Το big brother ξαναμπαίνει στις ζωές μας – και η προετοιμασία για την υποδοχή του μοιάζει να είναι ακριβώς αυτή που θα υποσχόταν το κόνσεπτ του – αυτό θεωρώ είναι το ένα από τα δύο στοιχεία στα οποία καλό θα ήταν από την αρχή να μην το αντιμετωπίσουμε υποκριτικά: 

Προφανώς ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην 24ωρη παρακολούθηση της ζωής μιας προεπιλεγμένης ομάδας έγκλειστων χαρακτήρων δεν προδιαθέτει σε ποιότητα και αξιοπρέπεια – ήδη από τις καταστατικές του αξίες.

Η ανακοίνωση των παικτών που θα συμμετάσχουν (το πρώτο και το τελευταίο επίπεδο ενασχόλησής μου με το θέμα) ανέδειξε ήδη από την αρχή το πρόβλημα: ένα συνοθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας, σεξισμού, με ρόλους «θυμάτων» και «θυτών», ένα μοντέλο που ομοιάζει με αυτό του Στάνφορντ – μόνο που οι ρόλοι στο πείραμά του είναι τυχαίοι, ενώ εδώ μοιρασμένοι από την αρχή, ξεκάθαροι και προδιαγεγραμμένοι, ώστε από την μία να είναι όσο πιο εύπεπτοι είναι δυνατόν από ένα κοινό που δεν ξέρει ή δεν θέλει ούτε κατ’ ελάχιστον να κουραστεί να ανακαλύψει τον προστατευόμενό του ή αυτούς που θα επιλέξει να εξαφανίσει με ένα SMS του και από την άλλη και από τους παίκτες που ξέρουν ακριβως τι ρόλο καλούνται να παίξουν, και για ποιον λόγο είναι στο παιχνίδι.

Ο ρατσιστής δηλαδή, αφού έγινε δεκτός ακριβώς γι’ αυτό, για τον ρόλο του, βλέποντας αλβανίδες και ρουμάνες στο παιχνίδι, καταλαβαίνει τι ακριβώς πρέπει να κάνει για συνεχίσει να κάνει αυτό που έχει κληθεί εξ αρχής να καλύψει.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς: όταν το κόνσεπτ είναι αυτό δεν περιμένεις πολλά από το κάστινγκ και όταν το κάστινγκ είναι τόσο σοφά εναρμονισμένο με το κόνσεπτ το πράγμα ολοκληρώνεται γλυκά. Και ο ΣΚΑΙ το ξέρει, και ο διαφημιζόμενος το ξέρει, και ο τηλεθεατής το ξέρει. 

Υπάρχει όμως και η επιπλέον ανάγνωση, η επιπλέον υποκρισία που είναι σημαντικό να ξεπεράσουμε πριν ακόμα ξεκινήσει η σειρά, για να μπορούμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας χωρίς να κοροϊδευόμαστε:

Το big brother δεν είναι «το παράθυρο στην κοινωνία» όπως διατείνεται πως είναι.

Όταν πρωτοήρθε στην ζωή μας, παρουσιάστηκε ως το παράθυρο στην ζωή καθημερινών ανθρώπων, η ευκαιρία να δούμε ανθρώπους όπως είναι τις ώρες που δεν βρίσκονται -υποτίθεται- κάτω από τα φώτα την δημοσιότητας και δεν -υποτίθεται- είναι αναγκασμένοι να προσποιούνται. 

Το συνονθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας και σεξισμού που έχει επιλεχθεί όμως, είναι άστοχο να ορίζεται (από τον ΣΚΑΙ) ως «παράθυρο στην κοινωνία». Όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά κυρίως επειδή δεν υπάρχουν μόνο τέτοιοι άνθρωποι.

Πότε είδατε έναν αναρχικό να παρουσιάζει τις θέσεις του πχ για μία κατάληψη; Πότε είδατε έναν αλληλέγγυο προς τους μετανάστες να εξηγεί γιατί το κάνει, και τι πιστεύει; Πότε είδατε έναν ομοφυλόφιλο ή έναν φυλακισμένο ή έναν ρομά ή έναν άθεο ή έναν μετανάστη να εξιστορούν με πόσες και ποιες αντιλήψεις (που πολλές φορές αναπαράγονται σωρηδόν από τα ίδια τα μέσα) έχουν να αντιπαρατεθούν στην καθημερινότητά τους για να ζήσουν όσα έχει πρόσβαση να ζήσει ένας οποιοσδήποτε πολίτης;

Όλα αυτά μπορεί να είναι αντικείμενα έρευνας σε ένα ντοκιμαντέρ πχ, αλλά δεν αντιπροσωπεύονται αντίστοιχα με τους ρυθμούς των ρατσιστών, των ομοφοβικών, των φασιστών ή των σεξιστών και συντηρητικών ατόμων που καλούμαστε κάθε μέρα να αφομοιώσουμε μέσω της ΜΜΕ επικοινωνιακής καθημερινής γραμμής.

Δεν συζητάμε δηλαδή πια αν μία «ψυχαγωγική» εκπομπή που επιλέγει το καστ της είναι ή όχι μία αντικειμενική αναπαράσταση του μέσου πολίτη, γιατί ξεκάθαρα κατ’ εμέ, η ίδια η ενημερωτική τηλεόραση εν γενει  δεν καλύπτει με το ίδιο σθένος και την ίδια δυναμική μία ειλικρινής και τίμια αντιπροσώπευση του πολίτη δίπλα μας.

Και, πάλι για μένα τουλάχιστον ξεκάθαρα, όλο αυτό δεν λειτουργεί ενημερωτικά «να, έτσι είναι η κοινωνία μας, γεμάτη ρατσιστές, φασίστες σεξιστές και ομοφοβικούς», αλλά εντελώς εκπαιδευτικά, «να, τέτοιος ρατσιστής/ομοφοβικός/συντηριτικός/φασίστας/σεξιστής πρέπει να είσαι για να έχεις δικαίωμα στα 5′ δημοσιότητας που θα σου δώσουμε».

Αν λοιπόν κάτι είναι το big brother, και αυτό αλλάζει άρδην την οπτική μου σ’ αυτήν την εκπομπή, και την αντίστοιχη αντιμετώπισή μου στην προβολή της, είναι πως είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα της  «τηλεοπτικής κοινωνίας». Αν κανείς το δει όχι ως μικρογραφία της κοινωνίας, αλλά μικρογραφία της άποψης της τηλεόρασης για το πως θέλει να είναι η κοινωνία, θα καταλάβει όχι μόνο την εγγενή απέχθεια στο προϊόν που δημιουργείται προς κατανάλωση, αλλά και στον φόβο που αισθάνομαι με την προβολή του.

Δεν γελιέμαι. Η σειρά θα έχει κοινό, θα έχει χορηγούς, θα έχει τηλεθέαση και θα αποκτήσει λόγο στην κοινωνία μας. Λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον γιατρό στους γιατρούς χωρίς σύνορα που τρέχει να εμβολιάσει τον άνθρωπο ενώ του πετάνε πέτρες, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον δημοσιογράφο του thepressproject που θα αναδείξει μία ρατσιστική συμπεριφορά ή του omniatv που θα αναδείξει ένα σεξιστικό πρόβλημα, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με την διεθνή αμνηστία που θα υπερασπιστεί έναν αδύναμο.

Είναι για μένα σαφές πως, ο,τι μπορεί να γίνει από την κοινωνία για να αυτοπροστατευτεί, την αφορά αποκλειστικά μέχρι τα δευτερόλεπτα πριν την έναρξη του πρώτου επεισοδίου. Μετά από αυτό, ο,τι και να γίνει έχουμε χάσει. Είτε είμαστε τυχεροί και το κόνσεπτ δεν πιάσει, είτε είμαστε άτυχοι και τα πράγματα πάνε ακριβώς όπως τα ονειρεύεται ο ΣΚΑΙ με αίμα, σεξ, δάκρυα και ιδρώτα, αυτά δηλαδή που φέρνουν ακόμα μεγαλύτερη επισκεψιμότητα νούμερα και πωλήσεις, το μόνο που θα μπορούμε να ελπίζουμε είναι να διαχειριστούμε την ζημιά μας.

Και όσο εμείς ξοδευόμαστε να κοιτάμε με ενφιαφέρον και άποψη τα δωμάτια των άλλων, αποφεύγουμε πολύ έντεχνα να κοιτάξουμε το δικο μας, και το πως έχει καταντήσει.

Τώρα που φτάνουμε στο τέλος του άρθρου, έχω και μία παραδοχή να κάνω: στον τίτλο γράφω για δύο υποκρισίες, αλλά στο τέλος έχω φυλάξει και μία τρίτη, πιο σημαντική:

Ποιος φταίει που το Big Brother υπάρχει;

Η εταιρία πουλάει στον ΣΚΑΙ μια ιδέα που πιστεύει ότι ενδιαφέρει το κοινό, και αυτός το αγοράζει, γιατί συμφωνεί, και έτσι θα έρθουν νούμερα, τηλεθέαση, χρήματα και ανάπτυξη. Το κόνσεπτ είναι, όπως είπαμε, γνωστό – και πάνω σ’ αυτό, αισχρά πλην όμως τίμια, το καστ το συμπληρώνει θαυμάσια γιατί αυτό θέλει το κοινό. Οι χορηγοί και οι διαφημιζόμενοι προσβλέπουν ακριβώς σε αυτήν την τηλεθέαση, και πιστεύουν ότι το κοινό των εκπομπών αυτών είναι και οι δικοί τους πελάτες. Τα άλλα ΜΜΕ θα στηρίξουν αυτό το προϊόν, διαφημίζοντάς το αφού αφορά και το δικό τους κοινό (είτε θετικά, είτε αρνητικά – διαφήμιση είναι).

Ποιος από αυτούς ευθύνεται τελικά;

Όλοι αυτοί, βασίζονται σε μία συνισταμένη για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Οι παίκτες, η εταιρία που έχει την ιδέα, ο ΣΚΑΙ που κάνει την παραγωγή, οι διαφημιζόμενοι – όλοι αυτοί έχουν μία κοινή συνισταμένη: αυτό αρέσει στον πελάτη.

Ο πελάτης με την σειρά του, ψηφίζει. Επιλέγει. Αποδέχεται. Αποδέχεται τον ρατσιστή, αποδέχεται την διαδικασία, την ιδέα, αποδέχεται τον χορηγό και την πλύση εγκεφάλου για να αποκτήσει άποψη και γνώμη γι’ αυτόν τον οχετό. Αποδέχεται, κυρίως, ο ένας τον άλλον, ως κοινό και πελάτη.

Οπότε, ποιος ευθύνεται τελικά;

Μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο σε όλους τους άλλους. Την παραγωγή, την ιδέα, την χρηματοδότηση, τους παίκτες και τον παρουσιαστή, αυτούς που το διατηρούν και το πολλαπλασιάζουν στην οπτική μας μέχρι να το αποδεχθούμε. Είναι εύκολο, και κυρίως, χωρίς κόπο για εμάς.

Πόσο θα μας πάρει όμως να παραδεχθούμε, ότι το αληθινό προϊόν του Big Brother είμαστε τελικά εμείς, το κοινό, και είμαστε εξίσου συνυπεύθυνοι με τους υπόλοιπους για την μετάδοσή του;

Την πυρκαγιά στις Μυκήνες, την είδα πολύ πριν την μάθω από τα μέσα ενημέρωσης. Για να είμαι ακριβής, την έμαθα αρκετές ώρες αφότου ξεκίνησε, ίσως και όταν πια είχε τεθεί υπό έλεγχο. Ένας μεγάλος, δυσοίωνος καπνός φαινόταν ήδη κοιτώντας το Λουτράκι, και η ανησυχία μετά την πυρκαγιά στις Κεχριές από τις οποίες, τελικά, θα περνούσαμε, ήταν μεγάλη – και έκδηλη. Φτάνοντας στον προορισμό μας, μάθαμε, επιτέλους, που ήταν αυτός ο καπνός που φαινόταν στο βάθος. Είχαμε ανησυχήσει, γιατί κανείς δεν είχε ενημέρωση, και φοβόμουν μήπως, όπως και στο Μάτι, μας έβρισκε σε μία περιοχή που δεν ξέραμε, και δεν ήμασταν προετοιμασμένοι και εξοικιωμένοι για να αποφύγουμε.

Είμαι εκ φύσεως (θέλω να πιστεύω) άνθρωπος δίκαιος: Φωτιές, πιάνουν. Παντού. Σε όλες τις χώρες, σε όλα τα μέρη, με λιγότερη ή περισσότερη προφύλαξη, μια φωτιά κάπως μπορεί να ανάψει. Θέλω επίσης να πιστεύω ότι κανένας δεν λέει «στ’ αρχίδια μου, ας καεί» – ούτε προφανώς πυροσβέστης, ούτε φύλακας, ούτε υπεύθυνος, ούτε διευθυντής, ούτε Υπουργός. Μπορεί να παρθούν λάθος αποφάσεις, ή οι προτεραιότητες να είναι λάθος, ένας φύλακας λιγότερος ώστε να βαφτεί ο χώρος, ένα σύστημα συναγερμού λιγότερο ώστε να πάρουμε κάποιον δικό μας, ναι, αυτά συμβαίνουν, και η κριτική μας, αν είναι τίμια, μπορεί να τα εξαλείψει.

Για να γίνει βέβαια αυτό, πρέπει να υπάρχει κριτική. Για να είναι η κριτική τίμια, πρέπει να υπάρχει έρευνα, και γνώση.

Η αληθινή φωτιά που θα έπρεπε -κατά την γνώμη μου- να συζητάμε στις Μυκήνες, αυτή που θα έπρεπε να μας τρομοκρατεί και που θα έπρεπε, άμεσα, να αντιμετωπισουμε δεν είχε ούτε μία πραγματική φλογίτσα. Αλλού είναι το κακό.

Αρχικά, όταν έπιασε η φωτιά, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, επέλεξαν να την υποβαθμίσουν. Για την πυροσβεστική και το ΑΠΕ, ήταν μία φωτιά σε ξεροχώραφα, άνευ σημασίας. Για τα κανάλια, ανάξια αναφοράς. Όλα αυτά εντός ελλάδας, γιατί στο εξωτερικό, μόλις μαθεύτηκε η είδηση (κάποια) μέσα διέκοψαν το πρόγραμμά τους για το αναφέρουν στους θεατές τους.

Στην συνέχεια, όταν μαθεύτηκε πλέον ότι τα ξεροχώραφα ήταν στην πραγματικότητα ο αρχαιολογικός χώρος, το πράγμα έγινε ακόμα πιο γελοίο. Η δημοσιογραφική κάλυψη είχε να κάνει με την άρτια κρατική επέμβαση, τους τάφους που ήταν, στην πραγματικότητα για …φανταστικούς χαρακτήρες, την υποβάθμιση της όποιας ζημιάς, και την σύνδεση με το Μάτι, και τους 102 νεκρούς.

Η δε κρατική αντιμετώπιση έκανε την κατάσταση ακόμα χειρότερη, καθώς με μισές αλήθειες και προσεκτικά επιλεγμένες φωτογραφίες παρουσίαζε την κατάσταση σχεδόν ως μη γενόμενη στα social media (με αναρτήσεις που δεν επιτρεπόταν ο σχολιασμός, μία πρωτόγνωρη διαδικασία αν μη τι άλλο) ενώ η αρμόδια Υπουργός, υποβάθμιζε την κατάσταση με δηλώσεις όπως «θα δουν λίγο μαύρο οι επισκέπτες».

Ξανά, για να είμαστε σαφείς και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: την φωτιά, δεν την έβαλε προφανώς η κυβέρνηση. Ούτε και υπήρχε έστω και η απειροελάχιστη ένδειξη ότι δεν την αντιμετώπισε σωστά (αν και υπήρχαν κάποιοι ενδοιασμοί για την πυρόσβεση, θέλω να πιστεύω αβάσιμοι). Δεν λέω ότι τα έκανε όλα σωστά, αλλά πιστεύω ότι δεν υπήρξε κάποια εξόφθαλμη αβλεψία. Για την φυσική πυρκαγιά. Η άλλη, που άναψε μετά όμως, είναι άλλο θέμα.

Η απόκρυψη του γεγονότος, η υποβάθμισή του, οι δημόσιες και επίσημες μισές αλήθειες που κρύβουν ολόκληρα ψέματα, η δημοσιογραφία που αρνείται να ενημερώσει, αρνείται να ερευνήσει, αρνείται έστω να έχει καν αμφιβολίες για την κρατική διαδικασία, ανάβουν μία φωτιά πολύ πιο σημαντική, πολύ πιο επικίνδυνη, πολύ, πολύ πιο σοβαρή.

Όχι μόνο έτσι δεν θα διορθωθεί ακόμα και αν υπήρξε κάποιο λάθος ή εσφαλμένη ενέργεια, αλλά θα διασπείρει στον πολίτη μία τρομακτική αμφισβήτηση για την αξιοπιστία του κράτους και της δημοσιογραφίας, που θα απλωθεί πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο καταστροφικά από μία φωτιά σε ξερά χόρτα.

Κανείς δεν θα εμπιστεύεται πια την κυβέρνησή του. Κανείς δεν θα βασίζεται πια στην δημοσιογραφία για να ελέγξει και να διαλευκάνει. Ο πολίτης θα βλέπει πια (δικαίως!) μόνο εχθρούς δίπλα του, και αυτό θα είναι τρομαχτικό για την επόμενη μέρα, που θα αντικρίσουμε τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης.

Στο τέλος-τέλος, το λιγότερο που θα μπορούσε να γίνει, η τελευταία γραμμή άμυνας που θα μπορούσαμε να έχουμε, είναι όπου και αν τάσσεται πολιτικά κανείς, ό,τι και αν πιστεύει κομματικά, να μην ανεχθεί την δήλωσης της υπεύθυνης υπουργού πολιτισμού «να μην μιλάνε στον Σύριζα για φωτιές» όταν της ασκείται κριτική από την αντιπολίτευση.

Γιατί τέτοιες εξυπνακίστικες και λαϊκίστικες αποφυγές της ευθύνης, η εκδικητική χολή πεντάχρονου που μόλις του επεσήμαναν ότι στην βάρδια του έγινε μία -αναμφισβήτητη- ζημιά, μας οδηγούν όχι μόνο σε μαύρους, σκοτεινούς και ανεξέλεγκτους καιρούς, σε μία καταστροφική ζημιά, που καμία αναδάσωση ελπίδας δεν θα αντέξει ποτέ να φυτρώσει

Μου ήταν δύσκολο να επιλέξω να κρατήσω αυτόν τον τίτλο μιλώντας για τον Βασίλη Μάγγο, τον αγώνα και τον θάνατό του. Δύσκολο, γιατί αν και όλα ξεκίνησαν από εκεί, και όλα τελικά φαίνεται να καταλήγουν εκεί, δεν θα έπρεπε ίσως να τιτλοφορήσω την ιστορία του με τέτοιον δύσοσμο τίτλο. Φευ, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δυστυχώς, δεν μπορούμε να κάνουμε οτι δεν τα βλέπουμε. Ας ασχοληθούμε λοιπόν μ’ αυτά επιτέλους.

Έναν μήνα πριν, ο Βασίλης Μάγγος, καταγγέλει ότι οι αστυνομικές δυνάμεις στον Βόλο, αφού πρώτα τον χτύπησαν και τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, στην συνέχεια βλέποντας την κατάστασή του τον έδιωξαν, χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες.

ΕΓΩ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΟΣ, ΚΑΤΑΓΓΕΛΩ:

Βρίσκομαι στο νοσοκομείο με 6 ή 7 κατάγματα στα πλευρά και με θλάση στο συκώτι και την χοληδόχο κύστη , χτυπημένος άγρια κ βασανισμένος από τις δυνάμεις καταστολής(ΜΑΤ,ΟΠΚΕ,Ασφάλεια). Υπάρχουν τα σχετικά βίντεο κ φωτογραφίες, οπότε σας δίνω μια μικρή μόνο γεύση του τι έγινε..

