Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν είσαι αρθρογράφος. Αν γράψεις για την επικαιρότητα, επειδή άλλος κάνει το ρεπορτάζ, άλλος το δημοσιεύει, κι άλλος το εμπλουτίζει το πρόβλημα είναι ότι κινδυνεύεις να μείνεις εκτός θέματος πέντε λεπτά μετά. Αν όμως περιμένεις να ολοκληρωθεί για το γράψεις ως ανάλυση, είναι πιθανό (ειδικά στις μέρες μας) να έχει ολοκληρωτικά καλυφθεί από ένα καινούργιο σκάνδαλο, και εκεί που πας να σχολιάσεις για το ξυλοκόπημα της οικογένειας Ινδαρέ ή για κάποια ελληνοποίηση με τις ευλογίες της ΕΥΠ, της εκκλησίας και του Άδωνη Γεωργιάδη, να σε προλάβει πχ ο Πάτσης ή, ακόμα χειρότερο, το τρίτο επεισόδιο παρακολουθήσεων.

Είναι ένα πρόβλημα που ομολογώ πως δεν το είχα παλιά. Παλιά, είχαμε ένα σκάνδαλο, και ως αρθρογράφος είχα άπλετο χρόνο να κατασταλάξω και να μοιραστώ μία σκέψη μέχρι να πάρει τον δρόμο του – όποιος και να ήταν αυτός. Τώρα, με ένα σκάνδαλο την εβδομάδα, είναι ξεκάθαρο πως αυτή η διαχείριση με βραχυκυκλώνει – και γίνεται τόσο συχνά, που αρχίζω να αμφιβάλλω αν όλα αυτά απλώς συμβαίνουν, ή αν, τελικά, αυτή η κυβέρνηση με σχέδιο παράγει περισσότερα σκάνδαλα από όσα μπορούμε να διαχειριστούμε.

Και υπάρχει ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό.

Τους προηγούμενους μήνες, το Reporters United, το Inside Story, το Documento, η Εφημερίδα των Συντακτών (με τυχαία σειρά και σίγουρα ξεχνάω κάποιους) έκαναν αλλεπάλληλα ρεπορταζ για την υπόθεση παρακολουθήσεων, κρατικών και ιδιωτικών – άλλοι ως θύματα, άλλοι ως ερευνητές.

Στο γαϊτανάκι μπήκαν δειλά οι υπόλοιπες εφημερίδες μόνο όταν στην λίστα των παρακολουθήσεων καταγράφηκε και το όνομα του Νίκου Ανδουλάκη. Μέχρι τότε, ο Κουκάκης κι ο Μαλιχούδης, είχαν από ελάχιστη, έως μηδαμινή παρουσία για το θέμα, και, αν απέκτησε κάποια βαρύτητα ήταν όταν ο Κουκάκης (γνωστός και τίμιος δημοσιογράφος, και πάντως όχι εκ θέσεως αντικυβερνητικός) έσπασε τα νεύρα όλων μας για να μην το ξεχάσουμε.

Ακόμα όμως, υπήρχαν απλώς αναφορές. Ρεπορτάζ, που να προσθέτει στις πληροφορίες, δεν είχαμε απο τα μεγάλα μέσα.

Ώσπου, ύστερα από το εμφατικο δημοσίευμα του Βαξεβάνη, άρχισαν να επιβεβαιώνονται μεγαλύτερα ονόματα. Του Δένδια, που κρατάει στα χέρια του όλη την εξωτερική πολιτική μας, και την εσωτερική διαδοχή επίσης, του Αλέξη Παπαχελά, διευθυντή της Καθημερινής και φημολογούμενου ως να έχει πλείστες καλές επαφές με ισχυρές πρεσβείες στην χώρα μας, συνεργατών του Σαμαρά, εσωκομματικού αντιπάλου της κυβέρνησης, συνεργατών του Μαρινάκη, ιδιοκτήτη αρκετών μέσων ενημέρωσης από ραδιόφωνο και τηλεόραση έως τύπου και διαδικτύου – μεταξύ πλείστων άλλων.

Και τότε – όλοι ασχολήθηκαν.

Ανακάλυψαν πλαστές ταυτότητες, ανακάλυψαν κουμπαριές, φιλικές σχέσεις, ύποπτα ραντεβού, έκαναν φύλλο και φτερό συνεργασίες, μίλησαν με θύματα και γνώστες, επιβεβαίωσαν ονόματα, άρχισαν να δείχνουν υπευθύνους.

Πέρασε τόσος χρονος, τόσος χαμένος χρόνος μέχρι να καταλάβουν όσοι (ξεκάθαρα κατ’ επιλογή) σιωπούσαν πως ήταν κι αυτοί θύματα δηλαδή, και να άρουν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση, και να αρχίσουν να κάνουν το ελάχιστο: την δουλειά τους.

Τι τρομακτικό. Τι θλιβερό, και τρομακτικό συνάμα.

Όμως έτσι είναι τα πράγματα, και δεν είμαστε τυχαία στην θέση 108 – ή, μάλλον, τυχαία είμαστε, άνετα θα μπορούσαμε και πιο κάτω. Και να δείτε, ω ειρωνεία της τύχης, πως αυτή η δημοσιογραφική κριτική, θα θεωρηθεί και τίμια και αξιοπρεπής, και θα ανέβουμε θέσεις, αντί να κατέβουμε ακόμα περισσότερες όπως και μας αξίζει! Φευ.

Άκουσα τον Αλέξη Παπαχελά πχ να απολογείται για το αργό ξεκίνημα λέγοντας “δεν είχαμε δώσει στην είδηση την βαρύτητα που της άξιζε”, μία τόσο κυνική κουβέντα, που σε χτυπάει στο κεφάλι κατακούτελα αν κάτσεις έστω λίγο μόνο να σκεφτείς ποιο ήταν το διακύβευμα, αν θυμηθείς πόσο ούρλιαζε ο Κουκάκης για την ησυχία που προκαλούσε η περιπέτειά του, αν κάτσεις να θυμηθείς πόσο λοιδορήθηκε ο Βαξεβάνης. Φευ.

Φευ.

~

Πάμε όμως στα δικά μας, αν ενδιαφέρεται η δημοσιογραφία, είμαι βέβαιος πως μπορεί να διευθετήσει τα του οίκου της:

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πέφτει.

Είτε γιατί παρακολουθούσε όποιον της έκανε κέφι, από πολίτες για τελείως φθηνούς οικογενειακούς λόγους μέχρι ισχυρά οικονομικά, πολιτικά, διπλωματικά στελέχη, είτε, και δεν ξέρω αν είναι χειρότερο ή καλύτερο, γιατί κάποιος άλλος παρακολουθούσε την μισή κυβέρνηση, τις φίλες της γυναίκας του πρωθυπουργού ξέρω γω, κορυφαίους δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, και -αυτό επιμένω πως είναι εξαιρετικά σημαντική αποκάλυψη- τον Δένδια, και, εδώ και τόσους μήνες, αντί να προσπαθεί να λύσει την υπόθεση, σχολιάζει μόνο το νύχι από το δάχτυλο που τα δείχνει όλα αυτά, συμπεριλαμβάνοντας και σε κάθε τρίτη πρόταση, για πολιτικό κέρδος, τον Σύριζα.

Τώρα βέβαια θα μου πείτε, αυτό είναι το καλό σενάριο, να φύγει, γιατί μία είτε αποτελούμενη από εκβιαστές είτε εκβιαζόμενη κυβέρνηση το να φύγει και να απαγκιστρωθεί από την εξουσία ίσως να μην είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Είναι και θέμα ενστίκτων επιβίωσης, καταλαβαίνετε.

Εμένα όμως όπως πάντα, με ενδιαφέρει το μετά.

Παρακολουθήσεις, είχαμε από … πάντα. Όλοι θυμήθηκαν τον Μαυρίκη και τον Τόμπρα, κάποιοι λιγότεροι θυμήθηκαν την Vodafone και τον Τσαλικίδη, ελάχιστοι θα θυμηθούν το ΚΚΕ και κανένας, απολύτως κανένας την καταγγελία που έγινε (και) στο omniatv (Ποιοί κάνουν παρακολουθήσεις με συσκευές γεωεντοπισμού; και Παρακολουθήσεις τηλεφώνων για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και συλλήψεις δι’ απαγωγής)

Όμως, είμαστε στο σήμερα. Σήμερα, το μισό πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό, ίσως και διπλωματικό σκηνικό της χώρας, παρακολουθείται. Δεν υπάρχουν μόνο στοιχεία επικοινωνίας, όπως παλιά – τώρα, ΟΛΑ είναι καταγεγραμμένα. Που πήγαν οι στόχοι μέσω των στοιχείων GPS, τι είδαν μέσω της πάντα ανοικτής κάμερας, τι επικοινωνίες είχαν, μέσω της ανάκτησης μηνυμάτων κάθε είδους εφαρμογής οθόνης, τι είπαν και τι άκουσαν από τους συνομιλητές τους σε δια ζώσης επαφές, μέσω των ανοικτών μικροφώνων, και πάει λέγοντας.

Και όλα αυτά, όλο το εικοσιτετράωρο. Δηλαδή, και στις κοινωνικές τους, αλλά και στις ιδιωτικές τους επαφές. Στις πολύ ιδιωτικές τους επαφές. Δηλαδή, προφανώς το τι έλεγε την ώρα του σεξ μία φίλη της συζύγου του πρωθυπουργού είναι για εκείνη προφανώς ένας βιασμός της ιδιωτικής της ζωής, αλλά αν κάποιος ξέρει τι έλεγε εκείνες τις προσωπικές του στιγμές ένας υπουργός, ή ένας επιχειρηματίας, ο (εκ)βιασμός δεν είναι μόνο ο προσωπικός του, αλλά δυνητικά όλης μας της κοινωνίας όπως την ξέρουμε.

Ένας ολόκληρος κόσμος παρακολουθείτω, και ακόμα και αν υποψιαζόμαστε τον δράστη, στην ουσία τα στοιχεία που έχει μπορεί να τα έχει πλέον ο οποιοσδήποτε. Ο οποιοσδήποτε. Και ακόμα και περισσότεροι του ενός – όποιος μπορεί να την αγοράσει για οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τους δικούς του, σκοτεινούς και μολυσμένους σκοπούς.

Γιατί άπαξ και ανοίξεις το κουτί της πανδώρας, λυπάμαι, δεν θα ξανακλείσει ποτέ. Οτιδήποτε ηλεκτρονικό, μένει για πάντα. Για πάντα.

Αυτοί οι άνθρωποι δηλαδή, ανάλογα του βαθμού της έκθεσής τους, μπορεί να είναι κατεστραμμένοι για μία ζωή. Είναι σημαντικό, πολύ σημαντικό, να το αντιληφθούμε: Και μόνο η υποψία αυτού του φρικτού βιασμού των προσωπικών τους στιγμών, δεν θα τους αφήσει ποτέ. Για κάθε έναν από αυτούς, είναι μία διαρκής φρίκη αυτή η υπόθεση.

~

Οπότε, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε: Τι είναι αυτό το μετά που περιμένουμε;

Αρκεί να αντικατασταθεί ο πρωθυπουργός από κάποιον άλλον της Νέας Δημοκρατίας; Αρκεί να ονοματιστούν πέντε-δέκα συνεργοί; Αρκεί να πέσει η κυβέρνηση; Να γίνουν εκλογές; Αρκεί, την επόμενη μέρα να μην είναι απλώς αυτοί οι άνθρωποι στην εξουσία;

Αρκεί;

Γιατί αυτή η υπόθεση έχει μολύνει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας. Δεν είναι σαν εκείνες τις μολύνσεις που αντιμετωπίζεις με ένα μόνο φάρμακο: Έχει επηρεάσει τα πάντα, έχει απλωθεί παντού, και ξεκάθαρα (δείτε την σχεδόν απόλυτη απουσία αντιδράσεων από τα θύματα) το ίδιο το σώμα της κοινωνίας σχεδόν μοιάζει να πολεμάει όχι μόνο κάθε θεραπεία, αλλά και τον εαυτό του τον ίδιο.

Το φρικτό σενάριο θα είναι να κρυφτούμε – όπως έγινε με την Vodafone. Να ξεχάσουμε. Να πούμε “ό,τι έγινε έγινε, έπεσε ο Κούλης, προχωράμε και βλέπουμε”. Είναι κάτι που έχουμε ξανακάνει, με απόλυτη (θεωρώ) αποτυχία. Πιθανόν, το παραδέχομαι, μοιάζει πιο εύκολο…

…αλλά το πρόβλημα δεν θα φύγει. Τα όργανά μας θα είναι μολυσμένα. Ακόμα και αν τα αντικαταστήσουμε κάπως, ο,τι τα τροφοδοτεί κι αυτό θα είναι μολυσμένο. Ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν υπάρχει, θα κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Ακόμα και αν πούμε “να, ανέβηκε σκάλες η δημοσιογραφία” για να σας γυρίσω στην αρχή του κειμένου, δεν σημαίνει ότι όντως έχουμε την δημοσιογραφία που μας αξίζει.

Αν πούμε “έπεσε ο Κούλης, ζήτω”, δεν θα έχουμε καταλάβει απολύτως τίποτα.

Αν δεν αφήσουμε πίσω τις προσωπικές μας ο καθένας επιδιώξεις, πολιτικές και οπαδικές, αν δεν οραμαστιστούμε έναν τόπο με ουσιαστική δημοσιογραφία, τυφλή δικαιοσύνη, αληθινή ανάγκη για ριζική κάθαρση και επανακαθορισμού των δημοκρατικών μας αξιών, δεν θα είμαστε στο μηδέν, καλά θα ήταν: θα παραμείνουμε στον βούρκο που κυλιόμαστε, ξεκάθαρα, τόσα χρόνια.

Και, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχουμε -στο μετά που θέλουμε να ονειρευόμαστε- όταν κλείσουν πια τα τηλέφωνα, την δημοκρατία που (θα έπρεπε να) μας αξίζει.

Διαβάστε και τις άλλες σκέψεις μου για το θέμα:

Τις ώρες που γράφεται αυτό το κείμενο, ο Μιχαηλίδης είναι ακόμα ζωντανός, οι αντιδράσεις για την υπόθεσή του (όπως και για την υπόθεση της Ρούπα, για την υπόθεση του Κορκονέα, του Λιγνάδη) είναι ακόμα στο επίπεδο των συγκεντρώσεων και των πορειών, των πανό και των ενημερωτικών ενεργειών. Δεν θα είναι πάντα έτσι. Κάποια στιγμή θα αλλάξουν όλα αυτά. Και τότε, ελπίζω από καρδιάς, αυτό το κείμενο να έχει πέσει τελείως έξω.

Μόλις εχθές το βράδυ, σε μία γεμάτη παλμό αλλά όχι “ακρότητες”, όπως συνηθίζουν να τονίζουν τα κανάλια, πορεία για την άρνηση του κράτους να δώσει στον Μιχαηλίδη το δικαίωμα να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής του εκτός φυλακής, το ξύλο από τους αστυφύλακες (είναι πολύ καλύτερο για μένα το αστυ-φύλακες από το αστυ-νομικούς όταν εμφανώς παρανομουν) έπεσε βροχή. Σε ανθρώπους που είχαν ήδη συλληφθεί, σε ανθρώπους που δεν αποτελούσαν απειλή, σε δημοσιογράφους.

Ο Μιχαηλίδης, μετά από την προχθεσινή ενημέρωση των γιατρών του, βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Μια ενημέρωση που έγινε πριν μάθουμε πως η απόφαση για την αποφυλάκισή του, δεν έγινε δεκτή – υποθέτω πως η κατάστασή του θα επιδεινώθηκε μετά από αυτό.

Διαβάζω διαρκώς πως η κυβέρνηση θέλει νεκρό τον Μιχαηλίδη. Αυτό, πράγματι, σε πρώτη ανάγνωση θα εξυπηρετούσε κάποια από τα αφηγήματά της – αλλά εγώ υποστηρίζω ότι αυτό είναι, τελικά, λάθος.

Κατ’ αρχάς, αν δεχτούμε πως πράγματι θέλουν να δημιουργήσουν ένταση για να κάνουν άσπρη-μαύρη την διαδικασία των εκλογών, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως οι άνθρωποι που θέλουν να προσεγγίσουν, ας τους πούμε συντηριτικούς ψηφοφόρους, χέστηκαν για τον Μιχαηλίδη. Είτε ζήσει, είτε πεθάνει, δεν δίνουν δεκάρα. Δεν θέλω να φτάσω να πω πως προτιμούν να πεθάνει, διότι ως άνθρωπος είμαι μάλλον αισιόδοξος και θεωρώ, υπολογίζω και ελπίζω, να νοιάζονται για μία ανθρώπινη ζωή – έστω και αναρχικού.

Πιστεύω όμως πως, σε γενικές γραμμές, δεν δίνουν δεκάρα.

Χέστηκαν.

Φυσικά, το πνεύμα της κυβέρνησης είναι να κερδίσει από τις αντιδράσεις αυτού ακριβώς του κόσμου. Επειδή όμως οι αντιδράσεις είναι πια γενικευμένες – δεν είναι πια μόνο αναρχικοί που κατεβαίνουν στον δρόμο, δεν είναι καν μόνο αριστεροί αυτοί που αντιδρούν στις κυβερνητικές επιλογές – οι αντιδράσεις μπορεί να έρθουν και από τους ίδιους στους οποίους στοχεύουν για την ψήφο τους. Η “Μακεδονία” δεν είναι πια θέμα πολιτικής αντίστασης, η Τουρκία φαίνεται ξεκάθαρα πως δεν είναι διόλου “απομονωμένη”, η οικονομική δυστοκία χτυπάει πια όλες τις τάξεις, ειδικά σε πετρέλαιο, ενέργεια, τιμές προϊόντων, οι άνθρωποι χάνουν δικούς τους από τον κορονοϊό – χώρια τα υπόλοιπα. Ε, όλοι αυτοί αν διαμαρτυρηθούν πάνε για ξύλο ασήκωτο, από μία αστυνομία ξεκάθαρα οπλισμένη και με το ελεύθερο να ανοίξει κεφάλια, οπότε ο Μιχαηλίδης είναι γι’ αυτούς το λιγότερο.

Δεν την ενδιαφέρει την κυβέρνηση ο θάνατος του Μιχαηλίδη.

Δεν είναι ο νεκρός που θέλει, που την εξυπηρετεί:

Η κυβέρνηση θέλει νεκρό αστυνομικό.

~

Ήταν σε μένα εμφανές πως, ήδη από τον καιρό της Νέας Σμύρνης, όπου οι αστυφύλακες τσάκισαν έναν αθώο άνθρωπο, έμειναν ατιμώρητοι, ο κόσμος αντέδρασε και τους τσάκισαν κι αυτούς, ο κόσμος κατέβηκε στον δρόμο και τους τσάκισαν και αυτούς στο ξύλο, αλλά και αργότερα, όλη την διαδρομή μέχρι την ευθεία βολή του αστυνομικού με τον εκτοξευτήρα δακρυγόνων πάνω στο πλήθος, πως η κυβέρνηση θέλει, δημιουργεί, προσδοκά και βασίζεται στην ένταση.

Αλλά ο νεκρός που αποζητά για να χτίσει το αφήγημά της, κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν την ενδιαφέρει να είναι πολίτης. Αυτό, είναι απλώς ένα σκαλοπάτι για την ουσιαστική ερώτηση, την ερώτηση που θα φέρει την ψήφο που είναι το ζητούμενο, το “θέλετε κράτος ή όχι”, δεν τίθεται με έναν τραυματισμένο ή έναν νεκρό πολίτη.

Απαντάται με πολύ περισσότερο ξύλο, πολύ περισσότερη κυβερνητική παρανομία, τόσο πολύ που οι αντιδράσεις θα ενταθούν, θα βγουν οι πέτρες, θα βγουν οι μολότοφ, θα γεμίσουν οι δρόμοι αίμα.

Η ατιμωρησία -από πλευράς μας, από την πλευρά του κράτους και της κυβέρνησής μας- προς τους ανθρώπους που δρουν με την «νομιμοποιημένη, κρατική βία» θα φέρει μαθηματικά, και σχεδόν αναμενόμενα, την ανάλογη αντίδραση.

Για να τεθεί η ερώτηση σωστά λοιπόν, δεν είναι το δικό μας αίμα που πρέπει να γραφτεί. Θα πρέπει να είναι το επόμενο κατά σειρά αίμα. Θα πρέπει να γραφτεί με αίμα αστυνομικού.

Και τότε, ναι. Τότε η κυβέρνηση θα θέσει επιτέλους το ερώτημα. “Την τάξη, ή την παρανομία;” “Εμάς, ή αυτούς;” Και ακόμα και οι τζημεροφαηλομπογδανοι -πόσο μάλλον οι απλοί συντηρητικοί- θα δυσκολευτούν να πουν άλλους, η απάντηση είναι δεδομένη: Την τάξη. Την εξουσία. “Εμάς”.

Πιάνει τόπο όσο να πεις το χρήμα που ξοδεύουμε σε συμβούλους του Μαξίμου.

~

Φυσικά, δεν έχει κανένα νόημα να το πει στους αστυφύλακες αυτό. Είναι αδύνατο να καταλάβουν για τι ακριβώς πράγμα μιλάμε οι άνθρωποι που χτυπούν με γροθιά πισώπλατα δεμένους ανθρώπους. Είναι ασύλληπτα εθιστική η εξουσία του να παρανομείς και μην είσαι υπόλογος πουθενά γι’ αυτό: δείτε τον άνθρωπο που πυροβόλησε στο ΑΠΘ – διάολε, δείτε τον ΜΑΤατζή που έβγαλε το υπηρεσιακό του πιστόλι σε διαδήλωση μόλις προχθές, δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια. Τι να τους πεις; σας χρησιμοποιούν; Δεν θα καταλάβουν τίποτα απολύτως.

Δεν έχει νόημα να το πει κανείς και στους αναρχικούς. Οι άνθρωποι αυτοί κατηγορούνται ότι είναι παράνομη Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ και παραμένουν στην φυλακή αποκλειστικά γι’ αυτό, ενώ, ταυτόχρονα, κάθε καταγγελία τους ότι αυτοί που τους κατηγορούν (εν προκειμένω εμείς, το κράτος) παρανομούν εξίσου, αν όχι πολύ, πολύ περισσότερο – πέφτουν στο κενό. Σε πλήρη ησυχία. Όλοι μας, όσοι είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό, κοιτάμε αλλού. Είναι να τρελαίνεσαι δηλαδή, να σε βαράνε παράνομα αυτοί που σε κατηγορούν εσένα για παράνομο.

Φυσικά, δεν έχει νόημα να το πει κανείς στην κυβέρνηση αυτό. Μιλάμε για μία κυβέρνηση που, ξεκάθαρα, αρνείται να παραδεχθεί οποιοδήποτε λάθος της, στην ουσία φουσκώνοντας κι άλλο κάθε ζημιά που προκαλείται. Δεν το παραδέχεται στην υγεία, με την έλλειψη ΜΕΘ, γιατρών και νοσηλευτών, στις φωτιές, με την έλλειψη μέσων πυρόσβεσης, στην οικονομία, που πεντ’ έξι τύποι θησαυρίζουν στις πλάτες μας, δεν το παραδέχονται στο μεταναστευτικό, με την μία αποκάλυψη μετά την άλλη, στον έλεγχο του τύπου και της ενημέρωσης, με την μία καταδίκη μετά την άλλη, στις παρακολουθήσεις, στις απευθείας αναθέσεις, σε, σε. Και αυτά είναι ΓΙΑ ΤΑ ΛΑΘΗ της, εγώ μιλάω εδώ για σχέδιο για πλάνο. Αλήθεια, να της πει τι κανείς αυτής της κυβέρνησης.

Έχει νόημα να το πει κανείς στους πολίτες; Ίσως, ίσως και όχι. Προσωπικά δεν έχω πια καμία αμφιβολία πως αυτή είναι η χειρότερη κυβέρνηση που έχει περάσει στην πολιτική ζωή μου ολάκερη από την Ελλάδα, χωρίς καν σοβαρό ανταγωνισμό – μα, ξέρω, ότι ακόμα κάποιοι την υποστηρίζουν και θα την ψηφίσουν. Σ’ αυτούς λοιπόν ειδικά, ο,τι και να πω, δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Στους άλλους, στους υπόλοιπους, τι να πω, ξέρουμε ήδη.

Έχει νόημα να το πει κανείς στους πολιτικούς; Θα απαντήσω μόνο μ’ αυτό: ο Νίκος Ανδρουλάκης, κατήγγειλε πως κάποιος του έστειλε μήνυμα για να παρακολουθήσει το κινητό του. Ναι, όπως ακριβώς έγινε στον Θανάση Κουκάκη (ο Μαλιχούδης ήταν άλλη υπόθεση) εδώ και μήνες, πολλούς μήνες πριν. Ε, μετά ο Νίκος Ανδρουλάκης, είπε πως αποσύρει την βουλευτική στήριξη του κόμματός του στο νόμο που επέτρεπε στην κυβέρνηση να μην δημοσιοποιεί κανένα απολύτως στοιχείο για το ποιος παρακολουθείται και γιατί. Α, και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν μαθαίναμε ότι παρακολουθούσαν τον Τσίπρα ή τον… Μητσοτάκη. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα απολύτως.

~

Νομίζουμε πως, ο θάνατος ανθρώπου από απεργία πείνας θα αλλάξει την Ελλάδα. Διαφωνώ. Διαφωνώ γιατί τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο Μιχαηλίδης είναι ακόμα ζωντανός, οι αντιδράσεις για την υπόθεσή του (όπως και για την υπόθεση της Ρούπα, για την υπόθεση του Κορκονέα, του Λιγνάδη) είναι ακόμα στο επίπεδο των συγκεντρώσεων και των πορειών, των πανό και των ενημερωτικών ενεργειών. Διαφωνώ γιατί, νιώθω πως οι περισσότεροι από εμάς, ο “απλός λαός” περιμένουμε να πεθάνει για να αναρωτηθούμε μήπως ήταν άδικος ο θάνατός του προσπαθώντας να είμαστε (νομίζουμε) μαζί με όσους ήδη από τώρα ουρλιάζουν για την ανάγκη να μείνει ζωντανός, τρώγοντας (ατιμώρητα) κυβερνητικό ξύλο στις πλατείες και στους δρόμους.

Διαφωνώ γιατί οι μπουνιές των αστυφυλάκων δεν μας σοκάρουν πια, τα τραβηγμένα όπλα δεν μας σοκάρουν πια, οι πυροβολισμοί μέσα στο πλήθος σε ευθεία βολή δεν μας σοκάρει πια, η σιωπή των ΜΜΕ στα αίσχη δεν μας σοκάρει πια. Τίποτα από όσα συμβαίνουν δεν μας σοκάρει πια.

Οπότε πρέπει να έρθουν καινούργια σοκ.

Δεν θα είναι πάντα έτσι λοιπόν. Κάποια στιγμή θα αλλάξουν όλα αυτά. Και τότε, ελπίζω από καρδιάς, αυτό το κείμενο να έχει πέσει τελείως έξω.

Άλλο ένα σοβαρό πλήγμα στην δημοσιογραφία καταγράφηκε την τελευταία εβδομάδα. Μία ακόμα εξευτελιστική στιγμή, όχι μόνο για την είδηση αυτή καθ’ αυτή, αλλά κυρίως για τον ντροπιαστικό τρόπο που η ίδια η δημοσιογραφία την διαχειρίστηκε καθώς, μόλις σε ελάχιστες ημέρες, έγιναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να εξαφανιστεί, να αλλοιωθεί, να υποβαθμιστεί και στο τέλος να διαψευστεί με τον χειρότερο τρόπο.

Μία γρήγορη βόλτα στα γεγονότα (όχι ιδιαίτερα ήρεμα αυτήν την φορά, και όχι απολύτως αντικειμενικά), και μετά, ως συνήθως, πιάνω την ανάλυση της σκέψης μου:

Την προηγούμενη εβδομάδα, η ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» βγάζει την ανάλυσή της για το 2021 στην οποία, μεταξύ άλλων, έχει την κατάταξη των χωρών με βάση την δημοσιογραφική ελευθερία.

Για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η λίστα Πέτσα, η δικαστική περιπέτεια των Κώστα Βαξεβάνη – Γιάννας Παπαδάκου και η αντιμετώπιση των προστατευόμενων μαρτύρων, η Ελλάδα έπεσε 38 θέσεις, καταλήγοντας στην θέση 108 – στην χαμηλότερη από τότε που ο οργανισμός αυτός κατατάσει χώρες με βάση την ελευθερία που απολαμβάνει η δημοσιογραφία να ασκήσει το έργο της σ’ αυτές.

