Έχουμε μία εικόνα. Είναι μία καλά εξοπλισμένη διμοιρία των ΜΑΤ, μια ομάδα παιδιών (συγγνώμη, κανείς τραπεζικός αυτήν την φορά) που κρατάνε ένα πανό, κάποιοι δίπλα που φωνάζουν και πολλά παιδιά πίσω τους.

Αυτή είναι η εικόνα.

Είναι κινούμενη εικόνα, ξαφνικά μένουν δέκα, δεκαπέντε παιδιά να σπρώχνουν με το πανό τους, οι αστυνομικοί ανοίγουν τις φυσούνες στο πρόσωπό τους, κάνουν όλοι πίσω, δεν φορούν τίποτα, ούτε μάσκες ούτε καν πανιά, τρομοκρατούνται, κάνουν πίσω, μία λάμψη, κάνουν και άλλο πίσω ένας άνδρας των ΜΑΤ γυρίζει στην ομάδα τους, κάνει νόημα με τα χέρια να σταματήσουν.

Το πλάνο αλλάζει, μα τώρα είναι μια ακίνητο, ένας νεαρός στο πάτωμα, φοράει σκουλαρίκια, έχει ξυρισμένο μαλλί, δεν φαίνεται να μιλάει, μία κινείται οι αστυνομικοί δεν μιλάνε, στέκονται εκεί, απορροφούν την οργή που πάει (κι) αλλού, κάποιοι τους βρίζουν, μένουν ακίνητοι.

Με τις βιβλιοθήκες ή με τις βαριοπούλες;

Ποιες βιβλιοθήκες; και ποιες βαριοπούλες;

Δεν υπάρχουν ούτε βιβλιοθήκες, ούτε βαριοπούλες. Ούτε μία βιβλιοθήκη, ούτε μία βαριοπούλα. Τώρα δεν τα λέγαμε; Ποιες βιβλιοθήκες και ποιες βαριοπούλες; Τι λέμε;

Λοιπόν, λοιπόν – ας κόψουμε τις μαλακίες. Αρχίστε να βγάζετε. Βγάλτε από την εικόνα ο,τι δεν είναι ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΑΓΚΗ να είναι εκεί. Βγάλτε το. Τώρα.

Βιβλιοθήκες είπαμε δεν έχει, αλλά βγάλτε τις. Ούτε βαριοπούλες, αλλά βγάλτε τις κι αυτές.

Ωραία; Πάμε παρακάτω.

Έχει περαστικούς, ανθρώπους που δεν ήταν στην ομάδα, αυτούς που διαμαρτύρονται. Βγάλτε τους. Βγάλτε αυτούς που βρίσκονται από πίσω, δεν φαίνονται στο κάδρο εκτός από την στιγμή που τρέχουν – βγάλτε τους, βγάλτε τους κι αυτούς από την εικόνα. Μετά, βγάλτε τα παιδιά που κρατάνε το πανό. Ήρθαν να διεκδικήσουν κάτι, αλλά πες έχουν λάθος, πες δεν είναι σωστό, να περιμένουν, τέσσερα χρόνια, όσο πάρει, να ψηφίσουν κύριε, να αλλάξει η κυβέρνηση, να έρθει μία άλλη, που δεν θα χρησιμοποιεί ψεύτικες βιβλιοθήκες για να κάνει την δουλειά της, τι πα να πει, εμείς μαλάκες είμαστε που περιμένουμε; Βγάλτε τους, έξω από την εικόνα. Βγάλτε και το πανό. Τα πανό καμιά φορά λένε συνθήματα που πονάνε, και που όλοι κάνουμε πως δεν είδαμε και κρύβουν πίσω τους παιδιά που τα σηκώνουν, και αυτά που έχουν ανάγκη να μιλήσουν με ένα πανό, δεν το χρειαζόμαστε το πανό, βγάλαμε τα παιδιά που το σηκώνουν, βγάλτε και το πανό πια, δεν μιλάει για κάποιον, βγάλτε το.

Βγάλτε και τα ΜΑΤ. Δεν διαμαρτύρεται πια κανείς. Κανείς απέναντί τους. Τους έχουμε βγάλει όλους, δεν έχει μείνει κανείς, χέστηκε ο ΜΑΤατζής, οκτάωρο είναι, σήμερα βαράει αυτόν, αύριο άλλον, ο,τι του πουν. Επάγγελμα κάνει, ούτε ξέρει ποιον βαράει, ούτε χρειάζεται να ξέρει, εντολές κύριε, εκτελεί εντολές, είναι χρήσιμος όταν μένει κάποιος να φωνάξει, τώρα δεν έχει μείνει κανείς, βγάλτε τους.

Μένει μόνο ένας άνθρωπος.

Ας επικεντρωθούμε σ’ αυτόν.

Βγάλαμε τις βιβλιοθήκες, τις βαριοπούλες, βγάλαμε τους διαμαρτυρόμενους περαστικούς, βγάλαμε τους φοιτητές, βγάλαμε τους συναδέλφους του,

μένει μόνο αυτός.

Που κρατάει ένα όπλο.

Που είναι γεμάτο.

Που είναι γεμάτο με μία οβίδα κρότου λάμψης.

Που το σηκώνει, ευθεία.

Που βλέπει που βαράει.

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ

ΦΤΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ.

ΤΙΣ ΒΓΑΛΑΜΕ ΤΙΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΑΤ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΟ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΒΑΡΙΟΠΟΥΛΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΕΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ ΣΑΣ ΚΑΙ ΟΛΑ, ΤΑ ΒΓΑΛΑΜΕ ΟΛΑ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΝΑΣ ΟΠΛΙΣΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΟΠΛΙΣΑΜΕ ΕΜΕΙΣ. ΕΜΕΙΣ. ΟΛΟΙ. ΟΛΟΙ ΕΜΕΙΣ.

ΕΜΕΙΝΕ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ ΕΥΘΕΙΑ.

ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΨΕ.

ΠΟΥ ΕΙΔΕ ΠΟΥ ΒΑΡΑΕΙ. ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΣΤΟΧΟ ΤΟΥ.

ΚΑΙ ΠΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΠΑΤΗΣΕ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΤΕ. ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ, ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ.

ΤΟΝ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΛΟΙ.

ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΟΙ ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΙ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ ΠΑΝΟ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ ΞΥΡΙΣΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΕΝΑ ΚΟΛΑΡΟ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΜΙΑ ΒΑΡΙΟΠΟΥΛΑ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΣΑΣ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΣΑΣ, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΕΝΑ NON PAPER, ΤΟΝ ΚΡΥΒΕΙ ΜΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΛΛΑ ΕΓΩ, ΤΟΝ ΒΛΕΠΩ.

ΒΓΑΛΤΕ ΤΑ ΟΛΑ.

ΟΛΑ, ΒΓΑΛΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ.

ΜΕΝΕΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

ΠΟΥ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗΝ ΣΚΑΝΔΑΛΗ.

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ.

…ας μιλήσουμε για αυτό που έκανε. Αν συμφωνούμε με αυτο που έκανε, να το πούμε. Αν διαφωνούμε, να το πούμε. Είναι απλό. Είναι πολύ, πολύ απλό. Δεν έχει μείνει καιρος για ομόνοια, για αγάπες και λουλούδια, για όλοι μαζί είμαστε, ας μην τσακωνόμαστε. Ας πάρουμε θεση. Όσοι θέλουν, όσοι πιστεύουν ότι χρειάζεται μία ευθεία βολή, ας πάνε πίσω του. Πίσω από το όπλο του. Όσοι θέλουν ας πάνε μπροστά. Με γυμνά, άδεια χέρια. Χωρίς τίποτα. Μπροστά από την κάνη του. Εκεί κρινόμαστε. Εκεί μιλάμε για τον νόμο, για την νομιμότητα, για την δικαιοσύνη. Ας μη κοροϊδευόμαστε πια. Ή μπροστά από μία κάνη που θα εκπυρσοκροτήσει, ή πίσω της.

Να μην είστε δειλοί.

Να μην επιτρέψετε να σας κρύβουν και εσάς πίσω από κόμματα, πίσω από αρχηγούς, πίσω από ξεφτιλισμένους δημοσιογράφους και ηδονισμένα κομματόσκυλα, πίσω από βαριοπούλες και βιβλιοθήκες, πίσω από πανό και ματωμένους φοιτητές, να μην είστε δειλοί.

Πετάξτε όλα τα άλλα, κρατήστε μόνο αυτόν τον άνθρωπο, αυτό που ετοιμάζεται να κάνει, και πάρτε θέση. Να πάρουμε όλοι θέση. Να κοιτάξουμε αυτόν τον άνθρωπο και το όπλο του, και την ευθεία του βολή, και να πάρουμε όλοι θέση.

Ε, και αν κερδίσετε εσείς, χαλάλι – μπορείτε να βάψετε μετά κόκκινες τις βιβλιοθήκες με το αίμα μας.

Άλλο ένα σοβαρό πλήγμα στην δημοσιογραφία καταγράφηκε την τελευταία εβδομάδα. Μία ακόμα εξευτελιστική στιγμή, όχι μόνο για την είδηση αυτή καθ’ αυτή, αλλά κυρίως για τον ντροπιαστικό τρόπο που η ίδια η δημοσιογραφία την διαχειρίστηκε καθώς, μόλις σε ελάχιστες ημέρες, έγιναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να εξαφανιστεί, να αλλοιωθεί, να υποβαθμιστεί και στο τέλος να διαψευστεί με τον χειρότερο τρόπο.

Μία γρήγορη βόλτα στα γεγονότα (όχι ιδιαίτερα ήρεμα αυτήν την φορά, και όχι απολύτως αντικειμενικά), και μετά, ως συνήθως, πιάνω την ανάλυση της σκέψης μου:

Την προηγούμενη εβδομάδα, η ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» βγάζει την ανάλυσή της για το 2021 στην οποία, μεταξύ άλλων, έχει την κατάταξη των χωρών με βάση την δημοσιογραφική ελευθερία.

Για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η λίστα Πέτσα, η δικαστική περιπέτεια των Κώστα Βαξεβάνη – Γιάννας Παπαδάκου και η αντιμετώπιση των προστατευόμενων μαρτύρων, η Ελλάδα έπεσε 38 θέσεις, καταλήγοντας στην θέση 108 – στην χαμηλότερη από τότε που ο οργανισμός αυτός κατατάσει χώρες με βάση την ελευθερία που απολαμβάνει η δημοσιογραφία να ασκήσει το έργο της σ’ αυτές.

Το πρώτο δείγμα για το αν αυτή η κατάταξη σ’ αυτήν την λίστα ήταν δικαιολογημένη ή όχι, ήρθε σχετικά νωρίς: Το (όχι απλώς κρατικό αλλά από την πρώτη μέρα στην αποκλειστική διαχείριση του Μαξίμου) ΑΠΕ αναμεταδίδει την είδηση … ξεχνωντας όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Ελλάδα, και περιορίζεται στις πτώσεις άλλων χωρών. Έτσι, αν δεν υπήρχαν αληθινοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, το γεγονός ότι κατεβήκαμε 38 θέσεις, δεν θα το μαθαίναμε ποτέ.

Όταν η βολική αβλεψία του ΑΠΕ αποκαλύπτεται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου φροντίζει να υποβαθμίσει την είδηση, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του Δημοσιογραφικού ως ΜΚΟ και προκατειλημμένου ο οποίος προσβάλλει τον ελληνικό τύπο:

Φτάνει δε στο σημείο να αποστείλει επιστολή όπου, μεταξύ άλλων, ζητά από τον οργανισμό να της αναφέρει αν στην απόφαση της κατάταξης πήρε συνεντεύξεις από διωκόμενους δημοσιογράφους (υπονοώντας τον Βαξεβάνη και την Παπαδάκου) (λες και η ελευθερία του τύπου μίας χώρας πρέπει να ορίζεται μόνο από τους δημοσιογράφους που δεν διώκει η δικαιοσύνη του ίδιου του κράτους που ελέγχεται. Τέλος πάντων).

Η υποβάθμιση του ρόλου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα εξαπλώνεται στον φιλοκυβερνητικό τύπο μέχρι που ο γενικός γραμματέας της βουλής (και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη) επιχειρεί να αποδομήσει και την έκθεση αυτή καθ’ αυτή: Σε μία σύγκριση με την αναφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης ισχυρίζεται πως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα παραπλανούν τον κόσμο, και η Ελλάδα στην πραγματικότητα “βρίσκεται κάπου στην μέση” χρησιμοποιώντας έναν χάρτη ως απόδειξη.

Τον ισχυρισμό αυτόν, για άλλη μία φορά, τον αναπαράγει άκριτα ο φιλοκυβερνητικός τύπος, ( Capital, Παραπολιτικά, TheTOC, Πρώτο Θέμα, ΣΚΑΙ μεταξύ άλλων) με ενδεικτικό το άρθρο από το iefimerida, που παραθέτει περισσότερα στοιχεία από το (αρχικό, μάλλον) tweet του γεν. γραμματέα της Βουλής Γιώργου Μυλωνάκη.

Όμως, για άλλη μία φορά επίσης, σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Γαλανόπουλου που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο parallaximag όλα αυτά έχουν ένα ψέμα. Εκτός όλων των άλλων (διαβάστε το άρθρο, είναι αποκαλυπτικότατο) ακόμα και ο χάρτης είναι παραλλαγμένος: έχει αφαιρεθεί ο τίτλος του που διευκρινίζει πως αναφέρεται στις ψηφιακές δεξιότητες των κατοίκων, και επ’ ουδενί στην δημοσιογραφική ελευθερία.

Αντιθέτως, οι χάρτες που μιλούν για δημοσιογραφικές ελευθερίες, μας κατατάσσουν στην χειρότερη θέση.

Στο τελευταίο (αλλά το πιο εντυπωσιακό κατά την γνώμη μου) κεφάλαιο αυτής της γενικά απίστευτα θλιβερής ιστορίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέρχεται με μία ανακοίνωση-έκπληξη, στην οποία κατηγορεί τον Σύριζα ότι λέει ψέματα καθώς … ο χάρτης μιλάει στην πραγματικότητα για ψηφιακές δεξιότητες!

(Για να σας το κάνω λιανά, γιατί ο παραλογισμός συχνά είναι δύσκολο να γίνει απολύτως κατανοητός, είναι σαν να βγαίνει μία έκθεση ότι η θάλασσα είναι γαλάζια, κάποιος να διατείνεται πως είναι κόκκινη, να διαψεύδεται με στοιχεία ότι η θάλασσα φυσικά δεν είναι κόκκινη όπως ισχυρίζεται αυτός ο κάποιος, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να λέει ψεύτη τον Σύριζα(!) καθως η θάλασσα είναι στην πραγματικότητα ξεκάθαρα… γαλάζια)

Το παραθέτω για να το πιστέψετε – γιατί εγώ δεν το πίστευα:

Αυτόν, δηλαδή, τον ίδιο χάρτη, που έχουν βάλει ΟΛΑ τα συμπολιτευτικά μέσα – ε, αυτός δεν έχει σχέση με την ελευθερία του τύπου. Το λέει ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και αυτοσυγχαίρεται. Και το αναπαράγουν, άκριτα, ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ που φιλοξενούν την είδηση με τον αλλοιωμένο χάρτη. Μόνο και μόνο επειδή το είπε η κυβέρνηση.

Αυτά έγιναν (ως τώρα), και σ’ αυτά βασίζω και το σκεπτικό μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

~

Παιδιά, κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Παρότι ασχολούμαι με την δημοσιογραφία στην Ελλάδα όσο περισσότερο μπορώ, από κάποια πράγματα προσπαθώ να απέχω. Πχ, η τελευταία αναφορά μου στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ήταν εδώ όπου προσπαθούσα να αναδείξω πως, ενώ αρκετά ΜΜΕ στην Ελλάδα έχουν φάκελο για τις ανακοινώσεις τους, τα περισσότερα από αυτά (πλην των αξιοπρεπών, δηλαδή) αγνόησαν τελείως κάθε διαμαρτυρία για την δικαστική επιθεση που δέχονται δύο καταξιωμένοι έλληνες συνάδελφοί τους.

Αντίστοιχα, μπορεί να έχω αναφέρει τις τρεις πρόσφατες δολοφονίες της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα (την οικονομική, την φυσική, και την επαγγελματική – καθώς και τους λόγους που φοβάμαι πως συμβαίνουν αυτά) αλλά επέλεξα να μην γράψω ειδικό άρθρο στην πτώση της κατάταξης της Ελλάδας (παρ ότι γίνεται για τους ίδιους λόγους) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Η διαχείριση της είδησης αυτής καθ’ αυτής της κατάταξης όμως από την δημοσιογραφία στην Ελλάδα, αποδεικνύει πως η κατάταξη (και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσω μετά λύπης μου με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο) είναι πασιφανώς λανθασμένη:

Δεν αξίζουμε την θέση 108, και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα συμβαίνουν αυτήν την στιγμή.

Πρώτον, το ΑΠΕ αγνοεί την είδηση. Δεν του διαφεύγει, την διαβάζει, αλλά παραπλανεί το κοινό όλων όσων το εμπιστεύονται και δεν αναφέρει την Ελλάδα.

Δεύτερον ο καθ’ ύλην αρμόδιος κυβερνητικός εκπρόσωπος αντί να αντιμετωπίσει σοβαρά την είδηση, διαβάλλει την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Τρίτον η ΕΣΗΕΑ, (που, για να μην γελιόμαστε, δεν έχει αλλάξει διοίκηση όσο πέφτουμε στην κατάταξη, η ίδια είναι) δεν παραιτείται. Διάβολε, τι να παραιτηθεί, δεν βγάζει καν μία αξιοπρεπή ανακοίνωση για το κορυφαίο αυτό θέμα.

Τέταρτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ενστερνίζεται απολύτως την στάση της κυβέρνησης για την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Πέμπτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ΨΕΥΔΕΤΑΙ, προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ, βγάζοντας έναν ΨΕΥΤΙΚΟ χάρτη, που δεν λέει καθόλου αυτό που ισχυρίζονται οι δημοσιογράφοι ότι λέει. Προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ.

Έκτον, κανένα ΜΜΕ (μην τα ξαναλέω, πλην των αληθινών δημοσιογράφων) όταν αποκαλύπτεται πως η είδηση βασίζεται σε ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΨΕΥΔΕΙΣ χάρτες, δεν το αναφέρει. Κανένα.

Έβδομον, ακόμα και τα site που έγραψαν την είδηση, δεν αφαιρούν το ΨΕΥΔΕΣ περιεχόμενό τους. Ειναι ΨΕΥΔΕΣ, παραπλανητικό, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΑΙΡΟΥΝ. Υπάρχει, ακόμα εκεί, αυτούσιο, για να συνεχίσουν να το διαβάζουν όσοι τους πιστεύουν.

Όγδοον, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, πουλάει τρέλα, εκθέτοντας στην ουσία αυτούς που τον στηρίζουν με αυτό το κατάφορο ψέμα, επιτιθέμενος στην αντιπολίτευση.

Το ξαναλέω, δεν μας αξίζει η θέση 108. Είμαστε για πολύ, πολύ πιο κάτω.

Προφανώς, όπως και στην πρόσφατη υπόθεση των παρακολουθήσεων, δεν μιλάμε πια για “ανθρώπινο λάθος”. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι “δημοσιογράφοι” στην Ελλάδα (αλήθεια, αξίζουν να τους λέμε δημοσιογράφους;) δεν έκαναν “λάθος” στην διαχείριση της είδησης. Διέβαλαν, είπαν ψέματα, και φρόντισαν να αναπαραχθούν τα ψέματα και μόνο αυτά σε μία ιδιότυπη (αλλά απολύτως συνηθισμένη πια) δημοσιογραφική Ομερτά στην Ελλάδα.

Αν δεν υπάρχει λάθος όμως, υπάρχει σχέδιο. Και ο σκοπός αυτού του σχεδίου, δεν μπορεί να είναι άλλος από την παραπλάνηση των πολιτών της χώρας. Και ο μόνος λόγος που θέλει κάποιος οι πολίτες μιας χώρας να τρέφονται με ψεύτικες ειδήσεις και ο μόνος λόγος που θα ήθελε κάποιος να μην δημοσιεύεται κάτι που είναι πιθανό να αποκαλύψει την ίδια την ομερτά τους και να μην ενοχλήσει την συμπαθή τους κυβέρνηση, είναι να ελέγξει το πολίτευμα.

Προσέξτε τι λέω: Δεν υπάρχει λάθος εδώ. Υπάρχει σχέδιο. Μία ολόκληρη πλεκτάνη απο ψέματα και βρώμικες, ανοίκειες συκοφαντίες για να μην αποκαλυφθεί ο δημοσιογραφικός οχετός που κυβερνά την ενημέρωσή μας.

Κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Δείτε ποιοι δημοσιογράφοι μιλούν, ποιοι αντιδρούν, δείτε ποιοι δημοσιογράφοι τουλάχιστον ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ λίγο για την κατάστασή μας, και στηρίξτε τους όσο περισσότερο μπορείτε, με όσους περισσότερους τρόπους μπορείτε.

Είμαστε εδώ και καιρό σε πόλεμο.

Και δεν χάνει μόνο η αλήθεια. Χάνει η ίδια η δημοκρατία.

Υ.Γ.: Διαβάστε και αυτήν την αξιόλογη και πληρέστατη ανάλυση – παρότι ομοιάζει πολύ με την δική μου (λογικό γιατί η επικαιρότητα είναι η ίδια, αλλά δεν είχα το άρθρο υπόψη μου πριν γράψω το δικό μου άρθρο) έχει πολύ περισσότερα στοιχεία και είναι τουλάχιστον εξίσου, αν όχι καλύτερα, τεκμηριωμένη από το παρόν άρθρο.

Τις τελευταίες ημέρες, έχω καταλήξει σε μερικές δυσοίωνες σκέψεις, που αλλάζουν πλήρως κάθε έννοια νομιμότητας που μπορεί να ελπίζει κανείς ότι έχουμε στην Ελλάδα. Δεν θέλω να τις κάνω, αλλά κάθε είδηση που διαβάζω καθιστούν όλο και πιο πιθανή μία τέτοια σκέψη να έχει μία βάση λογικής. Θα προσπαθήσω να την εξηγήσω, με βάση τα γεγονότα που έχουν συμβεί, παραθέτοντας πηγές και ρεπορτάζ όπου υπάρχουν.

Μόλις δέκα περίπου ημέρες πριν έγινε γνωστό πως ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης τελούσε υπο παρακολούθηση από δύο ξεχωριστές υπηρεσίες: Μία κρατική, σύμφωνα με το ρεπορτάζ από τους reporters united, και μία ιδιωτική, δυο μήνες μόλις μετά την απότομη λήξη της κρατικής, σύμφωνα με το ρεπορταζ του ιδίου – και σύμφωνα με το inside story η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο πελάτης αυτής της ιδιωτικής παρακολούθησης, αλλά δηλώνει επισήμως άγνοια.

Περισσότερα στην αρχική μου αναφορά στο θέμα, εδώ.

