Γιορτινές ημέρες γύρω μου. Φωτάκια, εορταστικά ωράρια καταστημάτων, καλεσμένοι, επισκέψεις, χάρτινα περιτυλίγματα, ευχές.

Όχι πολύ μακρυά από μένα, κάποιοι άνθρωποι, με ασθένειες σοβαρές, με κομμένα πόδια, πληγές παντού, καρκίνους, ανάμεσα σε ανθεκτικότερες από αυτούς κατσαρίδες, οροθετικοί, πίσω από κάγκελα – δεν άντεξαν άλλο. Οι δυνατότεροι εξ αυτών, που πάλεψαν με όπλο την αποχή από το συσσίτιο, την αποχή από τα φάρμακα που θα τους κάνουν καλύτερα, γονάτισαν, και ανέστειλαν την κινητοποίησή τους.

Το πρώτο πράγμα που αναρωτήθηκα πραγματικά ακούγοντας για το Κολαστήριο, το νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού, ήταν «γιατί

Οι άνθρωποι αυτοί ζητούν να μεταχειρίζονται σαν άνθρωποι: αν είναι ασθενείς, να έχουν γιατρούς, αν ο ίδιος ο νόμος που τους έκλεισε πίσω από τα κάγκελα είναι τώρα υπερ τους, να εφαρμόζεται σωστά. Γιατί είναι δύσκολο; Γιατί αυτά τα αιτήματα να αποτελούν μία μάχη ετών; Μπορεί να έχει κόστος, ναι – μα δεν θα έπρεπε να είναι αρκετός ως ανασταλτικός λόγος αυτό: μεγαλύτερο κόστος έχει, αν το θέλουμε έτσι, κάθε χαμένη μάχη στα δικαστήρια, κάθε πρόστιμο για κατάφωρη παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων. Μπορεί να εχει δουλειά, ναι – μα περισσότερη δουλειά πρέπει να είναι να παλεύεις να κάνεις πως δεν ακούς τις κραυγές τους. Μπορεί, πιθανόν να είναι αντιδημοφιλές να βοηθάς σ’ αυτήν την εποχή κρατούμενους – μα δεν μπορεί να είναι πιο αντιδημοφιλές από το να πρέπει να ξεκρεμάσεις από το ταβάνι τον άνθρωπο που δεν άντεξε άλλο την κόλαση…

…Γιατί;

Από τότε που άρχισα να ασχολούμαι, έμεινα άμεσα ικανοποιημένος από την συμπαράσταση. Τότε, μπορεί να είχα απέναντί μου μία κυβέρνηση που δεν έδειχνε απολύτως κανένα ενδιαφέρον για το θέμα -θα μου επιτρέψετε να πω, ούτε καν ανθρώπινο- μα αντιθέτως, είχα δίπλα μου πολύ κόσμο, είτε αναγνωρισμένους δημοσιογράφους – άνθρωποι που βοήθησαν όσο το δυνατόν περισσότερο, κατ’ αρχάς, να γίνει γνωστό το αίσχος, μα είχα δίπλα μου και απίστευτα πολλούς φίλους, επώνυμους δικτυακά και μη, που ανακινούσαν το θέμα κάθε φορά που το έφερνα μπροστά τους, που το θυμόμασταν όλοι μαζί, αναγνώριζαν την συλλογική μας ευθύνη, πίεζαν ατομικά και πολιτικά, για να αλλάξει αυτό το βρωμερό σκηνικό.

Η δε τότε αντιπολίτευση -και νυν κυβέρνηση- έδειξε ενδιαφέρον, βουλευτές πήγαν εκεί να καταγράψουν τις συνθήκες, έμοιαζαν να ενδιαφέρονταν αληθινά για όλο αυτό.

Και όταν έγιναν πια κυβέρνηση, πράγματι, (όπως καταλαβαίνω, δεν έχω πλήρη εικόνα) κάποια πράγματα άλλαξαν, κάποιοι νόμοι τέθηκαν, κάποια πράγματα καλυτέρεψαν….