Το πρώτο δείγμα για το αν αυτή η κατάταξη σ’ αυτήν την λίστα ήταν δικαιολογημένη ή όχι, ήρθε σχετικά νωρίς: Το (όχι απλώς κρατικό αλλά από την πρώτη μέρα στην αποκλειστική διαχείριση του Μαξίμου) ΑΠΕ αναμεταδίδει την είδηση … ξεχνωντας όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Ελλάδα, και περιορίζεται στις πτώσεις άλλων χωρών. Έτσι, αν δεν υπήρχαν αληθινοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, το γεγονός ότι κατεβήκαμε 38 θέσεις, δεν θα το μαθαίναμε ποτέ.

Όταν η βολική αβλεψία του ΑΠΕ αποκαλύπτεται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου φροντίζει να υποβαθμίσει την είδηση, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του Δημοσιογραφικού ως ΜΚΟ και προκατειλημμένου ο οποίος προσβάλλει τον ελληνικό τύπο:

Φτάνει δε στο σημείο να αποστείλει επιστολή όπου, μεταξύ άλλων, ζητά από τον οργανισμό να της αναφέρει αν στην απόφαση της κατάταξης πήρε συνεντεύξεις από διωκόμενους δημοσιογράφους (υπονοώντας τον Βαξεβάνη και την Παπαδάκου) (λες και η ελευθερία του τύπου μίας χώρας πρέπει να ορίζεται μόνο από τους δημοσιογράφους που δεν διώκει η δικαιοσύνη του ίδιου του κράτους που ελέγχεται. Τέλος πάντων).

Η υποβάθμιση του ρόλου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα εξαπλώνεται στον φιλοκυβερνητικό τύπο μέχρι που ο γενικός γραμματέας της βουλής (και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη) επιχειρεί να αποδομήσει και την έκθεση αυτή καθ’ αυτή: Σε μία σύγκριση με την αναφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης ισχυρίζεται πως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα παραπλανούν τον κόσμο, και η Ελλάδα στην πραγματικότητα “βρίσκεται κάπου στην μέση” χρησιμοποιώντας έναν χάρτη ως απόδειξη.

Τον ισχυρισμό αυτόν, για άλλη μία φορά, τον αναπαράγει άκριτα ο φιλοκυβερνητικός τύπος, ( Capital, Παραπολιτικά, TheTOC, Πρώτο Θέμα, ΣΚΑΙ μεταξύ άλλων) με ενδεικτικό το άρθρο από το iefimerida, που παραθέτει περισσότερα στοιχεία από το (αρχικό, μάλλον) tweet του γεν. γραμματέα της Βουλής Γιώργου Μυλωνάκη.

Όμως, για άλλη μία φορά επίσης, σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Γαλανόπουλου που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο parallaximag όλα αυτά έχουν ένα ψέμα. Εκτός όλων των άλλων (διαβάστε το άρθρο, είναι αποκαλυπτικότατο) ακόμα και ο χάρτης είναι παραλλαγμένος: έχει αφαιρεθεί ο τίτλος του που διευκρινίζει πως αναφέρεται στις ψηφιακές δεξιότητες των κατοίκων, και επ’ ουδενί στην δημοσιογραφική ελευθερία.

Αντιθέτως, οι χάρτες που μιλούν για δημοσιογραφικές ελευθερίες, μας κατατάσσουν στην χειρότερη θέση.

Στο τελευταίο (αλλά το πιο εντυπωσιακό κατά την γνώμη μου) κεφάλαιο αυτής της γενικά απίστευτα θλιβερής ιστορίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέρχεται με μία ανακοίνωση-έκπληξη, στην οποία κατηγορεί τον Σύριζα ότι λέει ψέματα καθώς … ο χάρτης μιλάει στην πραγματικότητα για ψηφιακές δεξιότητες!

(Για να σας το κάνω λιανά, γιατί ο παραλογισμός συχνά είναι δύσκολο να γίνει απολύτως κατανοητός, είναι σαν να βγαίνει μία έκθεση ότι η θάλασσα είναι γαλάζια, κάποιος να διατείνεται πως είναι κόκκινη, να διαψεύδεται με στοιχεία ότι η θάλασσα φυσικά δεν είναι κόκκινη όπως ισχυρίζεται αυτός ο κάποιος, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να λέει ψεύτη τον Σύριζα(!) καθως η θάλασσα είναι στην πραγματικότητα ξεκάθαρα… γαλάζια)

Το παραθέτω για να το πιστέψετε – γιατί εγώ δεν το πίστευα:

Αυτόν, δηλαδή, τον ίδιο χάρτη, που έχουν βάλει ΟΛΑ τα συμπολιτευτικά μέσα – ε, αυτός δεν έχει σχέση με την ελευθερία του τύπου. Το λέει ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και αυτοσυγχαίρεται. Και το αναπαράγουν, άκριτα, ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ που φιλοξενούν την είδηση με τον αλλοιωμένο χάρτη. Μόνο και μόνο επειδή το είπε η κυβέρνηση.

Αυτά έγιναν (ως τώρα), και σ’ αυτά βασίζω και το σκεπτικό μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

~

Παιδιά, κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Παρότι ασχολούμαι με την δημοσιογραφία στην Ελλάδα όσο περισσότερο μπορώ, από κάποια πράγματα προσπαθώ να απέχω. Πχ, η τελευταία αναφορά μου στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ήταν εδώ όπου προσπαθούσα να αναδείξω πως, ενώ αρκετά ΜΜΕ στην Ελλάδα έχουν φάκελο για τις ανακοινώσεις τους, τα περισσότερα από αυτά (πλην των αξιοπρεπών, δηλαδή) αγνόησαν τελείως κάθε διαμαρτυρία για την δικαστική επιθεση που δέχονται δύο καταξιωμένοι έλληνες συνάδελφοί τους.

Αντίστοιχα, μπορεί να έχω αναφέρει τις τρεις πρόσφατες δολοφονίες της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα (την οικονομική, την φυσική, και την επαγγελματική – καθώς και τους λόγους που φοβάμαι πως συμβαίνουν αυτά) αλλά επέλεξα να μην γράψω ειδικό άρθρο στην πτώση της κατάταξης της Ελλάδας (παρ ότι γίνεται για τους ίδιους λόγους) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Η διαχείριση της είδησης αυτής καθ’ αυτής της κατάταξης όμως από την δημοσιογραφία στην Ελλάδα, αποδεικνύει πως η κατάταξη (και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσω μετά λύπης μου με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο) είναι πασιφανώς λανθασμένη:

Δεν αξίζουμε την θέση 108, και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα συμβαίνουν αυτήν την στιγμή.

Πρώτον, το ΑΠΕ αγνοεί την είδηση. Δεν του διαφεύγει, την διαβάζει, αλλά παραπλανεί το κοινό όλων όσων το εμπιστεύονται και δεν αναφέρει την Ελλάδα.

Δεύτερον ο καθ’ ύλην αρμόδιος κυβερνητικός εκπρόσωπος αντί να αντιμετωπίσει σοβαρά την είδηση, διαβάλλει την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Τρίτον η ΕΣΗΕΑ, (που, για να μην γελιόμαστε, δεν έχει αλλάξει διοίκηση όσο πέφτουμε στην κατάταξη, η ίδια είναι) δεν παραιτείται. Διάβολε, τι να παραιτηθεί, δεν βγάζει καν μία αξιοπρεπή ανακοίνωση για το κορυφαίο αυτό θέμα.

Τέταρτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ενστερνίζεται απολύτως την στάση της κυβέρνησης για την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Πέμπτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ΨΕΥΔΕΤΑΙ, προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ, βγάζοντας έναν ΨΕΥΤΙΚΟ χάρτη, που δεν λέει καθόλου αυτό που ισχυρίζονται οι δημοσιογράφοι ότι λέει. Προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ.

Έκτον, κανένα ΜΜΕ (μην τα ξαναλέω, πλην των αληθινών δημοσιογράφων) όταν αποκαλύπτεται πως η είδηση βασίζεται σε ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΨΕΥΔΕΙΣ χάρτες, δεν το αναφέρει. Κανένα.

Έβδομον, ακόμα και τα site που έγραψαν την είδηση, δεν αφαιρούν το ΨΕΥΔΕΣ περιεχόμενό τους. Ειναι ΨΕΥΔΕΣ, παραπλανητικό, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΑΙΡΟΥΝ. Υπάρχει, ακόμα εκεί, αυτούσιο, για να συνεχίσουν να το διαβάζουν όσοι τους πιστεύουν.

Όγδοον, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, πουλάει τρέλα, εκθέτοντας στην ουσία αυτούς που τον στηρίζουν με αυτό το κατάφορο ψέμα, επιτιθέμενος στην αντιπολίτευση.

Το ξαναλέω, δεν μας αξίζει η θέση 108. Είμαστε για πολύ, πολύ πιο κάτω.

Προφανώς, όπως και στην πρόσφατη υπόθεση των παρακολουθήσεων, δεν μιλάμε πια για “ανθρώπινο λάθος”. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι “δημοσιογράφοι” στην Ελλάδα (αλήθεια, αξίζουν να τους λέμε δημοσιογράφους;) δεν έκαναν “λάθος” στην διαχείριση της είδησης. Διέβαλαν, είπαν ψέματα, και φρόντισαν να αναπαραχθούν τα ψέματα και μόνο αυτά σε μία ιδιότυπη (αλλά απολύτως συνηθισμένη πια) δημοσιογραφική Ομερτά στην Ελλάδα.

Αν δεν υπάρχει λάθος όμως, υπάρχει σχέδιο. Και ο σκοπός αυτού του σχεδίου, δεν μπορεί να είναι άλλος από την παραπλάνηση των πολιτών της χώρας. Και ο μόνος λόγος που θέλει κάποιος οι πολίτες μιας χώρας να τρέφονται με ψεύτικες ειδήσεις και ο μόνος λόγος που θα ήθελε κάποιος να μην δημοσιεύεται κάτι που είναι πιθανό να αποκαλύψει την ίδια την ομερτά τους και να μην ενοχλήσει την συμπαθή τους κυβέρνηση, είναι να ελέγξει το πολίτευμα.

Προσέξτε τι λέω: Δεν υπάρχει λάθος εδώ. Υπάρχει σχέδιο. Μία ολόκληρη πλεκτάνη απο ψέματα και βρώμικες, ανοίκειες συκοφαντίες για να μην αποκαλυφθεί ο δημοσιογραφικός οχετός που κυβερνά την ενημέρωσή μας.

Κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Δείτε ποιοι δημοσιογράφοι μιλούν, ποιοι αντιδρούν, δείτε ποιοι δημοσιογράφοι τουλάχιστον ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ λίγο για την κατάστασή μας, και στηρίξτε τους όσο περισσότερο μπορείτε, με όσους περισσότερους τρόπους μπορείτε.

Είμαστε εδώ και καιρό σε πόλεμο.

Και δεν χάνει μόνο η αλήθεια. Χάνει η ίδια η δημοκρατία.

Υ.Γ.: Διαβάστε και αυτήν την αξιόλογη και πληρέστατη ανάλυση – παρότι ομοιάζει πολύ με την δική μου (λογικό γιατί η επικαιρότητα είναι η ίδια, αλλά δεν είχα το άρθρο υπόψη μου πριν γράψω το δικό μου άρθρο) έχει πολύ περισσότερα στοιχεία και είναι τουλάχιστον εξίσου, αν όχι καλύτερα, τεκμηριωμένη από το παρόν άρθρο.

Δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ με την Σάσα Σταμάτη, αλλά με ιντρίγκαρε μία κουβέντα με τον Δημήτρη Παπαβομβολάκη του 2020mag.gr. Μία κουβέντα που με βοήθησε να καταλάβω τι ακριβώς έγινε διαφορετικό στην σκηνή του Τζένη Καρέζη, από όσα βιώνουμε τόσο καιρό.

Δεν είναι ότι είμαι υπεράνω, ή κάτι τέτοιο. Κανέναν άνθρωπο, ούτε προφανώς την κ. Σταμάτη δεν θεωρώ λίγο, ή κατώτερό μου, ή ανάξιο της ασχολίας μου. Ούτε και η πράξη της μου φάνηκε αμελητέα, κάθε άλλο: Θεωρώ τον Χριστόφορο Ζαραλίκο ως έναν σπουδαίο καλλιτέχνη, και απολαμβάνω να διαφωνώ μαζί του κάθε φορά που τον παρακολουθώ στην οθόνη – αποτέλεσμα σεβασμού όπως, άλλες φορές, τον Καλαμούκη και τον Αποστόλη της Ελληνοφρένειας, ή τον Χάρρυ Κλύνν παλιότερα για όσους θυμούνται. Μόνο με τον Πουλή της Ανασκόπησης του ThePressProject.gr βρίσκομαι να συμφωνώ πάντα – κάτι που πρέπει να ανησυχήσει σοβαρά τουλάχιστον έναν εκ των δύο μας.

Μιλώντας με τον Δημήτρη για το συμβάν όμως, κατάλαβα γιατί δεν είχα σκοπό να ασχοληθώ – και, κυρίως, κατάλαβα ότι έκανα τρομερό λάθος, καθώς άφησα να μου διαφύγει πόσο υπέροχα εμπνευστική είναι αυτή η ιστορία.

Για τα πρακτικά, λίγο τα γεγονότα: Στην παράσταση που δίνει ως stand up comedian ο Χριστόφορος Ζαραλίκος στο θέατρο Τζένη Καρέζη, εχθές το βράδυ, η Σάσα Σταμάτη κατέβηκε και την διέκοψε μαζί με δύο φίλους της (η χρήστης @alepouda θυμήθηκε τόσο επιτυχημένα ότι λίγα χρόνια πριν επενέβη η αστυνομία στην σπουδαία παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» που έδινε η Καρέζη με τον Καζάκο).

Η παράσταση πράγματι διεκόπη, η κ. Σταμάτη και οι φίλοι της θέλησαν … κάτι, δεν ξέρω τι, να διαμαρτυρηθούν, να διακοπεί, οι θεατές αντέδρασαν, κατέβηκαν κι εκείνοι στην σκηνή, ο παρουσιαστής πάσχισε να κρατήσει τα πράγματα ήρεμα, και μετά από λίγο η κ. Σταμάτη και οι φίλοι της αποχώρησαν και η παράσταση συνεχίστηκε. Θεατής κατέγραψε και μοιράστηκε το επεισόδιο με το κινητό του, και έτσι μπορέσαμε όλοι να καταλάβουμε τι έγινε, και πως.

Αυτά για την ιστορία.

Το μετά, …ε, το μετά το φαντάζεστε. Η αντίδραση ήταν μαζική – φυσικά, όχι μόνο από την μία πλευρά αυτών που συμπαθούν τον Ζαραλίκο έτσι κι αλλιώς. Ακόμα και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γ. Οικονόμου πήρε (κάποια, παράξενη μάλλον) θέση για το θέμα.

Τι θα μπορεί να ήθελε η κ. Σταμάτη από την ενέργειά της; Στις εξηγήσεις της, θέλησε να επισημάνει πόσο σημαντική είναι η Μάνδρα για εκείνη – κάτι που δεν είχε κανένα νόημα για μένα, καθώς ο κωμικός δεν είχε την παραμικρή ειρωνεία για την Μάνδρα στο κείμενό του. Είπε όμως για τον εφοπλιστή Μαρινάκη, που κάποια στιγμή έδωσε χρήματα για την Μάνδρα – και αυτό, κατά τα φαινόμενα, ήταν αρκετό για την κ. Σταμάτη και τους φίλους της, (που μπορεί να ήταν και αυτοί από την Μάνδρα και να παρεξηγήθηκαν κι αυτοί που ελοιδωρείτω ο προστάτης της περιοχής τους).

(Ίσως όποιος βοηθάει για την Μάνδρα γενικά να πρέπει να μείνει εκτός κριτικής, ίσως η ποινή να είναι η αγνή, άδολη επέμβαση σε κάθε παράσταση που μπορεί να αναφέρει το όνομά τους, δεν ξέρω πια, να φτιάξουμε μία λίστα, άλλωστε εκτός της Μάνδρας, οι εφοπλιστές γενικά είναι διάσημοι για την κοινωνική τους προσφορά, νομίζω είχαν συμφωνήσει να δώσουν κάποια χρήματα στο κράτος – αντί φόρων, γιατί αν έπρεπε να πληρώσουν φόρους θα έπαιρναν τις σημαίες τους και θα έφευγαν, δεν τα ξέρω καλά αυτά τα φιλανθρωπικά, δεν έχω μεγάλα καράβια, και άρα δεν έχω τις φουρτούνες τους. Ευτυχώς κιόλας δηλαδή που δεν ασχολούμαι μ’ αυτά γιατί αν ήμουν ναυτικός, δεν ξέρω, κάτι παθαίνουν οι ναυτικοί και πεθαίνουν πολύ εύκολα στην στεριά, ειδικά αν έχουν μπλεξίματα με τον νόμο, αν είναι μάρτυρες ξέρω γω.)

Γιατί όμως αυτή η βιαιότητα δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να με ιντριγκάρει; Εκ των υστέρων, προς πλήρη απογοήτευσή μου, κατάλαβα γιατί.

Γιατί γίνεται καθημερινά.

~

Έχω (προσωπικά, δεν θέλω να μιλάω για άλλους) μουδιάσει πια από τις στιγμές που κάποιος επιτίθεται σε κάτι που διαφωνεί. Για εμένα, πχ, η Σάσα Σταμάτη δεν έκανε τίποτα λιγότερο ή περισσότερο, από τον Δημήτρη Οικονόμου που προσπάθησε στην εκπομπή του να πείσει τους τηλεθεατές ότι η Εφημερίδα των Συντακτών είναι «Συριζαίικο έντυπο» επειδή κριτικάρει τον πρωθυπουργό. Για μένα, αυτή η ενέργεια είναι απόλυτα βίαιη, εντελώς άδικη – όπως και αυτή της Σταμάτη. Ή, όταν από την εξεταστική επιτροπή για τις αναθέσεις της καμπάνιας Πέτσα στα ΜΜΕ, δεν θα καταθέσει ο Κώστας Βαξεβάνης και το Documento που είναι η επιτομή του αδικημένου από την λίστα, και αυτό αποσιωπάται πλήρως από τα ίδια ελεγχόμενα ΜΜΕ. Ή όταν η Ίνγκεμποργκ Μπέγκελ ερωτά τον πρωθυπουργό – για να εισπράξει μία πλήρη (και, στις περισσότερες περιπτώσεις εντελώς αήθη) επίθεση από τους έλληνες συναδέλφους της, σε βαθμό τέτοιο ώστε να κινδυνεύει η σωματική της ακεραιότητα στην χώρα που ζει και εργάζεται.

Η Σάσα Σταμάτη επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει. Είναι μία καθημερινή πρακτική, ο Πορτοσάλτε επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει, ο Πρετεντέρης επιτίθεται σε κάτι που δεν θέλει να ακούσει, και όλοι αυτοί έχουν τους φίλους τους, είναι και μεταξύ τους φίλοι, ο ένας βοηθάει τον άλλον – και τελικά, στην σκηνή, ο κάθε ανώνυμος Ζαραλίκος αποσιωπάται.

Είναι περισσότεροι, έχουν και τους φίλους τους, κερδίζουν. Και στην δημόσια σκηνή, ακούγονται τελικά μόνο αυτά που επιτρέπουν αυτοί.

Καθημερινά.

Όμως, εδώ κάτι άστραψε, κάτι φώτισε, αυτή η ιστορία αξίζει να ειπωθεί. Γιατί εδώ άλλαξε κάτι.

Ο θεατής σηκώθηκε.

Βλέπετε, η κυρία Σταμάτη ήταν ιδιαιτέρως θυμωμένη – και οι φίλοι της ιδιαιτέρως ψηλοί. Όλα έδειχναν πως η σκηνή θα έμενε σιωπηλή, ο Χριστόφορος θα έμενε σιωπηλός – εγώ δεν ξέρω αν θα τολμούσα να τα βάλω με τέτοιους ανθρώπους που ήθελαν να επιβάλουν αυτήν την σιωπή με την βία της δύναμής τους, όπως είχαν μάθει να κάνουν τόσο καιρό.

Όμως το κοινό αντέδρασε κι αυτό.

Το κοινό σηκώθηκε. Διαμαρτυρήθηκε με την σειρά του. Και άλλοι, ελεγε ο Ζαραλίκος στην περιγραφή του συμβάντος, στο παρελθόν έφυγαν από την αίθουσα. Μπορεί, κάποιοι από αυτούς που υπερασπίστηκαν τον κωμικό, να μην ήταν απολύτως ικανοποιημένοι από την παράσταση. Αλλά δεν ήθελαν να επιτρέψουν να την σιωπήσει κάποιος.

Σε μία στιγμή πολύ πιο σημαντική από όσο θέλουμε να αντιληφθούμε, το κοινό αντέδρασε στην σιωπή. Και έδειξε την πόρτα στους βίαιους εκπροσώπους της. Και η παράσταση συνεχίστηκε.

Όσοι με διαβάζετε, ξέρετε καλά πόσο πιεζω για σωστή, πλήρη δημοσιογραφία. Ξέρετε πόσο κόπο κάνω, κάθε φορά, να εκτιμηθεί ο ρόλος της φωνής, της άποψης, της υπεράσπισής της. Μου διέφυγε, ίσως γιατί ήταν η Σταμάτη, ίσως γιατί ήταν ο πασίγνωστος Ζαραλίκος, ίσως γιατί θεώρησα δεδομένο το αποτέλεσμα, μου διέφυγε πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έγινε.

Αντί της επιβαλλόμενης σιωπής, η παράσταση συνεχίστηκε. Τα αστεία ειπώθηκαν, ακούστηκαν, άλλοι γέλασαν, άλλοι όχι, άλλοι προβληματίστηκαν, άλλοι επιβεβαιώθηκαν, ο καλλιτέχνης είπε όλα όσα είχε να πει, και κρίθηκε γι’ αυτό.

Καμία παρέα φίλων δεν μπόρεσε να την διακόψει, να τους την στερήσει. Ενώθηκαν, και είπαν «Ασ’τον να μιλήσει. Άσ’ τον να κριθεί. Ασ’ τον να ακούσουμε. Δεν έχεις δικαίωμα, εσύ και οι φίλοι σου, να μας εμποδίσεις να ακούσουμε αυτό που δεν σ’ αρέσει».

Και, η Τζένη Καρέζη, θέλω να πιστεύω, κάπου θα χαμογελάει από χθες.

Η δημοσιογράφος και μέλος της ΕΣΗΕΑ Μαρίνα Βήχου πραγματοποιεί, μπροστά από το κτήριο της ΕΣΗΕΑ μία διαμαρτυρία με την μορφή της απεργίας πείνας, για την κατάσταση που βρίσκεται αυτήν την στιγμή η δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

Αντιγράφω από το facebook:

Παρέμβαση στο ΔΣ της ΕΣΗΕΑ.

Παρέμβαση με αφορμή την έναρξη απεργίας πείνας έξω από τα γραφεία της ΕΣΗΕΑ έκανα σήμερα.

Στην παρέμβασή μου αφού τοποθετήθηκα σχετικά με τους λογους που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση και κυρίως την καθημερινή κατάφωρη παραβίαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας, ζήτησα:

– Την δημιουργία Παρατηρητηρίου καθημερινής καταγραφής των περιστατικών παραβίασης του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, προκειμένου Το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ να εκδίδει άμεσα ανακοινώσεις.

– Την ενημέρωση εκ μέρους του ΔΣ όλων των επαγγελματιών του κλάδου αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τον Κώδικα.

– Να θέσει η ΕΣΗΕΑ άμεσα το αίτημα η ΕΡΤ και το ΑΠΕ να τεθούν κάτω από έλεγχο διακομματικής επιτροπής.

– Να απαιτήσει οι ενημερώσεις από την Επιτροπή των Λοιμωξιολογων και τον κ. Χαρδαλιά να γίνονται μέσω τηλεδιάσκεψης με συμμετοχή των δημοσιογράφων και όχι με ερωτήσεις που έχουν κατατεθεί πριν την ενημέρωση.

– Να απαιτηθεί από την ΕΣΗΕΑ να ασκηθεί έρευνα για το κατά πόσο ο έγκλειστος για συμμετοχή στην ηγεσία της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή Ηλίας Κασιδιάρης έχει δικαίωμα να ηχογραφεί μηνύματα σε διαδικτυακό μέσο ενημέρωσης μέσα από τις φυλακές του Δομοκού.

Αναμένω τις απαντήσεις του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ, συνεχίζοντας την απεργία πεινας, γιατί χωρίς Ελεύθερη έκφραση και Ενημέρωση δεν μπορεί να υπάρχει ούτε Δημοκρατία.

Όπως γνωρίζετε πλέον καλά, η θέση μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα (και όχι μόνο) είναι δεδομένη, και ως εκ τούτου ήδη κάθε μορφή αντίδρασης είναι έτσι κι αλλιώς πάντα καλοδεχούμενη. Ειδικά όμως αυτή η διαμαρτυρία μου φάνηκε εξαιρετικά σημαντική, όχι μόνο για την μορφή της, αλλα κυρίως γιατί γίνεται με έναν ενδιαφέροντα τρόπο: Κάθε ένα απο τα αιτήματα αυτά είναι μεν σημαντικά και συμβολικά, είναι όμως ταυτόχρονα και πρακτικά, έχουν άμεσο αντίκτυπο: Μπορούν να γίνουν, αν η ΕΣΗΕΑ συμφωνεί μαζί τους, χωρίς κόστος – ή να μην γίνουν, αν διαφωνεί, αλλά θα πρέπει να αιτιολογήσει την θέση της.

Αποφάσισα λοιπόν, να κάνω κάτι που δεν έχω ξανακάνει: Να φερθώ σε μία δημοσιογράφο που μάχεται για πράγματα που σέβομαι, με τον ανάλογο δημοσιογραφικό σεβασμό που της αξίζει. Πήγα λοιπόν στην ΕΣΗΕΑ, και της ζήτησα να μου δώσει μία συνέντευξη. Αν και η αρχική μου σκέψη ήταν να χρησιμοποιήσω απλώς ως υλικό την συζήτησή μας για να διατυπώσω τις δικές μου απόψεις, άλλαξα γνώμη και αποφάσισα τελικά να αφήσω τα φώτα της δημοσιότητας στην δική της γνώμη και άποψη, και εγώ να κριθώ αποκλειστικά από τις ερωτήσεις που της έθεσα.

~

Από ότι είδα, είχατε δουλέψει για το ΑΠΕ, στο παρελθόν. Πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ, από τον καιρό που είχατε δουλέψει εσείς εκεί; Η εικόνα που έχουμε εμείς, σαν πολίτες, είναι ότι το ΑΠΕ είναι πάντα κρατικά ελεγχόμενο, και εξ αυτού βγαίνουν και τα άρθρα ή εν πάση περιπτώσει ο,τι άλλο επικοινωνείται. Η εικόνα που έχω σαν Γιάννης είναι ότι έχει αλλάξει πολύ, αυτό το τελευταίο χρονικό διάστημα. Για εσάς, πόσο έχει αλλάξει το ΑΠΕ;

Συμφωνώ απόλυτα με την δική σας τοποθέτηση, πάντα βέβαια οι κυβερνήσεις, επειδή ακριβώς το ΑΠΕ είναι ένα κατά το 51% -αν δεν κάνω λάθος- ελεγχόμενο από το κράτος πρακτορείο ειδήσεων όσο αφορά την χρηματοδότηση τουλάχιστον, πάντοτε υπήρχε μία σκιώδης παρέμβαση. Αλλά νομίζω ότι ποτέ δεν ήτανε στο επίπεδο που έχει φτάσει αυτήν την στιγμή.

Εγώ μπορώ να σας φέρω και ένα παράδειγμα: Κάποτε από το ΑΠΕ μου ζητήσανε να καλύψω την συνέντευξη ενός Ισραηλινού Υπουργού. Στην πορεία έμαθα εγώ, πηγαίνοντας εκεί, ότι αυτός ο Ισραηλινός Υπουργός ευθυνότανε για κάποιες γενοκτονίες Παλαιστινίων. Ονόματα αυτήν την στιγμή δεν χρειάζονται…

..δεν έχει σημασία, ναι.

