Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν είσαι αρθρογράφος. Αν γράψεις για την επικαιρότητα, επειδή άλλος κάνει το ρεπορτάζ, άλλος το δημοσιεύει, κι άλλος το εμπλουτίζει το πρόβλημα είναι ότι κινδυνεύεις να μείνεις εκτός θέματος πέντε λεπτά μετά. Αν όμως περιμένεις να ολοκληρωθεί για το γράψεις ως ανάλυση, είναι πιθανό (ειδικά στις μέρες μας) να έχει ολοκληρωτικά καλυφθεί από ένα καινούργιο σκάνδαλο, και εκεί που πας να σχολιάσεις για το ξυλοκόπημα της οικογένειας Ινδαρέ ή για κάποια ελληνοποίηση με τις ευλογίες της ΕΥΠ, της εκκλησίας και του Άδωνη Γεωργιάδη, να σε προλάβει πχ ο Πάτσης ή, ακόμα χειρότερο, το τρίτο επεισόδιο παρακολουθήσεων.

Είναι ένα πρόβλημα που ομολογώ πως δεν το είχα παλιά. Παλιά, είχαμε ένα σκάνδαλο, και ως αρθρογράφος είχα άπλετο χρόνο να κατασταλάξω και να μοιραστώ μία σκέψη μέχρι να πάρει τον δρόμο του – όποιος και να ήταν αυτός. Τώρα, με ένα σκάνδαλο την εβδομάδα, είναι ξεκάθαρο πως αυτή η διαχείριση με βραχυκυκλώνει – και γίνεται τόσο συχνά, που αρχίζω να αμφιβάλλω αν όλα αυτά απλώς συμβαίνουν, ή αν, τελικά, αυτή η κυβέρνηση με σχέδιο παράγει περισσότερα σκάνδαλα από όσα μπορούμε να διαχειριστούμε.

Και υπάρχει ένας σημαντικός λόγος γι’ αυτό.

Τους προηγούμενους μήνες, το Reporters United, το Inside Story, το Documento, η Εφημερίδα των Συντακτών (με τυχαία σειρά και σίγουρα ξεχνάω κάποιους) έκαναν αλλεπάλληλα ρεπορταζ για την υπόθεση παρακολουθήσεων, κρατικών και ιδιωτικών – άλλοι ως θύματα, άλλοι ως ερευνητές.

Στο γαϊτανάκι μπήκαν δειλά οι υπόλοιπες εφημερίδες μόνο όταν στην λίστα των παρακολουθήσεων καταγράφηκε και το όνομα του Νίκου Ανδουλάκη. Μέχρι τότε, ο Κουκάκης κι ο Μαλιχούδης, είχαν από ελάχιστη, έως μηδαμινή παρουσία για το θέμα, και, αν απέκτησε κάποια βαρύτητα ήταν όταν ο Κουκάκης (γνωστός και τίμιος δημοσιογράφος, και πάντως όχι εκ θέσεως αντικυβερνητικός) έσπασε τα νεύρα όλων μας για να μην το ξεχάσουμε.

Ακόμα όμως, υπήρχαν απλώς αναφορές. Ρεπορτάζ, που να προσθέτει στις πληροφορίες, δεν είχαμε απο τα μεγάλα μέσα.

Ώσπου, ύστερα από το εμφατικο δημοσίευμα του Βαξεβάνη, άρχισαν να επιβεβαιώνονται μεγαλύτερα ονόματα. Του Δένδια, που κρατάει στα χέρια του όλη την εξωτερική πολιτική μας, και την εσωτερική διαδοχή επίσης, του Αλέξη Παπαχελά, διευθυντή της Καθημερινής και φημολογούμενου ως να έχει πλείστες καλές επαφές με ισχυρές πρεσβείες στην χώρα μας, συνεργατών του Σαμαρά, εσωκομματικού αντιπάλου της κυβέρνησης, συνεργατών του Μαρινάκη, ιδιοκτήτη αρκετών μέσων ενημέρωσης από ραδιόφωνο και τηλεόραση έως τύπου και διαδικτύου – μεταξύ πλείστων άλλων.

Και τότε – όλοι ασχολήθηκαν.

Ανακάλυψαν πλαστές ταυτότητες, ανακάλυψαν κουμπαριές, φιλικές σχέσεις, ύποπτα ραντεβού, έκαναν φύλλο και φτερό συνεργασίες, μίλησαν με θύματα και γνώστες, επιβεβαίωσαν ονόματα, άρχισαν να δείχνουν υπευθύνους.

Πέρασε τόσος χρονος, τόσος χαμένος χρόνος μέχρι να καταλάβουν όσοι (ξεκάθαρα κατ’ επιλογή) σιωπούσαν πως ήταν κι αυτοί θύματα δηλαδή, και να άρουν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση, και να αρχίσουν να κάνουν το ελάχιστο: την δουλειά τους.

Τι τρομακτικό. Τι θλιβερό, και τρομακτικό συνάμα.

Όμως έτσι είναι τα πράγματα, και δεν είμαστε τυχαία στην θέση 108 – ή, μάλλον, τυχαία είμαστε, άνετα θα μπορούσαμε και πιο κάτω. Και να δείτε, ω ειρωνεία της τύχης, πως αυτή η δημοσιογραφική κριτική, θα θεωρηθεί και τίμια και αξιοπρεπής, και θα ανέβουμε θέσεις, αντί να κατέβουμε ακόμα περισσότερες όπως και μας αξίζει! Φευ.

Άκουσα τον Αλέξη Παπαχελά πχ να απολογείται για το αργό ξεκίνημα λέγοντας “δεν είχαμε δώσει στην είδηση την βαρύτητα που της άξιζε”, μία τόσο κυνική κουβέντα, που σε χτυπάει στο κεφάλι κατακούτελα αν κάτσεις έστω λίγο μόνο να σκεφτείς ποιο ήταν το διακύβευμα, αν θυμηθείς πόσο ούρλιαζε ο Κουκάκης για την ησυχία που προκαλούσε η περιπέτειά του, αν κάτσεις να θυμηθείς πόσο λοιδορήθηκε ο Βαξεβάνης. Φευ.

Φευ.

~

Πάμε όμως στα δικά μας, αν ενδιαφέρεται η δημοσιογραφία, είμαι βέβαιος πως μπορεί να διευθετήσει τα του οίκου της:

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πέφτει.

Είτε γιατί παρακολουθούσε όποιον της έκανε κέφι, από πολίτες για τελείως φθηνούς οικογενειακούς λόγους μέχρι ισχυρά οικονομικά, πολιτικά, διπλωματικά στελέχη, είτε, και δεν ξέρω αν είναι χειρότερο ή καλύτερο, γιατί κάποιος άλλος παρακολουθούσε την μισή κυβέρνηση, τις φίλες της γυναίκας του πρωθυπουργού ξέρω γω, κορυφαίους δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, και -αυτό επιμένω πως είναι εξαιρετικά σημαντική αποκάλυψη- τον Δένδια, και, εδώ και τόσους μήνες, αντί να προσπαθεί να λύσει την υπόθεση, σχολιάζει μόνο το νύχι από το δάχτυλο που τα δείχνει όλα αυτά, συμπεριλαμβάνοντας και σε κάθε τρίτη πρόταση, για πολιτικό κέρδος, τον Σύριζα.

Τώρα βέβαια θα μου πείτε, αυτό είναι το καλό σενάριο, να φύγει, γιατί μία είτε αποτελούμενη από εκβιαστές είτε εκβιαζόμενη κυβέρνηση το να φύγει και να απαγκιστρωθεί από την εξουσία ίσως να μην είναι και τόσο εύκολη υπόθεση.

Είναι και θέμα ενστίκτων επιβίωσης, καταλαβαίνετε.

Εμένα όμως όπως πάντα, με ενδιαφέρει το μετά.

Παρακολουθήσεις, είχαμε από … πάντα. Όλοι θυμήθηκαν τον Μαυρίκη και τον Τόμπρα, κάποιοι λιγότεροι θυμήθηκαν την Vodafone και τον Τσαλικίδη, ελάχιστοι θα θυμηθούν το ΚΚΕ και κανένας, απολύτως κανένας την καταγγελία που έγινε (και) στο omniatv (Ποιοί κάνουν παρακολουθήσεις με συσκευές γεωεντοπισμού; και Παρακολουθήσεις τηλεφώνων για λόγους «εθνικής ασφάλειας» και συλλήψεις δι’ απαγωγής)

Όμως, είμαστε στο σήμερα. Σήμερα, το μισό πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό, ίσως και διπλωματικό σκηνικό της χώρας, παρακολουθείται. Δεν υπάρχουν μόνο στοιχεία επικοινωνίας, όπως παλιά – τώρα, ΟΛΑ είναι καταγεγραμμένα. Που πήγαν οι στόχοι μέσω των στοιχείων GPS, τι είδαν μέσω της πάντα ανοικτής κάμερας, τι επικοινωνίες είχαν, μέσω της ανάκτησης μηνυμάτων κάθε είδους εφαρμογής οθόνης, τι είπαν και τι άκουσαν από τους συνομιλητές τους σε δια ζώσης επαφές, μέσω των ανοικτών μικροφώνων, και πάει λέγοντας.

Και όλα αυτά, όλο το εικοσιτετράωρο. Δηλαδή, και στις κοινωνικές τους, αλλά και στις ιδιωτικές τους επαφές. Στις πολύ ιδιωτικές τους επαφές. Δηλαδή, προφανώς το τι έλεγε την ώρα του σεξ μία φίλη της συζύγου του πρωθυπουργού είναι για εκείνη προφανώς ένας βιασμός της ιδιωτικής της ζωής, αλλά αν κάποιος ξέρει τι έλεγε εκείνες τις προσωπικές του στιγμές ένας υπουργός, ή ένας επιχειρηματίας, ο (εκ)βιασμός δεν είναι μόνο ο προσωπικός του, αλλά δυνητικά όλης μας της κοινωνίας όπως την ξέρουμε.

Ένας ολόκληρος κόσμος παρακολουθείτω, και ακόμα και αν υποψιαζόμαστε τον δράστη, στην ουσία τα στοιχεία που έχει μπορεί να τα έχει πλέον ο οποιοσδήποτε. Ο οποιοσδήποτε. Και ακόμα και περισσότεροι του ενός – όποιος μπορεί να την αγοράσει για οποιοδήποτε αντάλλαγμα για τους δικούς του, σκοτεινούς και μολυσμένους σκοπούς.

Γιατί άπαξ και ανοίξεις το κουτί της πανδώρας, λυπάμαι, δεν θα ξανακλείσει ποτέ. Οτιδήποτε ηλεκτρονικό, μένει για πάντα. Για πάντα.

Αυτοί οι άνθρωποι δηλαδή, ανάλογα του βαθμού της έκθεσής τους, μπορεί να είναι κατεστραμμένοι για μία ζωή. Είναι σημαντικό, πολύ σημαντικό, να το αντιληφθούμε: Και μόνο η υποψία αυτού του φρικτού βιασμού των προσωπικών τους στιγμών, δεν θα τους αφήσει ποτέ. Για κάθε έναν από αυτούς, είναι μία διαρκής φρίκη αυτή η υπόθεση.

~

Οπότε, υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε: Τι είναι αυτό το μετά που περιμένουμε;

Αρκεί να αντικατασταθεί ο πρωθυπουργός από κάποιον άλλον της Νέας Δημοκρατίας; Αρκεί να ονοματιστούν πέντε-δέκα συνεργοί; Αρκεί να πέσει η κυβέρνηση; Να γίνουν εκλογές; Αρκεί, την επόμενη μέρα να μην είναι απλώς αυτοί οι άνθρωποι στην εξουσία;

Αρκεί;

Γιατί αυτή η υπόθεση έχει μολύνει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας. Δεν είναι σαν εκείνες τις μολύνσεις που αντιμετωπίζεις με ένα μόνο φάρμακο: Έχει επηρεάσει τα πάντα, έχει απλωθεί παντού, και ξεκάθαρα (δείτε την σχεδόν απόλυτη απουσία αντιδράσεων από τα θύματα) το ίδιο το σώμα της κοινωνίας σχεδόν μοιάζει να πολεμάει όχι μόνο κάθε θεραπεία, αλλά και τον εαυτό του τον ίδιο.

Το φρικτό σενάριο θα είναι να κρυφτούμε – όπως έγινε με την Vodafone. Να ξεχάσουμε. Να πούμε “ό,τι έγινε έγινε, έπεσε ο Κούλης, προχωράμε και βλέπουμε”. Είναι κάτι που έχουμε ξανακάνει, με απόλυτη (θεωρώ) αποτυχία. Πιθανόν, το παραδέχομαι, μοιάζει πιο εύκολο…

…αλλά το πρόβλημα δεν θα φύγει. Τα όργανά μας θα είναι μολυσμένα. Ακόμα και αν τα αντικαταστήσουμε κάπως, ο,τι τα τροφοδοτεί κι αυτό θα είναι μολυσμένο. Ακόμα και αν κάνουμε ότι δεν υπάρχει, θα κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας. Ακόμα και αν πούμε “να, ανέβηκε σκάλες η δημοσιογραφία” για να σας γυρίσω στην αρχή του κειμένου, δεν σημαίνει ότι όντως έχουμε την δημοσιογραφία που μας αξίζει.

Αν πούμε “έπεσε ο Κούλης, ζήτω”, δεν θα έχουμε καταλάβει απολύτως τίποτα.

Αν δεν αφήσουμε πίσω τις προσωπικές μας ο καθένας επιδιώξεις, πολιτικές και οπαδικές, αν δεν οραμαστιστούμε έναν τόπο με ουσιαστική δημοσιογραφία, τυφλή δικαιοσύνη, αληθινή ανάγκη για ριζική κάθαρση και επανακαθορισμού των δημοκρατικών μας αξιών, δεν θα είμαστε στο μηδέν, καλά θα ήταν: θα παραμείνουμε στον βούρκο που κυλιόμαστε, ξεκάθαρα, τόσα χρόνια.

Και, πολύ φοβάμαι, δεν θα έχουμε -στο μετά που θέλουμε να ονειρευόμαστε- όταν κλείσουν πια τα τηλέφωνα, την δημοκρατία που (θα έπρεπε να) μας αξίζει.

Διαβάστε και τις άλλες σκέψεις μου για το θέμα:

Βλέπω τις τελευταίες ημέρες μία κινητικότητα, μία ανασφάλεια και έναν εκνευρισμό, καθώς ο πρόεδρος της Τουρκίας και άλλοι τούρκοι πολιτικοί παράγοντες χρησιμοποιούν το όνομα του Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού της Ελλάδας μαζί με τις διάφορες γνώμες τους και νουθεσίες τους, για το τι γνώμη έχουν σχηματίσει για τον ίδιο, ή τι γνώμη έχουν για τις εκλογικές μας συμπεριφορές και προτιμήσεις.

Γενικά, είναι μία σίγουρα άκομψη, ακόμα και αήθης θα έλεγε κανείς προσπάθεια παρέμβασης στα εσωτερικά άλλης χώρας – αλλά δεν θα μπω σε διάλογο για το αν κι εμείς, όχι απαραίτητα σε τόσο υψηλό επίπεδο βέβαια, δεν έχουμε στον δημόσιο διάλογό μας φερθεί με ανάλογο τρόπο. Ας το αποκαλέσουμε “εξωτερική πολιτική”, ας το καταδικάσουμε, και νομίζω του έχουμε φερθεί τίμια.

Όμως τίθεται ένα ερώτημα, που το βλέπω διαρκώς αυτές τις μέρες, και το θεωρώ και πολιτικά τίμιο:

Τι θα κάνουμε εμείς;

Θέλω να πω, αν ο Ερντογάν πει “διώξτε τον Μητσοτάκη δεν μπορώ να μιλήσω μαζί του”, θα έπρεπε να μας επηρεάζει; Αν πει “τον προτιμώ από όλους τους άλλους πρωθυπουργούς που μίλησα μαζί του”; Σημαίνει ότι θέλει το καλό της χώρας μας, της χώρας του ή και των δύο; Όταν έλεγε “εθνικιστή” τον Τσίπρα, ήταν θετικό, ή αρνητικό για εμάς ως σχόλιο; Αν πει αύριο “προτιμώ τον τάδε ως συνομιλητή”, σημαίνει πως βλέπει έναν υποχωρητικό, ή έναν συζητήσιμο πρωθυπουργό που μπορεί να καταλήξει σε μία πολιτική με τους γείτονες όπου θα κερδίζουμε και οι δύο;

Δυστυχώς ή ευτυχώς, το να μιλάνε οι Τούρκοι για τα εσωτερικά μας είναι σαν τις δημοσκοπήσεις: ξέρουμε πως συχνά δεν είναι ιδιαίτερα τίμιες οι προθέσεις τους, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα για να τις αποφύγουμε.

Το θέμα λοιπόν είναι πως αντιδρούμε σ’ αυτό.