….μα νοσοκομείο το νοσοκομείο δεν έγινε ποτέ. Και βρεθήκαμε πάλι στα ίδια, να μιλάμε για σιωπές μηνών, για ανθρώπους που κρεμιούνται [1], να μιλάμε για ανθρώπους που σβήνουν από καρκίνο στην φυλακή, για οροθετικούς που δεν παίρνουν την σωστή αγωγή και η εύθραυστη υγεία τους δεν προστατεύεται ούτε στο ελάχιστο.

Και ξαναρχίσαμε να φωνάζουμε, οι λίγοι, οι πολλοί, για τα αυτονόητα, για ένα γαμημένο ασθενοφόρο, για μία μετάβαση ευθύνης στο Υπουργείο Υγείας, για χώρους, για γιατρούς.

Για τα αυτονόητα.

Τον τελευταίο καιρό, έχω μουδιάσει κάπως. Ποιος είναι φυλακή;

Ακούστε με, δεν το λέω τυχαία. Έχω, από την μία πλευρά, δεκάδες ανθρώπους που ουρλιάζουν «Σώστε το Κολαστήριο, οι άνθρωποι πεθαίνουν», μα δεν γίνεται τίποτα. Κανείς δεν παίρνει σοβαρά την ευθύνη, η διοίκηση του «νοσοκομείου» παραμένει η ίδια – καμία τιμωρία στους υπευθύνους, οι νόμοι παρακάμπτονται ατιμώρητα.

Έχω από την άλλη πλευρά μερικές δεκάδες ανθρώπων, που έχουν στερηθεί τα πάντα, την ελευθερία τους, δικαίως – αυτό είπε ο νόμος, μα και την δική μας (ως κοινωνία) αξιοπρεπή μεταχείριση που αξίζουν, που δεν την στερήθηκαν από μία απόφαση δικαστηρίου – πως θα ήταν άλλωστε δυνατόν αυτό.

Και αυτοί οι άνθρωποι, επιλέγουν να πολεμήσουν ακόμα και γνωρίζοντας ότι αν τους πιάσουν να επικοινωνούν την κόλασή τους, θα τους χώσουν πιο βαθιά ακόμα στα κελιά τους – γνωρίζοντας ότι αν σταματήσουν τα φάρμακά τους, θα γίνουν ακόμα πιο άρρωστοι, αν σταματήσουν το φαγητό τους θα είναι ακόμα πιο αδύναμοι.

Οι απ’ εξω φωνάζουμε, μα δεν ακουγόμαστε. Σαν να μην φτάνουν πουθενά τα δίκαια ερωτήματά μας, σαν η φωνή μας δεν μην έχει καμία αξία, σαν το αίτημά μας να μην ακουμπάει κανέναν. Γύρω μας ένα τοίχος αδιαφορίας – δεν νομίζω ότι είμαστε πιο ελεύθεροι από τους φυλακισμένους.

Οι από μέσα, θυσιάζουν ο,τι πολυτιμότερο έχει ο καθένας, την υγεία του, την ζωή του, τις αντοχές του, την ίδια του την ελευθερία – γιατί πιστεύουν ότι αυτό είναι το σωστό να γίνει – δεν νομίζω ότι γίνεται να είσαι πιο ελεύθερος απο αυτό.

Δεν γίνεται να είσαι πιο ελεύθερος όταν το αναγνωρίζεις ως υπέρτατο αγαθό, άξιο κάθε θυσίας, όταν καταλαβαίνεις την ουσία της δικαιοσύνης, όταν θέτεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο για να σωθείς – όχι απαραίτητα καν εσύ: ο διπλανός σου που βλέπεις να αδικείται και να υποφέρει.

Μας δίνουν ένα μάθημα ελευθερίας, αυτοί οι μέσα, εμάς των έξω. Μας εξηγούν, όχι σε εμάς που φωνάζουμε τόσο, όσο σε αυτούς που κάνουν ότι δεν ακούν, πόσο πολύτιμο είναι η ανθρωπιά, η δικαιοσύνη – και πόσα αξίζει να βάλεις σε κίνδυνο για να τα διεκδικήσεις.