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή…

Το Σάββατο, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στη καύση σκουπιδιών από την Lafarge, ενάντια δηλαδή στον καρκίνο και τον θάνατο που πλανάται πάνω από την πόλη μας και το εισπνέουμε όλοι καθημερινά, αφού συνεχως βρωμάει το καμένο πλαστικό στην ατμόσφαιρα της πόλης μας. Κι επειδή βλέπω κάτι ψευτοανακοινωσεις απο τη μεριά της αστυνομίας, που προσπαθούν να βγουν και θύματα(!), παρά τα όσα αίσχη κάνανε και τα χουν καταγράψει ο κόσμος με τα κινητά και τις κάμερές του, μιας και υπάρχει κ ο φακός συγκεκριμένων ρεπόρτερ από συγκεκριμένες φυλλάδες και κανάλια που παίζουν το βρώμικο παιχνίδι της εξουσίας.

Ζήτημα πρώτο, λοιπόν: Ύπηρξε μια «μικρή ομάδα ταραξιών αντιεξουσιαστών» που ήθελε «να χυθεί αίμα αστυνομικών»; Ε, λοιπόν τέτοια ομάδα δεν υπήρξε, το μόνο που υπήρξε ήταν η οργή του κόσμου που θέλησε να μπει στο εργοστάσιο, να κρεμάσει τα πανό του και να διαμαρτυρηθεί και οι «κύριοι» αστυνομικοί παρεμπόδιζαν την είσοδο των διαδηλωτών. Δεν υπολόγισαν όμως πως ο κόσμος έχει απηυδήσει με την κατάσταση αυτή και αν τους μπάτσους τους νοιάζει πιο πολύ το να εκτελούν εντολές απ’ την υγεία τους και από την υγεία όλων των πολιτών, των παιδιών μας και του μέλλοντος αυτής της πόλης, ε κι εμάς δεν μας νοιάζει τότε ποιος θα σταθεί μπροστά μας, θα κάνουμε ότι μπορούμε για να περάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε όπως εμείς, οι χιλιάδες πολίτες, οι κινήσεις και τα εγχειρήματα, συλλογικά αποφασίζουμε.

Και ας μας πουν, λοιπόν, αφού όπως ψευδώς ισχυρίζονται πως τους αφορά το ζήτημα, για ποιο λόγο είναι συνέχεια απέναντι μας στις διαμαρτυρίες μας για την καύση, είτε στο δημαρχείο, είτε στη νομαρχία, είτε προχθές στο ίδιο το εργοστάσιο όπως και σήμερα στη Λάρισα, όπως πάντα και παντού. Επίσης, γιατί φέρνουνε ολόκληρο στρατό στη πόλη μας, όταν τίθεται το ζήτημα αυτό, σε μορφή διαμαρτυρίας; Άρα, καλύτερα να μην μιλάνε για την ελάχιστη μορφή βίας απέναντι στη βία που μας επιβάλουν κάθε μέρα.

Και κάπου εκει, ξεκινάει το όργιο της καταστολής. Πέσανε μερικές μπογιές προς τα ΜΑΤ και προς το εργοστάσιο, άντε και καμιά πέτρα, σας το δίνουμε, και οι «άριστοι» ξεκινήσανε να πετάνε κρότου λάμψης και δακρυγόνα μέσα στο κόσμο, σε μεγάλους ανθρώπους, σε μικρά παιδιά, άντρες, γυναίκες, η καταστολή δεν κάνει διακρίσεις. Με το που δημιουργήθηκε ο αναμενόμενος πανικός, οι προστάτες μας με στολή, ξεκίνησαν να χτυπάνε αδιακρίτως ΟΠΟΙΟΝ/Α βλέπανε μπροστά τους, όπως υπάρχουν και τα σχετικά βίντεο και φωτογραφίες. Αφού επικράτησε χάος, συνέλαβαν κάποιους μετά… «μουσικής» των γκλοπς και αφού έγινε η προσπάθεια από αλληλέγγυο κόσμο να απεγκλωβιστούν από την παραλία όσοι βρίσκονταν εκεί, που κι εκεί συλλάβανε κόσμο που πήγε να βοηθήσει, κι ενω όλα είχαν τελειώσει από πλευράς των διαδηλωτών ξαναξεκίνησαν αναίτια να τρέχουν τον κόσμο και το κορυφαίο? Οι πανέξυπνοι, ρίξανε χημικά έξω από το νοσοκομείο! Αν υπάρχει Όσκαρ ηλιθιότητας και σαδισμού, παρακαλώ όπως το αποδώσετε άμεσα στην ΕΛ.ΑΣ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μαζεύτηκε κόσμος έξω από το αστυνομικό μέγαρο στο Αλιβέρι, απλώς και μόνο για να υποδηλώσει τη παρουσία του και την αλληλεγγύη του προς τα παιδιά που κρατούνταν, ακόμη μία νόμιμη διαμαρτυρία και συγκέντρωση, όπου χτυπήθηκε άσχημα από την αστυνομία για να εκδιωχθούν από που? Από τον δρόμο έξω από το τμήμα! 
Φυσικά, ξέρουμε πως αυτή είναι η γραμμή, είναι μια σύγχρονη χούντα που τη βλέπουμε καθημερινά κυρίως στη πρωτεύουσα κι απλώς τη ζήσαμε και στη πόλη μας.

Κι εδώ, φτάνουμε στην δικιά μου περίπτωση. Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να βγάζουν οι ασφαλίτες το παιδί που είχαν κρατούμενο κι εγώ αντί να τρέξω στο πλήθος, έτρεξα προς το μέρος των μπάτσων να διαμαρτυρηθώ, γιατι έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, με έπνιξε το δίκιο μου, έλεγα από μέσα μου κοίτα να δεις, εμ μας μολύνουν τον αέρα με καρκίνο, εμ μας βαράνε αλύπητα τα τσιράκια τους με τα χημικά, τις κρότου λάμψης και τα γκλοπς, εμ μας τραβολογάνε δέσμιους στα δικαστήρια. Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες.

Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες 
και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου. Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε «κάτω το κεφάλι πούστη», επειδή βογγούσα και έκανα «αααα» απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε «τι α μωρη κραγμένη» και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα. Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. 

Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι. Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: «βλέπεις, τα λες και μόνος σου». Βέβαια, όταν τον ρώτησα τι θα έκανε αν ήταν το παιδί του στη θέση μου, μου απάντησε πως το παιδί του δεν θα ήταν «τέτοιο τσογλάνι να πηγαίνει στις πορείες», άσχετα με το τι ευαγγελίζονται στις ανακοινώσεις τους, για να κανουν επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης… Αν και θεωρώ θετικό το στοιχείο να πηγαίνουν τα παιδιά των αστυνομικών στις πορείες, κατι θα ξέρουν…

Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…

Ξέρω πως η επίθεση εναντίον μου ήταν στοχευμένη. Ξέρω πως δεν τους νοιάζει να βαράνε μπροστά στα μάτια του κόσμου και να κάνουν επίδειξη εξουσίας. Ξέρω πως δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι σε σχέση με τον ρόλο της αστυνομίας, όσα και να αποκαλυφθούν για αυτούς, αφού είναι οι εντολοδόχοι εκτελεστές του κρατικού μηχανισμού. Αλλά αν θεωρούν πως μας φοβίζουν, εκεί κάνουν ένα μεγάλο λάθος: δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, οσους κι από ‘μας αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούνε πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα!!

Ο πατέρας του μιλά στην Εφημερίδα των Συντακτών εκείνες τις ημέρες και καταγγέλλει με την σειρά του:

«Οπως προκύπτει από σχετικό βίντεο που υπάρχει, ο γιος μου πήγε να πει “τι κάνετε” προς τους αστυνομικούς των ΟΠΚΕ και ΜΑΤ που βρίσκονταν έξω από τα δικαστήρια της πόλης. Οι αστυνομικοί πετάχτηκαν από μια απόσταση 10-15 μέτρων μακριά, οπότε ακόμη και να είπε κάτι ο γιος μου δεν το άκουσαν, απλά ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν.

»Επεσαν πάνω του 10 οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι και τον έσπασαν στο ξύλο, κυριολεκτικά. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει 6 ή 7 σπασμένα πλευρά και το συκώτι του έχει πάθει μια μικρή θλάση, γεγονός που μας βάζει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες διότι ταράχτηκε ζωτικό όργανο του οργανισμού του. Ενώ τον χτυπούσαν και τους φώναζε “σταματήστε, δεν μπορώ να πάρω ανάσα”, αυτοί συνέχιζαν. Και δεν είναι αντιγραφή από αυτό που έγινε στην Αμερική, αφού όταν σπάσει κανείς -ακόμη και ραγίσει- ένα πλευρό, δεν μπορεί να αναπνεύσει από τον φοβερό πόνο.

»Αφού του έβαλαν χειροπέδες, τον χτυπούσαν εκεί που πονούσε ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο που τον έβαλαν για να τον πάνε στο Αστυνομικό Τμήμα. Αλλά και μέσα στο Τμήμα επίσης τον χτυπούσαν με σαδισμό και τον βασάνισαν. Το παιδί τούς παρακαλούσε για ένα ποτήρι νερό και τον έβαλαν σε έναν καταψύκτη ο οποίος έτρεχε σταγόνα σταγόνα και προσπαθούσε, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια του, να βάλει τη γλώσσα του να πάρει μια σταγόνα νερό και αυτοί γελούσαν. Πού ζούμε; Τι καταστάσεις είναι αυτές; Σε ποιον αιώνα ζούμε; Σε αυτή τη χώρα που λέγεται χώρα της δημοκρατίας;

»Το ότι τελικά τον άφησαν σημαίνει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν είπε κάτι εναντίον τους και τον άφησαν επειδή δεν υπήρχε κατηγορία. Και, κατά δεύτερον, επειδή τη στιγμή που τον συνέλαβαν έγιναν δικαστές και τον τιμώρησαν. Όταν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί στο Τμήμα σταμάτησαν το σαδιστικό τους έργο και βαρέθηκαν να τον χτυπάνε, ο γιος μου τους άκουσε να λένε “τώρα τι κάνουμε, αν τον κρατήσουμε θα πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο”. Και του έδωσαν μια κλοτσιά και τον πέταξαν έξω.

Όταν ένα αυτοκίνητο χτυπάει κάποιον στον δρόμο και τον εγκαταλείπει, αυτό ονομάζεται εγκατάλειψη θύματος. Αυτοί όχι μόνο τον εγκατέλειψαν, αλλά του έδωσαν και μια κλωτσιά να πάει στο χαντάκι για να μη φανεί το τι έκαναν. Όμως, είναι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας νεαρός να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί από 10 πάνοπλους αστυνομικούς. Δεν είναι ο ρόλος της αστυνομίας αυτός σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Αίσχος!

»Η παραμικρή κίνηση του παιδιού στο αμέσως επόμενο διάστημα, το οποίο ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, μπορεί να είναι και ένας και δύο μήνες, μπορεί να του δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα ζωτικά του όργανα και σε ό,τι αφορά το συκώτι του δεν γνωρίζουμε τι συνέπειες θα έχει αυτό, δηλαδή αν θα κάνει επέμβαση, αν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στην ίδια του τη ζωή. Αυτή τη στιγμή αυτό που προέχει είναι η υγεία του παιδιού. Βεβαίως, σκεφτόμαστε να κινηθούμε και νομικά, έχουμε έρθει σε επαφή με δικηγόρους, είμαστε σε επαφή και με τις κινήσεις του Βόλου, ενώ υπάρχουν και δικηγόροι που ήταν παρόντες στο περιστατικό.

»Πριν από λίγες μέρες ο γιος μου είχε υπογράψει μια σύμβαση για να δουλέψει, να μπορέσει να ζήσει, να έχει τη ζωή στα χέρια του και ήταν χαρούμενος γι’ αυτό. Ποιος θα τον αποκαταστήσει τώρα σε αυτό;».

Έναν μήνα μετά, εχθές, ο Βασίλης Μάγγος βρίσκεται νεκρός έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και, παραδόξως, η ιστορία που ακολουθεί φαίνεται να είναι χειρότερη από αυτήν που προηγήθηκε.

Πλήθος δημοσιευμάτων αναφέρει τον θάνατο του νεαρού. Δημοσιογραφικά, συνδέεται με την καταγγελία του ξυλοδαρμού του, παρότι, επίσημα, κανένα από τα δημοσιεύματα (τουλάχιστον στα μεγάλα μέσα) δεν αναφέρεται άμεσα ως αιτία θανάτου του.

Κατά το μεσημέρι, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, βγάζει αυτήν την ανακοίνωση:

Χάθηκε ένας νέος άνθρωπος 26 χρονών στο Βόλο. Σε ιστοσελίδες και έντυπα που εκφράζουν ή πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο γίνεται προσπάθεια ή ακόμη χειρότερα συνδέεται ευθέως ο θάνατος με προ μηνός καταγγελία του για αστυνομική βία.

Πρόκειται για αθλιότητα, ασύστολο ψέμα, ακόμη μία, ακόμη ένα. Είναι ανεύθυνοι και αδίστακτοι.

Τα αίτια θανάτου θα αποδειχθούν από την νεκροψία-νεκροτομή που έχει διαταχθεί.

Ας αφήσουμε τη μνήμη του παιδιού στην ησυχία του και τους οικείους του στην θλίψη τους

Κάθε γραμμή – κυριολεκτώ, κάθε γραμμή – από αυτήν την ανακοίνωση είναι μία ύβρις.

Αν αναλύσει κανείς το πνεύμα αυτής της ανακοίνωσης (μέσα του Σύριζα συνδέεουν τον θάνατο με τις καταγγελίες και αυτό είναι άθλιο, ένα ακόμα ψέμα, και θα αποδειχθεί στην νεκροψία) θα αντιληφθεί ότι αυτό που πραγματικά συμβαίνει, είναι μία άνευ προηγουμένου εργαλειοποίηση του θανάτου του Βασίλη Μάγγου από το Υπουργείο, για κομματικούς λόγους, χωρίς καμία απολύτως βάση.

Όπως αναφέρει σε έρευνα που έκανε το ThePressProject, τα μεγαλύτερα από τα μέσα που αναφέρθηκαν στον θάνατο του νεαρού, προφανώς δεν πρόσκεινται ούτε εκφράζουν τον Σύριζα:

 Μάλιστα, με μία απλή αναζήτηση, εντοπίζει κανείς αναρτήσεις της ιστοσελίδες του Βήματος που αναφέρει «Νεκρός ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από την ΕΛΑΣ», του Newsit που αναφέρει «Βόλος: Πέθανε ξαφνικά ο 27χρονος που είχε καταγγείλει αστυνομική βία», του ιστότοπου της εφημερίδας Τα Νέα με τίτλο «Πέθανε ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς», του TheToc με «Σάλος στο Βόλο: Νεκρός 27χρονος που είχε καταγγείλει ξυλοδαρμό από αστυνομικούς», του StarChannel με τίτλο «Βόλος: Πέθανε 27χρονος, ο οποίος είχε καταγγείλει αστυνομική βία», καθώς και της HuffingtonPost πως «Πέθανε 26χρονος στον Βόλο που είχε καταγγείλει αστυνομική βία».

Επίσης, ο ίδιος ο Συριζα ΔΕΝ είχε, μέχρι εκείνη την ώρα της ανακοίνωσης του Υπουργείου αναρτήσει ΚΑΜΙΑ δήλωση. Καμία απολύτως, το τσεκαρα και ο ίδιος.

Ούτε μέσα του Συριζα λοιπόν, ή των …αντιεξουσιαστών, ούτε ο ίδιος ο Συριζα. Αν το Υπουργείο δεν είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτήν την ιστορία, δεν θα είχα ασχοληθεί, καθώς πράγματι, πολλοί πίστεψαν πως τα δύο γεγονότα συνδέονται (η καταγγελλία και η κατάληξη), και αυτό θα ήταν μία λογική σύνδεση, μα όντως άδικη πριν εκδοθεί η απόφαση. Υποδεικνύοντας ενόχους όμως, και μάλιστα άδικα, το Υπουργείο (το ίδιο Υπουργείο που θα έπρεπε να είναι ελεγχόμενο για τις καταγγελλίες για τον ξυλοδαρμό, έναν μήνα πριν θυμίζω) ξεκαθάρισε πως τον ενδιαφέρει προτίστως να αποκομίσει πολιτικα οφέλη από τον θάνατο του νεαρού – κάτι επιεικώς απαράδεκτο, σε κάθε ευνομούμενη χώρα.

Η καταγγελία όμως που κάνει το Υπουργείο, είναι πως προσπάθησαν να συνδέσουν τον θάνατο με τον ξυλοδαρμό, κάτι που είναι ψέμα και θα αποδειχθεί στην νεκροψία. …Γιατί είναι ψέμα; γιατί είναι αλητεία; Πως ξέρουν, στο Υπουργείο, τι θα βγάλει η νεκροτομή; Ψέμα θα είναι μόνο αν πράγματι, στην νεκροψία, δεν φανεί ότι άμεση αιτία του θανάτου του είναι ο ξυλοδαρμός. Αυτό, θα το μάθουμε όλοι όταν γίνει αυτή η νεκροτομή – όλοι: το Υπουργείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, τότε μόνο, αν κάποιος είχε πει ότι ο Μάγγος πέθανε από τον ξυλοδαρμό θα αποδειχθεί ψεύτης. Εκτός του ότι κανείς από αυτούς που καταγγέλει το Υπουργείο δεν το είπε, και να το είχε πει, πως μπορεί το υπουργείο να το ξέρει από τώρα προκαταβάλοντας το αποτέλεσμα;

Τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, πολυ γρήγορα. Ο πατέρας του Βασίλη, δηλώνει στο tvxs:

«Εμείς όμως το ψάξαμε και μάθαμε, ότι την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Έτσι μας είπαν. Πήγαμε στον εισαγγελέα και τον ρωτήσαμε ευθέως: Έχει το δικαίωμα η οικογένεια να επιλέξει που θα πάει η σωρός; Του λέμε εμείς το αντέχουμε ψυχολογικά να περιμένουμε μια μέρα, αφού την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Δεν αντέχουμε το οικονομικό κόστος της μεταφοράς στη Θεσσαλονίκη, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους επιλέγουμε τη Λάρισα» συμπληρώνει, περιγράφοντας τον διάλογό του με τον εισαγγελέα.

«Ο εισαγγελέας μας απάντησε πως ναι, έχουμε λόγο ως οικογένεια, αλλά η απόφαση έχει ληφθεί. Ποιος πήρε την απόφαση ρωτήσαμε; Μας κοιτούσε ο εισαγγελέας χωρίς να μιλάει. Δεχτήκατε πιέσεις του είπα. Μας κοιτούσε και δεν μιλούσε, ομολογώντας με τον τρόπο του ότι δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση. Μετά μάθαμε, ότι άλλαξαν τα δεδομένα και στη Λάρισα δεν θα έχει ιατροδικαστή για τις επόμενες 15 ημέρες! Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν;» αναρωτιέται ο Γ. Μάγγος.

Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν; αναρωτιέται ο άνθρωπος. Άδικο έχει;

~

Ο Βασίλης Μάγγος, έναν μήνα πριν, κατήγγειλε όχι μόνο τον ξυλοδαρμό του, αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά της αστυνομίας. Αγνοώ που βρίσκεται η διαδικασία ελέγχου αυτής της υπόθεσης – οι μέχρι τώρα (μη) καταδίκες αστυνομικών σε ανάλογες περιπτώσεις καταγγελιών, δεν με αφήνουν ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Στον θάνατό του, το καταγγελλόμενο υπουργείο εργαλειοποιεί στεγνά και αδυσώπητα σε  μία απίστευτης αθλιότητας ανακοίνωση τον θάνατό του για να χτυπήσει πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος που τώρα έχει κυβερνητικές ευθύνες. 

Όπως έχω ξαναπει στο παρελθόν, αν χρειαστεί να δοκιμάσουμε να βρεθούμε στην θέση του Βασίλη για να αισθανθούμε την αδικία, μάλλον θα χάσουμε το νόημα. Το ζητούμενο δεν είναι να καταγγείλουμε την αστυνομική βία, ή την κυβερνητική αναλγησία επειδή μπορεί να είμαστε εμείς αύριο στην θέση του, αλλά μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αυτός.