Ο καλύτερος τρόπος που έχω βρει εγώ, είναι να τις αγνοώ. Μπορεί να είναι κακός ο Μητσοτάκης για τον Ερντογάν γιατί δεν τον έχει παραμερίσει στις πολιτικές εξελίξεις, ή μπορεί να είναι βολικός και να ξέρει πως με τέτοιες δηλώσεις θα συσπειρώσει το κοινό του. Μπορεί να είναι καλός συνομιλητής ο Τσίπρας, ή μπορεί να ξέρει πως έτσι θα δημιουργήσει μία εσωτερική πολιτική αντιπάθεια στους αναποφάσιστους. Δεν ξέρω, και επειδή δεν ξέρω, προτιμώ να μην κοιτώ πια τι θέλει, ή τι δεν θέλει ο γείτονας από τον εκάστοτε ηγέτη μου:

Κοιτάω τι θέλω εγώ.

Τι θέλω πχ από την υγεία, από την παιδεία, από την κοινωνική πολιτική, κοιτάω τι θέλω από την δικαιοσύνη, από την ελευθερία του τύπου, κοιτάω τι θέλω από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Τι θέλω από την συμπεριφορά του κράτους, τι θέλω από την διαύγειά του και τι απαιτώ από την λειτουργία του.

Στην συνέχεια, κοιτάω τι μου υπόσχονται οι πολιτικοί για όλα αυτά.

Στο τέλος, χρησιμοποιώ την λογική μου, ή το ένστικτό μου, ή την καρδιά μου για το τι πιστεύω ότι μπορεί ο καθένας εξ αυτών να υπηρετήσει όσα υπόσχεται.

Ως πολίτης, οφείλω στον εαυτό μου, στα παιδιά μου και στους συμπολίτες μου να πρέπει να κάνω εγώ την δύσκολη δουλειά, και να μην αφήνω τα τσιτάτα των άλλων να με κατευθύνουν. Όχι μόνο γιατί δεν ξέρω τι σκοπούς και προθέσεις έχουν, αλλά κυρίως γιατί η ψήφος μου έχει την δική μου υπογραφή, και δεν θέλω να επιτρέψω σε κάποιον άλλον να μου την κατευθύνει – άμεσα ή έμμεσα.

Ο κάθε Ερντογάν λοιπόν, ας πει ο,τι θέλει.

Εγώ, σαν πολίτης, ξέρω τι πρέπει να κάνω.

Ραντεβού, όταν επιτέλους έρθει η άγια εκείνη ώρα, στις κάλπες 🙂

Μόλις διάβασα στο βούλευμα που ολοκληρώνει την έρευνα για την υπόθεση Novartis, πως ο Μανιαδάκης πήγε, όντως, και κατήγγειλε επίσημα στην εισαγγελία του 8ου ορόφου της ΓΑΔΑ, και όχι απλώς μιλώντας εμπιστευτικά στον Κώστα Βαξεβάνη, ότι ο Στουρνάρας μαζί με άλλα δύο πρόσωπα του είπε πως όχι μόνο ήξεραν πως είναι προστατευόμενος μαρτυρας, μα τον απείλησε πως όταν θα έρθουν συγκεκριμένοι άνθρωποι στην εξουσία, θα τσακίσουν μάρτυρες και εισαγγελείς – ξεκαθάρισε κάτι πολύ σημαντικό μέσα μου: Δεν υπάρχει ένα σκάνδαλο Novartis. Υπάρχουν δύο. Και είναι τρομερά λάθος να μην τα ξεχωρίζουμε.

Ας δούμε κατ’ αρχάς τι λέει το απόσπασμα:

«[…] με την […] αναφορά των εισαγγελέων προς τον Διευθύνοντα την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και […] όμοια αναφορά προς τους Αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου περι τον Οκτώβριο ή Νοέμβριο του 2018 ο Ν. Μαναδιάκης κατά την διάρκεια των καταθέσεών του ως ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ στην υπόθεση Novartis εμφανίστηκε στον 8 όροφο του κτιρίου της ΓΑΔΑ όπου βρίσκεται το Τμήμα Προστασίας Μαρτύρων και όπου λαμβάνονταν οι μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον των εισαγγελέων και τους γνωστοποίησε ότι ΤΟΝ ΚΑΛΕΣΕ στο γραφείο του ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ κάποιο μεσημέρι ο κ. Στουρνάρας για φαγητό και εκεί του είπε ότι ΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι αυτός (ο Μανιαδάκης) ήταν ένας από τους προστατευόμενους μάρτυρες και ότι όταν αλλάξει η κυβέρνηση, ο ίδιος (Στουρνάρας) μαζί με ΔΥΟ ΑΚΟΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΕΥΝΩΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ είχαν αποφασίσει να «τσακίσουν» τόσο ΤΟΥΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ, όσο ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ. Επίσης τους είπε ότι ο κ. Στουρνάρας ΤΟΥ ΕΣΤΕΛΝΕ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ. Εκείνοι τον προέτρεψαν να κάνει σχετική καταγγελία, πλην όμως, στην περίπτωση αυτή ΘΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΤΑΝ Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ του.”

Το απόσπασμα από το πόρισμα που βρήκα εδώ, τα κεφαλαία, ως επισημάνσεις (ή ως κραυγές, αν προτιμάτε, δικά μου).

Θεωρώ πως γεννιούνται, αυτονόητα, δύο σημαντικά ερωτήματα:

Ένα: εκ των υστέρων, οι απειλές που καταγγέλλονται, βγήκαν σωστές; Όταν είχε καταγγελθεί, προφανώς τίποτα από αυτά δεν είχε συμβεί. Τώρα όμως έχει περάσει ο καιρός, μπορούμε να διακρίνουμε αν ήταν λογικό που φοβήθηκε ο καταγγέλων: Απειλήθηκαν πράγματι οι μάρτυρες, οι εισαγγελείς (και οι ερευνητές δημοσιογράφοι) από πολιτικά πρόσωπα όταν, όντως, άλλαξε η κυβέρνηση όπως φέρεται πως απείλησε ο Στουρνάρας;

Δύο: Η καταγγελία Μανιαδάκη για την στάση Στουρνάρα δεν είναι στον δημοσιογράφο Βαξεβάνη, ειπωμένα εμπιστευτικά και δημοσιογραφικά – είναι επίσημα, με αρ. πρωτοκόλλου, στην εισαγγελία που ερευνά τους μάρτυρες, και δεν προχώρησε διότι (ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ) ο μάρτυρας θα έχανε το καθεστώς προστασίας του όπως τον ενημέρωσαν στην ΓΑΔΑ (ΞΑΝΑ: ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ). Τώρα λοιπόν, που δεν είναι πια λόγια και μαρτυρίες, δεν περιμένει κανείς να προστατευτεί ο Στουρνάρας από αυτήν την ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ, μηνύοντας τον Μανιαδάκη;

(κάπου να κρατήσουμε άλλο ένα ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ να ενημερώνουν επίσημα τον προστατευόμενο μάρτυρα ότι δεν μπορούν να τον προστατέψουν απο καταγγελούμενες απειλές για την υπόθεση για την οποία καταθέτει διότι, αν το προχωρήσει… θα χάσει την ανωνυμία του. Αντιλαμβάνεστε από πόσα θα είχαμε γλυτώσει όλοι αν η εισαγγελία τότε έκανε το αυτονόητο;)

Αν όμως δεχθούμε πως ο Μανιαδάκης λέει την αλήθεια (μιλάει και για απειλητικά μηνύματα, αυτή είναι με πολλούς τρόπους καταγεγραμμένη πληροφορία, εύκολα αποδεικνύεται θεωρώ) τότε γίνεται σαφέστερο πως μας διαφεύγει κάτι πολύ, πολύ σημαντικό:

Δεν υπάρχει ένα σκάνδαλο Novartis. Υπάρχουν δύο εντελώς διακριτά, ξεχωριστά σκάνδαλα.

Ένα, φαίνεται πως ήταν η δράση της φαρμακευτικής εταιρείας.

Το δεύτερο όμως φαίνεται πως είναι η πολιτική, δικαστική και δημοσιογραφική διαχείρισή του όταν αποκαλύφθηκε.

Ούτε ίδια, ούτε καν εξίσου επικίνδυνα.

Το ξεχνάμε, το θεωρούμε μία συνέχεια, ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα, μία αυτονόητη διαδικασία – μα είναι τρομερά διαφορετικό, και αγνοώντας την ξεχωριστή βαρύτητά του, βάζουμε μία σημαντική τρικλοποδιά στον εαυτό μας.

Στο σκάνδαλο που ακολουθεί το σκάνδαλο Novartis εμπλέκονται κι άλλοι άνθρωποι, άλλες διαδικασίες, και κυρίως, τελείως άλλο κίνητρο: Δεν έχουμε ανθρώπους που μοιράζουν χρήματα πια. Η καταγγελία για Στουρνάρα αποδεικνύει κάτι πολύ σημαντικό: αν δεν υπάρχει χρήμα, για να πείσει κάποιους να συνεργαστούν, υπάρχουν ΑΠΕΙΛΕΣ, ΚΙΝΔΥΝΟΣ και ΦΟΒΟΣ.

Δεν μιλάμε πια για ανθρώπους που συμμετέχουν αυτοβούλως γιατί ήθελαν ένα αμάξι, ή μία βίλα ή μια πισίνα – δεν είναι η απληστία το κίνητρό τους: μιλάμε για ανθρώπους που θέλουν να σώσουν την ζωή τους. Και, όταν βλέπει κανείς να πεθαίνουν δημοσιογράφοι – είτε να δολοφονούνται με σφαίρες, είτε καίγονται στην Αττική Οδό -, να στραγγαλίζονται δημοσιογραφικά μαγαζιά με οικονομικούς και άλλους τρόπους, να παρακολουθούνται δημοσιογράφοι που, απλώς, γράφουν ενοχλητικά για το Μέγαρο Μαξίμου πράγματα, να αρπάζουν οι κυβερνήσεις υποθέσεις από τους εισαγγελείς που ελέγχουν τα πολιτικά μέλη που την απαρτίζουν (μεταξύ άλλων) και σε υψηλότατες θέσεις, να οδηγούν τους ίδιους τους δημοσιογράφους και τους εισαγγελείς που ερευνούν την υπόθεση στην δικαιοσύνη, όταν βλέπει ότι το συντριπτικά μεγάλο μέρος των ΜΜΕ κατεβάζει την πένα του και δεν ερευνά τίποτα από όλα αυτά – τότε, αυτές οι απειλές, είναι λογικό να τις παίρνουν όλοι πολύ, πολύ σοβαρά.

~

Στο σκάνδαλο Novartis φαίνεται πως μία φαρμακευτική θέλοντας να πολλαπλασιάσει τα κέρδη της, πλήρωσε κάποιους ανθρώπους σε καίριες θέσεις να περάσουν αποφάσεις που την ευνοούσαν. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, λεφτά άλλαξαν χέρια, συνειδήσεις κάμφθηκαν, ευθύνες μοιράστηκαν.

Σχεδόν μας έχει διαφύγει ότι το σκάνδαλο Novartis έχει τελειώσει αμετάκλητα εδώ και χρόνια.

Αυτό που μας έχει σίγουρα διαφύγει όμως θεωρώ είναι πως ένα νέο σκάνδαλο γεννήθηκε την επόμενη μέρα. Πως, καθώς φαίνεται, κάποιοι από τους εμπλεκόμενους για να σωθούν δεν άλλαξαν απλώς μία παράγραφο σε έναν νόμο, ή μία τιμή σε ένα προϊόν, μα έσπειραν τον φόβο, επηρέασαν την δικαιοσύνη, επηρέασαν την δημοσιογραφία (και ίσως να αποκαλυφθούν και χειρότερα αύριο).

Θα αντισταθώ στον πειρασμό, και θα αφήσω κάποιον άλλον να το ονομάσει. Έχει όμως ιδιαίτερη σημασία να το ονοματίσουμε, να το ξεχωρίσουμε, και, κυρίως να το αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα, θάρρος, αυτοκριτική και υπευθυνότητα.

Γιατί αυτό το σκάνδαλο συνεχίζεται ακόμη και σήμερα.

.

Άλλο ένα σοβαρό πλήγμα στην δημοσιογραφία καταγράφηκε την τελευταία εβδομάδα. Μία ακόμα εξευτελιστική στιγμή, όχι μόνο για την είδηση αυτή καθ’ αυτή, αλλά κυρίως για τον ντροπιαστικό τρόπο που η ίδια η δημοσιογραφία την διαχειρίστηκε καθώς, μόλις σε ελάχιστες ημέρες, έγιναν αλλεπάλληλες προσπάθειες να εξαφανιστεί, να αλλοιωθεί, να υποβαθμιστεί και στο τέλος να διαψευστεί με τον χειρότερο τρόπο.

Μία γρήγορη βόλτα στα γεγονότα (όχι ιδιαίτερα ήρεμα αυτήν την φορά, και όχι απολύτως αντικειμενικά), και μετά, ως συνήθως, πιάνω την ανάλυση της σκέψης μου:

Την προηγούμενη εβδομάδα, η ΜΚΟ «Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα» βγάζει την ανάλυσή της για το 2021 στην οποία, μεταξύ άλλων, έχει την κατάταξη των χωρών με βάση την δημοσιογραφική ελευθερία.

Για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η λίστα Πέτσα, η δικαστική περιπέτεια των Κώστα Βαξεβάνη – Γιάννας Παπαδάκου και η αντιμετώπιση των προστατευόμενων μαρτύρων, η Ελλάδα έπεσε 38 θέσεις, καταλήγοντας στην θέση 108 – στην χαμηλότερη από τότε που ο οργανισμός αυτός κατατάσει χώρες με βάση την ελευθερία που απολαμβάνει η δημοσιογραφία να ασκήσει το έργο της σ’ αυτές.

Το πρώτο δείγμα για το αν αυτή η κατάταξη σ’ αυτήν την λίστα ήταν δικαιολογημένη ή όχι, ήρθε σχετικά νωρίς: Το (όχι απλώς κρατικό αλλά από την πρώτη μέρα στην αποκλειστική διαχείριση του Μαξίμου) ΑΠΕ αναμεταδίδει την είδηση … ξεχνωντας όμως να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Ελλάδα, και περιορίζεται στις πτώσεις άλλων χωρών. Έτσι, αν δεν υπήρχαν αληθινοί δημοσιογράφοι στην Ελλάδα, το γεγονός ότι κατεβήκαμε 38 θέσεις, δεν θα το μαθαίναμε ποτέ.

Όταν η βολική αβλεψία του ΑΠΕ αποκαλύπτεται, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου φροντίζει να υποβαθμίσει την είδηση, υποβαθμίζοντας τον ρόλο του Δημοσιογραφικού ως ΜΚΟ και προκατειλημμένου ο οποίος προσβάλλει τον ελληνικό τύπο:

Φτάνει δε στο σημείο να αποστείλει επιστολή όπου, μεταξύ άλλων, ζητά από τον οργανισμό να της αναφέρει αν στην απόφαση της κατάταξης πήρε συνεντεύξεις από διωκόμενους δημοσιογράφους (υπονοώντας τον Βαξεβάνη και την Παπαδάκου) (λες και η ελευθερία του τύπου μίας χώρας πρέπει να ορίζεται μόνο από τους δημοσιογράφους που δεν διώκει η δικαιοσύνη του ίδιου του κράτους που ελέγχεται. Τέλος πάντων).

Η υποβάθμιση του ρόλου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα εξαπλώνεται στον φιλοκυβερνητικό τύπο μέχρι που ο γενικός γραμματέας της βουλής (και στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη) επιχειρεί να αποδομήσει και την έκθεση αυτή καθ’ αυτή: Σε μία σύγκριση με την αναφορά του Συμβουλίου της Ευρώπης ισχυρίζεται πως οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα παραπλανούν τον κόσμο, και η Ελλάδα στην πραγματικότητα “βρίσκεται κάπου στην μέση” χρησιμοποιώντας έναν χάρτη ως απόδειξη.

Τον ισχυρισμό αυτόν, για άλλη μία φορά, τον αναπαράγει άκριτα ο φιλοκυβερνητικός τύπος, ( Capital, Παραπολιτικά, TheTOC, Πρώτο Θέμα, ΣΚΑΙ μεταξύ άλλων) με ενδεικτικό το άρθρο από το iefimerida, που παραθέτει περισσότερα στοιχεία από το (αρχικό, μάλλον) tweet του γεν. γραμματέα της Βουλής Γιώργου Μυλωνάκη.

Όμως, για άλλη μία φορά επίσης, σύμφωνα με την ανάλυση του Αντώνη Γαλανόπουλου που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο parallaximag όλα αυτά έχουν ένα ψέμα. Εκτός όλων των άλλων (διαβάστε το άρθρο, είναι αποκαλυπτικότατο) ακόμα και ο χάρτης είναι παραλλαγμένος: έχει αφαιρεθεί ο τίτλος του που διευκρινίζει πως αναφέρεται στις ψηφιακές δεξιότητες των κατοίκων, και επ’ ουδενί στην δημοσιογραφική ελευθερία.

Αντιθέτως, οι χάρτες που μιλούν για δημοσιογραφικές ελευθερίες, μας κατατάσσουν στην χειρότερη θέση.