Υπάρχει τίποτα πιο βαθιά ελεύθερο από αυτό;

~

Ήλπιζα μέχρι τις γιορτές, μία αλλαγή. Ήλπιζα ότι κάποιος θα έλεγε «ας δούμε τι ποινικές(; ) ευθύνες έχει μία διοίκηση που επιτρέπει αυτήν την κατάσταση, που έχει αυτό το τρομαχτικό ιστορικό», ήλπιζα ότι κάποιος θα έλεγε «να, τουλάχιστον διαθέτουμε αυτό το ασθενοφόρο για επείγουσες περιπτώσεις», ήλπιζα έστω ότι κάποιος θα έλεγε, «την τάδε του μηνός θα σας πούμε τι θα αλλάξει».

Είμαι ανόητος. Οι φωνές μου δεν φαίνεται ότι μπορούν να πιέσουν να γίνει αυτό. Δείτε τα αιτήματα των κρατουμένων [2] – στα περισσότερα, όσα μπορώ να κατανοήσω καθώς δεν έχω τις απαιτούμενες νομικές γνώσεις για όλα τους τα αιτήματα – δεν μπορώ παρά να αναφωνήσω «αυτονόητο»

Αυτονόητο, αλλά είμαι ανίκανος, φυλακισμένος σε τείχη σιωπής. Και εγώ, και όσοι φωνάζουμε, θα συνεχίσουμε να …παίρνουμε εμείς κουράγιο από τους ελεύθερους του «νοσοκομείου» των φυλακών Κορυδαλλού, που πολεμάνε κόντρα στην δική μας, συνολική αδιαφορία της κοινωνίας, κοιτώντας ο ένας τον άλλον σε κάθε χαμένη μέρα, και λέγοντας, «δεν πειράζει, όχι σήμερα, αύριο».

Γνωρίζοντας πολύ καλά, ότι για κάποιους εξ’ αυτών, δεν θα υπάρχει το αύριο γιατρειάς ή της ελευθερίας που δικαιούνται – θα λυγίζουν, στο τελικό στάδιο καρκίνου [3] πχ, στα εις θάνατον δεσμά που τους επέβαλε, παράνομα, καταχρηστικά, η δική μας «νόμιμη» κοινωνία.

Κοιτάξτε γύρω μας. Κοιτάξτε αυτήν την τρομαχτική ιστορία. Ποιος είναι στα αλήθεια ο φυλακισμένος; Και ποιοι είναι στα αλήθεια οι ελεύθεροι;

~

[1] 5/2/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/563287489188995072

[2] 20/12/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/678650972130906112

[3] 4/12/2015: https://twitter.com/kolastirio/status/672820968738418688

Θέλω, σήμερα, να σου μιλήσω για πέντε ανθρώπους. Πέντε ανθρώπους μόνο.

Ο καθένας έχει μία μικρή ιστορία να μας πει. Μία για μένα, που έκατσα να την ακούσω – και μία γα σένα, που θα στην μεταφέρω όσο καλύτερα μπορώ.

Ο ένας λέγεται Παναγής Γιαννάκης. Είναι προϊστάμενος της Εισαγγελίας Εφετών Θεσσαλονίκης. Είναι σημαίνων πρόσωπο της κοινωνίας μας, ακρογωνιαίος λίθος της δικαιοσύνης μας. Η ιστορία του, που θέλω να ακούσεις, ξεκινάει μερικούς μήνες πριν, όταν, για δεύτερη φορά, αναγκάζεται να διαμαρτυρηθεί για την ζωή των ανθρώπων που βάζει στην φυλακή. Είτε ένοχοι, είτε περιμένουν να δικαστούν, μένουν κλειδωμένοι σε απάνθρωπες συνθήκες, ανεξαρτήτως ηλικίας, μαζί τα σεξουαλικά με τα οικονομικά εγκλήματα, χωρίς να δουν το φως του ήλιου, για μήνες στις αθλιότερες συνθήκες. Αυτός ο άνθρωπος στέλνει την δεύτερη επώνυμη διαμαρτυρία του, κοινοποιόντας την στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία. Ξεκινάει την επιστολή του λέγοντας «Ντράπηκα». «Ντράπηκα κ. υπουργέ για την Ελληνική Πολιτεία και για καθένα μας χωριστά». Δεν έχω γνώση να άλλαξε κάτι, μετά την δημοσιοποίησή του.