Λοιπόν, τότε μπαίνοντας στην αίθουσα που ήταν, είπα και στους άλλους συναδέλφους, ότι πιστεύω ότι πρέπει να αποχωρήσουμε από την αίθουσα και να μην τον καλύψουμε καθόλου – και πράγματι οι περισσότεροι βγήκανε, και φύγαμε.

Ομολογώ ότι με πήρε ο προϊστάμενός μου, να μου κάνει κάποια παρατήρηση, αλλά μέχρι εκεί.

Έχω την εντύπωση, ότι αν ήτανε σήμερα, ότι θα με είχε απολύσει.

Πολύ πιο φανερό είναι αυτό που γίνεται, αυτά τα non – όχι τα non papers, απόψεις της κυβέρνησης να περνάνε μέσα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, και έτσι αυτούσιες, χωρίς κανένα ρεπορτάζ κι αυτά, να μεταδίδονται από τα μέσα εθνικής εμβέλειας.

Σωστά, γιατί η δουλειά του είναι να μοιράζει υλικό…

…να μοιράζει υλικό αλλά…

…όχι δημοσιογραφία απαραιτήτως…

…ακριβώς, οι άλλοι οφείλουνε να κάνουνε ρεπορτάζ. Που δεν κάνουνε.

Αυτό ήταν ένα θέμα στις θέσεις σας που διάβασα: Λέτε ότι θα θέλατε η ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει ξανά -γιατί προφανώς δεν θα τους είναι πρωτάκουστο όλο αυτό- τους κανόνες της δημοσιογραφίας. Η ερώτησή μου είναι, υπάρχει έλλειμα γνώσης; Πιο σωστά: η γνώση είναι το πρόβλημα;

Όχι, σίγουρα δεν είναι, αλλά εάν η ΕΣΗΕΑ αντιληφθεί ότι οφείλει να το κάνει αυτό, τότε θα είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο βήμα. Νομίζω ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι δεν το ‘χουνε μελετήσει, κι εγώ πρόσφατα μελέτησα τον κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, και ομολογώ ότι εξεπλάγην, ότι είναι ένα εξαιρετικό βρίσκω κείμενο.

Είναι γραμμένο σε μια παλιά εποχή, ήταν άλλο πράγμα η δημοσιογραφία τότε, ακόμα και από ανθρώπους που δεν θα συμπαθούσαμε δημοσιογραφικά, υπήρχε ένα διαφορετικό ήθος, δημοσιογραφικό.

Δηλαδή αν κανείς στεκόταν στο γράμμα του νόμου του κώδικα δημοσιογραφικής δεοντολογίας θα είχαμε μία εντελώς άλλου επιπέδου δημοσιογραφία στην Ελλάδα – οπότε, εάν δεν πάει η ΕΣΗΕΑ, θα θελα αυτό να το επισημάνω, εάν δεν πάει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ να ενημερώσει τους συναδέλφους στους διάφορους χώρους δουλειάς για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, αφήνει, ένα κενό, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα, κάποια άλλη παράταξη, κάποια άλλη πρωτοβουλία, να αναλάβει και να κάνει αυτήν την ενημέρωση.

Οπότε είναι συμβολικότερο αυτό σαν αίτημα, όχι «ενημερώστε τους γιατί θα αλλάξει κάτι», αλλά «αν δεν το κάνετε εσείς, θα το κάνει κάποιος άλλος, θα έπρεπε να γίνει».

Ουσιαστικό είναι, δηλαδή πρέπει οι δημοσιογράφοι να είναι ενήμεροι για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, για να σας το πω έτσι. Κανονικά, αυτήν την ευθύνη θα έπρεπε να την έχει το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ. Αν δεν το αναλάβει η ΕΣΕΗΑ, είναι βέβαιο ότι κάποιος άλλος θα εμφανιστεί να το αναλάβει.

Για το ΑΠΕ και την διακομματική επιτροπή, θα έπρεπε – πρόσφατα είχε τεθεί σαν αίτημα, και από ανθρώπους που δεν το κάνανε, θέλω να πω η προηγούμενη κυβέρνηση είναι πολύ ευχάριστο που το κάνει τώρα, θα ήταν πιο φρόνιμο να το κάνει τότε.

Εσείς, πως οδηγείστε σ’ αυτό, τι είναι αυτό που σας ιντρίγκαρε και είπατε «ως εδώ, θεωρώ ότι πρέπει να βρω έναν τρόπο να ακουστώ» – κατ’ αρχάς, έχουν εμφανιστεί συνάδελφοί σας, να σας ρωτήσουν γι’ αυτό που κάνετε σήμερα;

Όχι, δεν έχουν εμφανιστεί αλλά έχω πάρει πάρα πολλά «μπράβο» και like αυτην την στιγμή – να σας πω κάτι, είναι για μένα η μεγαλύτερη χαρά μου αυτήν την ώρα. Είναι στήριξη, ηθική στήριξη.

Πως οδηγηθήκατε εδώ, ποια ήταν η σκέψη που είπατε «ως εδώ»;

Είναι ίσως μια προσωπική ιστορία, είχα την τύχη να έχω έναν θείο, ήταν ένας πάρα πολύ φωτισμένος άνθρωπος. Αστος δημοκράτης, καθηγητής πανεπιστημίου του οικογενειακού δικαίου, Γεώργιος Κουμάντος το όνομά του. Πρόσφατα, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο που μου είχε χαρίσει, με τίτλο «Στόχος η Δημοκρατία«, το οποίο είναι ένας ύμνος προς την δημοκρατία, το δημοκρατικό πολίτευμα όπως θα ‘πρεπε να είναι, το ιδανικό δημοκρατικό πολίτευμα.

Και τον θεωρώ φωτισμένο, διότι έναν άνθρωπο τον οποίο η δικτατορία απέλυσε από την δουλειά του – δηλαδή είχε το σθένος να εναντιωθεί στην δικτατορία τον απέλυσαν, τον εξορίσανε, σημαίνει ότι είχε…

…είχε λόγο και τιμή έκφρασης…

…ναι ακριβώς. Και μέσα στο βιβλίο αυτό, αναφέρεται σε διάφορα θέματα που σχετίζονται με την δημοκρατία, αναφέρεται βέβαια και στο θέμα της ενημέρωσης, της έκφρασης, της γνώσης, το πόσο σημαντικό είναι για τους ανθρώπους να έχουν την ελευθερία στην γνώση, για να μπορούν μετά να αποφασίζουν και για την μοίρα τους. Αυτό το βιβλίο έπαιξε νομίζω έναν καθοριστικό ρόλο να μου ξυπνήσει μέσα και σε μένα το συνειδησιακό, δηλαδή ότι φτάνει κάποια στιγμή σε όλους μας, όχι, ίσως όχι σε όλους, που λες αυτό το «ως εδώ», δηλαδή «εγώ τώρα τι κάνω, βλέπω αυτήν την κατάντια», δηλαδή αυτό που είπα και στο ΔΣ σήμερα – τους είπα, ότι το δημοσιογραφικό επάγγελμα εξελίσσεται στο σφουγγαρόπανο που γυαλίζει τα σκαλιά του Μεγάρου Μαξίμου. Κι αυτό είναι ντροπή, δηλαδή δεν το χωράει η συνείδησή μου ότι μπορεί αυτό να γίνεται.

Αυτό λοιπόν, αν θέλετε: Αγανάκτιση, αίσθηση ευθύνης, η συνείδησή μου, αυτά τα πράγματα.

Δηλαδή ήταν αυτό το βιβλίο που άλλαξε τα πράγματα.

Έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο.

Αν αυτός το έγραψε, εγώ μπορώ να το μεταφέρω, σαν θέση.

Ναι.

Υπήρχαν συνάδελφοί σας που συμφωνούσαν με αυτές τις σκέψεις, όχι με το αποτέλεσμα της ενέργειας, και μέσα και έξω από το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ;

Δεν χρειάστηκε – ο άνδρας μου είναι βέβαια κι εκείνος συνταξιούχος δημοσιογράφος όπως κι εγώ, και τα συζητήσαμε αυτά τα πράγματα, και όταν του είπα την σκέψη μου γι’ αυτά τα πέντε σημεία, τα βρήκε ότι είναι πολύ λογικά αυτά τα αιτήματα. Νομίζω ότι είναι αιτήματα που λογικά, η πλειοψηφία του κλάδου, των ανθρώπων που είναι έντιμοι, δεν μπορεί να μην συμφωνήσουν.

Κάπου εκεί θέλω να καταλήξω το ερώτημά μου: έχετε μιλήσει με ανθρώπους, του κλάδου σας, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι αυτά τα αιτήματα – εντάξει, αυτά τα αιτήματα από μόνα τους είναι μια αρχή, και για εσάς είναι μια αρχή, ως τέτοια τα αντιμετωπίζετε, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άλλα μικρότερα ή σημαντικότερα άλλα, σαφώς – υπήρξαν άνθρωποι δίπλα σας οι οποίοι είπανε «είναι πολύ λογικό, ας γίνει».

Υπήρξαν άνθρωποι που να σας είπαν «δεν έχει κανένα νόημα»;

Υπήρξαν άνθρωποι που μου είπανε ότι «μπορεί τελικά να μην κάνεις τίποτα, το ξέρεις, έχεις υπολογίσει όλους τους παράγοντες, το ‘να, τ’ άλλο»… Εγώ ξέρετε σαν άτομο και σαν χαρακτήρας μ’ αρέσει να πέφτω στα βαθιά, δηλαδή αν κάτι το πιστεύω, θα προχωρήσω, και δεν θα σκεφτώ ούτε το κόστος, ούτε το ρίσκο.

Αλλά υπήρξαν, σαφέστατα.

Υπήρξαν άνθρωποι οι οποίοι είπαν δεν αξίζει τον κόπο, ή εν πάση περιπτώσει δεν αλλαζει κάτι.

Ακριβώς, ναι.

Εδώ στοχοποιείται μία κατάσταση για κάποιους ανθρώπους οι οποίοι είτε δεν γνωρίζουν τι δουλειά κάνουν, είτε γνωρίζουν, αλλά την κάνουν λάθος, είτε γνωρίζουν, την κάνουν λάθος, αλλά νομίζουν ότι την κάνουν και σωστά.

Όπως στην αστυνομία, που θα έπρεπε να υπάρχει μία αυτοκάθαρση, και ένας αστυνομικός που χτυπάει έναν πολίτη θα έπρεπε να έχει απέναντί του πρώτα τους τριάντα που είναι γύρω του, έτσι και στην δημοσιογραφία, όταν κάποιος την κακοποιεί (για να το πω ευγενικά) θα έπρεπε να έχει άλλους τόσους, οι οποίοι αντιδρούν.

Έχετε μιλήσει με ανθρώπους που κακοποιούν την δημοσιογραφία, έχετε εικόνα των θέσεών τους; Έχετε φτάσει να τους πείτε «Γιώργο, Βαγγέλη, Κώστα, αυτό που κάνετε δεν είναι δημοσιογραφία, μ’ αυτό που κάνεις δεν τιμάς το επάγγελμα»;

Όχι, δεν έχει τύχει να το κάνω.

Έχετε γνωστούς τέτοιους ανθρώπους αλλά δεν οδηγείστε σ’ αυτές τις συζητήσεις;

Θα σας πω τι μου έχει τύχει στην πορεία, μου έχει τύχει συνάδελφός μου να με καταγγείλει δημόσια μέσα από το κανάλι που δούλευε, ότι εγώ καθοδηγώ το κίνημα κατά των Ελλήνων κλπ. Σ’ αυτήν την περίπτωση δεν κάθεσαι να κουβεντιάσεις, πήγα δικαστικά, το πάλεψα, δηλαδή έτσι έπρεπε να αντιδράσω.

Δεν αναφέρομαι σ’ αυτό, ήταν μία διαμάχη, δεν ήταν μία συζήτηση, δεν θα κέρδιζε κανένα από τα δύο μέρη κάτι. Αναφέρομαι περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, έχετε δεκαπέντε συναδέλφους, εκατό, διακόσιους – αν σας είχε τύχει ποτέ….

Ίσως από μία πλευρά ήμουν τυχερή, από την άποψη ότι εγώ δεν εργάστηκα ποτέ σε τηλεοπτικό κανάλι. Τα χοντρά προβλήματα νομίζω βρίσκονται εκεί. Διότι είναι η ακροαματικότητα κι αυτή που έχουνε τα κανάλια, είναι η εξουσία που δυστυχώς κάποιοι συνάδελφοι νιώθουν και κάνουν κάταχρηση αυτής της εξουσίας, αλλά υπάρχει και ένας ομερτά στον κλάδο, ένας ιδιότυπος ομερτά. Εγω ήμουν τυχερή διότι δεν βρέθηκα σε τέτοιο πόστο, που να ‘χω καραμπινάτες περιπτώσεις, που πιστεύω ότι αν είχα θα έβγαινα – αλλά δεν είχα.

Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία, έχοντας βγάλει έξω το θέμα της οικονομικής της διάστασης; Μπορεί να υπάρξει δημοσιογραφία όταν ο πελάτης, που πληρώνει, δεν είναι αυτός που την αγοράζει, είναι αυτός που την συντηρεί; Δεν λέω αν είναι κακό, ή καλό – λέω μπορεί να υπάρξει κατά την γνώμη σας δημοσιογραφία;

Μα γι’ αυτό ακριβώς όμως έχουμε τον κώδικα δεοντολογίας, ώστε να μπορούν οι συνάδελφοι, οι οποίοι υφίστανται την όποια πίεση – γιατί βεβαίως, ο άλλος θα μετρήσει, την οικογένειά του, το πως θα τα βγάζει πέρα κλπ, αλλά γι’ αυτό όμως υπάρχει ο κώδικας δεοντολογίας, και γι’ αυτό υπάρχει και η δυνατότητα, τώρα μάλιστα που είναι και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορούν να γίνονται πια καταγγελίες.

Είδατε ο δημοσιογράφος στην Θεσσαλονίκη, που τον απολύσανε από έναν ραδιοφωνικό σταθμό ως αναρχικό, ότι βγήκε αμέσως και το κατήγγειλε κλπ. Άρα νομίζω πλέον ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα, η οποία είναι και μία κάπως δικλείδα ασφαλείας προς τους συναδέλφους που υφίστανται τέτοια πίεση, ότι μπορούν δηλαδή να ορθώσουν κάπου το ανάστημά τους και να πουν «εγώ, αυτό θα το καταγγείλω».

Μπορεί να το καταγγείλει. Θα βρει δουλειά; Αυτή την στιγμή τα μέσα, ο τύπος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο, έχουνε πολύ ξεκάθαρες πηγές χρηματοδότησης, γιατί δεν είναι η αγορά του προϊόντος, η τηλεόραση και το ραδιόφωνο δεν είναι σίγουρα, γιατί δεν είναι συνδρομητικά, απο την εφημερίδα είναι πολύ χαμηλά οι πωλήσεις, είναι μόνο οι επιχειρήσεις (που διαφημίζονται), και το κράτος όπου αυτό παρεμβαίνει, και δίνει κάποιες στηρίξεις κλπ.

Κάποτε, ήταν η εποχή των CD και των βιβλίων που έλεγαν τουλάχιστον θα πουληθούν και 10 χιλιάδες, 20 χιλιάδες φύλλα – εκατό χιλιάδες έδιναν κάποτε το Βήμα και Τα Νέα. Τώρα, το 99% των επιχειρήσεων τύπου, λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο. Θα βρει δουλειά κάποιος που αντιδρά; Και τι θα πούμε στον δημοσιογράφο, που του λέμε «αντέδρασε, γιατί αυτός είναι ο ρόλος σου μέσα από την σχέση εμπιστοσύνης που έχεις υπογράψει με το κοινό» – αλλά αύριο το πρωι, δεν θα βρει δουλειά.

Είναι ένα δύσκολο ερώτημα, γιατί εκεί έρχεσαι ακριβώς σε σύγκρουση με την συνείδησή σου – ανάμεσα στην ανάγκη και την συνείδηση, τι θα έπιλέξεις, όμως όπως σας είπα, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τώρα δίνουν δυνατότητες οι οποίες μπορούν να κάνουν και τα ολιγοπώλεια που έχουμε τέλος πάντων να το σκεφτούν πολύ καλύτερα εάν θα προσωρήσουν στο να απολύσουν αυτόν τον συνάδελφο. Και επίσης έχουμε πια και την κοινωνία, η οποία λειτουργεί σαν ένας να το πω «ενδιάμεσος», δηλαδή αρχίζει η κοινωνία η ελληνική, και βλέπει ότι κάτι δεν είναι φυσιολογικό σ’ όλο αυτό που σκηνικό που γίνεται, και τι κάνει; Κλείνει, πατάει άλλο κουμπί, αλλάζει κανάλι.

Νομίζω θα έχει μέλλον αυτή η εξέλιξη, είδατε ότι αυτήν την στιγμή 30-40-50% περίπου, στα κανάλια εθνικής εμβέλειας έχει πέσει η ακροαματικότητά τους. Είναι η τιμωρία του κόσμου όλο αυτό, και άρα πρέπει και εκείνοι να το σκεφτούν. Αλλάζουν τα δεδομένα, αλλάζουνε πια τα δεδομένα.

Θα έπρεπε αν η πηγή (χρηματοδότησης) θα ήταν ο κόσμος.

Φοβάμαι ότι δεν είναι – θέλω να πω, ένα survivor θα πουλήσει τον τηλεοπτικό χρόνο για να παραμείνει ας πούμε υγιές ένα κανάλι – δεν ήταν ποτέ, γιατί και η σχέση με τις τράπεζες ήταν διαφορετική, είναι τελείως εξαρτημένοι, αλλά τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι. Θέλω να πω αν ο χρήστης επιλέξει το Youtube, βλέποντας τον Χατζηστεφάνου ας πούμε, ή τους Παρόντες του Αυγερόπουλου, σε μία παράλληλη διαδικασία ενημέρωσης, θα μπορούσε πιθανόν να είναι.

Τι εικόνα έχετε σχηματίσει από τον κόσμο που δεν είναι δημοσιογράφοι; Τους βλέπετε να γράφουν στα μέσα, όχι τους επαγγελματίες δημοσιογράφους, οι οποίοι εμπλέκονται και σαν επάγγελμα σ’ αυτό, αλλά από αυτούς που δεν είναι, από τους όσους σοβαρούς, – λίγους, πολλούς, δεν έχει σημασία. Καλύπτει ο κόσμος το κενό της δημοσιογραφίας; Δημιουργείται ένα κενό και το καλύπτει ο κόσμος; Θα μας κάνει καλό όλο αυτό, ή θα μας δημιουργήσει πρόβλημα αργότερα γιατί δεν υπάρχουν κάποιες δικλείδες ασφαλείας, τις οποίες θεωρούσαμε δεδομένες κάποτε;

Αυτό το φοβάμαι κι εγώ. Είδατε πως λειτούργησε ας πούμε η ιστορία με την Νέα Σμύρνη, όπου εκεί βγήκε κάποιος κόσμος με τα κινητά του, και σε έναν βαθμό μετατράπηκε σε ένα είδος ρεπόρτερ τέλος πάντων. Όμως θα μπορούσε αυτό να συμβεί και ανάποδα, αυτό δεν ξέρουμε. Και εκεί είναι ένας χώρος που δεν υπάρχουν κανόνες δεοντολογίας, αυτό είναι που με φοβίζει.

Κάποτε είχαμε τον διευθυντή σύνταξης, που αν είχες εμπιστοσύνη στον ρόλο του, και αν η κοινωνία είχε εμπιστοσύνη στον ρόλο του, μπορούσε να σταματήσει κάτι απο το να δημοσιευτεί, για χίλιους λόγους. Δεν ήταν πάντα κακοί αυτοί οι λόγοι, έστω κι αν ήταν μία μορφή άσκησης εξουσίας. Τότε ο δημοσιογράφος δεν είχε τρόπο (να αντιδράσει)- τώρα έχει.

Η ΕΣΗΕΑ, και κλείνω μ’ αυτό: Θα έπρεπε να έχει λόγο στα οικονομικά των εταιριών που παράγουν δημοσιογραφία;

Η Βουλή πιστεύω θα έπρεπε να έχει λόγο. Η Βουλή, σε μία διαδικασία ελέγχου. Βρίσκω ότι η ΕΣΗΕΑ να κάνει έλεγχο στα οικονομικά, είναι δύσκολο. Αλλά η Βουλή, θα έπρεπε.

Οι εταιρίες τύπου, και χρησιμοποιώ πολύ συγκεκριμένα αυτόν τον όρο, είναι υπόλογες για τα χρηματοδοτικά τους στην ΕΣΗΕΑ, δηλαδή πληρώνουν τα ασφαλιστικά τους δικαιώματα κλπ, υπάρχει ήδη μία σχέση, γι’ αυτό το αναφέρω.

Υπάρχει, αλλά νομίζω δεν έχει τα εργαλεία εκείνα η ΕΣΗΕΑ να κάνει αυτόν τον έλεγχο, ενώ η Βουλή θεωρώ ότι έχει πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες.

Και θα μπορούσαμε να την ορίσουμε ως ελεγκτή ενός άτυπου πόθεν έσχες, για το πως βγαίνει (οικονομικά) μία εφημερίδα, για το πως βγαίνει ένα κανάλι.

Κοιτάξτε, όταν οι δημοσιογράφοι είναι και στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ, κάποιοι από αυτούς μπορεί να έχουν και θέσεις σ’ αυτά τα μέσα, είναι σαν να έχουμε σύγκρουση συμφερόντων. Θα μου πείτε με τους πολιτικούς, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο; Ίσως όχι στον ίδιο βαθμό.

Δεν το ‘χω σκεφτεί, δηλαδή μου βάζετε τώρα ένα ερώτημα που ομολογώ δεν το έχω σκεφτεί, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή που να κάνει αυτον τον έλεγχο, σκέφτομαι, τώρα, που το θέτετε, γιατί και με τους πολιτικούς υπάρχουνε συμφέροντα. Ναι, ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μία άλλη αρχή, που να είναι αρχή σχετική με οικονομική διαύγεια, δεν ξέρω…

Υπάρχει άλλη μία αρχή η οποία ελέγχει υποτίθεται το τηλεοπτικό τοπίο, το ΕΣΡ, η οποία επίσης είναι πολυκομματική, και ταυτοχρόνως, εγώ έχω την αίσθηση, εσείς θα συμφωνήσετε ή θα διαφωνήσετε είναι σχεδόν άχρηστη. Είναι εν υπνώσει εδώ και πάρα πολύ καιρό.

Δυστυχώς.

Αυτό είναι επίσης ένα πρόβλημα ελέγχου της δημοσιογραφίας του τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού τοπίου. Ούτε αυτό φάνηκε αρκετό, τελικά.

Ναι. Τι να σας πω – είναι και θέμα των ενεργών δημοσιογράφων… Δηλαδή έχουμε φοβάμαι τώρα πέσει και σας το θέτω γενικά σαν κοινωνία, φοβάμαι, όλη η κατάσταση έναν χρόνο τώρα, που έχει δημιουργήσει στον κόσμο πολλά προβλήματα, που άπτονται της οικονομικής του κατάστασης, της ψυχολογικής του, της οικογενειακής πολλές φορές, ότι έχει κάνει τον κόσμο να πέσει, να έχει βυθιστεί σε μία αδυναμία, δηλαδή ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι». Και ήθελα και αυτό το πράγμα κάπως, με αυτήν την ενέργεια κάπως να το σπάσω.

Οτι μπορεί να γίνει τουλάχιστον η διαμαρτυρία. Αν όχι να αλλάξει, τουλάχιστον να είναι σαφές ότι κάποιος διαμαρτύρεται γι’ αυτό, ότι δεν είναι καλά τα πράγματα, ότι ο βασιλιάς δεν είναι ντυμένος, όσο και αν κοροιδεύουμε ότι δεν είναι (έτσι).

Αλλά ξέρετε, και η πίεση πια ασκείται – γι αυτό σας είπα αλλάζει το τοπίο, γιατί ασκείται πια και μία έντονη πίεση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που μέχρι στιγμής κατά κύρίο λόγο θα έλεγα ότι θα είναι σε μία θετική κατεύθυνση αυτή η πίεση που ασκείται, μπορεί να αλλάξει όμως.

Είναι ένα όπλο, το πως χρησιμοποιείται αυτό το όπλο είναι κάθε φορά στα χέρια…

…το είδαμε και στην Αμερική.

Ναι, ακριβώς. Λειτούργησε με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Και κλείνω μ’ αυτό: Οι πολίτες, γιατί τελικά πάντα σ’ αυτούς καταλήγουμε. Αυτούς καλείται να υπερασπιστεί η δημοσιογραφία, αυτοί είναι η πραγματικοί της εντολοδόχοι. Ξέρουν τι δημοσιογραφία θέλουν; Θέλουν την δημοσιογραφία που θα έπρεπε;

Κοιτάξτε, δεν είναι όλοι οι πολίτες το ίδιο, δεν μπορούνε να μπούνε στο ίδιο καλούπι, σίγουρα δεν μπορούνε.

Μία γενική αίσθηση θέλω. Θέλω να πω έχουμε χίλιους, δύο χιλιάδες ανθρώπους μέσα στο μετρό, να φωνάζουν «αλήτες-ρουφιάνοι-δημοσιογράφοι». Αυτό το έχουμε – δηλαδή ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν το βλέπουμε, ή ακόμα κι αν το χρεώνουμε σε άλλους και όχι σε «εμας», συμβαίνει, είναι υπαρκτό γεγονός. Και αυτό κάπου θα οδηγήσει, θα γεννήσει κάτι άλλο, είτε απαξίωση, είτε μια καινούργια κατάσταση. Έχουμε εκπαιδεύσει τους πολίτες, να ζητούν την σωστή δημοσιογραφία;

Όχι.

Δηλαδή διαβάζω ότι θέλετε να εκπαιδεύσουμε τους δημοσιογράφους να την παρέχουν, αλλά ένα ζητούμενο είναι να εκπαιδεύσουμε και τους πολίτες – λέω, εγώ.

Αυτό είναι το ιδανικό, να συμφωνήσω απόλυτα σ’ αυτό μαζί σας.

Είναι εφικτό; Κατ’ αρχάς, χρειάζεται; Ή αντίδρασή τους είναι, εκτός από φυσιολογική, και προς την σωστή κατεύθυνση;

Όχι, νομίζω ότι χρειάζεται, γιατί διότι το σύνθημα, το οποίο γενικεύει αυτό, «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» και μας βάζει όλους μέσα στον ίδιο …κουβά πως να το πω, είναι επικίνδυνο. Η ενημέρωση, η αντικειμενική, και πολύπλευρη και ελεύθερη ενημέρωση για μένα είναι θεμέλιος λίθος της δημοκρατίας. Άρα, αν πάμε εκεί, που δεν ζητάμε μία καλύτερη ενημέρωση αλλά λέμε τίποτα, τίποτα, τότε περνάμε φοβάμαι σε μία εποχή Γερμανίας του μεσοπολέμου. Και ξέρουμε η Γερμανία του μεσοπολέμου τι γέννησε μετά.

Το δεύτερο μέρος δηλαδή από τα αιτήματα που ήταν να ενημερωθεί ο κλάδος, δεν σταματάει σ’ αυτό, είναι μεγαλύτερο γιατί πρέπει να ενημερωθεί και ο κόσμος τι πρέπει να απαιτεί από την δημοσιογραφία, και δεν είμαι βέβαιος ότι το ξέρει. Το αναζητά πιθανόν, όπως ένα παιδί αναζητά το γάλα, αλλά δεν είμαι σίγουρος το ξέρει, τι είναι αυτό που χρειάζεται να έχει.

Είμαστε και σε εποχή που μην ξεχνάτε λειτουργεί πολύ το θυμικό, και λιγότερο η λογική, βάζουμε κάτω τα πράγματα, και λέμε «ναι ρε παιδί μου, αυτός ο δημοσιογράφος κάνει σωστή δουλειά, ο άλλος κάνει μέτρια, ο άλλος είναι άχρηστος». Δεν υπάρχει εύκολο αυτό το κριτήριο – σε ένα κομμάτι μπορεί να έχει να κάνει και με την μόρφωση, με τα βιώματα…

Ναι, χρειάζεται όμως εκπαίδευση, σίγουρα μία εκπαίδευση, και μάλιστα που θα έπρεπε να ξεκινάει από τα σχολεία, να μάθουμε την κριτική σκέψη, δεν έχουμε σ’ αυτήν την χώρα κριτική σκέψη.