Στο τελευταίο (αλλά το πιο εντυπωσιακό κατά την γνώμη μου) κεφάλαιο αυτής της γενικά απίστευτα θλιβερής ιστορίας, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέρχεται με μία ανακοίνωση-έκπληξη, στην οποία κατηγορεί τον Σύριζα ότι λέει ψέματα καθώς … ο χάρτης μιλάει στην πραγματικότητα για ψηφιακές δεξιότητες!

(Για να σας το κάνω λιανά, γιατί ο παραλογισμός συχνά είναι δύσκολο να γίνει απολύτως κατανοητός, είναι σαν να βγαίνει μία έκθεση ότι η θάλασσα είναι γαλάζια, κάποιος να διατείνεται πως είναι κόκκινη, να διαψεύδεται με στοιχεία ότι η θάλασσα φυσικά δεν είναι κόκκινη όπως ισχυρίζεται αυτός ο κάποιος, και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος να λέει ψεύτη τον Σύριζα(!) καθως η θάλασσα είναι στην πραγματικότητα ξεκάθαρα… γαλάζια)

Το παραθέτω για να το πιστέψετε – γιατί εγώ δεν το πίστευα:

Αυτόν, δηλαδή, τον ίδιο χάρτη, που έχουν βάλει ΟΛΑ τα συμπολιτευτικά μέσα – ε, αυτός δεν έχει σχέση με την ελευθερία του τύπου. Το λέει ο ίδιος ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και αυτοσυγχαίρεται. Και το αναπαράγουν, άκριτα, ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΣΑ που φιλοξενούν την είδηση με τον αλλοιωμένο χάρτη. Μόνο και μόνο επειδή το είπε η κυβέρνηση.

Αυτά έγιναν (ως τώρα), και σ’ αυτά βασίζω και το σκεπτικό μου για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα.

~

Παιδιά, κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Παρότι ασχολούμαι με την δημοσιογραφία στην Ελλάδα όσο περισσότερο μπορώ, από κάποια πράγματα προσπαθώ να απέχω. Πχ, η τελευταία αναφορά μου στους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα ήταν εδώ όπου προσπαθούσα να αναδείξω πως, ενώ αρκετά ΜΜΕ στην Ελλάδα έχουν φάκελο για τις ανακοινώσεις τους, τα περισσότερα από αυτά (πλην των αξιοπρεπών, δηλαδή) αγνόησαν τελείως κάθε διαμαρτυρία για την δικαστική επιθεση που δέχονται δύο καταξιωμένοι έλληνες συνάδελφοί τους.

Αντίστοιχα, μπορεί να έχω αναφέρει τις τρεις πρόσφατες δολοφονίες της δημοσιογραφίας στην Ελλάδα (την οικονομική, την φυσική, και την επαγγελματική – καθώς και τους λόγους που φοβάμαι πως συμβαίνουν αυτά) αλλά επέλεξα να μην γράψω ειδικό άρθρο στην πτώση της κατάταξης της Ελλάδας (παρ ότι γίνεται για τους ίδιους λόγους) των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Η διαχείριση της είδησης αυτής καθ’ αυτής της κατάταξης όμως από την δημοσιογραφία στην Ελλάδα, αποδεικνύει πως η κατάταξη (και σ’ αυτό θα πρέπει να συμφωνήσω μετά λύπης μου με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο) είναι πασιφανώς λανθασμένη:

Δεν αξίζουμε την θέση 108, και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με όσα συμβαίνουν αυτήν την στιγμή.

Πρώτον, το ΑΠΕ αγνοεί την είδηση. Δεν του διαφεύγει, την διαβάζει, αλλά παραπλανεί το κοινό όλων όσων το εμπιστεύονται και δεν αναφέρει την Ελλάδα.

Δεύτερον ο καθ’ ύλην αρμόδιος κυβερνητικός εκπρόσωπος αντί να αντιμετωπίσει σοβαρά την είδηση, διαβάλλει την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Τρίτον η ΕΣΗΕΑ, (που, για να μην γελιόμαστε, δεν έχει αλλάξει διοίκηση όσο πέφτουμε στην κατάταξη, η ίδια είναι) δεν παραιτείται. Διάβολε, τι να παραιτηθεί, δεν βγάζει καν μία αξιοπρεπή ανακοίνωση για το κορυφαίο αυτό θέμα.

Τέταρτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ενστερνίζεται απολύτως την στάση της κυβέρνησης για την αξιοπιστία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.

Πέμπτον, ο φιλοκυβερνητικός τύπος ΨΕΥΔΕΤΑΙ, προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ, βγάζοντας έναν ΨΕΥΤΙΚΟ χάρτη, που δεν λέει καθόλου αυτό που ισχυρίζονται οι δημοσιογράφοι ότι λέει. Προσέξτε, ΨΕΥΔΕΤΑΙ.

Έκτον, κανένα ΜΜΕ (μην τα ξαναλέω, πλην των αληθινών δημοσιογράφων) όταν αποκαλύπτεται πως η είδηση βασίζεται σε ΨΕΥΤΙΚΟΥΣ, ΨΕΥΔΕΙΣ χάρτες, δεν το αναφέρει. Κανένα.

Έβδομον, ακόμα και τα site που έγραψαν την είδηση, δεν αφαιρούν το ΨΕΥΔΕΣ περιεχόμενό τους. Ειναι ΨΕΥΔΕΣ, παραπλανητικό, ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟ ΑΦΑΙΡΟΥΝ. Υπάρχει, ακόμα εκεί, αυτούσιο, για να συνεχίσουν να το διαβάζουν όσοι τους πιστεύουν.

Όγδοον, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, πουλάει τρέλα, εκθέτοντας στην ουσία αυτούς που τον στηρίζουν με αυτό το κατάφορο ψέμα, επιτιθέμενος στην αντιπολίτευση.

Το ξαναλέω, δεν μας αξίζει η θέση 108. Είμαστε για πολύ, πολύ πιο κάτω.

Προφανώς, όπως και στην πρόσφατη υπόθεση των παρακολουθήσεων, δεν μιλάμε πια για “ανθρώπινο λάθος”. Ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι “δημοσιογράφοι” στην Ελλάδα (αλήθεια, αξίζουν να τους λέμε δημοσιογράφους;) δεν έκαναν “λάθος” στην διαχείριση της είδησης. Διέβαλαν, είπαν ψέματα, και φρόντισαν να αναπαραχθούν τα ψέματα και μόνο αυτά σε μία ιδιότυπη (αλλά απολύτως συνηθισμένη πια) δημοσιογραφική Ομερτά στην Ελλάδα.

Αν δεν υπάρχει λάθος όμως, υπάρχει σχέδιο. Και ο σκοπός αυτού του σχεδίου, δεν μπορεί να είναι άλλος από την παραπλάνηση των πολιτών της χώρας. Και ο μόνος λόγος που θέλει κάποιος οι πολίτες μιας χώρας να τρέφονται με ψεύτικες ειδήσεις και ο μόνος λόγος που θα ήθελε κάποιος να μην δημοσιεύεται κάτι που είναι πιθανό να αποκαλύψει την ίδια την ομερτά τους και να μην ενοχλήσει την συμπαθή τους κυβέρνηση, είναι να ελέγξει το πολίτευμα.

Προσέξτε τι λέω: Δεν υπάρχει λάθος εδώ. Υπάρχει σχέδιο. Μία ολόκληρη πλεκτάνη απο ψέματα και βρώμικες, ανοίκειες συκοφαντίες για να μην αποκαλυφθεί ο δημοσιογραφικός οχετός που κυβερνά την ενημέρωσή μας.

Κουράστηκα. Αλήθεια σας λέω, κουράστηκα πολύ.

Δείτε ποιοι δημοσιογράφοι μιλούν, ποιοι αντιδρούν, δείτε ποιοι δημοσιογράφοι τουλάχιστον ΝΤΡΕΠΟΝΤΑΙ λίγο για την κατάστασή μας, και στηρίξτε τους όσο περισσότερο μπορείτε, με όσους περισσότερους τρόπους μπορείτε.

Είμαστε εδώ και καιρό σε πόλεμο.

Και δεν χάνει μόνο η αλήθεια. Χάνει η ίδια η δημοκρατία.

Υ.Γ.: Διαβάστε και αυτήν την αξιόλογη και πληρέστατη ανάλυση – παρότι ομοιάζει πολύ με την δική μου (λογικό γιατί η επικαιρότητα είναι η ίδια, αλλά δεν είχα το άρθρο υπόψη μου πριν γράψω το δικό μου άρθρο) έχει πολύ περισσότερα στοιχεία και είναι τουλάχιστον εξίσου, αν όχι καλύτερα, τεκμηριωμένη από το παρόν άρθρο.

Τις τελευταίες ημέρες, έχω καταλήξει σε μερικές δυσοίωνες σκέψεις, που αλλάζουν πλήρως κάθε έννοια νομιμότητας που μπορεί να ελπίζει κανείς ότι έχουμε στην Ελλάδα. Δεν θέλω να τις κάνω, αλλά κάθε είδηση που διαβάζω καθιστούν όλο και πιο πιθανή μία τέτοια σκέψη να έχει μία βάση λογικής. Θα προσπαθήσω να την εξηγήσω, με βάση τα γεγονότα που έχουν συμβεί, παραθέτοντας πηγές και ρεπορτάζ όπου υπάρχουν.

Μόλις δέκα περίπου ημέρες πριν έγινε γνωστό πως ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης τελούσε υπο παρακολούθηση από δύο ξεχωριστές υπηρεσίες: Μία κρατική, σύμφωνα με το ρεπορτάζ από τους reporters united, και μία ιδιωτική, δυο μήνες μόλις μετά την απότομη λήξη της κρατικής, σύμφωνα με το ρεπορταζ του ιδίου – και σύμφωνα με το inside story η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να ξέρει ποιος είναι ο πελάτης αυτής της ιδιωτικής παρακολούθησης, αλλά δηλώνει επισήμως άγνοια.

Περισσότερα στην αρχική μου αναφορά στο θέμα, εδώ.

Θα έλεγε κανείς πως ήταν μία σημαντική είδηση, από εκείνες που θα έφερναν την κυβέρνηση κάθε χώρας σε πολύ, πολύ δύσκολη θέση, και υποχρεωμένη να απαντήσει σε μερικές πολύ σκληρές ερωτήσεις.

Η αλήθεια είναι βέβαια πως, αντίθετα από άλλες περιπτώσεις, η δημοσιογραφία γενικά αναφέρθηκε στην είδηση, ακόμα και αυτή που, παραδοσιακά αγνοεί ο,τι δεν συμφέρει την κυβέρνηση που υποστηρίζει (όχι αφιλοκερδώς, δυστυχώς) με εκτεταμένα ρεπορτάζ – κάτι που ο ίδιος ο Κουκάκης έχει πολλές φορές επισημάνει.

Ειδικά όμως, η δημοσιογραφική αντίδραση, για τα δεδομένα της βαρύτητας της είδησης, παραμένει απροσδόκητα υποτυπώδης. Ακόμα και από αυτήν την ελάχιστη δημοσιογραφική αντίδραση, υπάρχει ένα ζήτημα που δεν ακουμπά κανείς και που οι reporters united ξεκαθαρίζουν όσο πιο σκληρά μπορούν:

Η κυβέρνηση, σύμφωνα με το ρεπορταζ τους, συγκαλύπτει για δεύτερη φορά την παρακολούθηση.

Η πρώτη φορά, ήταν η αλλαγή της νομοθεσίας με μία τροπολογία που φρόντισε ώστε η ΕΥΠ και η εισαγγελέας να μην απαιτείται να απαντήσουν στην ΑΔΑΕ.

Η δεύτερη γίνεται τώρα, μπροστά στα μάτια μας.

Κατ’ αρχάς, η κυβέρνηση ακόμα δεν έχει ακουμπήσει την ιδιωτική εταιρία που, αποδεδειγμένα πλέον, παρακολουθούσε τον Θανάση Κουκάκη. Θυμίζω ότι η παρακολούθησή της είχε ελληνική στόχευση (42 από τους 310 ψεύτικους δικτυακούς τόπους ήταν με ελληνικό περιεχόμενο), πως η παρακολούθησή του ξεκίνησε μόλις δύο μήνες μετά από την επείγουσα (επειδή ανακαλύφθηκε) παύση της κρατικής, και πως, σύμφωνα με το ρεπορταζ του Inside story που δεν έχει ακόμα διαψευστεί, η εταιρία οφείλει να αναφέρει στην κυβέρνηση τους πελάτες της που πληρώνουν για την παρακολούθηση. Ιδιώτες, ή κράτη. Είναι σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε πως, η εταιρία που διαθέτει το λογισμικό στην αγορά, σύμφωνα με της υπηρεσία που ανακάλυψε την παρακολούθηση, έχει κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, κρατικές υπηρεσίες για πελάτες, όχι ιδιώτες.

Καμία έρευνα, κανένας έλεγχος, σε καταστάσεις που, και το παραμικρό δευτερόλεπτο μετράει. ΑΝ πράγματι αναζητάς την αλήθεια και όχι τρόπους να την καταχωνιάσεις.

Δεύτερον, αναθέτει την υπόθεση στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ή η ίδια η Εθνική Αρχή Διαφάνειας αυτουβούλως αναλαμβάνει, ανάλογα με την σειρά που βλέπει κανείς τα γεγονότα) – μία, κατά το ρεπορτάζ των Reporters United απολύτως μη αρμόδια αρχή για μία τέτοια έρευνα. Θα μπορούσε η ΑΔΑΕ, η καθ’ ύλην αρμόδια, θα μπορούσε ακόμα και η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα – αλλά σε καμία περίπτωση η ΕΑΔ. Όχι μόνο αυτό, αλλά ο αρμόδιος υπουργός ανακοινώνει την έρευνα, χωρίς η ίδια η ΕΑΔ να έχει, ακόμα και μέχρι αυτήν την στιγμή, αναφέρει την απόφαση αυτή.

Αυτή η πιεστική απόφαση γίνεται πιο δυσάρεστη αν συνυπολογίσει κανείς τα παλαιότερα δημοσιεύματα που ήθελαν τον πρόεδρο της (ανεξάρτητης υποτίθεται) ΕΑΔ να ανήκει στον χώρο (συγγενικό, και επαγγελματικό) του πρωθυπουργού – δηλαδή, σας θυμίζω, του άμεσα ελεγχόμενου.

Για να ξεκαθαρίσουμε την σειρά των γεγονότων δηλαδή, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ που παραθέτω πιο πάνω, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναλαμβάνει την ΕΥΠ προσωπικά τρεις μέρες μετά την εκλογή του, τοποθετεί έναν άνθρωπο χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα διοικητή της, αλλάζει (αναδρομικά!) την νομοθεσία για να μπορέσει να παραμείνει στην θέση ο εκλεκτός για διοικητής της, καταργείται η Γενική Γραμματεία Καταπολέμησης της Διαφθοράς και δημιουργείται στην θέση της η ΕΑΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης τοποθετεί τον κουμπάρο και συνεργάτη του ως διοικητή της “ανεξάρτητης” αρχής, ο Θανάσης Κουκάκης αντιλαμβάνεται ότι παρακολουθείται την ίδια εποχή που κάνει αναλυτικό ρεπορτάζ για τις τράπεζες (μεταξύ άλλων), καταθέτει αναφορά στην ΑΔΑΕ, την ίδια ημέρα η ΕΥΠ που τον παρακολουθεί σταματά εσπευσμένα την παρακολούθηση (παρότι λίγες ημέρες πριν έχει ζητήσει την χρονική διεύρυνσή της), η κυβέρνηση φέρνει εκπρόθεσμη, βιαστική τροπολογία με την οποία προστατεύεται από έλεγχο των πεπραγμένων της η ΕΥΠ από την ΑΔΑΕ (καθιστώντας την άχρηστη) – ενώ ρεπορταζ του tvxs αναφέρει πως, μόλις το 2021 είχαμε 14.000 παρακολουθήσεις, εγκρίνεται από την βουλή με κυβερνητικές ψήφους η διοίκηση της ΕΑΔ , ξεκινά η παρακολούθηση από την ιδιωτική εταιρία με το σύστημα Pegasus, η κυβέρνηση μαθαίνει για τις παρακολουθήσεις αλλά αρνείται κάθε ανάμειξη, και η μη αρμόδια ΕΑΔ αναλαμβάνει (αυτοβούλως ή κατ’ εντολή) να ερευνήσει την υπόθεση.

Γιατί να γίνονται όλα αυτά; Δεν είναι ύποπτο, εδώ και δύο χρόνια, αυτό το σκηνικό;

Δεν είναι ύποπτη αυτή η διαρκής προσπάθεια συγκάλυψης;

Δεν είναι ύποπτο, πια, που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός επέλεξε από την πρώτη μόλις μέρα της θητείας του να ελέγχει απόλυτα την ΕΥΠ, να απελευθερώνει τις διαδικασίες της, να διορίζει ανθρώπους που δεν πληρούν τα κριτήρια και να αλλάζει τους νόμους(!) για να γίνονται δεκτοί, να διορίζει κουμπάρους του οι οποίοι είναι οι μόνοι που επιτρέπει να ελέγχουν την ΕΥΠ, και να απαγορεύει με τροπολογία σε άλλες ανεξάρτητες αρχές να την/τον ελέγχουν;

Γιατί γίνονται όλα αυτά;

~

Όπως ξεκίνησα να λέω στην αρχή, φαίνεται να βρισκόμαστε σε μία δεύτερη, πολύ πιο σημαντική από την πρώτη απόπειρα συγκάλυψης της παρακολούθησης του Θανάση Κουκάκη.