Τον δεύτερο, ας τον πούμε Νίκο. Ο Νίκος, ήταν τρόφιμος του νοσοκομείου των φυλακών Κορυδαλλού. Ζούσε, μαζί με τους συγκρατούμενούς του σε άθλιες συνθήκες, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς σωστή περίθαλψη, χωρίς συνθήκες υγιεινής. Ζούσε σε ένα κολαστήριο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει το πρόβλημα της επιβίωσής τους, στην υπεύθυνη εισαγγελέα. Όταν συνάντησε αδιαφορία, άλλαξε τρόπο. Αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τις συνθήκες διαβίωσής του κάνοντας κάτι που απαγορεύεται στις φυλακές: τράβηξε φωτογραφίες και βίντεο, πήρε συνεντεύξεις, έδειξε στον έξω κόσμο τι συμβαίνει στο κολαστήριο. Κατηγορήθηκε, παρότι παραδόθηκε αυτοβούλως από την ίδια εισαγγελέα που δεν τον άκουγε πριν. Αθωώθηκε, γιατί η επιτροπή αποφάνθηκε ότι το έκανε για να βελτιώσει την ζωή του και των συγκρατούμενών του, από όντως απάνθρωπες συνθήκες. Ζητούσε, το λιγότερο, περίθαλψη και τεστ μαντού σε όλους τους κρατούμενους του νοσοκομείου, κάτι που δεν μάθαμε ποτέ αν ολοκληρώθηκε, μήνες μετά το αίτημά του.

Τρίτος, είναι ο Μαμαντού Μπα. Ο Μαμαντού είναι από την Νέα Γουινέα, και κατόρθωσε να είναι στους τυχερούς που πήρε πολιτικό άσυλο στην Ελλάδα. Νόμιμος μετανάστης πια, είχε ενεργή συμμετοχή στην κοινότητά του, και δούλευε ως λαντζέρης. Ο Μαμαντού δέχθηκε μία επίθεση με λοστούς, από την αποία γλύτωσε αιμόφυρτος να τρέχει στους δρόμους, γιατί οι δράστες του, μέλη της ναζιστικής Χρυσής Αυγής όπως επιβεβαιώνει και το Δικτύου εκ μέρους της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τον άφησαν «να πάει να πεθάνει». Ο Μαμαντού δεν έκατσε ούτε στο νοσοκομείο, για να αποφύγει το κόστος και την αστυνομία. Όπως καταγγέλει, λίγο καιρό πριν, του είχε επιτεθεί η αστυνομία, κλέβοντάς του και σαράντα ευρώ που είχε μαζί του. Όταν δημοσιοποίησε την ιστορία του οι επιθέσεις εντάθηκαν – και από τις δύο δυνάμεις. Ήταν υπο παρακολούθηση από τις ομάδες κρούσης της ΧΑ, ενώ ξανασυνελήφθη από την αστυνομία, όπου τον έγδυσαν και τον εξευτέλισαν – χωρίς λόγο, αφού ήταν νόμιμος. Για σώσει την ζωή του, ζήτησε άσυλο από την Ελλάδα, προς το Βέλγιο. Οι Βελγικές αρχές έκριναν ότι όντως, η ζωή του Μαμαντού Μπα δεν τυγχάνει της ελάχιστης προστασίας εδώ στην Ελλάδα, και αποφάσισαν κάτι πρωτοφανές για τα ευρωπαϊκά χρονικά: Για πρώτη φορά, χώρα μέλος της ΕΕ δίνει πολιτικό άσυλο σε πολίτη χωρας μέλους της ΕΕ. Για πρώτη φορά, χρειάζεται καποιος να πάρει άσυλο απο εμάς.