Ο Βασίλης Μάγγος, άθελά του, συμμετέχοντας εντελώς τυχαία σε μία διαμαρτυρία για τα σκουπίδια στην πόλη του, αποκάλυψε ένα ολόκληρο κύκλωμα που, δειλά σκουπίδια τον χτυπούν επειδή αντιδρά, αισχρά σκουπίδια τον αφήνουν στον δρόμο παρότι χρειάζεται ιατρική βοήθεια, και γραβατωμένα σκουπίδια αντί να απολογηθούν για τις όποιες ευθύνες τους, εργαλειoποιούν τον ίδιο τον θάνατό του απλώς και μόνο για να αντιπαρατεθούν φθηνά σε πολιτικούς τους αντιπάλους. 

Το νεκρό κορμί του Βασίλη Μάγγου, ξαπλωμένο σε ένα παγωμένο κρεβάτι νεκροτομείου, δεν έχει τίποτα πιο ουσιώδες να μας πει που δεν το έχουμε καταλάβει ήδη μόνοι μας. Το αποτέλεσμα της έρευνας στα πληγωμένα σωθικά του, δεν θα μας υποδείξει κάποιον καινούργιο ένοχο για την δυσώδη κατάσταση που τριγυρίζει όχι μόνο στα ρουθούνια μας, αλλά και μπροστά στα μάτια μας:

Αυτά τα σκουπίδια είναι δικά μας. Εμείς καταναλώσαμε, εμείς επιτρέψαμε την ύπαρξή τους, εμείς τα μαζέψαμε όπως-όπως να μην τα βλέπουμε στην αυλή μας, εμείς τα καταχωνιάσαμε και κάνουμε διαρκώς πως δεν υπάρχουν. Οι πιο αναίσθητοι από μας, το πετυχαίνουν. Οι πιο ευαίσθητοι από μας, που ακόμα ενοχλούνται και διαμαρτύρονται, είναι τόσο ενοχλητικοί, που προτιμάμε το εύκολο τρόπο να τους κλείσουμε το στόμα με μπουνιές, παρά να ασχοληθούμε με τα σκουπίδια μας.

Όμως το κακό με τα σκουπίδια έχει παραγίνει. Δεν κρυβεται πια, ούτε μπορούμε με φθηνά αρώματα να κρύψουμε την δυσωδία τους. 

Έχει έρθει πια ο καιρός, θεωρώ, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, και να τελειώνουμε μια και καλή μ’ αυτά.

«Δεν λέμε ότι το παιδί μας πέθανε από τα τραύματα. Δεν λέμε πως αυτά ήταν η άμεση αιτία θανάτου του. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο ξυλοδαρμός, που είχαν πέσει δέκα πάνω του και του έσπασαν τα πλευρά, επηρέασε πολύ την ψυχολογία του. Αυτό δεν θα το δείξει καμία ιατροδικαστική έρευνα

Ο γιος μας λοιπόν δεν ήταν ένας Γρηγορόπουλος, δεν διεκδικούμε κάτι τέτοιο

Αλλά αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αστυνομικό κράτος καταστολής

Δεν θέλουμε ένα κίνημα για το παιδί μας. Ένα κίνημα για την αστυνομική βία χρειαζόμαστε» 

Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Υποψιάζομαι ότι, στα τοσα χρόνια που παρακολουθώ την δημοσιογραφία – στην οποία, ομολογουμένως, βασίζω έως σήμερα πολλές από τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτής της χώρας – αυτό πρέπει να είναι ιστορικό χαμηλό. Και, όχι ένα ιστορικό χαμηλό του τύπου «έπεσε τέσσερις θέσεις σε αξιοπιστία η δημοσιογραφία στην Ελλάδα» – μα περισσότερο σαν «έπρεπε να εφευρεθούν αρνητικές θέσεις για να περιγραφεί σωστά η θέση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα». 

Δεν ξεκινούν όλα με την απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την διάδοση ενός κοινωνικού μηνύματος για την προστασία από τον κορονοϊό.  Για μένα, ξεκινούν δειλά-δειλά, με μία φωνή μόνο που διαμαρτύρεται, αρκετούς μήνες πριν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, εκδότης της κυριακάτικης εφημερίδας Documento, αναρτά ένα άρθρο, στο οποίο καταγγέλει πως ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει ο ίδιος, προσωπικά, ζητήσει από επιχειρηματίες να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, ανεξαρτήτως του τζίρου και των πωλήσεων της. 

Έχουν προηγηθεί άρθρα από τον εκδότη, λίγο καιρό πριν, πως εταιρείες με ισχυρά διαφημιστικά budget, αποσύρουν η μία μετά την άλλη τις διαφημιστικές τους καμπάνιες από τις σελίδες (μόνο) της συγκεκριμένης εφημερίδας και το αποδίδει στον ισχυρό έλεγχο που ασκεί στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και στην κυβέρνησή της.

Η καταγγελία αυτή, παραδόξως, δεν αναπαραγάγεται, ούτε σχολιάζεται, ούτε καν ελέγχεται – παρότι, υπό συνθήκες, θα μπορούσε να στείλει τον εκδότη φυλακή. Οι τρεις δομές που έχουν, συστημικά την ευθύνη να ασχοληθούν, η κυβέρνηση με τον κατηγορούμενο Κ. Μητσοτάκη, η δημοσιογραφία που ένα μέλος της κάνει μία τόσο σημαντική καταγγελία, και ο νόμος καθώς η καταγγελία αυτή αφορά ξεκάθαρα κακή έως και παράνομη χρήση της ισχύος που απολαμβάνει ένας πρωθυπουργός, σιωπούν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Σαν να μην έγινε.

Ίσως η καταγγελια ενός δημοσιογράφου δεν είναι αρκετή για να κινήσει οποιονδήποτε από αυτούς τους μηχανισμούς.

Λίγο καιρό μετά όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, στην βουλή, επαναφέρει αυτήν την καταγγελία. Εδώ θα πίστευε κανείς ότι, η έρευνα από οποιαδήποτε από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, θα απέφερε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη: Αν δεν αποδεικνύοντω τα λόγια του εκδότη, και αυτός κινδύνευε πιθανότατα νομικά, αλλά και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τον υπερασπίστηκε, τουλάχιστον πολιτικά, θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Άλλωστε τώρα είναι πια περισσότεροι οι εμπλεκόμενοι: Στον πρωθυπουργό, που αναφέρεται ονομαστικά, έχουν ηθικά προστεθεί και οι εισαγγελείς, που κώφευσαν, και η δημοσιογραφία που δεν έκανε καμία προσπάθεια να ερευνήσει την αλήθεια (ή το ψέμα) πίσω από αυτήν την καταγγελία. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Παρόλα αυτά, και παρότι είναι μία καταγεγραμμένη στα πρακτικά δήλωση, μία καταγγελία που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Η ΕΣΗΕΑ δεν αντιδρά όπως θα έπρεπε (δεν ξέρω αν αντιδρά καν!) καιο εκδότης συνεχίζει με λίγες (ή καθόλου!) διαφημίσεις, καθώς οι τρεις πλέον θεσμοί που έχουν την ευθύνη να την κατακρεμνήσουν, την αγνοούν. 

Στην συνέχεια, γίνονται αυτά που όλοι γνωρίζουμε πάνω-κάτω: Αποφασίζεται το κονδύλι των συνολικά 20 εκατομμυρίων ευρώ (έχω την αίσθηση οτι δίνεται με απευθείας ανάθεση στην εταιρία που το αναλαμβάνει, αλλά δεν το έχω βρει πουθενά, οπότε μην το λάβετε υπόψιν σαςεπιβεβαιώνεται απο τον ίδιο τον Υπουργό) , και μάλιστα με κέρδος για την εταιρία περίπου 600.000 ευρώ συνολικά) για την μετάδοση μηνυμάτων για προστασία από την πανδημία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος πηγαίνει εξ ολοκλήρου στα μέσα που το μεταδίδουν καθώς πχ και ο ηθοποιός πχ ξεκαθάρισε πως δεν δέχθηκε καμία αμοιβή

Τα μέσα, από την άλλη, δέχθηκαν την αμοιβή τους …αδιαμαρτύρητα, παρότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ως μήνυμα είχε νομοθετηθεί να μεταδίδεται απολύτως δωρεάν. Η καμπάνια χωρίστηκε σε δύο μέρη, Μένουμε Σπίτι και Μένουμε Ασφαλείς, και, παρά τις διαρκείς οχλήσεις, σχεδόν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες Documento και Εφημερίδα των Συντακτών, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο ποιος πήρε τι ποσά, για ποιον λόγο

Ενδιάμεσα, η έρευνα της Δημοσιογραφίας Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου παγκοσμίως, φύλασσε για την χώρα μας μία ενδιαφέρουσα αναφορά: κάνει λόγο, ονομαστικά, την εφημερίδα Documento ως θύμα κυβερνητικών/πρωθυπουργικών παρεμβάσεων για τον οικονομικό στραγγαλισμό της ακόμα και από ιδιωτικής μορφής διαφημίσεις επειδή ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Ενώ δεκάδες μέσα κάνουν συνεχείς αναφορές, ή έχουν ακόμα και στήλες ειδικές για την Δημοσιογραφία Χωρίς Σύνορα και τον ρόλο της (ενδεικτικά iefimerida / cnn / newsbeast / thetoc / protagon / antenna / lifo / kathimerini / enikos / real), εντούτοις κανένα δεν έπαιξε αυτήν την συγκεκριμένη αναφορά στην χώρα μας, και στην καταγγελία ότι η κυβέρνηση στραγγαλίζει ένα μέσο που την ελέγχει με αθέμιτους τρόπους – παρότι και σαφή αναφορά στην Ελλάδα είχε, και δεν κατονομαζε τα ίδια τα μέσα ως θύτες, μα ως θύματα μίας κακής πρακτικής. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Πρόσφατα, δύο αποκαλύψεις οδήγησαν σε εξελίξεις. Ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης αποκάλυψε πως, μέρος της διαφήμισης πήρε ένα site που (κα’τ ομολογία του) διαχειριζόταν ο παρουσιαστής Φουρθιώτης , το οποίο είχε μόλις δύο άρθρα. Η αποκάλυψη αυτή, μαζί με κάποιες ακόμα ..διαρροές για αντίστοιχα sites, οδήγησαν στο να …μπουν και να βγουν άρθρα από το site του Φουρθιώτη (ακόμα και άρθρα που δεν ειχαν χρονική συνάφεια), αλλά κυρίως στην αναφορά της πλήρους λίστας  των εταιριών που πήραν διαφήμιση – χωρίς όμως τα ποσά που πήρε το κάθε μέσο.

Σε αυτήν την λίστα υπήρχαν και μέσα που δεν είχαν γραφτεί στο μητρώο εκδοτών, και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν επιτρέπεται δια του νόμου να λάβουν οποιασδήποτε μορφής κρατική διαφήμιση. Ούτε ο νόμος, ούτε τα μέσα εδέσησαν να ελέγξουν την είδηση. Σιωπή, σαν  να μην έγινε.

Ενδιάμεσα, ο Γιώργος Τράγκας, ένας εκ των γνωστών «δημοσιογράφων» (τα εισαγωγικά από μένα, καθώς δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί ούτε στο ελάχιστο την δημοσιογραφία σε οποιαδήποτε εκ των εκφάνσεών της) κατήγγειλε πως ο πρωθυπουργός πίεσε τον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά στον οποίο είχε την εκπομπή του, να σταματήσει την συνεργασία μαζί του. Όταν η συνεργασία πράγματι διακόπηκε, ο δημοσιογράφος προχώρησε σε συγκεκριμένες καταγγελίες σε βίντεό του στο Youtube, στις οποίες ανέφερε πως είχε δεχθεί οδηγίες από τον σταθμό να μην αναφέρει συγκεκριμένο όνομα που πρόσκειται στον πρωθυπουργό, και κυρίως πως ο Κ.Μητσοτάκης τον καθοδήγησε εκ του σύνεγγυς σε προσωπική τους συνάντηση σε γραφείο στο Παγκράτι να «μην αναφέρεται στην γυναίκα του», κάτι που ο δημοσιογράφος «δεν θα έκανε έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν χτυπά γυναίκες» (αν και θεωρώ πως οι υποθέσεις που αφορούν την Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη έχουν κυρίως ποινικές και πολιτικές προεκτάσεις). Μετά από μέρες, ο δημοσιογράφος κατείγγειλε πως πάλι το μέγαρο Μαξίμου, πίεσε και πέτυχε να χάσει την δουλειά του από τον τηλεοπτικό σταθμό Action24.  Ουδείς, ούτε η κυβέρνηση και ο Κ.Μητσοτάκης που αναφερόταν ονομαστικά στην καταγγελία, ούτε ο νόμος, ούτε κυρίως η δημοσιογραφία εδέησαν να πάρουν θέση ή έστω να την ερευνήσουν. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Τελικά, κάποιες αντίστοιχες διαρροές από τον Κ.Βαξεβάνη με συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένα μέσα, παρότι δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί, οδήγησαν κάποια από τα μέσα να διαμαρτυρηθούν (επιτέλους) για την  σιωπή που υπάρχει στην υπόθεση όσον αφορά το μοίρασμα των ποσών (κάτι που με κάνει προσωπικά να υποψιάζομαι πως οι φρεσκοδιαμαρτυρόμενοι μάλλον ενοχλήθηκαν από τα ποσά που έχουν διαρρεύσει και την μοιρασιά της πίτας). 

Άξια αναφοράς παραμένει η στάση του κ. Πέτσα, κυβερνητικού εκπροσώπου, που προχώρησε σε μία απίστευτη για τα πολιτικά αλλά και δημοσιογραφικά χρονικά δήλωση πως η κυβέρνηση έδωσε (άγνωστο ακόμα) μέρος της καμπάνιας στον αντιπολιτευόμενο τύπο (αναφερόμενος στις «Αυγή»,  «Εφημερίδα των Συντακτών», «Ριζοσπάστης»,  «Δρόμος της Αριστεράς», ο ραδιοφωνικός σταθμός «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» κ.α.) και αυτό δηλώνει την αμεροληψία της(!). Κάποια από τα αναφερόμενα μέσα δήλωσαν τα ποσά που έλαβαν, όπως και άλλα, που ήταν ελάχιστα στο σύνολο της καμπάνιας.

Επιπλέον ο κ. Πέτσας ξεκαθάρισε πως πράγματι, η απόφαση για την εξαίρεση της εφημερίδας Documento ήταν ηθελημένη (επιτρέψτε μου, στους προλόγους μου συνηθίζω να είμαι όσο πιο αμερόληπτος και στυγνός γίνεται, αλλά εδώ οφείλω  ένα προσωπικό σχόλιο – ΤΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ) έγινε λοιπόν μία ηθελημένη εξαίρεση γιατί η εφημερίδα προώθησε την αντι-κορωνοϊκή προπαγάνδα με άρθρα όπως «Μένουμε Ταπί» και «κοροδοιός». Ως απάντηση η εφημερίδα παρέθεσε όλη την αρθρογραφία της και τις προσπάθειές της να ενημερωθεί ο κόσμος για τον κορωνοϊό, κάτι που δεν ανταπαντήθηκε ποτέ, αλλά και έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε μέσα που χρηματοδοτήθηκαν, και είχαν αποδεδειγμένα αρθρογραφία αντίθετη στις αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό της πανδημίας. Επιπλέον, αυτή η (πάλι προσωπικά θεωρώ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ) δήλωση δεν εξήγησε ποτέ γιατί άλλα μέσα, όπως του Σεραφείμ Κοτρώτσου, του enallaktikos.gr του Ανδρέα Ρουμελιώτη, του ThePressProject(*) κλπ έμειναν και αυτά εκτός της διαφημιστικής πίτας που μοιράστηκε.

Αυτά τα ολίγα έχουν γίνει ως τώρα. Όχι μόνο αυτά, καθώς υπήρξαν καταγγελίες για πολύ μεγάλα ποσά και για την απευθείας επιλογή της εταιρίας που έκανε την διανομή ως εταιρία που ανέλαβε την καμπάνια της ΝΔ, αλλά αυτά που πιάνουν ένα πολύ συγκεκριμένο γαϊτανάκι:

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν στις καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές, αφορούν παρέμβασή του για να αλλάξουν ειδήσεις, να επηρεαστούν δημοσιογράφοι, προσωπική παρέμβασή του σε εταιρείες για να μην διαφημιστούν σε μέσα που δεν είναι της αρεσκείας του, κυβερνητική απόφασή του να γίνει άσκοπη χρηματοδότηση ενώ υπήρχε νόμος που θα βοηθούσε να μην σπαταληθεί πολύτιμο κρατικό χρήμα, κυβερνητική απόφασή του να δοθούν παράνομα χρήματα σε μέσα που δεν επιτρεπόταν να πάρουν κρατικό χρήμα, και επηρεασμό στο ποιος πήρε, και ποιος όχι, μερίδιο από αυτά τα είκοσι εκατομμύρια.

Ισχύουν; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει, καθώς η δημοσιογραφία στο σύνολό της, αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια ή το ψέμα πίσω από αυτές τις καταγγελίες.

Κάποιες από αυτές, θα μπορούσαν να κινήσουν και εισαγγελικές διαδικασίες καθώς – ως καταγγελίες- υποψιάζομαι πως αφορούν παρανομίες. Η εισαγγελείς πάντως δεν έχουν ξεκινήσει καν να αναρωτιούνται μήπως δεν πήγαν όλα σωστά, και να διευκάνουν την υπόθεση και τις καταγγελίες.

Ο τρίτος πόλος όμως, είναι και ο δυσκολότερος. Εκεί, οφείλουμε να σταθούμε «πολύ σχολαστικά»: στην δημοσιογραφία.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογραφία ειδικά σ’ αυτήν την υπόθεση που την αφορούσε άμεσα, δεν έκανε την δουλειά της. Κώφευσε στις (απίστευτες) καταγγελίες Βαξεβάνη για πρωθυπουργικές παρεμβάσεις στο μοίρασμα ιδιωτικών/εταιρικών διαφημίσεων, ενώ θα έπρεπε να προστατεύσει τον ρόλο της – όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, μα και από τον ίδιο τον Βαξεβάνη! Διότι, όταν κάποιος λέει «προσπαθούν να με φιμώσουν κλείνοντας μου την διαφημιστική κάνουλα» αυτό αφήνει ένα ξεκάθαρο υπονοούμενο ότι δεν προσπαθούν να φιμώσουν αυτούς που δεν ενοχλούν – δηλαδή, όλους τους υπόλοιπους! Και, όταν όλοι αυτοί οι υπόλοιποι δεν παίρνουν ξεκάθαρα θέση, με μία έρευνα που θα φώτιζε την αλήθεια είτε υπέρ του δημοσιογράφου, είτε κατά, τότε οι καταγγελίες για έλεγχο οδηγούν σε μία απολύτως δικαιολογημένη καχυποψία.

Καθώς, για να γίνει απόλυτα κατανοητό, όταν πλέον τίθεται θέμα διαφήμισης και το σε ποια μέσα μοιράστηκε, πάλι η δημοσιογραφία έκανε πως το θέμα δεν υπήρχε και το αγνόησε – παρότι ήταν, πλέον, ξεκάθαρα είδηση, δεν βγήκε καν να πει το αυτονόητο: «ήμουν εγώ, και πήρα τόσα (κρατικά) χρήματα με βάση αυτές τις μετρήσεις». Διότι όταν πλέον όλοι αναρωτιούνται ποια ήταν τα ποσά, και που πήγαν, είναι κόντρα σε κάθε ρόλο, και σε κάθε λειτουργημα δημοσιογραφικό να αποκρύπτεις μία είδηση ειδικά στον βαθμό που σε αφορά, και με την καταγγελία ότι με αυτά τα χρήματα εξαγοράζεται η σιωπή σου!