Και όχι μόνο του Θανάση Κουκάκη, φοβάμαι.

Παλαιότερα έλεγα πως, ένας πρωθυπουργός που κρύβει σκελετούς στο ντουλάπι του, είναι ένας ελεγχόμενος από όποιον ξέρει τα μυστικά του πρωθυπουργός. Προφανώς, ένα τεράστιο δάνειο για μία αδιάφορη εφημερίδα που δεν αποπληρώνεται, ή ένα σπίτι του Βολταίρου που αποκτάται χωρίς έλεγχο ούτε έσχες, ούτε πόθεν, μία “μεσοτοιχία” με έναν εξαφανισμένο στέλεχος κορυφαίας πολυεθνικής που διέφυγε στην βάρδια του ενώ αποδεδειγμένα είχε δωροδοκήσει κυβερνητικά στελέχη, είναι, όπως και να το πεις, βαρβάτοι σκελετοί, που (σε κανονικές συνθήκες) (θα έπρεπε να) γκρεμοτσακίζουν πολιτικές καριέρες. Και αυτοί οι σκελετοί είναι μόνο αυτοί που υποψιαζόμαστε.

Επίσης, στο προηγούμενο άρθρο, εξηγούσα πως όποιος παρακολουθεί δημοσιογράφους, στην πραγματικότητα τους δολοφονεί επαγγελματικά. Είναι πολύ, πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτό, και τώρα, που συζητάμε την ιστορία αυτή, αλλά πολύ περισσότερο μετά, αν και εφόσον αναζητηθούν ευθύνες και, ίσως, αποζημιώσεις.

~

Υπαρχει όμως και μία παράμετρος που, μέχρι τώρα, δεν έχουμε υπολογίσει.

Για να εγκατασταθεί το λογισμικό της ιδιωτικής εταιρίας στο κινητό του Θανάση Κουκάκη ωστε να παρακολουθείται κάθε του κίνηση, ο δημοσιογράφος έπρεπε να μπει σε έναν ψεύτικο δικτυακό τόπο, μόλις δύο μήνες μετά την βιαστική άρση της παρακολούθησης από την ΕΥΠ. Κάποιος του έστειλε ένα μήνυμα, τον ξεγέλασε. Όμως δεν υπήρχε μόνο ένας δικτυακός τόπος – υπήρχαν 42 δικτυακοί τόποι, όλοι ελληνικοί – και συνολικά 310.

Γιατί;

Ο Θανάσης Κουκάκης παρακολουθείτω ήδη, ενώ μόλις με την πρώτη προσπάθεια “την πάτησε” και του έβαλαν λογισμικό παρακολούθησης. Το κόλπο ήταν απλό, και καλοστημένο – τα domain, τα ονόματα των δικτυακών τόπων, ήταν καλοφτιαγμένα, σε γενικές γραμμές εύκολο να την πατήσει ακόμα και κάποιος που δεν ήταν τελείως αρχάριος.

Σαράντα δύο δικτυακοί τόποι; Μόνο για τον Κουκάκη ήταν όλοι αυτοί;

Ας υποθέσουμε ότι ένας δημοσιογράφος, ο οποιοσδήποτε δημοσιογράφος, παρακολουθείται. Αυτοί που τον ελέγχουν δεν μαθαίνουν μόνο σε τι ρεπορτάζ εμπλέκεται, τα μαθαίνουν ΟΛΑ. Ο Κουκάκης πχ, βρήκε απομαγνητοφωνημένη συζήτηση ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ (και αυτό, θυμίζω, από την ΕΥΠ, όχι με το Predator). Ποιος θα ενδιαφερόταν γι’ αυτήν την συνομιλία; Μα όταν παρακολουθείται, δεν υπάρχει διάκριση, επαγγελματική ή μη – όλα είναι στο τραπέζι.

Αυτός ο κάποιος που παρακολουθείται, ο οποιοσδήποτε, ας πούμε ότι έχει έναν παράνομο δεσμό. Ή είναι κρυφά gay. Ή βλέπει τσόντες, στο διαδίκτυο. Ή παίζει παράνομο στοίχημα. Ή δωροδοκεί έναν εφοριακό για υπόθεσή του.. Ή συνεργάζεται με έναν ανταγωνιστή της εφημερίδας του. Ή, ή, ή.

Όλα αυτά είναι σκελετοί στην ντουλάπα του. Άλλοι πέρα ως πέρα παρανομοι, άλλοι απολύτως νόμιμοι, αλλά ίσως ανήθικοι ή έστω “ανηθικοι”, άλλοι, απλώς, η προσωπική του ζωή.

Ας υποθέσουμε πως ο δημοσιογράφος αυτός, ΞΕΡΕΙ πως παρακολουθήθηκε. ΞΕΡΕΙ πως τον παρακολουθούσε η ΕΥΠ, ή ο άγνωστος πελάτης της . Ξέρει πια πως είναι εκτεθειμένος: αν μιλήσει άσχημα γι αυτούς που δεν πρέπει, αν ερευνήσει κάτι που δεν πρέπει, αν δείξει κάτι που δεν πρέπει, δεν έχει λογική να πιστεύει πως θα βγει στην δημοσιότητα κάτι δικό του που δεν πρέπει;

Δεν είναι καθόλου παράλογο να φοβάται κάτι τέτοιο.

Επίσης, δεν είναι καθόλου παράλογο πια να φοβάται κάτι τέτοιο ένας δημόσιος λειτουργός, ένας πρέσβης, ένας βουλευτής, ένας δικαστικός – γιατί, ακόμα και αν στοχεύονταν μόνο δημοσιογράφοι, σαράντα δύο ψεύτικοι δικτυακοί τόποι, είναι πολλοί.

Ο καθένας θα μπορούσε να φοβάται (ή να γνωρίζει) ότι το όνομά του υπάρχει πχ σε μία λίστα, και καλό είναι να κάνει ο,τι χρειάζεται να κάνει για να μην δημοσιευθεί ο,τι θα ήθελε να κρατήσει ιδιωτικό.

Και, θυμίζω, 14.000 αιτήματα για παρακολούθηση είχαμε το 2021 – που έγιναν κατά πάσα πιθανότητα όλα δεκτά, αφού έχει φροντίσει ο πρωθυπουργός να μην έχει ιδιαίτερο λόγο να διαφωνήσει η αρμόδια εισαγγελέας στα αιτήματα αυτά. Δεκατέσσερις χιλιάδες παρακολουθήσεις αφορούν πολλούς, πολλούς ανθρώπους.

~

Ο Θανάσης Κουκάκης είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα που μπορώ να σκεφτώ clean δημοσιογράφου. Δεν έχει (ακόμα) ασχοληθεί με το μεταναστευτικό, με την Τουρκία ή την Ρωσία, με οτιδήποτε θα τον έκανε να πιστέψει πως θα έδινε έστω και την παραμικρή δικαιολογία στην κρατική ΕΥΠ, επίσημα, να τον παρακολουθήσει.

Είναι τόσο καθαρός, που θα μπορούσε κάλλιστα η ΕΥΠ να πει απλώς “έχετε δίκιο, κάναμε λάθος, δεν βρήκαμε τίποτα, αναλαμβάνουμε την ευθύνη”. Κάποιος θα παραιτήτω, πιθανόν, θα υπήρχε μία αναστάτωση, μάλλον, και ο πρωθυπουργός με την αποδοχή της παραίτησης θα μπορούσε ίσως να βγει και από πάνω.

Αντιθέτως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε εξ αρχής μία δυσανάλογη ευθύνη με την επιθυμία του να ελέγχει απόλυτα ο ίδιος την ΕΥΠ. Εφτιαξε τις συνθήκες ώστε οι παρακολουθήσεις να γίνονται σχεδόν μηχανικά, χωρίς κανέναν σοβαρό έλεγχο. Δημιούργησε μία τροπολογία για να προστατευτεί αναδρομικά η απόφαση παρακολούθησης – και όλες οι επόμενες. Υπο την εποπτεία του παρακολουθούνται χιλιάδες πλέον άνθρωποι. Μπήκαν διοικητές σε καίριες θέσεις, ακόμα και παράτυπα, ακόμα και ανεξάρτητων αρχών, άνθρωποι κοντά στον πρωθυπουργό, που τον προστατεύουν ακόμα και τώρα.

Περίμενα, με την δημοσιοποίηση της (από ότι φαίνεται παράνομης) έρευνας, α) να υπάρξει μία ξεκάθαρη, έστω και τώρα, κυβερνητική ανάληψη ευθύνης, β) να υπάρξει απόλυτη και δυναμική δημοσιογραφική αντίδραση.

Το πρώτο, γκρεμίστηκε με θόρυβο – η κυβέρνηση αρνείται, κοροϊδεύει, ψεύδεται και κωλυσιεργεί. Το δεύτερο είναι όπως είπα και στην αρχή, εξαιρετικά δυσανάλογα ερευνώμενο σε σχέση με την βαρύτητά του. Θα έλεγε κανείς ελάχιστα περισσότερο από την δολοφονία Καραϊβάζ.

Μέχρι τώρα, πιστεύαμε ότι οι δημοσιογράφοι είναι δεσμευμένοι από μία λίστα Πέτσα, που είχε αν όχι την πρόθεση, τουλάχιστον την δυνατότητα να τους ελέγχει διασφαλίζοντας την οικονομική επιβίωσή τους.

Ήταν μία αισχρή απόφαση – αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια. Με αισχρές (κατά την ταπεινή μου γνώμη) απόπειρες να συγκαλυφθεί κι αυτή, αλλά τουλάχιστον ήταν δημόσια.

Αρχίζω όμως και ανησυχώ, όσο δεν μαθαίνουμε πόσοι, ποιοι, για ποιον λόγο, και με ποια αποτελέσματα ερευνήθηκαν από την ΕΥΠ, αν υπαρχει και μία λίστα με μυστικά, μία λίστα όπου ο έλεγχός της είναι το απόλυτο κλειδί ελέγχου κάθε φωνής που παρεκκλίνει κάποιας συμφωνημένης συμπεριφοράς.

Και, με αποκλειστικά υπεύθυνο τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ανησυχώ μήπως αυτή η λίστα μυστικών, αν όντως υπάρχει, του ανήκει – ή έστω, είναι σε γνώση του.

Θα ήταν τρομερό, απολύτως τρομακτικό να υπάρχει μία τέτοια “λίστα Μητσοτάκη”.

Και δεν έχει γίνει έως τώρα τίποτα, καμία απολύτως ενέργεια που θα με βοηθούσε έστω και αισιόδοξα σκεπτόμενος να ελπίσω πως δεν υπάρχει.

Όπως πάντα, κατ’ αρχάς η είδηση:

Στο Ηράκλειο Κρήτης ξαφνικά χτυπά ένα κύμα σεισμών – δεκάδες κάθε μέρα, με μέγιστο έναν σεισμό 5,8 με 20 περίπου χιλιόμετρα εστιακό βάθος. Η ένταση αλλά και το βάθος καταστρέφουν σπίτια που είναι χτισμένα πολλά χρόνια πριν, ερημώνονται χωριά, τραυματίζονται άνθρωποι, ένας άτυχος άνθρωπος καταπλακώνεται και πεθαίνει. Ο αριθμός των μη κατοικήσιμων σπιτιών πλησιάζει σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις τα χιλία.

Ήδη από τα πρώτα βράδια, οργανώνεται μία προσπάθεια να φιλοξενηθούν οι άνθρωποι χωρίς σπίτια σε σκηνές, που φέρνει (αν δεν κάνω λάθος) ο στρατός. Σκηνές χωρίς πάτωμα, πολύ ευάλωτες στον αέρα και στο κρύο (ευτυχώς ο καιρός ήταν αρχικά καλός) και χωρίς τα απαραίτητα εφόδια (ζητούσαν, λένε οι καταγγελίες από τους άστεγους να φέρουν δικά τους στρώματα και σεντόνια-κουβέρτες) σύντομα γίνεται σαφές ότι δεν μπορεί να είναι μόνιμη λύση, ειδικά αν χαλάσει ο καιρός.

Έτσι, γίνονται ενέργειες να κοιμηθούν οι άνθρωποι σε κλειστούς χώρους, όπως το κλειστό του μπάσκετ της περιοχής.
Όμως, ζούμε σε περίοδο πανδημίας. Έτσι, αποφασίζεται πως δεν μπορούν να μπουν όλοι οι άνθρωποι στον κλειστό αυτόν χώρο: Η πρόσβαση περιορίζεται μόνο στους εμβολιασμένους που θα κάνουν rapid τεστ. 

«Οι οδηγίες που υπάρχουν αναφέρουν ότι σε ένα κοινό χώρο δεν μπορεί να μπει μεικτός πληθυσμός ακόμα και σε αυτές τις ειδικές συνθήκες. Αυτή τη στιγμή αυτό που έχει ειπωθεί είναι πως στο κλειστό θα είναι αρχικά εμβολιασμένοι με rapid test», αναφέρει μιλώντας στο cretapost ο αντιπεριφερειάρχης δημόσιας υγείας και κοινωνικής πολιτικής, Λάμπρος Βαμβακάς.

Ο μόνος τρόπος για να μπει ένας ενήλικας σε κλειστό, προστατευμένο χώρο, θα είναι να κάνει το μονοδοσιακό εμβόλιο. Αλλιώς, θα πρέπει να περιμένει, μέχρι να οργανωθεί η φιλοξενία σε ξενοδοχεία κλπ, όπου δεν θα υπάρχει πια αυτός ο περιορισμός.

Αυτή είναι η είδηση, αν έχω λάθος, το διορθώνω.

Πάμε τώρα και στην σκέψη μου.

~

Η διαχείριση της πανδημίας, κατ’ εμέ (όπως έχω επαναλάβει και στο παρελθόν) ειδικά από ένα σημείο και μετά, έγινε εγκληματική. Θεωρώ πως, λόγω ακριβώς της αδυναμίας να λύσουμε το πρόβλημα που έχει προκύψει, από το κράτος γίνονται διαρκώς κινήσεις που θα τις έλεγε κανείς υποκριτικές, καθώς, όταν οι βάσεις με τις οποίες αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα είναι επί τούτου λάθος λόγω συγκεκριμένων επιλογών, προφανώς και οι λύσεις που θα προταθούν θα έχουν σοβαρά προβλήματα.

Τι έχουμε εδώ;

Μία επείγουσα κατάσταση, στην οποία το πρωταρχικό μέλημά μας είναι να προστατέψουμε τους πολίτες, καταλήγει σε μία ανεκδιήγητη παρωδία:

Οι άνθρωποι θέλουν στέγη, για να προστατευτούν. Οι εμβολιασμένοι εξ αυτών, μπορούν να καλυφθούν από την βροχή. Οι ανεμβολίαστοι, όχι, θα μείνουν σε απαράδεκτες σκηνές χωρίς πάτωμα. Οι ανεμβολίαστοι που θα κάνουν το εμβόλιο, ναι. Βέβαια, το εμβόλιο χρειάζεται λίγο χρόνο μέχρι να δράσει, πιθανόν περισσότερο από την επείγουσα κάλυψη από την βροχή ή το κρύο, αλλά ας το προσπεράσουμε. Και βέβαια, ένας άνθρωπος για να κάνει ένα εμβόλιο είναι φρόνιμο να έχει συνεννοηθεί με τον γιατρό του, ειδικά αν έχει άλλα προβλήματα – όχι να το κάνει εκβιαστικά για να βρει στέγη αλλά – ας το προσπεράσουμε κι αυτό. Όπως επίσης ας προσπεράσουμε ότι στους εμβολιασμένους γίνεται rapid test, ένα τεστ που δεν προκρίνεται για τους ανεμβολίαστους συνανθρώπους μας, ίσως γιατί δεν είναι απολύτως ακριβές – αλλά ας το προσπεράσουμε κι αυτό. Όπως, πχ, είναι καλύτερα να προσπεράσουμε ότι για να ταξιδέψει κανείς με ένα λεωφορείο από και προς τα εκεί, κλεισμένος σε ένα κουτί με άλλους ανθρώπους, μπορεί να το κάνει ακόμα και αν είναι ανεμβολίαστος – αρκεί να έχει κάνει το rapid τεστ – εκείνο που δεν ήταν απολύτως ακριβές, ή ακόμα και ένα self test, που αυτό κι αν δεν είναι ακριβές, αλλά μ’ αυτό αρκεί για να στείλουμε παιδιά στο σχολείο μας. 