Εγώ ξέρετε έχω δουλέψει 10 χρόνια για την ελληνική υπηρεσία του BBC, μας κάνανε σεμινάρια. Μας κάνανε σεμινάρια, όπου, ιδιαίτερα σε εμάς που δουλεύαμε σε βαλκανικές χώρες που ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση, λοιπόν, ήταν πάρα πολύ αυστηροί, οτι θα δώσεις και τις δύο πλευρές, του όποιου ζητήματος.

Είναι ένα σχολείο το BBC – όχι ότι δεν έχει κάνει και το BBC, αλλά μακάρι να υπήρχε και στην Ελλάδα, μακάρι, μακάρι η ΕΣΗΕΑ, να διοργάνωνε τέτοιου είδους σεμινάρια, πάνω στο κομμάτι ενημέρωση και δημοκρατία, νομίζω χρειάζονται αυτά τα πράγματα – αλλά χρειάζεται και αφύπνιση και του ίδιου του κλάδου, δηλαδή ο κάθε νέος δημοσιογράφος που μπαίνει να μην νοιάζεται ότι δημοσιογραφία είναι μόνο «παίρνω το μικρόφωνο, γίνομαι γνωστός, γίνομαι φίρμα» κλπ, όχι, δεν είναι.

Είναι κάτι πολύ πιο βαθύ.

~

Βαρέθηκα.

Βαρέθηκα να ξυπνάω κάθε πρωι, με την αγωνία αν ο Κουφοντίνας άντεξε, ή πέθανε καθώς περίμενα ένα θαύμα.

Βαρέθηκα να κοιτάω στο twitter, τους όλο και περισσότερους να αγωνιούν μαζί μου, και τους όλο και περισσότερους, ακόμα και ανθρώπους που θα μπορούσαν να αλλάξουν την κατάσταση, να τον μισούν και να τον βρίζουν.

Βαρέθηκα.

Το λήγω τώρα: Ο Κουφοντίνας είναι νεκρός. Πέθανε, η καρδιά του δεν άντεξε, το σώμα του έφαγε τον εαυτό του, όλα έληξαν, καμμία ελπίδα, καμμία υποψία θαύματος, το κράτος επέμεινε, κέρδισε, θα θαφτεί κάτω από δύο μέτρα γη, τα σκουλίκια δεν θα βρουν καν τι να φάνε, το λήγουμε εδώ, έληξε, πέθανε. Τέλος.

Και γιατί όχι;

Γιατί – σκατά – όχι;

Εγώ προτείνω να τον ξεχάσουμε. Να μην μπουμε καν στον κόπο να τον θάψουμε. Ένας θάνατος σε αργή κίνηση, μία καρδιά που σταματά πενήντατόσες φορές μπροστά μας, τι νόημα έχει ο επικήδειος;

Για ποιον άλλωστε είναι ο επικήδειος;

Ορίστε, πέθανε.

Τι, μας ήρθε να κλάψουμε; Για ποιον, για τον Κουφοντίνα; Θα μας λείψει; Θα νιώσουμε κάποια απώλεια; χάσαμε κάτι;

Εγώ λέω να τον βρίσουμε. Και εμείς, μαζί με τους δήμιούς του. Ένα κάθαρμα, ένας δολοφόνος έντεκα ανθρώπων, ένα τέρας, ένας βιαστής της δημοκρατίας μας. Ενας εκβιαστής που θα οδηγήσει εκατοντάδες μαλακισμένα να εκδικηθούν τον θάνατό του, βιάζοντας κι αυτά την δημοκρατία μας, που δεν εκβιάζεται, που δεν τρομοκρατεί, που δεν δολοφονεί – εκτός από αυτούς που πραγματικά το αξίζουν.

Τρίχες.

Δεν υπάρχει νεκρός εδώ. Δεν χρειάζεται επικήδειος, γιατί δεν πέθανε κανείς που να έχει αξία. Ούτε ο Κουφοντίνας είχε καμιά αξία, ούτε η δημοκρατία μας είχε καμία αξία, ούτε η δικαιοσύνη είχε καμιά αξία, ούτε τίποτα. Κι αυτά, σε αργή κίνηση, χρόνια τώρα, έχουν πεθάνει, έχουν βρωμίσει, όσο και αν φωνάζω ή διαμαρτύρομαι τόσο καιρό.

Πέθαναν όλα. Είμαστε μία κοινωνία από ζόμπι.

Όταν πίστευα πως ήταν ακόμα ζωντανά όλα αυτά, ότι ήμασταν ακόμα ζωντανοί εμείς, φώναζα, για την Γκιουλιώνη, για την γυναίκα που κάηκε στην λαθρομεταναστευτική σκηνή της προσπαθώντας να ζεσταθεί, για τον Βασίλη Μάγγο, για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για τον Ζακ Κωστόπουλο.

Δεν έχουν πεθάνει όμως αυτοί, εμείς πεθάναμε. Αυτοί δολοφονηθηκαν. Εμεις, απλώς, πεθάναμε.

Σαν το βατράχι στην κατσαρόλα, που σιγά σιγά του αυξάνουν το νερό, και αυτό βράζει, αλλά γίνεται τόσο σιγά που δεν παίρνει χαμπάρι.

Τι, ζούσε η δικαιοσύνη μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Ζούσε όταν δεκάδες πρόσφυγες πέθαιναν, τους βαρούσαν, τους τάιζαν βρώμικο φαι, τους κλείδωναν κατά χιλιάδες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όταν τα έριχναν ολα σε μία ζαρτινιέρα, όταν έφταιγαν μόνο τα σκουριασμένα σίδερα που κουβαλούσαν τα ναρκωτικά και κανείς όταν εκατομμύρια φαρμακόλεφτα άλλαζαν χέρια, όταν σκότωναν στην φυλακή ατιμώρητα, όταν οι δικαστές που μας ήλεγχαν ξυπνούσαν μία μέρα και δεν είχαν πόστο πια, ή μετακόμιζαν εκτάκτως αθόρυβα – ζούσε η δικαιοσύνη μας;

Τι, ζούσε η δημοκρατία μας; Τόσο καιρό ζούσε;

Όταν μας έφερναν έτοιμα μνημόνια χιλιάδων σελίδων να ψηφίσουμε σε μία μέρα, όταν οι τραπεζίτες που δάνειζαν τα κόμματα και τα κανάλια τους έπαιρναν αμνηστία, όταν έρχονταν φωτογραφικοί νόμοι για να χτίσει ο επιχειρηματίας νόμιμα αυθαίρετα mall, όταν οι ΚΥΠατζίδες τους διορίζονταν παράνομα χωρίς πτυχίο – και μετά νόμιμα, δεν χρειαζόταν πια, όταν οι φύλακες των συνόρων μας, οι γερμανοί, μας έβριζαν ότι είμαστε αδηφάγα καθάρματα, οι γάλλοι θελαν να πουλήσουν τα ραφάλ και τα σκάφη τους, και οι αμερικάνοι μας δίνουν συγχαρητήρια που δεν υποκύπτουμε στον εκβιασμό ενός τρομοκράτη – ζούσε η δημοκρατία μας;

Τι, ζούσε η κοινωνία μας;

Όταν εραστές των ναζί γίνονταν υπουργοί, όταν τα κανάλια και οι εφημερίδες μας πληρώνονταν για να αγιοποιούν, όταν παίρναμε αστυνομικούς αλλά δεν μας περίσσευαν για γιατρούς, οταν πέρναμε αεροπλάνα αλλά δεν μας περίσσευαν για νοσοκομεία, όταν μας έπειθαν μπροστά στα μούτρα μας ότι περισσότερα παιδιά στα σχολεία είναι καλύτερα από ότι λιγότερα, ή όταν χιλιάδες άνθρωποι μας πέθαιναν ατιμώρητα επειδή ο τουρισμός μας πρέπει να ανθίσει – ζούσε η κοινωνία μας;

Τι, τι θα μας λείψει από όλα αυτά; Τα είχαμε; Τι θα μας λείψει;

Τι νόημα έχει πια;

Σαν μία αρχαία τραγωδία -αχ, πόσο μας αρέσει ο αρχαίος, τραγικός πολιτισμός μας, ε;- ο χειρότερος από μας, ο πιο μισητός, το απόλυτο κακό, αφέθηκε στα χέρια μας, μήπως, μήπως και δούμε στα ματια του να καθρεπτίζεται η αληθινή μας φύση.

Τον άκουσα να μας λέει «…είναι απλό. Με αδικείτε, για κάτι απόλυτα χαζό, για μία αλλαγή φυλακής, για λίγους μήνες ακόμα φυλάκισης. Εγώ όμως ακόμα και για κάτι τόσο χαζό, δεν θα αφήσω να συμβεί αδιαμαρτύρητα. Θα αφήσω την ζωή μου στα χέρια σας. Ο,τι πειτε, θα γίνει. Γράψατε έναν νόμο μόνο για μένα, μα ούτε αυτόν δεν κρατήσατε. Εγώ σας λέω υποκριτές. Ψεύτες, στον νόμο, ψεύτες στην δικαιοσύνη, ψεύτες στην δημοκρατία σας. Ορίστε. Ή θα με σώσετε όλοι μαζί, ή θα με σκοτώσετε όλοι μαζί. Τον χειρότερο απ’ όλους. Τον πιο δύσκολο απ’ όλους. Τον Τρομοκράτη, τον Βαραβά, τον Χίτλερ, τον Σατανά. Το τέρας. Αξίζει δικαιοσύνη το τέρας; Αποφασίστε το. Ιδού, εσείς»

Ιδού, εμείς.

Ε, να εμείς.

Εγώ λέω να μην τον θάψουμε καν. Να τον παρατήσουμε εμεί. Να τον βρίσουμε, «Είσαι δολοφόνος, είχαν χρόνο οι άνθρωποι που σκότωσες με τα χέρια σου να τους λυπηθείς; Εκβίασες την δημοκρατία μας, αυτοκτόνησες, ΨΟΦΟ!». Να βρίσουμε αυτούς που θα προτάξουν την δικαιοσύνη, «τρομοκρατόφιλε! Δολοφόνε της δημοκρατίας! Δολοφόνε της υγείας μας!» Να ψεκάσουμε, να ξυλοκοπήσουμε τα καθάρματα που θα βγουν στους δρόμους έξαλλοι, άλλωστε παρακαλούσαν για τον θάνατό του, αφορμή έψαχναν, ας μην κοροιδευόμαστε μεταξύ μας. Ας έχουν και κανέναν νεκρό, δεν πειράζει – καλύτερα. Ένα ακροαριστερό άπλυτο καθίκι λιγότερο. Και αν σκοτώσουν κανέναν αστυνομικό, να τους σκοτώσουμε και εμείς, όλους, και να φυλακίσουμε οποιον κοιτάξει στραβα, να βαρέσουμε όποιον μιλήσει, να εξαφανίσουμε κάθε ανάρτηση στο διαδίκτυο ως τρομοκρατική, να καταδικάσουμε κάθε οργισμένη δήλωση, να μην απολογηθούμε για τίποτα.

Ποιοι να απολογηθούμε, εμείς;

Απέναντι σε ποιον; Ποιος καθρεφτίστηκε; Ποιον είδαμε;

Δεν έχουμε άλλη επιλογή, πια.

Τίποτα δεν αξίζει τον επικήδειό μας.

Τίποτα. Τελείωσε. Αρκεί. Φτάνει. Κερδίσατε.

Βαρέθηκα να ξυπνάω ελπίζοντας σε ένα θαύμα, πια.

Η Γκουλιώνη πέθανε άδικα, η Αμαλία, οι ανώνυμοι μετανάστες, ο Αλέξανδρος, ο Ζακ, ο Ίλι Καρέλι, ο Νικος Σακελλίωνας, ο Μάγγος, οι φυλακισμένοι, όλοι πέθαναν απολύτως άδικα. Δεν καταλάβαμε τίποτα, δεν μάθαμε τίποτα, δεν αξίζαμε τίποτα.

Το νερό έβρασε εδώ και ώρα, ο βάτραχος μαγειρεύτηκε καλά, αδιαμαρτύρητα και πολύ-πολύ φρόνιμα, το κρέας του είναι έτοιμο, κόστισε λίγο παραπάνω βέβαια, αλλά είμαι σίγουρος πως θα είναι πολύ τρυφερός και νόστιμος.

Ο μάγειρας, σηκώθηκε περήφανα μπροστά στους αδημονούντες πελάτες, για να εκφωνήσει, απλά και λιτά, τον επικήδειό του:

«Καλή όρεξη»

Έστω ότι συμβαίνει ένα γεγονός. Ένα γεγονός που μας επηρεάζει όλους – όχι όπως μας επηρεάζει πχ ένας νόμος, αλλά όπως μας επηρεάζει μία απόφαση εξ ονόματί μας, διαφωνούμε μ’ αυτήν, και θέλουμε κάπως να διαχωρίσουμε την θέση μας.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Έστω, ότι κάθε ένας που διαφωνεί, που αντιδρά μ’ αυτήν την απόφαση έχει να αντιμετωπίσει κατηγορίες προσωπικές, άσχετες πλήρως με το θέμα για το οποίο διαφωνεί. Έστω ότι βαφτίζεται κάθε αντίδραση βίαιη, ή φιλοτρομοκρατική, ή ως αναίσθητη απέναντι σε συγκεκριμένους νεκρούς και στις οικογένειές τους.

Έστω ότι τα μεγάλα ΜΜΕ, ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες και ιστοσελίδες επιμένουν να αγνοούν όχι μόνο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά και όταν υποχρεωτικά κάνουν μία αναφορά, την διανθίζουν με τις κατηγορίες και την ρητορική που ανέφερα πιο πάνω.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πως μπορούμε να δείξουμε ποιοι είμαστε, πόσοι είμαστε, πόσοι διαφωνούμε;

Έστω ότι αν γράψεις -έστω γράψεις- το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου ο οποίος βιώνει αυτό το γεγονός σε δημόσιο μέσο, κινδυνεύεις να δεχτείς αποκλεισμό είτε της αναφοράς σου, είτε της παρουσίας σου συνολικά για μέρες ή και μήνα ακόμα. Χωρίς να έχεις προσβάλλει κανέναν, χωρίς να έχεις υποστηρίξει το ένα ή το άλλο – και μόνο με το ονοματεπώνυμο.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις προσωπικές κατηγορίες όπως «είσαι φίλος της τρομοκρατίας», «υπερασπίζεσαι τον τρομοκράτη», «φίλος των ακροαριστερών, των αντιεξουσιαστών, των αναρχικών», όταν μπλοκάρεσαι αυτόματα από το μόνο μέσο που μπορείς να μιλήσεις και μόνο που αναφέρεις ένα όνομα – ανεξαρτήτως περιεχομένου, τι άλλον τρόπο έχεις να αντιδράσεις;

Διαφωνείς. Ε, και; Ποιος το ξέρει;

~

Μόλις εχθές, μία ενέργεια που έγινε στο facebook με έκανε να αναθαρρήσω για την ποιότητα των συμπολιτών μου, και να ελπίζω, ακόμα, ότι κάτι τελικά μπορεί να αλλάξει.

Χιλιάδες άνθρωποι, μαζικά, άφησαν ένα σχόλιο στο τελευταίο άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας στο facebook. Το αίτημά τους ήταν πως η ΠτΔ οφείλει να πάρει θέση στην διαμάχη για την κυβερνητική άρνηση στο αίτημα για μεταγωγή του καταδικασμένου για τρομοκρατία και δολοφονίες Δημήτρη Κουφοντίνα (το καλό με το να έχεις δικό σου blog, κανείς δεν μπορεί αυτόματα να σε λογοκρίνει επειδή ανέφερες απλώς ένα όνομα) στον Κορυδαλλο, και την ως διαμαρτυρία απεργία πείνας του κρατούμενου που τον οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, ή θάνατο.

Τα περισσότερα αν όχι όλα τα μηνύματα διάβασα εγώ (και διάβασα ΠΟΛΛΑ), είχαν μία ευπρέπεια και ένα ήθος που σπανίζει στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς επικοινωνούσαν με την ΠτΔ που εξ θέσεως δεν έχει αρμοδιότητες για το ζητούμενο θέμα (αν εξαιρέσει κανείς πιθανή άρνησή της να υπογράψει τον νόμο που στερούσε, φωτογραφικά λέει η δικηγόρος του, την δυνατότητα σε τρομοκράτες να εκτίουν την φυλάκισή τους σε αγροτικές φυλακές – αλλά δεν έχω αρκετές γνώσεις για κρίνω την αντισυνταγματικότητά του και/ή την δυνατότητα παρέμβασής της), και το αίτημα ήταν, απλώς, να πάρει δημόσια θέση στο ζήτημα αυτό, πριν ο ασθενής πλέον κρατούμενος καταλήξει. Όταν δε, οι αρχικοί σχολιαστές είδαν τα μηνύματά τους να εξαφανίζονται από την σελίδα, επανήλθαν και πολλαπλασιάστηκαν μάλιστα, διατηρώντας, παρά τις διαμαρτυρίες τους, έναν κόσμιο λόγο.

Όπως το βλέπω εγώ, ήταν μία κορυφαία στιγμή δημοκρατίας.

Οι αποκλεισμένοι από τον δημόσιο λόγο συμπολίτες μας, επώνυμα κατα βάση (καθώς το facebook είναι πολύ αυστηρότερο στην «ανωνυμία» από ότι πχ το twitter), ευπρεπώς σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, δημόσια και κατά χιλιάδες, ζήτησαν από την ΠτΔ να παρέμβει με την θέση της.

Προφανώς η ΠτΔ δεν μπορεί θεσμικά να αλλάξει κάτι πια – είναι προφανές αυτό. Μία δήλωσή της όμως, θα κατέρριπτε κάθε φαιδρό και έωλο επιχείρημα όπως «υποστηρικτές της βίας και της τρομοκρατίας» με το οποίο στολίζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι, και θα έμενε χώρος μόνο για σοβαρή συζήτηση, και καθαρά επιχειρήματα.

Η γνώμη μου είναι, ότι ζήσαμε μία ψηφιακή πλατεία Συντάγματος.

Μοιάζει υπερβολικό, το καταλαβαίνω, αλλά θεωρώ ότι οι κινητήριες γραμμές είναι οι ίδιες. Δημοκρατία, Δικαιοσύνη. Οι πολίτες που φέρουν το στίγμα της αποδοχής της τρομοκρατίας, ακουμπούν στον πρώτο πολίτη της δημοκρατίας, ευπρεπώς, την αγωνία και τις ελπίδες τους για να είναι δίπλα τους, έστω με μία δήλωση, έστω και μόνο για την επόμενη μέρα όπου νιώθουν ότι θα χρεωθούν αυτό που αισθάνονται ότι είναι μία κρατική δολοφονία.

Αν δεν είναι αυτό, από μόνο του, δείγμα στήριξης της δημοκρατίας, τι είναι;

Δεν τρέφω ελπίδες για την παρέμβαση της κ. Σακελλαροπουλου – δεν είναι καν αυτό το δικό μου ζητούμενο, αν με ρωτήσετε. Αν πιστεύει ότι οφείλει, ας παρέμβει. Αν πιστεύει ότι δεν οφείλει, ότι δεν πρέπει, ας μείνει σιωπηλή. Αν θέλει να στηρίξει τον Κουφοντίνα στο αίτημά του (σταματήστε ένα λεπτό, και σκεφτείτε το, δεν θα ήταν μία μοναδική στιγμή;) ας το κάνει, αν θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση, ας κάνει αυτό.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη, και θα κριθεί από τις πράξεις και τις απραξίες του – όπως άλλωστε (ειδικά σ’ αυτόν τον θεσμό) έγινε πολλάκις στο παρελθόν.

Όπως όμως σε κάθε διαδήλωση, όπως σε κάθε διαμαρτυρία, σε κάθε επανάσταση, έχει μεγάλη σημασία να ζητάς. Αν θα πετύχεις είναι ένα επόμενο βήμα, και δεν εξαρτάται καθόλου από εσένα.

Σημασία έχει να ζητάς, να μιλάς, να εκφράζεις την γνώμη σου.

Η νίκη δεν ήρθε επειδή μπορεί να πιεστεί η ΠτΔ να πάρει θέση – ούτε καν αν θα το κάνει τελικά. 

Η νίκη ήρθε επειδή κοιτάξαμε με δέος ο ένας το comment του άλλου, διαβάσαμε ευγενικά και αγωνιώδη μηνύματα, είδαμε υποστηρικτές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας δίπλα μας, και ήταν σαν να κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στα μάτια. 

Εκμεταλλευτήκαμε αυτήν την ελάχιστη, μικρή χαραμάδα που μας δόθηκε, με αξιοπρέπεια και πίστη στον σκοπό και τον αγώνα μας. 

Μπορεί να μην ξαναγίνει, μπορεί την επόμενη φορά να μην είναι τόσο αγνό, ή τόσο ακηδεμόνευτο, αλλά αυτή η ψηφιακή στιγμή είναι δική μας, μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν, για την φορά που είπαμε «όχι στο όνομά μου» με θάρρος περισσότερο από όσο δικαιολογεί αυτός ο παράλογος κόσμος μας και με ευπρέπεια μεγαλύτερη των προσδοκιών μας.

Αυτό το υπογεγραμμένο σχόλιο, ήταν εκκωφαντική κραυγή, μία αναπάντεχη ηλιαχτίδα ελευθερίας, και ελπίζω να ζεστάνει λίγο τις ανέλπιδες καρδιές μας, ότι είμαστε αρκετοί, ότι μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Με κάτι τόσο ελάχιστο, και όμως, τόσο ουσιώδες:

Click, and share your comment.

Ας ξεκινήσουμε όπως πάντα από τα γεγονότα: ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την διαμαρτυρία του προς την κυβέρνηση για την υπόθεση των 20 εκατομμυρίων ευρώ προς τα ΜΜΕ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς», και για το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν έχει ακόμα δείξει την λίστα με τα ποσά που έδωσε σε κάθε ΜΜΕ που συμμετείχε στην καμπάνια (έχω γράψει ξεχωριστό, εξίσου τεράστιο άρθρο εδώ, διάβασέ το πριν συνεχίσεις), ετοίμασε ένα βίντεο που το διένειμε στο κανάλι του στο Youtube.

Το βίντεο είναι αυτό:

Από την στιγμή που βγήκε, συνάντησε ομολογουμένως ακραίες αντιδράσεις. Από την μία, πολίτες που συμφωνούσαν με το πνεύμα της διαμαρτυρίας, από την άλλη, φωνές αντίδρασης και θυμού από διάφορες ομάδες: από αυτούς που ανήκαν κυρίως στον δημοσιογραφικό χώρο, που εξοργισμένοι τόνιζαν ότι το βίντεο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους δημοσιογράφους, από εκείνους που κατηγόρησαν το βίντεο για αντισημιτισμό, λόγω της αναφοράς του σε Μωυσή, από εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν το βίντεο για σεξισμό καθώς η παρουσιάστρια είναι γυναίκα.

Την μεγαλύτερη δημοσιότητα αντίδρασης πήρε η ΕΣΗΕΑ που με ανακοίνωσή της μιλά για «απαράδεκτο διασυρμό συλλήβδην του δημοσιογραφικού κόσμου», κάτι που ανάγκασε τον Σκουρλέτη, βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να απαντήσει πως «δεν είχαμε πρόθεση να προσβάλλουμε τον δημοσιογραφικό κόσμο με αυτό το βίντεο», προσθέτοντας όμως πως «θέμα έχει την επιδίωξη της κυβέρνησης να διαμορφώσει ένα δίκτυο ΜΜΕ που θα της παρέχει άκριτη στήριξη, μέσω της απευθείας διάθεσης 20 εκατ. ευρώ για την καμπάνια «Μένουμε Σπίτι» με όρους αδιαφάνειας, καθώς αρνείται να αποκαλύψει τα ποσά που έλαβε κάθε Μέσο Ενημέρωσης». Αντίστοιχη ήταν και η δημόσια δήλωση της Όλγας Γεροβασίλη που κράτησε αποστάσεις, μιλώντας για «σποτ με πιθανώς ατυχή αποτύπωση».

Από την πρώτη στιγμή που βγήκε, ψάχνω να βρω τι με ενοχλεί με αυτήν την ιστορία.

Είναι το βίντεο του ΣΥΡΙΖΑ; Συνήθως, αντιπαθώ την ειρωνεία από τους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα, την θεωρώ ως ένα κάκιστο τρόπο να επικοινωνήσεις τις ιδέες και τις απόψεις σου. Όταν γίνεται αυτό, συνήθως γίνεται γιατί θέλεις να εντυπωσιάσεις βάζοντας το επικοινωνιακό πάνω από το ουσιαστικό της θέσης σου. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια έχει ξεκάθαρα κατ’ εμέ τα κυριότερα μέσα επικοινωνίας απέναντί του, όχι μόνο τώρα, αλλά σχεδόν από τότε που θεωρήθηκε ικανό μέγεθος για να κυβερνήσει – οπότε θα είχε έναν επιπλέον λόγο να θεωρήσει κανείς αυτήν την καμπάνια όχι αναίτια προκλητική, μα περισσότερο ως μία έντονη καταγγελία, κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει την εικόνα μου για στείρα ειρωνεία.

Είναι η διαμαρτυρία περί αντισημιτισμού; Προσωπικά, την βρίσκω άστοχη και την αντιμετωπίζω ως δικαιολογία απλώς επίθεσης στο βίντεο για πολιτικούς λόγους, αλλά από την άλλη, δεν έχω ιδέα αν όντως αυτή η αναφορά, με τον τρόπο που έγινε (παρότι αποτελεί ξεκάθαρα ευθεία καταγγελία για παλαιότερη αναφορά που εκθείαζε τον πρωθυπουργό), μπορεί να προσβάλλει όντως και τίμια, ανθρώπους που μάχονται πρωτίστως τον αντισημιτισμό. Δε νομίζω, αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σίγουρα.

Είναι οι αντιδράσεις; Από την μία, υπήρξαν θιγόμενοι δημοσιογράφοι οι οποίοι δεν θεωρώ ότι τιμούν τον ρόλο τους – και στην πραγματικότητα αυτοί αναφέρονται στο βίντεο, και χρησιμοποιούν τους σωστούς δημοσιογράφους και το λειτούργημα της δημοσιογραφίας ως ασπίδα για να καλυφθούν βολικά πίσω τους. Από την άλλη υπήρξαν ξεκάθαρα και φωνές που σέβομαι που ένιωσαν ενοχλημένοι με το βίντεο, και εξέφρασαν την αντίθεσή τους χωρίς να προσβλέπουν σε ίδιον όφελος.

Όλα αυτά έπαιξαν τον ρόλο τους, κυρίως το τελευταίο προφανώς, καθώς το θέμα εδώ είναι η δημοσιογραφία – αλλά ενώ όλα αυτά με ενόχλησαν, και συνέβαλαν να μου κάθεται κάτι σαν αγκάθι, σαν σφίξιμο στον λαιμό δεν μπορούσα να εντοπίσω τι.

Και μετά κατάλαβα: Το ερώτημα που θα με βοηθούσε να καταλάβω τι με ενοχλεί σ’ αυτήν την ιστορία είναι «τι είναι δημοσιογραφία;». 

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα έπρεπε να έχω για όλα όσα συναντώ μπροστά μου ένα «γιατί». «Έχει δίκιο ο ΣΥΡΙΖΑ που θεωρεί πως μένει εκτός ενημέρωσης; Αν έχει, γιατί συμβαίνει αυτό;»  «Γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την λίστα ποσών και παραληπτών με διαφάνεια πριν ξεκινήσει η καμπάνια»; «Γιατί συγκεκριμένες ειδήσεις δεν παίζουν από συγκεκριμένους σταθμούς;» «Γιατί κάποια μέσα παίρνουν αποδεδειγμένα περισσότερο κρατικό και μη χρήμα από αυτό που δικαιούνται;» «Ισχύουν οι καταγγελίες Βαξεβάνη ότι δεν έχει διαφημίσεις; Ισχύει ότι ο Κ.Μητσοτάκης παρενέβει για να μην μπουν; Αν ναι, γιατί;» 

«Ξέρω ή υποψιάζομαι πολιτικούς που πληρώνουν, άμεσα ή έμμεσα δημοσιογράφους για να περνάνε δικές τους θέσεις και γραμμές;»  

«Ξέρω ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου που δεν κινούνται από αμιγώς δημοσιογραφικό αλλά από προσωπικό, οικονομικό κριτήριο; Γιατί το κάνουν, ποιος τους χρηματοδοτεί, ποιος επωφελείται;»

«Αν ξέρω, ή υποψιάζομαι συναδέλφους μου, γιατί δεν έχω πει τίποτα; Γιατί δεν το ερευνώ;»

~

Αν ήμουν δημοσιογράφος, θα ήμουν δικαιολογημένα έξαλλος με αυτό το video. Δεν θα μου έφταναν πέντε εφημερίδες και τριάντα ραδιοτηλεοπτικές ώρες να εκφράσω την οργή και τον αποτροπιασμό μου. Θα χαλούσα τον κόσμο, θα μίλαγα στους φίλους μου, θα έγραφα στα προσωπικά social μου, στα μέσα που δουλεύω, θα έβγαινα με μία ντουντούκα να ουρλιάξω.