Όχι μόνο αυτό, φυσικά. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι υπάρχουν και (λίγα, ενοχλητικά) αντιπολιτευτικά μέσα, και αναφέρει …πέντε, τότε προσβάλλει στον πιο απίστευτο βαθμό το σύνολο του τύπου, που οφείλει να ελέγχει την εξουσία και προφανώς δεν το κάνει – ειδικά όταν χρηματοδοτείται άμεσα, κρυφά, και μυστικά από αυτήν! Μόνο εγώ επιτέλους αντιλαμβάνομαι την ύψιστη προσβολή απέναντι στην δημοσιογραφία;! Είναι δυνατόν να μην εξοργίζεται κανείς απο τους εμπλεκόμενους;!

Και επιπλέον: όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι η κυβέρνηση, μόνη της, εν κρυπτώ, χωρίς κανέναν έλεγχο ή διαφάνεια, χωρίς καμία οδηγία ή λειτουργία βάση κανόνων, εξαίρεσε από κυβερνητικό χρήμα ΕΝΑΝ δημοσιογράφο, επειδή …έτσι έκρινε σκόπιμο, θα έπρεπε, και να μου συγχωρείτε την έκφραση, να πέσουν οι τοίχοι – καθώς, δεν προσβάλλει πλέον μόνο την δημοσιογραφία, μα προσβάλλει πλέον και την ίδια την δημοκρατία άμεσα!

~

Η δημοσιογραφία έχει νόημα μόνο όταν ελέγχει την εξουσία. Έχω μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την θέση της αυτήν την στιγμή, για τον ρόλο και την αξιοπρέπειά της. Καταφέρνουν όμως να είναι ακόμα και έτσι αδιανόητα όσα συμβαίνουν σήμερα. Το κρατικό χρήμα ρέει προς μία κατεύθυνση, οι δημοσιογράφοι σιωπούν εκεί που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, αρνούνται να κάνουν όσα το λειτούργημά τους επιτάσσει, και η σιωπή τους πληγώνει ανεπανόρθωτα τον ρόλο που τόσο ανάγκη έχουμε. Αυτά τα ποσά όμως, μπορεί να απαιτήσουν και κάτι σαν αντάλλαγμα. Μπορεί να απαιτήσουν κάποιες ειδήσεις να ξεχαστούν. Κάποιες άλλες να παραποιηθούν. Μπορεί να απαιτήσουν την σιωπή. 

Και εδώ, προφανώς, βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης:  Μέσω διαφημίσεων τραπεζών, ιδιωτικών διαφημίσεων και κρατικών διαφημίσεων, ο τύπος δεν ελέγχει ούτε κατ’ ελάχιστο την εξουσία – η εξουσία ελέγχει απόλυτα, ολοκληρωτικά οικονομικά τον τύπο. 
Και γίνεται σε τόσο μαζικό βαθμό, που είναι εξισου απολύτως τρομαχτικό: δεν είναι λίγοι που είναι ελεγχόμενοι και που δεν μιλούν, είναι μια ασύλληπτη δυστοπία όπου ΟΛΟΙ κρύβουν, συνωμοτικά, ο ένας τον άλλον, ένοχο και αθώο μαζί.

Γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι επιπλέον εδώ: η δημοσιογραφία (όχι «η σωστή δημοσιογραφία», γιατί δεν υπάρχει «λάθος δημοσιογραφία», όπως και η δικαιοσύνη, όταν δεν γίνεται σωστά έτσι δεν είναι δικαιοσύνη), η δημοσιογραφία λοιπόν, οφείλει να μας προστατέψει από κάθε ψέμα. Αν ο Βαξεβάνης είπε ψέματα, αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του, πρέπει να τιμωρηθεί. Αν ο πρωθυπουργός δεν έκανε όσα του προσάπτουν, πρέπει να αθωωθεί στην κοινή γνώμη. Η αλήθεια δεν μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα κατα πως μας βολεύει, ένα έχει, και για κάποιον η τιμωρία αξίζει.

Αυτό που δεν έχει δικαιολογία, είναι η σιωπή. Είναι άλλο να λες ψέματα, και να κριθείς γι’ αυτό, και αν είπες όντως να τιμωρηθείς, και είναι άλλο να μην υπερασπίζεσαι τον ρόλο σου, και να παραμένεις σιωπηλός σε τόσο κοσμοιστορικά γεγονότα για την ελλάδα. Φορώντας την μάσκα της σιωπής, δεν προστατεύεις ούτε τους άλλους, ούτε εσένα από τον ιο της διαφθοράς που απειλεί να διαλύσει το σημαντικότερο μέσο προστασίας που έχουμε ως κοινωνία απέναντι στην εξουσία.

Εκεί, έχεις κριθεί ήδη.

Γιατί αυτό που δεν έχει πρόσωπο, και αυτό που τιμωρεί τελικά όλους μας, είναι η σιωπή, και, σήμερα, η δημοσιογραφία καταγγέλθηκε χρηματιζούμενη και σιωπηρή, κρίθηκε ξεκαθαρα ως σιωπηρή, και μας καταδίκασε όλους να χάσουμε την δημοκρατία μας με την σιωπή της. 

Δεν υπάρχει ούτε γυρισμός, ούτε συγχώρεση από το σημείο που έχουμε φτάσει αυτήν την στιγμή. Σε αυτήν την ασύλληπτα μαζική έλλειψη ενημέρωσης, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να ξεχωρήσει ένα ψήγμα ελπίδας για το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Ας ξεχωρίσουμε ο καθένας τους δύο, τρεις που θεωθούμε ότι τιμούν την αξιοπρέπειά τους και το έργο τους στην δημοσιογραφία, και ας αφήσουμε αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε «δημοσιογραφία» να σβήσει, είτε με κραυγές, είτε αθόρυβα όπως της αξίζει και όπως επέλεξε η ίδια για τον εαυτό της. Ας θυμηθούμε πολύ προσεκτικά κάθε δημοσιογράφο που αντέδρασε, που μίλησε και εκτέθηκε, και κάθε «δημοσιογράφο» που σιώπησε, που κρύφτηκε πίσω από είκοσι εκατομμύρια λόγους για να μην μιλήσει, που κοιμήθηκε με την γνώση στο μαξιλάρι του, και ας τον καταδικάσουμε στην αφάνεια που τόσο έντεχνα στόλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν όταν το είχε ανάγκη.

Και ας θάψουμε και την δημοκρατία μαζί της. Χωρίς την βάση της δημοσιογραφίας, δεν υπάρχει πια ελπίδα ούτε γι’ αυτήν, ούτε για την δικαιοσύνη. 

Ας το αποδεχθούμε πια, μήπως και κάνουμε ό,τι πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους, για να πάμε παρακάτω.

~

Υ.Γ.: Το ThePressProject μου ανέφερε πως δεν θα έκανε δεκτή την διαδικασία ανάρτησης μετ’ αμοιβής κρατικών διαφημίσεων λόγω καταστατικού και αρχών – αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν τους ζητήθηκε ποτέ.

Υ.Γ.: Έχει ξεκινήσει μία γραμμή, και από δημοσιογράφους και από πολιτικούς, στο πνεύμα «όλα τα χρήματα για κρατικές διαφημίσεις από δεκαετίας». Μου θυμίζει, προσωπικά, το All lives matter έναντι του Black lives matter – η γενίκευση για να αποφύγουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ναι, all lives matters, πράγματι, και ναι, είναι σημαντικό να δούμε όλες τις κυβερνητικές διαφημίσεις σε μέσα της τελευταίας δεκαετίας, πράγματι – αλλά αυτήν την στιγμή μιλάμε για τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για την έρευνα και την κρίση μίας συγκεκριμένης κυβέρνησης που πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις και έκανε συγκεκριμένες ενέργειες, μιλάμε για την ασύλληπτη παραδοχή επιλεκτικότητας, για την σκοτεινή επιλογή μέσων χωρίς διαφανή κριτήρια, για το σύνολο σχεδόν των μέσων που πήραν χρήματα, για το ίδιο σχεδόν σύνολο σχεδόν των μέσων που δεν έκαναν έρευνα πρώτα απ’ όλα του κλάδου τους του λειτουργήματός τους, και για ο,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το αύριο της δημοκρατίας μας.

Υ.Γ. Επειδή μπορεί να μην έχει καταστεί σαφές το επίπεδο της υπόθεσης αυτής, ο κ. Πέτσας φροντίζει, με όποιον τρόπο μπορεί, να μας το υπενθυμίζει. Στον έλεγχο που του ασκείται για την μη δημοσιοποίηση των αποδεκτών και των ποσών που τους αντιστοιχούν για την κρατική διαφημιστική καμπάνια, ο κ. Πέτσας απαντά κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα πως η εφημερίδα Documento που έχει αναδείξει την υπόθεση, έχει πάρει αυξημένη διαφήμιση από ΔΕΚΟ και τράπεζες  στο παρελθόν, επι διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – την ονοματίζει μάλιστα, σε ποσό μεγαλύτερο των 1,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η εφημερίδα απαντά, καταγράφοντας μεν τα ποσά από τις ΔΕΚΟ (τα μέτρησα, είναι ‭214.856‬ ευρώ για δύο ουσιαστικά χρόνια), και αναφέροντας πως τα ποσά από τις τράπεζες είναι, έτσι και αλλιώς, φανερά μέσω διαφάνειας (είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν). Δεν ξέρω πόσα είναι από τις τράπεζες, είναι εύκολο να το μάθουμε, μα υποψιάζομαι πως 1.6 εκατομμύρια δεν θα βγουν…

Δεν υπάρχει λόγος όμως να μπει κανείς στο τρυπάκι να υπερασπιστεί κανείς την εφημερίδα ή όχι, το ζητούμενο εδώ για μένα τουλάχιστον είναι άλλο: ο υπουργός που εγκαλείται για το αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιτίθεται μέσω του κρατικού βήματός του στο μέσο που κατά δήλωσή του τον εγκαλεί, κατηγορώντας το (σύμφωνα με …δημοσιεύματα) ότι πήρε και εκείνο κρατικό χρήμα – και μάλιστα πολύ! Δηλαδή τι; Να σταματήσει να μιλά γιατί πήρε «πολλά»; Να μην ασκεί έλεγχο γιατί «έφαγε χρήμα με τους προηγούμενους που στηρίζει»; Είναι ποτέ δυνατόν να ακολουθείται, απο μία κυβέρνηση, αυτή η τακτική του επιλεκτικού συμψηφισμού; Είναι δυνατόν να επιτίθεται σε ΕΝΑ μόνο μέσο, για να ξεκαθαρίσει ποιο επιχείρημα, ότι πήραν πολλά και γι’ αυτό τώρα γκρινιάζουν; Και αν άλλα μέσα, πήραν τα ίδια ή περισσότερα στο παρελθόν, και τωρα ΔΕΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ, δεν αφήσει αυτό μια ακόμα μεγαλύτερη υπόνοια διαφθοράς και ένα ακόμα μεγαλύτερο στίγμα στην δημοσιογραφία;   

Τις τελευταίες ημέρες, δύο γεγονότα που αφορούν ανθρώπους που ζήσαμε τις μάχες τους μας επηρέασαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 

Ο πρώτος, είναι ο Βασίλης Δημάκης. Ο Δημάκης είναι κρατούμενος, που διαμαρτυρόμενος γιατί δεν μπορούσε να φοιτήσει από τις φυλακές όπως έκανε μέχρι τώρα, ξεκίνησε απεργία πείνας, και δίψας. Μετά από ανεπάλληλες επιτυχίες και αποτυχίες, βρέθηκε να διακόπτει και να ξαναρχίζει την απεργία, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του έφτασε να προχωρήσει σε μηνυτήρια αναφορά και αγωγή κατά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για μία (απαράδεκτη, κατ’ εμέ) δημόσια ανακοίνωσή του.

Στο τέλος, ο Δημάκης σταμάτησε την απεργία, καθώς του δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του όπως έκανε μέχρι τώρα από τις φυλακές. 

Πολλοί πολίτες βρέθηκαν να πανηγυρίζουν θεωρώντας τον αγώνα κερδισμένο καθώς πίστευαν  πως ο Δημάκης είχε δίκιο και πως δικαιώθηκε με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης. 

Ο Δημάκης όμως δεν κέρδισε τώρα. 

Αν η κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει στην απόφασή της, και ο Δημάκης δεν σταματούσε έγκαιρα την απεργία, θα πέθαινε. Αν θεωρούσε τελικά την ζωή του υπέρτερο αγαθό από αυτήν την μάχη και επέλεγε να κρατήσει τις δυνάμεις του για να πολεμήσει μία άλλη μέρα, μπορεί και να σταματούσε νωρίτερα, ανεξαρτήτως απόφασης. 
Ο Δημάκης κέρδισε εκείνη την στιγμή που είπε «νομίζω ότι είναι δίκαιος ο αγώνας μου, και θα παλέψω γι’ αυτό». Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα μετά, είτε ήταν μόνος του, είτε είχε εκατο χιλιάδες να συμφωνούν μαζί του και να διαδηλώνουν για να γίνει σεβαστό το αίτημά του, την στιγμή που αποφάσισε να διεκδικήσει αυτό που πίστευε σωστό και τίμιο, ήταν η στιγμή που κέρδιζε. 

~

Ο δεύτερος, είναι ο Μανώλης Κυπραίος.  Δημοσιογράφος, που έχασε για πάντα την ακοή του το μεσημέρι της 15ης Ιουνίου 2011 μετά από έκρηξη οβίδας κρότου-λάμψης που έριξε μία ομάδα των ΜΑΤ κοντά του, καθώς πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Όλο αυτό το διάστημα, απολύτως εξαφανισμένος από την επικαιρότητα και από τους συναδέλφους του, πάλεψε να δικαιωθεί, θεωρώντας πως αυτό που του συνέβη ήταν πέρα για πέρα άδικο. Πήγε στα δικαστήρια, δεχόμενος μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών και άλλων ανώνυμων για την απόφασή του.

Πριν λίγες ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε τον Μανώλη Κυπραίο

Ο Μανώλης όμως, δεν κέρδισε τώρα.

Η μάχη που έδωσε ήταν ήδη κερδισμένη όταν πήρε την απόφαση να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που βίωσε. Θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει δεκάδες φορές, όταν οι συνάδελφοί του επέλεγαν επιδεικτικά να αγνοήσουν την ιστορία του, ή όταν δεχόταν ύβρεις  για την μάχη του. Θα μπορούσε το δικαστήριο να μην τον δικαιώσει. Το «μπράβο» για την προσπάθειά του το άξιζε την στιγμή που αποφάσισε να πολεμήσει, όχι την στιγμή που ο δικαστής δικαίωνε τον αγώνα του.

~

Οι μάχες που δίνουμε, μπορεί να μην είναι επιτυχημένες. Οι αγώνες μας, μπορεί να είναι μάταιοι. Μπορεί να μην έχουμε φίλους μαζί μας, μπορεί να μην μάθει κανείς τι στερούμαστε, ούτε τι θέλουμε τελικά να πετύχουμε. Μπορεί να μας μισούν όσοι έχουν να χάσουν από την διεκδίκησή μας. Μπορεί, κάποια στιγμή να εγκαταλείψουμε, ή να χάσουμε.

Αν αυτές οι μάχες δίνονται τίμια και με αξιοπρέπεια, είναι κερδισμένες επειδή δόθηκαν, όχι επειδή κάποιος άλλος τελικά αποφάσισε πως είχαμε δίκιο ή άδικο. Η τελική κρίση τους, για τον κάθε ένα που πολεμά, δεν ορίζει το πρόσημο του αγώνα που επέλεξε. Ο Βασίλης και ο Μανώλης πάλεψαν τίμια, δημόσια και με προσωπικό κόστος.

Όποιος από εμάς συμφωνεί με την στάση τους και τον σκοπό τους, τους οφείλει το «μπράβο» και τον σεβασμό του όχι γιατί κέρδισαν, αλλά γιατί επέλεξαν να πολεμήσουν αυτό που τους αδικούσε με τον τρόπο που επέλεξαν να το κάνουν.

Πριν από λίγες ημέρες, έγινε σαφές ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να μην χαθεί -όσο αυτό είναι δυνατόν- η φετινή τουριστική περίοδος. Ο σκοπός είναι να έρθουν όσοι περισσότεροι είναι δυνατόν – και, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, κατανοώ και συμμερίζομαι την αγωνία της.

Οι τουρίστες παραμένουν (ειδικά τα τελευταία χρόνια) η βασικότερη κινητήριος δύναμη της οικονομίας μας. Αγροτικά και κτηνοτροφικά δεν πάμε άσχημα – αλλά κυρίως σε ποιότητα, όχι σε ποσότητα. Βιομηχανία δεν έχουμε, και έτσι καταλήγουμε να πουλάμε κυρίως ξένα προϊόντα, στέλνοντας τα χρήματά μας έξω. Υπηρεσίες παράγουμε, πράγματι – αλλά αν εξαιρέσεις τον τουρισμό, δεν μπορεί να στηριχθεί σοβαρά μία οικονομία μόνο σ’ αυτό.

Έτσι, μοιάζει απολύτως λογικό φέτος, που και η δική μας οικονομία πήρε τα κάτω της συνολικά, προερχόμενοι δε από μία δεκαετή περίοδο που δεν θα μπορούσαμε να ισχυροποιήσουμε διαφορετικές γραμμές παραγωγής, να μην είναι εφικτό να στραφούμε αλλού, και να είναι αυτό το τελευταίο αποκούμπι μας για να την γλυτώσουμε – όσο αυτό είναι εφικτό.

Το καταλαβαίνω – κάθε κυβέρνηση, ό,τι ιδεολογικό πρόσημο και να είχε, θεωρώ ότι σ΄αυτό το συμπέρασμα θα κατέληγε.

Θεωρώ όμως, και εδώ έρχεται η δική μου αντίδραση, ότι ενώ συμφωνώ με την κυβερνητική πρόθεση, και κατανοώ τις ανάγκες που μας οδηγούν σε τέτοια παράλογη διαδικασία (να θέλεις να ενισχύσεις την οικονομία σου φέρνοντάς σε σε επαφή περισσότερο κόσμο, εν καιρώ πανδημίας) οι προθέσεις και οι αποφάσεις της κυβέρνησης για το πως ακριβώς θα γίνει αυτό θα φέρουν τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα, και θα αποτελέσουν σοβαρή τροχοπέδη για τον αρχικά κατανοητό σκοπό, όχι μόνο φέτος, αλλά και για τα επόμενα χρόνια.

Εξηγούμαι.

Ο λόγος που είμαστε όλοι εδώ, και όλοι καλά, είναι γιατί όχι μόνο είχαμε την τύχη να νοσήσουμε αργότερα από άλλους, αλλά και την πρόνοια να αντιμετωπίσουμε αυτήν την κατάσταση με την λογική του (αυτο)περιορισμού. Αυτό, λειτούργησε (μέχρι τώρα) θετικά και εσωτερικά, γιατί δεν είδαμε +30.000 ανθρώπους συγγενείς και φίλους μας δίπλα μας να πεθαίνουν, διατηρώντας έτσι μία σχέση εμπιστοσύνης με την κυβέρνησή μας – αλλά και προς τα έξω, δίνοντας την εικόνας μίας χώρας ασφαλούς και σοβαρής, που είναι διατεθειμένη να κάνει θυσίες για να μείνει υγιής. 

Αυτήν την παρακαταθήκη ερχόμαστε να εκμεταλλευτούμε τώρα, με την ελπίδα ότι αυτή η εικόνα της ασφαλούς, ήρεμης και σοβαρής χώρας θα αποτελέσει ένα σημαντικό στοιχείο για να μας επιλέξει κάποιος να ξεκουραστεί εδώ.

Δεν είμαστε πια ήλιος. Ήλιο έχει και η Ιταλία, ήλιο έχει και η Ισπανία, ήλιο έχει και η Τουρκία πχ. Αυτό που πουλάμε φέτος, είναι η ασφάλεια.