Βλέπετε τον παραλογισμό; 

Κάπου εδώ, καλό είναι να μην παρεξηγηθώ: προσωπικά είμαι εμβολιασμένος, είμαι υπέρ του εμβολιασμού, πιστεύω στην παγκόσμια ιατρική κοινότητα, και ακολουθώ όχι μόνο τις επιταγές της, αλλά και την κοινή λογική: παρότι εμβολιασμένος, συνεχίζω να κάνω τεστ, καθώς είναι σαφές ότι μπορώ και να νοσήσω, και να μεταδώσω τον ιό.

Αυτή όμως η διαχείριση, με βοηθά να εντοπίζω και τους παραλογισμούς όπου τους συναντώ. Πχ, τα προληπτικά τεστ που κάνω για να προστατέψω όχι μόνο εμένα, αλλά και τους γύρω μου τα κάνω με δικά μου έξοδα πια αφού το κράτος αρνείται να με προστατέψει δωρεάν. Πχ μπορώ να μπω σε ένα λεωφορείο για να πάω στην δουλειά μου, μαζί με άλλους ανθρώπους, οι οποίοι δεν έχουν όμως δικαίωμα σε δωρεάν τεστ, ειδικά αν είναι ανεμβολίαστοι – οι οποίοι -σύμφωνα πάντα με τα επίσημα στοιχεία-  και νοσούν περισσότερο, αλλά, κυρίως, και κουβαλούν μεγαλύτερο ιικό φορτίο!

Τι νόημα έχει να αφαιρέσω ειδικά από αυτούς τους ανθρώπους που είναι ανεμβολίαστοι την δωρεάν προληπτική εξέταση; Είναι παρανοϊκό, ειδικά αυτοί οι άνθρωποι που είμαστε βέβαιοι πως έχουν μεγαλύτερο ιικο φορτίο και ασθενούν πιο βαριά, εφόσον είναι δικαίωμά τους να μην εμβολιαστούν, πρέπει να έχουν περισσότερα διαθέσιμα εύκολα και δωρεάν τεστ!

«ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΜΗΝ ΕΜΒΟΛΙΑΣΤΟΥΝ;!» …Πριν θυμώσετε μαζί μου για αυτήν την έκφραση, σκεφτείτε το εξής: υπάρχουν αυτήν την στιγμή, ορισμένες ομάδες υποχρεωτικού εμβολιασμού. Είναι οι ομάδες που το κράτος θεωρεί πως είναι υποχρεωμένοι να εμβολιαστούν, για όποιους λόγους, δεν έχει σημασία αυτήν την στιγμή στην ανάλυση της σκέψης μου. 

Οι υπόλοιποι, έχουμε την ελευθερία να εμβολιαστούμε. Παρέχεται δωρεάν από τον κράτος, γίνεται αυστηρή σύσταση, ναι, με επιχειρήματα (συνήθως, όχι μόνο), ναι αλλά (εκτός από αυτές τις ομάδες) κανείς δεν υποχρεούται να εμβολιαστεί

Αυτή η ελευθερία, είναι, ή θα έπρεπε να είναι, δεδομένη. Όταν δεν είναι, δεν είναι ελευθερία.

Και πάμε στο επόμενο παράδειγμα που θα χρησιμοποιήσω, που μοιάζει κατ’ αρχάς άσχετο – αλλά θα αντιληφθείτε τον συλλογισμό μου:

Η Μπρίτνευ Σπίαρς μόλις κέρδισε μία δίκη. Η δίκη αυτή αφαιρεί από τον πατέρα της τον αποκλειστικό έλεγχο που είχε επάνω της – επειδή (και το εκλαϊκεύω, χάρην της συζήτησης, είναι ασφαλώς πιο περίπλοκο) «δεν είχε σώας τας φρένας». 

Το δικαστήριο δεχόταν ότι η τραγουδίστρια μπορούσε να τραγουδήσει, να βγάλει χρήματα από αυτό – αλλά δεν μπορούσε να διαχειριστεί μόνη της τα κέρδη της δουλειάς της, που θα έμενε και τι θα έκανε. Για όλα αυτά, έπρεπε να πάρει την άδεια του πατέρα της.

Όταν κέρδισε την δίκη, και την ελευθερία της (όχι ακριβώς, είναι πιο περίπλοκο είπαμε, το εκλαϊκεύω) από τα πρώτα πράγματα που έκανε, ήταν να εμφανιστεί «γυμνή» στο instagram…

…Και ακολούθησε ένας χαμός: ο κόσμος αντέδρασε, κυρίως λέγοντάς της «αν θέλεις να κερδίσεις και τις επόμενες δίκες, καλό θα ήταν να μην συμπεριφέρεσαι έτσι». 

«Είσαι ελεύθερη», δηλαδή «αλλά όχι να κάνεις ο,τι θέλεις».

Προφανώς, υπάρχουν νόμοι και κανόνες – δεν μιλάω γι’ αυτούς. Δεν είναι ελεύθερη να σκοτώσει πχ έναν άνθρωπο, θα απολογηθεί, και αν δεν ήταν αποδεδειγμένα δικαιολογημένη, πχ εν αμύνη, θα πάει φυλακή – δεν συζητάμε αυτό.

Δεν είναι όμως παράνομο να εμφανιστεί καποιος γυμνός στο instagram. Είναι μία ελευθερία που την έχουμε όλοι – όλοι, εκτός πχ από την Μπρίτνευ, η οποία αν το κάνει, αποδεικνύει έτσι ότι μάλλον δεν ήταν καλό που της δώσαμε την ελευθερία της.

Και τώρα προφανώς, δεν μιλάμε για την Μπρίτνευ και το αν θα δείξει το κορμί της στα social, και αν κάποιοι θα συμφωνήσουν ή θα διαφωνήσουν μ’ αυτό. Τώρα μιλάμε για ανθρώπους που πρέπει να προστατευτούν, στην σημερινή, ή στην αυριανή μεγάλη καταστροφή, για ανθρώπους που βλέπουν να έχουν άλλα δικαιώματα από τον διπλανό τους, και άλλες υποχρεώσεις.

Όπως πχ μιλάμε για ανθρώπους που βρίσκονται στις φυλακές (είτε των δομών, είτε τις δικές μας) και δεν πάει κανείς να τους εμβολιάσει, ή να τους δώσει αρκετό χώρο να έχουν τις αποστάσεις ασφαλείας μεταξύ τους.

Όσο δεν είναι υποχρεωτικός ο εμβολιασμός, κάθε άνθρωπος που είναι στην ευθύνη αυτής της χώρας, είτε φυλακισμένος, είτε ελεύθερος, είτε εμβολιασμένος, είτε όχι, πρέπει να έχει -αφού έχει την ελευθερία να επιλέξει- τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τον διπλανό του. 

Ελευθερία σημαίνει ελευθερία. Είναι παράλογο πχ να επιλέγουμε τους αποδεδειγμένα πιο ευάλωτους από εμάς και να τους τιμωρούμε στερώντας τους με οικονομικά κριτήρια τον έλεγχο της υγείας τους γιατί έκαναν χρήση της ελευθερίας που οι ίδιοι τους δώσαμε. Αν όλοι οι άνθρωποι (και δεν λέω σωστά ή όχι, είναι τελείως άλλη κουβέντα) έχουν δικαίωμα να είναι ανεμβολίαστοι, τότε έχουν δικαίωμα όλοι να προστατευτούν από την βροχή. Αν τους στερούμε αυτό το δικαίωμα, αν πιστεύουμε ότι δικαιωματικά κάποιοι πρέπει να βραχούν, απολύτως εκδικητικά, τότε αποδεικνύουμε ότι οι σκέψεις ήταν λάθος, οι προτεραιότητές μας επίσης, και πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή να σκεφτόμαστε διαφορετικά.

Άποψή μου, και κρίνομαι γι’ αυτήν.

Έστω ότι συμβαίνει ένα γεγονός. Ένα γεγονός που μας επηρεάζει όλους – όχι όπως μας επηρεάζει πχ ένας νόμος, αλλά όπως μας επηρεάζει μία απόφαση εξ ονόματί μας, διαφωνούμε μ’ αυτήν, και θέλουμε κάπως να διαχωρίσουμε την θέση μας.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Έστω, ότι κάθε ένας που διαφωνεί, που αντιδρά μ’ αυτήν την απόφαση έχει να αντιμετωπίσει κατηγορίες προσωπικές, άσχετες πλήρως με το θέμα για το οποίο διαφωνεί. Έστω ότι βαφτίζεται κάθε αντίδραση βίαιη, ή φιλοτρομοκρατική, ή ως αναίσθητη απέναντι σε συγκεκριμένους νεκρούς και στις οικογένειές τους.

Έστω ότι τα μεγάλα ΜΜΕ, ραδιόφωνα, κανάλια, εφημερίδες και ιστοσελίδες επιμένουν να αγνοούν όχι μόνο το γεγονός αυτό καθ’ αυτό, αλλά και όταν υποχρεωτικά κάνουν μία αναφορά, την διανθίζουν με τις κατηγορίες και την ρητορική που ανέφερα πιο πάνω.

Πως μπορούμε να αντιδράσουμε;

Πως μπορούμε να δείξουμε ποιοι είμαστε, πόσοι είμαστε, πόσοι διαφωνούμε;

Έστω ότι αν γράψεις -έστω γράψεις- το ονοματεπώνυμο του ανθρώπου ο οποίος βιώνει αυτό το γεγονός σε δημόσιο μέσο, κινδυνεύεις να δεχτείς αποκλεισμό είτε της αναφοράς σου, είτε της παρουσίας σου συνολικά για μέρες ή και μήνα ακόμα. Χωρίς να έχεις προσβάλλει κανέναν, χωρίς να έχεις υποστηρίξει το ένα ή το άλλο – και μόνο με το ονοματεπώνυμο.

Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις προσωπικές κατηγορίες όπως «είσαι φίλος της τρομοκρατίας», «υπερασπίζεσαι τον τρομοκράτη», «φίλος των ακροαριστερών, των αντιεξουσιαστών, των αναρχικών», όταν μπλοκάρεσαι αυτόματα από το μόνο μέσο που μπορείς να μιλήσεις και μόνο που αναφέρεις ένα όνομα – ανεξαρτήτως περιεχομένου, τι άλλον τρόπο έχεις να αντιδράσεις;

Διαφωνείς. Ε, και; Ποιος το ξέρει;

~

Μόλις εχθές, μία ενέργεια που έγινε στο facebook με έκανε να αναθαρρήσω για την ποιότητα των συμπολιτών μου, και να ελπίζω, ακόμα, ότι κάτι τελικά μπορεί να αλλάξει.

Χιλιάδες άνθρωποι, μαζικά, άφησαν ένα σχόλιο στο τελευταίο άρθρο της Προέδρου της Δημοκρατίας στο facebook. Το αίτημά τους ήταν πως η ΠτΔ οφείλει να πάρει θέση στην διαμάχη για την κυβερνητική άρνηση στο αίτημα για μεταγωγή του καταδικασμένου για τρομοκρατία και δολοφονίες Δημήτρη Κουφοντίνα (το καλό με το να έχεις δικό σου blog, κανείς δεν μπορεί αυτόματα να σε λογοκρίνει επειδή ανέφερες απλώς ένα όνομα) στον Κορυδαλλο, και την ως διαμαρτυρία απεργία πείνας του κρατούμενου που τον οδηγεί σε μόνιμες βλάβες, ή θάνατο.

Τα περισσότερα αν όχι όλα τα μηνύματα διάβασα εγώ (και διάβασα ΠΟΛΛΑ), είχαν μία ευπρέπεια και ένα ήθος που σπανίζει στον δημόσιο λόγο. Δεν είναι τυχαίο αυτό, καθώς επικοινωνούσαν με την ΠτΔ που εξ θέσεως δεν έχει αρμοδιότητες για το ζητούμενο θέμα (αν εξαιρέσει κανείς πιθανή άρνησή της να υπογράψει τον νόμο που στερούσε, φωτογραφικά λέει η δικηγόρος του, την δυνατότητα σε τρομοκράτες να εκτίουν την φυλάκισή τους σε αγροτικές φυλακές – αλλά δεν έχω αρκετές γνώσεις για κρίνω την αντισυνταγματικότητά του και/ή την δυνατότητα παρέμβασής της), και το αίτημα ήταν, απλώς, να πάρει δημόσια θέση στο ζήτημα αυτό, πριν ο ασθενής πλέον κρατούμενος καταλήξει. Όταν δε, οι αρχικοί σχολιαστές είδαν τα μηνύματά τους να εξαφανίζονται από την σελίδα, επανήλθαν και πολλαπλασιάστηκαν μάλιστα, διατηρώντας, παρά τις διαμαρτυρίες τους, έναν κόσμιο λόγο.

Όπως το βλέπω εγώ, ήταν μία κορυφαία στιγμή δημοκρατίας.

Οι αποκλεισμένοι από τον δημόσιο λόγο συμπολίτες μας, επώνυμα κατα βάση (καθώς το facebook είναι πολύ αυστηρότερο στην «ανωνυμία» από ότι πχ το twitter), ευπρεπώς σε μεγάλο βαθμό, αν όχι πλήρως, δημόσια και κατά χιλιάδες, ζήτησαν από την ΠτΔ να παρέμβει με την θέση της.

Προφανώς η ΠτΔ δεν μπορεί θεσμικά να αλλάξει κάτι πια – είναι προφανές αυτό. Μία δήλωσή της όμως, θα κατέρριπτε κάθε φαιδρό και έωλο επιχείρημα όπως «υποστηρικτές της βίας και της τρομοκρατίας» με το οποίο στολίζονται όλοι οι διαμαρτυρόμενοι, και θα έμενε χώρος μόνο για σοβαρή συζήτηση, και καθαρά επιχειρήματα.

Η γνώμη μου είναι, ότι ζήσαμε μία ψηφιακή πλατεία Συντάγματος.

Μοιάζει υπερβολικό, το καταλαβαίνω, αλλά θεωρώ ότι οι κινητήριες γραμμές είναι οι ίδιες. Δημοκρατία, Δικαιοσύνη. Οι πολίτες που φέρουν το στίγμα της αποδοχής της τρομοκρατίας, ακουμπούν στον πρώτο πολίτη της δημοκρατίας, ευπρεπώς, την αγωνία και τις ελπίδες τους για να είναι δίπλα τους, έστω με μία δήλωση, έστω και μόνο για την επόμενη μέρα όπου νιώθουν ότι θα χρεωθούν αυτό που αισθάνονται ότι είναι μία κρατική δολοφονία.

Αν δεν είναι αυτό, από μόνο του, δείγμα στήριξης της δημοκρατίας, τι είναι;

Δεν τρέφω ελπίδες για την παρέμβαση της κ. Σακελλαροπουλου – δεν είναι καν αυτό το δικό μου ζητούμενο, αν με ρωτήσετε. Αν πιστεύει ότι οφείλει, ας παρέμβει. Αν πιστεύει ότι δεν οφείλει, ότι δεν πρέπει, ας μείνει σιωπηλή. Αν θέλει να στηρίξει τον Κουφοντίνα στο αίτημά του (σταματήστε ένα λεπτό, και σκεφτείτε το, δεν θα ήταν μία μοναδική στιγμή;) ας το κάνει, αν θέλει να στηρίξει την κυβέρνηση, ας κάνει αυτό.

Έκαστος εφ’ ω ετάχθη, και θα κριθεί από τις πράξεις και τις απραξίες του – όπως άλλωστε (ειδικά σ’ αυτόν τον θεσμό) έγινε πολλάκις στο παρελθόν.

Όπως όμως σε κάθε διαδήλωση, όπως σε κάθε διαμαρτυρία, σε κάθε επανάσταση, έχει μεγάλη σημασία να ζητάς. Αν θα πετύχεις είναι ένα επόμενο βήμα, και δεν εξαρτάται καθόλου από εσένα.

Σημασία έχει να ζητάς, να μιλάς, να εκφράζεις την γνώμη σου.

Η νίκη δεν ήρθε επειδή μπορεί να πιεστεί η ΠτΔ να πάρει θέση – ούτε καν αν θα το κάνει τελικά. 

Η νίκη ήρθε επειδή κοιτάξαμε με δέος ο ένας το comment του άλλου, διαβάσαμε ευγενικά και αγωνιώδη μηνύματα, είδαμε υποστηρικτές της δικαιοσύνης και της δημοκρατίας δίπλα μας, και ήταν σαν να κοιταχτήκαμε για μια στιγμή στα μάτια. 

Εκμεταλλευτήκαμε αυτήν την ελάχιστη, μικρή χαραμάδα που μας δόθηκε, με αξιοπρέπεια και πίστη στον σκοπό και τον αγώνα μας. 

Μπορεί να μην ξαναγίνει, μπορεί την επόμενη φορά να μην είναι τόσο αγνό, ή τόσο ακηδεμόνευτο, αλλά αυτή η ψηφιακή στιγμή είναι δική μας, μπορούμε να είμαστε περήφανοι γι’ αυτήν, για την φορά που είπαμε «όχι στο όνομά μου» με θάρρος περισσότερο από όσο δικαιολογεί αυτός ο παράλογος κόσμος μας και με ευπρέπεια μεγαλύτερη των προσδοκιών μας.