Θα έλεγε κανείς πως ήταν μία σημαντική είδηση, από εκείνες που θα έφερναν την κυβέρνηση κάθε χώρας σε πολύ, πολύ δύσκολη θέση, και υποχρεωμένη να απαντήσει σε μερικές πολύ σκληρές ερωτήσεις.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως, αντίθετα από άλλες περιπτώσεις, η δημοσιογραφία γενικά αναφέρθηκε στην είδηση, ακόμα και αυτή που, παραδοσιακά αγνοεί ο,τι δεν συμφέρει την κυβέρνηση που υποστηρίζει (όχι αφιλοκερδώς, δυστυχώς) με εκτεταμένα ρεπορτάζ – κάτι που ο ίδιος ο Κουκάκης έχει πολλές φορές επισημάνει.

Ειδικά όμως, η δημοσιογραφική αντίδραση, για τα δεδομένα της βαρύτητας της είδησης, παραμένει απροσδόκητα υποτυπώδης. Ακόμα και από αυτήν την ελάχιστη δημοσιογραφική αντίδραση, υπάρχει ένα ζήτημα που δεν ακουμπά κανείς και που οι reporters united ξεκαθαρίζουν όσο πιο σκληρά μπορούν:

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με το ρεπορταζ τους, συγκαλύπτει για δεύτερη φορά την παρακολούθηση.

Η πρώτη φορά, ήταν η αλλαγή της νομοθεσίας με μία τροπολογία που φρόντισε ώστε η ΕΥΠ και η εισαγγελέας να μην απαιτείται να απαντήσουν στην ΑΔΑΕ.

Η δεύτερη γίνεται τώρα, μπροστά στα μάτια μας.

Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει ακουμπήσει την ιδιωτική εταιρία που, αποδεδειγμένα πλέον, παρακολουθούσε τον Θανάση Κουκάκη. Θυμίζω ότι η παρακολούθησή της είχε ελληνική στόχευση (42 από τους 310 ψεύτικους δικτυακούς τόπους ήταν με ελληνικό περιεχόμενο), πως η παρακολούθησή του ξεκίνησε μόλις δύο μήνες μετά από την επείγουσα (επειδή ανακαλύφθηκε) παύση της κρατικής, και πως, σύμφωνα με το ρεπορταζ του Inside story που δεν έχει ακόμα διαψευστεί, η εταιρία οφείλει να αναφέρει στην κυβέρνηση τους πελάτες της που πληρώνουν για την παρακολούθηση. Ιδιώτες, ή κράτη. Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως, η εταιρία που διαθέτει το λογισμικό στην αγορά, σύμφωνα με της υπηρεσία που ανακάλυψε την παρακολούθηση, έχει κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, κρατικές υπηρεσίες για πελάτες, όχι ιδιώτες.

Καμία έρευνα, κανένας έλεγχος, σε καταστάσεις που, και το παραμικρό δευτερόλεπτο μετράει. ΑΝ πράγματι αναζητάς την αλήθεια και όχι τρόπους να την καταχωνιάσεις.

Δεύτερον, αναθέτει την υπόθεση στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ή η ίδια η Εθνική Αρχή Διαφάνειας αυτουβούλως αναλαμβάνει, ανάλογα με την σειρά που βλέπει κανείς τα γεγονότα) – μία, κατά το ρεπορτάζ των Reporters United απολύτως μη αρμόδια αρχή για μία τέτοια έρευνα. Θα μπορούσε η ΑΔΑΕ, η καθ’ ύλην αρμόδια, θα μπορούσε ακόμα και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα – αλλά σε καμία περίπτωση η ΕΑΔ. Όχι μόνο αυτό, αλλά ο αρμόδιος υπουργός ανακοινώνει την έρευνα, χωρίς η ίδια η ΕΑΔ να έχει, ακόμα και μέχρι αυτήν την στιγμή, αναφέρει την απόφαση αυτή.

Αυτή η πιεστική απόφαση γίνεται πιο δυσάρεστη αν συνυπολογίσει κανείς τα παλαιότερα δημοσιεύματα που ήθελαν τον πρόεδρο της (ανεξάρτητης υποτίθεται) ΕΑΔ να ανήκει στον χώρο (συγγενικό, και επαγγελματικό) του πρωθυπουργού – δηλαδή, σας θυμίζω, του άμεσα ελεγχόμενου.

Για να ξεκαθαρίσουμε την σειρά των γεγονότων δηλαδή, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που παραθέτω πιο πάνω, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναλαμβάνει την ΕΥΠ προσωπικά τρεις μέρες μετά την εκλογή του, τοποθετεί έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα διοικητή της, αλλάζει (αναδρομικά!) την νομοθεσία για να μπορέσει να παραμείνει στην θέση ο εκλεκτός για διοικητής της, καταργείται η Γενική Γραμματεία Καταπολέμησης της Διαφθοράς και δημιουργείται στην θέση της η ΕΑΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθετεί τον κουμπάρο και συνεργάτη του ως διοικητή της “ανεξάρτητης” αρχής, ο Θανάσης Κουκάκης αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθείται την ίδια εποχή που κάνει αναλυτικό ρεπορτάζ για τις τράπεζες (μεταξύ άλλων), καταθέτει αναφορά στην ΑΔΑΕ, την ίδια ημέρα η ΕΥΠ που τον παρακολουθεί σταματά εσπευσμένα την παρακολούθηση (παρότι λίγες ημέρες πριν έχει ζητήσει την χρονική διεύρυνσή της), η κυβέρνηση φέρνει εκπρόθεσμη, βιαστική τροπολογία με την οποία προστατεύεται από έλεγχο των πεπραγμένων της η ΕΥΠ από την ΑΔΑΕ (καθιστώντας την άχρηστη) – ενώ ρεπορταζ του tvxs αναφέρει πως, μόλις το 2021 είχαμε 14.000 παρακολουθήσεις, εγκρίνεται από την βουλή με κυβερνητικές ψήφους η διοίκηση της ΕΑΔ , ξεκινά η παρακολούθηση από την ιδιωτική εταιρία με το σύστημα Pegasus, η κυβέρνηση μαθαίνει για τις παρακολουθήσεις αλλά αρνείται κάθε ανάμειξη, και η μη αρμόδια ΕΑΔ αναλαμβάνει (αυτοβούλως ή κατ’ εντολή) να ερευνήσει την υπόθεση.

Γιατί να γίνονται όλα αυτά; Δεν είναι ύποπτο, εδώ και δύο χρόνια, αυτό το σκηνικό;

Δεν είναι ύποπτη αυτή η διαρκής προσπάθεια συγκάλυψης;

Δεν είναι ύποπτο, πια, που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός επέλεξε από την πρώτη μόλις μέρα της θητείας του να ελέγχει απόλυτα την ΕΥΠ, να απελευθερώνει τις διαδικασίες της, να διορίζει ανθρώπους που δεν πληρούν τα κριτήρια και να αλλάζει τους νόμους(!) για να γίνονται δεκτοί, να διορίζει κουμπάρους του οι οποίοι είναι οι μόνοι που επιτρέπει να ελέγχουν την ΕΥΠ, και να απαγορεύει με τροπολογία σε άλλες ανεξάρτητες αρχές να την/τον ελέγχουν;

Γιατί γίνονται όλα αυτά;

~

Όπως ξεκίνησα να λέω στην αρχή, φαίνεται να βρισκόμαστε σε μία δεύτερη, πολύ πιο σημαντική από την πρώτη απόπειρα συγκάλυψης της παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη.

Και όχι μόνο του Θανάση Κουκάκη, φοβάμαι.

Παλαιότερα έλεγα πως, ένας πρωθυπουργός που κρύβει σκελετούς στο ντουλάπι του, είναι ένας ελεγχόμενος από όποιον ξέρει τα μυστικά του πρωθυπουργός. Προφανώς, ένα τεράστιο δάνειο για μία αδιάφορη εφημερίδα που δεν αποπληρώνεται, ή ένα σπίτι του Βολταίρου που αποκτάται χωρίς έλεγχο ούτε έσχες, ούτε πόθεν, μία “μεσοτοιχία” με έναν εξαφανισμένο στέλεχος κορυφαίας πολυεθνικής που διέφυγε στην βάρδια του ενώ αποδεδειγμένα είχε δωροδοκήσει κυβερνητικά στελέχη, είναι, όπως και να το πεις, βαρβάτοι σκελετοί, που (σε κανονικές συνθήκες) (θα έπρεπε να) γκρεμοτσακίζουν πολιτικές καριέρες. Και αυτοί οι σκελετοί είναι μόνο αυτοί που υποψιαζόμαστε.

Επίσης, στο προηγούμενο άρθρο, εξηγούσα πως όποιος παρακολουθεί δημοσιογράφους, στην πραγματικότητα τους δολοφονεί επαγγελματικά. Είναι πολύ, πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτό, και τώρα, που συζητάμε την ιστορία αυτή, αλλά πολύ περισσότερο μετά, αν και εφόσον αναζητηθούν ευθύνες και, ίσως, αποζημιώσεις.

~

Υπαρχει όμως και μία παράμετρος που, μέχρι τώρα, δεν έχουμε υπολογίσει.

Για να εγκατασταθεί το λογισμικό της ιδιωτικής εταιρίας στο κινητό του Θανάση Κουκάκη ωστε να παρακολουθείται κάθε του κίνηση, ο δημοσιογράφος έπρεπε να μπει σε έναν ψεύτικο δικτυακό τόπο, μόλις δύο μήνες μετά την βιαστική άρση της παρακολούθησης από την ΕΥΠ. Κάποιος του έστειλε ένα μήνυμα, τον ξεγέλασε. Όμως δεν υπήρχε μόνο ένας δικτυακός τόπος – υπήρχαν 42 δικτυακοί τόποι, όλοι ελληνικοί – και συνολικά 310.

Γιατί;

Ο Θανάσης Κουκάκης παρακολουθείτω ήδη, ενώ μόλις με την πρώτη προσπάθεια “την πάτησε” και του έβαλαν λογισμικό παρακολούθησης. Το κόλπο ήταν απλό, και καλοστημένο – τα domain, τα ονόματα των δικτυακών τόπων, ήταν καλοφτιαγμένα, σε γενικές γραμμές εύκολο να την πατήσει ακόμα και κάποιος που δεν ήταν τελείως αρχάριος.

Σαράντα δύο δικτυακοί τόποι; Μόνο για τον Κουκάκη ήταν όλοι αυτοί;

Ας υποθέσουμε ότι ένας δημοσιογράφος, ο οποιοσδήποτε δημοσιογράφος, παρακολουθείται. Αυτοί που τον ελέγχουν δεν μαθαίνουν μόνο σε τι ρεπορτάζ εμπλέκεται, τα μαθαίνουν ΟΛΑ. Ο Κουκάκης πχ, βρήκε απομαγνητοφωνημένη συζήτηση ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ (και αυτό, θυμίζω, από την ΕΥΠ, όχι με το Predator). Ποιος θα ενδιαφερόταν γι’ αυτήν την συνομιλία; Μα όταν παρακολουθείται, δεν υπάρχει διάκριση, επαγγελματική ή μη – όλα είναι στο τραπέζι.

Αυτός ο κάποιος που παρακολουθείται, ο οποιοσδήποτε, ας πούμε ότι έχει έναν παράνομο δεσμό. Ή είναι κρυφά gay. Ή βλέπει τσόντες, στο διαδίκτυο. Ή παίζει παράνομο στοίχημα. Ή δωροδοκεί έναν εφοριακό για υπόθεσή του.. Ή συνεργάζεται με έναν ανταγωνιστή της εφημερίδας του. Ή, ή, ή.

Όλα αυτά είναι σκελετοί στην ντουλάπα του. Άλλοι πέρα ως πέρα παρανομοι, άλλοι απολύτως νόμιμοι, αλλά ίσως ανήθικοι ή έστω “ανηθικοι”, άλλοι, απλώς, η προσωπική του ζωή.

Ας υποθέσουμε πως ο δημοσιογράφος αυτός, ΞΕΡΕΙ πως παρακολουθήθηκε. ΞΕΡΕΙ πως τον παρακολουθούσε η ΕΥΠ, ή ο άγνωστος πελάτης της . Ξέρει πια πως είναι εκτεθειμένος: αν μιλήσει άσχημα γι αυτούς που δεν πρέπει, αν ερευνήσει κάτι που δεν πρέπει, αν δείξει κάτι που δεν πρέπει, δεν έχει λογική να πιστεύει πως θα βγει στην δημοσιότητα κάτι δικό του που δεν πρέπει;

Δεν είναι καθόλου παράλογο να φοβάται κάτι τέτοιο.

Επίσης, δεν είναι καθόλου παράλογο πια να φοβάται κάτι τέτοιο ένας δημόσιος λειτουργός, ένας πρέσβης, ένας βουλευτής, ένας δικαστικός – γιατί, ακόμα και αν στοχεύονταν μόνο δημοσιογράφοι, σαράντα δύο ψεύτικοι δικτυακοί τόποι, είναι πολλοί.

Ο καθένας θα μπορούσε να φοβάται (ή να γνωρίζει) ότι το όνομά του υπάρχει πχ σε μία λίστα, και καλό είναι να κάνει ο,τι χρειάζεται να κάνει για να μην δημοσιευθεί ο,τι θα ήθελε να κρατήσει ιδιωτικό.

Και, θυμίζω, 14.000 αιτήματα για παρακολούθηση είχαμε το 2021 – που έγιναν κατά πάσα πιθανότητα όλα δεκτά, αφού έχει φροντίσει ο πρωθυπουργός να μην έχει ιδιαίτερο λόγο να διαφωνήσει η αρμόδια εισαγγελέας στα αιτήματα αυτά. Δεκατέσσερις χιλιάδες παρακολουθήσεις αφορούν πολλούς, πολλούς ανθρώπους.

~

Ο Θανάσης Κουκάκης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ clean δημοσιογράφου. Δεν έχει (ακόμα) ασχοληθεί με το μεταναστευτικό, με την Τουρκία ή την Ρωσία, με οτιδήποτε θα τον έκανε να πιστέψει πως θα έδινε έστω και την παραμικρή δικαιολογία στην κρατική ΕΥΠ, επίσημα, να τον παρακολουθήσει.

Είναι τόσο καθαρός, που θα μπορούσε κάλλιστα η ΕΥΠ να πει απλώς “έχετε δίκιο, κάναμε λάθος, δεν βρήκαμε τίποτα, αναλαμβάνουμε την ευθύνη”. Κάποιος θα παραιτήτω, πιθανόν, θα υπήρχε μία αναστάτωση, μάλλον, και ο πρωθυπουργός με την αποδοχή της παραίτησης θα μπορούσε ίσως να βγει και από πάνω.

Αντιθέτως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε εξ αρχής μία δυσανάλογη ευθύνη με την επιθυμία του να ελέγχει απόλυτα ο ίδιος την ΕΥΠ. Εφτιαξε τις συνθήκες ώστε οι παρακολουθήσεις να γίνονται σχεδόν μηχανικά, χωρίς κανέναν σοβαρό έλεγχο. Δημιούργησε μία τροπολογία για να προστατευτεί αναδρομικά η απόφαση παρακολούθησης – και όλες οι επόμενες. Υπο την εποπτεία του παρακολουθούνται χιλιάδες πλέον άνθρωποι. Μπήκαν διοικητές σε καίριες θέσεις, ακόμα και παράτυπα, ακόμα και ανεξάρτητων αρχών, άνθρωποι κοντά στον πρωθυπουργό, που τον προστατεύουν ακόμα και τώρα.

Περίμενα, με την δημοσιοποίηση της (από ότι φαίνεται παράνομης) έρευνας, α) να υπάρξει μία ξεκάθαρη, έστω και τώρα, κυβερνητική ανάληψη ευθύνης, β) να υπάρξει απόλυτη και δυναμική δημοσιογραφική αντίδραση.

Το πρώτο, γκρεμίστηκε με θόρυβο – η κυβέρνηση αρνείται, κοροϊδεύει, ψεύδεται και κωλυσιεργεί. Το δεύτερο είναι όπως είπα και στην αρχή, εξαιρετικά δυσανάλογα ερευνώμενο σε σχέση με την βαρύτητά του. Θα έλεγε κανείς ελάχιστα περισσότερο από την δολοφονία Καραϊβάζ.

Μέχρι τώρα, πιστεύαμε ότι οι δημοσιογράφοι είναι δεσμευμένοι από μία λίστα Πέτσα, που είχε αν όχι την πρόθεση, τουλάχιστον την δυνατότητα να τους ελέγχει διασφαλίζοντας την οικονομική επιβίωσή τους.

Ήταν μία αισχρή απόφαση – αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια. Με αισχρές (κατά την ταπεινή μου γνώμη) απόπειρες να συγκαλυφθεί κι αυτή, αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια.

Αρχίζω όμως και ανησυχώ, όσο δεν μαθαίνουμε πόσοι, ποιοι, για ποιον λόγο, και με ποια αποτελέσματα ερευνήθηκαν από την ΕΥΠ, αν υπαρχει και μία λίστα με μυστικά, μία λίστα όπου ο έλεγχός της είναι το απόλυτο κλειδί ελέγχου κάθε φωνής που παρεκκλίνει κάποιας συμφωνημένης συμπεριφοράς.

Και, με αποκλειστικά υπεύθυνο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ανησυχώ μήπως αυτή η λίστα μυστικών, αν όντως υπάρχει, του ανήκει – ή έστω, είναι σε γνώση του.

Θα ήταν τρομερό, απολύτως τρομακτικό να υπάρχει μία τέτοια “λίστα Μητσοτάκη”.

Και δεν έχει γίνει έως τώρα τίποτα, καμία απολύτως ενέργεια που θα με βοηθούσε έστω και αισιόδοξα σκεπτόμενος να ελπίσω πως δεν υπάρχει.

Ένα αδιανόητο κουβάρι ξετυλίγεται αυτές τις ημέρες, εκείνο όπου δημοσιογράφοι καταγγέλουν ότι παρακολουθούνται – και η κυβέρνηση μοιάζει να έχει όχι μόνο γνώση των παρακολουθήσεων αυτών, αλλά, ακόμα χειρότερα, να τις έχει παραγγείλει κιόλας.

Πάμε πρώτα να δούμε το ρεπορτάζ, και αναπτύσσω μετά τον προβληματισμό μου. Είναι μεγάλο, κάντε υπομονή.

Για μένα (μπορεί να υπάρχουν και άλλα γεγονότα, που αγνοώ ή αμελώ αυτήν την στιγμή να αναφέρω) με την ανησυχία (και μετά την επιβεβαίωση) του Σταύρου Μαλιχούδη, ότι αυτός, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στο ρεπορταζ της ΕφΣυν για τις παρακολουθήσεις πολιτών και δημοσιογράφων.

Ο Σταύρος Μαλιχούδης αρθρογραφεί στο Solomon αλλά και στο αντοίστοιχο δημοσιογραφικό site Reporters United όπου καταγγέλει το περιστατικό εξηγώντας ότι η μόνη λογική(;) απάντηση είναι πως παρακολουθείται για τα ρεπορτάζ του στο μεταναστευτικό/προσφυγικό. Λίγο καιρό μετά, το Solomon προχωρά σε μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο, ζητώντας διευκρινίσεις για τις ενέργειες της κυβέρνησης.

Οι καταγγελίες για τις παρακολουθήσεις, αφορούν το μακρινό 2020 (οι αποκαλύψεις έγιναν στο τέλος του 2021 και η μηνυτήρια αναφορά στις αρχές του 2022). Την ίδια εποχή, το 2020 δηλαδή, ένα άλλο κουβάρι τυλίγεται ταυτόχρονα, που αφορά αυτήν την φορά τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη.

Ο Κουκάκης έχει κάποια προβλήματα στο κινητό του. Δεν ακούει καθαρά, η σύνδεση διακόπτεται, χάνει κλήσεις. Δεδομένου ότι οι κυβερνητικές παρακολουθήσεις γίνονται πλέον σχεδόν εν κρυπτώ, καθώς αρκεί μία αίτηση προς την εισαγγελέα για να ξεκινήσουν, χωρίς αποδείξεις κάποιας έστω ενοχής, προφανώς ανησυχεί: Οι ανησυχίες του όμως γίνονται βεβαιότητα, όταν μαθαίνει από το δημοσιογραφικό του ρεπορτάζ ότι “κυκλοφορούν” απομαγνητοφωνήσεις – σε συζητήσεις με το παιδί του. Στις 12 Αυγούστου του 2020 ο Θανάσης Κουκάκης κάνει μία επίσημη καταγγελία στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) – ζητώντας να μάθει αν, όντως, παρακολουθείται.

Η ημερομηνία είναι σημαντική, προτείνω να την σημειώσετε, θα αποκτήσει νόημα μετά.

Οπως μαθαίνει περίπου έναν χρόνο μετά ο δημοσιογράφος από την ΑΔΑΕ, “στις 10 Μαρτίου 2021, δηλαδή μετά την επιβεβαίωση των υποκλοπών, η ΑΔΑΕ απευθύνεται στην Εισαγγελέα της ΕΥΠ για το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου για την ενημέρωση του δημοσιογράφου σχετικά με την άρση του απορρήτου του” – όπως γράφει το Reporters United

Η ΑΔΑΕ απαντά στον Θ. Κουκάκη επισήμως στα τέλη Ιουλίου πως “ «μετά από τεχνικό έλεγχο που διενήργησε η ΑΔΑΕ […] στα δίκτυα των τηλεπικοινωνιών παρόχων που εξυπηρετούν τις συνδέσεις κινητής και σταθερής τηλεφωνίας σας […] δεν διαπιστώθηκε κάποιο γεγονός που να συνιστά παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας περί απορρήτου των επικοινωνιών»”. Όχι “δεν γίνονται παρακολουθήσεις – απλώς δεν είναι παράνομες.

Είναι δύσκολο να είναι παράνομες: σχεδόν αμέσως μετά το αίτημα της ΑΔΑΕ στην εισαγγελέα η κυβέρνηση της Ελλάδας στις 31 Μαρτίου του 2021 περνάει κατ’ επειγόντως ένα εξαιρετικά αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο.

Σύμφωνα με αυτό, “απαγορεύεται πλέον στην ΑΔΑΕ να προχωρήσει στην γνωστοποίηση των παρακολουθήσεων στον πολίτη”. Η ρύθμιση έχει αναδρομική ισχύ και άρα καλύπτει τις υποκλοπές Κουκάκη. Ήτοι, η ΑΔΑΕ δεν έχει πια τον έλεγχο της ΕΥΠ. Η ΕΥΠ μπορεί να παρακολουθεί όποιον νομίζει, και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν.

…Πιο σωστά, όχι σε κανέναν: δίνει λογαριασμό σε δύο άτομα: στην εισαγγελέα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών που στεγάζεται στο κτίριο της ΕΥΠ στην Κατεχάκη (η οποία δεν απαιτείται να καταθέσει ουσιαστικά στοιχεία για το αν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για την παρακολούθηση), και στον πολιτικό της προϊστάμενο, τον ίδιο τον πρωθυπουργό που ανέλαβε, τρεις μόλις μέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας του, τον αποκλειστικό έλεγχο της ΕΥΠ.

Το ρεπορτάζ του Reporters United αποκαλύπτει πως η ΕΥΠ όντως ζήτησε την παρακολούθηση του Θανάση Κουκάκη. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις την 1η Ιουνίου κατέθεσε αίτημα παρακολουθήσεως του κινητού του στην Cosmote έως την 1η Αυγούστου – ημερομηνία που πήρε παράταση, ως την 1η Οκτώβρη.