Τέταρτη ιστορία, είναι του κρατουμένου στις φυλακές της Τρίπολης Τσόκα. Περιέγραψε τις συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές, που περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων διακόσια δεκαπέντε άτομα να ζουν σε κελιά για εξηντα πέντε συνολικά, εννέα ντουσιέρες για όλους – έξω στην αυλή, έξι σόμπες που δεν δουλεύουν ταυτόχρονα για όλους τους κρατουμένους τον χειμώνα, καμία προστασία από τις συνθήκες βρασμού που επικρατούν το καλοκαίρι, βρώμικο φαγητό, απαράδεκτες συνθήκες σε τουαλέτες. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποδέχθηκε τους ισχυρισμούς του, και μόλις σήμερα καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση των όσων προβλέπονται στο άρθρο 3 της Σύμβασης Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων περί απαγόρευσης της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης.

Ο άνθρωπος της πέμπτης ιστορίας, είσαι εσύ. Εφτασες μέχρι εδώ, διαβάζοντας για τέσσερις ανθρώπους που πολέμησαν, θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική τους ακεραιότητα, τις δουλειές τους, την ελευθερία τους, θέτοντας σε κίνδυνο υπαρκτό ακόμα και την ζωή τους, για να επικοινωνήσουν, ο καθένας με όποιον τρόπο μπορούσε, το κακό που τους κάναμε εμείς. Εμείς είμασταν οι φύλακές τους, εσύ και εγώ, εμείς αυτοί που είχαμε υποχρέωση να τους προστατεύουμε, εμείς αυτοί που ειχαμε την ευθύνη τους, που θα έπρεπε να ήμασταν η ασπίδα για τα ανθρώπινα δικαιώματά τους – τα ελάχιστα, και όμως τόσο πολύτιμα. Εμείς τους βασανίσαμε ή τους αγνοήσαμε, εμείς είχαμε την ευθύνη για τα βάσανά τους ή αδιαφορήσαμε όταν άλλοι τους βασάνιζαν. Και αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς να μας πονέσουν, χωρίς να μας χτυπήσουν, χωρίς να μας απειλήσουν, με αξιοπρέπεια όλοι τους, με ευγένεια και μέσα στους κανόνες πολιτισμού και δικαιοσύνης, ζητήσαν να διαβάσεις αυτές τις μικρές ιστορίες, και να αναρωτηθείς αν μπορείς να κάνεις κατι γι’ αυτό.

Μην τους γελάσεις. Υπέστησαν πολλά για να διαβάσεις εσύ αυτές τις ιστορίες. Χρειάστηκαν αυτοί οι τέσσερις, πιο έντιμοι απο μένα άνθρωποι, οι ιστορίες που χρειάστηκε να πουν για να σε αναγκάσω, να γίνεις, όπως είμαι και γω, ο πέμπτος άνθρωπος.

Τι θα κάνεις γι’ αυτό;

Στις φυλακές Κορυδαλλού, για τους κρατούμενους που ασθενούν, υπάρχει ένα «νοσοκομείο», ο Αγ. Παύλος (ας το πούμε νοσοκομείο, για να μην πούμε τίποτα χειρότερο). Οι ασθενείς εκεί, (οροθετικοί, καρκινοπαθείς, ακρωτηριασμένοι, με εγκεφαλικά) από τις 15/2 ξεκίνησαν απεργία πείνας, και στάση φαρμάκων.

Δεν είναι περίεργο; Ασθενείς να κάνουν απεργία πείνας και -κυρίως- στάση φαρμάκων; Ας δούμε τι καταγγέλλουν οι ίδιοι, και, κυρίως, τι επιβεβαιώνουν τα ρεπορτάζ (ακόμα και από την φιλοκυβερνητική Καθημερινή):

Στο «νοσοκομείο» αυτό, υπάρχουν 60 κλίνες, 60 κρεβάτια. Εκεί όμως φιλοξενούνται πάνω από 220 ασθενείς. Που κοιμούνται οι υπόλοιποι; Είτε μαζί με τους άλλους στο ίδιο κρεβάτι, είτε σε στρώματα στο πάτωμα. Κάποιοι από τους ασθενείς, έχουν μολυσματικές ασθένειες – αλλά επειδή δεν υπάρχει προσωπικό να τους εξυπηρετήσει (δεν υπάρχει κανείς να πλύνει τον ακρωτηριασμένο δηλαδή, ή να τον πάει τουαλέτα), αυτοεξυπηρετούνται. Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι καλύτερα, στέκονται στα ποδια τους, έχουν δυνάμεις, εξυπηρετούν τους υπόλοιπους. Δηλαδή, ασθενείς με μολυσματικές ασθένειες βοηθούν τους ανήμπορούς – ή υγιέστεροι βοηθούν τους μολυσματικούς ανήμπορους.