Αυτό το υπογεγραμμένο σχόλιο, ήταν εκκωφαντική κραυγή, μία αναπάντεχη ηλιαχτίδα ελευθερίας, και ελπίζω να ζεστάνει λίγο τις ανέλπιδες καρδιές μας, ότι είμαστε αρκετοί, ότι μπορούμε να ελπίζουμε πως κάτι μπορεί να αλλάξει.

Με κάτι τόσο ελάχιστο, και όμως, τόσο ουσιώδες:

Click, and share your comment.

Θα πιάσω άλλο ένα θέμα για το οποίο δεν ξέρω πολλά, δεν είμαι ειδικός, οπότε θα τα πω όπως τα σκέφτομαι.

Ένας τρομοκράτης-δολοφόνος, καταδικάζεται για τις πράξεις του, και φυλακίζεται.

Δεν ξέρω αν είναι αρκετό για όλους αυτό – για κάποιους, όπως πχ τις οικογένειες των δολοφονηθέντων, δεν είναι. Δεν λέω ότι θα έπρεπε να είναι, καν. Όμως είναι-δεν είναι αρκετό, ο δολοφόνος τρομοκράτης φυλακίζεται, για όσο διάστημα και με όποιους τρόπους ορίζει ο νόμος.

Ο τρομοκράτης δολοφόνος, ζητά άδειες – και, τελικά, με τα πολλά τις παίρνει – όπως παίρνουν όλοι οι κρατούμενοι που δικαιούνται. Πέντε ή έξι νομίζω από αυτές, μέχρι που του διακόπτεται το δικαίωμα, χωρίς ο ίδιος να έχει δώσει κάποια αφορμή γι’ αυτό, ή να έχει παραβεί κάποιον από τους όρους.

Στην συνέχεια, βγαίνει ένας νόμος για τους φυλακισμένους που πιάνει ειδικά τον δολοφόνο τρομοκράτη, το δικαίωμα να εκτίσει την ποινή του στις αγροτικές φυλακές, όπου ήταν κρατούμενος τα τελευταία 2 χρόνια, και όριζε ότι έπρεπε να επιστρέψει στο αρχικό σωφρονιστικό κατάστημα του Κορυδαλλού. Ακόμα και αυτός ο νόμος όμως καταστρατηγείται, και ο φυλακισμένος δολοφόνος τρομοκράτης μεταφέρεται στις φυλακές Δομοκού, μακρυά από την οικογένειά του, και παραμένει έγκλειστος εκεί.

Ο δολοφόνος τρομοκράτης διαμαρτύρεται – όχι μόνο γιατί ο αρχικός νόμος ήταν φωτογραφικός, αλλά δεν τηρείται ούτε αυτός, ως κρατούμενος έχει απομακρυνθεί από την οικογένειά του, και τελείται μία παρανομία εις βάρος του.

Ο δολοφόνος τρομοκράτης, ως αντίδραση ξεκινά απεργία πείνας.

Ήδη, τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ο δολοφόνος τρομοκράτης έχει υποστεί σοβαρές βλάβες στην υγεία του, και κινδυνεύει αν όχι να πεθάνει, οι βλάβες αυτές να είναι μόνιμες.

Ως εδώ νομίζω ότι τα γράφω σωστά ως περιγραφή του προβλήματος – αλλά αν κάτι δεν έχω καταλάβει σωστά, με διορθώνετε, μπορεί να έχω λάθος.

Πάμε τώρα και στις σκέψεις μου.

~

Είναι τρομερά δύσκολο να αντιπαραθέσεις μία γνώμη όταν απέναντί σου έχεις κάποιον που θέλει να θέσει το ερώτημα διαφορετικά από ότι πρέπει να απαντηθεί αρχικά.

Μιλάμε για έναν κρατούμενο, ή μιλάμε για τον Δημήτρη Κουφοντίνα;

Είμαι αναγκασμένος να μην γράψω το όνομά του στην έναρξη των σκέψεών μου, προσπαθώντας -μάταια- να μη χρειαστεί να απαντήσω στο «Προστατεύεις και υπερασπίζεσαι τον Κουφοντίνα;». Αφαιρώ το προσωπικό στοιχείο, τον άνθρωπο που τα βιώνει όλα αυτά, αυτολογοκρινόμενος για να μην συναντήσω αντιδράσεις, μόνο και μόνο για να συμφωνήσουμε όλο -δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι, αναρχικοί- σε μία σταθερά, ότι όλα όσα περιγράφω συμβαίνουν όντως.

Ή πχ εγώ, τρέφω έναν αρχικό σεβασμό κατ’ αρχάς για κάθε απεργία πείνας. Την θεωρώ την υπέρτατη θυσία, αυτήν που δεν σκοτώνει κανέναν άλλον εκτός από τον απεργό, αυτήν που λέει «διαθέτω την ζωή μου ως κοινωνικό κραυγή απόγνωσης ότι έχω δίκιο στο αίτημά μου, και δεν αποδέχομαι τίποτα λιγότερο». 

Αν ο απεργός πείνας είναι ο Κουφοντίνας, ο Μιχαλολιάκος, ένας αγωνιστής ή ο οποιοσδήποτε ανώνυμος άνθρωπος δεν αφαιρεί τον σεβασμό μου στην πράξη της απεργίας πείνας. Αυτό που θα κριθεί μετά, είναι ο λόγος. Εκεί αξίζει να συζητηθεί – για μέρες, όσο χρειαστεί. Για τον λόγο, αν το αίτημα είναι δίκαιο, θα το σκεφτώ κατά περίπτωση. Για αυτή καθ’ αυτήν την πράξη όμως, έχω πάρει θέση.

Και για να είμαστε ξεκάθαροι: αν το αίτημα είναι όντως δίκαιο, όσο πιο ψηλά απευθύνεται, τόσο πιο πολύ ως δολοφονία ορίζεται ο θάνατος του καταγγέλοντος.

~

Θα βοηθούσε αν, εν γνώση μας, αφαιρούσαμε το όνομα; Αν ο Δημήτρης Κουφοντίνας γινόταν «ο γνωστός τρομοκράτης», ή «ο γνωστός δολοφόνος» θα ήμασταν σε θέση να κρίνουμε γενικά αν κάποιος αδικείται ή όχι από τις ενέργειες του Υπουργείου Δικαιοσύνης;

Αν το να μείνουμε στην πράξη κάνει τα πράγματα το ίδιο ή περισσότερα δύσκολα, θα μπορούσαμε να πούμε «ο γνωστός φυλακισμένος». Ό «γνωστός φυλακισμένος» αιτείται να λειτουργήσει ο νόμος ακόμα και για την περίπτωσή του». Θα βοηθούσε αυτό;

Γιατί στο μυαλό μου -και μπορεί να κάνω λάθος, να καταλάβω προσπαθώ- αν είναι ο Κουφοντίνας, ή οποιοσδήποτε άλλος κρατούμενος, δεν θα έπρεπε να παίζει ρόλο. Ίδια δικαιώματα έχουν όλοι – και μέσα στην φυλακή. Ο νόμος ορίζει σε ποια ακριβώς υπάρχει κρίση μίας επιτροπής πχ ανάλογα με τον κρατούμενο και την συμπεριφορά του. Σε όλα τα άλλα, γίνεται ο,τι ορίζει ο νόμος, για όλους.

Δεν είναι έτσι;

Η απάντηση μοιάζει δυσκολότερη κάθε μέρα που περνάει. Ουδεις εισαγγελέας έχει μπει στον κόπο να δει αν οι καταγγελίες του ανθρώπου που αργοπεθαίνει μπροστά στα μάτια μας ευσταθούν ή όχι. Το facebook διαγράφει συζητήσεις για το θέμα λογοκρίνοντας την ενημέρωση των πολιτών. Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δικαστικός η ίδια, κωφεύει εκκωφαντικά σε όλο αυτό.

Όταν συμβαίνουν όλα αυτά, με ποιον να μιλήσεις; Πως να αντιδράσεις; Σε ποιον να στραφείς;

Πως σταματάς μια δολοφονία;

~

Η συζήτηση γίνεται πλέον με όρους «Προστατεύεις και υπερασπίζεσαι τον Κουφοντίνα;» (θεσμικά, όχι σε επίπεδο καφενείου) που παρεκτρέπουν την υπόθεση σε θέμα τρομοκρατίας, και όχι ισονομίας, όπως είναι και το αρχικό ερώτημα.

Συνήθως προσπαθώ τις αγωνίες μου να τις μεταφέρω στους αναγνώστες μου, προσπαθώντας να τους κάνω να δουν που νομίζω πως μας οδηγούν οι επιλογές μας. Αυτήν την φορά όμως, θεωρώ πως είναι μάταιο. 

Αν κάποιος μείνει στο ότι ο κρατούμενος είναι ο Κουφοντίνας, δεν θα φτάσει ποτέ στο επόμενο βήμα. Κάθε προσπάθεια συνεννόησης μπορεί να σταματά στο «ναι, αλλά σκότωσε τόσους αθώους και δεν μετάνιωσε» – και για τον συνομιλητή μου θα είναι αρκετό ως λογικό επιχείρημα, για να μην συνεχιστεί η συζήτηση.

Πιστεύω ειλικρινά πως για τους υπόλοιπους, αν ξεπεράσουμε το ποιος είναι ο φυλακισμένος, γίνεται ξεκάθαρο πως αμέσως μετά ο ορισμός είναι πως «οι νόμοι πρέπει να ισχύουν για όλους» – και με αυτούς τους όρους, ο Κουφοντίνας, εάν τα καταλαβαίνω σωστά, πρέπει να είναι στον Κορυδαλλό, όπως ορίζει ο -έστω φωτογραφικός- νόμος και ζητά ο και ο ίδιος.

Τα πράγματα μοιάζουν απλά, τα στρατόπεδα σκέψης μοιρασμένα, και φοβάμαι ότι δεν χωρούν περιθώρια να αλλάξουν μυαλά εδώ, όσο και αν το πολεμήσω.

~

Όμως υπάρχει μία τελευταία σκέψη εδώ – σχεδόν ως ειρωνεία: Δεν θεωρώ ότι ο Δημήτρης Κουφοντίνας έχει θέση στο αξιακό μου σύστημα. Είμαι ξεκάθαρα απέναντι στον άνθρωπο αυτόν που που τρομοκράτησε δολοφονώντας και προέβαλλε τις ιδέες του ως συλλογικές αποφάσεις του ελληνικού λαού. 

Ταυτόχρονα όμως σκέφτομαι ποια η αξιακή θέση της κοινωνίας μας πλέον, που παρακολουθεί -εντυπωσιακά- αμίλητη έναν άνθρωπο να χάνει την ζωή του καθημερινά, κατηγορώντας την, δίκαια κατ’ εμέ, ότι τον αδικεί.

Ποιός ειναι ο δολοφόνος αυτήν την στιγμή;

Και πως σταματά μια δολοφονία που συντελείται μπροστά μας σε αργή κίνηση;

Μου φαίνεται απίστευτα σουρεαλιστικό ένας τρομοκράτης δολοφόνος να βάζει αποκλειστικά τον εαυτό του σε κίνδυνο για να επικοινωνήσει ότι αδικείται, ενώ το κράτος δικαίου και δημοκρατίας μας να φέρεται εναντίον του ξεκάθαρα φωτογραφικά, κατάφωρα εκδικητικά, και απολύτως -νομίζω- παράνομα.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας κρίθηκε, και καταδικάστηκε για τις απεχθείς πράξεις του.

Πολύ φοβάμαι, πως πιο σύντομα από όσο νομίζουμε, το κράτος μας θα κριθεί και θα καταδικαστεί για τις δικές του.

Και κάθε αίτημα για έλεος τότε, όσο τρομακτικό ακούγεται αυτό, θα πέσει, εξίσου εκδικητικά, στο κενό – καθώς οι μάσκες θα πέσουν, καθώς η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και η αξία της ανθρώπινης ζωής, οι μεγαλύτερες και πιο πολύτιμες αρχές μας, θα έχουν καταπατηθεί τόσο βάναυσα ήδη, πρωτίστως, από εμάς.

Τι θα μας μείνει τότε; Έχοντας απωλέσει πρώτοι εμείς τις αρχές μας, ξεγυμνωμένοι από τα επιχειρήματα τις αριστείας μας, απέναντι στην οργή, δεν θα έχουμε άλλο όπλο άμυνας από την ακόμα πιο τυφλή βία, την ακόμα πιο τυφλή αδικία, τον ακόμα πιο τυφλό φόβο.

Όντας αργά για να ζητήσουμε πια συγγνώμη – και ακόμα πιο αργά για να γίνει δεκτή, το «είσαι με τον Κουφοντίνα, έναν δολοφόνο τρομοκράτη;» δε θα γίνει απλώς ένα βρώμικα ύπουλο και άσχετο ερώτημα, αλλά η ίδια η φύση μας οπαδικά κατευθυνόμενης από άλλους ταυτότητάς μας.
 
Και αυτό που με φοβίζει περισσότερο απ’ όλα, μεταξύ μας, είναι η φριχτή υποψία που μεγαλώνει σιγά-σιγά πως κάποιοι αυτό ακριβώς επιδιώκουν.

Ο καιρός του κορονοϊού έχει φέρει μία θεαματική αλλαγή στην κυβερνητική πολιτική, που δεν είμαι απολύτως σίγουρος ότι είναι σαφής από όλους. Μια αλλαγή που συμβαίνει τώρα, που θα συζητείται για χρόνια, και που θα επηρεάσει τις πολιτκές εξελίξεις στο μέλλον όσο τίποτα άλλο (πλην, ίσως, της διάδοσης του Τραμπισμού)

Όσοι από εμάς εμπιστέυονται την δημοκρατία ως πολίτευμα, επιχειρηματολογώντας πως είναι το καλύτερο δυνατό αυτήν την στιγμή, παρά τα προβλήματά του, δεν παραλείπουμε ένα σοβαρότατο μειονέκτημά του:

Μία κυβέρνηση αναλαμβάνει την απόλυτη εξουσία για τέσσερα χρόνια, και, μέσα σ’ αυτά, εκτός από πολύ συγκεκριμένες αποφάσεις που χρειάζονται ευρύτερη πλειοψηφία, το 90% των αποφάσεων αυτών μπορούν να ληφθούν χωρίς να ερωτηθεί κανείς για την γνώμη του. Δίδεται δηλαδή ένα τετραετές πάσο, στο οποίο οι κυβερνώντες (όποιοι και να είναι αυτοί, είτε τους έχουμε επιλέξει εμείς και μας είναι αρεστοί, είτε τους έχουν επιλέξει οι άλλοι και μας είναι δυσάρεστοι, είτε τους έχουμε επιλέξει εμείς αλλά μας είπαν ψέματα και πλέον μας είναι δυσάρεστοι) μπορούν να καθορίσουν το παρόν και το μέλλον μας – και εμείς, ως ψηφοφόροι, η μόνη δυνατότητα εκλογικής αντίδρασης που έχουμε είναι στο τέλος της τετραετίας να κρίνουμε τις αποφάσεις, τις υποσχέσεις και τα αποτελέσματα, και να ψηφίσουμε είτε θετικά, είτε αρνητικά. Τότε όμως. Στο τέλος της τετραετίας. 

Μέχρι τότε, η κυβέρνηση συνήθως κάνει ο,τι θέλει, ανεξέλεγκτα.

Ως τότε, όμως, έχουμε βρει τρόπο να αντιδρούμε ως πολίτες στις αποφάσεις του κράτους, δείχνοντας την αρνητική μας διάθεση σε κάτι που διαφωνούμε. Είτε με πορείες, είτε με παραστάσεις διαμαρτυρίας, είτε με εξωτερικευμένη κοινωνική αντίδραση κυρίως μέσω του τύπου, δεν είναι σπάνιο οι κυβερνώντες να αντιλαμβάνονται ότι μία απόφαση που παίρνουν θα τους κοστίσει είτε όταν οι πολίτες θα προσέλθουν στις κάλπες, είτε εκείνη την στιγμή από το μέγεθος των αντιδράσεων – και (καλώς ή κακώς) τις παίρνουν πίσω.

Αυτό το δούναι και λαβείν είναι υγιές, ένα θεσμοθετημένο κοινωνικά «άνοιγμα της χύτρας» ώστε να μην μαζευτούν απαράδεκτες αποφάσεις και η έλειψη ανοχής οδηγήσει σε θεσμικές ανωμαλίες. Ο κόσμος δικαιούται να διαφωνεί, να αντιδρά, να οργανώνεται, να εκφράζεται, να διαμαρτύρεται και να επαναστατεί, και το εν ισχύ κράτος όχι απλώς οφείλει, αλλά είναι και προς το συμφέρον του να ακούει την κοινωνία που εκ της θέσεως του έχει οριστεί να υπηρετεί.

Τέσσερα χρόνια είναι πολλά, για να μην υπάρχει κανένας έλεγχος

~

Η πανδημία έχει φέρει όμως τα πάνω-κάτω. Χωρίς να πάρω θέση για τις αποφάσεις της κυβέρνησης, καθώς το θέμα μου εδώ είναι περισσότερο θεωρητικό, υπάρχουν πολίτες που αντιδρούν – αλλά η αντίδραση του κόσμου δεν είναι πια θεσμοθετημένη.