Θυμάστε την ημερομηνία που σας ζήτησα να κρατήσετε; Ήταν η 12η Αυγούστου του 2020, όταν ο Θανάσης Κουκάκης καταθέτει επίσημο αίτημα στην ΑΔΑΕ για να μάθει αν παρακολουθείται. Είναι η ίδια ημερομηνία που, εκτάκτως, και μετά την παράταση που ζητήθηκε έναν μήνα πριν, η ΕΥΠ ξαφνικά ζητά την παύση της άρσης του απορρήτου.Θα μιλούσε κανείς για σύμπτωση – αν δεν παρακολουθούσαν το κινητό του, και, όχι μόνο ήξεραν πολύ καλά τις κινήσεις του, αλλά ΦΟΒΗΘΗΚΑΝ κιόλας από αυτές.

Φόβοι που είχαν νόημα – μέχρι που η κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός δηλαδή που έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της ΕΥΠ, κάλυψε τις ενέργειές της, ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ, με έναν νόμο που έκανε ακόμα και τον πρόεδρο της ΑΔΑΕ να εκφράσει την αντίθεσή του.

Ελπίζω να κάνατε κουράγιο μέχρι εδώ, και να τα εξήγησα απλά. Δυστυχώς, για όλους μας, για την κοινωνία μας, την δημοσιογραφία, τον ίδιο τον Θανάση Κουκάκη, οφείλω να συνεχίσω – δεν σταματά εδώ η υπόθεση.

Βλέπετε, λίγο μετά, το ίδιο καλοκαίρι του 2021 ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης ελέγχει έναν σύνδεσμο που του έστειλε ανώνυμα κάποιος. Αυτός ο σύνδεσμος όμως, δεν είναι αθώος: επισκεπτόμενος τον ψεύτικο δικτυακό τόπο (κατασκευάστηκαν περίπου 310 πλαστές ιστοσελίδες, εξ αυτών οι 42 φαίνεται να στήθηκαν αποκλειστικά για να παραπλανήσουν ενδεχόμενους στόχους εντός Ελλάδας), ο Κουκάκης “κολλάει” ένα πρόγραμμα στο κινητό του που ονομάζεται Predator – ένα πρόγραμμα που επιτρέπει την πλήρη παρακολούθησή του.

Tο Inside Story κάνει εκτενές ρεπορταζ στο πρόγραμμα αυτό (αναζητώ το ξεκλείδωτο αρχείο, αν δεν είστε ήδη συνδρομητές στο Inside Story – update, το Inside Story προσφέρει εδώ το ξεκλείδωτο άρθρο και τους ευχαριστώ) και ο Θανάσης Κουκάκης αναγνωρίζει πρόσωπα που τον είχαν απασχολήσει δημοσιογραφικά και στέλνει το κινητό του για έλεγχο.

Έτσι, μαθαίνει πως μόλις δύο μήνες μετά την παύση της παρακολούθησής του από την ΕΥΠ, ξαναγίνεται στόχος πλήρους παρακολούθησης

Το πιο σημαντικό στοιχείο, το αφήνω για το τέλος: Όπως γράφει το Inside story “σύμφωνα με πληροφορίες του inside story πάντως, η Intellexa, που έχει έδρα στην Ελλάδα, πρέπει να ενημερώνει την ελληνική κυβέρνηση για τα συμβόλαια που συνάπτει για την πώληση λογισμικού υποκλοπών στους πελάτες της, που βρίσκονται σε διάφορες χώρες του κόσμου. Άρα το ελληνικό κράτος γνωρίζει εκείνον που έδωσε την εντολή να παρακολουθείται το τηλέφωνο του Κουκάκη.”

Αυτά έχω αποκομίσει από το ρεπορτάζ. Τίποτα από αυτά δεν είναι δική μου πληροφορία, υπεύθυνες είναι οι πηγές που παραθέτω, όπως ακριβώς κάνω κάθε φορά που προσπαθώ να εξηγήσω μία κατάσταση – και την σκέψη που προκύπτει από αυτήν.

Πάμε τώρα στο δεύτερο κομμάτι: Τι οφείλουμε να σκεφτούμε για όλα αυτά.

~

Έναν χρόνο πριν, ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης, καταγγέλλει πως γνωρίζει, μέσα από πηγές που τον πλησίασαν, πως αποτελεί στόχο δολοφονίας. Η δικαιοσύνη κινήθηκε μάλλον αργά, χωρίς να συνδέσει τις τελείες που μοιάζουν ξεκάθαρα συνδεδεμένες (όπως η επίθεση σε αστυνομικούς δύο ατόμων που επέβαιναν σε μοτοσικλέτα κοντά στο σπίτι του δημοσιογράφου).

Αυτή, ήταν μία φυσική δολοφονία – άλλωστε, στην περίπτωση του Καραϊβάζ, για να μην αναφέρω πριν τους Μαυρίκο, που πέθανε γιατί κάηκε το αμάξι του, Χίου που πυροβολήθηκε στο πρόσωπο, και Σωκράτη Γκιόλια που δολοφονήθηκε μπροστά στο σπίτι του, είναι σαφές ότι η δολοφονία ενός δημοσιογράφου δεν είναι πια ανήκουστη ενέργεια.

Όμως, έχουμε και το παράδειγμα των οικονομικών δολοφονιών: Η λίστα Πέτσα, μία εξαιρετικά δύσοσμη διαδικασία δεν ήταν η μόνη που έδειξε ότι το χρήμα κατευθύνεται μόνο σε φίλια μέσα – αφήνοντας κάποιους, εκλεκτικά, να “πεινάσουν”: Μήνες πριν, πάλι ο Βαξεβάνης έκανε επώνυμη καταγγελία ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός επηρεάζει ιδιώτες επιχειρηματίες να μην διαφημιστούν στο Documento, ιδιοκτησίας του, προσπαθώντας να προκαλέσει οικονομική ασφυξία. Μια καταγγελία που δεν έχει καν ερευνηθεί, παρότι κατά την γνώμη μου παραμένει εξαιρετικά σοβαρή.

Φυσικές δολοφονίες δημοσιογράφων, και οικονομικές δολοφονίες δημοσιογράφων.

Η τρίτη κατηγορία αποκαλύπτεται σήμερα: είναι οι επαγγελματικές δολοφονίες δημοσιογράφων.

Βλέπετε, κάθε φορά που η κυβέρνηση παρακολουθεί έναν δημοσιογράφο, δεν παρακολουθεί μόνον αυτόν: παρακολουθεί και όποιον μιλάει μαζί του. Με τον τρόπο αυτόν, ηθελημένα ή μη, διαλύει πλήρως το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο ενός δημοσιογράφου, την εχεμύθεια και την ασφάλεια της πηγής του. Όταν και αν χρειαστεί να το κάνει, οφείλει να αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είχε λόγους, ότι οι λόγοι αυτοί ήταν βάσιμοι, και ότι η παρακολούθηση αυτή έφερε απτά, παρουσιάσιμα αποτελέσματα. Αλλιώς, η ζημιά που προκαλείται σε έναν (έντιμο) δημοσιογράφο είναι μη αναστρέψιμη, καθώς η δημοσιογραφική του ηθική, είναι, στην ουσία, το βασικότερο εργαλείο της δουλειάς του.

Σημαντικό παράδειγμα, (για άλλη μία φορά) ο Κώστας Βαξεβάνης που προστάτεψε την πηγή του για χρόνια (με εξαιρετικά σημαντικό προσωπικό κόστος) – μέχρι που η ίδια η πηγή του δημιούργησε τις συνθήκες για να οδηγηθεί ο ίδιος κατηγορούμενος, και στην ουσία απέσυρε το δημοσιογραφικο του απόρρητο.

Θυμίζω τις έντονες, εντονότατες προσπάθειες (που δεν έχουν σταματήσει ακόμα) αυτής της κυβέρνησης σε κάθε επίπεδο, ακόμα και κατηγορουμένων(!) κυβερνητικών στελεχών της υπόθεσης Novartis να απειλεί πως θα “βγάλει τις μάσκες από τους προστατευόμενους μάρτυρες” συνθλίβοντας ένα πολυτιμότατο μέσο που έχουμε για να ανακαλύπτουμε την αλήθεια όταν αυτή κρύβεται πίσω από τον φόβο και τον κίνδυνο που προκαλούν οι ένοχοι.

Μετά την οικονομική και την φυσική δολοφονία συναδέλφων τους, ο Θανάσης Κουκάκης και ο Σταύρος Μαλιχούδης δολοφονήθηκαν επαγγελματικά.

Εφόσον το κράτος όχι μόνο δεν μπορεί να τους προστατέψει (όπως οφείλει να κάνει για κάθε πολίτη) το απόρρητο των επικοινωνιών του, αλλά επιπλέον το ίδιο, χωρίς καμία απολύτως λογικοφανή δικαιολογία, το καταστρατηγεί, οι δύο δημοσιογράφοι είναι απολύτως έκθετοι – χωρίς να έχουν καμία ευθύνη γι’ αυτό, χωρίς να έχουν κάνει κανένα λάθος (εκτός από το να αναζητούν την αλήθεια) – απέναντι στις προηγούμενες αλλά και στις μελλοντικές πηγές τους.

Αντιλαμβάνεστε πόσο σκληρό είναι αυτό για την δημοσιογραφία; Αν επιτεθείς σε έναν δημοσιογράφο οικονομικά, το μήνυμα είναι πως “αν πας κόντρα στα σχέδιά μας, αν αποκαλύψεις την αλήθεια, θα σε καταστρέψουμε”. Είναι ένα μήνυμα προς τον ίδιο, να φοβηθεί εκείνος. Αν δεν υποκύψει, και τον σκοτώσεις το μήνυμα είναι στους υπόλοιπους δημοσιογράφους που θα σκεφτούν την ενημέρωση του κοινού τους: “Αν δεν κάνετε πίσω, θα έχετε την τύχη του”. Είναι ένα μήνυμα όχι πια προς τον ίδιο, έχει πεθάνει, μα προς τους συναδέλφους του.

Αν όμως παρακολουθείς έναν δημοσιογράφο, αν λυσσάς να βγάλεις “τις κουκούλες” από προστατευόμενους μάρτυρες, τότε το μήνυμα δεν είναι πια προς τους δημοσιογράφους, αλλά προς όλους εμάς:

“Αν μιλήσεις, ακόμα και στον πιο έντιμο δημοσιογράφο, αν αποκαλύψεις την αλήθεια, εμείς θα το μάθουμε. Θα αλλαξουμε νόμους, για να προστατευτούμε. Θα προστατέψουμε τους φίλους μας. Δεν σε σώζει τίποτα.”

Αυτή η πράξη, σκοτώνει πλέον την δημοσιογραφία, όχι πια μόνο τους δημοσιογράφους. Η επίθεση αυτή τους εξισώνει ως επικίνδυνους, κάνοντας την προσωπική τους ηθική (πλασμένη με ασύλληπτο προσωπικό κόστος, κάθε φορά) απολύτως άνευ σημασίας.

Όχι μόνο αυτό, αλλά, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, ο δημοσιογραφικός κλάδος παρακολουθεί κατά γενική ομολογία σιωπηρά τις εξελίξεις. Η ησυχία τους είναι ενοχλητικά εκωφαντική, για όποιον έχει τα αυτιά να ακούσει.

Η παρακολούθηση των δημοσιογράφων, όπως και η επίθεση στους μάρτυρες, δημιουργεί ένα καθεστώς φόβου στους πολίτες πλέον.

Η τρίτη δολοφονία, είναι ένα μήνυμα για εμάς. Ο εχθρός είμαστε εμείς.

Το θύμα της τρίτης μορφής δημοσιογραφικής δολοφονίας, είμαστε εμείς.

Που πας παιδί μου; Δεν είσαι ξανθό
μαυρισμένο από σκουριά και καιρό
της ανέχειας παιδί στωικό
και της βόμβας σκληρό μερτικό
(μ’ ένα μέλλον πολύ ζοφερό)

που πας παιδί μου; Δεν είσαι ξανθό
με της μάνας σου το γάλα ξινό
και πατέρα σαν ασπίδα σκληρό
της ζωής τους στολίδι ακριβό
(οσα ζει, το πικρό του σχολειό)

που πας παιδί μου; Δεν είσαι ξανθό
του θάνατου σκοτεινό προξενιό
το ταξίδι ντροπής σπιτικό
για ένα άγνωστο μέρος, φευγιό
(αγκαλιά του εν΄αρκούδι φτηνό)

που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
μιας στολής η σπρωξιά στο νερό
ξαπλωμένο στο κύμα, βουβό
να χορεύεις στο ρυθμό του νωθρό
(κάθε κλικ μια μπουνιά στον λαιμό)

που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
κι αν φτάσεις ‘κει που το ‘χες σκοπό
σάπιο σάντουιτς να βρωμάει σκατό
μες τις λάσπες κλειδωμένο χτικιό
(δεν το βλέπει κανείς, βολικό)

που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
στην τιβι θα σε λένε λαθρό
θα φοβίζουν τρομαγμένο κοινό
για μια ψήφο θα σε φαν’ ζωντανό
(την δουλειά τους να κάνουν θαρρώ)

που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
κυρ-Παντελή για βιασμό υλικό
στόχος χίτη που σε θέλει νεκρό
μαχαιριάς τελευταίο λυγμό
(να κοιτάν’ όλοι αλλού, θλιβερό)

που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
μίας μάνας εν’ αντίο στοργικό
συ βουβά θα κοιτάς ουρανό
τις πατρίδας σου το μόνο κοινό
(αγγελάκι μου εσύ σκοτεινό)
+(του παιδιού μου παιδί αδελφό)

*****
που πας παιδί μου; δεν είσαι ξανθό
γεννημένο κάπου αλλου όχι εδώ
απ΄ αγκαλιές και φαΐ νηστικό
και το ρολόι της ζωής βιαστικό
(αγγελάκι μου εσύ σκοτεινό)

Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με την Σάσα Σταμάτη, αλλά με ιντρίγκαρε μία κουβέντα με τον Δημήτρη Παπαβομβολάκη του 2020mag.gr. Μία κουβέντα που με βοήθησε να καταλάβω τι ακριβώς έγινε διαφορετικό στην σκηνή του Τζένη Καρέζη, από όσα βιώνουμε τόσο καιρό.

Δεν είναι ότι είμαι υπεράνω, ή κάτι τέτοιο. Κανέναν άνθρωπο, ούτε προφανώς την κ. Σταμάτη δεν θεωρώ λίγο, ή κατώτερό μου, ή ανάξιο της ασχολίας μου. Ούτε και η πράξη της μου φάνηκε αμελητέα, κάθε άλλο: Θεωρώ τον Χριστόφορο Ζαραλίκο ως έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, και απολαμβάνω να διαφωνώ μαζί του κάθε φορά που τον παρακολουθώ στην οθόνη – αποτέλεσμα σεβασμού όπως, άλλες φορές, τον Καλαμούκη και τον Αποστόλη της Ελληνοφρένειας, ή τον Χάρρυ Κλύνν παλιότερα για όσους θυμούνται. Μόνο με τον Πουλή της Ανασκόπησης του ThePressProject.gr βρίσκομαι να συμφωνώ πάντα – κάτι που πρέπει να ανησυχήσει σοβαρά τουλάχιστον έναν εκ των δύο μας.

Μιλώντας με τον Δημήτρη για το συμβάν όμως, κατάλαβα γιατί δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ – και, κυρίως, κατάλαβα ότι έκανα τρομερό λάθος, καθώς άφησα να μου διαφύγει πόσο υπέροχα εμπνευστική είναι αυτή η ιστορία.

Για τα πρακτικά, λίγο τα γεγονότα: Στην παράσταση που δίνει ως stand up comedian ο Χριστόφορος Ζαραλίκος στο θέατρο Τζένη Καρέζη, εχθές το βράδυ, η Σάσα Σταμάτη κατέβηκε και την διέκοψε μαζί με δύο φίλους της (η χρήστης @alepouda θυμήθηκε τόσο επιτυχημένα ότι λίγα χρόνια πριν επενέβη η αστυνομία στην σπουδαία παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» που έδινε η Καρέζη με τον Καζάκο).

Η παράσταση πράγματι διεκόπη, η κ. Σταμάτη και οι φίλοι της θέλησαν … κάτι, δεν ξέρω τι, να διαμαρτυρηθούν, να διακοπεί, οι θεατές αντέδρασαν, κατέβηκαν κι εκείνοι στην σκηνή, ο παρουσιαστής πάσχισε να κρατήσει τα πράγματα ήρεμα, και μετά από λίγο η κ. Σταμάτη και οι φίλοι της αποχώρησαν και η παράσταση συνεχίστηκε. Θεατής κατέγραψε και μοιράστηκε το επεισόδιο με το κινητό του, και έτσι μπορέσαμε όλοι να καταλάβουμε τι έγινε, και πως.

Αυτά για την ιστορία.

Το μετά, …ε, το μετά το φαντάζεστε. Η αντίδραση ήταν μαζική – φυσικά, όχι μόνο από την μία πλευρά αυτών που συμπαθούν τον Ζαραλίκο έτσι κι αλλιώς. Ακόμα και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Οικονόμου πήρε (κάποια, παράξενη μάλλον) θέση για το θέμα.

Τι θα μπορεί να ήθελε η κ. Σταμάτη από την ενέργειά της; Στις εξηγήσεις της, θέλησε να επισημάνει πόσο σημαντική είναι η Μάνδρα για εκείνη – κάτι που δεν είχε κανένα νόημα για μένα, καθώς ο κωμικός δεν είχε την παραμικρή ειρωνεία για την Μάνδρα στο κείμενό του. Είπε όμως για τον εφοπλιστή Μαρινάκη, που κάποια στιγμή έδωσε χρήματα για την Μάνδρα – και αυτό, κατά τα φαινόμενα, ήταν αρκετό για την κ. Σταμάτη και τους φίλους της, (που μπορεί να ήταν και αυτοί από την Μάνδρα και να παρεξηγήθηκαν κι αυτοί που ελοιδωρείτω ο προστάτης της περιοχής τους).

(Ίσως όποιος βοηθάει για την Μάνδρα γενικά να πρέπει να μείνει εκτός κριτικής, ίσως η ποινή να είναι η αγνή, άδολη επέμβαση σε κάθε παράσταση που μπορεί να αναφέρει το όνομά τους, δεν ξέρω πια, να φτιάξουμε μία λίστα, άλλωστε εκτός της Μάνδρας, οι εφοπλιστές γενικά είναι διάσημοι για την κοινωνική τους προσφορά, νομίζω είχαν συμφωνήσει να δώσουν κάποια χρήματα στο κράτος – αντί φόρων, γιατί αν έπρεπε να πληρώσουν φόρους θα έπαιρναν τις σημαίες τους και θα έφευγαν, δεν τα ξέρω καλά αυτά τα φιλανθρωπικά, δεν έχω μεγάλα καράβια, και άρα δεν έχω τις φουρτούνες τους. Ευτυχώς κιόλας δηλαδή που δεν ασχολούμαι μ’ αυτά γιατί αν ήμουν ναυτικός, δεν ξέρω, κάτι παθαίνουν οι ναυτικοί και πεθαίνουν πολύ εύκολα στην στεριά, ειδικά αν έχουν μπλεξίματα με τον νόμο, αν είναι μάρτυρες ξέρω γω.)

Γιατί όμως αυτή η βιαιότητα δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να με ιντριγκάρει; Εκ των υστέρων, προς πλήρη απογοήτευσή μου, κατάλαβα γιατί.

Γιατί γίνεται καθημερινά.

~

Έχω (προσωπικά, δεν θέλω να μιλάω για άλλους) μουδιάσει πια από τις στιγμές που κάποιος επιτίθεται σε κάτι που διαφωνεί. Για εμένα, πχ, η Σάσα Σταμάτη δεν έκανε τίποτα λιγότερο ή περισσότερο, από τον Δημήτρη Οικονόμου που προσπάθησε στην εκπομπή του να πείσει τους τηλεθεατές ότι η Εφημερίδα των Συντακτών είναι «Συριζαίικο έντυπο» επειδή κριτικάρει τον πρωθυπουργό. Για μένα, αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα βίαιη, εντελώς άδικη – όπως και αυτή της Σταμάτη. Ή, όταν από την εξεταστική επιτροπή για τις αναθέσεις της καμπάνιας Πέτσα στα ΜΜΕ, δεν θα καταθέσει ο Κώστας Βαξεβάνης και το Documento που είναι η επιτομή του αδικημένου από την λίστα, και αυτό αποσιωπάται πλήρως από τα ίδια ελεγχόμενα ΜΜΕ. Ή όταν η Ίνγκεμποργκ Μπέγκελ ερωτά τον πρωθυπουργό – για να εισπράξει μία πλήρη (και, στις περισσότερες περιπτώσεις εντελώς αήθη) επίθεση από τους έλληνες συναδέλφους της, σε βαθμό τέτοιο ώστε να κινδυνεύει η σωματική της ακεραιότητα στην χώρα που ζει και εργάζεται.

Η Σάσα Σταμάτη επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει. Είναι μία καθημερινή πρακτική, ο Πορτοσάλτε επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει, ο Πρετεντέρης επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει, και όλοι αυτοί έχουν τους φίλους τους, είναι και μεταξύ τους φίλοι, ο ένας βοηθάει τον άλλον – και τελικά, στην σκηνή, ο κάθε ανώνυμος Ζαραλίκος αποσιωπάται.

Είναι περισσότεροι, έχουν και τους φίλους τους, κερδίζουν. Και στην δημόσια σκηνή, ακούγονται τελικά μόνο αυτά που επιτρέπουν αυτοί.

Καθημερινά.

Όμως, εδώ κάτι άστραψε, κάτι φώτισε, αυτή η ιστορία αξίζει να ειπωθεί. Γιατί εδώ άλλαξε κάτι.

Ο θεατής σηκώθηκε.

Βλέπετε, η κυρία Σταμάτη ήταν ιδιαιτέρως θυμωμένη – και οι φίλοι της ιδιαιτέρως ψηλοί. Όλα έδειχναν πως η σκηνή θα έμενε σιωπηλή, ο Χριστόφορος θα έμενε σιωπηλός – εγώ δεν ξέρω αν θα τολμούσα να τα βάλω με τέτοιους ανθρώπους που ήθελαν να επιβάλουν αυτήν την σιωπή με την βία της δύναμής τους, όπως είχαν μάθει να κάνουν τόσο καιρό.

Όμως το κοινό αντέδρασε κι αυτό.

Το κοινό σηκώθηκε. Διαμαρτυρήθηκε με την σειρά του. Και άλλοι, ελεγε ο Ζαραλίκος στην περιγραφή του συμβάντος, στο παρελθόν έφυγαν από την αίθουσα. Μπορεί, κάποιοι από αυτούς που υπερασπίστηκαν τον κωμικό, να μην ήταν απολύτως ικανοποιημένοι από την παράσταση. Αλλά δεν ήθελαν να επιτρέψουν να την σιωπήσει κάποιος.

Σε μία στιγμή πολύ πιο σημαντική από όσο θέλουμε να αντιληφθούμε, το κοινό αντέδρασε στην σιωπή. Και έδειξε την πόρτα στους βίαιους εκπροσώπους της. Και η παράσταση συνεχίστηκε.