Αυτές οι συνθήκες, μαζί με άλλες, ακόμα χειρότερες (για παράδειγμα το φαγητό των φυλακισμένων εν γένει είναι δύο ευρώ την ημέρα για τρία γεύματα, δεν υπάρχουν γιατροί, δεν γίνονται εξετάσεις, δεν γίνονται καν αιμοληψίες) οδήγησε στην αύξηση κρουσμάτων όπως η φυματίωση και ο τύφος. Ήτοι, πας στο «νοσοκομείο» με ένα καρδιακό, και είσαι σχεδόν σίγουρο θύμα για να κολλήσεις κι άλλα, πολύ χειρότερα πράγματα.

Απίστευτο; Έ λοιπόν, δεν είναι τόσο.

Πριν από μερικούς μήνες, στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία, ο προϊστάμενος της εισαγγελίας εφετών Θεσσαλονίκης, κοινοποίησε μία επιστολή που έστειλε στους ανωτέρους του. Ήταν η δεύτερη επιστολή, είχε προηγηθεί άλλη μία – και δεν είχε αλλάξει τίποτα απολύτως από τότε.

Τι έλεγε σ’ αυτήν την επιστολή;

Η επιστολή ξεκινούσε με το «ντρέπομαι για τις συνθήκες στις φυλακές» – οπότε καταλαβαίνετε πως πάει η συνέχεια (θυμίζω, είναι προϊστάμενος εισαγγελίας εφετών): Υπάρχουν φυλακές με υπεράριθμους κρατουμένους, που δεν έχουν προσωπικό, και που οι κρατούμενοι (όχι απαραίτητα καταδικασμένοι, θυμίζω, γιατί υπάρχουν και οι προφυλακίσεις πριν τις δίκες, μπορεί να αθωωθούν) δεν προαυλίζονται (ήτοι: δεν βγαίνουν στην αυλή, δεν παίρνουν καθαρό αέρα, δεν βλέπουν ήλιο) για περισσότερους από πέντε ή έξι μήνες.

Δεν βγαίνουν έξω για περισσότερους από πέντε, έξι μήνες.

Προσέξτε τι γράφει ο προϊστάμενος της εισαγγελίας εφετών -για δεύτερη φορά,θυμίζω, υπήρξε και πρώτη, που δεν εισακούστηκε:

«οι κρατούμενοι συνωστίζονται, 15 και 20 άτομα, σε θαλάμους 9 κλινών, χωρίς καμία διάκριση σε ανήλικους και ενήλικους, υπόδικους και κατάδικους, τοξικομανείς, δράστες οικονομικών εγκλημάτων και αδικημάτων με ιδιαίτερη ποινική απαξία»

και

«τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη κατάσταση, εκτός των άλλων, εγκυμονεί και σοβαρούς κινδύνους για την υγεία»

Άρα, αυτό που γίνεται στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού δεν μοιάζει πια και τόσο απίστευτο. Δυστυχώς όμως, δεν τελειώνει εδώ.

Η αποχή συσσιτίου (που είναι στην ουσία απεργία πείνας, γιατί οι άνθρωποι εκεί είναι πολύ φτωχοί για να φάνε από αλλού) και η αποχή από τα φάρμακα, ξεκίνησε στις 15/2.

Ζήτησαν από την εισαγγελέα να παρέμβει για τις (απάνθρωπες, συμφωνούμε ελπίζω όλοι) συνθήκες – μα (κατά δήλωσή τους) η εισαγγελέας αρνήθηκε να πάει, καθώς έχει οικογένεια και φοβάται για την υγεία της.