Δεν υπάρχει ειδικός αριθμός στα SMS δικαιολόγησης εξόδου από το σπίτι, για «Αντίδραση/διαφωνία» – όπως υπάρχει για αγορές. 

Μπορεί να μοιάζει γελοίο ως επισήμανση – αλλά κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, όταν, στην επέτειο του Πολυτεχνείου μία γυναίκα έφαγε πρόστιμο γιατί προσήλθε εντελώς ατομικά στο Πολυτεχνείο να εναποθέσει ένα λουλούδι, με SMS άσκησης. Η ιστορία της απέτρεψε και άλλους (μεταξύ των οποίων και τον γράφοντα) να αφήσουν ένα λουλούδι στο ίδιο σημείο, όχι για λόγους προστασίας από τον κορονοϊό, αλλά αποκλειστικά για λόγους νομιμότητας.

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, όταν επιστρατεύθηκαν δεκάδες αστυνομικοί για να σταματήσουν …πέντε βουλευτές του ΜέΡΑ25 να παραγματοποιήσουν διαμαρτυρία στην Αμερικάνικη πρεσβεία, ενώ δεν ήξεραν πως να αντιδράσουν στους αντίστοιχους διαδηλωτές του ΚΚΕ που κατέβηκαν με SMS για γιατρό, αφού υπάρχει νοσοκομείο κοντά στην πρεσβεία…

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν, που απαγορεύτηκαν, με νόμο, οι συγκεντρώσεις άνω των τριών για την ίδια ημέρα – παρότι καμία επιτροπή δεν παραδέχθηκε ποτέ, ότι είχε ζητήσει τέτοια μέτρα.

Κάθε άλλο παρά γελοίες ήταν οι προσαγωγές, οι επιθέσεις, και η αντίδραση στις εκδηλώσεις για την επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου, οι πεταμένες ανθοδέσμες, και οι κρότου λάμψης μέσα στον κλειστό χώρο πολυκατοικίας.

Κάθε άλλο παρά γελοίες ήταν οι αντιδράσεις των αστυνομικών δυνάμεων που έριξαν χημικά και στοίβαξαν διαδηλωτές για τις αντιδράσεις στον νόμο που αφορά τον Κουφοντίνα.

Κάθε άλλο παρά γελοίο ήταν που το υπουργείο προστασίας του πολίτη εξέδωσε ανακοίνωση (που μετά την πήρε πίσω, λέγοντας θρασύτατα ότι φταίμε εμείς που δεν καταλάβαμε -πάλι- σωστά) για την σωστή θέση που πρέπει να βρίσκονται φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφοι για να μην …χτυπήσουν.

~

Κάθε άλλο παρα γελοία είναι όλα αυτά – κυρίως επειδή είναι τρομαχτικά.

Οι πολίτες δεν έχουν κανέναν τρόπο αντίδρασης πια, και οι αποφάσεις συνεχίζουν να παίρνονται ερήμην τους. Είτε είναι για τα πανεπιστήμια, είτε είναι για τον Κουφοντίνα, είτε είναι για τα μέτρα στήριξης, είτε για την άρση της ασυλίας της πρώτης κατοικίας, είτε είναι για οτιδήποτε άλλο, η κυβέρνηση καταστέλει κάθε μορφή συγκέντρωσης με ένα επιχείρημα που θα φανεί ιδιαιτέρως προβληματικό συν τω χρόνο:

«Για το καλό σας»

Με αυτήν την δικαιολογία την ημέρα του Πολυτεχνείου απαγόρεψε τις συγκεντρώσεις, με αυτήν συλλαμβάνει και εξοντώνει με το σκληρότατο πρόστιμο των 300 ευρώ, με αυτήν πατάσσει κάθε ατομική ή ομαδική αντίδραση. Όταν δε συνεργάζεται με την διαδεδομένη στήριξη των ΜΜΕ, οι φωνές σιωπούνται ποικιλοτρόπως.

Βέβαια, αυτό δεν λειτουργεί αντίστροφα. Η κυβέρνηση συνεχίζει να νομοθετεί ακάθεκτη ακόμα και νομοσχέδια που είναι δεδομένο ότι θα φέρουν αντιδράσεις, ειδικά εν μέσω πανδημίας – όπως αυτό για την …δυνατότητα να χρεωκοπεί ένα φυσικό πρόσωπο, και να χάνει την πρώτη κατοικία του. Περιέργως πως, θα έλεγε κανείς πως η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται την πανδημία και την φυσική αδυναμία αντιδράσεων, ακριβώς για να περάσει τέτοια νομοθετήματα: 151+ έχει, μπορεί να το κάνει κάλλιστα.

Νόμιμο, αλλά ελέγχεται ως προς το ηθικό του.

Διότι θα έλεγε κανείς πως θα μπορούσε, εν μέσω πανδημίας, «για το καλό μας» να δοθούν άλλοι τρόποι σχολιασμού και δυνατότητας αντίδρασης, όπως πχ να ζητάται μέσω του κοινοβουλίου, αυξημένη πλειοψηφία για να περάσουν νόμοι που αφορούν έντονα τους πολίτες και δημιουργούν προβλήματα.

Για το καλό μας, για παράδειγμα, συνεχίζονται να έρχονται ακόμα και εμβόλιμα σε νομοσχέδια άσχετα νομοθετήματα, που ανατρέπουν καταστάσεις ετών, ψηφίζονται εν ριπή οφθαλμού, ακόμα και όταν ελέγχονται για την αιτιολόγησή τους, την αποτελεσματικότητά τους, ή ακόμα και την συνταγματική νομιμότητά τους.

Αν όμως, αν, η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται αυτήν την δύσκολη κατάσταση, τότε θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως (και με βάση και τις αρνήσεις των λοιμωξιολόγων για οποιαδήποτε ανάμιξη σε πολιτικού τύπου αποφάσεις, όπως είναι η απαγόρευση κυκλοφορίας ή συγκέντρωσης σε ανοικτό χώρο) να υποθέσει λοιπόν ότι η κυβέρνηση εργαλειοποιεί τον δικαιολογημένο φόβο, για να κάμψει κάθε δημόσια εκφρασμένη αντίδραση για τις αποφάσεις της.

«Για το καλό μας» μεν, αλλά όχι και τόσο – αν με εννοείτε.

Για παράδειγμα, «για το καλό μας» θα μπορούσε να αυστηροποιήσει τις συνθήκες με τις οποίες ένας άνθρωπος δύναται να φέρει νόμιμα όπλο, αντί να καταστείλει τις εκδηλώσεις μνήμης για τον Γρηγορόπουλο – και όχι να προσλαμβάνει ακόμα περισσότερους αστυνομικούς, ένοπλους, με τις λιγότερες δυνατόν ώρες και δυνατότητες εκπαίδευσης.

~

Όμως, το πρόβλημα είναι ακόμα μεγαλύτερο. Γιατί ακόμα και αν κάποιοι νόμοι αλλάζουν στο μέλλον, από άλλες κυβερνήσεις με πιο ευήκοα ώτα στους ανθρώπους που οφείλουν να ακουν και να προστατεύουν – αυτό που πληγώνεται ανεπανόρθωτα, είναι η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση στα θέματα της πανδημίας.

Είναι ήδη αρκετά πληγωμένη αυτή η εμπιστοσύνη, όταν για παράδειγμα η κυβέρνηση εξηγεί γιατί δεν χρειάζονται μάσκες στα σχολεία λίγο πριν εσπευσμένα αντιληφθεί το λαθος της (και το αντικαταστήσει με ένα λίγο μικρότερο λάθος στα μεγέθη), ή στην επιμονή ότι δεν κολλάει στις τάξεις γιατί είναι καλύτερα να έχει περισσότερους μαθητες από ότι λιγότερους, και εν πάσει περιπτώσει, ο μέσος όρος δικαιώνει την απόφασή  της.

Αν όμως ο κόσμος αντιληφθεί ότι οι αποφάσεις παίρνονται όχι «για το καλό μας», αλλά για να κυβερνούν ανεξέλεγκτοι, και μάλιστα με προφάσεις δικαιολογημένες «επιστημονικά» ο κόσμος θα χάσει την μοναδική κατεύθυνση που μπορεί να του σώσει την ζωή, και θα αφεθεί ανεξέλεγκτα πια, σε κάθε ψεκασμένη ή μη υπόθεση που θα κάνει τα πράγματα να μοιάζουν λίγο πιο λογικά από ότι ζει σήμερα.

Και αντίθετα από έναν νόμο που αύριο από τους καταλληλότερους ανθρώπους αλλάζει, ούτε οι νεκροί συνάνθρωποί μας θα ξαναγυρίσουν στην ζωή, ούτε θα φτάσει ο χρόνος για να επαναχτιστεί μία σχέση εμπιστοσύνης απέναντι στους εκλεγμένους και σ’ αυτούς που τους επιλέγουν.

«Για το καλό μας», λοιπον, ελπίζω να γίνει αντιληπτό σύντομα όλο αυτό και να αλλάξει κατεύθυνση αυτή η εκτροπή. Για να μην ακολουθήσουν άλλα πράγματα, κι αυτά «για το καλό μας»

Έχω την -καλή ή κακή- συνήθεια να … μπλέκω διάφορα θέματα μεταξύ τους. Βρίσκω ανάμεσα σε δύο συνήθως διαφορετικές ιστορίες μία κοινή μεταβλητή, που συχνά εξυπηρετεί μία λογική σκέψη που (για μένα) θα κατέληγε σε μία κοινή επίλυση ενός προβλήματος, ή έστω της απλής κατανόησής του.

Η σκέψη μου καρφώθηκε όταν ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε στην ΔΕΘ (που έγινε μόνο γι’ αυτόν) την αγορά πολεμικού υλικού (αεροσκαφών, φρεγατών, κλπ) και την πρόσληψη 15.000 ΕΠΟΠ (Επαγγελματίες Οπλίτες).

Για τα αεροσκάφη, είχε ήδη γίνει μία συμφωνία με την Γαλλία – η οποία Γαλλία είχε στείλει συμβολικά φρεγάτα και ραφάλ όταν έκανε το Oruc Reis βόλτες ψαρεύοντας για κοιτάσματα (το οποίο, υποθέτω τυχαία, σταμάτησε τα επικίνδυνα σουλάτσα μία περίπου μέρα μετά την ανακοίνωση της αγοράς). Αν καταλαβαίνω καλά από τα ρεπορτάζ, αντίστοιχο ενδιαφέρον για τις φρεγάτες υπάρχει και από την γερμανική πλευρά (οπότε δεν θα ξαφνιαστώ αν ξαναβγεί βόλτα μέχρι να κλείσει και αυτό το ντηλ).

Γερμανοί και Γάλλοι θα μας εξοπλίσουν λοιπόν (με έναν τεράστιο λογαριασμό) για να μπορούμε να πολεμάμε τους Τούρκους καλύτερα. Πολύ ενδιαφέρον – αν σκεφτεί κανείς ότι η οικονομία μας δεν είναι αρκετά δυνατή για έναν τεράστιο εχθρό όπως είναι η πανδημία του κορονοϊού, για να την πολεμήσουμε με νοσοκομεία, γιατρούς, τεστ και ελέγχους, και οικονομική βοήθεια σε όσους επηρεάζονται από αυτήν.

Ακόμα πιο ενδιαφέρον όμως γίνεται αν σκεφτεί κανείς ότι τα σύνορά μας, είναι, υποτίθεται, σύνορα της Ευρώπης. 

Προφανώς, οταν ένα τουρκικό αεροσκάφος, ή μία τουρκική φρεγάτα, ή ένα τουρκικό ερευνητικό σκάφος μπει στα ευρωπαϊκά σύνορά μας, όπως και όποια και αν έχουμε προσδιορίσει και συμφωνήσει (ευρωπαϊκά) ότι είναι αυτά, θα είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα τα προστατέψουμε. Αν δεν μπορούμε όμως, καθότι …ευρωπαϊκά, και εμείς μπατήριδες υποτίθεται ότι δεν είναι μόνο δική μας δουλειά να αναλάβουμε το συνολικό κόστος για να το κάνουμε. Και αν τελικά το αναλάβουμε όντως, ε, είναι λίγο υποκριτικό να το …αγοράζουμε από αυτούς που υποτίθεται ότι προστατεύουμε τελικά, δεν είναι;

Το ίδιο γίνεται και με τους μετανάστες και πρόσφυγες. Προσωπικά, δεν το έχω κρύψει άλλωστε ποτέ, η θέση μου είναι «ταχύτατες και δίκαιες διαδικασίες αποδοσης ασύλου, ευρωπαϊκό διαβατήριο, και όπου θέλει ο καθείς ας μετεγκατασταθεί – ακόμα και αν είναι και εδώ». Μία θέση που ξεκίνησε όντως ως ιδέα από την κυβέρνηση Σύριζα, για να αντιμετωπίσει τα κλειστά σύνορα των γειτόνων μας (στα οποία οι άνθρωποι αυτοί θα διέσχιζαν, απλώς, για να καταλήξουν στις πιο πλούσιες χώρες του ευρωπαϊκού βορρά) και τις απειλές πως, αν συνεχίσουμε αυτές τις σκέψεις θα καταλήγαμε να χάσουμε την δική μας πιστοποίηση για τα ελεύθερα ελληνικά/ευρωπαικά διαβατήριά μας σύμφωνα με την συνθήκη Σέγκεν.

Ωραία η ευρώπη δηλαδή, αλλά μέχρι να χρειαστεί να μοιραστεί το προσφυγικό «πρόβλημα» – μετά γίνεται «καλή τύχη με το πρόβλημά σας σας εύχομαι». 

Αυτό το αλισβερίσι ολοκληρώθηκε με γενναία -υποτίθεται- κεφάλαια που κατέληξαν σε άθλιες και απαράδεκτες συνθήκες εξαθλίωσης για τους ανθρώπους που αναζήτησαν μία καλύτερη μοίρα στην ..ενωμένη Ευρώπη κλειδώνοντάς του σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μία λύση ΑΠΟΛΥΤΩΣ (παρά τις υποτιθέμενες καταδίκες) γνωστή, κατανοητή και αποδεκτή από την ευρώπη, που μοιάζει να λέει «δεν θέλω να ξέρω πως θα το κάνετε, αρκεί να μη προχωρήσουν από εσάς».

Ωραία η ενωμένη Ευρώπη λοιπόν, μόνο που για να είμαστε ασφαλείς αγοράζουμε υλικά για να την προστατέψουμε και πληρωνόμαστε με το κεφάλι φυλακισμένους αθώους για να μην την …αλλοιώσουμε.

Και βέβαια, με όλα αυτά, διαλύουμε τόσο βαθιά την ήδη διαλυμένη οικονομία μας, που, δεν θα ξαφνιαστώ αν οι 15.000 ΕΠΟΠ που ανακοινώθηκαν γίνουν αύριο και ευρωπαϊκός μισθοφορικός στρατός οικονομικά εξαθλιωμένων ελλήνων για να πολεμήσουμε ξένους πολέμους – όπου σε κάθε περίπτωση η …ενωμένη μας ευρώπη κρίνει σκόπιμο ότι έχουν προβλήματα τα …κοινά μας ευρωπαϊκά συμφέροντα…

Μου ήταν δύσκολο να επιλέξω να κρατήσω αυτόν τον τίτλο μιλώντας για τον Βασίλη Μάγγο, τον αγώνα και τον θάνατό του. Δύσκολο, γιατί αν και όλα ξεκίνησαν από εκεί, και όλα τελικά φαίνεται να καταλήγουν εκεί, δεν θα έπρεπε ίσως να τιτλοφορήσω την ιστορία του με τέτοιον δύσοσμο τίτλο. Φευ, μακάρι να ήταν αλλιώς τα πράγματα, αλλά δυστυχώς, δεν μπορούμε να κάνουμε οτι δεν τα βλέπουμε. Ας ασχοληθούμε λοιπόν μ’ αυτά επιτέλους.

Έναν μήνα πριν, ο Βασίλης Μάγγος, καταγγέλει ότι οι αστυνομικές δυνάμεις στον Βόλο, αφού πρώτα τον χτύπησαν και τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, στην συνέχεια βλέποντας την κατάστασή του τον έδιωξαν, χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες.

ΕΓΩ, Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΓΓΟΣ, ΚΑΤΑΓΓΕΛΩ:

Βρίσκομαι στο νοσοκομείο με 6 ή 7 κατάγματα στα πλευρά και με θλάση στο συκώτι και την χοληδόχο κύστη , χτυπημένος άγρια κ βασανισμένος από τις δυνάμεις καταστολής(ΜΑΤ,ΟΠΚΕ,Ασφάλεια). Υπάρχουν τα σχετικά βίντεο κ φωτογραφίες, οπότε σας δίνω μια μικρή μόνο γεύση του τι έγινε..