Όσοι με διαβάζετε, ξέρετε καλά πόσο πιεζω για σωστή, πλήρη δημοσιογραφία. Ξέρετε πόσο κόπο κάνω, κάθε φορά, να εκτιμηθεί ο ρόλος της φωνής, της άποψης, της υπεράσπισής της. Μου διέφυγε, ίσως γιατί ήταν η Σταμάτη, ίσως γιατί ήταν ο πασίγνωστος Ζαραλίκος, ίσως γιατί θεώρησα δεδομένο το αποτέλεσμα, μου διέφυγε πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έγινε.

Αντί της επιβαλλόμενης σιωπής, η παράσταση συνεχίστηκε. Τα αστεία ειπώθηκαν, ακούστηκαν, άλλοι γέλασαν, άλλοι όχι, άλλοι προβληματίστηκαν, άλλοι επιβεβαιώθηκαν, ο καλλιτέχνης είπε όλα όσα είχε να πει, και κρίθηκε γι’ αυτό.

Καμία παρέα φίλων δεν μπόρεσε να την διακόψει, να τους την στερήσει. Ενώθηκαν, και είπαν «Ασ’τον να μιλήσει. Άσ’ τον να κριθεί. Ασ’ τον να ακούσουμε. Δεν έχεις δικαίωμα, εσύ και οι φίλοι σου, να μας εμποδίσεις να ακούσουμε αυτό που δεν σ’ αρέσει».

Και, η Τζένη Καρέζη, θέλω να πιστεύω, κάπου θα χαμογελάει από χθες.

Λίγες ημέρες πριν, η εφημερίδα Εφημερίδα των Συντακτών έβγαλε ένα άρθρο. Σ’ αυτό, με στοιχεία, αποκαλύπτεται ο ρόλος της ΕΥΠ η οποία παρακολουθεί ακόμα και (και όχι μόνο) δημοσιογράφους – ένας εξ αυτών, ο Σταύρος Μαλιχούδης, που κάνει (προσωπικά, θεωρώ) αξιόλογα και τεκμηριωμένα ρεπορτάζ – τις περισσότερες φορές, κριτικάροντας τον ρόλο της κυβέρνησης.

Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου ξεκάθαρα όχι μόνο δεν διαψεύδει παρακολουθήσεις πολιτών και δημοσιογράφων, αλλά ζητά και «να μείνουν έξω από την δημόσια σφαίρα της συζήτησης», να μην ελέγξει κανείς ούτε το πως, ούτε το σε ποιούς, ούτε -κυρίως- το «γιατί». 

~

Λίγες μέρες αργότερα, ένας άνθρωπος συναντά την Ίνγκεμποργκ Μπέγκελ στον δρόμο, αργά το βράδυ. Κατά δήλωσή της, την αναγνωρίζει, σκύβει, πιάνει μία πέτρα, της την πετάει και την πετυχαίνει στο κεφάλι, και της φωνάζει «Τουρκόφιλη, να πας στην τουρκία να σε γαμάνε οι Τούρκοι» (ή κάτι αντίστοιχο), και φεύγει στο σκοτάδι – ενώ και η δημοσιογράφος τρέχει σπίτι της.

Έχει προηγηθεί αυστηρότατη κριτική από έλληνες δημοσιογράφους για την συνέντευξή της, κριτική  όπου πολλές φορές ξεπερνά τα εσκαμμένα όταν την ονομάζουν «φιλότουρκη» και εκφράζουν την ντροπή τους για κάθε στήριξη που μπορεί να δέχεται στις επιθέσεις της, αφήνουν υπονοούμενα για την στήριξή της σε Αφγανό πρόσφυγα, ότι έχει «πακιστανούς υπηρέτες» ή την παρουσιάζουν ως «γεροντοκόρη»

Αμέσως, κάνει τις ετοιμασίες της για να φύγει από την Ελλάδα -όπου αισθάνεται πλέον απειλούμενη- και μάλιστα σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, την Πρεσβεία της Ολλανδίας και το Ολλανδικό Κέντρο Δημοσιογράφων οι οποίοι ανησυχούν για την σωματική της ακαιρεότητα.

Στην συζήτηση, θα μπορούσαμε να εμπλέξουμε τον Ιάσωνα Αποστολόπουλο, ο οποίος δέχεται καθημερινά επίθεση στα social σε κάθε postάρισμά του για το μεταναστευτικό – από τότε που έγινε γνωστή η ματαίωσή της βράβευσής του από την Προεδρία της Δημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να εμπλέξουμε επίσης την Ναταλία Γερμανού που τον φιλοξένησε στην εκπομπή της, και δέχθηκε και αυτή το ίδιο μερίδιο επίθεσης – κυρίως στα social.

Θα πρότεινα όμως να μην ασχοληθούμε μ’ αυτούς, ούτε καν με τον Μαλιχούδη, την Μπέγκελ και το έργο τους: Αν αφήσουμε την συζήτηση να συνεχιστεί στο τι γράφει ο ένας ή στο πως έκανε την ερώτηση η άλλη θα χάσουμε θεωρώ την μπάλα. Όχι γιατί κάνουν καλά την δουλειά τους, ούτε γιατί δεν την κάνουν καλά: κυρίως γιατί δεν θέλω να κρίνω τους ίδιους, ή το έργο τους, αλλά αποκλειστικά και μόνο (ναι, για άλλη μία φορά) το επίπεδου του δημοσιογραφικού λειτουργήματος στην Ελλάδα. Ας μείνουμε στα γεγονότα:

Μία δημοσιογράφος πετροβολείται – αποκλειστικά για το έργο της, ένας δημοσιογράφος παρακολουθείται – αποκλειστικά για το έργο του.

Και μετά;

Και μετά τίποτα.

~

Έλεγα -όχι πολύ καιρό πριν- με αφορμή την αδιανόητη ιστορία του Κ. Βαξεβάνη πως, όταν η πένες κατεβαίνουν, κάποιος θα πεθάνει.  

Είναι τρομερά εύκολο, ίσως πολύ πιο εύκολο παραδόξως από ότι παλαιότερα, ένας δημοσιογράφος να κατεβάσει για λίγο την πένα του, και αυτοί που θέλουν να δολοφονήσουν θα το κάνουν προστατευμένοι από την σιωπή. Και, δεν κινδυνεύει μόνο δημοσιογράφος – η σιωπή μπορεί να είναι για ένα αυτοκίνητο που παρασέρνει μία μηχανή στην Αμαλίας μπροστά στην Βουλή, ή καμιά δεκαριά μάρτυρες του καραβιού Noor 1, που ο θάνατός τους έχει καταντήσει πια ένα βασανιστικό σκληρό ανέκδοτο, ή μπορεί να μην είναι καν θανατηφόρο – όταν ένας εισαγγελέας φεύγει όχι μόνο από μία υπόθεση αλλά και από την χώρα, ή όταν πολιτικοί κάνουν εμβόλια πριν από όλους τους άλλους, ή όταν μία ελεγχόμενη κυβέρνηση από μία εισαγγελέα την αποκαθηλώνει τερματίζοντας την θέση της, ή όταν ένας διαιτητής δέχεται επίθεση στην μέση του δρόμου, ή, ή.

Νομίζετε ότι είναι οι μόνες υποθέσεις όπου δημοσιογράφοι βλέπουν τον εαυτό τους να εξαφανίζεται από την είδηση; Καλό θα είναι να ρωτήσουμε τον Πάρη Κουρτζίδη που, ενώ η υπόθεσή του θα καταλήξει τελικά στα δικαστήρια, αφού η εισαγγελία άσκησε διώξεις σε έναν από τους πιο ισχυρούς ανθρώπους στην ελλάδα (και κάτοχο ΜΜΕ) τον Βαγγέλη Μαρινάκη, δεν έχει φιλοξενηθεί σε (σχεδόν) κανένα μέσο να πει καν την ιστορία του. Ή, η αγωγή στελεχών «Ελληνικός Χρυσός» κατά της ιστοσελίδας alterthess.gr, που ζητά 100.000 ευρώ ως αποζημίωση, είχε ελάχιστη ή μηδαμινή δημοσιογραφική κάλυψη. Ίσως και όταν η «δημοσιογραφικά» αποκαλούμενη «επίθεση με τρικάκια» δικαιώνεται στα δικαστήρια θα μπορούσε να αποκαλέσει είδηση ή αφορμή τουλάχιστον για αλλαγή προσέγγισης – αλλά φευ. Ή, ακόμα πιο εντυπωσιακό, η αλλαγή του άρθρου 191 στον ποινικό κώδικα, που βρήκε όχι μόνο δημοσιογραφικές, μα ακόμα και δικαστικές ενώσεις απέναντί της, δημοσιογραφικά δεν δέχθηκε σχεδόν καμία κριτική. Στην Ελλάδα, γιατί στο εξωτερικό, ακόμα και οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα έδειξαν την εντονότατη ανησυχία τους για την ελευθερία της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Ακόμα και η δίωξη από τον Ερντογάν στην εφημερίδα Δημοκρατία (μια καθόλα εθνική υπόθεση, ιδανική για όσους χωρίζουν τους πολίτες σε τουρκόφιλους και μη) δεν είχε καμία ιδιαίτερη δημοσιογραφική αναφορά – η εφημερίδα βλέπετε (για δικούς της λόγους) έχει υιοθετήσει μία μάλλον έντονη αντιπολιτευτική γραμμή.

Την σιωπή του δημοσιογραφικού κόσμου στην στιγμή που το ΑΠΕ στην ουσία ψεύδεται (αναφερόμενο σε κυβερνητικές πηγές που, στην ουσία, είναι τα αφεντικά του) ότι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε τον έλεγχο των πιστών μετά από συνέντευξή του δεν θα την αναφέρω, κυρίως επειδή το ΑΠΕ απολαμβάνει πλήρως αυτήν την απουσία ελέγχου….

Οταν τόσο θορυβωδώς οι πένες έχουν κατέβει, είναι τόσο πιο εύκολο οι νόμοι να αλλάζουν προς το χειρότερο, μέσα και ειδήσεις να φιμώνονται, άνθρωποι να πεθαίνουν – επαγγελματικά, οικονομικά, φυσικά. Όταν οι δημοσιογράφοι στοχοποιούν, και ειδικά δημοσιογράφους, κάποιος ενημερώθηκε πως πρεπει να αρπάξει μία πέτρα. Μίλαμε για μια μαφία, με μία δημοσιογραφική όχι-και-τόσο κρυμμένη ομερτά, όπου (όταν δεν επιτίθενται με τις πένες τους) απλώς κανείς δεν βλέπει, κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν μιλάει μέχρι να γίνει το έργο που έχει προγραμματιστεί. Μετά, όπως πχ με τον Καραϊβάζ, τα πράγματα παίρνουν τον δρόμο τους, είναι όλοι συντετριμμένοι, ο κλάδος θα επιβιώσει από τις επιθέσεις, και συνεχίζουμε τις ζωές μας.

…Αυτά δεν θα ακούγαμε αν η πέτρα σκότωνε τελικά την Ίνγκεμποργκ Μπέγκελ;

~

Στο προηγούμενό μου άρθρο «Το νήμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας», προσπάθησα να εξηγήσω πόσο παράλογο είναι να πιστεύει κανείς, ότι ένα κράτος που συμπεριφέρεται απάνθρωπα στους συνανθρώπους μας, θα επιλέξει να φερθεί ανθρώπινα και με αξιοπρέπεια σε εμάς. Ισχύει το ίδιο -αν όχι περισσότερο- και για συγκεκριμένους κλάδους: όπως όταν η δικαιοσύνη σιωπά, θα σιωπά για όλους όσους την χρειαστούν στο μέλλον, έτσι και όταν η δημοσιογραφία επιλέγει να σιωπά, είναι ευνόητο ότι θα σιωπήσει απέναντι σε όλους, όχι μόνο στους τωρινούς εχθρούς «μας» υπηρετώντας τους ισχυρότερους, όχι την αλήθεια.

Το ερώτημα θα έλεγα εγώ που πρέπει να μας απασχολήσει, δεν είναι πού θα οδηγήσει αυτή η Ομερτά. Ξέρουμε πολύ καλά πού θα οδηγήσει, κάθε φορά που κάποιος ξεστομίζει το «Αλήτες-Ρουφιάνοι-Δημοσιογράφοι». Ούτε πώς αλλάζει – ξέρουμε πώς αλλάζει, όταν την χρηματοδότηση της ενημέρωσής μας την αναλάβουμε αποκλειστικά εμείς, και κατανοήσουμε πως αν πληρώνει άλλος για να διαβάζουμε, θα επιλέγει και τι θα διαβάζουμε. Δεν είναι καν ποιος κερδίζει γι’ αυτήν την ομερτά – ξέρουμε ποιος κερδίζει, όχι μόνο αυτός που την παραγγέλνει, αλλά (κυρίως) όσοι συμμετέχουν σ’ αυτήν.

Αυτά, είναι γνωστά – και από το μετερίζι μου τα έχω περιγράψει πολλές φορές ως τώρα.

Μόνο ένα ερώτημα έχει απομείνει να κάνει κανείς: Μπορεί να το λέει πια κανείς αυτό «δημοσιογραφία»;

Πριν από καιρό, στην Κρήτη αν δεν απατώμαι, στους σεισμούς, τηλεοπτικό κανάλι έπαιρνε συνέντευξη από μία κυρία που εξέφραζε την αγωνία και την αγανάκτησή της γιατί το κράτος δεν είχε φροντίσει να τους περιθάλψει ως όφειλε. «Τι είμαστε εμείς» έλεγε η συνεντευξιαζόμενη, «λαθρομετανάστες είμαστε;»

Ομολογώ ότι μου άφησε ένα σημάδι όλο αυτό. Μία σκέψη, που λίγο-λίγο μεγάλωνε, έπιανε έναν χώρο υπαρκτό, ήταν κάτι ανάμεσα σε μία θλίψη και μία αποκάλυψη, μία σύνδεση που έπρεπε να γίνει, και, κυρίως, έπρεπε να ειπωθεί.

Τι είμαστε εμείς, λαθρομετανάστες είμαστε

Είχα δουλειές, τρεξίματα, έμεινε πίσω όλο αυτό. Γράφω σαφώς σπανιότερα πια, άλλη φορά θα αναλύσουμε γιατί, και έτσι δεν μου τριβέλιζε το μυαλό τόσο, όσο να γραφτεί κείμενο αποκλειστικά γι’ αυτό. Πριν λίγο καιρό όμως όμως, μία άλλη τηλεοπτική παρουσία, ξύπνησε αυτήν την ξεχασμένη διαδικασία και την ταξίδεψε τα τέσσερα-πέντε μέτρα που χρειαζόταν για να γίνει από σκέψη, γραπτό κείμενο:

Η Ολλανδή δημοσιογράφος Ίνγκεμποργκ Μπέουχελ, πήρε τον λόγο στην κοινή συνέντευξη τύπου για την επίσκεψη του Ολλανδού πρωθυπουργού και ρώτησε (και τους δύο, αλλα κυρίως) τον έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη για τα pushbacks, τις επαναπροωθήσεις που κάνει η Ελλάδα των μεταναστών στην Τουρκία. Το ύφος της ήταν δεικτικό, το «γιατί ψεύδεστε» προς τον πρωθυπουργό άναψε τα αίματα, και, ο,τι ακολούθησε μετά από αυτό, είναι καταγεγραμμένο.

Καταγεγραμμένη όμως, είναι και η αντίδραση μετά το συμβάν. Όσοι θεωρούν πως η Ελλάδα συμμετέχει σ’ αυτήν την (εξόχως παράνομη) διαδικασία και το αποκρύπτει, όσοι θεωρούν πως η δημοσιογραφία σκεπάζει με προσοχή κάθε αντίστοιχη αναφορά – βρήκαν την ηρωίδα τους. Όσοι, από την άλλη πλευρά, υπερασπίζονται την κυβέρνηση, θεώρησαν την ενέργεια της δημοσιογράφου από άστοχη έως επιθετική, και εστίασαν εκεί.

Ταυτόχρονα όμως σχεδόν, η ειδησεογραφία ασχολήθηκε και με μία ακόμα είδηση – την πολύ προβληματική, εξόχως επικίνδυνη έλλειψη φροντίδας στα νοσοκομεία, είτε Covid είτε απλών περιστατικών που, παρά την σοβαρή υγειονομικά κατάσταση της χώρας, από ότι φαίνεται, αφήνει τον κόσμο να αναρρώνει(;) σε ράντζα.

Pushbacks, εμείς που δεν είμαστε λαθρομετανάστες, και ράντζα. 

Υπάρχει μία ιστορία πίσω από αυτήν την σύνδεση – μία προτροπή. Πρόθεσή μου δεν είναι να μαλώσω κανέναν (όχι, ούτε την κυρία που διαμαρτύρεται) αλλά περισσότερο να εξηγήσω ένα γεγονός, να φωτίσω κάτι που σε μένα φαίνεται απολύτως λογικό, σχεδόν αδιανόητα ξεκάθαρο:

Το νήμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Είναι, -αναρωτιέμαι φωναχτά τώρα- είναι ποτέ δυνατόν μία κυβέρνηση που κάνει pushbacks, ή που φυλακίζει ανθρώπους για χρόνια που δεν έκαναν τίποτα κακό σε άθλιες, απαράδεκτες συνθήκες, είναι δυνατόν να περιμένει κανείς να έχει ανθρώπινο πρόσωπο αλλού;

Είναι ποτέ δυνατόν, όταν η δημοσιογραφία και οι πολίτες, είτε αποδέχονται, είτε επιδοκιμάζουν, είτε απλώς αδιαφορούν σε όλα αυτά, είναι ποτέ δυνατόν να περιμένουν όντως διαφορετική αντιμετώπιση στην δική τους ανάγκη;

Αλήθεια;

Όταν φέρεσαι ρατσιστικά ως κυβέρνηση, όταν ξεχωρίζεις τους ανθρώπους σε «αδιάφορο αν θα πεθάνουν» και «πολύ σημαντικούς», το κάνεις κόβοντας ένα νήμα, αυτό που σε συνδέει με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με την ανθρωπιά – και το κόβεις δια παντός. Είναι αδύνατον να το ξαναβρείς. Δεν γίνεται. Σαν το κορδόνι του παραμυθιού, αν κοπεί, δεν θα βρεις ποτέ ξανά το σπίτι σου. Οι άνθρωποι μπήκαν στο ζύγι. Όποιο κι αν είναι αυτό το ζύγι, «Ξένοι» versus «Ελλήνων», «Μουσουλμάνοι» versus «Χριστιανών», «Μαύροι» versus «Λευκών», «Παράνομοι» versus «Νόμιμων» – από την στιγμή που βάζεις σε μία ζυγαριά την αξιοπρέπεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, από την στιγμή που την συγκρίνεις, παύει να έχει σταθερή, παγκόσμια αξία, έχει μόνο βάρος.

Και, το κακό με το βάρος, είναι πως είναι μία μονάδα μετρήσιμη. Πάντα, πάντα, ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει κάτι πιο βαρύ. Πάντα. Δεν μετράς πια ανθρώπους, μετράς βάρη. Σήμερα, είσαι τυχερός, είναι οι ξένοι. Αύριο όμως; Όταν τελειώσουν οι ξένοι; Κάποια στιγμή θα έρθει και η δική σου σειρά. Αύριο θα είσαι εσύ.

Και, το ακόμα μεγαλύτερο κακό με αυτήν την διαδικασία, είναι πως επιτρέπεις σε κάποιον να ζυγίζει τι είναι πιο σημαντικό. Του δίνεις εξουσία πάνω στην ζωή και στον θάνατο, στην επιβίωση και την φρίκη, του δίνεις το δικαίωμα να επιλέξει. Και, αυτός που επιλέγει, ως άνθρωπος κι αυτός, για ένα πράγμα μπορείς να είσαι σίγουρος: δεν θα επιλέξει τον εαυτό του.

Ποτέ.

Άκουσες ποτέ σκούρο ρατσιστή να λέει «εμείς οι μαύροι πρέπει να πεθάνουμε»; Όχι, και ούτε θα το ακούσεις ποτέ. Ο ρατσιστής ποτέ δεν θα αντιληφθεί τον εαυτό του ως τον πιο αδύναμο κρίκο. Πάντα, πάντα πάντα θα θεωρεί πως έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από κάποιον με τον οποίο θα συγκριθεί.

Χμμμναι, αυτό βγάζει νόημα – αν την σύγκριση την κάνεις εσύ. Αν όμως επιτρέψεις σε κάποιον άλλον να κάνει την σύγκριση, μπορεί σήμερα να σε βρει πιο σημαντικό, μα δεν είναι δεδομένο πως θα το κάνει και αύριο. Του έδωσες την εξουσία να ζυγίζει, άρα ο ίδιος θα είναι πάντα πιο σημαντικός από οτιδήποτε. Και από σένα.

«Δεν είμαστε λαθρομετανάστες, για να μας συμπεριφέρονται έτσι». Μία δήλωση από έναν άνθρωπο που ανακάλυψε πως το ζύγι το έχει άλλος, πως δεν είναι πια ο πιο σημαντικός, πως πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο βαρύς, πιο σπουδαίος. Το σχοινί κόπηκε, η ελπίδα να ξαναβρεις το σπίτι της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εξανεμίστηκε, τώρα είσαι ανυπεράσπιστος στο δάσος με λύκους που τους ακόνισες εσύ τα δόντια τους. Και κάπως έτσι, δεν υπάρχουν λεφτά για καταλύματα και παροχή βοήθειας γιατί πάνε σε κάτι άλλο πιο σημαντικό, δεν περισσεύουν για σένα πια ΜΕΘ, αλλά για κάποιον πιο σημαντικό, δεν αγοράζονται πια ΜΕΘ και προσωπικό, αλλά τα χρήματα πάνε σε κάτι άλλο πιο σημαντικό, κάπως έτσι πεθαίνεις σε ένα ράντζο γιατί κάποιος άλλος σε ζυγισε σκάρτο. Κάπως έτσι είσαι ο Ινδαρές και σε βρίζουν και σένα και τα παιδιά σου οταν σε βαρέσουν, κάπως έτσι είσαι ένας περαστικός στην Νέα Σμύρνη και σου φυτεύουν διαθέσεις προθέσεις και δολοφονικές απόπειρες, κάπως έτσι αναρωτιέσαι γιατί ως πυροσβέστης να σε ψεκάζουν με αύρες και να σου κόβουν δάχτυλα.

Και κάπως έτσι θα ακούσεις ότι είσαι «ρεμάλι», «άχρηστος», «επικίνδυνος», «αδιάφορος», «αχάριστος». Όπως ακριβώς περιέγραψαν την δικαιολογία τους σε σένα όταν σκότωναν άλλους, έτσι ακριβώς θα περιγράψουν τον λόγο που θα δολοφονούν την δική σου ελπίδα, στους υπόλοιπους. Και όσο εσύ τους δικαιολόγησες τότε, ή αδιαφορούσες για την αδικία, τόσο θα τρελαίνεσαι που οι άλλοι θα αποδέχονται την αδικία εις βάρος σου με αντίστοιχες, ψευδέστατες δικαιολογίες. Θα ακούγονται όλα αυτά τόσο γνώριμα, πράγματι. Και θα είναι.