Αν όμως, όπως έχω καταλάβει, η πρόθεση της κυβέρνησης είναι να αφήσει ανεξέλεγκτα τους τουρίστες να επισκεφθούν την χώρα μας, χωρίς καμία απολύτως λογική προστασίας και ασφάλειας τότε και εντός, και εκτός, αυτή η εικόνα θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Εκτός, γιατί αντιλαμβανόμενος ο Γερμανός πχ ότι ο Άγγλος τουρίστας, ή ο Ιταλός τουρίστας θα έρθουν χωρίς κανέναν έλεγχο, χωρίς καμία προετοιμασία, μόνο για να αφήσει τα χρήματά του, είτε δεν θα έρθει καν, τρομοκρατημένος από αυτό που θα τον περιμένει, είτε θα έρθει, και θα μας κατηγορήσει δικαίως αν όντως τελικά κολλήσει και οι διακοπές του γίνουν εφιάλτης. Αλλά και εντός θα υπάρξει πρόβλημα, γιατί με το άνοιγμα της αγοράς που έχει ήδη γίνει, και την αθρόα μετακίνηση κόσμου που προβλέπεται, αν παρ’ ελπίδα πολλαπλασιαστούν τα κρούσματα, ο Έλληνας θα κατηγορήσει τους ξένους, και την κυβέρνηση που εμπιστεύτηκε μέχρι τώρα. Και τότε ο Ξένιος Δίας θα πάρει πόδι, και ο τουρίστας δεν θα έχει μπροστά του χαμογελαστά πρόσωπα όπως έχει συνηθίσει, αλλά καχυποψία και άρνηση. Θα είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να μιλήσεις για οτιδήποτε άλλο, αν πεθαίνουν δικοί σου άνθρωποι δίπλα.

Η εντύπωση της ασφάλειας θα εξανεμιστεί εν ριπή οφθαλμού.

Δεν είναι όμως μόνο θέμα εντύπωσης. 

Φαντάζεστε το απευκταίο (αλλά πολύ λογικό, σχεδόν αναμενόμενο) σενάριο να υπάρξουν κρούσματα; Φαντάζεστε ένα ξενοδοχείο που σφραγίζει ξαφνικά, ένα καράβι που δένει λόγω κρουσμάτων; Φαντάζεστε ο ηλικιωμένος τουρίστας πχ, που αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως προστασία στην χώρα μας, να χρειαστεί να νοσηλευτεί σε ένα νοσοκομείο του νησιού; Και, το ακόμα χειρότερο σενάριο: Φαντάζεστε να καταλήξει;

Δεν μιλάω για την ανθρώπινη προσέγγιση του θέματος, αυτή είναι αυτονόητη. Προφανώς μιλάμε για ανθρώπους, που θα έπρεπε να είναι, χωρίς συζήτηση, η βασική μας προτεραιότητα. Το θέμα μας εδώ, είναι ότι ακόμα και αν δεν μιλήσουμε για το προφανές, ακόμα και αν ξεκινάω με μία κατανόηση ότι ο τουρισμός είναι, όντως η βαριά βιομηχανία μας, και όντως, ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει ο καθένας μας για την κάθε κυβέρνηση, το πιο πιθανό είναι πως δύσκολα θα παίρναμε άλλον δρόμο από το να ανοίξουμε την τουριστική μας αγορά, κάνοντας το έτσι, όπως είναι προγραμματισμένο, μπορεί να είναι πιο εύκολο, πιο γρήγορο και ίσως πιο βολικό, βάζοντας σε κίνδυνο την ασφάλεια όλων μας, βάζουμε σε κίνδυνο τον τουρισμό μας.

Με ανοικτές πύλες, χωρίς αυστηρό έλεγχο, χωρίς έστω και ολιγοήμερη καραντίνα και εξαντλητικά τεστ, ώστε οι άνθρωποι που θα έρθουν εδώ να αισθάνονται και αυτοί ασφαλείς μεταξύ τους, και εμείς με αυτούς, το πρόβλημα μετακυλίεται στην τουριστική περιοχή, στους ανθρώπους που θα τους εξυπηρετήσουν, και στα αδύναμα κέντρα υγείας που θα αναλάβουν το βάρος της περίθαλψης.

Δεν νιώθω ότι είναι δίκαιο αυτό – για κανέναν.

Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν να αισθανθούν ασφαλείς, και εμείς θέλουμε να αισθανθούμε ασφαλείς, και θεωρώ πως αυτό (θα έπρεπε να) είναι το μοναδικό πλεονέκτημά μας. Και αισθάνομαι πως, ευκαιριακά, με ακατανόητες αποφάσεις και πλάνα, δεν το αποδυναμώνουμε απλώς: το εξαϋλώνουμε. Και μαζί μ’ αυτό, και την όποια ελπίδα να είμαστε όλοι και υγιείς, και ασφαλείς, αλλά και οικονομικά πιο αυτάρκεις. 

Έτσι και αλλιώς, ακόμα και με τον σωστό τρόπο, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουμε την ασφάλεια στην χώρα μας. Αλλά δεν θα βοηθήσει καθόλου αν δεν κάνουμε εξ αρχής έστω και τα βασικά από όσα πρέπει να γίνουν.

Η γνώμη μου είναι πως, με αυτές τις ανύπαρκτες παραμέτρους που έχουμε θέσει για να ανοίξουμε τις παραλίες, τα βουνά και τους αρχαιολογικούς μας χώρους στους ήδη ταλαιπωρημένους και κουρασμένους φίλους μας, εκτός από τους ανθρώπους που θα περάσουν πολύ δύσκολα, ακόμα και το δευτερεύον τουριστικό μας μέλλον προδιαγράφεται εξαιρετικά δυσοίωνο – ίσως και εξαιρετικά γρήγορα μετά το άνοιγμα της περιόδου.

Η γνώμη μου είναι, πως και ο Έλληνας πολίτης που έχασε την δουλειά του και τα μέσα βιοπορισμού του, που είδε την επιχείρησή του να μαραζώνει, που έμεινε κλειδωμένος, που έδωσε μάχη με τους γονείς και τους παππούδες του και τα παιδιά του για να τους πείσει να αλλάξουν συνήθειες και να μείνουν υγιείς και ασφαλείς, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, αλλά ειδικά αν η εικόνα καταλήξει άσχημη, θα χάσει την εμπιστοσύνη του στο κράτος, θα πληγωθεί ανεπανόρθωτα μία καλή εν γένει εικόνα που είχε σχηματιστεί με κόπο σε πολύ δύσκολους καιρούς και που μας κράτησε όλους μονοιασμένους και δεμένους όπως ήμασταν μέχρι τώρα.

Αν σκοτώσουμε τον τουρισμό μας, αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα έξω, και αν πληγώσουμε την εικόνα που έχουμε χτίσει προς τα μέσα, θα έρθει δύσκολος χειμώνας και θα κρατήσει πολύ.

Και φοβάμαι, όχι μόνο ο τουριστικός χειμώνας.

Όσοι με ξέρουν λίγο καλύτερα, ξέρουν πως τα αθλητικά για μένα είναι απλώς ένα σκαλοπάτι για να σχολιάσω την κοινωνία. Δεν με νοιάζει ποια ομάδα κερδίζει αγώνες, πρωταθλήματα, ή θέσεις στην ιστορία και την μνήμη – περισσότερο με νοιάζει πως αντιδρούμε εμείς, ως κοινωνία, στον μικρόκοσμο του αθλητισμού. Και αυτή η σύνδεση πιο συχνά από ότι θα ήθελα αποδεικνύεται σοφή.
Αυτήν την φορά, δεν έχουμε τα μαχαίρια του τελικού κυπέλλου, αλλά -απλώς- μία απόφαση μίας επιτροπής. Η επιτροπή αυτή εξέτασε την κατηγορία ότι ο ΠΑΟΚ και η Ξάνθη έχουν κατά κάποιο τρόπο συμπλεκόμενη ιδιοκτησία, και γνωμοδότησε πως ευσταθεί ως κατηγορία, και θα έπρεπε να υποβιβαστούν οι δύο ομάδες.

Φυσικά, υπήρξαν αντιδράσεις. Εν μέρη η ευθύνη για την απόφαση αποδόθηκε στον Λ.Αυγενάκη, υφυπουργό Αθλητισμού ο οποίος είχε αλλάξει την σύνθεση της επιτροπής, εν μέρη γιατί η απόφαση θεωρήθηκε πως βγήκε πολύ γρήγορα, εν μέρη γιατί θεώρησαν ότι έκανε τα χατήρια του προέδρου του Ολυμπιακού Β.Μαρινάκη, εν μέρη γιατί το σωματείο κυρίως του ΠΑΟΚ είναι μεγάλο, και θα δημιουργούντω εντάσεις.

Και αυτό που ακολούθησε, νομίζω ότι χαρακτηρίστηκε από το σύνολο των ελλήνων που ασχολούνται με τον αθλητισμό ως «Φυσικά.»:

Αντιγράφω την ανακοίνωση της κυβέρνησης για το θέμα:

Την ώρα που η χώρα κάνει το άλμα προς τα εμπρός ξεπερνώντας διχαστικά διλήμματα του παρελθόντος, δεν έχει την πολυτέλεια να διχάζεται με αφορμή το ποδόσφαιρο. Ιδίως σε τόσο κρίσιμες στιγμές για τα εθνικά μας θέματα. Η Κυβέρνηση σέβεται το αυτοδιοίκητο του ελληνικού ποδοσφαίρου. Δεν θα επιτρέψει, όμως, ένα θέμα του ποδοσφαίρου να θέσει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή που τόσο δοκιμάστηκε στα χρόνια της κρίσης. Ούτε θα μείνει θεατής στο θέατρο του παραλόγου που εξελίσσεται με φόντο διαχρονικές παθογένειες που προσβάλλουν κάθε Έλληνα πολίτη. Με απόφαση του Πρωθυπουργού, αναλαμβάνεται άμεσα νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου να μην επιβάλλονται εξοντωτικές κυρώσεις, για θέματα όπως αυτά για τα οποία γνωμοδότησε η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού. 

Η απόφαση έχει βγει. Η κυβέρνηση όμως «για να μην τεθεί σε κίνδυνο η κοινωνική συνοχή» αποφασίζει -αν και σέβεται το αυτοδιοίκητο- να αλλάξει την μέγιστη ποινή απο υποβιβασμό σε κάτι άλλο, όχι τόσο …εξοντωτικό.

Πλέον, δεν μιλάμε για μπάλα. Ειλικρινά, αδιαφορώ ποια ομάδα παίρνει πρωτάθλημα, υποβιβάζεται, κάνει καλή μεταγραφή ή κέρδισε πέναλτι – δεν μιλάμε πια γι’ αυτό. Έχουμε μία απόφαση επιτροπής, και την κυβέρνηση να παρεμβαίνει ΜΕΤΑ την ανακοίνωσή της, ΜΕΤΑ την διάπραξη της -όποιας, δεν έχει καν πάει στο εφετείο όλο αυτό- παρανομίας, και ΑΛΛΑΖΕΙ την μέγιστη ποινή.

Για όποιον μου πει «καλά, μην κάνεις έτσι, για μπάλα μιλάμε, σιγά» θα του πω πως ΑΚΡΙΒΩΣ, για ΜΠΑΛΑ μιλάμε, κανέναν λόγο δεν θα είχε να ξεφτιλιστεί έτσι κοτζαμάν κυβέρνηση(*). Θα υποβιβάζονταν οι ομάδες αν έχαναν και την έφεση, θα ανέβαιναν σε 3-4-5 χρόνια όπως έγινε και με την ΑΕΚ, και θα είχε λήξει όλο εκεί.

Θα υπήρχαν αντιδράσεις; Έντονες; Ασφαλώς. Θα υπήρχε θυμός; Βεβαίως. Θα ήταν δικαιολογημένος; Μπορεί – μπορεί και όχι, αυτό είναι θέμα ελέγχου της επιτροπής, η οποία μπορεί να αποφάσισε δίκαια ή άδικα.

Αμ δε.

Από την στιγμή που η κυβέρνηση, «με εντολή του πρωθυπουργού» μάλιστα, ΑΛΛΑΞΕ τον νόμο ΚΑΤΟΠΙΝ της απόφασης, η ξεφτίλα δεν σταματά στις τέσσερις γραμμές ενός γηπέδου, στις κερκίδες του, ή στις μπουτίκ και στους συλλόγους των οπαδών. Η ξεφτίλα προχώρησε σε καθε γωνιά της κοινωνίας, που βλέπει ότι ακόμα και στα αθλητικά, με την απόφαση αυτή, δεν θα υπάρχει κανένας κερδισμένος – όλοι θα είναι χαμένοι. 

Και προπαντός η δικαιοσύνη, σε κάθε μορφή της. Με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

(*) Αφού είναι νομοσχέδιο, θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε και τις αντιδράσεις από τα άλλα κόμματα. Ποιοι θα συνεναίσουν σ’ αυτόν τον βιασμό της λογικής και της δικαιοσύνης;

Η «υπόθεση ταράτσα» – εφάμιλλη της παλαιότερης υπόθεσης «ζαρντινιέρα»-  έχει αναδείξει ως αφορμή ένα σωρό ζητήματα που κρατάγαμε κάτω από το χαλί με μία παράξενη, αλλά κατ’ εμέ ίσως δικαιολογημένη ηττοπάθεια.

Προσωπικά, έχω ξεκαθαρίσει υπερβολικά πολλές φορές πως έχω μόνο μία ψήφο, την δική μου, δεν ζήτησα ούτε ζητάω από κανέναν να την ακολουθήσει ή να την ενστερνιστεί και με διοικεί η ψήφος των υπολοίπων, ευχάριστη ή δυσάρεστη, όπως οφείλω σε μία δημοκρατία. Αλλά όποιος και να είναι επάνω, δεξιά ή αριστερά, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ ή Σύριζα, η ευθύνη πέφτει στο να με διοικεί σωστά, δίκαια – όχι στο ποιος είναι επάνω. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι μ’ αρέσει να υπουργοποιείται ο Βορίδης ή ο Γεωργιάδης, να αναλαμβάνουν ρόλο πανταχόθεν ακροδεξιοί, να νομιμοποιείται ο συντηρητικός λόγος – τουναντίον, όσο ήταν στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, υπεύθυνοι ήταν οι ψηφοφόροι τους και αν τους άρεσαν τους ψήφιζαν, αν όχι τους κατέκριναν. Αν κρίνω από το εκλογικό αποτέλεσμα ανά βουλευτή, στο μεγαλύτερο ποσοστό, η δεξιά επικρότησε τους ακραίους. 

Τώρα όμως είναι κυβέρνηση, κυβέρνηση όλων μας. Τώρα, όταν ένας υπουργός λέει «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» είναι ένας λόγος όχι μόνο δημόσιος, αλλά έχει και την βαρύτητα της εξουσίας. Έχει επαναληφθεί πολλές φορές – στο μυαλό μου έρχεται η δήλωση Καραμανλή «να υπάρξει μία διαφημιστική καμπάνια ώστε να νιώθει ως απόβρασμα της κοινωνίας όποιος δεν χρησιμοποιεί εισιτήριο» – όμως εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία:

Τρεις άνθρωποι, ένας πατέρας και οι δυο γιοί του, έχουν συλληφθεί και, κατά δήλωσή τους, υποστεί βία από την αστυνομία. Η ΕΛ.ΑΣ, προσάπτει σ’ αυτούς όχι απλώς βαριές, αλλά βαρύτατες κατηγορίες – οι δύο γιοι τραυμάτισαν πετώντας πέτρες από την ταράτσα έναν αστυνομικό, έφτιαξαν δολοφονική παγίδα με καρφιά, ενώ ο πατέρας κατηγορείται ότι πήγε να αρπάξει το όπλο του αστυνομικού(!)

Έχουμε δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές, που όμως δεν είναι ισοδύναμες. Για τους δημοσιογράφους Κανέλλη των Νέων και Θεοδωρόπουλο της Καθημερινής «ακριβώς έτσι έγιναν τα πράγματα» υιοθετώντας την θέση της αστυνομίας, ο Δημήτρης Οικονόμου ειρωνεύεται την οικογένεια με tweet το οποίο σβήνει μετά, το ίδιο κάνει ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος του ΠΑΣΟΚ (που όμως δεν το σβήνει μετά), η huffington post γράφει άρθρο-κόλαφο με τίτλο «Καταληψίες τα δύο αδέρφια που συνελήφθησαν – Ο πατέρας προσπάθησε να πάρει όπλο αστυνομικού» – και δεν μπαίνω καν σε iefimerida και λοιπά κατ’ ευφημισμόν «φιλελεύθερα» site για να δω την δική τους αντιμετώπιση.

Απέναντί τους, μόνο οι μαρτυρίες για το ποιόν της οικογένειας και του πατέρα από τους φίλους τους που έχουν δημόσια φωνή, γιατί ο άνθρωπος τύγχανε γνωστός σκηνοθέτης, τα τραύματα στο πρόσωπο του πατέρα, και οι κάμερες που κατέγραψαν μέρος από το γεγονός.

Μπορώ (με κάποια δυσκολία βέβαια) να κατανοήσω πως κάποιος μπορεί να επιλέξει «να πάρει ένα στρατόπεδο» – είναι βέβαια …ατυχές να είσαι δημοσιογράφος και να μην αναρωτιέσαι ΜΗΠΩΣ υπάρχει έστω και ένα λάθος στην στάση της αστυνομίας – αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; – ή να είσαι πολιτικός και να μην φροντίζεις να πάρεις μία θέση που σέβεται ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ τον πολίτη πριν καταδικαστεί ως ένοχος.

Αλλά όταν είσαι εξουσία, και η στάση σου είναι «αν δεν ανοίξεις την πόρτα χωρίς ένταλμα είσαι προφανώς παράνομος«, τότε το πράγμα, επιτρέψτε μου, αγριεύει. Αγριεύει πολύ. Και αγριεύει πολύ επιπλέον γιατί λίγους μήνες πριν, οριοθέτησες την άσκηση της εξουσίας με ένα «εγώ θέλω να σπάει την πόρτα και να μπαίνει» – και αυτό ακριβώς, λίγο μετά, κατηγορείται ότι ακολουθήθηκε κατά γράμμα.

Επιτρέψτε μου μία παρένθεση: αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; Λοιπόν η κυβέρνηση (αυτή, η ίδια, δεν είναι παρακαταθήκη της αμαρτωλής προηγούμενης) βρήκε κάποιον να το κάνει, τον όρισε υπεύθυνο, αυτός ο κάποιος αντέδρασε άμεσα και έντονα – και εισέπραξε την νουθεσία του ελεγχόμενου ουσιαστικά από τον ίδιο υπουργού ο οποίος παίρνει ξεκάθαρα θέση, και του υπουργού που θεωρεί εξαρχής παράνομους όσους δεν ασκούν τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος.

Αυτά, δεν είναι απλώς παραλογισμοί. Αυτές είναι σοβαρότερες, εξόχως επικίνδυνες καταστάσεις.

Ξεκίνησα το άρθρο μου τονίζοντας πως αυτή η υπόθεση ξεσκέπασε όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί – και θέλω να κλείσω μ’ αυτό. Η μάχη που βλέπουμε τώρα, δεν είναι του αν η ταράτσα είναι δημόσιος χώρος, δεν είναι αν ο σκηνοθέτης είναι είναι δεξιός ή αριστερός, δεν είναι αν η οικογένεια ήθελε οικειοποιηθεί το καταληφθέν οίκημα ή επιτέθηκε στους αστυνομικούς, δεν είναι αν οι σφαίρες που έριξαν αλλού (εξ επαφής!) σε κοπέλα είναι σφαίρες ή …μπάλες.

Η μάχη της ταράτσας, έχει να κάνει με το αν η πολυκατοικία στην οποία μένουμε όλοι είναι δεξιά, ή ακροδεξιά. Ο Χρυσοχοΐδης δεν μετρά – είναι αναλώσιμος, αυτό δεν είναι απλώς σαφές αλλά και εξαρχής αναμενόμενο. Επιπλέον, αυτή η μάχη δεν αφορά τους αριστερούς, και το λέω τελείως σοβαρά: σε όλο αυτό που συμβαίνει φρονώ ότι ίσως για μία και μοναδική φορά, η αριστερά πρέπει να μείνει σιωπηλή. 