…αφού όμως πρώτα θα απαντούσα σε δύο ερωτήσεις:

Υπήρξε αδιαφάνεια στην πληρωμή είκοσι εκατομμυρίων ευρώ από την κυβέρνηση προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης;

Υπήρξε μεροληψία και εκδικητική συμπεριφορά από την κυβέρνηση προς συγκεκριμένα μέσα που την ελέγχουν;

Μου φαίνεται τελείως ξεκάθαρο: Ξέρω, ή υποψιάζομαι έστω, πως έχουν βάση αυτές οι καταγγελίες;

Είναι απόλυτα εσωτερική η διαδικασία. Δεν χρειάζεται να μάθει κανείς την απάντηση. Εγώ και η συνείδησή μου: Έχουν δίκιο;

Γιατί;

Επειδή θα ήμουν δημοσιογράφος, δεν υπάρχουν τρεις επιλογές. Υπάρχουν μόνο δύο: Έχουν δίκιο, ή δεν έχουν δίκιο. Δεν μπορώ να πω «δεν ξέρω» – γιατί είμαι δημοσιογράφος, οφείλω να ερευνήσω, το οφείλω στο ίδιο πάθος που με καθοδήγησε και με το οποίο ένιωσα πως θέλω να διαμαρτυρηθώ, να ουρλιάξω, να αντιδράσω. 

Αν δεν έχουν δίκιο, τότε όλος ο θυμός μου μπορεί να πάει σ’ αυτόν που έφτιαξε το βίντεο. Είναι ένα απαράδεκτο, σιχαμένο βίντεο, που τσουβαλιάζει και καταστρέφει την δημοσιογραφία, και μαζί μ’ αυτήν καταστρέφει κάθε έννοια ελέγχου της εξουσίας και του λειτουργήματος που στηρίζει την δημοκρατία μας. Τότε ο κάθε δημοσιογράφος πρέπει να ενωθεί με τον διπλανό του, πρέπει να σταθούν όλοι μαζί, σαν μία γροθιά, χέρι χέρι παρουσιαστές ιδιοκτήτες και συντάκτες αντιμέτωποι σε όποιον λοιδωρεί και εξευτελίζει τις αξίες και τις θυσίες τους.

Αν όμως έχουν δίκιο;

~

Συνάντησα πάνω από μία φορά, ακόμα και από ανθρώπους που συμπαθώ και σέβομαι, την άποψη «έχουν δίκιο, αλλά με αυτό το βίντεο το χάνουν». Αυτό, τελικά, με ενοχλεί σε όλη αυτήν την ιστορία. Οτι το δίκιο χάνεται, βολικά, μετακινείται λίγο πιο πέρα, και η αντίληψή μας πρέπει να επικεντρωθεί στο «λάθος».

«Ναι, έχουν δίκιο, αλλά…»

ΠΑΝΤΑ θα υπάρχει ένα λάθος. Σας το υπογράφω. ΠΑΝΤΑ κάποιος που καταπιέζεται θα κάνει κάποιο λάθος. Κάποια ενέργειά του θα είναι διφορούμενη. Κάποιον θα θίξει. Στον θυμό του θα υπερβάλλει. Μπορεί και να αδικήσει, ναι. Μπορεί και να κάνει και μεγαλύτερη ζημιά – εδώ να είμαστε για να κρίνουμε.

Το δίκιο του όμως, δεν το χάνει. Είναι προσβολή να το ξεστομίουμε αυτό! Και πρέπει να τον προστατέψουμε εμείς από το να μην το χάνει, όχι μόνο να μην του το στερούμε. Πρέπει να το προστατέψουμε!

Γιατί το δίκιο, δεν είναι του ΣΥΡΙΖΑ που φτιάχνει αυτό το ενοχλητικό για πολλούς βίντεο. Το δίκαιο δεν είναι του Βαξεβάνη, ή της ΕφΣυν που διαμαρτύρονται για την κρατική εξουσία και την ασφυξία που προκαλεί: Το δίκαιο είναι όλων μας. Είναι το δίκαιο της δημοσιογραφίας, του ελέγχου της εξουσίας, της δημοκρατίας όλων μας! Όπως κάθε δημοσιογράφος που όντως τα παίρνει δεν μπορεί να βάζει ως ασπίδα την δημοσιογραφία για να σωθεί -μπορεί, αλλά δεν πρέπει να τον αφήσουμε να το κάνει- έτσι δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν να τολμήσει χωρίς αντεπιχείρημα να πει «ναι, αλλά έτσι έχασε το δίκιο του»!

Όχι, δεν μιλάμε μόνο για το δίκιο του.

Γιατί ναι, αν ήμουν δημοσιογράφος, και μου έκοβαν άδικα την διαφήμιση, αν έκαναν χρήση της εξουσίας τους, θα ήμουν εξίσου έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που μου την κόβουν, αλλά και με αυτούς που αποφεύγουν το βλέμμα μου. Γιατί θα έκοβαν το δίκαιο ψωμί των παιδιών μου, και τα φτερά μου να κάνω αυτό που πιστεύω χωρίς εξαρτήσεις. Αυτό θα ήταν το δίκιο μου. Γιατί ναι, αν ήμουν πολιτικός, και τα λάθη του αντιπάλου μου εξαφανίζονταν, και τα δικά μου μεγεθύνονται, θα ήμουν έξαλλος – όχι μόνο με αυτούς που ελέγχονται από την εξουσία, ούτε με μόνο με την εξουσία που τους ελέγχει, αλλά και με αυτούς που κάνουν ότι κοιτούν αλλού, ή λένε «ναι, αλλά έτσι είναι και έτσι ήταν πάντα, όποιος έχει την ισχύ, ελέγχει και την δημοσιογραφία, τι να κάνουμε τώρα». Ναι, αυτό θα ήταν το δίκιο μου.

Και αυτό το δίκαιο έρχεται με ένα σαφέστατο κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θυμώνει αυτούς που είναι τίμιοι, και που είναι απολύτως σαφες, έχει ανάγκη για να μεταδώσει την πολιτική του. Ο Βαξεβάνης και η ΕφΣυν, κάνουν εχθρούς τους συναδέλφους και φίλους, όταν διαμαρτύρονται πως κάποια λεφτά πήγαν αδιαφανώς σε κάποιες τσέπες. Τα παιδιά του ThePressProject, για να παραμείνουν τίμιοι δημοσιογραφικά, αναγκάζονται να δουλεύουν για λίγα, ή για καθόλου, όταν η αγορά δίπλα καλοπληρώνεται βρώμικο χρήμα. Τα παιδιά του omniatv αναγκάζονται να διαθέσουν τον ελεύθερο, προσωπικό τους χρόνο για να υπερασπιστούν αυτό που θεωρούν σωστό. Απαιτείται μία θυσία να διαμαρτυρηθείς γι’ αυτό που πιστεύεις ότι είναι σωστό, για το δίκιο σου.

Οι έννοιες είναι πολύ πιο βασικές εδώ. Οι κατηγορίες είναι πολύ πιο σημαντικές. Χρήματα αλλάζουν χέρια επηρεάζοντας απόψεις. Εξουσία που φιμώνει και στραγγαλίζει οικονομικά όποιον της αντιτίθεται. Ένας κλάδος που αρνείται πεισματικά επανειλημμένα να κάνει την δουλειά του.

Δεν αφορά τον Σύριζα, τον Βαξεβάνη ή την ΕφΣυν πια όλο αυτό – αν τους αφορούσε ποτέ αποκλειστικά.

Κανένα βίντεο, καμία άποψη, καμία βλακεία που θα ξεστομίσει κάποιος δεν πρέπει να αφήσουμε να γίνει πιο σημαντική από την καταστροφή που καταγγέλλεται ότι συμβαίνει.

Μπροστά στο δάσος που καίγεται, μπροστά στα μάτια μας, εδώ και τόσα χρόνια, κάποτε αργά, τώρα με τρομακτική ταχύτητα και ένταση, έχουμε δύο ξεκάθαρες επιλογές: Το να κοιτάμε το δάχτυλο, αν έχει βρώμικα νύχια, ή το να δούμε στην καταστροφή που δείχνει, και να βρούμε τρόπους να μετριάσουμε την ζημιά.

Το σίγουρο είναι πως με αυτήν την καταστροφή, το οξυγόνο της δημοσιογραφίας τελειώνει για όλους μας.

Και αν συμφωνήσουμε όλοι πως έχουν, τελικά δίκιο, αυτό το δίκιο, είναι τόσο μεγάλο, τόσο σημαντικό, που δεν χάνεται με κανένα βίντεο.

Υποψιάζομαι ότι, στα τοσα χρόνια που παρακολουθώ την δημοσιογραφία – στην οποία, ομολογουμένως, βασίζω έως σήμερα πολλές από τις ελπίδες μου για το μέλλον αυτής της χώρας – αυτό πρέπει να είναι ιστορικό χαμηλό. Και, όχι ένα ιστορικό χαμηλό του τύπου «έπεσε τέσσερις θέσεις σε αξιοπιστία η δημοσιογραφία στην Ελλάδα» – μα περισσότερο σαν «έπρεπε να εφευρεθούν αρνητικές θέσεις για να περιγραφεί σωστά η θέση της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα». 

Δεν ξεκινούν όλα με την απόφαση της κυβέρνησης να διαθέσει το ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ για την διάδοση ενός κοινωνικού μηνύματος για την προστασία από τον κορονοϊό.  Για μένα, ξεκινούν δειλά-δειλά, με μία φωνή μόνο που διαμαρτύρεται, αρκετούς μήνες πριν.

Ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης, εκδότης της κυριακάτικης εφημερίδας Documento, αναρτά ένα άρθρο, στο οποίο καταγγέλει πως ο πρωθυπουργός της χώρας, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει ο ίδιος, προσωπικά, ζητήσει από επιχειρηματίες να μην διαφημίζονται στην εφημερίδα, ανεξαρτήτως του τζίρου και των πωλήσεων της. 

Έχουν προηγηθεί άρθρα από τον εκδότη, λίγο καιρό πριν, πως εταιρείες με ισχυρά διαφημιστικά budget, αποσύρουν η μία μετά την άλλη τις διαφημιστικές τους καμπάνιες από τις σελίδες (μόνο) της συγκεκριμένης εφημερίδας και το αποδίδει στον ισχυρό έλεγχο που ασκεί στην παράταξη της Νέας Δημοκρατίας και στην κυβέρνησή της.

Η καταγγελία αυτή, παραδόξως, δεν αναπαραγάγεται, ούτε σχολιάζεται, ούτε καν ελέγχεται – παρότι, υπό συνθήκες, θα μπορούσε να στείλει τον εκδότη φυλακή. Οι τρεις δομές που έχουν, συστημικά την ευθύνη να ασχοληθούν, η κυβέρνηση με τον κατηγορούμενο Κ. Μητσοτάκη, η δημοσιογραφία που ένα μέλος της κάνει μία τόσο σημαντική καταγγελία, και ο νόμος καθώς η καταγγελία αυτή αφορά ξεκάθαρα κακή έως και παράνομη χρήση της ισχύος που απολαμβάνει ένας πρωθυπουργός, σιωπούν, η κάθε μία με τον τρόπο της. Σαν να μην έγινε.

Ίσως η καταγγελια ενός δημοσιογράφου δεν είναι αρκετή για να κινήσει οποιονδήποτε από αυτούς τους μηχανισμούς.

Λίγο καιρό μετά όμως, ο Αλέξης Τσίπρας, στην βουλή, επαναφέρει αυτήν την καταγγελία. Εδώ θα πίστευε κανείς ότι, η έρευνα από οποιαδήποτε από τους τρεις αυτούς μηχανισμούς, θα απέφερε ακόμα μεγαλύτερα κέρδη: Αν δεν αποδεικνύοντω τα λόγια του εκδότη, και αυτός κινδύνευε πιθανότατα νομικά, αλλά και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τον υπερασπίστηκε, τουλάχιστον πολιτικά, θα δεχόταν ισχυρό πλήγμα. Άλλωστε τώρα είναι πια περισσότεροι οι εμπλεκόμενοι: Στον πρωθυπουργό, που αναφέρεται ονομαστικά, έχουν ηθικά προστεθεί και οι εισαγγελείς, που κώφευσαν, και η δημοσιογραφία που δεν έκανε καμία προσπάθεια να ερευνήσει την αλήθεια (ή το ψέμα) πίσω από αυτήν την καταγγελία. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Παρόλα αυτά, και παρότι είναι μία καταγεγραμμένη στα πρακτικά δήλωση, μία καταγγελία που δεν μπορεί να αγνοηθεί, δεν γίνεται τίποτα απολύτως. Η ΕΣΗΕΑ δεν αντιδρά όπως θα έπρεπε (δεν ξέρω αν αντιδρά καν!) καιο εκδότης συνεχίζει με λίγες (ή καθόλου!) διαφημίσεις, καθώς οι τρεις πλέον θεσμοί που έχουν την ευθύνη να την κατακρεμνήσουν, την αγνοούν. 

Στην συνέχεια, γίνονται αυτά που όλοι γνωρίζουμε πάνω-κάτω: Αποφασίζεται το κονδύλι των συνολικά 20 εκατομμυρίων ευρώ (έχω την αίσθηση οτι δίνεται με απευθείας ανάθεση στην εταιρία που το αναλαμβάνει, αλλά δεν το έχω βρει πουθενά, οπότε μην το λάβετε υπόψιν σαςεπιβεβαιώνεται απο τον ίδιο τον Υπουργό) , και μάλιστα με κέρδος για την εταιρία περίπου 600.000 ευρώ συνολικά) για την μετάδοση μηνυμάτων για προστασία από την πανδημία. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος πηγαίνει εξ ολοκλήρου στα μέσα που το μεταδίδουν καθώς πχ και ο ηθοποιός πχ ξεκαθάρισε πως δεν δέχθηκε καμία αμοιβή

Τα μέσα, από την άλλη, δέχθηκαν την αμοιβή τους …αδιαμαρτύρητα, παρότι, σύμφωνα με την αντιπολίτευση, ως μήνυμα είχε νομοθετηθεί να μεταδίδεται απολύτως δωρεάν. Η καμπάνια χωρίστηκε σε δύο μέρη, Μένουμε Σπίτι και Μένουμε Ασφαλείς, και, παρά τις διαρκείς οχλήσεις, σχεδόν αποκλειστικά από την αντιπολίτευση και τις εφημερίδες Documento και Εφημερίδα των Συντακτών, δεν υπήρξε καμία προσπάθεια να γίνει ξεκάθαρο ποιος πήρε τι ποσά, για ποιον λόγο

Ενδιάμεσα, η έρευνα της Δημοσιογραφίας Χωρίς Σύνορα για την ελευθερία του τύπου παγκοσμίως, φύλασσε για την χώρα μας μία ενδιαφέρουσα αναφορά: κάνει λόγο, ονομαστικά, την εφημερίδα Documento ως θύμα κυβερνητικών/πρωθυπουργικών παρεμβάσεων για τον οικονομικό στραγγαλισμό της ακόμα και από ιδιωτικής μορφής διαφημίσεις επειδή ασκεί κριτική στην κυβέρνηση. Ενώ δεκάδες μέσα κάνουν συνεχείς αναφορές, ή έχουν ακόμα και στήλες ειδικές για την Δημοσιογραφία Χωρίς Σύνορα και τον ρόλο της (ενδεικτικά iefimerida / cnn / newsbeast / thetoc / protagon / antenna / lifo / kathimerini / enikos / real), εντούτοις κανένα δεν έπαιξε αυτήν την συγκεκριμένη αναφορά στην χώρα μας, και στην καταγγελία ότι η κυβέρνηση στραγγαλίζει ένα μέσο που την ελέγχει με αθέμιτους τρόπους – παρότι και σαφή αναφορά στην Ελλάδα είχε, και δεν κατονομαζε τα ίδια τα μέσα ως θύτες, μα ως θύματα μίας κακής πρακτικής. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Πρόσφατα, δύο αποκαλύψεις οδήγησαν σε εξελίξεις. Ο δημοσιογράφος και εκδότης Κώστας Βαξεβάνης αποκάλυψε πως, μέρος της διαφήμισης πήρε ένα site που (κα’τ ομολογία του) διαχειριζόταν ο παρουσιαστής Φουρθιώτης , το οποίο είχε μόλις δύο άρθρα. Η αποκάλυψη αυτή, μαζί με κάποιες ακόμα ..διαρροές για αντίστοιχα sites, οδήγησαν στο να …μπουν και να βγουν άρθρα από το site του Φουρθιώτη (ακόμα και άρθρα που δεν ειχαν χρονική συνάφεια), αλλά κυρίως στην αναφορά της πλήρους λίστας  των εταιριών που πήραν διαφήμιση – χωρίς όμως τα ποσά που πήρε το κάθε μέσο.

Σε αυτήν την λίστα υπήρχαν και μέσα που δεν είχαν γραφτεί στο μητρώο εκδοτών, και, σύμφωνα με τις καταγγελίες, δεν επιτρέπεται δια του νόμου να λάβουν οποιασδήποτε μορφής κρατική διαφήμιση. Ούτε ο νόμος, ούτε τα μέσα εδέσησαν να ελέγξουν την είδηση. Σιωπή, σαν  να μην έγινε.

Ενδιάμεσα, ο Γιώργος Τράγκας, ένας εκ των γνωστών «δημοσιογράφων» (τα εισαγωγικά από μένα, καθώς δεν θεωρώ ότι εξυπηρετεί ούτε στο ελάχιστο την δημοσιογραφία σε οποιαδήποτε εκ των εκφάνσεών της) κατήγγειλε πως ο πρωθυπουργός πίεσε τον ραδιοσταθμό Παραπολιτικά στον οποίο είχε την εκπομπή του, να σταματήσει την συνεργασία μαζί του. Όταν η συνεργασία πράγματι διακόπηκε, ο δημοσιογράφος προχώρησε σε συγκεκριμένες καταγγελίες σε βίντεό του στο Youtube, στις οποίες ανέφερε πως είχε δεχθεί οδηγίες από τον σταθμό να μην αναφέρει συγκεκριμένο όνομα που πρόσκειται στον πρωθυπουργό, και κυρίως πως ο Κ.Μητσοτάκης τον καθοδήγησε εκ του σύνεγγυς σε προσωπική τους συνάντηση σε γραφείο στο Παγκράτι να «μην αναφέρεται στην γυναίκα του», κάτι που ο δημοσιογράφος «δεν θα έκανε έτσι κι αλλιώς, γιατί δεν χτυπά γυναίκες» (αν και θεωρώ πως οι υποθέσεις που αφορούν την Μαρέβα Γκραμπόφσκι Μητσοτάκη έχουν κυρίως ποινικές και πολιτικές προεκτάσεις). Μετά από μέρες, ο δημοσιογράφος κατείγγειλε πως πάλι το μέγαρο Μαξίμου, πίεσε και πέτυχε να χάσει την δουλειά του από τον τηλεοπτικό σταθμό Action24.  Ουδείς, ούτε η κυβέρνηση και ο Κ.Μητσοτάκης που αναφερόταν ονομαστικά στην καταγγελία, ούτε ο νόμος, ούτε κυρίως η δημοσιογραφία εδέησαν να πάρουν θέση ή έστω να την ερευνήσουν. Σιωπή, σαν να μην έγινε.

Τελικά, κάποιες αντίστοιχες διαρροές από τον Κ.Βαξεβάνη με συγκεκριμένα ποσά σε συγκεκριμένα μέσα, παρότι δεν έχουν ακόμα επιβεβαιωθεί, οδήγησαν κάποια από τα μέσα να διαμαρτυρηθούν (επιτέλους) για την  σιωπή που υπάρχει στην υπόθεση όσον αφορά το μοίρασμα των ποσών (κάτι που με κάνει προσωπικά να υποψιάζομαι πως οι φρεσκοδιαμαρτυρόμενοι μάλλον ενοχλήθηκαν από τα ποσά που έχουν διαρρεύσει και την μοιρασιά της πίτας). 

Άξια αναφοράς παραμένει η στάση του κ. Πέτσα, κυβερνητικού εκπροσώπου, που προχώρησε σε μία απίστευτη για τα πολιτικά αλλά και δημοσιογραφικά χρονικά δήλωση πως η κυβέρνηση έδωσε (άγνωστο ακόμα) μέρος της καμπάνιας στον αντιπολιτευόμενο τύπο (αναφερόμενος στις «Αυγή»,  «Εφημερίδα των Συντακτών», «Ριζοσπάστης»,  «Δρόμος της Αριστεράς», ο ραδιοφωνικός σταθμός «ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ» κ.α.) και αυτό δηλώνει την αμεροληψία της(!). Κάποια από τα αναφερόμενα μέσα δήλωσαν τα ποσά που έλαβαν, όπως και άλλα, που ήταν ελάχιστα στο σύνολο της καμπάνιας.

Επιπλέον ο κ. Πέτσας ξεκαθάρισε πως πράγματι, η απόφαση για την εξαίρεση της εφημερίδας Documento ήταν ηθελημένη (επιτρέψτε μου, στους προλόγους μου συνηθίζω να είμαι όσο πιο αμερόληπτος και στυγνός γίνεται, αλλά εδώ οφείλω  ένα προσωπικό σχόλιο – ΤΙ ΠΑΡΑΝΟΪΚΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΓΑΜΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΜΟΥ) έγινε λοιπόν μία ηθελημένη εξαίρεση γιατί η εφημερίδα προώθησε την αντι-κορωνοϊκή προπαγάνδα με άρθρα όπως «Μένουμε Ταπί» και «κοροδοιός». Ως απάντηση η εφημερίδα παρέθεσε όλη την αρθρογραφία της και τις προσπάθειές της να ενημερωθεί ο κόσμος για τον κορωνοϊό, κάτι που δεν ανταπαντήθηκε ποτέ, αλλά και έκανε συγκεκριμένη αναφορά σε μέσα που χρηματοδοτήθηκαν, και είχαν αποδεδειγμένα αρθρογραφία αντίθετη στις αποφάσεις της κυβέρνησης για περιορισμό της πανδημίας. Επιπλέον, αυτή η (πάλι προσωπικά θεωρώ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ) δήλωση δεν εξήγησε ποτέ γιατί άλλα μέσα, όπως του Σεραφείμ Κοτρώτσου, του enallaktikos.gr του Ανδρέα Ρουμελιώτη, του ThePressProject(*) κλπ έμειναν και αυτά εκτός της διαφημιστικής πίτας που μοιράστηκε.

Αυτά τα ολίγα έχουν γίνει ως τώρα. Όχι μόνο αυτά, καθώς υπήρξαν καταγγελίες για πολύ μεγάλα ποσά και για την απευθείας επιλογή της εταιρίας που έκανε την διανομή ως εταιρία που ανέλαβε την καμπάνια της ΝΔ, αλλά αυτά που πιάνουν ένα πολύ συγκεκριμένο γαϊτανάκι:

Ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση δεν απαντούν στις καταγγελίες. Οι καταγγελίες αυτές, αφορούν παρέμβασή του για να αλλάξουν ειδήσεις, να επηρεαστούν δημοσιογράφοι, προσωπική παρέμβασή του σε εταιρείες για να μην διαφημιστούν σε μέσα που δεν είναι της αρεσκείας του, κυβερνητική απόφασή του να γίνει άσκοπη χρηματοδότηση ενώ υπήρχε νόμος που θα βοηθούσε να μην σπαταληθεί πολύτιμο κρατικό χρήμα, κυβερνητική απόφασή του να δοθούν παράνομα χρήματα σε μέσα που δεν επιτρεπόταν να πάρουν κρατικό χρήμα, και επηρεασμό στο ποιος πήρε, και ποιος όχι, μερίδιο από αυτά τα είκοσι εκατομμύρια.

Ισχύουν; Κανένας δεν μπορεί να ξέρει, καθώς η δημοσιογραφία στο σύνολό της, αρνείται πεισματικά να αναζητήσει την αλήθεια ή το ψέμα πίσω από αυτές τις καταγγελίες.

Κάποιες από αυτές, θα μπορούσαν να κινήσουν και εισαγγελικές διαδικασίες καθώς – ως καταγγελίες- υποψιάζομαι πως αφορούν παρανομίες. Η εισαγγελείς πάντως δεν έχουν ξεκινήσει καν να αναρωτιούνται μήπως δεν πήγαν όλα σωστά, και να διευκάνουν την υπόθεση και τις καταγγελίες.

Ο τρίτος πόλος όμως, είναι και ο δυσκολότερος. Εκεί, οφείλουμε να σταθούμε «πολύ σχολαστικά»: στην δημοσιογραφία.

Από την πρώτη στιγμή, η δημοσιογραφία ειδικά σ’ αυτήν την υπόθεση που την αφορούσε άμεσα, δεν έκανε την δουλειά της. Κώφευσε στις (απίστευτες) καταγγελίες Βαξεβάνη για πρωθυπουργικές παρεμβάσεις στο μοίρασμα ιδιωτικών/εταιρικών διαφημίσεων, ενώ θα έπρεπε να προστατεύσει τον ρόλο της – όχι μόνο από τον πρωθυπουργό, μα και από τον ίδιο τον Βαξεβάνη! Διότι, όταν κάποιος λέει «προσπαθούν να με φιμώσουν κλείνοντας μου την διαφημιστική κάνουλα» αυτό αφήνει ένα ξεκάθαρο υπονοούμενο ότι δεν προσπαθούν να φιμώσουν αυτούς που δεν ενοχλούν – δηλαδή, όλους τους υπόλοιπους! Και, όταν όλοι αυτοί οι υπόλοιποι δεν παίρνουν ξεκάθαρα θέση, με μία έρευνα που θα φώτιζε την αλήθεια είτε υπέρ του δημοσιογράφου, είτε κατά, τότε οι καταγγελίες για έλεγχο οδηγούν σε μία απολύτως δικαιολογημένη καχυποψία.

Καθώς, για να γίνει απόλυτα κατανοητό, όταν πλέον τίθεται θέμα διαφήμισης και το σε ποια μέσα μοιράστηκε, πάλι η δημοσιογραφία έκανε πως το θέμα δεν υπήρχε και το αγνόησε – παρότι ήταν, πλέον, ξεκάθαρα είδηση, δεν βγήκε καν να πει το αυτονόητο: «ήμουν εγώ, και πήρα τόσα (κρατικά) χρήματα με βάση αυτές τις μετρήσεις». Διότι όταν πλέον όλοι αναρωτιούνται ποια ήταν τα ποσά, και που πήγαν, είναι κόντρα σε κάθε ρόλο, και σε κάθε λειτουργημα δημοσιογραφικό να αποκρύπτεις μία είδηση ειδικά στον βαθμό που σε αφορά, και με την καταγγελία ότι με αυτά τα χρήματα εξαγοράζεται η σιωπή σου!

Όχι μόνο αυτό, φυσικά. Όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι υπάρχουν και (λίγα, ενοχλητικά) αντιπολιτευτικά μέσα, και αναφέρει …πέντε, τότε προσβάλλει στον πιο απίστευτο βαθμό το σύνολο του τύπου, που οφείλει να ελέγχει την εξουσία και προφανώς δεν το κάνει – ειδικά όταν χρηματοδοτείται άμεσα, κρυφά, και μυστικά από αυτήν! Μόνο εγώ επιτέλους αντιλαμβάνομαι την ύψιστη προσβολή απέναντι στην δημοσιογραφία;! Είναι δυνατόν να μην εξοργίζεται κανείς απο τους εμπλεκόμενους;!

Και επιπλέον: όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδέχεται, δημόσια, ότι η κυβέρνηση, μόνη της, εν κρυπτώ, χωρίς κανέναν έλεγχο ή διαφάνεια, χωρίς καμία οδηγία ή λειτουργία βάση κανόνων, εξαίρεσε από κυβερνητικό χρήμα ΕΝΑΝ δημοσιογράφο, επειδή …έτσι έκρινε σκόπιμο, θα έπρεπε, και να μου συγχωρείτε την έκφραση, να πέσουν οι τοίχοι – καθώς, δεν προσβάλλει πλέον μόνο την δημοσιογραφία, μα προσβάλλει πλέον και την ίδια την δημοκρατία άμεσα!