Αυτό το παιχνίδι είναι σκληρό – αλλά οι κανόνες του είναι ξεκάθαροι. Αν όταν κοπεί το νήμα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας το επιτρέψεις, αν δεν φωνάξεις, αν δεν ουρλιάξεις όταν συμβεί στον πιο ασήμαντο από σένα, το suid game ξεκίνησε. Στο τέλος θα μείνει ένας, και, σου το υπογράφω, δεν θα είσαι εσύ. 

Τι αξία έχει ένας λαθρομετανάστης; Τι αξία έχει ένας ανώνυμος φυλακισμένος; Τι αξία έχει ένας βρώμικος ζητιάνος; Τι αξία έχει ένας εξορισμένος και βασανισμένος κομμουνιστής, ένας χτυπημένος από την αστυνομία αναρχικός, ένας λοιδωρημένος γκέι, ένα παρατημένο στον δρόμο πρεζόνι, ένας ταλαιπωρημένος φτωχός;

Αυτοί είναι το νήμα της αξιοπρέπειας. Αυτοί πιασμένοι χέρι-χέρι, μπορούν να σε οδηγήσουν στο σπίτι της ανθρωπιάς σου.

Ένας να φύγει, σε έναν να επιτρέψεις να αποφασίσει ποιος αξίζει και ποιος όχι, το νήμα κόπηκε

Τουλάχιστον μην ξαφνιαστείς μετά.

Όπως πάντα, κατ’ αρχάς η είδηση:

Στο Ηράκλειο Κρήτης ξαφνικά χτυπά ένα κύμα σεισμών – δεκάδες κάθε μέρα, με μέγιστο έναν σεισμό 5,8 με 20 περίπου χιλιόμετρα εστιακό βάθος. Η ένταση αλλά και το βάθος καταστρέφουν σπίτια που είναι χτισμένα πολλά χρόνια πριν, ερημώνονται χωριά, τραυματίζονται άνθρωποι, ένας άτυχος άνθρωπος καταπλακώνεται και πεθαίνει. Ο αριθμός των μη κατοικήσιμων σπιτιών πλησιάζει σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις τα χιλία.

Ήδη από τα πρώτα βράδια, οργανώνεται μία προσπάθεια να φιλοξενηθούν οι άνθρωποι χωρίς σπίτια σε σκηνές, που φέρνει (αν δεν κάνω λάθος) ο στρατός. Σκηνές χωρίς πάτωμα, πολύ ευάλωτες στον αέρα και στο κρύο (ευτυχώς ο καιρός ήταν αρχικά καλός) και χωρίς τα απαραίτητα εφόδια (ζητούσαν, λένε οι καταγγελίες από τους άστεγους να φέρουν δικά τους στρώματα και σεντόνια-κουβέρτες) σύντομα γίνεται σαφές ότι δεν μπορεί να είναι μόνιμη λύση, ειδικά αν χαλάσει ο καιρός.

Έτσι, γίνονται ενέργειες να κοιμηθούν οι άνθρωποι σε κλειστούς χώρους, όπως το κλειστό του μπάσκετ της περιοχής.
Όμως, ζούμε σε περίοδο πανδημίας. Έτσι, αποφασίζεται πως δεν μπορούν να μπουν όλοι οι άνθρωποι στον κλειστό αυτόν χώρο: Η πρόσβαση περιορίζεται μόνο στους εμβολιασμένους που θα κάνουν rapid τεστ. 

«Οι οδηγίες που υπάρχουν αναφέρουν ότι σε ένα κοινό χώρο δεν μπορεί να μπει μεικτός πληθυσμός ακόμα και σε αυτές τις ειδικές συνθήκες. Αυτή τη στιγμή αυτό που έχει ειπωθεί είναι πως στο κλειστό θα είναι αρχικά εμβολιασμένοι με rapid test», αναφέρει μιλώντας στο cretapost ο αντιπεριφερειάρχης δημόσιας υγείας και κοινωνικής πολιτικής, Λάμπρος Βαμβακάς.

Ο μόνος τρόπος για να μπει ένας ενήλικας σε κλειστό, προστατευμένο χώρο, θα είναι να κάνει το μονοδοσιακό εμβόλιο. Αλλιώς, θα πρέπει να περιμένει, μέχρι να οργανωθεί η φιλοξενία σε ξενοδοχεία κλπ, όπου δεν θα υπάρχει πια αυτός ο περιορισμός.

Αυτή είναι η είδηση, αν έχω λάθος, το διορθώνω.

Πάμε τώρα και στην σκέψη μου.

~

Η διαχείριση της πανδημίας, κατ’ εμέ (όπως έχω επαναλάβει και στο παρελθόν) ειδικά από ένα σημείο και μετά, έγινε εγκληματική. Θεωρώ πως, λόγω ακριβώς της αδυναμίας να λύσουμε το πρόβλημα που έχει προκύψει, από το κράτος γίνονται διαρκώς κινήσεις που θα τις έλεγε κανείς υποκριτικές, καθώς, όταν οι βάσεις με τις οποίες αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα είναι επί τούτου λάθος λόγω συγκεκριμένων επιλογών, προφανώς και οι λύσεις που θα προταθούν θα έχουν σοβαρά προβλήματα.

Τι έχουμε εδώ;

Μία επείγουσα κατάσταση, στην οποία το πρωταρχικό μέλημά μας είναι να προστατέψουμε τους πολίτες, καταλήγει σε μία ανεκδιήγητη παρωδία:

Οι άνθρωποι θέλουν στέγη, για να προστατευτούν. Οι εμβολιασμένοι εξ αυτών, μπορούν να καλυφθούν από την βροχή. Οι ανεμβολίαστοι, όχι, θα μείνουν σε απαράδεκτες σκηνές χωρίς πάτωμα. Οι ανεμβολίαστοι που θα κάνουν το εμβόλιο, ναι. Βέβαια, το εμβόλιο χρειάζεται λίγο χρόνο μέχρι να δράσει, πιθανόν περισσότερο από την επείγουσα κάλυψη από την βροχή ή το κρύο, αλλά ας το προσπεράσουμε. Και βέβαια, ένας άνθρωπος για να κάνει ένα εμβόλιο είναι φρόνιμο να έχει συνεννοηθεί με τον γιατρό του, ειδικά αν έχει άλλα προβλήματα – όχι να το κάνει εκβιαστικά για να βρει στέγη αλλά – ας το προσπεράσουμε κι αυτό. Όπως επίσης ας προσπεράσουμε ότι στους εμβολιασμένους γίνεται rapid test, ένα τεστ που δεν προκρίνεται για τους ανεμβολίαστους συνανθρώπους μας, ίσως γιατί δεν είναι απολύτως ακριβές – αλλά ας το προσπεράσουμε κι αυτό. Όπως, πχ, είναι καλύτερα να προσπεράσουμε ότι για να ταξιδέψει κανείς με ένα λεωφορείο από και προς τα εκεί, κλεισμένος σε ένα κουτί με άλλους ανθρώπους, μπορεί να το κάνει ακόμα και αν είναι ανεμβολίαστος – αρκεί να έχει κάνει το rapid τεστ – εκείνο που δεν ήταν απολύτως ακριβές, ή ακόμα και ένα self test, που αυτό κι αν δεν είναι ακριβές, αλλά μ’ αυτό αρκεί για να στείλουμε παιδιά στο σχολείο μας. 

Βλέπετε τον παραλογισμό; 

Κάπου εδώ, καλό είναι να μην παρεξηγηθώ: προσωπικά είμαι εμβολιασμένος, είμαι υπέρ του εμβολιασμού, πιστεύω στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα, και ακολουθώ όχι μόνο τις επιταγές της, αλλά και την κοινή λογική: παρότι εμβολιασμένος, συνεχίζω να κάνω τεστ, καθώς είναι σαφές ότι μπορώ και να νοσήσω, και να μεταδώσω τον ιό.

Αυτή όμως η διαχείριση, με βοηθά να εντοπίζω και τους παραλογισμούς όπου τους συναντώ. Πχ, τα προληπτικά τεστ που κάνω για να προστατέψω όχι μόνο εμένα, αλλά και τους γύρω μου τα κάνω με δικά μου έξοδα πια αφού το κράτος αρνείται να με προστατέψει δωρεάν. Πχ μπορώ να μπω σε ένα λεωφορείο για να πάω στην δουλειά μου, μαζί με άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν όμως δικαίωμα σε δωρεάν τεστ, ειδικά αν είναι ανεμβολίαστοι – οι οποίοι -σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία-  και νοσούν περισσότερο, αλλά, κυρίως, και κουβαλούν μεγαλύτερο ιικό φορτίο!

Τι νόημα έχει να αφαιρέσω ειδικά από αυτούς τους ανθρώπους που είναι ανεμβολίαστοι την δωρεάν προληπτική εξέταση; Είναι παρανοϊκό, ειδικά αυτοί οι άνθρωποι που είμαστε βέβαιοι πως έχουν μεγαλύτερο ιικο φορτίο και ασθενούν πιο βαριά, εφόσον είναι δικαίωμά τους να μην εμβολιαστούν, πρέπει να έχουν περισσότερα διαθέσιμα εύκολα και δωρεάν τεστ!

«ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΜΒΟΛΙΑΣΤΟΥΝ;!» …Πριν θυμώσετε μαζί μου για αυτήν την έκφραση, σκεφτείτε το εξής: υπάρχουν αυτήν την στιγμή, ορισμένες ομάδες υποχρεωτικού εμβολιασμού. Είναι οι ομάδες που το κράτος θεωρεί πως είναι υποχρεωμένοι να εμβολιαστούν, για όποιους λόγους, δεν έχει σημασία αυτήν την στιγμή στην ανάλυση της σκέψης μου. 

Οι υπόλοιποι, έχουμε την ελευθερία να εμβολιαστούμε. Παρέχεται δωρεάν από τον κράτος, γίνεται αυστηρή σύσταση, ναι, με επιχειρήματα (συνήθως, όχι μόνο), ναι αλλά (εκτός από αυτές τις ομάδες) κανείς δεν υποχρεούται να εμβολιαστεί

Αυτή η ελευθερία, είναι, ή θα έπρεπε να είναι, δεδομένη. Όταν δεν είναι, δεν είναι ελευθερία.

Και πάμε στο επόμενο παράδειγμα που θα χρησιμοποιήσω, που μοιάζει κατ’ αρχάς άσχετο – αλλά θα αντιληφθείτε τον συλλογισμό μου:

Η Μπρίτνευ Σπίαρς μόλις κέρδισε μία δίκη. Η δίκη αυτή αφαιρεί από τον πατέρα της τον αποκλειστικό έλεγχο που είχε επάνω της – επειδή (και το εκλαϊκεύω, χάρην της συζήτησης, είναι ασφαλώς πιο περίπλοκο) «δεν είχε σώας τας φρένας». 

Το δικαστήριο δεχόταν ότι η τραγουδίστρια μπορούσε να τραγουδήσει, να βγάλει χρήματα από αυτό – αλλά δεν μπορούσε να διαχειριστεί μόνη της τα κέρδη της δουλειάς της, που θα έμενε και τι θα έκανε. Για όλα αυτά, έπρεπε να πάρει την άδεια του πατέρα της.

Όταν κέρδισε την δίκη, και την ελευθερία της (όχι ακριβώς, είναι πιο περίπλοκο είπαμε, το εκλαϊκεύω) από τα πρώτα πράγματα που έκανε, ήταν να εμφανιστεί «γυμνή» στο instagram…

…Και ακολούθησε ένας χαμός: ο κόσμος αντέδρασε, κυρίως λέγοντάς της «αν θέλεις να κερδίσεις και τις επόμενες δίκες, καλό θα ήταν να μην συμπεριφέρεσαι έτσι». 

«Είσαι ελεύθερη», δηλαδή «αλλά όχι να κάνεις ο,τι θέλεις».

Προφανώς, υπάρχουν νόμοι και κανόνες – δεν μιλάω γι’ αυτούς. Δεν είναι ελεύθερη να σκοτώσει πχ έναν άνθρωπο, θα απολογηθεί, και αν δεν ήταν αποδεδειγμένα δικαιολογημένη, πχ εν αμύνη, θα πάει φυλακή – δεν συζητάμε αυτό.

Δεν είναι όμως παράνομο να εμφανιστεί καποιος γυμνός στο instagram. Είναι μία ελευθερία που την έχουμε όλοι – όλοι, εκτός πχ από την Μπρίτνευ, η οποία αν το κάνει, αποδεικνύει έτσι ότι μάλλον δεν ήταν καλό που της δώσαμε την ελευθερία της.

Και τώρα προφανώς, δεν μιλάμε για την Μπρίτνευ και το αν θα δείξει το κορμί της στα social, και αν κάποιοι θα συμφωνήσουν ή θα διαφωνήσουν μ’ αυτό. Τώρα μιλάμε για ανθρώπους που πρέπει να προστατευτούν, στην σημερινή, ή στην αυριανή μεγάλη καταστροφή, για ανθρώπους που βλέπουν να έχουν άλλα δικαιώματα από τον διπλανό τους, και άλλες υποχρεώσεις.

Όπως πχ μιλάμε για ανθρώπους που βρίσκονται στις φυλακές (είτε των δομών, είτε τις δικές μας) και δεν πάει κανείς να τους εμβολιάσει, ή να τους δώσει αρκετό χώρο να έχουν τις αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ τους.

Όσο δεν είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός, κάθε άνθρωπος που είναι στην ευθύνη αυτής της χώρας, είτε φυλακισμένος, είτε ελεύθερος, είτε εμβολιασμένος, είτε όχι, πρέπει να έχει -αφού έχει την ελευθερία να επιλέξει- τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τον διπλανό του. 

Ελευθερία σημαίνει ελευθερία. Είναι παράλογο πχ να επιλέγουμε τους αποδεδειγμένα πιο ευάλωτους από εμάς και να τους τιμωρούμε στερώντας τους με οικονομικά κριτήρια τον έλεγχο της υγείας τους γιατί έκαναν χρήση της ελευθερίας που οι ίδιοι τους δώσαμε. Αν όλοι οι άνθρωποι (και δεν λέω σωστά ή όχι, είναι τελείως άλλη κουβέντα) έχουν δικαίωμα να είναι ανεμβολίαστοι, τότε έχουν δικαίωμα όλοι να προστατευτούν από την βροχή. Αν τους στερούμε αυτό το δικαίωμα, αν πιστεύουμε ότι δικαιωματικά κάποιοι πρέπει να βραχούν, απολύτως εκδικητικά, τότε αποδεικνύουμε ότι οι σκέψεις ήταν λάθος, οι προτεραιότητές μας επίσης, και πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή να σκεφτόμαστε διαφορετικά.

Άποψή μου, και κρίνομαι γι’ αυτήν.

Όλο λέω «να ένα θέμα να γράψω» και όλο το αφήνω γιατί προκύπτει κάποιο άλλο, και ύστερα άλλο, και στο τέλος μαζεύονται πολλά και αυτή η διαρκής, εξαντλητική, ασταμάτητη ορμή θεμάτων κάθε μέρα (κάθε μέρα, ρε φίλε, μία μέρα ησυχίας δεν έχουμε) με καταπλακώνει και ξεχνάω τα μισά.

Έτυχε να έχω χρόνο, και ετυχε να υπάρχει καλό θέμα σχολιασμού, σχεδόν-όχι-γκρίνιας (ναι, καλά) οπότε ας ξεκινήσω να γράφω την σκέψη μου, και αν βγάλει κανένα νόημα όλο αυτό, θα το ανεβάσω κιόλας.

Έχουμε και λέμε:

Προσωπικά, δεν αισθάνομαι ιδιαίτερα περήφανος για τον Αντετοκούνμπο.

Βέβαια, δεν αισθανόμουν και ιδιαίτερα απογοητευμένος με τον Σχορτσιανίτη, κάποτε, οπότε παραμένω σταθερά ασυγκίνητος στα «Έλληνας θεός», «Πήρε την Ελλάδα στα χέρια του και την σήκωσε στους ουρανούς» κ.α.

Χαίρομαι πάρα πολύ βέβαια που χαίρεται ο κόσμος. Χαίρομαι αγνά, γιατί αυτοί που χαίρονται είδαν πίσω από το χρώμα, ή την καταγωγή, και επέλεξαν να χαρούν με κάποιον που δηλώνει ανοιχτά, και κόντρα σε κάθε γραφειοκρατία ή ρατσισμό, «ένας από αυτούς».

Βέβαια, δεν χάρηκαν όλοι, όχι όλος ο κόσμος, διότι, να με συμπαθάτε κιόλας, αλλά όταν πας σε συγκέντρωση «δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ Αλβανέ-Αλβανέ» (ή όταν τον υπουργοποιείς στην κυβέρνησή σου) δεν είμαι σίγουρος γιατί τώρα στέλνεις συγχαρητήρια – εκτός και αν ήσουν παιδιόθεν οπαδός των Μπακς, οπότε καταλαβαίνω, κέρδισε η ομάδα σου, δεν φέρνω αντίρρηση. Η ο άλλος θυμήθηκε τον Σαμαρά, λέει, που του έδωσε το διαβατήριο να πάει NBA. Τον Σαμαρά. Τον Σαμαρά που ξέρουμε όλοι. Ε, αυτά είναι γελοία πράγματα, κακώς τα αφήνουμε αχαρακτήριστα, αυτό το θράσος μένει και να μου το θυμηθείτε.

Να σας πω τι τρέχει όμως με μένα; Όταν χιονίζει και όλοι λένε «τέλεια, θα ασπρίσει η Αθήνα» – εγώ σκέφτομαι τους άστεγους. Όταν έρχονται Ολυμπιακοί και οι δρόμοι ομορφαίνουν, εγώ σκέφτομαι τους ναρκομανείς που τους βάζουν σε ένα λεωφορείο και τους παρατάνε αλλού να μην φαίνονται (όποιος έχει καλή μνήμη και θυμάται)

Ετσι και όταν κερδίζει ένας μετανάστης (διπλός κιόλας, από Νιγηρία – Ελλάδα και από Ελλάδα – Αμερική) σκέφτομαι τους μετανάστες που έμειναν πίσω.

Βλέπω τα χρυσά δαχτυλίδια και τις σαμπάνιες της νίκης, και σκέφτομαι τον άνθρωπο που πρόσφατα αυτοκτόνησε γιατί ενώ τον είχαν κλειδωμένο σε ένα απαράδεκτο καμπ θα τον έστελναν με το ζόρι πίσω σε μία πατρίδα που τον μισούσε.

Βλέπω να αγκαλιάζει την οικογένειά του, και σκέφτομαι την γυναίκα που κάηκε με το εγγονάκι της στην σκηνή της, επειδή έκανε κρύο.

Δεν κάνω επίκληση σε κανένα συναίσθημα, ούτε πάω να σας γαμήσω την χαρά, περιμένετε. Λέω εγώ. Εγώ τα σκέφτομαι όλα αυτά. Είναι κατάρα, όχι τιμή.

Το πρόβλημα είναι πως καθώς δεν έχω κάνει αρκετά (τώρα πια, ούτε και στο μπλογκ μου δεν γράφω γι’ αυτά) δεν μπορώ να αισθανθώ υπερήφανος. Μπράβο Γιάννη, αλλά δεν βοήθησα πουθενά.

Δεν ήμουν στο σχολείο σου στα Σεπόλια, όταν πούλαγες CD, δεν σε προστάτεψα από όσα άκουσες, δεν σε προστάτεψα όταν σήκωσες την σημαία, όταν κυκλοφορούσες στους δρόμους, όταν ζήτησες διαβατήριο, όταν – δεν ήμουν εκεί.

Κάποιοι ήταν. Κάποιοι ήταν δίπλα σου, κάποιοι σε πίστεψαν, κάποιοι σε στήριξαν, όχι μόνο γιατί ήσουν δύο μέτρα, αλλά κυρίως επειδή ήσουν ένα παιδί, με μία αδικία τροφοδοτούμενη από το χρώμα σου, το επώνυμό σου, την χώρα καταγωγής σου.

Και αυτοί οι κάποιοι, έχουν δικαίωμα να είναι σιωπηλά, μέσα τους, ή φωναχτά, ουρλιάζοντας, περήφανοι. Και η περηφάνια δεν περισσεύει για τους υπόλοιπους από εμάς, είναι ορισμένη, ότι έκανες στο παρελθόν πληρώνεσαι. Εσύ, σήκωσες βάρη, άκουσες τους προπονητές σου, μάτωσες και στερήθηκες. Αυτοί, πήγαν απέναντι σε ένα απόλυτα υπαρκτό τείχος, με εχθρό αντιλήψεις, το κράτος το ίδιο, τους συνανθρώπους τους, τους γείτονές τους. Για κάθε έναν από αυτούς που μπορεί να άκουσε το «νεγρολάτρη» (κατά το nigga lover) η μάχη ήταν εκεί, διαρκής, η ζωή τους όλη – και ένα κομμάτι υπερηφάνειας το δικαιούνται πια.

Μάχη η δική σου που σ’ εφερε μέχρι εκεί, μάχη και η δική τους.

Και έτσι δεν τολμώ να μοιραστώ την περηφάνια και την χαρά τους. Αν την μοιραστώ, νιώθω ότι θα ξεγελάσω τον κόσμο ότι δώσαμε τον ίδιο δύσκολο αγώνα μ’ αυτούς – και όχι, σε καμία περίπτωση δεν δώσαμε τον ίδιο αγώνα.

Αυτοί να είναι περήφανοι για σένα, που δικαίωσες τις προσδοκίες τους παρά τις δηλητηριώδεις αντιλήψεις των άλλων για το χρώμα και την (αρχική) καταγωγή σου, που έγινες τίμιος και σωστός – και γω απλώς θα χαμογελάω με την χαρά τους.

Θα χαρώ ακόμα περισσότερο αν κάνεις όλη αυτή τη χαρά και την συμπάθεια του κόσμου, δύναμη. Ο αθλητισμός έχει μία τάση να προσπερνά φραγμούς, να ανοίγει τον κόσμο στο διαφορετικό, να ραγίζει λίγο τοξικές αντιλήψεις. Αν πάρεις αυτήν την ευκαιρία, και καταφέρεις να τους πείσεις ότι αυτός που είναι φυλακισμένος τόσο καιρό σε απαράδεκτο για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι κι αυτός άνθρωπος, όπως είσαι κι εσύ, ότι μπορεί, αν του δοθούν οι ευκαιρίες, αν του δοθούν τα χέρια και η αγάπη, αν κριθεί δίκαια για αυτό που είναι, μπορεί να γίνει ένας αξιόλογος επιστήμονας, ένας γιατρός, ένας αρχιτέκτονας, ένας πυροσβέστης, σκουπιδιάρης, προγραμματιστής, ζωγράφος, δάσκαλος, τραγουδιστής, οτιδήποτε λαχταρά να γίνει, ένας από εμάς, όχι ένα ανώνυμο πτώμα στα κύματα ή ραμμένα χείλη σε ένα κάμπ – αν πείσεις τους συνανθρώπους μου και μεταφέρεις την αγάπη που απλόχερα σου έδωσαν προς αυτούς τους ανθρώπους.