Στις 20/2, και αφού έχουν περάσει πέντε ημέρες, οι κρατούμενοι – ασθενείς αποφασίζουν να δημοσιοποιήσουν μόνοι τους τις συνθήκες αυτές, και ανοίγουν έναν λογαριασμό στο twitter με το εύστοχο όνομα @kolastirio, στο οποίο δημοσιεύουν κείμενα και κυρίως φωτογραφίες από την καθημερινότητά τους.

Διάφοροι δημοσιογράφοι ενεργοποιούνται, και η είδηση μπαίνει σε αρκετά, και έγκυρα δημοσιογραφικά sites. Κανάλια αναπαραγάγουν το υλικό, και υπάρχει δημοσιότητα.

Τι αλλάζει; Τίποτα.

Στις 23/2 μία είδηση αναφέρει ότι πάρθηκαν δύο αποφάσεις για τις φυλακές: Ένα, οι κρατούμενοι που έχουν λιγότερα από 10 χρόνια φυλακής και είναι σοβαρά ασθενείς αν έχουν εκτίσει ένα μέρος της ποινής τους, και δεν ανήκουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, απελευθερώνονται, (πιάνει λιγότερους από 30 κρατούμενους στους 230) και δύο, νοσηλευτές θα πάνε στο κολαστήριο.

Έχουμε 4/3.

Θα περίμενε κανείς ότι θα έχουν πάει οι νοσηλευτές. Θα έχουν γίνει οι εξετάσεις. Θα ξέρουμε τι έχει ο κάθε ασθενής. Θα έχουμε τα φάρμακα για να αντιμετωπισθούν οι παθήσεις τους, και αυτές που είχαν πριν, και αυτές που απέκτησαν πηγαίνοντας στο «νοσοκομείο». Κάποιος θα πλένει τους παραπληγικούς, τους ασθενείς με εγκεφαλικά, τους ανήμπορους.

Όχι, δεν έχει αλλάξει τίποτα απολύτως.

Τίποτα.

Κανείς δεν έχει πάει, κανείς δεν έχει διευκολύνει την κατάσταση, κανείς δεν έχει βοηθήσει αυτούς τους ανθρώπους. Συνεχίζουν να αυτοεξυπηρετούνται, και να κοιμούνται στο πάτωμα γιατί δεν χωράνε στα κρεβάτια τους, να κολλάνε ο ένας από τον άλλο τύφο και φυματίωση (και ένας θεός ξέρει τι άλλο), να μένουν κλεισμένοι σε αυτόν τον χώρο, και να κάνουν απεργία πείνας, ελπίζοντας να ακουστούν.

Στο μεταξύ, ένας κρατούμενος-ασθενής αποπειράθηκε να απαγχονιστεί ήδη, και τον γλύτωσαν τελευταία στιγμή.

Μία παρατήρηση σε περίπτωση που δεν είναι κατανοητές οι συνθήκες.

Οι άνθρωποι είναι κρατούμενοι. Δεν είναι ασθενείς νοσοκομείου, που μπορούν να επιλέξουν ένα άλλο, ή να φύγουν, να πάνε να πεθάνουν σπίτι τους, ή να παρακαλέσουν έναν συγγενή τους να τους προσέξει: οι άνθρωποι αυτοί, είναι κρατούμενοί μας. Τους είπαμε «κάνατε ένα λάθος, και να για πληρώσετε, θα πάτε φυλακή». Στερώντας την ελευθερία τους, πήραμε όμως και την ευθύνη τους: αφού δεν μπορούν πια να κάνουν επιλογές για το πως θα ζήσουν, έχουμε υποχρέωση (δική μου εκτίμηση, διαφωνήστε ελεύθερα) να τους παρέχουμε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης.

Όχι πισίνες και λούσα: την δυνατότητα να έχουν ένα γιατρό όταν αρρωσταίνουν, να μην κοιμούνται στο πάτωμα, να βλέπουν λίγο ουρανό και λίγο ήλιο – και όχι μία φορά κάθε έξι μήνες.