~

Η δημοσιογραφία έχει νόημα μόνο όταν ελέγχει την εξουσία. Έχω μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για την θέση της αυτήν την στιγμή, για τον ρόλο και την αξιοπρέπειά της. Καταφέρνουν όμως να είναι ακόμα και έτσι αδιανόητα όσα συμβαίνουν σήμερα. Το κρατικό χρήμα ρέει προς μία κατεύθυνση, οι δημοσιογράφοι σιωπούν εκεί που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, αρνούνται να κάνουν όσα το λειτούργημά τους επιτάσσει, και η σιωπή τους πληγώνει ανεπανόρθωτα τον ρόλο που τόσο ανάγκη έχουμε. Αυτά τα ποσά όμως, μπορεί να απαιτήσουν και κάτι σαν αντάλλαγμα. Μπορεί να απαιτήσουν κάποιες ειδήσεις να ξεχαστούν. Κάποιες άλλες να παραποιηθούν. Μπορεί να απαιτήσουν την σιωπή. 

Και εδώ, προφανώς, βλέπουμε το αποτέλεσμα αυτής της χρηματοδότησης:  Μέσω διαφημίσεων τραπεζών, ιδιωτικών διαφημίσεων και κρατικών διαφημίσεων, ο τύπος δεν ελέγχει ούτε κατ’ ελάχιστο την εξουσία – η εξουσία ελέγχει απόλυτα, ολοκληρωτικά οικονομικά τον τύπο. 
Και γίνεται σε τόσο μαζικό βαθμό, που είναι εξισου απολύτως τρομαχτικό: δεν είναι λίγοι που είναι ελεγχόμενοι και που δεν μιλούν, είναι μια ασύλληπτη δυστοπία όπου ΟΛΟΙ κρύβουν, συνωμοτικά, ο ένας τον άλλον, ένοχο και αθώο μαζί.

Γιατί θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι επιπλέον εδώ: η δημοσιογραφία (όχι «η σωστή δημοσιογραφία», γιατί δεν υπάρχει «λάθος δημοσιογραφία», όπως και η δικαιοσύνη, όταν δεν γίνεται σωστά έτσι δεν είναι δικαιοσύνη), η δημοσιογραφία λοιπόν, οφείλει να μας προστατέψει από κάθε ψέμα. Αν ο Βαξεβάνης είπε ψέματα, αν δεν μπορεί να υποστηρίξει τις καταγγελίες του, πρέπει να τιμωρηθεί. Αν ο πρωθυπουργός δεν έκανε όσα του προσάπτουν, πρέπει να αθωωθεί στην κοινή γνώμη. Η αλήθεια δεν μπορεί να έχει πολλά πρόσωπα κατα πως μας βολεύει, ένα έχει, και για κάποιον η τιμωρία αξίζει.

Αυτό που δεν έχει δικαιολογία, είναι η σιωπή. Είναι άλλο να λες ψέματα, και να κριθείς γι’ αυτό, και αν είπες όντως να τιμωρηθείς, και είναι άλλο να μην υπερασπίζεσαι τον ρόλο σου, και να παραμένεις σιωπηλός σε τόσο κοσμοιστορικά γεγονότα για την ελλάδα. Φορώντας την μάσκα της σιωπής, δεν προστατεύεις ούτε τους άλλους, ούτε εσένα από τον ιο της διαφθοράς που απειλεί να διαλύσει το σημαντικότερο μέσο προστασίας που έχουμε ως κοινωνία απέναντι στην εξουσία.

Εκεί, έχεις κριθεί ήδη.

Γιατί αυτό που δεν έχει πρόσωπο, και αυτό που τιμωρεί τελικά όλους μας, είναι η σιωπή, και, σήμερα, η δημοσιογραφία καταγγέλθηκε χρηματιζούμενη και σιωπηρή, κρίθηκε ξεκαθαρα ως σιωπηρή, και μας καταδίκασε όλους να χάσουμε την δημοκρατία μας με την σιωπή της. 

Δεν υπάρχει ούτε γυρισμός, ούτε συγχώρεση από το σημείο που έχουμε φτάσει αυτήν την στιγμή. Σε αυτήν την ασύλληπτα μαζική έλλειψη ενημέρωσης, δεν νομίζω πως μπορεί κανείς να ξεχωρήσει ένα ψήγμα ελπίδας για το λειτούργημα της δημοσιογραφίας. Ας ξεχωρίσουμε ο καθένας τους δύο, τρεις που θεωθούμε ότι τιμούν την αξιοπρέπειά τους και το έργο τους στην δημοσιογραφία, και ας αφήσουμε αυτό που μέχρι τώρα ονομάζαμε «δημοσιογραφία» να σβήσει, είτε με κραυγές, είτε αθόρυβα όπως της αξίζει και όπως επέλεξε η ίδια για τον εαυτό της. Ας θυμηθούμε πολύ προσεκτικά κάθε δημοσιογράφο που αντέδρασε, που μίλησε και εκτέθηκε, και κάθε «δημοσιογράφο» που σιώπησε, που κρύφτηκε πίσω από είκοσι εκατομμύρια λόγους για να μην μιλήσει, που κοιμήθηκε με την γνώση στο μαξιλάρι του, και ας τον καταδικάσουμε στην αφάνεια που τόσο έντεχνα στόλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν όταν το είχε ανάγκη.

Και ας θάψουμε και την δημοκρατία μαζί της. Χωρίς την βάση της δημοσιογραφίας, δεν υπάρχει πια ελπίδα ούτε γι’ αυτήν, ούτε για την δικαιοσύνη. 

Ας το αποδεχθούμε πια, μήπως και κάνουμε ό,τι πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους, για να πάμε παρακάτω.

~

Υ.Γ.: Το ThePressProject μου ανέφερε πως δεν θα έκανε δεκτή την διαδικασία ανάρτησης μετ’ αμοιβής κρατικών διαφημίσεων λόγω καταστατικού και αρχών – αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν τους ζητήθηκε ποτέ.

Υ.Γ.: Έχει ξεκινήσει μία γραμμή, και από δημοσιογράφους και από πολιτικούς, στο πνεύμα «όλα τα χρήματα για κρατικές διαφημίσεις από δεκαετίας». Μου θυμίζει, προσωπικά, το All lives matter έναντι του Black lives matter – η γενίκευση για να αποφύγουμε το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ναι, all lives matters, πράγματι, και ναι, είναι σημαντικό να δούμε όλες τις κυβερνητικές διαφημίσεις σε μέσα της τελευταίας δεκαετίας, πράγματι – αλλά αυτήν την στιγμή μιλάμε για τα είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για την έρευνα και την κρίση μίας συγκεκριμένης κυβέρνησης που πήρε συγκεκριμένες αποφάσεις και έκανε συγκεκριμένες ενέργειες, μιλάμε για την ασύλληπτη παραδοχή επιλεκτικότητας, για την σκοτεινή επιλογή μέσων χωρίς διαφανή κριτήρια, για το σύνολο σχεδόν των μέσων που πήραν χρήματα, για το ίδιο σχεδόν σύνολο σχεδόν των μέσων που δεν έκαναν έρευνα πρώτα απ’ όλα του κλάδου τους του λειτουργήματός τους, και για ο,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το αύριο της δημοκρατίας μας.

Υ.Γ. Επειδή μπορεί να μην έχει καταστεί σαφές το επίπεδο της υπόθεσης αυτής, ο κ. Πέτσας φροντίζει, με όποιον τρόπο μπορεί, να μας το υπενθυμίζει. Στον έλεγχο που του ασκείται για την μη δημοσιοποίηση των αποδεκτών και των ποσών που τους αντιστοιχούν για την κρατική διαφημιστική καμπάνια, ο κ. Πέτσας απαντά κάνοντας αναφορά σε δημοσιεύματα πως η εφημερίδα Documento που έχει αναδείξει την υπόθεση, έχει πάρει αυξημένη διαφήμιση από ΔΕΚΟ και τράπεζες  στο παρελθόν, επι διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – την ονοματίζει μάλιστα, σε ποσό μεγαλύτερο των 1,8 εκατομμυρίων ευρώ. Η εφημερίδα απαντά, καταγράφοντας μεν τα ποσά από τις ΔΕΚΟ (τα μέτρησα, είναι ‭214.856‬ ευρώ για δύο ουσιαστικά χρόνια), και αναφέροντας πως τα ποσά από τις τράπεζες είναι, έτσι και αλλιώς, φανερά μέσω διαφάνειας (είναι υποχρεωμένες να τα αναφέρουν). Δεν ξέρω πόσα είναι από τις τράπεζες, είναι εύκολο να το μάθουμε, μα υποψιάζομαι πως 1.6 εκατομμύρια δεν θα βγουν…

Δεν υπάρχει λόγος όμως να μπει κανείς στο τρυπάκι να υπερασπιστεί κανείς την εφημερίδα ή όχι, το ζητούμενο εδώ για μένα τουλάχιστον είναι άλλο: ο υπουργός που εγκαλείται για το αν κάνει σωστά την δουλειά του, επιτίθεται μέσω του κρατικού βήματός του στο μέσο που κατά δήλωσή του τον εγκαλεί, κατηγορώντας το (σύμφωνα με …δημοσιεύματα) ότι πήρε και εκείνο κρατικό χρήμα – και μάλιστα πολύ! Δηλαδή τι; Να σταματήσει να μιλά γιατί πήρε «πολλά»; Να μην ασκεί έλεγχο γιατί «έφαγε χρήμα με τους προηγούμενους που στηρίζει»; Είναι ποτέ δυνατόν να ακολουθείται, απο μία κυβέρνηση, αυτή η τακτική του επιλεκτικού συμψηφισμού; Είναι δυνατόν να επιτίθεται σε ΕΝΑ μόνο μέσο, για να ξεκαθαρίσει ποιο επιχείρημα, ότι πήραν πολλά και γι’ αυτό τώρα γκρινιάζουν; Και αν άλλα μέσα, πήραν τα ίδια ή περισσότερα στο παρελθόν, και τωρα ΔΕΝ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΝ, δεν αφήσει αυτό μια ακόμα μεγαλύτερη υπόνοια διαφθοράς και ένα ακόμα μεγαλύτερο στίγμα στην δημοσιογραφία;   

Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, αυτές στις οποίες καταλήγει κάθε προεκλογική περίοδος που ξεκινά την αμέσως επομένη των εκλογών, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω τις σκέψεις μου για τούτες τις εκλογές, έτσι ώστε να τα διαβάζω στο μέλλον, να μοιράζομαι λίγο πως ένοιωθα, πως σκεφτόμουν και πως ζούσα τον Ιούλη του 2019.

Κάθε απολογισμός του παρελθόντος, κάθε κατανόηση του παρόντος, κάθε ελπίδα ή στόχος για το μέλλον, ορίζεται κυρίως από το τώρα • από το πως βλέπεις τα πράγματα αυτήν την στιγμή. Αύριο η οπτική αλλάζει, χθες ήταν αλλιώς, ωριμάζουμε εμείς ή αναδιοργανώνεται η ζωή γύρω μας, οι προσλαμβάνουσες αυξάνονται, τα βλέπεις αλλιώς. Μόνο αν ξέρεις πως αισθανόσουν τώρα μπορείς να κατανοήσεις γιατί κάνεις ο,τι κάνεις τελικά, γιατί βλέπεις τα πράγματα έτσι, γιατί ορίζεις αυτές τις προτεραιότητες και όχι άλλες.

Ας δούμε πρώτα το παρελθόν.

Πουλήσαμε βλήματα στην Σαουδική Αραβία, κάναμε δώρο στα κανάλια τον φόρο του 20% που τους αναλογούσε, δεν αλλάξαμε, ως οφείλαμε, την κολπική εξέταση στις κρατούμενες γυναίκες, δεν δικαιώσαμε τις Αμαλίες, αφήσαμε τους ανθρώπους να σκοτώνονται ατιμώρητα για τις ομάδες τους και τους πληρώσαμε γι’ αυτό μέσω της ΕΡΤ, αφήσαμε τα ΕΛΠΕ ατιμώρητα και ξεχάσαμε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων (ξανά: Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας), δεν διαχωρίσαμε το κράτος από την θρησκεία, συνεχίσαμε τις απελάσεις προς την Τουρκία (ακόμα και εκτός νομίμων διαδικασιών), όχι μόνο το Mall συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά ο πρωθυπουργός επιχαίρει πως οι δουλειές με τον άνθρωπο που το εμπνεύστηκε και το δημιούργησε έγινε ο,τι είναι δυνατόν για να συνεχιστούν απρόσκοπτα και στο Ελληνικό, κάναμε δωράκι την άρση της προστασίας από τα τυχερά παιχνίδια, το μνημόνιο ψηφίστηκε fast-track, δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, εκατόν ένας οι νεκροί στην πυρκαγιά στο Μάτι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους, δεν προχώρησε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να δούμε πως φτάσαμε να χρωστάμε τόσα χρήματα, τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί – οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες, ακόμα καίγονται άνθρωποι γιατί κρυώνουν, δεν προστατευτήκαμε από τα κάθε luxleaks και τα Paradise Papers που φοροαποφεύγουν ζημιώνοντας την οικονομία μας, τα αυθαίρετα ακόμα εξαγοράζονται με φόρους και πρόστιμα, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος – ούτε καν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος – ενοίκιο ιδιοκτήτη στο κράτος, τα ΜΑΤ δεν φέρουν ακόμα διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται τυχόν παράνομες πράξεις τους (όπως αυτές στον Μάριο Λώλο και τον Μανώλη Κυπραίο), παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας, άνθρωποι πεθαίνουν ακόμα στο Κολαστήριο (ατιμώρητα) για ένα χαλασμένο δόντι, φερθήκαμε αισχρά στην Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποδεχθήκαμε τους νεκρούς της, (δεν) γίναμε σοφότεροι στην αναισθησία μας, τους αφήσαμε να παγώσουν απροστάτευτοι, τους εκδικηθήκαμε , «κρατικοποιήσαμε» το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για χρέη που κανείς δεν έχει ελέγξει πως έγιναν, περάσαμε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια σε μία εταιρία εξυπηρέτησης του χρέους και όχι των πολιτών, η Αμυγδαλέζα δεν έκλεισε (και άνθρωποι ακόμα έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας εκεί, εικοσιτέσσερις πνιγμένοι στην Μάνδρα, ακόμη πληρώνουμε για εξοπλισμούς, η Ελληνικός Χρυσός ακόμα σκάβει, χτίζει, κόβει δέντρα, και συνεχίζει το έργο της, οι άνθρωποι διαχωρίζονται ανάλογα με το με ποιο φύλο προτιμούν να ερωτεύονται για το αν θα αναθρέψουν παιδιά, το Μαξίμου παρέμεινε κομματικό όργανο , οι ελεύθεροι επαγγελματίες προπληρώνουν τον φόρο για την επόμενη χρονιά(!), ακόμα η φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι υψηλή, η υπόθεση Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι της εισαγγελίας, η Frontex ελέγχει τα σύνορά μας, ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ακόμα χρωστάει το παράλογο πρόστιμο που του έχει επιβληθεί (και, αν δεν χρωστάει πια, είναι γιατί θα το έχει αποπληρώσει όλο, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις), τα κανάλια δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά όταν τα έπιασαν να ορίζουν την πραγματικότητα αντί να την περιγράφουν, ούτε και οι δημοσιογράφοι , ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας παραμένει ακόμα εκεί, οι εφοπλιστές (δεν) πληρώνουν όσα οι ίδιοι κανονίζουν ως… «φόρο», οι διευθύνσεις στα Κολαστήρια και στα ΑΤ που αποδεδειγμένα βασάνιζαν κόσμο παραμένουν ατιμώρητες….

….και τόσα πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι καν. Μία τετραετία πλήρης, με οφειλές για το μέλλον, με υποσχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, με όνειρα που δεν έγιναν πράξη.

~

Ας δούμε όμως και το παρόν.

Ζούμε (για εμένα), στο κατώφλι των χειρότερων εκλογών που έχω βιώσει. Ξέρω καλά ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα όταν ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης ήταν αντίπαλοι, μα τότε τα ζούσα ως έφηβος, πιο αποστασιοποιημένα, πιο ονειρικά: Τώρα, τίποτα ονειρικό δεν έχει μία μιντιακή υστερία να ψηφιστεί ο εκλεκτός της καρδιάς τους, να βάζουν υποψηφιότητα άνθρωποι που ελέγχονται από την δικαιοσύνη – και στο ευρωκοινοβούλιο να εκλέγονται κιόλας, τίποτα αθώο δεν έχει η απόλυτη συντηρητικοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού λόγου, η επιστροφή στο παρελθόν του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», με δόσεις «Μαδούρων», «ακροαριστερών φίλων της τρομοκρατίας» και «έκφυλων».

Μπορεί, δεν ξέρω, όλο αυτό να έχει ξεκινήσει πιο νωρίς – μπορεί. Μα μετά από δέκα χρόνια απόλυτης εξαθλίωσης, δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το να υπερασπιζόμαστε ακόμα τον διαχωρισμό της ευθύνης της πράξης απέναντι στην ευθύνη της φυλής, το δικαίωμα στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, το να μην θεωρούμε όποιον διαφωνεί μαζί μας «εχθρό της πατρίδας» – είναι μία μάχη που δυσκολεύομαι πολύ να βρω τις αντοχές να την δώσω.

Ο πολιτικός χάρτης, μοιάζει μάλλον ζαλισμένος:

Στα δεξιά, ο συντηρητισμός πλέον υψώνει την φωνή του, με όλα τα νέα στελέχη που τον εφοδιάζει: Είτε πρόκειται για alt-right ανερχόμενες προσωπικότητες, όπως ο Μπογδάνος, είτε πρόκειται για καινούργιους προέδρους κομμάτων όπως ο Βελόπουλος, από την νέα βουλή όχι μόνο δεν θα λείψει η συντηρητική ατζέντα, μα θα έχει κυρίαρχο λόγο. Αν βγει κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, που στα ψηφοδέλτιά της ο συντηρητισμός έχει βροντερή φωνή, τότε να περιμένουμε και αντίστοιχη πολιτική ως κυβέρνηση.

Οι ναζί όχι μόνο -ανεξαρτήτως του εκλογικού ποσοστού που θα πάρουν στις εκλογές που έρχονται- ενσωματώθηκαν πάλι στην καθημερινότητά μας από την κερκόπορτα του Μακεδονικού θέματος αλλά έγιναν και όχημα και για τις δύο πλευρές της υπόθεσης: οι κατά της συμφωνίας χρειάζονταν στρατιώτες, οι υπερ έναν φρικτό εχθρό. Οι πεντακόσιες χιλιάδες ψήφοι που συγκέντρωσε στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν πάνε εκεί, θα μοιραστούν στα υπόλοιπα συντηρητικά κόμματα.

Στο λεγόμενο κέντρο, μάχονται ΚΙΝΑΛ και Λεβέντης, αν και η μάχη είναι μάλλον άνιση. Ο Λεβέντης έδειξε ο,τι είχε να δείξει – και φαίνεται πως δεν θα πείσει άλλους ψηφοφόρους. Το ΚΙΝΑΛ (ας το λέμε ΠΑΣΟΚ για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας) έπαιξε καλά το χαρτί «υπάρχουμε» -κυρίως με την αποπομπή Βενιζέλου- το χαρτί «θα μας χρειαστείτε», καθώς προσβλέπει σε μία μη αυτοδύναμη κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη όπου η παρουσία του θα είναι αναγκαία, και τραβάει από τους παλιούς χωρίς απαραίτητα να μπορεί να δημιουργήσει καινούργιους ψηφοφόρους.

Οι αριστερές εναλλακτικές από την άλλη μοιάζουν αδύναμες. Η ΛΑΕ και η Πλεύση δεν έχουν αρθρώσει πειστικό λόγο στους πολλούς, λειτουργούν κυρίως με αρχηγικές δομές, έχουν μεν πλάνο, δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι εφικτό ή/και ξεκάθαρο – και χάνουν τους λιγότερο σκληρούς αριστερούς με την στάση τους σε θέματα όπως πχ στο Μακεδονικό. Το ΜέΡΑ25, the new kid on the town, μοιάζει να κερδίζει με ένα πιο ανοικτό πρόγραμμα, αλλά φαίνεται πως τον διακατέχει η ίδια ασθένεια με τους άλλους, καθώς έχει ιδιαιτέρως προσωποκεντρική δομή, προχειρότητα στις επιλογές προσώπων λόγω της πίεσης του χρόνου, και η οικονομική του πολιτική φαίνεται πως δεν κατάφερε να είναι αρκετά απλή ώστε να την κατανοήσουν πλήρως όλοι.

Το ΚΚΕ …παραμένει το ΚΚΕ, ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Εξίσου συντηρητικό με το πρόσφατο παρελθόν του -για άλλους καλό αυτό, για άλλους κακό- έχει μία γραμμή, την κρατάει, και μένει να φανεί αν θα το εισπράξει σε επιπλέον ψήφους ή όχι.

Ποτάμι και ΑνΕλ δεν κατεβαίνουν σ’ αυτές τις εκλογές, καθώς η προηγούμενη τετραετία τα πλήγωσε βαθιά δημοσκοπικά, θα έλεγα για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Αυτή η πολιτική εικόνα για μένα είναι ιδιαιτέρως απογοητευτική. Υπήρξε μία έντονη μεν, πλήρης δε τετραετία, χρόνος ικανός για να δομηθεί ένας νέος πολιτικός λόγος, μία πολιτική πρόταση που θα μπορούσε να αναλύσει ήρεμα τι έγινε, γιατί έγινε, και να καταθέσει προτάσεις για να μην ξαναγίνει. Να συγκεντρώσει ανθρώπους που έμειναν έξω (κυρίως για πολιτικούς λόγους) από την διαδικασία, να τους πείσει να συμμετάσχουν, να τους δώσει βήμα να μιλήσουν αυτοί που δεν ακούστηκαν ως τώρα – αν υπάρχουν, και όσοι υπάρχουν. Αυτό βέβαια, ως προϋπόθεση, θα είχε και το να μπορούμε και εμείς ως ψηφοφόροι να καταλάβουμε ΤΙ έγινε, ΓΙΑΤΙ έγινε, και κυρίως πως δεν θα ξαναγίνει, και, φυσικά, την ξέρετε την άποψή μου, ήταν άλλη μία χαμένη τετραετία καθώς δεν φαίνεται πως μάθαμε τίποτα.

Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στις καλύτερες ημέρες της και η δημοκρατία λιώνει από το ίδιο της το οξύ των πολιτικών της.

Και όλα αυτά, κυρίως επειδή ο μεγάλος χαμένος παραμένει η δημοσιογραφία.

Μονοπώλια μιντιακής επικοινωνίας, που συνήθως εξυπηρετούν τους δικούς τους σκοπούς, θάβουν όποια είδηση δεν θέλουν να ακουστεί, αναγάγουν σε πρώτο θέμα όποια είδηση εξυπηρετεί τα πλάνα τους, δημιουργούν ειδήσεις αν χρειαστεί να ενισχύσουν την άποψή τους. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν εξυπηρετείται η αλήθεια – και, όσο γίνεται αυτό, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία έχουν καμία τύχη.

Παρότι αυτό παλιότερα θα έμοιαζε απίθανο, είμαι πεπεισμένος ότι σήμερα η δημοσιογραφία είναι στο χειρότερό της σημείο, και δυστυχώς χωρίς κανένα φανερό σημάδι ανάκαμψης από αυτήν την απογοητευτική θέση. Αντιθέτως.

~

Να δούμε όμως: τι αύριο θέλουμε;

Αντί να μου πουν οι άλλοι τι αύριο μου προτείνουν, οφείλω, μετά από τόσα χρόνια, να το ζητήσω εγώ. Ξέρω τι θέλω, ξέρω και από ποιον μπορώ να το ζητήσω και από ποιον όχι. Ξέρω πως κάπου συμφωνώ με τους άλλους, και κάπου διαφωνώ. Και όπως κάνω σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το καταθέτω για να είμαι τίμιος και αύριο με όσα ζητάω:

Θέλω όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κάθε φυσικού ή τεχνητού διαχωρισμού να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Θέλω να έχουν το δικαίωμα να σκέπτονται ελεύθερα, να τιμούν τους θεούς τους και να οργανώνουν πολιτικά τα θέλω τους, να αγαπούν όποιον θέλουν και να μην υφίστανται διαχωρισμούς γι’ αυτό. Θέλω να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στον νόμο, όπως θα έχω και εγώ ως κράτος απέναντι στ’ αυτούς. Θέλω η κυβέρνησή μου να τους παρέχει υγεία, παιδεία, στέγη και φαγητό ως οφείλει, ανεξαρτήτως της οικονομικής και νομικής τους κατάστασης και να μην καταστέλλει τις αντιδράσεις τους όταν τους στερούνται αυτά τα βασικά, ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω μια οικονομία που να προστατεύει τον αδύναμο, συγκεντρώνοντας από τον πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει σε όλους να κερδίσουν από τις ιδέες τους. Θέλω να προστατεύει τον εργαζόμενο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον εργοδότη να λειτουργεί με νόμους προκαθορισμένους, που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο. Θέλω ίση επιχειρηματική μεταχείριση σε όλους, χωρίς χάρες σε ημέτερους και φίλους. Θέλω βασικές δομές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, το νερό να καλύπτουν κρατικά και αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες όλων με την οικονομική στήριξη όλων των πολιτών.

Θέλω ο πολίτης να μπορεί να διαμαρτύρεται, χωρίς να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα. Θέλω οι ενστάσεις του όχι απλώς να επιτρέπονται, αλλά να προστατεύονται και να δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται όσο πιο ξεκάθαρα και δυνατά γίνεται.

Θέλω η κρατική βία να ελέγχεται πλήρως, και πιο αυστηρά από κάθε άλλη βία, και οι τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται την δυνατότητα για να ασκείται κρατική βία, να είναι παραδειγματική. Θέλω οι κρατικές αρχές να είναι υπεύθυνες και υπόλογες για την ασφάλεια και την ισονομία για κάθε πολίτη που έχει στερηθεί για οποιονδήποτε λόγο τα δικαιώματά του.

Θέλω να διαχωριστεί το κράτος από την θρησκεία. Οι πολίτες (να) έχουν δικαίωμα στον/στους θεούς τους, χωρίς αυτό να αποτελεί κρατική υποχρέωση και/ή δέσμευση.

Θέλω οι τραπεζικές δομές να ελέγχονται πλήρως. Θέλω η πρόσβαση στο χρήμα να είναι εφικτή για όλους με τους ίδιους όρους και τους ίδιους κανόνες. Θέλω ξεκάθαρες και διαφανείς διαδικασίες ελέγχου και λειτουργίας.

Θέλω η πολιτική ζωή του τόπου να ελέγχεται πιο δίκαια. Θέλω να υπάρξουν επιτροπές δικαστών, και όχι πολιτικών φίλων που θα καθορίζουν αν μία παράβαση βουλευτή είναι ή δεν είναι πολιτική δίωξη.

Θέλω κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε εδώ, να έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους εμάς. Να μπορεί να ψηφίζει, να έχει πατρίδα και τους ίδιους κανόνες και δικαιώματα όπως όλοι οι υπόλοιποι από εμάς. Θέλω κάθε άνθρωπος που φτάνει ως εδώ, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Να έχει εγγυημένο ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δικαιωμάτων, να του δίνεται ελευθερία και η ευκαιρία αν θέλει να ταξιδέψει αλλού, ή να διεκδικήσει άσυλο με την ελάχιστη ταλαιπωρία και να το παίρνει όσο πιο εύκολα είναι δυνατόν αν το δικαιούται.

Θέλω κάθε κρατική δαπάνη να είναι διαφανής, δημόσια, δικαιολογημένη και ελεγχόμενη.

Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει το αυτονόητο δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση. Το κράτος να τον προστατεύει όταν το ζητά, αλλά να μην τον τιμωρεί για πρακτικές και τρόπους ζωής όταν κάνουν κακό μόνο στον ίδιο, και όχι στους ανθρώπους γύρω του.

Θέλω σεβασμό στο κοινοβούλιο. Θέλω να μην έρχονται νομοσχέδια από το παράθυρο, να δίνεται αρκετός χρόνος στους πολίτες να μελετήσουν αν θέλουν τους νόμους και η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, αντιρρήσεις και προτάσεις.