Αυτό, θα κάνει την ζωή πιο εύκολη δεκάδων ανθρώπων που πασχίζουν να κάνουν την ζωή αυτών των άλλων μεταναστών πιο εύκολη. Γιατροί, δημοσιογράφοι, εθελοντές, οι άνθρωποι που πολεμούν καθημερινά, ανώνυμα, αθόρυβα, σαν κι αυτούς που στάλθηκαν δίπλα σου και σου έδωσαν κι εσένα μία ευκαιρία. Θα τους προσφέρεις μία ελπίδα, στην καθημερινή μάχη που δίνουν με τον εγκατεστημένο ρατσισμό στην χώρα μας. Θα τους δώσεις μία ανάσα.

Ε, τότε θα είμαι και γω περήφανος, γιατί έγραψα αυτό το κείμενο, γιατί έκανα μία προσπάθεια, γιατι προσπάθησα να σπείρω μία ιδέα 🙂

Και θα μοιραστώ και γω λίγο τότε, προσεκτικά και με σεβασμό, την περηφάνεια αυτών που σε προστάτεψαν όταν έπρεπε γιατί πίστεψαν σε σένα σαν άνθρωπο, ως αυτός που ήλπισε σε σένα, όταν μπορούσες 🙂

Εν αναμονή της δικής μου χαράς λοιπόν,
ένας συνονόματος θαυμαστής σου.

Προσωπικά, δεν έχω καταλήξει σε ποια μεριά ανήκω όσο αφορά την οπλοκατοχή. Είμαι αρκετά αφελής, στο να πιστεύω στην προσωπική ελευθερία του καθενός αν θέλει να έχει στην κατοχή του ένα όπλο – και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό. Είμαι αρκετά πραγματιστής, για να αντιληφθώ κοιτώντας τους συνανθρώπους μου (ή και εμένα, εδώ που τα λέμε) ότι αυτό, δεν είναι καθόλου καλή ιδέα τελικά.

Όπως το βλέπω εγώ, με το φτωχό μου το μυαλό, τα όπλα είναι για να αποδίδουν μιας μορφής δικαιοσύνης: Έχω ένα όπλο, σημαίνει ότι θα πυροβολήσω και να σκοτώσω καποιον που μπαίνει στο σπίτι μου προσπαθώντας να με ληστέψει πχ. Αυτο, για κάποιους, θεωρείται νόμιμο και ηθικό – ή ένστασή μου είναι ότι υποκαθιστά τους νόμους και την τάξη της κοινωνίας που ζούμε, και μάλιστα με έναν ανεπίστρεπτο τρόπο: η θανατική ποινή, στο ίδιο παράδειγμα, είναι εξ ορισμού σχεδόν αποδεκτή τιμωρία.

Παρότι φοβάμαι πως αυτό ως συλλογισμός είναι τρομερά επικίνδυνος, από την άλλη, έχω στο μυαλό μου έναν κανόνα, που εδώ βραχυκυκλώνει την σκέψη μου: κανένας δεν είναι ένοχος πριν αποδειχθεί ένοχος. Ήτοι, όπως στο φτωχό μου το μυαλό κανένας ρομά δεν είναι ληστής επειδή είναι ρομά, κανένας αποφυλακισμένος δεν είναι σίγουρο ότι θα επαναλάβει το έγκλημά του επειδή το έκανε μία φορά, έτσι και κανένας που φέρει όπλο δεν θα σκοτώσει επειδή φέρει όπλο – ειδικά αν είναι νόμιμο, και καταχωρημένο.

Είπαμε, είμαι μπερδεμένος, το παραδέχομαι. Όχι απλώς μάλλον έχω, αλλά σίγουρα έχω τρύπες και κενά στους συλλογισμους μου, και είμαι βέβαιος ότι και η μία, και η άλλη πλευρά έχει επιχειρήματα, σοβαρά και αξιόλογα.

Η δολοφονία στα Γλυκά Νερά έχει ξαναξεκινήσει την συζήτηση, όπως γίνεται πάντα σε ένα στυγερό έγκλημα, και από ανθρώπους που περίμεναν μία ευκαιρία για να δικαιωθούν για την άποψή τους περί οπλοκατοχής, ή, και σε όχι μικρότερο βαθμό, από ανθρώπους που θυμωμένοι ονειρεύονται να εκδικηθούν για το θύμα. Ο θυμός δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος σε τέτοια πράγματα, αλλά οι νόμοι βγαίνουν από ψηφοφόρους κατ’ αρχάς, και αυτό σημαίνει οπωσδήποτε κάτι.

Από εμένα λοιπόν, που δεν είμαι απολύτως σίγουρος για την ορθότητα της μίας ή της άλλης πλευράς, έχει γεννηθεί εδώ και καιρό ένα όχι και τόσο αυτονόητο κατά πως φαίνεται ερώτημα: Θέλουμε όντως να έχουν όλοι δικαίωμα να οπλοφορούν;

Το λέω διότι δικαίωμα οπλοφορίας θα έχουν όλοι. Και όλοι, σημαίνει όλοι. Βεβαίως, θα περνάνε εξετάσεις, θα καταγράφονται, θα κοστίζει ασφαλώς η απόκτησή του (κάτι που κάνει λίγο ταξική την οπλοφορία, αλλά αυτό λύνεται, με μία γενναία επιδότηση από το κράτος ώστε ΟΛΟΙ να μπορούν να αποκτήσουν όπλο, όπως έγινε πχ με τα τάμπλετ), και η χρήση του θα επιφέρει τις ανάλογες ευθύνες και συνέπειες, ουδείς διαφωνεί μ’ αυτό – αλλά αν αύριο το πρωι είχαν όλοι δικαίωμα να φέρουν όπλο, όλοι-όλοι, αισθάνομαι ότι θα είχαμε μία πραγματικότητα τελείως διαφορετική.

Το όλοι-όλοι έχει μία σημασία: Αν συμφωνούμε ότι είναι μία διαδικασία δικαιοσύνης και ασφάλειας – είναι σημαντικό να έχουν όλοι δικαίωμα σ’ αυτήν, έτσι δεν είναι; Αλλιώς ούτε δικαιοσύνη θα είναι, ούτε ασφάλεια – οπότε δεν συζητάμε το ίδιο πράγμα, και τότε ουδείς θα μπορεί να είναι υπερ της ελεύθερης οπλοκατοχής.

Βλέπετε όμως, ως κοινωνία, θα έλεγε κανείς ότι ζούμε με ξεκάθαρες σχέσεις δυνατών και αδυνάτων. Για παράδειγμα, ΑΝ όντως πεθαίνουν άνθρωποι εκτός ΜΕΘ γιατί είναι όλες γεμάτες – και δεν θέλουμε να διαθέσουμε λεφτά για να εξοπλίσουμε τις υπάρχουσες άδειες με προσωπικό – αυτό, γεννά, πολλούς θυμωμένους συγγενείς. Ανθρώπους που είδαν τον δικό τους άνθρωπο να πεθαίνει αβοήθητος από την μια, και αισθάνονται οργή βλέποντας την κυβέρνηση να επιχαίρει που «είμαστε όμως καλύτερα από άλλες χώρες», για παράδειγμα. Σίγουρα θέλετε να έχουν όπλο όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εγώ δεν θα σας αδικήσω, αν το θέλετε, μπορώ και να συνταχτώ, αλλά είστε βέβαιοι;

Ή, ένα άλλο παράδειγμα. Κάποιος μένει προφυλακισμένος για πέντε, έξι, επτά μήνες – για κάτι που δεν έκανε τελικά. Η φυλακή είναι πολύ άσχημο μέρος, η ζωή του -ειδικά αν είναι αδύναμος, ένας κοινός θνητός, που δεν τυγχάνει πολιτικής ή άλλης προστασίας- μπορεί να καταστραφεί. Μένει μέσα φυλακισμένος και διαβάζει καθημερινά τον τύπο να του προσάπτει κατηγορίες που δεν ισχύουν, ότι είναι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης πχ, ή ότι ταξίδεψε σε διάφορες χώρες – κάτι που τον κάνει καταφανώς ένοχο, σε κάποια ασυνάρτητη λογική. Και μετά, ουπς, αθωώνεται. Φαντάζεστε πόσο οργισμένος θα νιώθει; Θέλετε σίγουρα εκείνη την ώρα να κατέχει, νομίμως, ένα όπλο;

Ή ας πούμε κάποιος που περνά φυλακισμένος σε ένα «καμπ» (όπως συνηθίζουμε να ονομάζουμε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις μέρες μας) για μήνες, ή και χρόνια – ώσπου εξετάζεται η περίπτωσή του, και τελικά, για φαντάσου, ήταν όντως πρόσφυγας και δικαιούτω προστασία. Φαντάζεστε να έχει ζήσει εκει μέσα τόσο καιρό, οι δίπλα του να πεθαίνουν γιατί δεν έχουν ένα γιατρό, να τρώει σαπισμένα φαγητά, να κοιμάται σε διαφανείς σχεδόν σκηνές, σε λάσπες, χιόνια και ανυπόφορη ζέστη, και μετά να του εξηγήσουν ότι «δεν είχαν αρκετούς πόρους να εξετάσουν την περίπτωσή του σε σωστό χρόνο»; Θα βγει έξω λοιπόν, και δικαιούται ένα όπλο. Το φαντάζεστε;

Ένα άλλο παράδειγμα – κάποιον που συμμετέχει σε μία πορεία. Φανταστείτε τώρα ότι -μία στο εκατομμύριο, δεν λέω ότι συμβαίνουν όντως αυτά- ΜΑΤ και ΔΙΑΣ αρχίζουν και επιτίθονται χωρίς καμία απολύτως αφορμή, οδηγώντας τις μηχανές τους πάνω στο αδύναμο να αντιδράσει πλήθος, χτυπώντας αλύπητα όποιον πέσει στα χέρια τους – ακόμα και με πυροσβεστήρες στο κεφάλι, φορτώνοντάς τους πέτρες ή μολότοφ που δεν τους ανήκουν, ή μπαίνοντας στο σπίτι τους χωρίς ένταλμα. Ότι απειλούν με βιασμούς νεαρές γυναίκες, και βασανίζουν αιχμαλώτους τους στο τμήμα. Φαντάζεστε οι διαδηλωτές να είναι νομίμως οπλισμένοι, και να αισθάνονται πως πρέπει να αμυνθούν; Είστε βέβαιοι πως θέλετε να γίνει έτσι;

Ή να ακούει ο γονιός στις ειδήσεις ότι το παιδί σου κάνει κατάληψη γιατί «δεν θέλει τις μάσκες» – ενώ στην πραγματικότητα κάνει κατάληψη επειδη δεν θέλει να είναι με άλλους εικοσιπέντε μαθητές στην ίδια, κλειστή αίθουσα και η μόνη «ασφάλεια» να είναι ένα πανί τετραπλάσιου μεγέθους απο το κανονικό. Πρέπει να αισθάνεται μεγάλη αδικία για όλο αυτό. Φαντάζεστε εκείνη την ώρα να θυμηθεί ότι έχει όπλο;

Μου έρχεται στο μυαλό και η υπόθεση της Μανωλάδας, ή του Αιγυπτίου που τον βασάνισαν στον φούρνο για να μην τον πληρώσουν. Εργάτες να κοιμούνται σε παραπήγματα, και την ώρα της πληρωμής να τους απειλούν με καραμπίνες – και να τους πυροβολούν. Πολιτικοί που κυβερνούν να φτάνουν στο σημείο να δικαιώνουν τους δράστες, προκαταβάλλοντας την δικαιοσύνη. Και οι εργάτες αυτοί να φέρουν όπλο. Θέλετε σίγουρα να συμβεί αυτό;

Εγώ όπως είπα, δεν έχω ακόμα κατασταλάξει. Ο μόνος λόγος που θα δεχόμουν, θα ήταν η ελευθερία του ανθρώπου να φέρει όπλο αναλαμβάνοντας τις συνέπειες και τις ευθύνες αφού το χρησιμοποιήσει. Αυτό, αυτόματα σημαίνει ότι όλοι θα είχαν δικαίωμα να έχουν όπλο – και επειδή σε μία τέτοια συνθήκη δεν επιτρέπεται να υπάρχουν ταξικές διαφοροποιήσεις, ο σκοπός δεν είναι να εξοπλιστούν (κυριολεκτικά) μόνο οι ισχυροί, όταν λέμε όλοι, εννοούμε όλοι: εκτος από τον μέσο πολίτη, που το ονειρεύεται, δικαίωμα θα είχαν και οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι αδικημένοι – οι πάντες.

Να φέρουν όπλο, και μόνο όταν το χρησιμοποιήσουν να κρίνονται γι’ αυτό και για τις συνθήκες που οδήγησαν, τελικά, στην χρήση τους.

Τι λέτε;

Έχω ξανααναφερθεί στον Κώστα Βαξεβάνη κάποιες φορές – και στην κατάσταση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα ακόμα περισσότερες. Η πιο αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση της οικονομικής δολοφονίας του, όπου ως εκδότης καταγγέλλει πως ο πρωθυπουργός έχει επικοινωνήσει με διαφημιζόμενους για να τους αποτρέψει από το να διαφημιστούν στην εφημερίδα του (εκτός από το να φροντίζει η ίδια η κυβέρνηση να τον ξεχωρίζει από το σύνολο σχεδόν των υπολοίπων ΜΜΕ στην κρατική διαφήμιση) – και το ίδιο σχεδόν σύνολο της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα, τηλεοπτικός, έντυπος και ηλεκτρονικός τύπος, αγνοεί επιδεικτικά μία τόσο σοβαρή καταγγελία.

Μια καταγγελία που θα όφειλε να στείλει κάποιον στην φυλακή – είτε τον πρωθυπουργό, αν όντως συμβαίνουν αυτά που καταγγέλλονται, είτε τον ίδιο, αν ψεύδεται ή δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του.

Εδώ όμως, η δημοσιογραφία κατάφερε, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, να κατέβει ακόμα ένα (και ίσως όχι μόνο ένα) σκαλί πιο κάτω. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για την (ένοχη) σιωπή στην οικονομική δολοφονία του – εδώ μιλάμε για την φυσική του εξόντωση. 

Μιλάμε για την δολοφονία του Κώστα Βαξεβάνη.

~

Ο Κώστας Βαξεβάνης, την Παρασκευή 23 Απριλίου μέσω του δικτυακού του τόπου, ενημέρωσε το κοινό του για μία σειρά από γεγονότα, τα οποία θεωρεί ότι συνδέονται άμεσα – και θέτουν σε κίνδυνο την σωματική του ακεραιότητα. 

– Στις 6/4 εκδότης, μαζί με έναν δημοσιογράφο του, συνάντησαν και μίλησαν επί μία ώρα με κάποιον, που τον ενημέρωσε πως έχει πληροφορίες ότι κάποιος ΜΦ (κατονομάζεται στο άρθρο) είχε ζητήσει από δολοφόνο να προβεί σε τρία χτυπήματα: ένα (ψεύτικο) χτύπημα στο σπίτι του, και δύο δολοφονίες δημοσιογράφων, ο ένας εκ των οποίων δεν κατονομάζεται («δεν θυμάται» ο πληροφοριοδότης) ενώ ο άλλος ήταν ο ίδιος ο Βαξεβανης.

Ο Βαγγέλης Τριάντης, ο δημοσιογράφος που ήταν μαζί με τον Βαξεβάνη, ατύπως ενημερώνει την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Αθηνών, Σωτηρία Γεωργακοπούλου. Ταυτόχρονα ενημερώνονται οι δικηγόροι του (δεν αναφέρει πόσοι είναι) και άλλοι δύο δημοσιογράφοι. Συνολικά δηλαδή, την πληροφορία γνωρίζουν ήδη την ημέρα της καταγγελίας ο εκδότης, τρεις δημοσιογράφοι, μία εισαγγελέας (που κατονομάζεται), και οι δικηγόροι  – σύνολο τουλάχιστον έξι άτομα. 

– Τρεις ημέρες μετά, στις 9/4 δολοφονείται ο δημοσιογράφος Γιώργος Καραϊβάζ.

– Στις 16/4 οι αστυνομικοί σταματούν για έλεγχο δύο ανθρώπους που διαφεύγουν πυροβολώντας με καλάσνικοφ προς τους αστυνομικούς.

– Την ίδια ημέρα, 16/4 ο Κώστας Βαξεβάνης καταγγέλλει πως άγνωστος προσπάθησε να μπει στα γραφεία της εφημερίδας Documento.

– Μία ημέρα μετά, στις 17/4, άγνωστος «γαζώνει» το σπίτι του ΜΦ με καλάσνικοφ χωρίς να πετύχει τίποτα άλλο εκτός από το κουβούκλιο και τον τοίχο του σπιτιού του.

– Στις 23/4 ο Βαξεβάνης ενημερώνεται από «σοβαρή πηγή» πως οι δύο ένοπλοι που διέφυγαν του ελέγχου με πυροβολισμούς, ήταν οι ίδιοι που είχαν αναλάβει το συμβόλαιο θανάτου, και ο Κώστας Βαξεβάνης δημοσιεύει την υπόθεση.

Ωραία ως εδώ; Είναι η υπόθεση όπως την παρουσίασε ο Κώστας Βαξεβάνης, χωρίς καμία δική μου παρέμβαση. Πάμε τώρα στο πως βλέπω τα πράγματα.

~

Κατ’ αρχάς, αυτή η ιστορία έχει έξι τουλάχιστον μάρτυρες. Έξι άνθρωποι έμαθαν ότι θα συμβούν πράγματα μέχρι και δέκα ημέρες πριν συμβούν. Ένα εκ των οποίων, ήταν μία δολοφονία. Ένα δεύτερο, μία επίθεση σε ένα σπίτι – ψεύτικη, ή αληθινή-. Οι άνθρωποι αυτοί μπορούν να καταθέσουν ότι τα γνώριζαν από την κατάθεση του πληροφοριοδότη πριν γίνουν – και μία εξ αυτών δεν ανήκει στον δημοσιογραφικό κύκλο του Βαξεβάνη, ούτε έχει έμμισθη σχέση μαζί του – αντιθέτως, θα έλεγε κανείς ότι εκ θέσεως είναι μία από τις πιο αξιόπιστες μάρτυρες.

Κατα δεύτερον, αυτή η υπόθεση έχει μία δολοφονία δημοσιογράφου. Αν και δεν είναι απολύτως σαφές ότι ο Καραϊβάζ είναι το δεύτερο θύμα καθώς δεν κατονομάζεται, εκ των πραγμάτων, επηρεάζει μία υπόθεση που έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο στην ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών. Ο δημοσιογραφικός κόσμος έχει (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) ασχοληθεί και αναζητήσει πληροφορίες για το θέμα. 

Τρίτον, μία μόνο ενέργεια από αυτές που είχαν εξαρχής αναφερθεί, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί: η δολοφονία του δεύτερου δημοσιογράφου.

Αυτά τα τρία, όταν μαζευτούν δίνουν ένα πολύ εκρηκτικό μίγμα: Ένας δημοσιογράφος, με μάρτυρες, ισχυρίζεται ότι, γνώριζε πως αποτελεί στόχο, πως κάποιος ακόμα (άγνωστος τότε) δημοσιογράφος επίσης αποτελεί στόχο δολοφονικής επίθεσης, και πως συνδέονται τουλάχιστον η δική του απόπειρα δολοφονίας του με «ψεύτικο» χτύπημα. 

Και πως αντιδρά το σύνολο σχεδόν της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα; Αγνοεί σε όλα τα επίπεδα την είδηση.

Όσο και αν ακούγεται απίστευτο, η μόνη αναφορά στις καταγγελίες για συμβόλαιο δολοφονίας συναδέλφου τους που κάνουν έντυπος, ραδιοφωνικός, τηλεοπτικός και ηλεκτρονικός τύπος, είναι όταν η κυβέρνηση δηλώνει ότι αναλαμβάνει την έρευνα. Εν πολλοίς, έχουν μία δήλωση για μία έρευνα που επίκειται, χωρίς να έχουν αναφερθεί στο συμβάν που ερευνάται – ή έχουν την καταδίκη της ΕΣΗΕΑ, ή την μήνυση του ΜΦ στον εκδότη, χωρίς να έχει αναφερθεί πιο πριν το γιατί μηνύεται!

Θυμίζω: μία υπόθεση που έχει, όχι μόνο μία καταγγελία για απόπειρα δολοφονίας, αλλά δύο συμβάντα ακόμα που μπορούν να συνδέονται, το ένα εκ των οποίων είναι μία εκτελεσμένη δολοφονία δημοσιογράφου!

Το τρίτο μέρος αυτού του άρθρου μου είναι το πιο δύσκολο απ’ όλα, και θα προσπαθήσω να το γράψω όσο πιο ήρεμα μπορώ.

~

Να σας πω τι συμβαίνει όταν ενενήντα εννέα δημοσιογράφοι παίρνουν λεφτά από κάποιον – και ένας δεν παίρνει; Οι ενενηνταεννέα καταγγέλουν αυτόν που ξεχώρισε τον έναν συνάδελφό τους. Ενημερώνουν τους αναγνώστες τους, αναρωτιόνται για ποιον λόγο τον ξεχώρισε, εξετάζουν τις προθέσεις και τις θέσεις των δύο πλευρών, και, αν χρειαστεί, παίρνουν θέση. 

Να σας πω όμως τι συμβαίνει όταν οι ενενηνταεννιά αποκρύπτουν τελείως την πληροφορία από τους αναγνώστες τους; Εκατό στερούν λεφτά από έναν. Περισσότερα λεφτά γι’ αυτούς, και πλήρης κάλυψη στον ευεργέτη τους.

Τώρα, να σας πω τι γίνεται όταν ενενήντα εννέα δημοσιογράφοι αποκρύπτουν ότι ένας συνάδελφός τους καταγγέλει ότι στο όνομά του υπάρχει, με στοιχεία, ένα συμβόλαιο θανάτου;

Ένας δρόμος, όχι μόνο αυτός της δημοσιογραφίας αλλά και της ανθρωπιάς, είναι να ασχοληθούν με τις καταγγελίες του. Να κρίνουν τα λεγόμενά του. Να ερευνήσουν όσα καταγγέλει. Να τον καταγγείλουν με την σειρά τους αν ψεύδεται, να σταθούν δίπλα του αν τα στοιχεία του έχουν βάση. Όχι επειδή τον συμπαθούν, αλλά είτε γιατί δεν θέλουν να βρεθούν στην θέση του, είτε γιατί δεν θέλουν να σωπάσει η δημοσιογραφία με σφαίρες, είτε γιατί ακουν την ψυχή της δημοσιογραφίας, όπου όλα δημοσιεύονται και όλα κρίνονται – κάνουν το καθήκον τους.

Ο άλλος δρόμος, είναι να μην ενημερώσουν κανέναν. Είτε γιατί πιστεύουν ότι αυτοί δεν θα βρεθούν στην θέση του (αλήθεια, πως το ξέρουν αν δεν ξέρουν ποιος είναι ο θύτης;) είτε γιατί κι αυτοί τον θέλουν νεκρό.

Όταν ενενήντα εννιά δημοσιογράφοι αποκρύπτουν απ’ το κοινό ότι ένας συνάδελφός τους κινδυνεύει από κάποιον, τότε εκατό άνθρωποι θέλουν να τον σκοτώσουν.

Ο Κώστας Βαξεβάνης δημοσιοποίησε την ιστορία του για να σωθεί. Η ενημέρωση του κοινού θα λειτουργούσε, και ελπίζω ειλικρινά πως λειτούργησε όντως, ως ασπίδα. Για να σκοτώσεις κάποιον δεν είναι ανάγκη να σηκώσεις το όπλο – μπορείς απλώς, για λίγο, να θολώσεις τα μάτια των περαστικών, να κάνεις τα στραβά μάτια. 