Και κυρίως, λέω εγώ τώρα, όταν οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται την προσοχή μας, να μην πρέπει να σταματάνε το φαγητό και τα φάρμακα για να το πετύχουν.

Και αν τελικά το καταφέρουν, να μην αγνοούνται από το κράτος για ακόμα περισσότερο χρόνο, αλλά τάχιστα, τα όσα λογικά ζητάνε, να μπορούμε να τους τα παρέχουμε.

Και αν γίνεται αυτό, να σηκώνουμε ΕΜΕΙΣ την φωνή μας, και να λέμε «Μισό λεπτό: γίνονται όντως τέτοια πράγματα; ΓΙΑΤΙ;»

Υ.Γ.: Η εισαγγελέας πήγε στις φυλακές τελικά. Για να ασκήσει δίωξη στον άνθρωπο που έβγαλε τις φωτογραφίες και τα βίντεο, έναν ασθενή με λευχαιμία.

Όλα τα link για την ενημέρωσή σας:

  • ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ «Ντρέπομαι για τις φυλακές» Παναγής Γιαννάκης: «Οι συνθήκες κράτησης δεν εξασφαλίζουν τα ελάχιστα όρια αξιοπρεπούς διαβίωσης»
  • Δίωξη στον κρατούμενο που φωτογράφισε τις συνθήκες στον «Αγ. Παύλο»
  • Ο Αραβαντινός για τις εικόνες φρίκης
  • AP / ABC News. “Κρατούμενοι σε ελληνικό νοσοκομείο φυλακών προχώρησαν σε απεργία πείνας”.
  • Παρέμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για βελτίωση των συνθηκών στο νοσοκομείο των φυλακών Κορυδαλλού
    9/3/2014: Μία προσθήκη με μεγάλη σημασία: Ο Συνήγορος του πολίτη έχει κάνει δύο χρόνια πριν, το 2012, αυτοψία στο «νοσοκομείο» των φυλακών. Δύο σημεία αξίζει να προσεχθούν: Ένα, η εικόνα που σχημάτισα διαβάζοντας όχι μόνο αγνοήθηκαν τα όσα σημείωνε στην έκθεσή του, αλλά τα πράγματα έγιναν πολύ-πολύ χειρότερα. Και αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η ηγεσία γνώριζε, από έμπιστη πηγή για τα προβλήματα, αλλά επέλεξε να αγνοήσει και το πρόβλημα, και τις προτάσεις που της δόθηκαν. Δύο, η μελέτη εμφανίζει ένα θέμα που αξίζει να προσεχθεί, ότι δεν λειτουργεί ως νοσοκομείο, αλλά ως φυλακή – και ως εκ τούτου, προτείνει διαδικασίες που θα κάνουν τους κρατούμενους να μην τρελαθούν (δική μου η σημείωση).

    Είναι τρία PDF αρχεία, όλα πολύ χρήσιμα: http://www.synigoros.gr/?i=human-rights.el.fulakes.161589

    11/3/2014: Έχει ψωμί η ιστορία, και άρα νέες προσθήκες: Ήξεραν. Εμείς δεν ξέραμε, αλλά η κυβέρνηση ήταν εξαιρετικά καλά πληροφορημένη. Και ο τωρινός Υπουργός ήξερε.

    11/3/2014: Δεν σταματά εδώ: Υπάρχουν πολλά κολαστήρια. Ο Β.Καπερνάρος επισκέφτηκε προσωπικά ένα από αυτά, στον Δομοκό, και το έκανε ερώτηση στην Βουλή (έχει και απάντηση). Ενδιαφέροντα σημεία: Οι φυλακές είναι καινούργιες. Οι κρατούμενοι κοιμούνται στο πάτωμα (είδες υπουργέ μου που κοιμούνται κάποιοι στο πάτωμα;). Το κράτος, και εδώ, έχει ενημερωθεί για τις συνθήκες. Δεν υπάρχει προσωπικό – γιατί δεν υπάρχουν λεφτά ούτε για το υπάρχον. Το άρθρο έχει ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 2013.