Θέλω να μπορούν να ψηφίζουν όλοι, όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, εφόσον έχουν τα εκλογικά τους δικαιώματα, με τον πιο εύκολο, ξεκάθαρο και ιδιωτικό τρόπο.

Θέλω να μάθω πως φτάσαμε εδώ. Θέλω να ξέρω τις ευθύνες του κράτους, να αποδοθούν και να τιμωρηθεί κάθε παρανομία και αβλεψία στον βαθμό που πρέπει, και να επισημανθεί για να διορθωθεί κάθε αστοχία.

Θέλω το κράτος μου να αποσυνδέσει το κόμμα από την εξουσία. Θέλω οι κυβερνήσεις μου να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως αφεντικό και εντολοδόχο, και όχι ως ψηφοφόρο. Θέλω ένα κράτος που συμπεριφέρεται χωρίς «εμείς και αυτοί».

Αυτά θέλω εγώ. Ο καθένας μπορεί να θέλει κάτι άλλο – κάπου να συμφωνεί κάπου να διαφωνεί • όπως έχω ξαναπεί, μία ψήφο εγώ, μία ψήφο και ο καθένας από τους αναγνώστες μου. Ας διεκδικήσουμε όσα πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, και ας σταθούμε τίμιοι στα θέλω μας, ώστε το κόμμα που θα κερδίσει την εξουσία, να το ελέγξουμε ως κόμμα όλων μας, όλων των πολιτών και όχι ως «δικό μας ή δικό τους».

Καλή ψήφο σε όλους μας.

Η δουλειά του ευρωβουλευτή έχει (στην Ελλάδα τουλάχιστον) ένα αρκετά αρνητικό πρόσημο. Κατηγορείται ότι δεν είναι «χρήσιμος» ένας ευρωβουλευτής όπως ένας τοπικός βουλευτής, ότι τρώει κάπου 25.000 ευρώ τον μήνα, ότι ασχολείται με βλακείες για πέντε χρόνια, και μετά, το πολύ-πολύ, κορεσμένος, πάει σπίτι του.

Η αλήθεια είναι ότι μπορεί, όντως, να είναι έτσι τα πράγματα. Οι ευρωβουλευτές είναι συνήθως για μία θητεία, καθώς χρησιμοποιούν επαφές και χρήματα για να χτίσουν ένα σκαλοπάτι για την πιο βατή, ειδικά μέχρι πρότινος, τοπική πολιτική σκηνή, εξαιτίας της ελάχιστης προβολής του έργου τους από τα τοπικά ΜΜΕ είτε εργαστούν σκληρά, είτε όχι, πάλι την ίδια αντιμετώπιση θα έχουν – αλλά επιπλέον η ευρωβουλή για όσους ασχοληθούν σοβαρά μαζί της είναι ένας αρκετά δυσκίνητος και γραφειοκρατικός οργανισμός, και ιδιαίτερα επικίνδυνος καθώς βρίθει lobbying και διαρκών πολιτικών ελιγμών μεταξύ εθνικού, κομματικού και (ευρω)κομματικού ενδιαφέροντος, με αρκετά βαριές ευθύνες και συνέπειες.

Επιπλέον, η επιλογή δημοσίων προσώπων από τον ευρύτερο αθλητικό, επιχειρηματικό, καλλιτεχνικό χώρο ακόμα και πολιτικό χώρο – δεν κάνει τα πράγματα πιο εύκολα. Ακόμα και για τους ελάχιστους ικανότερους εξ αυτών στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η ομάδα τους που θα τραβήξει το ζόρι, και όχι ίδιος ο ευρωβουλευτής, κάτι όμως που καταφέρνει να γίνει ακόμα χειρότερο όταν σκεφτεί κανείς ότι η επιλογή αυτής της ομάδας γίνεται είτε με κριτήρια «βολέματος», είτε με κριτήρια εμπιστοσύνης (αλλά όχι απαραιτήτως ικανοτήτων) είτε με κριτήρια …αλληλοβοήθειας (για να αποφύγουν την σκόπελο που έθεσε το ευρωκοινοβούλιο στην πρόσληψη συγγενών στις ομάδες των ευρωβουλευτών, οι ευρωβουλευτές επιλέγουν ..ο ένας τους συγγενείς του άλλου, πχ)

Οπότε, εκτός από τους χαραμοφάηδες ή τους άχρηστους που χάρισαν μόνο ψήφους στο κόμμα, αν θέλει κανείς να δουλέψει σοβαρά, θα χρειαστεί όχι μόνο να ιδρώσει μαχόμενος, αλλά δεν θα έχει καμία ουσιαστική αναγνώριση, καθώς οι πιο κοινωνικά προβεβλημένοι από αυτόν πάλι θα απολαύσουν πιο εύκολα τους καρπούς της δημοσιότητας σε μία κοινωνία που, έτσι και αλλιώς, απλώς δεν ασχολείται δημοσιογραφικά με τις Βρυξέλλες.

Αυτήν την εικόνα έχω σχηματίσει εγώ – υποψιάζομαι όμως ότι για τους Έλληνες ψηφοφόρους, είναι τελικά, «βολεμένοι χαραμοφάηδες πενταετούς υποχρέωσης των 25.000 ευρώ» και κάπου πάνω κάτω εκεί τελειώνει η κριτική για το ζήτημα.

Κάπου – κάπου όμως, γίνεται και ένα θαύμα:

Η τοπική πολιτική σκηνή ενδιαφέρεται πραγματικά για ένα ευρω-θέμα, τα φώτα στρέφονται στις πράξεις των ευρωβουλευτών, περιμένοντας αν μη τι άλλο την συνεπή στάση των ευρωβουλευτών του.

Κάτι τέτοιο είχαμε και τώρα – αρκεί να εξαιρέσει κανείς το «ενδιαφέρεται πραγματικά» καθώς μόλις ένα τσούρμο ατόμων στα social media φρόντισε να ενημερώσει τους υπόλοιπους για την ψήφιση ενός νόμου για τα πνευματικά δικαιώματα. Οι επικριτές του (μπορείς να διαβάσεις έναν εδώ) προσπάθησαν να εξηγήσουν σε όλους τους τόνους ότι πρόκειται, στην χειρότερη μορφή του, για μία εν δυνάμει λογοκρισία που επανέρχεται (αποτυχημένα, ως τώρα) ως αίτημα κάθε περίπου 2-3 χρόνια με σκοπό την χειραγώγηση της πληροφορίας του διαδικτύου.

Η εγχώρια δημοσιογραφική σκηνή, απέτυχε (για άλλη μία φορά) είτε ηθελημένα είτε από καθαρή αχρηστία να πάρει θέση και να ενημερώσει για το ζήτημα – έστω και τυπικά (παρότι την αφορούσε δυνητικά άμεσα).

…Ο νόμος αυτός, που λες, αυτήν την φορά πέρασε.

~

Πολλές μέρες πριν, εκείνη η ανομοιογενής ομάδα που χτύπησε τον κώδωνα του κινδύνου προσπάθησε, κυρίως δικτυακά, σε μία προσπάθεια συνέχισης ενός ιδιαίτερα μεγάλου ρεύματος αντίδρασης στην Ευρώπη (για το οποίο, φυσικά, δεν μάθαμε ποτέ ουσιαστικά) να πιέσει Έλληνες ευρωβουλευτές (με σαφή στόχευση κυρίως στους ευρωβουλευτές του Σύριζα/GUE/NGL) να δεσμευτούν για την αρνητική τους στάση στο νομοσχέδιο. Μέχρι πριν τρεις μέρες από την ψήφιση του νομοσχεδίου, μόλις δύο είχαν απαντήσει στο αίτημα της δέσμευσης αυτής: Η Σοφία Σακοράφα (για την οποία εξαιτίας της προσωπικής γνωριμίας μου όπως πάντα θα αποφύγω να κάνω οποιοδήποτε σχόλιο) και ο Νίκος Χουντής. Οι υπόλοιποι, δεν απαντούσαν στις εγκλήσεις.

Στο τέλος, ο λογαριασμός έπεσε κομματάκι βαρύς. Από τους Έλληνες ευρωβουλευτές μόνο οι δύο που είχαν δεσμευτεί εξ’ αρχής ψήφισαν κατά, ενώ Υπέρ ψήφισαν σύσσωμοι οι χρυσαυγίτες βουλευτές, η Μαρία Σπυράκη της ΝΔ, ο ανεξάρτητος Κωστας Χρυσόγονος, οι ευρωβουλευτές του Ποταμιού Μιλτιάδης Κύρκος και Γιώργος Γραμματικάκης, Παρών ψήφισαν ο ευρωβουλευτής της Ελιάς Νίκος Ανδρουλάκης και του ΚΚΕ Κωνσταντίνος Παπαδάκης – και απείχαν όλη η ευρωομάδα του Σύριζα (Παπαδημούλης, Κούνεβα, Κούλογλου), όλη η ομάδα της ΝΔ πλην Σπυράκη (Ζαγοράκης, Κύρτσος, Κεφαλογιάννης, Βόζεμπεργκ) ο ανεξάρτητος Νότης Μαριάς, η Εύα Καϊλή από την Ελιά και ο Ζαριανόπουλος από το ΚΚΕ.

Δύο Κατά, επτά Υπερ, δύο Παρών – και δέκα Απείχαν της ψηφοφορίας.

Για τους κατά, δεν θέλω να σχολιάσω κάτι, έπραξαν όπως είχαν υποσχεθεί να πράξουν. Για το ΚΚΕ η στάση του παρών υποστηρίζεται νοηματικά, ακόμα και αν δεν συμφωνώ, είναι πιστοί στην ευρύτερη θέση τους. Για τους υπερ έχω πολιτική διαφωνία (από τα λίγα που έχω ασχοληθεί), αλλά τίμια η ψήφος τους, κρίνεται πολιτικά, και έχω την αίσθηση ότι υπερασπίζεται την γενική βούληση των ψηφοφόρων (Ποτάμι και ΝΔ) που τους έστειλαν εκεί.

Το προφανές πρόβλημα υπάρχει με την αποχή.

Θυμίζω, το νομοσχέδιο πέρασε. Μέχρι το 2021 θα έχει τεθεί εν ισχύ, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που ήταν οι βουλευτές μας;

Και μην βιαστεί κανείς να πει *οι συριζαίοι* βουλευτές μας, γιατί εδώ έχω δύο σχετικά αντικρουόμενες (ή έστω συμπληρωματικές) απόψεις:

Πρώτον, η απουσία δεν έχει θέση. Αντιλαμβάνομαι ότι μία Νεοδημοκρατική θετική ψήφος θα μπορούσε να συνάδει με την βούληση των ψηφοφόρων όπως και μία αριστερής προσέγγισης αρνητική ψήφος αντίστοιχα, μπορώ (με εμφανή δυσκολία, αλλά μπορώ) να κατανοήσω ότι το Παρων του ΚΚΕ είναι κάποιας μορφής θέση σε ένα δίλημμα που δεν έχει σωστό και λάθος με χρωματισμούς άσπρου και μαύρου – αλλά η αποχή δεν έχει κανένα ουσιαστικό νόημα, ανεξαρτήτως κόμματος. Είναι μη-θέση. Είναι απουσία.

Αυτή η απουσία δεν ορίζεται σε όρους δεξιάς – αριστεράς. Είτε είσαι δεξιός, είτε είσαι αριστερός, όταν για μία φορά οι πολίτες της χώρας σου σε παρακολουθούν να δουν τι ψηφίζεις, έστω και σε όρους συμβολικής στήριξης του ευρωκοινοβουλευτικού σου έργου – είσαι εκεί. ΠΑΝΤΑ απαιτείται να είσαι εκεί, αλλά ειδικά τότε, είσαι εκεί.

Δεν κάθεσαι σπίτι σου. Δεν σιωπάς.

Γιατί με εσένα, αναγκάζεις σε σιωπή εκατομμύρια ψηφοφόρων που σε ψήφισαν, που σε εμπιστεύτηκαν, που υποσχέθηκες πριν πέντε χρόνια να γίνεις η φωνή τους σε μία απόμερη, ψυχρή, απομακρυσμένη βάση αποφάσεων.

Σιωπώντας, σιώπησες και αυτούς. Όχι μόνο απέφυγες την υποχρέωση να σε κρίνουν για τις θέσεις σου, να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν μαζί σου, να εκτεθείς – αλλά ταυτοχρόνως αρνήθηκες και το δικαίωμα στους πολίτες σου να εκφραστούν μέσω εσού, να υπάρξουν έστω για μία στιγμή σε εκείνη την ψηφοφορία.

Η δεύτερη άποψη όμως, λέει και ότι θα περίμενε κανείς ΕΙΔΙΚΑ από τους αριστερούς βουλευτές μία πιο συνεπή στάση. Και αυτό γιατί η κεντρική γραμμή του Σύριζα είναι «ψηφίστε εμάς αντί για αυτούς» σε μία πολιτική διαμάχη που τον θέτει υπεύθυνο για εξαιρετικά «δεξιές» (κυρίως) οικονομικές αποφάσεις, όπως τα Υπερταμεία, η ψήφιση μνημονίων και οι διάφορες αποκρατικοποιήσεις και ιδιωτικές επενδύσεις σε δημόσιου ενδιαφέροντος έργα.

Όταν θέλεις να διαφέρεις από τον πολιτικό αντίπαλό σου, φροντίζεις να διαφέρεις.

Δεν έχει κανένας θεωρώ αντίρρηση ότι η αποχή ευνόησε κυρίως το lobbying – και μόνο η μία πλευρά, αυτή της θετικής απόφασης φαίνεται πως είχε ενεργό έργο σ’ αυτήν την διαδικασία. Κάθε αποχή, κάθε μη-ψήφος λειτούργησε κυρίως υπέρ της θετικής πλευράς, και αυτό έγινε όχι μόνο για την ψήφιση της τροπολογίας (που δεν πέρασε για μόλις πέντε ψήφους) αλλά και για το συνολικό έργο.

Όταν λοιπόν θέλεις να διαφέρεις από τους πολιτικούς σου αντιπάλους, το δείχνεις. Και αν δεν το δείχνεις, μην περιμένεις ίδια αντιμετώπιση με τους νεοδημοκράτες συνδαιτυμόνες σου που απείχαν εξίσου αθόρυβα: Εκείνοι ποτέ δεν είπαν ότι προτιμούν την ελεύθερη διακίνηση ιδεών στο διαδίκτυο εις βάρος των πνευματικών δικαιωμάτων, ποτέ δεν υποστήριξαν ότι αυτή η νομοθεσία ήταν κακή: εσύ το έκανες.

Δικαίως κρίνεσαι αυστηρότερα, δικαίως ξεχωρίζει η κριτική στο πρόσωπό σου.

~

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα, ιδιαιτέρως αρνητικό σκεπτικό σε όλη αυτήν την απαίσια ιστορία. Γιατί νομίζουμε ότι απών είναι κάποιος στην μία ώρα ψηφοφορίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς.

Οι βουλευτές μας, όλοι οι βουλευτές μας (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων – για τις οποίες είμαι προκατειλημμένος οπότε δεν αναφέρομαι σ’ αυτές), ανεξαρτήτως της ψήφου τους, ή της κομματικής τους προέλευσης ήταν διαρκώς απόντες.

Όπως τόνισα και πριν, το ευρωκοινοβούλιο είναι (τουλάχιστον για τους απομακρυσμένους Έλληνες πολίτες) μία απροσπέλαστη, μακρινή διαδικασία. Κυρίως εξ αυτού, παρίσταται η πολύ σημαντική ανάγκη, οι βουλευτές μας να συνομιλούν καθ’ όλην την διάρκεια της πενταετίας τους με τους πολίτες: όχι μόνο για να εισπράξουν ιδέες, στάσεις και προτάσεις, αλλά και για να οργανώσουν οι ίδιοι θέσεις και ιδέες για την Ευρώπη στην τοπική κοινωνία.

Προφανώς, αν είσαι τουρίστας, τι θέσεις να έχεις, άστο – δεν πειράζει, μεγαλύτερο κακό θα κάνεις.

Αν όμως θεωρείς ως πολιτικός ότι οφείλεις να κάνεις έργο, οφείλεις ταυτόχρονα εκτός και από το να διδαχθείς τις θέσεις που καλείσαι να υπερασπιστείς, να διδάξεις και ποιος είναι ο σκοπός της μάχης.

Ειδικά, αν και όχι μόνο σ’ αυτό το ζήτημα, υπήρξε μόνιμη και σταθερή απουσία.

Γι΄ αυτήν την απουσία ειδικά, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Δεν είναι δεν μπορούσα, ήμουν άρρωστος, είχα δουλειές, ήμουν εκτός. Δεν είναι μία ώρα ψηφοφορίας και ένα κουραστικό ταξίδι με το αεροπλάνο. Είναι μία βασική, δομημένη διαδικασία, μία οργάνωση θέσεων και ιδεών, μία ουσιώδης αντίληψη του έργου και της αποστολής σου για κάθε μέρα από αυτές τις 1.826 ημέρες που έχεις αναλάβει αυτόν τον ρόλο.

Είναι στο τέλος της θητείας σου, στον απολογισμό που θα κάνεις, ταυτόχρονα εσωτερικό και εξωτερικό, να πεις «ήμουν εκεί, δίπλα τους», ή «απέτυχα».

Αλλιώς, θα είσαι και εσύ όχι μόνο ένας «βολεμένος χαραμοφάης πενταετούς υποχρεώσεως των 25.000 ευρώ» – αλλά ταυτόχρονα, και ακόμα χειρότερα, άλλη μία δίκαιη κριτική στο κοινοβουλευτικό έργο εν γένει αλλά και στην ενωμένη Ευρώπη που τόσο υπερασπίζεσαι.

~

Αλλά και ως πολίτης, η ευθύνη δεν σταματά σε πέντε δευτερόλεπτα στο ψηφοδέλτιο. Ξεκινά εκεί. Η πίεση φέρνει αποτελέσματα, η ενημέρωση θα αναγκάσει τους μοχλούς να γυρίσουν, ικανότερους να πάρουν θέση και έργο, και άλλους σαν και εσένα να ασχοληθούν. Είναι εφικτό; Ίσως, ίσως όχι. Αλλά η απουσία σου θα εκληφθεί ως αποδοχή – όπως ακριβώς και των ευρωβουλευτών σου.

Και όλο αυτό, χωρίς να παραγνωρίζω τις ευθύνες των κομμάτων που προτείνουν την ευρωομάδα της κάθε πενταετίας: προβεβλημένοι είναι δημόσια αναγνωρίσιμα πρόσωπα, καλλιτέχνες, αθλητές, πολιτικοί – και μερικοί εξ αυτών ήδη με ποινικές διαδικασίες να τρέχουν στην πλάτη τους. Κάποιοι (ακόμα και δημόσια πρόσωπα, δεν αντιλέγω) θα σταθούν άξιοι της ευθύνης. Πολλοί εξ αυτών, πολύ αμφιβάλλω.

~

Η εικόνα που έρχεται είναι αντιστοίχως μίζερη και θλιβερή με την προηγούμενη.

Θαυμάσια,αν είναι όντως αυτή η Ευρώπη που θέλουμε. Αλλά μην ξαφνιαζόμαστε μετά αν είναι απούσα, αφήνοντας τελικά τους επαγγελματίες lobbyστες και τους έχοντες συμφέροντα να καθορίζουν το μέλλον μας:

Εμείς θα είμαστε μονίμως και οδυνηρά με την θέλησή μας απόντες στα κέντρα αποφάσεων. Και όχι μόνο για μίας ώρας ψηφοφορία.

Υ.Γ.: Διαβάστε την εξαιρετική και πληρέστατη παρουσίαση του ThePressProject, μία από τις ελάχιστες (δεν ξέρω καν αν υπήρχε άλλη αντίστοιχη) ελληνικές δημοσιογραφικές αναφορές στο θέμα. https://thepressproject.gr/article/139635/Mauri-imera-gia-to-eleuthero-diadiktuo—Uperpsifistike-i-Odigia-Copyright-sto-Europako-Koinoboulio

Ο,τι και αν πιστεύει κανείς για την συμφωνία των Πρεσπών, είτε ότι ήταν μία αρνητική, είτε ότι ήταν θετική συμφωνία, είτε πίστευε αυτό που πίστευε βαθιά μέσα του, είτε το χρησιμοποίησε πολιτικά, το αποτέλεσμα δεν άλλαξε. Η κυβέρνηση με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, βρήκε τους 151+ που χρειαζόταν, και επικύρωσε από την Βουλή την συμφωνία μας με τους σκοπιανούς-φυρομίτες-βορειομακεδόνες γείτονές μας.

Την κάναμε την συμφωνία, άλλοι στεναχωρήθηκαν, άλλοι χάρηκαν, και άλλοι δεν έδωσαν δεκάρα και συνέχισαν τις ζωές τους.

Το όνομα όμως, δεν ήταν ούτε το μόνο, ούτε το πιο σημαντικό ζητούμενο αυτές τις ημέρες.

Πίσω από μία αμφιλεγόμενη απόφαση, υπήρξε μία εξαιρετικά επιζήμια διαδικασία, ένα μαχαίρι που μας πλήγωσε βαθιά, όλους μας, και μία μάχη που όχι μόνο χάσαμε, όχι μόνο δεν δώσαμε, αλλά και μόνοι μας, ο καθένας με το δικό του σκεπτικό, με την δική του προσωπική ατζέντα, σχεδόν παραδώσαμε στον εχθρό.

Την μάχη με την ακροδεξιά.

~

Η συμφωνία ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, βούτυρο στο ψωμί της εθνικιστικής ρητορικής. Ήταν πολύ ξεκάθαρο, (όπως έγινε άλλωστε κατά κόρον και στο παρελθόν), ότι θα χρησιμοποιηθεί ώστε να μπολιαστεί ακόμα περισσότερο, ή και σε νέες γενιές που δεν είχαν καμία τριβή μ’ αυτό, μια σκέψη για εδάφη, χαμένες πατρίδες, προδότες που ξεπουλάνε την χώρα μας – στοιχεία δηλαδή που αποτελούν την βάση ενός σημερινού (παγκόσμιου, όχι μόνο ελληνικού) ακροδεξιού σκεπτικού.

Προφανώς, υπήρχε ένα στοίχημα να κερδηθεί από όλους τους εμπλεκόμενους:

Η μεν κυβέρνηση, χρησιμοποίησε ως εύκολο επιχείρημα τον υπαρκτό, πράγματι, απέναντί της ακροδεξιό λόγο για να χαρακτηρίσει σχεδόν κάθε αντίθεση. Η κατάθεση της πλήρους συμφωνίας -μία κίνηση σίγουρα προς την σωστή κατεύθυνση- ήρθε πολύ, πολύ αργά, και είχε, τελικά, αντίκτυπο σε πολύ λιγότερο κόσμο τελικά.

Η δε αντιπολίτευση – κυρίως με την αντίδραση της Νέας Δημοκρατίας – υπήρξε το λιγότερο καταστροφική, και οδήγησε στην πλήρη νομιμοποίηση της ακροδεξιάς ατζέντας, επιτιθέμενη κυρίως με συναισθηματικά συνθήματα, και ελάχιστα στην ουσία της συμφωνίας. Το ότι ιστορικά είχε στο παρελθόν αποδεχθεί παρόμοιες, αντίστοιχες λύσεις ως συμβατές με τα ελληνικά συμφέροντα, και τώρα στην ουσία δεν θα είχε πεδίο αντίδρασης, δεν είναι καν αποδεκτή δικαιολογία, καθώς είναι σε όλους σαφές ότι απλώς, για ψηφοθηρικούς λόγους, απευθύνθηκε σε ένα ακραία συντηρητικό ακροατήριο, με σκοπό να διαφοροποιηθεί από τους «εθνομηδενιστές» αριστερούς.

Φυσικά, όπως είχα αναφερθεί και στο παρελθόν, η ακροδεξιά στην Ελλάδα βγήκε μόνο κερδισμένη από όλο αυτό. Από την μία, για άλλη μία φορά ξεκαθάρισε την θέση της απέναντι στους προδότες αριστερούς, από την άλλη στηλίτευσε την υποκρισία των ευκαιριακά μακεδονομάχων δεξιών, δημιουργώντας ένα στιβαρό ακροατήριο που υπάκουσε πειθήνια σε μία βαθιά ακροδεξιά ρητορική.

Όλο αυτό δημιούργησε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σκηνικό.

Οι ναζιστικοί χαιρετισμοί στις διαδηλώσεις δεν ήταν απλώς αποδεκτοί αλλά αναμενόμενοι, οι ξεκάθαρα χρυσαυγίτες πολιτικοί και μέλη της ναζιστικής οργάνωσης που επιτίθονταν με ρόπαλα «μασκαρεύτηκαν» ακόμα και επισήμως ως …ακροαριστεροί(!) και η αντίδραση των ΜΑΤ ως προσπάθεια διάλυσης των συλλαλητηρίων, ενώ κάθε χαρακτηρισμός -ακόμα και απολύτως δικαιολογημένος- για ακροδεξιά στοιχεία αντιμετωπίστηκε a priori ως κακόβουλος.

Η ακροδεξιά κυμάτιζε περήφανη, κάτω από την πλήρη κάλυψη των αρνητών της συμφωνίας, και λειτούργησε ταυτόχρονα ως εξαιρετικό εργαλείο όσων έβρισκαν την συμφωνία θετική για τα ελληνικά συμφέροντα.

~

Και εκεί που θα έλεγες ότι πιο χαμηλά στο πολιτικό σκηνικό μας δεν έχει, τέσσερις πανομοιότυπες αναρτήσεις από πολιτικούς και δημοσιογράφους από χθες, δείχνουν ότι αυτή η υπόθεση δεν έχει τέλος, και βόθρος που λέγεται ακροδεξιά θα χωρέσει ακόμα πολύ κάλυψη – με οποιοδήποτε, ακόμα και τελείως παράλογο επιχείρημα.

Οι αναρτήσεις μέμφονται την ΕΡΤ και την κυβέρνηση για την παρουσίαση του θέματος της αναγραφής συνθημάτων σε σχολείο της Ξάνθης:

Οι αντιδράσεις γίνονται με βάση φωτογραφία που δείχνει την ΕΡΤ να έχει κείμενο «Ρατσιστικά συνθήματα μίσους και τρομοκρατίας στους τοίχους του 3ου ΓΕΛ Ξάνθης» ενώ προβάλλεται το σύνθημα «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΓΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ».

Οι θετικές αντιδράσεις μετριούνται από μερικές εκατοντάδες, μέχρι χιλιάδες.

Στην πραγματικότητα, το ρεπορτάζ της ΕΡΤ (που μπορείτε να το δείτε ολόκληρο εδώ ξεκινά από το 2:30″) περιελάμβανε όλες τις αναρτήσεις στους τοίχους του Λυκείου. Με μοιρασμένο χρόνο σε κάθε φωτογραφία, προβλήθηκαν και τα συνθήματα «ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΟ ΣΤΕΚΙ ΞΑΝΘΗΣ – ΛΑΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ», «ΘΑ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΤΡΕΜΕΙ Η ΓΗ – ΑΙΜΑ ΤΙΜΗ ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ», «ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ….. ΚΑΙ ΛΑΓΟΣ» (είναι θολωμένο το ΠΟΥΣΤΗΣ που έγραφε το σύνθημα), «ΜΠΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΚΛΩΤΣΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΦΙΛΟΥΣ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ», ενώ το σύνθημα έπαιξε και δυο φορές με υπότιτλο από την ΕΡΤ «ΘΥΜΑ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΑΚΡΟΔΕΞΙΟΥΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΞΑΝΘΗ».

Πουθενά η ΕΡΤ δεν αναφέρθηκε στο ρεπορτάζ της ούτε στο Μακεδονικό ζήτημα – ούτε ως αιτιολόγηση της αναγραφής των συνθημάτων, ούτε ως αναφορά στις ευρύτερες αντιδράσεις για την συμφωνία των Πρεσπών. Ούτε και ο εκπαιδευτικός αναφέρθηκε ποτέ στο Μακεδονικό ζήτημα ως εξήγηση για τα γκράφιτι.

Πουθενά.

Βέβαια, μία φωτογραφία δεν λέει λόγια, ούτε εξηγεί το ρεπορτάζ που έπαιξε. Όμως ακόμα και η σταθερή εικόνα που παρουσιάζεται στους αντιδρούντες έχει σε περίοπτη θέση έναν κέλτικο σταυρό (όπως και όλες οι υπόλοιπες που γράφτηκαν στους τοίχους – με ξεκάθαρο ναζιστικό υπόβαθρο) φροντίζοντας να μην υπάρχει καμία απολύτως παρερμηνεία για τους συντάκτες των συνθημάτων και την ιδεολογική τους τοποθέτηση.