Η δεξιά, καθορίζει και καθορίζεται με την στάση της σ’ αυτήν την συγκεκριμένη υπόθεση με μία συγκεκριμένη γραμμή. Οι θέσεις είναι ξεκάθαρες. Νομίζω ότι φτάνει πια με τα μισόλογα, τα πότε έτσι και πότε αλλιώς. Τα γάντια έχουν βγει – δεν υπάρχουν πια κανόνες. Ας διώξει ο πιο ισχυρός τον πιο ανίσχυρο από την ταράτσα, για να ξέρουμε και εμείς με την σειρά μας, τι ακριβώς μας κυβερνά.

Αν μας κυβερνά το «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» – ή όχι. Δεν υπάρχει εδώ «μέση λύση»: ή παίρνουμε αυτόν τον δρόμο, ή όχι. Ας το λύσουμε μία και καλή, ξεκάθαρα.

Αλλιώς, οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν τσακώνονται αέναα μεταξύ φιλοφρονήσεων στην ταράτσα ανεχόμενη ουσιαστικά η μία την άλλη, και το ξύλο θα συνεχίσουμε να το τρώμε μάλλον εμείς οι υπόλοιποι.

Και δεν θα υπάρχουν πάντα κάμερες να μας δικαιώνουν, ούτε θα έχουμε διάσημους φίλους να ορκίζονται για μας.

Τις τελευταίες μέρες – και όχι μόνο – γίνεται λόγος για την διευκόλυνση της ψήφου των ψηφοφόρων εκτός ελλάδος – και, όσο πλησιάζουμε σε μία απόφαση, τα επιχειρήματα νιώθω πως γίνονται όλο και πιο έντονα.

Κατέληξα να διαβάζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ακροδεξιοί, δεν έχουν καμία σχέση με το σήμερα, ότι είναι ξεκομμένοι από την ελληνική πραγματικότητα. Προσωπικά αισθάνομαι πως έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτό (αν βρω κατι αργότερα θα το συνδέσω στο άρθρο) μα αξίζει νομίζω να γίνω ξεκάθαρος για την θέση μου στο θέμα:

Είναι αδιανόητο να μην διευκολύνεις με όποιον τρόπο μπορείς την ψήφο ενός πολίτη με δικαίωμα ψήφου.

Αυτό είναι όλο. Δεν έχει καμία σημασία τι θέλει να ψηφίσει, πόσο ασχολείται, αν μιλάει ελληνικά ή έμαθε τα αμερικάνικα και ξέχασε όλα τα άλλα – κάθε πολίτης με δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να διευκολύνεται με κάθε δυνατό τρόπο, να ασκησει αυτό το δικαίωμα.

Στην πραγματικότητα, για να το δούμε καθαρά, ΗΔΗ αυτός ο άνθρωπος, με όσα του σέρνει ο καθείς, ΜΠΟΡΕΙ να ψηφίσει. Πρέπει πιθανόν να πάρει άδεια, να πληρώσει εισιτήριο πήγαινε-έλα, να βρει το εκλογικό του τμήμα – ναι, είναι ταλαιπωρία και κόστος, αλλα σε καθε περίπτωση μπορεί να το κάνει.

Μπορεί, καθώς είναι ήδη εγγεγραμμένος σε κάποιον κατάλογο.

Αυτό που αλλάζει πρακτικά, είναι πως, αν για παράδειγμα πρέπει να έρθει στην Ελλάδα για να ψηφίσει, θα το κάνει ο πιο πλούσιος, ή εκείνος που έχει την δυνατότητα να λείψει από την δουλειά του – μία ορισμένη κατηγορία ανθρώπων. Αν πρέπει να φτάσει στο προξενείο ή στην πρεσβεία του, και μόνο εκεί να μπορέσει να ψηφίσει, ίσως, σε χώρες πχ όπως η Αυστραλία, αυτό να μην είναι εύκολο ή αυτονόητο.

Αυτό είναι όλο. Αυτή είναι αυτήν την στιγμή η μόνη διάκριση: η ευκολία ψήφου.

Θα δεχθώ να συζητήσουμε για το αν, ο τροπος που θα προταθεί για να ψηφίσουν αυτοί οι άνθρωποι είναι, τελικά, λανθασμένος. Πολύ ωραία, ας βρούμε έναν καλύτερο, πιο ασφαλή ή πιο αντιπροσωπευτικό.

Θα δεχθώ να ακούσω κάθε πρόταση για αλλαγή του νόμου, πχ. Κάποιος που δεν φορολογείται στην Ελλάδα να χάνει το δικαίωμα ψήφου – να το συζητήσουμε, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Κάποιος που δεν έχει έρθει στην Ελλάδα σε χρονικό διάστημα μίας εικοσαετίας, ή που απέχει ήδη από περισσότερες από Χ ψηφοφορίες, εντός ή εκτός Ελλάδας, να το συζητήσουμε. Αλλά αυτό είναι αλλαγή των κανόνων – όσο ισχύουν οι κανόνες, πρέπει να είναι για όλους όσο το δυνατόν πιο εύκολο να τηρηθούν, και οι υποχρεώσεις, και τα δικαιώματα.

Άλλωστε, μία σκέψη για τον Έλληνα μετανάστη που έχει στερηθεί πρακτικά το όποιο δικαίωμα ψήφου του επειδή ακριβώς έφυγε από την Ελλάδα: Θα ήθελα, πχ, αντίστοιχη ευκολία για να ψηφίσουν και να αλλάξουν τις χώρες τους, να έχουν και οι πρόσφυγες εδώ. Κάθε άνθρωπος που φεύγει από την χώρα του, είτε για καλύτερη διαβίωση, είτε γιατι εκεί χάνει ανθρώπινα δικαιώματά του, είτε γιατί εκεί καταπιέζεται πολιτικά ή κοινωνικά, θα έπρεπε να έχει ίση φωνή με τους άλλους για την κατάσταση που επικρατεί και για τις αλλαγές που χρειάζεται. Για κάθε πρόσφυγα λοιπόν που βλέπω να χάνει την φωνή του, το πρόσωπό του και την ύπαρξή του εδώ, θα ήθελα να του δώσω την ευκαιρία να έχει γνώμη για να αλλάξει την πατρίδα του. 

Την ίδια ευκαιρία, προσωπική μου γνώμη είναι, ότι την δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι που έχουν την δημοκρατική τιμή να βρίσκονται σε έναν εκλογικό κατάλογο. Και δεν θέλω να την στερηθεί κανείς επειδή δεν είναι αρκετά πλούσιος, ή δεν έχει αρκετές δυνατότητες να εκφραστεί εκλογικά.

«Η αισθητική είναι ενιαία» λέει ο Λιάγκας. «Την δείχνουν γιατί είναι πολιτικά ορθό πια», συνηγορεί η Γκαγκάκη.

Γιατί; Γιατί μία ευτραφής κοπέλα, βρίσκεται σε εκπομπή για μοντέλα. «Φταίει κι αυτή που πάει στην εκπομπή», συνηγορεί ο Λιάγκας. «Είμαι υποχρεωμένος να την βλέπω να αλοίφεται με λάδια και να είναι στην παραλία σαν …διαφήμιση της Greenpeace;» αναρωτιέται ο παρουσιαστής.

Προφανώς, η εκπομπή θα τραβήξει νούμερα αν ακροβατήσει ανάμεσα σε απόψεις, και προφανώς, ότι η γυναίκα ειναι φάλαινα (μην κρυβόμαστε με την διαφήμιση της Greenpeace μεταξύ μας, να χαρείτε) και δεν έχει καμία δουλειά με «αληθινά» μοντέλα είναι μία άποψη που την μοιράζονται αρκετοί ανάμεσά μας. Περισσότερο όμως με ανησυχεί, που η υποστήριξη της ενόχλησης αυτής, επαφύεται σε εκφράσεις όπως «ενιαία αισθητική» και «πολιτικά ορθό», που, υποσυνείδητα (ή όχι) παραπέμπουν σε άλλες ιδεολογίες, σαφώς πιο επικίνδυνες. Θα με ρωτήσεις – εύλογα- «μα τι άλλο θα μπορούσε να ειπωθεί, μια χοντρή θέλουν να εξευτελίσουν», και θα σου απαντήσω ότι ναι, αλλά το πρόβλημά μου είναι ο τηλεθεατής.

Γιατί αυτός που το ακούει θα δυσκολευτεί να κατανοήσει ότι «ενιαία αισθητική» ούτε υπάρχει, ούτε πολύ περισσότερο επιβάλλεται, ότι αυτό που λοιδορείται ως «πολιτικά ορθό», πολύ συχνά είναι αποτέλεσμα μίας μάχης που δόθηκε με πολύ μεγάλες απώλειες, κόντρα σε μία αδικία που επικράτησε ως νόρμα, και ότι το «και αυτή φταίει», συνήθως καταληγει με άνεση στο «αυτή φταίει» – προωθώντας, χωρίς να γίνει αντιληπτό, την ευθύνη της αυτολογοκρισίας απέναντι σ’ αυτό το θολό «ενιαία αισθητική» – όπως το ορίζει ο καθένας μας.

Το να κοροιδεύει κάποιος μία κοπέλα που έχει περισσότερα κιλά είναι άσχημο, το να το κάνει για τα νούμερα είναι χειρότερο, αλλά το να το κάνει με αυτήν την (επικίνδυνη, κατ’ εμέ) ρητορική, είναι τρομακτικό.

Εδώ η κριτική για την παρουσία της:

Ας ξεκινήσουμε ξεκαθαρίζοντας κάτι: Όλοι, από όπου και αν προέρχονται (πλούσιοι, φτωχοί, αγράμματοι, μορφωμένοι, από ιδιωτικά πανεπιστήμια ή κρατικές σχολές) κρίνονται πρωτίστως για το έργο τους, όχι για την διαδρομή τους. Ένας φτωχός δεν θα σκεφτεί απαραίτητα τους φτωχούς, ένας πλούσιος δεν θα προσπαθήσει απαραίτητα να προστατέψει την τάξη του – και πάει λέγοντας. Οι πράξεις τους είναι αυτές που λαμβάνονται υπόψιν, όσο τουλάχιστον αφορά την δική μου, προσωπική μου αξιολόγηση.

Το ληξαμε αυτό; Ας το ελπίσουμε. Πάμε τώρα στο προκείμενο:

Ο Κώστας Καραμανλής, νέος Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, ΔΕΝ ΕΙΠΕ ΠΟΤΕ ότι είναι «αποβράσματα» όσοι χρησιμοποιούν τις δημόσιες συγκοινωνίες χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο. ΠΟΤΕ. Αυτό είναι μία μετάφραση της είδησης που πλησιάζει τα όρια του fake news, και θα σας εξηγήσω μετά την διαφορά: ΠΟΤΕ όμως δεν είπε ότι τους θεωρεί ο ίδιος «αποβράσματα».

Μην δεχθείτε τον λόγο μου γι’ αυτό, ας αρκεστούμε όλοι μαζί στην κουραστική, πλην τίμια απομαγνητοφώνηση:

[…] και μάλιστα, αυτό που σκεφτόμαστε να κάνουμε, είναι κάτι το οποίο έχει συμβεί στην Γαλλία, είναι να υπάρξει μία πολύ μεγάλη διαφημιστική καμπάνια -και στην Αμερική- για τους λεγόμενους τζαμπατζήδες κ. Πορτοσάλτε, δηλαδή το ζήτημα δεν είναι να έρθω εγώ να σε πιάσω, το ζήτημα είναι ότι ο ίδιος ο άνθρωπος που κάνει, ε, αυτήν την πράξη, πρέπει να νιώθει, ως, απόβρασμα της κοινωνίας, δεν είναι δυνατόν, να μπαίνουμε, τζάμπα, στο μετρό.

Όλη η συνέντευξη εδώ, το απόσπασμα στο 15:32″

ΔΕΝ λέει λοιπόν ότι είναι αποβράσματα. Λέει όμως ξεκάθαρα, ότι το κράτος πρέπει να οργανώσει μία διαφημιστική καμπάνια, στην οποία να παρουσιάζονται ως αποβράσματα. Η διαφορά εδώ είναι τεράστια, και επιτρέψτε μου να επιχειρηματολογήσω.

Το αν ο Καραμανλής τους θεωρεί «αποβράσματα» ή όχι, είναι πρωτίστως δική του υπόθεση. Μπορεί να πιστεύει ο,τι θέλει, θα τον κρίνω, θα του την πω αν τελικά διαφωνώ μαζί του, και θα προσέξω (ως πολίτης λέμε τώρα) πολύ καλά να μην περάσει την δική του, προσωπική θέση, ως ενέργεια του κράτους όλων μας – εν πολλοίς να μην τους αντιμετωπίσει ως «αποβράσματα».

Όμως εδώ ο Υπουργός λέει κάτι άλλο, βαθύτερο. Λέει ότι θα κάνει ενέργειες, ως κράτος, ώστε να πείσει τους πολίτες (τους ίδιους που παρανομούν, και όλους εμάς τους υπόλοιπους) να τους δούμε και να τους αντιμετωπίσουμε ως «αποβράσματα».

~

Ακούστε, γενικά θα συμφωνήσω σε κάτι, για να εξηγούμαστε: Είναι παράνομο να μην πληρώνεις εισιτήριο όταν χρησιμοποιείς μία υπηρεσία. Μπορώ να δεχθώ αγγόγυστα και την άλλη πλευρά, που λέει «τα έχουμε χρυσοπληρώσει με τους φόρους μας» κλπ – αλλά η μάχη αν το πιστεύει κανείς αυτό δίνεται πάντα στο «να μην υπάρχει εισιτήριο για κανέναν», κεντρικά και δομικά δηλαδή – όχι να μην υπάρχει μόνο για όσους δεν φοβούνται να επαναστατήσουν σ’ αυτό που θεωρούν δίκαιο (όπως έγινε και με τις μπάρες).

Ανεξαρτήτως αντίδρασης, το κράτος έχει υποχρέωση (κατ’ εμέ, για σας μπορεί να είναι αλλιώς) να προστατεύει τους πολίτες που έχουν ανάγκη να μετακινηθούν, αλλά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να το πράξουν. Άνεργοι, άνθρωποι που μπορεί να εργάζονται – αλλά έχουν χαμηλά εισοδηματικά κριτήρια, κλπ είναι για μένα θεμιτό και φρόνιμο, να έχουν πρόσβαση σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτήν που μπορεί να διανύσουν με τα πόδια, πχ. Και πρακτικά (ή τεχνοκρατικά, αν θέλετε) να το σκεφτεί κανείς, κάποιος που δεν μπορεί να πληρώσει εισιτήριο, και είναι νομοταγής, δεν θα το κάνει – και αυτό θα δημιουργήσει δύο στρεβλές καταστάσεις: ο ίδιος δεν θα μπορεί να δουλέψει πχ σε μεγαλύτερες αποστάσεις, ή δεν θα εχει χρόνο να ξεκουραστεί, να περάσει με την οικογένειά του – κάτι αρκετά αντιπαραγωγικό αν θέλετε να το δούμε με αριθμούς, και το μέσο, πχ το τραίνο ή το λεωφορείο, θα ταξιδέψει την ίδια απόσταση έτσι και αλλιώς – αλλά άδειο και εν πολλοίς άχρηστο.

Είμαι σίγουρος ότι σε κάποιες «μοντέρνες, προηγμένες, παραγωγικές χώρες» θα έχουν ήδη αναλάβει τα έξοδα ώστε αυτές οι ομάδες που χρήζουν προστασίας να έχουν και αντίστοιχες ευκολίες στην μετακίνησή τους στις μεγάλες αχανείς πόλεις.

Όμως εδώ δεν συζητάμε το αν πρέπει και ποιοι να προστατεύονται από ένα ας το πούμε δικαίωμα μεταφοράς. Συζητάμε αποκλειστικά τι εικόνα πρέπει να έχει ο κάθε παραβάτης, και αν και πως το κράτος και πολίτες πρέπει να τον αποπέμψουν, ή να τον βοηθήσουν.

~

Προσωπικά θεωρώ ότι η σπίλωση μίας τέτοιας διαδικασίας, χωρίς να ληφθούν υπόψιν τα χαρακτηριστικά που οδηγούν σ’ αυτήν την πράξη, είναι μία εξαιρετικά σοβαρή, και ιδιαιτέρως επικίνδυνη διαδικασία. Όπως (θα έπρεπε να) μας έχει διδάξει πχ η αντίστοιχη που έγινε από το κράτος όταν συνελήφθησαν οι λεγόμενες «οροθετικές εκδιδόμενες γυναίκες» πριν από μερικά χρόνια, όταν το κράτος στοχοποιεί, και μάλιστα σε μία τόσο ευρεία ομάδα, τα πράγματα μπορούν να πάνε μόνο άσχημα.

Ιδίως αφού ο στόχος – όχι μία παράπλευρη απώλεια, αλλά αυτός καθ’ αυτός ο στόχος – είναι η υποβάθμιση πολιτών ως «αποβράσματα», η «εκπαίδευσή» μας να τους βλέπουμε εμείς ως τέτοιους και εκείνοι τον εαυτό τους, κάτι που θα οδηγήσει – ξανά, όχι ως πιθανή εξέλιξη, αλλά ως επι τούτου προσδοκόμενο αποτέλεσμα – να διχαστεί και να οδηγηθεί σε ακραίες σκέψεις (ειδικά με λέξεις όπως «αποβράσματα») μία ολόκληρη κοινωνία.

Μία κοινωνία που ήδη, στο παράδειγμα του 19χρονου Θανάση Καναούτη που σκοτώθηκε προσπαθώντας να γλυτώσει τον έλεγχο εισιτηρίων (ή δολοφονήθηκε από ελεγκτές σύμφωνα με τις καταγγελίες), η κοινωνία μας μάλλον μοιράστηκε (ελπίζω όχι ισόποσα) για το αν είχε ευθύνη – ακόμα και για το αν καλά έπαθε.

Η μαγιά πάνω στην οποία θα δούλευε μία τέτοια διαφημιστική καμπάνια θέλω να πω, δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα …επικοδομητική.

Ελπίζω και εύχομαι η αρχική σκέψη του Υπουργού να μην γίνει πράξη. Προσωπικά, αμφιβάλλω αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να μην τεθεί επι χάρτου, αλλά τουλάχιστον ελπίζω οι αντιδράσεις να οδήγησαν (ουσιαστικά, και όχι μόνο στο επίπεδο της συγνώμης) σε δεύτερες σκέψεις. Αλλά εδώ μιλάμε για το πρακτικό κομμάτι, και θα μου επιτρέψετε μία επιπλέον ανησυχία για το θεωρητικό επίπεδο στο οποίο προτίθεται να κινηθεί στο μέλλον η καινούργια κυβέρνηση: Φοβάμαι πως η στοχοποίηση εν γένει δεν θα είναι αποτέλεσμα ατυχών σκέψεων, αλλά προσεκτικού σχεδιασμού.

Και μία κοινωνία που εκπαιδεύεται να ορίζει μερίδα της ως «αποβράσματα» δεν μπορεί να φέρει τίποτα καλό, για κανέναν μας.

Υ.Γ.: Εδώ, η απολογητική δήλωση του Κ.Καραμανλή μετά τις αντιδράσεις για την αρχικη του θέση.

Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, αυτές στις οποίες καταλήγει κάθε προεκλογική περίοδος που ξεκινά την αμέσως επομένη των εκλογών, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω τις σκέψεις μου για τούτες τις εκλογές, έτσι ώστε να τα διαβάζω στο μέλλον, να μοιράζομαι λίγο πως ένοιωθα, πως σκεφτόμουν και πως ζούσα τον Ιούλη του 2019.