Να κατεβάσεις την πένα.

Στην ταινία Σέρπικο, ο εξοβελισμένος αστυνομικός, ο απόκληρος, που δεν πηγαίνει με την κατεύθυνση των συναδέλφων του, έχει την τύχη του προδότη – χειρότερη από αυτή του εχθρού. Δεν τον σκοτώνουν οι επίορκοι συνάδελφοί του, δεν του χαρίζουν καν αυτήν την τιμή να τον αντιμετωπίσουν ως εχθρό και να απολογηθούν για τις πράξεις τους – απλώς, την κατάλληλη στιγμή, δεν τον προστατεύουν. Κάνουν τα στραβά μάτια. Είναι μόνος του, απέναντι στους χειρότερους εφιάλτες του. Δεν χρειάζεται να κρατήσει πολυ – ένας πυροβολισμός, και όλοι θα σταθούν δίπλα του μετά, στο φέρετρο, όπως αρμόζει σε έναν ήρωα που πέθανε στο καθήκον.

Όταν εσύ ως δημοσιογράφος κατεβάσεις για λίγο την πένα, όταν κάνεις τα στραβά μάτια, η ασπίδα χάνεται. Ο δημοσιογράφος είναι πια μόνος του. Ο δολοφόνος θα κάνει ανενόχλητος την δουλειά του, και, όταν τελειώσει, μπορείς να την ξαναπιάσεις με πυγμή για να δηλώσεις πόσο συγκλονισμένος είσαι, και παρότι ήσασταν ορκισμένοι εχθροί, η δημοσιογραφία είναι πάνω από όλα και σας ενώνει όλους στην οδύνη.

Αν το κάνεις αρκετά νωρίς δε, δεν θα ξοδέψεις και μελάνι – μια χαρά μπορείς να γράψεις τον επικήδειό του με το αίμα του.

Η δημοσιογράφος και μέλος της ΕΣΗΕΑ Μαρίνα Βήχου πραγματοποιεί, μπροστά από το κτήριο της ΕΣΗΕΑ μία διαμαρτυρία με την μορφή της απεργίας πείνας, για την κατάσταση που βρίσκεται αυτήν την στιγμή η δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

Αντιγράφω από το facebook:

Παρέμβαση στο ΔΣ της ΕΣΗΕΑ.

Παρέμβαση με αφορμή την έναρξη απεργίας πείνας έξω από τα γραφεία της ΕΣΗΕΑ έκανα σήμερα.

Στην παρέμβασή μου αφού τοποθετήθηκα σχετικά με τους λογους που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση και κυρίως την καθημερινή κατάφωρη παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ζήτησα:

– Την δημιουργία Παρατηρητηρίου καθημερινής καταγραφής των περιστατικών παραβίασης του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, προκειμένου Το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ να εκδίδει άμεσα ανακοινώσεις.

– Την ενημέρωση εκ μέρους του ΔΣ όλων των επαγγελματιών του κλάδου αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον Κώδικα.

– Να θέσει η ΕΣΗΕΑ άμεσα το αίτημα η ΕΡΤ και το ΑΠΕ να τεθούν κάτω από έλεγχο διακομματικής επιτροπής.

– Να απαιτήσει οι ενημερώσεις από την Επιτροπή των Λοιμωξιολογων και τον κ. Χαρδαλιά να γίνονται μέσω τηλεδιάσκεψης με συμμετοχή των δημοσιογράφων και όχι με ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί πριν την ενημέρωση.

– Να απαιτηθεί από την ΕΣΗΕΑ να ασκηθεί έρευνα για το κατά πόσο ο έγκλειστος για συμμετοχή στην ηγεσία της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή Ηλίας Κασιδιάρης έχει δικαίωμα να ηχογραφεί μηνύματα σε διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης μέσα από τις φυλακές του Δομοκού.

Αναμένω τις απαντήσεις του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ, συνεχίζοντας την απεργία πεινας, γιατί χωρίς Ελεύθερη έκφραση και Ενημέρωση δεν μπορεί να υπάρχει ούτε Δημοκρατία.

Όπως γνωρίζετε πλέον καλά, η θέση μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι δεδομένη, και ως εκ τούτου ήδη κάθε μορφή αντίδρασης είναι έτσι κι αλλιώς πάντα καλοδεχούμενη. Ειδικά όμως αυτή η διαμαρτυρία μου φάνηκε εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για την μορφή της, αλλα κυρίως γιατί γίνεται με έναν ενδιαφέροντα τρόπο: Κάθε ένα απο τα αιτήματα αυτά είναι μεν σημαντικά και συμβολικά, είναι όμως ταυτόχρονα και πρακτικά, έχουν άμεσο αντίκτυπο: Μπορούν να γίνουν, αν η ΕΣΗΕΑ συμφωνεί μαζί τους, χωρίς κόστος – ή να μην γίνουν, αν διαφωνεί, αλλά θα πρέπει να αιτιολογήσει την θέση της.

Αποφάσισα λοιπόν, να κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει: Να φερθώ σε μία δημοσιογράφο που μάχεται για πράγματα που σέβομαι, με τον ανάλογο δημοσιογραφικό σεβασμό που της αξίζει. Πήγα λοιπόν στην ΕΣΗΕΑ, και της ζήτησα να μου δώσει μία συνέντευξη. Αν και η αρχική μου σκέψη ήταν να χρησιμοποιήσω απλώς ως υλικό την συζήτησή μας για να διατυπώσω τις δικές μου απόψεις, άλλαξα γνώμη και αποφάσισα τελικά να αφήσω τα φώτα της δημοσιότητας στην δική της γνώμη και άποψη, και εγώ να κριθώ αποκλειστικά από τις ερωτήσεις που της έθεσα.

~

Από ότι είδα, είχατε δουλέψει για το ΑΠΕ, στο παρελθόν. Πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ, από τον καιρό που είχατε δουλέψει εσείς εκεί; Η εικόνα που έχουμε εμείς, σαν πολίτες, είναι ότι το ΑΠΕ είναι πάντα κρατικά ελεγχόμενο, και εξ αυτού βγαίνουν και τα άρθρα ή εν πάση περιπτώσει ο,τι άλλο επικοινωνείται. Η εικόνα που έχω σαν Γιάννης είναι ότι έχει αλλάξει πολύ, αυτό το τελευταίο χρονικό διάστημα. Για εσάς, πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ;

Συμφωνώ απόλυτα με την δική σας τοποθέτηση, πάντα βέβαια οι κυβερνήσεις, επειδή ακριβώς το ΑΠΕ είναι ένα κατά το 51% -αν δεν κάνω λάθος- ελεγχόμενο από το κράτος πρακτορείο ειδήσεων όσο αφορά την χρηματοδότηση τουλάχιστον, πάντοτε υπήρχε μία σκιώδης παρέμβαση. Αλλά νομίζω ότι ποτέ δεν ήτανε στο επίπεδο που έχει φτάσει αυτήν την στιγμή.

Εγώ μπορώ να σας φέρω και ένα παράδειγμα: Κάποτε από το ΑΠΕ μου ζητήσανε να καλύψω την συνέντευξη ενός Ισραηλινού Υπουργού. Στην πορεία έμαθα εγώ, πηγαίνοντας εκεί, ότι αυτός ο Ισραηλινός Υπουργός ευθυνότανε για κάποιες γενοκτονίες Παλαιστινίων. Ονόματα αυτήν την στιγμή δεν χρειάζονται…

..δεν έχει σημασία, ναι.

Λοιπόν, τότε μπαίνοντας στην αίθουσα που ήταν, είπα και στους άλλους συναδέλφους, ότι πιστεύω ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από την αίθουσα και να μην τον καλύψουμε καθόλου – και πράγματι οι περισσότεροι βγήκανε, και φύγαμε.

Ομολογώ ότι με πήρε ο προϊστάμενός μου, να μου κάνει κάποια παρατήρηση, αλλά μέχρι εκεί.

Έχω την εντύπωση, ότι αν ήτανε σήμερα, ότι θα με είχε απολύσει.

Πολύ πιο φανερό είναι αυτό που γίνεται, αυτά τα non – όχι τα non papers, απόψεις της κυβέρνησης να περνάνε μέσα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, και έτσι αυτούσιες, χωρίς κανένα ρεπορτάζ κι αυτά, να μεταδίδονται από τα μέσα εθνικής εμβέλειας.

Σωστά, γιατί η δουλειά του είναι να μοιράζει υλικό…

…να μοιράζει υλικό αλλά…

…όχι δημοσιογραφία απαραιτήτως…

…ακριβώς, οι άλλοι οφείλουνε να κάνουνε ρεπορτάζ. Που δεν κάνουνε.

Αυτό ήταν ένα θέμα στις θέσεις σας που διάβασα: Λέτε ότι θα θέλατε η ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει ξανά -γιατί προφανώς δεν θα τους είναι πρωτάκουστο όλο αυτό- τους κανόνες της δημοσιογραφίας. Η ερώτησή μου είναι, υπάρχει έλλειμα γνώσης; Πιο σωστά: η γνώση είναι το πρόβλημα;

Όχι, σίγουρα δεν είναι, αλλά εάν η ΕΣΗΕΑ αντιληφθεί ότι οφείλει να το κάνει αυτό, τότε θα είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο βήμα. Νομίζω ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν το ‘χουνε μελετήσει, κι εγώ πρόσφατα μελέτησα τον κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, και ομολογώ ότι εξεπλάγην, ότι είναι ένα εξαιρετικό βρίσκω κείμενο.

Είναι γραμμένο σε μια παλιά εποχή, ήταν άλλο πράγμα η δημοσιογραφία τότε, ακόμα και από ανθρώπους που δεν θα συμπαθούσαμε δημοσιογραφικά, υπήρχε ένα διαφορετικό ήθος, δημοσιογραφικό.

Δηλαδή αν κανείς στεκόταν στο γράμμα του νόμου του κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα είχαμε μία εντελώς άλλου επιπέδου δημοσιογραφία στην Ελλάδα – οπότε, εάν δεν πάει η ΕΣΗΕΑ, θα θελα αυτό να το επισημάνω, εάν δεν πάει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει τους συναδέλφους στους διάφορους χώρους δουλειάς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, αφήνει, ένα κενό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα, κάποια άλλη παράταξη, κάποια άλλη πρωτοβουλία, να αναλάβει και να κάνει αυτήν την ενημέρωση.

Οπότε είναι συμβολικότερο αυτό σαν αίτημα, όχι «ενημερώστε τους γιατί θα αλλάξει κάτι», αλλά «αν δεν το κάνετε εσείς, θα το κάνει κάποιος άλλος, θα έπρεπε να γίνει».

Ουσιαστικό είναι, δηλαδή πρέπει οι δημοσιογράφοι να είναι ενήμεροι για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, για να σας το πω έτσι. Κανονικά, αυτήν την ευθύνη θα έπρεπε να την έχει το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ. Αν δεν το αναλάβει η ΕΣΕΗΑ, είναι βέβαιο ότι κάποιος άλλος θα εμφανιστεί να το αναλάβει.

Για το ΑΠΕ και την διακομματική επιτροπή, θα έπρεπε – πρόσφατα είχε τεθεί σαν αίτημα, και από ανθρώπους που δεν το κάνανε, θέλω να πω η προηγούμενη κυβέρνηση είναι πολύ ευχάριστο που το κάνει τώρα, θα ήταν πιο φρόνιμο να το κάνει τότε.

Εσείς, πως οδηγείστε σ’ αυτό, τι είναι αυτό που σας ιντρίγκαρε και είπατε «ως εδώ, θεωρώ ότι πρέπει να βρω έναν τρόπο να ακουστώ» – κατ’ αρχάς, έχουν εμφανιστεί συνάδελφοί σας, να σας ρωτήσουν γι’ αυτό που κάνετε σήμερα;

Όχι, δεν έχουν εμφανιστεί αλλά έχω πάρει πάρα πολλά «μπράβο» και like αυτην την στιγμή – να σας πω κάτι, είναι για μένα η μεγαλύτερη χαρά μου αυτήν την ώρα. Είναι στήριξη, ηθική στήριξη.

Πως οδηγηθήκατε εδώ, ποια ήταν η σκέψη που είπατε «ως εδώ»;

Είναι ίσως μια προσωπική ιστορία, είχα την τύχη να έχω έναν θείο, ήταν ένας πάρα πολύ φωτισμένος άνθρωπος. Αστος δημοκράτης, καθηγητής πανεπιστημίου του οικογενειακού δικαίου, Γεώργιος Κουμάντος το όνομά του. Πρόσφατα, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο που μου είχε χαρίσει, με τίτλο «Στόχος η Δημοκρατία«, το οποίο είναι ένας ύμνος προς την δημοκρατία, το δημοκρατικό πολίτευμα όπως θα ‘πρεπε να είναι, το ιδανικό δημοκρατικό πολίτευμα.

Και τον θεωρώ φωτισμένο, διότι έναν άνθρωπο τον οποίο η δικτατορία απέλυσε από την δουλειά του – δηλαδή είχε το σθένος να εναντιωθεί στην δικτατορία τον απέλυσαν, τον εξορίσανε, σημαίνει ότι είχε…

…είχε λόγο και τιμή έκφρασης…

…ναι ακριβώς. Και μέσα στο βιβλίο αυτό, αναφέρεται σε διάφορα θέματα που σχετίζονται με την δημοκρατία, αναφέρεται βέβαια και στο θέμα της ενημέρωσης, της έκφρασης, της γνώσης, το πόσο σημαντικό είναι για τους ανθρώπους να έχουν την ελευθερία στην γνώση, για να μπορούν μετά να αποφασίζουν και για την μοίρα τους. Αυτό το βιβλίο έπαιξε νομίζω έναν καθοριστικό ρόλο να μου ξυπνήσει μέσα και σε μένα το συνειδησιακό, δηλαδή ότι φτάνει κάποια στιγμή σε όλους μας, όχι, ίσως όχι σε όλους, που λες αυτό το «ως εδώ», δηλαδή «εγώ τώρα τι κάνω, βλέπω αυτήν την κατάντια», δηλαδή αυτό που είπα και στο ΔΣ σήμερα – τους είπα, ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα εξελίσσεται στο σφουγγαρόπανο που γυαλίζει τα σκαλιά του Μεγάρου Μαξίμου. Κι αυτό είναι ντροπή, δηλαδή δεν το χωράει η συνείδησή μου ότι μπορεί αυτό να γίνεται.

Αυτό λοιπόν, αν θέλετε: Αγανάκτιση, αίσθηση ευθύνης, η συνείδησή μου, αυτά τα πράγματα.

Δηλαδή ήταν αυτό το βιβλίο που άλλαξε τα πράγματα.

Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο.

Αν αυτός το έγραψε, εγώ μπορώ να το μεταφέρω, σαν θέση.

Ναι.

Υπήρχαν συνάδελφοί σας που συμφωνούσαν με αυτές τις σκέψεις, όχι με το αποτέλεσμα της ενέργειας, και μέσα και έξω από το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ;

Δεν χρειάστηκε – ο άνδρας μου είναι βέβαια κι εκείνος συνταξιούχος δημοσιογράφος όπως κι εγώ, και τα συζητήσαμε αυτά τα πράγματα, και όταν του είπα την σκέψη μου γι’ αυτά τα πέντε σημεία, τα βρήκε ότι είναι πολύ λογικά αυτά τα αιτήματα. Νομίζω ότι είναι αιτήματα που λογικά, η πλειοψηφία του κλάδου, των ανθρώπων που είναι έντιμοι, δεν μπορεί να μην συμφωνήσουν.

Κάπου εκεί θέλω να καταλήξω το ερώτημά μου: έχετε μιλήσει με ανθρώπους, του κλάδου σας, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι αυτά τα αιτήματα – εντάξει, αυτά τα αιτήματα από μόνα τους είναι μια αρχή, και για εσάς είναι μια αρχή, ως τέτοια τα αντιμετωπίζετε, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλα μικρότερα ή σημαντικότερα άλλα, σαφώς – υπήρξαν άνθρωποι δίπλα σας οι οποίοι είπανε «είναι πολύ λογικό, ας γίνει».

Υπήρξαν άνθρωποι που να σας είπαν «δεν έχει κανένα νόημα»;

Υπήρξαν άνθρωποι που μου είπανε ότι «μπορεί τελικά να μην κάνεις τίποτα, το ξέρεις, έχεις υπολογίσει όλους τους παράγοντες, το ‘να, τ’ άλλο»… Εγώ ξέρετε σαν άτομο και σαν χαρακτήρας μ’ αρέσει να πέφτω στα βαθιά, δηλαδή αν κάτι το πιστεύω, θα προχωρήσω, και δεν θα σκεφτώ ούτε το κόστος, ούτε το ρίσκο.

Αλλά υπήρξαν, σαφέστατα.

Υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι είπαν δεν αξίζει τον κόπο, ή εν πάση περιπτώσει δεν αλλαζει κάτι.

Ακριβώς, ναι.

Εδώ στοχοποιείται μία κατάσταση για κάποιους ανθρώπους οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν τι δουλειά κάνουν, είτε γνωρίζουν, αλλά την κάνουν λάθος, είτε γνωρίζουν, την κάνουν λάθος, αλλά νομίζουν ότι την κάνουν και σωστά.

Όπως στην αστυνομία, που θα έπρεπε να υπάρχει μία αυτοκάθαρση, και ένας αστυνομικός που χτυπάει έναν πολίτη θα έπρεπε να έχει απέναντί του πρώτα τους τριάντα που είναι γύρω του, έτσι και στην δημοσιογραφία, όταν κάποιος την κακοποιεί (για να το πω ευγενικά) θα έπρεπε να έχει άλλους τόσους, οι οποίοι αντιδρούν.

Έχετε μιλήσει με ανθρώπους που κακοποιούν την δημοσιογραφία, έχετε εικόνα των θέσεών τους; Έχετε φτάσει να τους πείτε «Γιώργο, Βαγγέλη, Κώστα, αυτό που κάνετε δεν είναι δημοσιογραφία, μ’ αυτό που κάνεις δεν τιμάς το επάγγελμα»;

Όχι, δεν έχει τύχει να το κάνω.

Έχετε γνωστούς τέτοιους ανθρώπους αλλά δεν οδηγείστε σ’ αυτές τις συζητήσεις;

Θα σας πω τι μου έχει τύχει στην πορεία, μου έχει τύχει συνάδελφός μου να με καταγγείλει δημόσια μέσα από το κανάλι που δούλευε, ότι εγώ καθοδηγώ το κίνημα κατά των Ελλήνων κλπ. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν κάθεσαι να κουβεντιάσεις, πήγα δικαστικά, το πάλεψα, δηλαδή έτσι έπρεπε να αντιδράσω.

Δεν αναφέρομαι σ’ αυτό, ήταν μία διαμάχη, δεν ήταν μία συζήτηση, δεν θα κέρδιζε κανένα από τα δύο μέρη κάτι. Αναφέρομαι περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, έχετε δεκαπέντε συναδέλφους, εκατό, διακόσιους – αν σας είχε τύχει ποτέ….

Ίσως από μία πλευρά ήμουν τυχερή, από την άποψη ότι εγώ δεν εργάστηκα ποτέ σε τηλεοπτικό κανάλι. Τα χοντρά προβλήματα νομίζω βρίσκονται εκεί. Διότι είναι η ακροαματικότητα κι αυτή που έχουνε τα κανάλια, είναι η εξουσία που δυστυχώς κάποιοι συνάδελφοι νιώθουν και κάνουν κάταχρηση αυτής της εξουσίας, αλλά υπάρχει και ένας ομερτά στον κλάδο, ένας ιδιότυπος ομερτά. Εγω ήμουν τυχερή διότι δεν βρέθηκα σε τέτοιο πόστο, που να ‘χω καραμπινάτες περιπτώσεις, που πιστεύω ότι αν είχα θα έβγαινα – αλλά δεν είχα.

Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία, έχοντας βγάλει έξω το θέμα της οικονομικής της διάστασης; Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία όταν ο πελάτης, που πληρώνει, δεν είναι αυτός που την αγοράζει, είναι αυτός που την συντηρεί; Δεν λέω αν είναι κακό, ή καλό – λέω μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη σας δημοσιογραφία;

Μα γι’ αυτό ακριβώς όμως έχουμε τον κώδικα δεοντολογίας, ώστε να μπορούν οι συνάδελφοι, οι οποίοι υφίστανται την όποια πίεση – γιατί βεβαίως, ο άλλος θα μετρήσει, την οικογένειά του, το πως θα τα βγάζει πέρα κλπ, αλλά γι’ αυτό όμως υπάρχει ο κώδικας δεοντολογίας, και γι’ αυτό υπάρχει και η δυνατότητα, τώρα μάλιστα που είναι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να γίνονται πια καταγγελίες.

Είδατε ο δημοσιογράφος στην Θεσσαλονίκη, που τον απολύσανε από έναν ραδιοφωνικό σταθμό ως αναρχικό, ότι βγήκε αμέσως και το κατήγγειλε κλπ. Άρα νομίζω πλέον ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, η οποία είναι και μία κάπως δικλείδα ασφαλείας προς τους συναδέλφους που υφίστανται τέτοια πίεση, ότι μπορούν δηλαδή να ορθώσουν κάπου το ανάστημά τους και να πουν «εγώ, αυτό θα το καταγγείλω».

Μπορεί να το καταγγείλει. Θα βρει δουλειά; Αυτή την στιγμή τα μέσα, ο τύπος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, έχουνε πολύ ξεκάθαρες πηγές χρηματοδότησης, γιατί δεν είναι η αγορά του προϊόντος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν είναι σίγουρα, γιατί δεν είναι συνδρομητικά, απο την εφημερίδα είναι πολύ χαμηλά οι πωλήσεις, είναι μόνο οι επιχειρήσεις (που διαφημίζονται), και το κράτος όπου αυτό παρεμβαίνει, και δίνει κάποιες στηρίξεις κλπ.

Κάποτε, ήταν η εποχή των CD και των βιβλίων που έλεγαν τουλάχιστον θα πουληθούν και 10 χιλιάδες, 20 χιλιάδες φύλλα – εκατό χιλιάδες έδιναν κάποτε το Βήμα και Τα Νέα. Τώρα, το 99% των επιχειρήσεων τύπου, λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Θα βρει δουλειά κάποιος που αντιδρά; Και τι θα πούμε στον δημοσιογράφο, που του λέμε «αντέδρασε, γιατί αυτός είναι ο ρόλος σου μέσα από την σχέση εμπιστοσύνης που έχεις υπογράψει με το κοινό» – αλλά αύριο το πρωι, δεν θα βρει δουλειά.

Είναι ένα δύσκολο ερώτημα, γιατί εκεί έρχεσαι ακριβώς σε σύγκρουση με την συνείδησή σου – ανάμεσα στην ανάγκη και την συνείδηση, τι θα έπιλέξεις, όμως όπως σας είπα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τώρα δίνουν δυνατότητες οι οποίες μπορούν να κάνουν και τα ολιγοπώλεια που έχουμε τέλος πάντων να το σκεφτούν πολύ καλύτερα εάν θα προσωρήσουν στο να απολύσουν αυτόν τον συνάδελφο. Και επίσης έχουμε πια και την κοινωνία, η οποία λειτουργεί σαν ένας να το πω «ενδιάμεσος», δηλαδή αρχίζει η κοινωνία η ελληνική, και βλέπει ότι κάτι δεν είναι φυσιολογικό σ’ όλο αυτό που σκηνικό που γίνεται, και τι κάνει; Κλείνει, πατάει άλλο κουμπί, αλλάζει κανάλι.