Αν και σε όλους όσους έφεραν αυτό το θέμα στην δημοσιότητα κάποιοι φρόντισαν (ευγενικά ή μη) να το επισημάνουν, η μοναδική ουσιαστική αντίδραση ήταν αυτή:

Δεν είναι κέλτικος ο σταυρός, καθώς δεν εξέχει. Όλα τα άλλα είναι λίγη σάλτσα παραπάνω.

~

Το γεγονός ότι η ακροδεξιά συμπορεύεται με την «Μία και Μοναδική Ελληνική Μακεδονία» θα μπορούσε να είναι μία εξαιρετική περίπτωση όπου η δεξιά ή έστω φιλελεύθερη σκέψη θα έθετε εαυτόν ξεκάθαρα εκτός άκρων, απλώς και μόνο καταδικάζοντας τέτοια φαινόμενα. Θα ήταν όχι μόνο προς το συμφέρον της, αλλά και προς το συμφέρον όλων μας: Η στάση του (προσωπικά απολύτως αντιπαθούς) Νίκου Δένδια στην Βουλή ο οποίος χειροκροτήθηκε αυθορμήτως από τους Συριζαίους βουλευτές όταν μίλησε στους χρυσαυγίτες για ναζιστικά σύμβολα – όπως επίσης και η στάση των Νεοδημοκρατών πολιτικών που χειροκρότησαν τον Συριζαίο βουλευτή Κοντονή που πήρε αμέσως μετά τον λόγο με αντίστοιχο περιεχόμενο, ήταν μία ξεκάθαρη ένδειξη ότι μπορούμε με ηρεμία να κάνουμε το πρώτο βήμα για να συμφωνήσουμε στα βασικά, και να θέσουμε τις όποιες διαφωνίες ο καθένας έχει, με νηφαλιότητα και σοβαρότητα πάνω σε πραγματικές βάσεις.

Ο στρουθοκαμηλισμός και οι παρωπίδες οδήγησαν σε βαθιά ήττα όχι μόνο ακόμα και των όποιων σοβαρών αντιδράσεων στην συμφωνία που πνίγηκαν στις ακροδεξιές κραυγές, αλλά εν τέλει και όλους εμάς που αύριο θα πρέπει να ζήσουμε με τον αντίλαλο των ακροδεξιών αυτών φωνών, που θα μιλάνε, με δημόσιο βήμα, όλο και πιο έντονα, στην καθημερινότητά μας.

Είχαμε μία ευκαιρία να κάνουμε μία συμφωνία ίσως σημαντικότερη ακόμα και από αυτή για την οποία κληθήκαμε να πάρουμε θέση, μία συμφωνία αρχών, μία συμφωνία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς μισαλλοδοξία, για μία καλύτερη, ποιοτικότερη, ουσιαστικότερη συμβίωση.

Ήταν μία συμφωνία που, όλοι μαζί, άλλος λίγο και άλλος πολύ, αρνηθήκαμε να υπογράψουμε:

Δεν καταφέραμε να αποσύρουμε το «Ακροδεξιά» από το όνομα, την ιστορία, και το ύφος της χώρας μας και των πολιτών μας.

Και όσο βουλιάζουμε σε ένα ευκαιριακό και εύκολο μίσος, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να μην ακολουθήσουμε την πεπατημένη άλλων χωρών γύρω μας και μακρυά μας, που βυθίζονται σε μία βαθύτατη ακροδεξιά ρητορική.

Είναι ακόμα εφικτό θεωρώ. Απλώς, είναι όλο και πιο δύσκολο.

Συνηθίζεται, στην αλλαγή του χρόνου να κάνουμε απολογισμούς και ευχές. Ευχές και όνειρα για το νέο έτος, με την ελπίδα πως, αυτήν την φορά, θα μπούμε επιτέλους στον κόπο να τα πραγματοποιήσουμε.

Τα όνειρα όμως, δεν θα γίνουν μόνα τους. Το χρήμα δεν θα πέσει από τον ουρανό, η υγεία δεν είναι βέβαιη αν δεν κάνουμε και εμείς αυτό που πρέπει με την σειρά μας, η φιλία και η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα αγώνα και αμοιβαίων υποχωρήσεων, όχι απλώς τύχης.

Το 2018, μου έδειξε πόσο γυμνοί είμαστε. Πέρσι σαν τέτοιον καιρό ονειρευτήκαμε ειρήνη, αλλά ο δολοφονηθείς Κατσίφας ηρωποιήθηκε από τα πιο επίσημα δυνατόν χείλη ως σπόρος για άλλους Κατσίφες αργότερα,

Ονειρευτήκαμε ανθρωπιά, αλλά για την Ελένη Τοπαλούδη φυλάξαμε τις χειρότερες κατάρες και κριτικές,

Ονειρευτήκαμε δικαιοσύνη, αλλά αν δεν υπήρχε μία τυχαία κάμερα, ο Κωστόπουλος θα ήταν από τις αστυνομικές πηγές «ναρκομανής κλέφτης που έπεσε επάνω του μία τζαμαρία» και από την κοινωνία μας παρέμεινε «ένας αρρωστημένος πούστης λιγότερος»,

Ονειρευτήκαμε ασφάλεια αλλά μετά τους 100 πλέον νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι προσδοκίες για μία ασφαλή ρυμοτομία έγιναν η πολυφορεμένη τόσα χρόνια πολιτική με νομιμοποιήση των υπαρχόντων αυθαιρέτων,

Ονειρευτήκαμε καλύτερη οικονομία, και βρεθήκαμε αυτούς που βρίζαμε λίγα χρόνια πριν να τους θεωρούμε τώρα «σοβαρούς επενδυτές», να ξεχνάμε τα Mall και να κάνουμε τις βόμβες «εξαγώγιμη πολεμική βιομηχανία»,

Ονειρευτήκαμε το τέλος του ρατσισμού, αλλά ο Πετρίτ Ζίφλε δολοφονήθηκε και ο Εμντί Ιμάμ Ουντίλ γλύτωσε το σπασμένο κεφάλι προτάσσοντας το χέρι του για να επιβιώσει του τυφλού μίσους,

Ονειρευτήκαμε μία φιλόξενη, ανθρώπινη γη αλλά δεκάδες πνίγηκαν πάλι στα υδάτινα σύνορά μας, και όσοι γλύτωσαν βιάζονται και κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ψυχολογικά και σωματικά τραυματισμένοι στα φιλόξενα και γεμάτα σκουπίδια και υπερπληθυσμό στρατόπεδα συγκέντρωσής μας,

Ονειρευτήκαμε μία αξιόπιστη δημοσιογραφία αλλά τα μέσα διανύουν τις χειρότερες στιγμές τους, συγκεντρώνονται σε ελάχιστους ισχυρούς ομίλους, επιβιώνουν με σκοτεινά έσοδα και εξυπηρετούν πρωτίστως όποιον πληρώνει αγνοώντας κάθε είδηση που «δεν αρέσει» στους χρηματοδότες τους,

Ονειρευτήκαμε κράτος δικαίου, και ακόμα και τώρα άνθρωποι αυτοκτονούν και δολοφονούνται στα Κολαστήρια – φυλακές μας χωρίς ουδείς να αναλαμβάνει την ευθύνη τους,

Ονειρευτήκαμε ευημερία και κάποιοι συνάνθρωποί μας ακόμα και απόψε είναι τυχεροί αν ζεσταίνονται με σόμπες – καθώς οι περισσότεροι δεν αντέχουν να αγοράσουν τα υπερφορολογημένα καύσιμα θέρμανσης για να την βγάλουν και αυτόν τον κρύο χειμώνα.

~

Τα όνειρά μας παρέμειναν ευχές. Δεν είναι περίεργο, κάθε άλλο – όταν αναλωνόμαστε σε εσωτερικές κόντρες όπου ο ένας βρίζει τον άλλον είναι δύσκολο να δώσουμε το χέρι ο ένας στον άλλον για να βοηθήσουμε μαζί, όλοι μαζί, τα (κοινά) όνειρά μας να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα:

Ποδοσφαιροποιούμε την πολιτική, ανάγουμε τους αρχηγούς σε ηγέτες, τους ηγέτες σε βασιλιάδες, σε σύμβολα που δεν αντέχουμε να τα αγγίξει κανείς, παίρνουμε κάθε μομφή προσωπικά και μαχόμαστε αναλόγως, για κάθε κριτική υπάρχει και ένα βολικό «ναι, αλλά ο δικός σου», και αρκούμαστε ικανοποιημένοι σε μικρές ανούσιες νίκες, όταν ο κάθε Εμντί Ιμάμ Ουντίλ πασχίζει να επιβιώσει σε ένα πάρκινγκ απέναντι σε έναν δολοφόνο με ένα λοστάρι που του σημαδεύει το κεφάλι, ο κάθε ανώνυμος φυλακισμένος στα κολαστήρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να εκτίσει την ποινή του, η κάθε Ελένη να μην θεωρείται δεδομένη από κανέναν, ο κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βαστάει άλλη μία μέρα με το παιδί του με την ελπίδα να γλυτώσει από το κρύο της σκηνής, να προλάβει να του μείνει φαγητό να φάει ή να μην τον βιάσουν αύριο.

Μπορούμε έτσι να ονειρευόμαστε όσο θέλουμε, αλλά το 2019 δεν θα μας φέρει τίποτα καλύτερο.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ εγώ, είναι να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί σε όσα συμφωνούμε: Όσοι συμφωνούμε ότι η ασφάλεια των φυλακισμένων μας είναι ευθύνη πρωτίστως της κοινωνίας μας, να απαιτήσουμε να τιμωρείται όποιος και να είναι υπεύθυνος όταν διακινδυνεύεται. Όσοι συμφωνούμε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έχουν στόχο τον άνθρωπο αλλά την φυλή, να τα καταδικάσουμε χωρίς «ναι, μεν αλλά». Όσοι συμφωνούμε ότι το θύμα δεν προκαλεί και δικαιολογεί τον θύτη, να το ξεκαθαρίσουμε ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο δράστης. Όσοι συμφωνούμε ότι η δικαιοσύνη οφείλει πρωτίστως να προστατέψει, να απαιτήσουμε να τιμωρηθεί παραδειγματικά κάθε ένας που παραβαίνει αυτήν την βασική αρχή. Όσοι συμφωνούμε ότι κανείς δεν πρέπει να κρυώνει τον χειμώνα, ότι όλοι πρέπει να έχουν στέγη, φαγητό, και υγεία, να το απαιτήσουμε όποιος και να είναι στην εξουσία.

Όσο τρωγόμαστε μεταξύ μας, όσο μαχόμαστε ο ένας τον άλλον με όπλο τις διαφορές μας και όχι τα κοινά μας ιδανικά, η εκάστοτε εξουσία μένει εκτός κριτικής, και ο κόσμος μας δεν έχει κανέναν-απολύτως-λόγο να παλέψει για να γίνει καλύτερος.

Μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας ένα καλύτερο 2019 από το 2018 που πέρασε. Αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα η ευχή μου, αν δεν κάνουμε -επιτέλους- κάτι όλοι μαζί γι’ αυτό.

Για το θέμα της ονομασίας της F.Y.R.O.M. έχω υπάρξει ιδιαιτέρως διακριτικός – κυρίως επειδή έχω μαύρα μεσάνυχτα.

Μου είναι αδύνατο να αξιολογήσω αν πράγματι, η παρούσα συμφωνία είναι ευνοϊκή για εμάς, αν είναι ευνοϊκή για τους γείτονες, αν στερεί από εμάς βασικά δικαιώματα, αν στερεί από τους γείτονες την αυτοκυριαρχία τους, ή αν τους δίνει πατήματα ώστε στο τέλος οι ακροδεξιότεροι εξ αυτών να διεκδικήσουν κάτι περισσότερο με βάση την τωρινή υπογραφή μας.

Σε γενικές γραμμές, αναγκαστικά, πατάω σε μερικούς προσωπικούς κανόνες ηθικής:

1. Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν άλλον για λογαριασμό της πατρίδας μου.

2. Δεν θέλω να αδικήσω την πατρίδα μου για λογαριασμό κάποιου άλλου.

3. Σε κάθε είδους συμφωνία γίνονται εκατέρωθεν υποχωρήσεις, και αυτό είναι και αναμενόμενο και αποδεκτό, αρκεί να μην υπάρχει εξόφθαλμη παραβίαση των δύο πρώτων κανόνων.

Αυτά. Αυτά νομίζω ότι αρκούν, και με βάση αυτά θα πορευτώ για να καταλάβω τι συμβαίνει και αν αυτή η συμφωνία είναι κακή, ή καλή.

Αλλά χρειάζομαι και κάτι ακόμα για να καταλάβω – και αυτό είναι επιχειρήματα.

~

Εδώ, τα πράγματα είναι δύσκολα. Δύσκολα, γιατί υπάρχουν εξαιρετικά ακραίες φωνακλάδικες απόψεις, που εμποδίζουν κάθε άνθρωπο που θέλει να ακούσει και να κατανοήσει τι συμβαίνει.

Να σου δώσω ένα καλό παράδειγμα:

«Η Μακεδονία είναι μία, και Ελληνική».

Κάθε επιχείρημα που ξεκινά με αυτήν την πρόταση, αυτομάτως με δυσκολεύει να την παρακολουθήσω. Και αυτό, γιατί ξεκάθαρα, από όλες τις πλευρές, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου, δεν υπάρχει «μία μόνο Μακεδονία».

Και δεν εννοώ το ασύλληπτο(*) «Μακεδονία την λέει όλος ο πλανήτης», γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μου:

Για όλους, ακόμα και για όσους εξ ημών θεωρούν πως οι γείτονές μας καταχρώνται ένα όνομα που δεν τους αξίζει, η χώρα ονομάζεται ΣΗΜΕΡΑ, Fyrom. Ήτοι, Former Yugoslav Republic of Macedonia.

Of Macedonia.

Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Το «Μακεδονίας» ΔΕΝ ΤΙΘΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ. Είναι πρώην Γιουγκοσλάβοι, ναι, με μία Δημοκρατία, και μπράβο τους, αλλά «της Μακεδονίας». Είναι ξεκάθαρο, αρκετά χρόνια τώρα, ότι έχει θεμελιωθεί καθώς και εμείς (και όχι μόνο τώρα οι …»εθνομηδενιστές του Σύριζα») ότι αποτελεί την βάση κάθε συζήτησης: «Αν δεν θέλετε άλλη ονομασία, θα συνεχίζουμε να σας λέμε FYROM».

Όταν λοιπόν στο παράδειγμά μας η συζήτηση ξεκινά με το «Η Μακεδονία είναι μία, και Ελληνική», μπορώ να απαντήσω «όχι, έχουμε όλοι (όλοι, και όσοι διαφωνούν με την πρόταση για την αλλαγή της ονομασίας) αποδεχθεί, εδώ και δεκαετίες, συντεταγμένα και νόμιμα, ότι υπάρχει και άλλο κράτος με το επίσημο όνομα Μακεδονία, άρα αυτό μπορούμε να το ξεπεράσουμε» και, αν δημιουργηθεί οποιαδήποτε σύγχυση εκεί, προφανώς δεν μπορεί να υπάρχει άξια λόγου βάση συζήτησης.

Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα -προφανώς εκ των πιο σημαντικών- για το πως δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω της όποιες ήρεμες φωνές διαφωνίας (που θα καθόμουν ευχάριστα να ακούσω) από τις κραυγές που δεν εξυπηρετούν πουθενά.

~

Υπάρχει όμως και ένα ακόμα θέμα που με απασχολεί.

Ποιος είναι ο εχθρός εδώ για όσους διαφωνούν με την κυβερνητική πρόταση;

Αυτό με απασχόλησε από την πρώτη στιγμή που (ξανά)ετέθη το θέμα της αλλαγής της ονομασίας. Έχω καταφέρει να ξεχωρίσω τα συμφέροντα Ρωσίας, Τουρκίας και Αμερικής στα Βαλκάνια, τους Ευρωπαίους, τον Σόρρος, τους «εθνομηδενιστές» του Σύριζα, τους Βούλγαρους και τους Αλβανούς που αποσκοπούν για δικούς τους λόγους σε μία αναστάτωση που ελπίζουν ότι θα τους βγει σε καλό. Και η λίστα συνεχίζεται.

Ο μόνος εχθρός που δεν έχει αναφερθεί πουθενά, είναι η ακροδεξιά.

Εγώ είμαι απόλυτα ειλικρινής λέγοντας ότι δεν έχω θέση στο θέμα της ονομασίας, και με χαρά θα ακούσω κάθε ήρεμη, λογική διαφωνία. Αν πειστώ ότι είναι λάθος θα το πω, αν πειστώ ότι δεν είναι πάλι θα το πω.

Μπορώ ακόμα και να δεχθώ (χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία) ότι μεγαλύτερες δυνάμεις (θα αρκεστώ σε Αμερικανούς, Ρώσους, Τούρκους κλπ) παίζουν τον ρόλο τους για να γείρει η απόφαση προς το δικό τους συμφέρον. Δεν είναι ούτε πρωτότυπο, ούτε απίθανο – αν και δεν θα με «έσπρωχνε» απαραιτήτως να διαφωνήσω με την πρόταση, καθώς δεν ετεροπροσδιορίζω την γνώμη μου.

Όμως, μαζί με την αντιπολίτευση που αντιδρά στην επερχόμενη συμφωνία, λόγος και χρόνος διαφωνίας έχει δοθεί και στην ακροδεξιά. Το γεγονός ότι συμπορεύονται σ’ αυτό το θέμα δεν με απασχολεί ιδιαιτέρως (όπως είπαμε, δεν ετεροκαθορίζω την γνώμη μου), αλλά το γεγονός ότι δυσκολεύονται να αντιληφθούν ότι ο μεγαλύτερος εχθρός εδώ είναι εσωτερικός, με προβληματίζει:

Αυτή η εικόνα όμως, θα έπρεπε να τύχει καθολικής καταδίκης:

Και είναι ιδιαιτέρως εύκολο να καταδικαστεί από την πλευρά που θέλει την συμφωνία, καθώς αποτελεί (δυστυχώς) ένα εξαιρετικό εργαλείο για όσους θέλουν να πείσουν αυτούς που δεν χρειάζεται να στύψουν ιδιαιτέρως το μυαλό τους – αλλά αποδεικνύεται ολοένα και δυσκολότερο να καταδικαστεί απερίφραστα από όσους συμπορεύονται με την γενικότερη αρχή της διαφωνίας για την προτεινόμενη ονομασία.

Ο βασικότερος εχθρός όσων διαφωνούν τίμια και με αξιοπρεπή επιχειρήματα, δεν είναι ο Σόρρος, ο Σύριζα και οι εθνομηδενιστές:

Ο βασικότερος εχθρός είναι οι κραυγές, τα σηκωμένα χέρια, η «μία και μοναδική Ελληνική Μακεδονία», η ακροδεξιά.

Και το βασικότερο πρόβλημα για όσους έχουν τίμια επιχειρήματα κατά της συμφωνίας είναι πως, είτε την χάσουν την μάχη της διαφωνίας, είτε την κερδίσουν, θα είμαστε όλοι χαμένοι.

Ταρατατζουμ!

Αύριο η Ελλάδα βγαίνει επισήμως από τα Μνημόνια.

Με ανακοινώσεις, με μία λαμπερή γιορτή, με διαγγέλματα εθνικής ανεξαρτησίας και επαναφοράς στην κανονικότητα.

Κάτσε να σου πω τι σκέπτομαι.

~

Κατ’ αρχάς, έχω μαύρα (οικονομικά) μεσάνυχτα. Το έχω πει εκατό φορές, αλλά οφείλω να το τονίζω σε κάθε άρθρο, μη τυχόν νομίζεις ότι για όσα πιστεύω ότι συμβαίνουν, έχω και απτές, οικονομικές αποδείξεις. Μπορεί να υπάρχουν, να έχω δίκιο – μα κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος, και όλα να ‘ναι αλλιώς, και με την άγνοιά μου να μην τα υπολογίζω σωστά. Δεν σου λέω λοιπόν *τι συμβαίνει*, σου λέω *τι πιστεύω* και ας αποδεχθούμε και οι δυο ότι μπορεί να είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Η Ελλάδα είναι μία κατεστραμμένη οικονομικά χώρα.

Με κατεστραμμένους οικονομικά πολίτες.

Η οικονομία είναι διαλυμένη, αφήνουμε να πεθάνουν άνθρωποι σε κέντρα κράτησης χωρίς καν να αναρωτηθούμε γιατί, οι συνταξιούχοι μας δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα, τα μαγαζιά είναι κλειστά, οι εταιρίες απ τις οποίες εισάγουμε δεν δίνουν πίστωση καθώς υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, οι άνθρωποι άνεργοι, δουλεύουν εκτός αντικειμένου και με τα ελάχιστα χρήματα, η φορολογία αβάσταχτη, ακόμα και οι μικροεισοδηματίες οφείλουν να πληρώσουν, οι επιχειρηματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχει νόημα να δουλεύουν αν είναι σωστοί στα βιβλία τους γιατί ένα τεράστιο ποσοστό πάει στην φορολογία, δεν παράγεται νέο χρήμα εκτός από τις σταθερές μας (τουρισμός κλπ), τα νέα παιδιά μας φεύγουν για να επιβιώσουν κάπως καλύτερα στερώντας μας τις ικανότητές τους, ενώ ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού κράτους έχει χαριστεί για τα επόμενα 100 χρόνια και περιμένει, υπομονετικά, την εκποίησή του.

Δεν λέω ότι την κατέστρεψαν αποκλειστικά τα μνημόνια, υπόψιν. Έχω ξαναπεί ότι τα μνημόνια αυτά καθ’ αυτά, μπορεί να είχαν και σωστά πράγματα, μπορεί και λάθος – η βασική μου αντίρρηση έχει να κάνει με τις εκβιαστικές συνθήκες με τις οποίες επιβλήθηκαν, με τους «πατερούληδες» της οικονομίας που απαίτησαν την υποταγή σ’ αυτά δίνοντας ελάχιστο χρονικό περιθώριο να ελεγχθούν (και να αμφισβητηθούν, αν χρειαστεί) οι αλήθειες τους.

Η δε ζημιά, δεν είναι μόνο οικονομική: Στο οικονομικό σκέλος μπορεί να γίνει μία αποτίμηση από πιο ειδικούς, στο σκέλος όμως της δημοκρατικής λειτουργίας ενός κράτους, έχουμε χάσει άμα τη εφαρμογή τους, πριν δούμε δηλαδή τα αποτελέσματά τους – ακριβώς λόγω των συνθηκών που αυτά εφαρμόστηκαν.

Όλες αυτές οι ζημιές, οι οικονομικές, οι δημοκρατικές, όλες αυτές οι καταστροφές δεν έχουν (για μένα, πάντα) ως δείκτη έναρξης το Καστελόριζο παρεμπιπτόντως. Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα, ως χώρα, καταστράφηκε από τα μνημόνια.

Η γνώμη μου είναι ότι η καταστροφή της Ελλάδας (οικονομική, δημοκρατική, ουσιαστική) έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν.

Μια Ελλάδα που δανειζόταν χωρίς περιορισμούς, μία Ελλάδα που ξόδευε χωρίς σύνεση, μία Ελλάδα στην οποία το χρήμα και η εξουσία ήταν το άλφα και το ωμέγα κάθε επιχειρήματος, μία Ελλάδα που κατέστρεφε συστηματικά ο,τι μπορούσε να της αποφέρει δουλειές και χρήματα βιοτεχνίες, βιομηχανία – μοιραία θα οδηγούσε σε μία Ελλάδα που θα έχανε την αυτοκυριαρχία της, σε μία εξαρτημένη χώρα, σε μία χώρα υπόδουλη σε όποιον είχε χρήματα και την δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του.

Η ζημιά δεν ξεκίνησε στο Καστελόριζο. Και, αν δεν το αντιληφθούμε αυτό, μοιραία, η ζημιά δεν τελειώνει στις 20 Αυγούστου του 2018.

Για να διορθωθεί η ζημιά, απαιτείται δημοκρατία, ισονομία, δικαιοσύνη, απαιτείται ουσιαστική, αξιοπρεπής δημοσιογραφία, απαιτείται κατανόηση των λαθών, προσπάθεια να εντοπιστεί τι τα δημιούργησε, και σαφή συναίνεση ώστε να μην επαναληφθούν.

Απαιτείται όχι μόνο να καταλάβουμε ότι κάναμε λάθος, αλλά και ΠΟΥ κάναμε λάθος.

Και αυτό, καθώς δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, δεν έγινε καμία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί. Και, για να είμαι σωστός, όχι μόνο δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, αλλά τα ίδια τα μνημόνια λειτούργησαν ακριβώς όπως δεν θα έπρεπε να λειτουργήσουν, διαβρώνοντας την συνείδησή μας, βουλιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, στερώντας μας από δημοσιογραφία, από άποψη χωρίς φωνές και από ηρεμία για να ανακτήσουμε την λογική μας.

Είμαστε ένας λαός που δεν έχει καταλάβει όχι μόνο το ΤΙ αλλά καλά-καλά ούτε και το ΠΩΣ φτάσαμε ως εδώ.

Για μένα η παιδεία κάθε ζημιάς είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Οι άνθρωποι θα κάνουν λάθος, είναι βέβαιο, και θα προχωρήσουν μπροστά μόνο αν το αντιληφθούν, το αντιμετωπίσουν, και το διορθώσουν.

Αλλιώς θα το επαναλάβουν – μέχρι να μάθουν.

Ταρατατζουμ και φαμφάρες λοιπόν, και χαίρομαι με την χαρά σας, αλήθεια, αλλά είμαι βαθιά ανήσυχος για το μέλλον: Τι λέμε με αυτήν την διαφήμιση στους υπόλοιπους λαούς;

Αν δεν τους πούμε, εμείς πρώτοι, ως παράδειγμα, πως χαλάσαμε την δημοσιογραφία μας, πως χαλάσαμε την ισονομία μας, πως σακατέψαμε την δημοκρατία μας – αν τους πούμε «Βγήκε η Ελλάδα! Είδατε; Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο! Μη φοβάστε, μπορείτε!» με μία οικονομία διαλυμένη, αν τους πούμε «Όλα καλά πια!» αντί να τους πούμε ότι τα μαγαζιά είναι κλειστά, ότι όλοι χρωστάνε παντού γιατί τους τελείωσαν τα λεφτά κάτω από το στρώμα, αν δεν τους πούμε ότι οι πολίτες φέτος θα κρυώσουν, περισσότερο από πριν, και θα πεινάσουν, περισσότερο από πριν, και θα κινδυνέψουν, περισσότερο από πριν, ότι οι επιχειρήσεις θα κλείσουν, περισσότερο από πριν – αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, θα τυφλωθούν απ τα βεγγαλικά μας, και θα πουν «λύνεται το πρόβλημα, αρκεί να κάνουμε ο,τι μας λένε» και θα την πατήσουν – όπως και εμείς.

Ο μόνος δείκτης όμως που δείχνει αν μία χώρα θα καταστραφεί ή όχι, είναι ο δείκτης Δημοκρατίας της.

Θα ήταν καλύτερο να τους πούμε «Έχετε σωστούς νόμους και λειτουργούς που τους εφαρμόζουν όπως πρέπει;» «έχετε αξιόπιστη και αξιοπρεπή δημοσιογραφία;» «Ασχολούνται οι πολίτες σας με την ουσία, λαμβάνοντας τα σωστά δεδομένα, δείχνουν ενδιαφέρον για τα κοινά; Ξέρουν να ξεχωρίζουν τις κραυγές από τις θέσεις;» «Είναι οι πολιτικοί σας άξιοι του ρόλου τους;»

Γιατί εμείς δεν τα είχαμε αυτά. Γι αυτο φτάσαμε μέχρι εκεί, και μετά μοιραία μέχρι εδώ.

Ούτε και τώρα, θεωρώ ότι τα έχουμε. Παρότι φεύγουμε -υποτίθεται- από εδώ.

Δεν είναι αυτό το σημείο των πανηγυρισμών μας. Και θα καταλάβω, όταν και αν έρθει ποτέ ότι ήρθε, γιατί σε εκείνο το σημείο θα έχουμε κατανοήσει, πρωτίστως, ότι δεν πανηγυρίζεται.