Κάθε απολογισμός του παρελθόντος, κάθε κατανόηση του παρόντος, κάθε ελπίδα ή στόχος για το μέλλον, ορίζεται κυρίως από το τώρα • από το πως βλέπεις τα πράγματα αυτήν την στιγμή. Αύριο η οπτική αλλάζει, χθες ήταν αλλιώς, ωριμάζουμε εμείς ή αναδιοργανώνεται η ζωή γύρω μας, οι προσλαμβάνουσες αυξάνονται, τα βλέπεις αλλιώς. Μόνο αν ξέρεις πως αισθανόσουν τώρα μπορείς να κατανοήσεις γιατί κάνεις ο,τι κάνεις τελικά, γιατί βλέπεις τα πράγματα έτσι, γιατί ορίζεις αυτές τις προτεραιότητες και όχι άλλες.

Ας δούμε πρώτα το παρελθόν.

Πουλήσαμε βλήματα στην Σαουδική Αραβία, κάναμε δώρο στα κανάλια τον φόρο του 20% που τους αναλογούσε, δεν αλλάξαμε, ως οφείλαμε, την κολπική εξέταση στις κρατούμενες γυναίκες, δεν δικαιώσαμε τις Αμαλίες, αφήσαμε τους ανθρώπους να σκοτώνονται ατιμώρητα για τις ομάδες τους και τους πληρώσαμε γι’ αυτό μέσω της ΕΡΤ, αφήσαμε τα ΕΛΠΕ ατιμώρητα και ξεχάσαμε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων (ξανά: Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας), δεν διαχωρίσαμε το κράτος από την θρησκεία, συνεχίσαμε τις απελάσεις προς την Τουρκία (ακόμα και εκτός νομίμων διαδικασιών), όχι μόνο το Mall συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά ο πρωθυπουργός επιχαίρει πως οι δουλειές με τον άνθρωπο που το εμπνεύστηκε και το δημιούργησε έγινε ο,τι είναι δυνατόν για να συνεχιστούν απρόσκοπτα και στο Ελληνικό, κάναμε δωράκι την άρση της προστασίας από τα τυχερά παιχνίδια, το μνημόνιο ψηφίστηκε fast-track, δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, εκατόν ένας οι νεκροί στην πυρκαγιά στο Μάτι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους, δεν προχώρησε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να δούμε πως φτάσαμε να χρωστάμε τόσα χρήματα, τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί – οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες, ακόμα καίγονται άνθρωποι γιατί κρυώνουν, δεν προστατευτήκαμε από τα κάθε luxleaks και τα Paradise Papers που φοροαποφεύγουν ζημιώνοντας την οικονομία μας, τα αυθαίρετα ακόμα εξαγοράζονται με φόρους και πρόστιμα, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος – ούτε καν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος – ενοίκιο ιδιοκτήτη στο κράτος, τα ΜΑΤ δεν φέρουν ακόμα διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται τυχόν παράνομες πράξεις τους (όπως αυτές στον Μάριο Λώλο και τον Μανώλη Κυπραίο), παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας, άνθρωποι πεθαίνουν ακόμα στο Κολαστήριο (ατιμώρητα) για ένα χαλασμένο δόντι, φερθήκαμε αισχρά στην Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποδεχθήκαμε τους νεκρούς της, (δεν) γίναμε σοφότεροι στην αναισθησία μας, τους αφήσαμε να παγώσουν απροστάτευτοι, τους εκδικηθήκαμε , «κρατικοποιήσαμε» το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για χρέη που κανείς δεν έχει ελέγξει πως έγιναν, περάσαμε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια σε μία εταιρία εξυπηρέτησης του χρέους και όχι των πολιτών, η Αμυγδαλέζα δεν έκλεισε (και άνθρωποι ακόμα έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας εκεί, εικοσιτέσσερις πνιγμένοι στην Μάνδρα, ακόμη πληρώνουμε για εξοπλισμούς, η Ελληνικός Χρυσός ακόμα σκάβει, χτίζει, κόβει δέντρα, και συνεχίζει το έργο της, οι άνθρωποι διαχωρίζονται ανάλογα με το με ποιο φύλο προτιμούν να ερωτεύονται για το αν θα αναθρέψουν παιδιά, το Μαξίμου παρέμεινε κομματικό όργανο , οι ελεύθεροι επαγγελματίες προπληρώνουν τον φόρο για την επόμενη χρονιά(!), ακόμα η φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι υψηλή, η υπόθεση Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι της εισαγγελίας, η Frontex ελέγχει τα σύνορά μας, ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ακόμα χρωστάει το παράλογο πρόστιμο που του έχει επιβληθεί (και, αν δεν χρωστάει πια, είναι γιατί θα το έχει αποπληρώσει όλο, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις), τα κανάλια δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά όταν τα έπιασαν να ορίζουν την πραγματικότητα αντί να την περιγράφουν, ούτε και οι δημοσιογράφοι , ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας παραμένει ακόμα εκεί, οι εφοπλιστές (δεν) πληρώνουν όσα οι ίδιοι κανονίζουν ως… «φόρο», οι διευθύνσεις στα Κολαστήρια και στα ΑΤ που αποδεδειγμένα βασάνιζαν κόσμο παραμένουν ατιμώρητες….

….και τόσα πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι καν. Μία τετραετία πλήρης, με οφειλές για το μέλλον, με υποσχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, με όνειρα που δεν έγιναν πράξη.

~

Ας δούμε όμως και το παρόν.

Ζούμε (για εμένα), στο κατώφλι των χειρότερων εκλογών που έχω βιώσει. Ξέρω καλά ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα όταν ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης ήταν αντίπαλοι, μα τότε τα ζούσα ως έφηβος, πιο αποστασιοποιημένα, πιο ονειρικά: Τώρα, τίποτα ονειρικό δεν έχει μία μιντιακή υστερία να ψηφιστεί ο εκλεκτός της καρδιάς τους, να βάζουν υποψηφιότητα άνθρωποι που ελέγχονται από την δικαιοσύνη – και στο ευρωκοινοβούλιο να εκλέγονται κιόλας, τίποτα αθώο δεν έχει η απόλυτη συντηρητικοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού λόγου, η επιστροφή στο παρελθόν του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», με δόσεις «Μαδούρων», «ακροαριστερών φίλων της τρομοκρατίας» και «έκφυλων».

Μπορεί, δεν ξέρω, όλο αυτό να έχει ξεκινήσει πιο νωρίς – μπορεί. Μα μετά από δέκα χρόνια απόλυτης εξαθλίωσης, δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το να υπερασπιζόμαστε ακόμα τον διαχωρισμό της ευθύνης της πράξης απέναντι στην ευθύνη της φυλής, το δικαίωμα στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, το να μην θεωρούμε όποιον διαφωνεί μαζί μας «εχθρό της πατρίδας» – είναι μία μάχη που δυσκολεύομαι πολύ να βρω τις αντοχές να την δώσω.

Ο πολιτικός χάρτης, μοιάζει μάλλον ζαλισμένος:

Στα δεξιά, ο συντηρητισμός πλέον υψώνει την φωνή του, με όλα τα νέα στελέχη που τον εφοδιάζει: Είτε πρόκειται για alt-right ανερχόμενες προσωπικότητες, όπως ο Μπογδάνος, είτε πρόκειται για καινούργιους προέδρους κομμάτων όπως ο Βελόπουλος, από την νέα βουλή όχι μόνο δεν θα λείψει η συντηρητική ατζέντα, μα θα έχει κυρίαρχο λόγο. Αν βγει κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, που στα ψηφοδέλτιά της ο συντηρητισμός έχει βροντερή φωνή, τότε να περιμένουμε και αντίστοιχη πολιτική ως κυβέρνηση.

Οι ναζί όχι μόνο -ανεξαρτήτως του εκλογικού ποσοστού που θα πάρουν στις εκλογές που έρχονται- ενσωματώθηκαν πάλι στην καθημερινότητά μας από την κερκόπορτα του Μακεδονικού θέματος αλλά έγιναν και όχημα και για τις δύο πλευρές της υπόθεσης: οι κατά της συμφωνίας χρειάζονταν στρατιώτες, οι υπερ έναν φρικτό εχθρό. Οι πεντακόσιες χιλιάδες ψήφοι που συγκέντρωσε στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν πάνε εκεί, θα μοιραστούν στα υπόλοιπα συντηρητικά κόμματα.

Στο λεγόμενο κέντρο, μάχονται ΚΙΝΑΛ και Λεβέντης, αν και η μάχη είναι μάλλον άνιση. Ο Λεβέντης έδειξε ο,τι είχε να δείξει – και φαίνεται πως δεν θα πείσει άλλους ψηφοφόρους. Το ΚΙΝΑΛ (ας το λέμε ΠΑΣΟΚ για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας) έπαιξε καλά το χαρτί «υπάρχουμε» -κυρίως με την αποπομπή Βενιζέλου- το χαρτί «θα μας χρειαστείτε», καθώς προσβλέπει σε μία μη αυτοδύναμη κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη όπου η παρουσία του θα είναι αναγκαία, και τραβάει από τους παλιούς χωρίς απαραίτητα να μπορεί να δημιουργήσει καινούργιους ψηφοφόρους.

Οι αριστερές εναλλακτικές από την άλλη μοιάζουν αδύναμες. Η ΛΑΕ και η Πλεύση δεν έχουν αρθρώσει πειστικό λόγο στους πολλούς, λειτουργούν κυρίως με αρχηγικές δομές, έχουν μεν πλάνο, δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι εφικτό ή/και ξεκάθαρο – και χάνουν τους λιγότερο σκληρούς αριστερούς με την στάση τους σε θέματα όπως πχ στο Μακεδονικό. Το ΜέΡΑ25, the new kid on the town, μοιάζει να κερδίζει με ένα πιο ανοικτό πρόγραμμα, αλλά φαίνεται πως τον διακατέχει η ίδια ασθένεια με τους άλλους, καθώς έχει ιδιαιτέρως προσωποκεντρική δομή, προχειρότητα στις επιλογές προσώπων λόγω της πίεσης του χρόνου, και η οικονομική του πολιτική φαίνεται πως δεν κατάφερε να είναι αρκετά απλή ώστε να την κατανοήσουν πλήρως όλοι.

Το ΚΚΕ …παραμένει το ΚΚΕ, ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Εξίσου συντηρητικό με το πρόσφατο παρελθόν του -για άλλους καλό αυτό, για άλλους κακό- έχει μία γραμμή, την κρατάει, και μένει να φανεί αν θα το εισπράξει σε επιπλέον ψήφους ή όχι.

Ποτάμι και ΑνΕλ δεν κατεβαίνουν σ’ αυτές τις εκλογές, καθώς η προηγούμενη τετραετία τα πλήγωσε βαθιά δημοσκοπικά, θα έλεγα για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Αυτή η πολιτική εικόνα για μένα είναι ιδιαιτέρως απογοητευτική. Υπήρξε μία έντονη μεν, πλήρης δε τετραετία, χρόνος ικανός για να δομηθεί ένας νέος πολιτικός λόγος, μία πολιτική πρόταση που θα μπορούσε να αναλύσει ήρεμα τι έγινε, γιατί έγινε, και να καταθέσει προτάσεις για να μην ξαναγίνει. Να συγκεντρώσει ανθρώπους που έμειναν έξω (κυρίως για πολιτικούς λόγους) από την διαδικασία, να τους πείσει να συμμετάσχουν, να τους δώσει βήμα να μιλήσουν αυτοί που δεν ακούστηκαν ως τώρα – αν υπάρχουν, και όσοι υπάρχουν. Αυτό βέβαια, ως προϋπόθεση, θα είχε και το να μπορούμε και εμείς ως ψηφοφόροι να καταλάβουμε ΤΙ έγινε, ΓΙΑΤΙ έγινε, και κυρίως πως δεν θα ξαναγίνει, και, φυσικά, την ξέρετε την άποψή μου, ήταν άλλη μία χαμένη τετραετία καθώς δεν φαίνεται πως μάθαμε τίποτα.

Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στις καλύτερες ημέρες της και η δημοκρατία λιώνει από το ίδιο της το οξύ των πολιτικών της.

Και όλα αυτά, κυρίως επειδή ο μεγάλος χαμένος παραμένει η δημοσιογραφία.

Μονοπώλια μιντιακής επικοινωνίας, που συνήθως εξυπηρετούν τους δικούς τους σκοπούς, θάβουν όποια είδηση δεν θέλουν να ακουστεί, αναγάγουν σε πρώτο θέμα όποια είδηση εξυπηρετεί τα πλάνα τους, δημιουργούν ειδήσεις αν χρειαστεί να ενισχύσουν την άποψή τους. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν εξυπηρετείται η αλήθεια – και, όσο γίνεται αυτό, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία έχουν καμία τύχη.

Παρότι αυτό παλιότερα θα έμοιαζε απίθανο, είμαι πεπεισμένος ότι σήμερα η δημοσιογραφία είναι στο χειρότερό της σημείο, και δυστυχώς χωρίς κανένα φανερό σημάδι ανάκαμψης από αυτήν την απογοητευτική θέση. Αντιθέτως.

~

Να δούμε όμως: τι αύριο θέλουμε;

Αντί να μου πουν οι άλλοι τι αύριο μου προτείνουν, οφείλω, μετά από τόσα χρόνια, να το ζητήσω εγώ. Ξέρω τι θέλω, ξέρω και από ποιον μπορώ να το ζητήσω και από ποιον όχι. Ξέρω πως κάπου συμφωνώ με τους άλλους, και κάπου διαφωνώ. Και όπως κάνω σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το καταθέτω για να είμαι τίμιος και αύριο με όσα ζητάω:

Θέλω όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κάθε φυσικού ή τεχνητού διαχωρισμού να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Θέλω να έχουν το δικαίωμα να σκέπτονται ελεύθερα, να τιμούν τους θεούς τους και να οργανώνουν πολιτικά τα θέλω τους, να αγαπούν όποιον θέλουν και να μην υφίστανται διαχωρισμούς γι’ αυτό. Θέλω να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στον νόμο, όπως θα έχω και εγώ ως κράτος απέναντι στ’ αυτούς. Θέλω η κυβέρνησή μου να τους παρέχει υγεία, παιδεία, στέγη και φαγητό ως οφείλει, ανεξαρτήτως της οικονομικής και νομικής τους κατάστασης και να μην καταστέλλει τις αντιδράσεις τους όταν τους στερούνται αυτά τα βασικά, ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω μια οικονομία που να προστατεύει τον αδύναμο, συγκεντρώνοντας από τον πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει σε όλους να κερδίσουν από τις ιδέες τους. Θέλω να προστατεύει τον εργαζόμενο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον εργοδότη να λειτουργεί με νόμους προκαθορισμένους, που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο. Θέλω ίση επιχειρηματική μεταχείριση σε όλους, χωρίς χάρες σε ημέτερους και φίλους. Θέλω βασικές δομές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, το νερό να καλύπτουν κρατικά και αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες όλων με την οικονομική στήριξη όλων των πολιτών.

Θέλω ο πολίτης να μπορεί να διαμαρτύρεται, χωρίς να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα. Θέλω οι ενστάσεις του όχι απλώς να επιτρέπονται, αλλά να προστατεύονται και να δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται όσο πιο ξεκάθαρα και δυνατά γίνεται.

Θέλω η κρατική βία να ελέγχεται πλήρως, και πιο αυστηρά από κάθε άλλη βία, και οι τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται την δυνατότητα για να ασκείται κρατική βία, να είναι παραδειγματική. Θέλω οι κρατικές αρχές να είναι υπεύθυνες και υπόλογες για την ασφάλεια και την ισονομία για κάθε πολίτη που έχει στερηθεί για οποιονδήποτε λόγο τα δικαιώματά του.

Θέλω να διαχωριστεί το κράτος από την θρησκεία. Οι πολίτες (να) έχουν δικαίωμα στον/στους θεούς τους, χωρίς αυτό να αποτελεί κρατική υποχρέωση και/ή δέσμευση.

Θέλω οι τραπεζικές δομές να ελέγχονται πλήρως. Θέλω η πρόσβαση στο χρήμα να είναι εφικτή για όλους με τους ίδιους όρους και τους ίδιους κανόνες. Θέλω ξεκάθαρες και διαφανείς διαδικασίες ελέγχου και λειτουργίας.

Θέλω η πολιτική ζωή του τόπου να ελέγχεται πιο δίκαια. Θέλω να υπάρξουν επιτροπές δικαστών, και όχι πολιτικών φίλων που θα καθορίζουν αν μία παράβαση βουλευτή είναι ή δεν είναι πολιτική δίωξη.

Θέλω κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε εδώ, να έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους εμάς. Να μπορεί να ψηφίζει, να έχει πατρίδα και τους ίδιους κανόνες και δικαιώματα όπως όλοι οι υπόλοιποι από εμάς. Θέλω κάθε άνθρωπος που φτάνει ως εδώ, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Να έχει εγγυημένο ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δικαιωμάτων, να του δίνεται ελευθερία και η ευκαιρία αν θέλει να ταξιδέψει αλλού, ή να διεκδικήσει άσυλο με την ελάχιστη ταλαιπωρία και να το παίρνει όσο πιο εύκολα είναι δυνατόν αν το δικαιούται.

Θέλω κάθε κρατική δαπάνη να είναι διαφανής, δημόσια, δικαιολογημένη και ελεγχόμενη.

Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει το αυτονόητο δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση. Το κράτος να τον προστατεύει όταν το ζητά, αλλά να μην τον τιμωρεί για πρακτικές και τρόπους ζωής όταν κάνουν κακό μόνο στον ίδιο, και όχι στους ανθρώπους γύρω του.

Θέλω σεβασμό στο κοινοβούλιο. Θέλω να μην έρχονται νομοσχέδια από το παράθυρο, να δίνεται αρκετός χρόνος στους πολίτες να μελετήσουν αν θέλουν τους νόμους και η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, αντιρρήσεις και προτάσεις.

Θέλω να μπορούν να ψηφίζουν όλοι, όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, εφόσον έχουν τα εκλογικά τους δικαιώματα, με τον πιο εύκολο, ξεκάθαρο και ιδιωτικό τρόπο.

Θέλω να μάθω πως φτάσαμε εδώ. Θέλω να ξέρω τις ευθύνες του κράτους, να αποδοθούν και να τιμωρηθεί κάθε παρανομία και αβλεψία στον βαθμό που πρέπει, και να επισημανθεί για να διορθωθεί κάθε αστοχία.

Θέλω το κράτος μου να αποσυνδέσει το κόμμα από την εξουσία. Θέλω οι κυβερνήσεις μου να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως αφεντικό και εντολοδόχο, και όχι ως ψηφοφόρο. Θέλω ένα κράτος που συμπεριφέρεται χωρίς «εμείς και αυτοί».

Αυτά θέλω εγώ. Ο καθένας μπορεί να θέλει κάτι άλλο – κάπου να συμφωνεί κάπου να διαφωνεί • όπως έχω ξαναπεί, μία ψήφο εγώ, μία ψήφο και ο καθένας από τους αναγνώστες μου. Ας διεκδικήσουμε όσα πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, και ας σταθούμε τίμιοι στα θέλω μας, ώστε το κόμμα που θα κερδίσει την εξουσία, να το ελέγξουμε ως κόμμα όλων μας, όλων των πολιτών και όχι ως «δικό μας ή δικό τους».

Καλή ψήφο σε όλους μας.

Τι δεν έχω καταλάβει; Η Μοροπούλου υποψήφια βουλευτής της ΝΔ εισέπραττε σύνταξη χηρείας. Παρότι άλλαξε ο νόμος το 2010, συνέχιζαν να τις καταβάλλουν το ποσό στον λογαριασμό της.

Το 2017, έγιναν (από την ίδια, από ότι καταλαβαίνω, αλλά δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για το σκεπτικό μου) ενέργειες για να μην εισπράττει το ποσό αυτό.

Γιατί όλη αυτή η φασαρία;

Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι έχει η ίδια ευθύνη για την άγνοια της αλλαγής του νόμου – δεν είναι δα ότι ήταν βουλευτής τότε η γυναίκα για να έχει επηρεάσει κάτι, ή να πρέπει να διαβάσει κάτι. Ο νόμος λέει ότι έχει – θαυμάσια, οφείλει να επιστρέψει το ποσό, και η ίδια το αποδέχεται (επιμένω στην θέση μου ότι δεν φταίει αυτή, και δεν θα έπρεπε να τιμωρηθεί με τόκους κλπ – αλλά, άσχετο).

