι’ αυτό;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.