Νομίζω θα έχει μέλλον αυτή η εξέλιξη, είδατε ότι αυτήν την στιγμή 30-40-50% περίπου, στα κανάλια εθνικής εμβέλειας έχει πέσει η ακροαματικότητά τους. Είναι η τιμωρία του κόσμου όλο αυτό, και άρα πρέπει και εκείνοι να το σκεφτούν. Αλλάζουν τα δεδομένα, αλλάζουνε πια τα δεδομένα.

Θα έπρεπε αν η πηγή (χρηματοδότησης) θα ήταν ο κόσμος.

Φοβάμαι ότι δεν είναι – θέλω να πω, ένα survivor θα πουλήσει τον τηλεοπτικό χρόνο για να παραμείνει ας πούμε υγιές ένα κανάλι – δεν ήταν ποτέ, γιατί και η σχέση με τις τράπεζες ήταν διαφορετική, είναι τελείως εξαρτημένοι, αλλά τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Θέλω να πω αν ο χρήστης επιλέξει το Youtube, βλέποντας τον Χατζηστεφάνου ας πούμε, ή τους Παρόντες του Αυγερόπουλου, σε μία παράλληλη διαδικασία ενημέρωσης, θα μπορούσε πιθανόν να είναι.

Τι εικόνα έχετε σχηματίσει από τον κόσμο που δεν είναι δημοσιογράφοι; Τους βλέπετε να γράφουν στα μέσα, όχι τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, οι οποίοι εμπλέκονται και σαν επάγγελμα σ’ αυτό, αλλά από αυτούς που δεν είναι, από τους όσους σοβαρούς, – λίγους, πολλούς, δεν έχει σημασία. Καλύπτει ο κόσμος το κενό της δημοσιογραφίας; Δημιουργείται ένα κενό και το καλύπτει ο κόσμος; Θα μας κάνει καλό όλο αυτό, ή θα μας δημιουργήσει πρόβλημα αργότερα γιατί δεν υπάρχουν κάποιες δικλείδες ασφαλείας, τις οποίες θεωρούσαμε δεδομένες κάποτε;

Αυτό το φοβάμαι κι εγώ. Είδατε πως λειτούργησε ας πούμε η ιστορία με την Νέα Σμύρνη, όπου εκεί βγήκε κάποιος κόσμος με τα κινητά του, και σε έναν βαθμό μετατράπηκε σε ένα είδος ρεπόρτερ τέλος πάντων. Όμως θα μπορούσε αυτό να συμβεί και ανάποδα, αυτό δεν ξέρουμε. Και εκεί είναι ένας χώρος που δεν υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας, αυτό είναι που με φοβίζει.

Κάποτε είχαμε τον διευθυντή σύνταξης, που αν είχες εμπιστοσύνη στον ρόλο του, και αν η κοινωνία είχε εμπιστοσύνη στον ρόλο του, μπορούσε να σταματήσει κάτι απο το να δημοσιευτεί, για χίλιους λόγους. Δεν ήταν πάντα κακοί αυτοί οι λόγοι, έστω κι αν ήταν μία μορφή άσκησης εξουσίας. Τότε ο δημοσιογράφος δεν είχε τρόπο (να αντιδράσει)- τώρα έχει.

Η ΕΣΗΕΑ, και κλείνω μ’ αυτό: Θα έπρεπε να έχει λόγο στα οικονομικά των εταιριών που παράγουν δημοσιογραφία;

Η Βουλή πιστεύω θα έπρεπε να έχει λόγο. Η Βουλή, σε μία διαδικασία ελέγχου. Βρίσκω ότι η ΕΣΗΕΑ να κάνει έλεγχο στα οικονομικά, είναι δύσκολο. Αλλά η Βουλή, θα έπρεπε.

Οι εταιρίες τύπου, και χρησιμοποιώ πολύ συγκεκριμένα αυτόν τον όρο, είναι υπόλογες για τα χρηματοδοτικά τους στην ΕΣΗΕΑ, δηλαδή πληρώνουν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα κλπ, υπάρχει ήδη μία σχέση, γι’ αυτό το αναφέρω.

Υπάρχει, αλλά νομίζω δεν έχει τα εργαλεία εκείνα η ΕΣΗΕΑ να κάνει αυτόν τον έλεγχο, ενώ η Βουλή θεωρώ ότι έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες.

Και θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως ελεγκτή ενός άτυπου πόθεν έσχες, για το πως βγαίνει (οικονομικά) μία εφημερίδα, για το πως βγαίνει ένα κανάλι.

Κοιτάξτε, όταν οι δημοσιογράφοι είναι και στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν και θέσεις σ’ αυτά τα μέσα, είναι σαν να έχουμε σύγκρουση συμφερόντων. Θα μου πείτε με τους πολιτικούς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ίσως όχι στον ίδιο βαθμό.

Δεν το ‘χω σκεφτεί, δηλαδή μου βάζετε τώρα ένα ερώτημα που ομολογώ δεν το έχω σκεφτεί, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή που να κάνει αυτον τον έλεγχο, σκέφτομαι, τώρα, που το θέτετε, γιατί και με τους πολιτικούς υπάρχουνε συμφέροντα. Ναι, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή, που να είναι αρχή σχετική με οικονομική διαύγεια, δεν ξέρω…

Υπάρχει άλλη μία αρχή η οποία ελέγχει υποτίθεται το τηλεοπτικό τοπίο, το ΕΣΡ, η οποία επίσης είναι πολυκομματική, και ταυτοχρόνως, εγώ έχω την αίσθηση, εσείς θα συμφωνήσετε ή θα διαφωνήσετε είναι σχεδόν άχρηστη. Είναι εν υπνώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Δυστυχώς.

Αυτό είναι επίσης ένα πρόβλημα ελέγχου της δημοσιογραφίας του τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού τοπίου. Ούτε αυτό φάνηκε αρκετό, τελικά.

Ναι. Τι να σας πω – είναι και θέμα των ενεργών δημοσιογράφων… Δηλαδή έχουμε φοβάμαι τώρα πέσει και σας το θέτω γενικά σαν κοινωνία, φοβάμαι, όλη η κατάσταση έναν χρόνο τώρα, που έχει δημιουργήσει στον κόσμο πολλά προβλήματα, που άπτονται της οικονομικής του κατάστασης, της ψυχολογικής του, της οικογενειακής πολλές φορές, ότι έχει κάνει τον κόσμο να πέσει, να έχει βυθιστεί σε μία αδυναμία, δηλαδή ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Και ήθελα και αυτό το πράγμα κάπως, με αυτήν την ενέργεια κάπως να το σπάσω.

Οτι μπορεί να γίνει τουλάχιστον η διαμαρτυρία. Αν όχι να αλλάξει, τουλάχιστον να είναι σαφές ότι κάποιος διαμαρτύρεται γι’ αυτό, ότι δεν είναι καλά τα πράγματα, ότι ο βασιλιάς δεν είναι ντυμένος, όσο και αν κοροιδεύουμε ότι δεν είναι (έτσι).

Αλλά ξέρετε, και η πίεση πια ασκείται – γι αυτό σας είπα αλλάζει το τοπίο, γιατί ασκείται πια και μία έντονη πίεση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που μέχρι στιγμής κατά κύρίο λόγο θα έλεγα ότι θα είναι σε μία θετική κατεύθυνση αυτή η πίεση που ασκείται, μπορεί να αλλάξει όμως.

Είναι ένα όπλο, το πως χρησιμοποιείται αυτό το όπλο είναι κάθε φορά στα χέρια…

…το είδαμε και στην Αμερική.

Ναι, ακριβώς. Λειτούργησε με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Και κλείνω μ’ αυτό: Οι πολίτες, γιατί τελικά πάντα σ’ αυτούς καταλήγουμε. Αυτούς καλείται να υπερασπιστεί η δημοσιογραφία, αυτοί είναι η πραγματικοί της εντολοδόχοι. Ξέρουν τι δημοσιογραφία θέλουν; Θέλουν την δημοσιογραφία που θα έπρεπε;

Κοιτάξτε, δεν είναι όλοι οι πολίτες το ίδιο, δεν μπορούνε να μπούνε στο ίδιο καλούπι, σίγουρα δεν μπορούνε.

Μία γενική αίσθηση θέλω. Θέλω να πω έχουμε χίλιους, δύο χιλιάδες ανθρώπους μέσα στο μετρό, να φωνάζουν «αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι». Αυτό το έχουμε – δηλαδή ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, ή ακόμα κι αν το χρεώνουμε σε άλλους και όχι σε «εμας», συμβαίνει, είναι υπαρκτό γεγονός. Και αυτό κάπου θα οδηγήσει, θα γεννήσει κάτι άλλο, είτε απαξίωση, είτε μια καινούργια κατάσταση. Έχουμε εκπαιδεύσει τους πολίτες, να ζητούν την σωστή δημοσιογραφία;

Όχι.

Δηλαδή διαβάζω ότι θέλετε να εκπαιδεύσουμε τους δημοσιογράφους να την παρέχουν, αλλά ένα ζητούμενο είναι να εκπαιδεύσουμε και τους πολίτες – λέω, εγώ.

Αυτό είναι το ιδανικό, να συμφωνήσω απόλυτα σ’ αυτό μαζί σας.

Είναι εφικτό; Κατ’ αρχάς, χρειάζεται; Ή αντίδρασή τους είναι, εκτός από φυσιολογική, και προς την σωστή κατεύθυνση;

Όχι, νομίζω ότι χρειάζεται, γιατί διότι το σύνθημα, το οποίο γενικεύει αυτό, «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» και μας βάζει όλους μέσα στον ίδιο …κουβά πως να το πω, είναι επικίνδυνο. Η ενημέρωση, η αντικειμενική, και πολύπλευρη και ελεύθερη ενημέρωση για μένα είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας. Άρα, αν πάμε εκεί, που δεν ζητάμε μία καλύτερη ενημέρωση αλλά λέμε τίποτα, τίποτα, τότε περνάμε φοβάμαι σε μία εποχή Γερμανίας του μεσοπολέμου. Και ξέρουμε η Γερμανία του μεσοπολέμου τι γέννησε μετά.

Το δεύτερο μέρος δηλαδή από τα αιτήματα που ήταν να ενημερωθεί ο κλάδος, δεν σταματάει σ’ αυτό, είναι μεγαλύτερο γιατί πρέπει να ενημερωθεί και ο κόσμος τι πρέπει να απαιτεί από την δημοσιογραφία, και δεν είμαι βέβαιος ότι το ξέρει. Το αναζητά πιθανόν, όπως ένα παιδί αναζητά το γάλα, αλλά δεν είμαι σίγουρος το ξέρει, τι είναι αυτό που χρειάζεται να έχει.

Είμαστε και σε εποχή που μην ξεχνάτε λειτουργεί πολύ το θυμικό, και λιγότερο η λογική, βάζουμε κάτω τα πράγματα, και λέμε «ναι ρε παιδί μου, αυτός ο δημοσιογράφος κάνει σωστή δουλειά, ο άλλος κάνει μέτρια, ο άλλος είναι άχρηστος». Δεν υπάρχει εύκολο αυτό το κριτήριο – σε ένα κομμάτι μπορεί να έχει να κάνει και με την μόρφωση, με τα βιώματα…

Ναι, χρειάζεται όμως εκπαίδευση, σίγουρα μία εκπαίδευση, και μάλιστα που θα έπρεπε να ξεκινάει από τα σχολεία, να μάθουμε την κριτική σκέψη, δεν έχουμε σ’ αυτήν την χώρα κριτική σκέψη.

Εγώ ξέρετε έχω δουλέψει 10 χρόνια για την ελληνική υπηρεσία του BBC, μας κάνανε σεμινάρια. Μας κάνανε σεμινάρια, όπου, ιδιαίτερα σε εμάς που δουλεύαμε σε βαλκανικές χώρες που ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, λοιπόν, ήταν πάρα πολύ αυστηροί, οτι θα δώσεις και τις δύο πλευρές, του όποιου ζητήματος.

Είναι ένα σχολείο το BBC – όχι ότι δεν έχει κάνει και το BBC, αλλά μακάρι να υπήρχε και στην Ελλάδα, μακάρι, μακάρι η ΕΣΗΕΑ, να διοργάνωνε τέτοιου είδους σεμινάρια, πάνω στο κομμάτι ενημέρωση και δημοκρατία, νομίζω χρειάζονται αυτά τα πράγματα – αλλά χρειάζεται και αφύπνιση και του ίδιου του κλάδου, δηλαδή ο κάθε νέος δημοσιογράφος που μπαίνει να μην νοιάζεται ότι δημοσιογραφία είναι μόνο «παίρνω το μικρόφωνο, γίνομαι γνωστός, γίνομαι φίρμα» κλπ, όχι, δεν είναι.

Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ.

~

Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη. Δώσε κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινήσει…

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα βασίλειο, όπως τόσα βασίλεια, κι αυτό, καπου στον κόσμο.

Το βασίλειό μας δεν ήταν πλούσιο, ούτε πολύ-πολύ φτωχό. Είχε μεγάλη ιστορία, και οι πολίτες του είχαν προσφέρει στο παρελθόν γνώση, πολιτισμό και δημοκρατία, μα τώρα ήταν απλώς ένα βασίλειο σαν όλα τα άλλα, χαρούμενο για το παρελθόν του, τυχερό για την θέση του, είχε παραλίες πανέμορφες, ψηλά βουνά και πεδιάδες εύπορες, και ένα πολύ καλό κλίμα για να γεννά η γη όσα χρειάζονταν για να ζήσουν.

Τα τελευταία χρόνια ήταν άτυχο στην διακυβέρνησή του. Άλλοτε κακοί, άλλοτε απλώς ανίκανοι ή άτολμοι βασιλιάδες είχαν περάσει από τον θρόνο του, ξόδεψαν τους πόρους του αλόγιστα, άστοχα, και έτσι οι κάτοικοί του ζούσαν μάλλον δύσκολα. Στα διπλανά ή παραδιπλανά βασίλεια υπήρχε μεγαλύτερη πείνα, και όσο έφταναν φτωχικοί ταξιδώτες που περνούσαν από τα μέρη του, οι πολίτες γίνονταν άλλοτε φιλόξενοι και άλλοτε όχι, άλλοτε σκληροί και άλλοτε ανθρώπινοι, όπως εκείνη την εποχή, πάνω-κάτω, γινόταν σε όλα τα βασιλεια του κόσμου.

Τούτη την φορά, ο βασιλιάς που τους κυβερνούσε δεν ήταν καλός. Εγωπαθής και ανασφαλής, νωρίς-νωρίς είχε πληρώσει αδρά τους αυλοκόλακές του να κρύβουν από όλους ότι είναι τελείως γυμνός, λέγοντας ψέματα στους ταλαιπωρημένους υπηκόους του:

Να, κοιτάξτε τα ρούχα του βασιλιά! Κοιτάξτε τι όμορφα που είναι! Τι μετάξι, τι γούνα, τι κασμίρι!

Ούτε έξυπνος ιδιαίτερα ήταν – και έτσι, οι αυλοκόλακές του, άνθρωποι που τους εμπιστεύτηκαν οι πολίτες, πολλές φορές χρειαζόταν να τους πείσουν για το αντίθετο:

Κοιτάξτε τι έξυπνος που είναι ο μεγαλοδύναμος ηγέτης μας! Πόση σοφία, πόση εξυπνάδα, πόση λογική! Δεν αξίζουμε της χάρης του!

Ο καιρός περνούσε, κουτσά-στραβά. Τα λάθη του δεν τα μάθαινε κανείς, και έτσι λίγοι διαμαρτύρονταν. Επειδή όμως ούτε όμως και καλούς συμβούλους είχε, όταν ξαναρχόταν σιγά-σιγά ο χειμώνας, ούτε ο βασιλιάς, ούτε οι σύμβουλοί του ήταν ικανοί να τον αντιμετωπίσουν. Χρειάστηκε πάλι οι αυλοκόλακες να κάνουν την δουλειά τους:

Δεν θα είναι χειμώνας αυτός. Θα έχουμε ήλιο, τα σπαρτά σας θα πολλαπλασιαστούν, μην ανησυχείτε, και κάτι να πάει στραβά, έχει προβλέψει ο ηγέτης μας.

Ο χειμώνας όμως, έχει μία τάση να μην ακούει στα παραμύθια. Ο ήλιος θα απομακρυνθεί, καιρός θα κρυώσει, ότι και να λένε οι αυλοκόλακες, ότι και να ισχυρίζονται οι ψεύτες. Και έπιασε πρώτα τα βουνά, στην αρχή λίγο συννεφιά, λίγο βροχή, λίγο παγωνιά.

Κοιτάξτε τι όμορφη μέρα! έλεγαν οι αυλοκόλακες. Τι ζεστός ήλιος, τι γλυκός καιρός! 

Οι κάτοικοι όμως, έτσι και σήκωναν το κεφάλι ψηλά, βλέπαν μόνο συννεφιά. Όσο και αν ήθελαν να πιστέψουν τα όμορφα λόγια, όταν έπεσαν οι πρώτες σταγόνες, παρέσυραν το ψέμα των αυλοκολάκων, καθάρισαν τα μάτια τους, και άρχισαν να διαμαρτύρονται που ο βασιλιάς δεν τους είχε προετοιμάσει για τον χειμώνα που ερχόταν.

Κατω, στα πεδινά, οι πολίτες έβλεπαν τους βουνίσιους που διαμαρτύρονταν, μα οι αυλοκόλακες είχαν έτοιμη την απάντηση:

Μην τους ακούτε αυτούς, είναι βουνίσοι, χαζοί και ανόητοι άνθρωποι. Θέλουν το κακό μας, το κακό του του βασιλιά μας, γιατί ζηλεύουν που ‘ναι έξυπνος και καλοντυμένος! Άλλωστε, ο βασιλιάς που σας αγαπάει τόσο θα σας άφηνε έτσι;

Μα το κρύο πλησίαζε και τις πεδιάδες, και τα ψέματα των αυλοκολάκων σαν να μην ήταν πια αρκετά. Ο κόσμος δυσανασχετούσε, δεν είχε ομπρέλες να προστατευτεί από την βροχή, γιατί του έλεγαν πως δεν χρειάζονταν, και δεν είχε προστατέψει τα σπαρτα του από το χαλάζι καθώς όλο για καλοκαιρία άκουγε από αυτούς που εμπιστευόνταν.

Ο βασιλιάς, είχε αρχίσει να θυμώνει από την αμφισβήτηση. Είχε πιστέψει και αυτός τους αυλοκόλακές του, ότι ήταν σοφός, ότι ο καιρός ήταν καλός, και ότι τα ρούχα του ήταν τα πιο όμορφα του κόσμου. Το ‘χε πιστέψει τόσο πολύ, που και οι αυλοκόλακές του δεν τολμούσαν πια να του πουν την αλήθεια, κι όλοι πια ήταν τόσο τυλιγμένοι στο ψέμα που δεν μπορούσε κανείς να βγει έξω απ’ αυτό.

Θύμωσε λοιπόν ο βασιλιάς, και, πιστεύοντας ότι πράγματι οι βουνίσιοι θέλουν το δικό του το κακό, έστειλε στρατό να τους νουθετήσει. Τα αντίθετα βέβαια πέτυχε, καθώς οι ανήσυχοι και προβληματισμένοι πολίτες, ένιωσαν και αδικημένοι από τον βασιλιά τους, και θύμωσαν κι αυτοί, και καυγάδες μεγάλοι έγιναν. Και όσο θυμώνανε κι αυτοί, και όσο οι αυλοκόλακες -και για την δική τους προστασία πια, γιατί τους είχαν πάρει χαμπάρι και θυμώνανε και μ’ αυτούς- τους βρίζανε ακόμα πιο πολύ, το πράγμα γινόταν όλο και χειρότερο, μέχρι που όλοι στον θυμό τους έβγαλαν τα μαχαίρια και τα σύννεφα δεν ήταν πια μόνο στον ουρανό, ήταν και στην καρδιά τους.

~

Όπως υπήρχε και άλλο ένα πρόβλημα, πιο σοβαρό. Ο γυμνός βασιλιάς, κρύωνε. Όσο κι αν οι πολιτες του του ζητούσαν να βγει στο μπαλκόνι και να τους καθησυχάσει για το κρύο που ήταν πια παντού, η ζέστα του παλατιού του τον είχε ξεγελάσει, και η ιδέα να βγει γυμνός πια έξω ήταν ανήκουστη.

Αλλά τι να κάνει; Αν ζητούσε ένα πανωφόρι θα καταλάβαιναν την γύμνια του. Αν όμως έβγαινε γυμνός, θα πάγωνε.

Και όλο τον πίεζαν οι πολίτες να βγει, και όσο τον πίεζαν, τόσο πιο μπλεγμένος στο ψέμα του αισθανόταν. Μήπως οι αυλοκόλακές του τον είχαν ξεγελάσει κι αυτόν; Μήπως δεν ήταν όντως έξυπνος; Μήπως δεν ήταν όντως σοφός; Μα τώρα ήταν βασιλιάς, δεν μπορούσε να κάνει πίσω! Όλοι περίμεναν από αυτόν, μια κουβέντα, μία σωτηρία, να βγει στο μπαλκόνι!

– Και τι θα κάνει ο βασιλιάς μπαμπά;

Δεν ξέρω αγάπη μου. Άλλες φορές οι άνθρωποι καταλαβαίνουν το λάθος τους, και κοιτάνε να το διορθώσουν. Ζητούν ένα ρούχο, παραδέχονται την γύμνια τους, ότι δεν τα ξέρουν όλα και, κυρίως, ακούν – όλους, όχι μόνο αυτούς που τους πληρώνουν οι ίδιοι για να μιλήσουν. Σταματούν να κρύβονται πίσω από τα όπλα, τον θυμό και την βία. Άλλες φορές πάλι, ο εγωισμός τους είναι το τελευταίο τους καταφύγιο. Τα ρίχνουν όλα σε άλλους, βάζουν τους πολίτες τους να μαλώσουν μεταξύ τους, κρύβονται πίσω από το αίμα και την έχθρα. 

Έλα, πέσε να κοιμηθείς. Ο,τι και αν αποφασίσει ο βασιλιάς, το βασίλειό του θα υπάρχει και αύριο, και οι πολίτες του θα υπάρχουν και αύριο, και αυλοκόλακες θα υπάρχουν, και βασιλιάδες θα υπάρχουν. Άλλοτε θα κάνει λίγο για να γιάνει η πληγή, άλλοτε θα κάνει πολύ. Κράτα ο,τι κατάλαβες από το παραμύθι, κλείσε τα ματάκια σου και ονειρέψου έναν καλύτερο κόσμο, γιατί το μόνο που έχουμε καμιά φορά είναι η ελπίδα να μάθουμε κάτι, έστω και από τα παραμύθια.

Το μόνο που έχουμε είναι η ελπίδα να μάθουμε κάτι απ’ όλα αυτά.

Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»