Το κράτος όμως της κατέβαλλε τα χρήματα, δεν πήρε η ίδια ένα πιστόλι να τα κλέψει. Μεγαλύτερη -αν όχι αποκλειστική- ευθύνη έχει εκείνο λοιπόν, οι υπεύθυνοι που έπρεπε να ελέγχουν που πάνε τα χρήματα και γιατί (θυμίζω, 2010-2017, οι στιγμές που το κρατικό χρήμα έλειπε από παντού).

Η Μοροπούλου, γιατί φταίει; Γίνονται ενέργειες να επιστρέψει τα χρήματα, όλα αυτά γίνονται ήδη από το 2017, η ίδια δεν διεκδικεί να τα κρατήσει (ξανά: θα το έβρισκα απολύτως λογικό), γιατί της επιτιθέμεθα;

Ψάχνουμε να μισούμε μου φαίνεται, και, εκλογικά πάντα, καθόλου σε καλό δεν θα μας βγει αυτό…

Στον απόηχο των Ευρωεκλογών/Περιφερειακών/Δημοτικών εκλογών, και μετά την δήλωση του πρωθυπουργού ότι προκηρύσσει, εξ’αιτίας του αρνητικού για την κυβέρνηση αποτελέσματος, εκλογές άμεσα με την λήξη του δεύτερου γύρου, βρέθηκα σε ένα ερώτημα που με βασάνιζε και πριν την ψηφοφορία:

Τι ψηφίζουμε;

Δεν είχε να κάνει με το ποια θα ήταν η επιλογή μου, αλλά με τα βασικά κριτήριά της. Τι θεωρώ σημαντικό και τι όχι, σε τι θα βασιστώ για να ορίσω τις προτεραιότητες που ήθελα να ψηφίσω. Δυστυχώς, ήταν μία διαδικασία στην συζήτηση της οποίας ούτε η Ευρώπη μπήκε σε διαδικασία κριτικής όπως θα έπρεπε, ούτε καν ο Δήμος ή η Περιφέρεια.

Ασφαλώς, δεν ήταν απλό – ούτε και η απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι άλλωστε: τι μας διδάσκουν οι ευρωεκλογές πχ ότι θέλει ο ψηφοφόρος;

Στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο, από τους πολιτικούς αρχηγούς τέθηκαν κάποια βασικά ζητήματα, ακόμα και άσχετα συχνά με το διακύβευμα της παρούσας εκλογικής διαμάχης, που παρόλα αυτά ο ψηφοφόρος κλήθηκε να απαντήσει. Αν για παράδειγμα ενοχλείται από την δράση του Ρουβίκωνα, αν πιστεύει ότι η κυβέρνηση λειτούργησε σωστά στην διαχείριση της πολύνεκρης πυρκαγιάς στο Μάτι, αν ήταν σωστή η απόφαση για το Μακεδονικό ζήτημα, αν η κυβέρνηση δείχνει υπερβολική ανοχή στον Κουφοντίνα, αν η κυβέρνηση βγήκε, ή όχι από τα μνημόνια, αν επιβάλλει δυσβάσταχτους φόρους ή έχει μοιράσει πιο ακριβοδίκαια την πίτα της φορολογίας, αν η οικονομία βρίσκεται σε χειρότερη κρίση από την ανάληψη της κυβέρνησης το 2015, ή όχι, αν ο πολίτης αισθάνεται ασφαλής εξαιτίας της εγκληματικότητας. Επιπλέον, από τους πολίτες, τέθηκαν και άλλοι προβληματισμοί, σχετικά με το προσφυγικό και την διαχείριση του, τον τομέα της υγείας, πιθανόν ξεχνάω και άλλα.

Οι εκλογές είναι μία θαυμάσια ευκαιρία να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα – και θεωρώ πως αυτό έγινε με τον πιο εμφατικό, μα και με τον πιο παράδοξο τρόπο.

~

Από τότε που σταμάτησα να προσπαθώ, κάπου στο 2016, να πείσω τους αναγνώστες μου για τα εγκλήματα στα κέντρα «φιλοξενίας» πχ -που στην πραγματικότητα είναι στρατόπεδα συγκέντρωσης- ή των φυλακών, κατάλαβα ότι δεν θέλουμε όλοι το ίδιο πράγμα. Κάποιοι από αυτούς που συγκινούνταν με τις αναρτήσεις μου παλαιότερα, προφανώς είχαν έναν εχθρό να διώξουν, τον Σαμαρά πχ, ή τον Βενιζέλο, και όσα έλεγα είχαν τρομερή αξία και δυναμική – αλλά μόνο όσο δεν τα έκανε ο Τσίπρας. Μετά, σιωπή. Το μάθημα τότε ήταν σαφές: Δεν νοιάζουν όλον τον κόσμο οι μετανάστες, τα ΕΛΠΕ ή το Μέγαρο Μουσικής πχ. Το αν βιάζονται παιδιά στα απαράδεκτα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το αν τρώνε μουχλιασμένα φαγητά ή αν κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας γιατί από έναν πόλεμο βρέθηκαν άδικα κλειδωμένοι σε μία φυλακή, δεν είναι προτεραιότητα για όλους, παρά μόνο ευκαιριακά. Κάποιοι, ομολογώ, συνέχισαν να φωνάζουν και μετά. Κάποιοι μάλιστα, φώναζαν και πιο δυνατά. Κάποιοι, ίσως για δικούς τους λόγους, διαμαρτυρήθηκαν για πρώτη φορά τώρα. Και κάποιοι, πολλοί περισσότεροι από όσους θα ήθελα, δεν ξαναακούστηκαν καθόλου.

~

Είναι όμως πολύ εύκολο λάθος να νομίζεις ότι αυτό που φαντάζεσαι εσύ ως σημαντικό, είναι για όλους. Περιμένεις να έρθει το λεωφορείο; Προφανώς, η καθυστέρηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι ένα πανανθρώπινο επείγον πρόβλημα. Βλέπεις ένα σκυλάκι να πεθαίνει από την πείνα; Είναι απόλυτη προτεραιότητα να στειρώνουν τα ζώα και να φροντίζουν τα αδέσποτα. Εγώ έπρεπε να περάσω πάνω από έναν χρόνο πολιτικής αθωότητας για να κατανοήσω γιατί (και αυτό με ιδιαίτερη δυσκολία) όταν ο Μουζάλας έλεγε για τους νεκρούς στα στρατόπεδά του «ναι, αλλά μάθαμε και κάτι», δεν γινόταν χαμός από κάτω. Άλλαξαν οι προτεραιότητες των ψηφοφόρων, προφανώς – σίγουρα δεν ήταν κοινές με τις δικές μου.

Γιατί πάντα, και με τις προηγούμενες κυβερνήσεις και με την τωρινή, μόνιμή μου επωδός ήταν προς τους ψηφοφόρους που στηρίζουν την κυβέρνηση: «Μόνο εσείς μπορείτε να το αλλάξετε». Η εκάστοτε κυβέρνηση μόνο τους εν δυνάμει ψηφοφόρους της ακούει – είναι θέμα βαθιάς αυτοπροστασίας. Δεν τους πειράζουν οι τους ψηφοφόρους μας οι γάμοι των ομοφυλοφίλων; Θαυμάσια, να ζήσετε. Δεν τους ενοχλούν οι ελληνοποιήσεις μεταναστών δεύτερης γενιάς; Υπέροχα, καλώς ορίσατε. Δεν ενοχλούνται ιδιαιτέρως αν πεθάνει κάποιος από απόστημα δοντιού στις φυλακές; Να ζήσουμε να (μην) τον θυμόμαστε, και πάμε για άλλους.

Ο,τι είναι ανεκτό από τους ψηφοφόρους μας.

Αν ισχύει αυτή η αθώα προσέγγισή μου στα κοινά, τότε η αντίληψή μου για το τι νοιάζει τους ψηφοφόρους, και πως θα επηρεάσει αυτό την πολιτική σκηνή, είναι μάλλον δυσοίωνη. Ο Σύριζα ως κυβέρνηση, κράτησε περίπου ένα 23% των ψηφοφόρων του, περίπου 800-900 χιλιάδες λιγότερους από τον Σεπτέμβριο του 2015, που δεν ενοχλήθηκαν από Μακεδονίες, ομοφυλόφιλους, μνημόνια, φόρους, στρατόπεδα και βοσκοτόπια – ή δεν ενοχλήθηκαν αρκετά για να αντιδράσουν.

Οι υπόλοιποι, προφανώς, ένα εντυπωσιακό νούμερο που αγγίζει περίπου το ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους από τις τελευταίες βουλευτικές, δεν στήριξαν την κυβέρνηση. Και βλέποντας που ακριβώς πήγαν ή που δεν πήγαν, μας δείχνει και με τι δυσαρεστήθηκαν – όσοι από αυτούς πήγαν τελικά να ψηφίσουν.

Για παράδειγμα, δυσαρεστήθηκαν με την αντιμετώπιση των προσφύγων/μεταναστών; Πολύ αμφιβάλλω, καθώς αριστερότερα κόμματα με πιο φιλομεταναστευτικό προφίλ είτε δεν μεγάλωσαν την επιρροή τους, όπως πχ το ΚΚΕ, είτε σχεδόν εξαϋλώθηκαν, όπως η Ανταρσύα. Αντιθέτως, η δυναμική των Βελόπουλου αν συνυπολογιστεί με τους ναζί της ΧΑ μοιάζει σταθερή στα γενικά επίπεδα ενώ ακόμα και η ΝΔ, που δεν φημίζεται για την φιλομεταναστευτική πολιτική της, ούτε στο παλιό της προφίλ μέχρι το 2015, και σίγουρα όχι στο καινούργιο αν σκεφτεί κανείς την μεταγραφή Πλεύρη, πχ, κέρδισε ψηφοφόρους.

Δυσαρεστήθηκαν με την προσθήκη νέων μνημονίων ή την ευρωπαϊκή/αμερικανική οριοθέτηση της Ελλάδας; Καθόλου, τα φιλοαμερικανικοευρωπαϊκά κόμματα, είτε πήγαν θαυμάσια όπως η ΝΔ, είτε παρέμειναν στα ποσοστά τους όπως το ΠΑΣΟΚ – ενώ παραδοσιακά αντιαμερικανικές φωνές, έμειναν σταθερές, ή έχασαν. Η Πλεύση Ελευθερίας πχ, εξαφανίστηκε από τον πολιτικό χάρτη, παρότι παραμένει από τα πιο γνωστά αντιμνημονιακά κόμματα – όπως και η ΛΑΕ. Η ΜέΡΑ25, ήταν η μόνη φωνή που πήρε ψήφους με αυτήν την προοπτική, αλλά ίσως έπαιξε ρόλο εκεί και ο πρωτότυπος συνδυασμός ευρωπαϊκής διαμαρτυρίας με φιλοευρωπαϊκό προφίλ.

Μήπως τους πείραξε το γεγονός ότι συνάνθρωποί μας ακόμα στερούνται δικαιωμάτων που έχουμε όλοι οι υπόλοιποι, όπως είναι οι ομοφυλόφιλοι; Όχι, το ποτάμι που παραδοσιακά στήριζε τέτοιες ενέργειες, ακόμα και στηρίζοντας το ανθρώπινο προφίλ της κυβέρνησης στην βουλή, εξαϋλώθηκαν και το ΠΑΣΟΚ που επίσης στήριξε τέτοιες προσπάθειες, δεν ενισχύθηκε. Όχι, ούτε αυτοί λοιπόν ενοχλήθηκαν. Αντιθέτως, η ΝΔ που καταψήφισε στην βουλή τέτοιες ενέργειες, ενισχύθηκε.

Μήπως θύμωσαν για τις φωτιές στο Μάτι, ή την πλημμύρα στην Μάνδρα; Μήπως ενοχλήθηκαν με τις πρόσφατες «εξαγορές» αδειών των αυθαίρετων πχ; Μπορεί, αλλά δεν στράφηκαν σε πολιτικές λύσεις που θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι ήταν εκτός των κομμάτων και των κακών νοοτροπιών που δημιούργησαν το πρόβλημα. Αντιθέτως, έδωσαν 33% στον Πατούλη, επίσημα χρισμένο από την ΝΔ.

Μήπως τους ενόχλησε η αδιάκοπη, και μονίμως (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) ατιμώρητη αστυνομική βία; Καθόλου, παραδοσιακά κόμματα που καταδικάζουν τέτοιες ενέργειες, παρέμειναν – ή έχασαν την δυναμική τους, ενώ η ΝΔ που θα μπορούσε κανείς να πει ότι ακόμα και στην πρόσφατη ιστορία της την θεωρεί αναγκαίο κακό, ενισχύθηκε.

Μήπως θύμωσαν για την στάση απέναντι στα ΜΜΕ πχ, ή στους εφοπλιστές; Ουδόλως, τα ίδια κόμματα που αντιτίθεντο σε τέτοιες λυκοφιλίες δεν ενισχύθηκαν, ενώ η ΝΔ που βρέθηκε να της πληρώνει νοίκι σε Τοπική ο Μαρινάκης και να την στηρίζει με όλο του τον δημοσιογραφικό στόλο, έντυπο, τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό, δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα.

Μήπως καιγόντουσαν για τα στεγαστικά ή άλλα δάνεια, ή ότι θα χάσουν το σπίτι τους; Ακόμα και οι ναζί της ΧΑ που ανέκαθεν έπαιζαν άκοπα ένα «φιλόπτωχο» προφίλ έχασαν από τον χάρτη των μετακινήσεων – για να μην μιλήσουμε για Πλεύση και ΛΑΕ που το είχαν ως κύρια κατεύθυνσή τους. Αντιθέτως, η ελεύθερη οικονομία της ΝΔ, κέρδισε τα ποσοστά της χωρίς πρόβλημα.

Μήπως θύμωσε με την διαχείριση των ευρωβουλευτών του στο θέμα πχ του Άρθρου 13, που στην ουσία απείχαν από την καταψήφισή του, παρότι μέχρι τότε στα χαρτιά την υποστήριζαν; Μπορεί, καθώς η Σακοράφα του ΜέΡΑ25 εισέπραξε μία επιδοκιμασία για την στάση της – αλλά κανένα άλλο κόμμα που στάθηκε κατά του ευρωπαϊκού νόμου δεν ενισχύθηκε όπως θα μπορούσε – παράδειγμα η ΛΑΕ με τον Νίκο Χουντή, τον έτερο που καταψήφισε αλλά δεν εισέπραξε ανάλογη υποστήριξη από τους έλληνες ψηφοφόρους.

Μήπως ενοχλήθηκαν με την συνεχιζόμενη παρουσία της εκκλησίας στα κοινά, ακόμη και αν αυτό είναι χωρίς κόστος, όπως πχ στα σχολεία; Ουδόλως, κόμματα που έχουν εκφραστεί ξεκάθαρα κατά οποιασδήποτε μορφής θρησκευτικού εναγκαλισμού, όπως το Ποτάμι, δεν κέρδισαν δυσαρεστημένους από την τακτική της κυβέρνησης. Αντιθέτως, συντηρητικά (to say the least) κόμματα όπως του Βελόπουλου και της ΝΔ πήραν τα πάνω τους.

~

Δεν θέλουμε τα ίδια πράγματα. Δεν είναι κακό, είναι διαπίστωση. Ο κόσμος προφανώς δεν ενδιαφέρεται να αντιδράσει για το αν πεθαίνει, σήμερα, από μια φωτιά στην σκηνή του ένας πρόσφυγας, αν βιάζεται ένα παιδί σε κάποιο «καμπ», αν η εξουσία των τραπεζών ή των διευθυντών σε φυλακές, αστυνομικά τμήματα και στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ατιμώρητη.

Νοιάζεται όμως καταπώς φαίνεται για το αν έχασε την Μακεδονία του. Αν ο Κουφοντίνας ή ο Ξηρός παίρνουν άδειες. Αν ο Ρουβίκωνας πετάει τρικάκια και μπογιές και σπάει τζαμαρίες, αν ο Τσίπρας ήταν στο κότερο, ο Πολάκης, ο Βαξεβάνης, ο Καρανίκας, και ότι κάηκε και πνίγηκε η Ελλάδα.

Η ατζέντα δεν επιβλήθηκε – και αυτό είναι ένα λάθος που έκανα και εγώ τον τελευταίο καιρό. Η ατζέντα εκφράστηκε – απλώς δεν ήταν η δική μου. Το ότι δεν αρέσει σε μένα, είναι παγερά αδιάφορο για το υπόλοιπο σύμπαν, η ετυμηγορία βγήκε, αυτά νοιάζουν τον κόσμο, έτσι θα ψηφίσει, ή θα απέχει.

Και εκεί που νόμιζες ότι αυτό το άρθρο δεν μπορεί να πάει χειρότερα, νομίζω ότι πρέπει να σκεφτούμε αν αυτό μας φέρνει σε ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόβλημα.

Τι θα κάνει ο Σύριζα; Τι έμαθε, ουσιαστικά, από τους πρώην ψηφοφόρους του;

Φοβάμαι ότι υπάρχουν δύο δρόμοι, κανένας εκ των δύο ευχάριστος.

Ο ένας, είναι προσπαθώντας να κερδίσει τους παλιούς του ψηφοφόρους που πήγαν αλλού, θα γίνει περισσότερο αντιπαθής σε μένα. Ήτοι, να φερθεί ακόμα χειρότερα σε μετανάστες, να επιτρέψει σε ακόμα περισσότερους αστυνομικούς να παρανομούν ατιμώρητοι, να στερήσει δικαιώματα από συνανθρώπους μας, όπως το δικαίωμα της υιοθεσίας, να αφήσει ατιμώρητους ακόμα περισσότερους ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας, να πάρει περισσότερα σπίτια για χάρη της βιωσιμότητας των τραπεζών. Αυτά που οι πολλοί ενέκριναν, αλλού, σε άλλες πολιτικές παρατάξεις.

Ο άλλος, είναι πως στην διαδικασία να καταλάβει τα όσα λάθη του (τουλάχιστον με την δική μου οπτική) και να αλλάξει επιτέλους την πολιτική σε κάτι πλησιέστερο σ’ αυτά που υποσχέθηκε, να μην πείσει κανέναν – άλλωστε φοβάμαι ότι αυτό, με αυτό το κοινό που πάει τελικά να ψηφίσει και με αυτές τις απαιτήσεις, ίσως τον γυρίσει πίσω στο 3%, αφήνοντας όλες αυτές τις πρακτικές του που με ενοχλούν, σε άλλους, παραδοσιακά πιο ικανούς σ’ αυτά πολιτικούς.

Άλλωστε αυτοί που δεν ψήφισαν, δεν εκφράστηκαν πουθενά, και η σιγή τους δύσκολα ερμηνεύεται από ανθρώπους που δεν ξέρουν πως, ή δεν θέλουν να ακούσουν.

Αν, αν έχω δίκιο στην ανάλυσή μου, μάλλον οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν θέλουν αυτά που θέλω εγώ. Πιθανότατα όλα όσα πρεσβεύω τόσο καιρό να είναι αποκυήματα μίας αθώας πολιτικής φαντασίας που δεν έχουν κανένα νόημα έξω από τα όρια των ονειρώξεών μου.

Δεν νιώθω προσωπικά άσχημα – δεν ετεροκαθορίζομαι έτσι κι αλλιώς. Καλώς πιστεύει ο,τι πιστεύει ο άλλος, καλώς πιστεύω όσα πιστεύω εγώ. Αλλά υπάρχει μία απογοήτευση πολύ ξεκάθαρη, όταν βλέπεις ότι όσα πιστεύεις ως σημαντικά, στην πραγματικότητα για τον υπόλοιπο πλανήτη μάλλον δεν είναι.

Όχι τίποτα άλλο, αλλά δεν πρόκειται να λυθούν πότε έτσι.

Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος τι άλλη ελπίδα έχει ο κλειδωμένος για μήνες πρόσφυγας στο κατ ευφημισμόν «Κέντρο Φιλοξενίας» να γλυτώσει τελικά από την τρέλα.