Αλλά ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή…

Το Σάββατο, πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο συλλαλητήριο ενάντια στη καύση σκουπιδιών από την Lafarge, ενάντια δηλαδή στον καρκίνο και τον θάνατο που πλανάται πάνω από την πόλη μας και το εισπνέουμε όλοι καθημερινά, αφού συνεχως βρωμάει το καμένο πλαστικό στην ατμόσφαιρα της πόλης μας. Κι επειδή βλέπω κάτι ψευτοανακοινωσεις απο τη μεριά της αστυνομίας, που προσπαθούν να βγουν και θύματα(!), παρά τα όσα αίσχη κάνανε και τα χουν καταγράψει ο κόσμος με τα κινητά και τις κάμερές του, μιας και υπάρχει κ ο φακός συγκεκριμένων ρεπόρτερ από συγκεκριμένες φυλλάδες και κανάλια που παίζουν το βρώμικο παιχνίδι της εξουσίας.

Ζήτημα πρώτο, λοιπόν: Ύπηρξε μια «μικρή ομάδα ταραξιών αντιεξουσιαστών» που ήθελε «να χυθεί αίμα αστυνομικών»; Ε, λοιπόν τέτοια ομάδα δεν υπήρξε, το μόνο που υπήρξε ήταν η οργή του κόσμου που θέλησε να μπει στο εργοστάσιο, να κρεμάσει τα πανό του και να διαμαρτυρηθεί και οι «κύριοι» αστυνομικοί παρεμπόδιζαν την είσοδο των διαδηλωτών. Δεν υπολόγισαν όμως πως ο κόσμος έχει απηυδήσει με την κατάσταση αυτή και αν τους μπάτσους τους νοιάζει πιο πολύ το να εκτελούν εντολές απ’ την υγεία τους και από την υγεία όλων των πολιτών, των παιδιών μας και του μέλλοντος αυτής της πόλης, ε κι εμάς δεν μας νοιάζει τότε ποιος θα σταθεί μπροστά μας, θα κάνουμε ότι μπορούμε για να περάσουμε και να διαμαρτυρηθούμε όπως εμείς, οι χιλιάδες πολίτες, οι κινήσεις και τα εγχειρήματα, συλλογικά αποφασίζουμε.

Και ας μας πουν, λοιπόν, αφού όπως ψευδώς ισχυρίζονται πως τους αφορά το ζήτημα, για ποιο λόγο είναι συνέχεια απέναντι μας στις διαμαρτυρίες μας για την καύση, είτε στο δημαρχείο, είτε στη νομαρχία, είτε προχθές στο ίδιο το εργοστάσιο όπως και σήμερα στη Λάρισα, όπως πάντα και παντού. Επίσης, γιατί φέρνουνε ολόκληρο στρατό στη πόλη μας, όταν τίθεται το ζήτημα αυτό, σε μορφή διαμαρτυρίας; Άρα, καλύτερα να μην μιλάνε για την ελάχιστη μορφή βίας απέναντι στη βία που μας επιβάλουν κάθε μέρα.

Και κάπου εκει, ξεκινάει το όργιο της καταστολής. Πέσανε μερικές μπογιές προς τα ΜΑΤ και προς το εργοστάσιο, άντε και καμιά πέτρα, σας το δίνουμε, και οι «άριστοι» ξεκινήσανε να πετάνε κρότου λάμψης και δακρυγόνα μέσα στο κόσμο, σε μεγάλους ανθρώπους, σε μικρά παιδιά, άντρες, γυναίκες, η καταστολή δεν κάνει διακρίσεις. Με το που δημιουργήθηκε ο αναμενόμενος πανικός, οι προστάτες μας με στολή, ξεκίνησαν να χτυπάνε αδιακρίτως ΟΠΟΙΟΝ/Α βλέπανε μπροστά τους, όπως υπάρχουν και τα σχετικά βίντεο και φωτογραφίες. Αφού επικράτησε χάος, συνέλαβαν κάποιους μετά… «μουσικής» των γκλοπς και αφού έγινε η προσπάθεια από αλληλέγγυο κόσμο να απεγκλωβιστούν από την παραλία όσοι βρίσκονταν εκεί, που κι εκεί συλλάβανε κόσμο που πήγε να βοηθήσει, κι ενω όλα είχαν τελειώσει από πλευράς των διαδηλωτών ξαναξεκίνησαν αναίτια να τρέχουν τον κόσμο και το κορυφαίο? Οι πανέξυπνοι, ρίξανε χημικά έξω από το νοσοκομείο! Αν υπάρχει Όσκαρ ηλιθιότητας και σαδισμού, παρακαλώ όπως το αποδώσετε άμεσα στην ΕΛ.ΑΣ.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, μαζεύτηκε κόσμος έξω από το αστυνομικό μέγαρο στο Αλιβέρι, απλώς και μόνο για να υποδηλώσει τη παρουσία του και την αλληλεγγύη του προς τα παιδιά που κρατούνταν, ακόμη μία νόμιμη διαμαρτυρία και συγκέντρωση, όπου χτυπήθηκε άσχημα από την αστυνομία για να εκδιωχθούν από που? Από τον δρόμο έξω από το τμήμα! 
Φυσικά, ξέρουμε πως αυτή είναι η γραμμή, είναι μια σύγχρονη χούντα που τη βλέπουμε καθημερινά κυρίως στη πρωτεύουσα κι απλώς τη ζήσαμε και στη πόλη μας.

Κι εδώ, φτάνουμε στην δικιά μου περίπτωση. Εγώ την Κυριακή δεν ήμουν με το συγκεντρωμένο πλήθος, τυχαία βέβαια, όμως με το που είδα τους δικούς μου ανθρώπους να διαμαρτύρονται έξω από τα δικαστήρια, σταμάτησα αμέσως με το μηχανάκι μου για να συσπειρωθώ με τους αλληλέγγυους. Έτυχε εκείνη τη στιγμή να βγάζουν οι ασφαλίτες το παιδί που είχαν κρατούμενο κι εγώ αντί να τρέξω στο πλήθος, έτρεξα προς το μέρος των μπάτσων να διαμαρτυρηθώ, γιατι έτσι ένιωσα εκείνη τη στιγμή, με έπνιξε το δίκιο μου, έλεγα από μέσα μου κοίτα να δεις, εμ μας μολύνουν τον αέρα με καρκίνο, εμ μας βαράνε αλύπητα τα τσιράκια τους με τα χημικά, τις κρότου λάμψης και τα γκλοπς, εμ μας τραβολογάνε δέσμιους στα δικαστήρια. Δεν πρόλαβα όμως καν να φτάσω στους ασφαλίτες.

Πετάχτηκε μια διμοιρία ΟΠΚΕ και μια ματ, στοχευμένα και συγκεκριμένα για μένα, μιας και με γνωρίζουν, ήρθαν τρέχοντας κατά πάνω μου και ξεκίνησαν να με βαράνε αναίτια, δολοφονικά, απάνθρωπα κι αλύπητα. Με χτυπούσαν μέχρι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα, γιατί είχα χτυπηθεί άσχημα στα πλευρά, τους φώναζα, δεν τους ένοιαζε καν. Μου βάλανε χειροπέδες 
και με πήραν σηκωτό, ενώ με βριζανε με το επίθετο μου. Μέσ’ στο αμάξι, μου δώσανε μερικές ακόμα και όταν πήγα να σηκώσω λίγο το κεφάλι μου μου λέγανε «κάτω το κεφάλι πούστη», επειδή βογγούσα και έκανα «αααα» απ’ τον πόνο, αυτοί μου λέγανε «τι α μωρη κραγμένη» και αλλά τέτοια ωραία. Όταν φτάσαμε στο τμήμα, πήρε σειρά ο ασφαλίτης που φαίνεται και στο βίντεο να ανοίγει τη πόρτα από το ασφαλίτικο, με κράταγαν τα οπκε και με βαρούσε αυτός. Όταν φώναζα πως θέλω νοσοκομείο, μου λέγανε άσε ρε τα ψέματα και άλλα τέτοια διάφορα. Όταν ζήτησα λίγο νερό, στην αρχή δεν μου δίνανε κι έπειτα με βάλανε να πιω από έναν καταψύκτη που έτρεχε σταγόνα-σταγονα το νερό και μάλιστα από κάτω προς τα πάνω. Εγώ εντωμεταξύ να ‘μαι σακάτης, κατάκοιτος και να μην μπορώ να πάρω τα πόδια μου. Και αφού διασκέδασαν όλοι μαζί πάνω μου, με ρίξανε στο κρατητήριο. 

Τελικά με βγάλανε, αφού τους άκουσα να λένε πως αν με κρατούσαν θα έπρεπε να με παν και νοσοκομείο, άσε σου λέει μην χρεωθούμε κιόλας με το μαλακιστήρι. Όταν ρώτησα το όνομα του ασφαλίτη που με βαραγε για να καταθέσω μήνυση δεν μου απαντούσε και μάλιστα με κορόιδευε και μου λέγε εσύ τι είσαι αστυνομία για να μάθεις? Κι όταν του είπα πως θα του κάνω μήνυση άλλα λέω ποιος θα σε πειράξει, μήπως η αστυνομία? Και γελώντας, σήκωσε τα χέρια και μου λέει: «βλέπεις, τα λες και μόνος σου». Βέβαια, όταν τον ρώτησα τι θα έκανε αν ήταν το παιδί του στη θέση μου, μου απάντησε πως το παιδί του δεν θα ήταν «τέτοιο τσογλάνι να πηγαίνει στις πορείες», άσχετα με το τι ευαγγελίζονται στις ανακοινώσεις τους, για να κανουν επίκληση στο συναίσθημα της κοινής γνώμης… Αν και θεωρώ θετικό το στοιχείο να πηγαίνουν τα παιδιά των αστυνομικών στις πορείες, κατι θα ξέρουν…

Τελικά, με πέταξαν έξω απ’ το τμήμα χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα καλά-καλά και σίγουρα δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου καθόλου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα εκείνη την ώρα, ούτε να πάρω κάποιον τηλέφωνο ούτε να πάρω το ΕΚΑΒ, τίποτα, ένιωθα σαν μισοπεθαμενος και απλώς προσπαθούσα κούτσα κούτσα να φτάσω κάπου, ούτε ήξερα που, να βρω λίγο νερό να πιω, να κάνω κάτι για να επιβιώσω, έτσι ένιωθα εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς με βρήκανε κάποια παιδιά που πήγαιναν φαγητό και πράγματα στο παιδί που κρατούνταν από τα γεγονότα του Σαββάτου, με μαζεψαν, με πήγανε σπίτι, επικοινώνησα με τους δικούς μου, πήραμε τηλέφωνο το ΕΚΑΒ και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…

Ξέρω πως η επίθεση εναντίον μου ήταν στοχευμένη. Ξέρω πως δεν τους νοιάζει να βαράνε μπροστά στα μάτια του κόσμου και να κάνουν επίδειξη εξουσίας. Ξέρω πως δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι σε σχέση με τον ρόλο της αστυνομίας, όσα και να αποκαλυφθούν για αυτούς, αφού είναι οι εντολοδόχοι εκτελεστές του κρατικού μηχανισμού. Αλλά αν θεωρούν πως μας φοβίζουν, εκεί κάνουν ένα μεγάλο λάθος: δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν. Οι ιδέες μας, οσους κι από ‘μας αν σκοτώσουν, δεν θα πεθάνουν ποτέ, θα κατοικούνε πάντα στα μυαλά των ελεύθερων ανθρώπων. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε πάντα εδώ, ενάντια σε κάθε τι που μας πνίγει και δεν μπορούμε να ανασάνουμε, ενάντια στο άδικο, για την ελευθερία όλων μας, σε κάθε γωνιά του πλανήτη.

Κι ας μην νικήσουμε ποτέ… Θα πολεμάμε πάντα!!

Ο πατέρας του μιλά στην Εφημερίδα των Συντακτών εκείνες τις ημέρες και καταγγέλλει με την σειρά του:

«Οπως προκύπτει από σχετικό βίντεο που υπάρχει, ο γιος μου πήγε να πει “τι κάνετε” προς τους αστυνομικούς των ΟΠΚΕ και ΜΑΤ που βρίσκονταν έξω από τα δικαστήρια της πόλης. Οι αστυνομικοί πετάχτηκαν από μια απόσταση 10-15 μέτρων μακριά, οπότε ακόμη και να είπε κάτι ο γιος μου δεν το άκουσαν, απλά ήταν έτοιμοι να χτυπήσουν.

»Επεσαν πάνω του 10 οπλισμένοι και εκπαιδευμένοι και τον έσπασαν στο ξύλο, κυριολεκτικά. Σύμφωνα με τους γιατρούς, έχει 6 ή 7 σπασμένα πλευρά και το συκώτι του έχει πάθει μια μικρή θλάση, γεγονός που μας βάζει σε πολύ μεγάλες περιπέτειες διότι ταράχτηκε ζωτικό όργανο του οργανισμού του. Ενώ τον χτυπούσαν και τους φώναζε “σταματήστε, δεν μπορώ να πάρω ανάσα”, αυτοί συνέχιζαν. Και δεν είναι αντιγραφή από αυτό που έγινε στην Αμερική, αφού όταν σπάσει κανείς -ακόμη και ραγίσει- ένα πλευρό, δεν μπορεί να αναπνεύσει από τον φοβερό πόνο.

»Αφού του έβαλαν χειροπέδες, τον χτυπούσαν εκεί που πονούσε ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο που τον έβαλαν για να τον πάνε στο Αστυνομικό Τμήμα. Αλλά και μέσα στο Τμήμα επίσης τον χτυπούσαν με σαδισμό και τον βασάνισαν. Το παιδί τούς παρακαλούσε για ένα ποτήρι νερό και τον έβαλαν σε έναν καταψύκτη ο οποίος έτρεχε σταγόνα σταγόνα και προσπαθούσε, μη μπορώντας να σταθεί στα πόδια του, να βάλει τη γλώσσα του να πάρει μια σταγόνα νερό και αυτοί γελούσαν. Πού ζούμε; Τι καταστάσεις είναι αυτές; Σε ποιον αιώνα ζούμε; Σε αυτή τη χώρα που λέγεται χώρα της δημοκρατίας;

»Το ότι τελικά τον άφησαν σημαίνει δύο πράγματα. Καταρχήν, ότι δεν είπε κάτι εναντίον τους και τον άφησαν επειδή δεν υπήρχε κατηγορία. Και, κατά δεύτερον, επειδή τη στιγμή που τον συνέλαβαν έγιναν δικαστές και τον τιμώρησαν. Όταν κάποια στιγμή οι αστυνομικοί στο Τμήμα σταμάτησαν το σαδιστικό τους έργο και βαρέθηκαν να τον χτυπάνε, ο γιος μου τους άκουσε να λένε “τώρα τι κάνουμε, αν τον κρατήσουμε θα πρέπει να τον πάμε σε νοσοκομείο”. Και του έδωσαν μια κλοτσιά και τον πέταξαν έξω.

Όταν ένα αυτοκίνητο χτυπάει κάποιον στον δρόμο και τον εγκαταλείπει, αυτό ονομάζεται εγκατάλειψη θύματος. Αυτοί όχι μόνο τον εγκατέλειψαν, αλλά του έδωσαν και μια κλωτσιά να πάει στο χαντάκι για να μη φανεί το τι έκαναν. Όμως, είναι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν καταστάσεις. Δεν είναι δυνατόν ένας νεαρός να μην μπορεί να αντιμετωπιστεί από 10 πάνοπλους αστυνομικούς. Δεν είναι ο ρόλος της αστυνομίας αυτός σε μια ευνομούμενη πολιτεία. Αίσχος!

»Η παραμικρή κίνηση του παιδιού στο αμέσως επόμενο διάστημα, το οποίο ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε, μπορεί να είναι και ένας και δύο μήνες, μπορεί να του δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα ζωτικά του όργανα και σε ό,τι αφορά το συκώτι του δεν γνωρίζουμε τι συνέπειες θα έχει αυτό, δηλαδή αν θα κάνει επέμβαση, αν θα έχει επιπτώσεις στην υγεία του και στην ίδια του τη ζωή. Αυτή τη στιγμή αυτό που προέχει είναι η υγεία του παιδιού. Βεβαίως, σκεφτόμαστε να κινηθούμε και νομικά, έχουμε έρθει σε επαφή με δικηγόρους, είμαστε σε επαφή και με τις κινήσεις του Βόλου, ενώ υπάρχουν και δικηγόροι που ήταν παρόντες στο περιστατικό.

»Πριν από λίγες μέρες ο γιος μου είχε υπογράψει μια σύμβαση για να δουλέψει, να μπορέσει να ζήσει, να έχει τη ζωή στα χέρια του και ήταν χαρούμενος γι’ αυτό. Ποιος θα τον αποκαταστήσει τώρα σε αυτό;».

Έναν μήνα μετά, εχθές, ο Βασίλης Μάγγος βρίσκεται νεκρός έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

Και, παραδόξως, η ιστορία που ακολουθεί φαίνεται να είναι χειρότερη από αυτήν που προηγήθηκε.

Πλήθος δημοσιευμάτων αναφέρει τον θάνατο του νεαρού. Δημοσιογραφικά, συνδέεται με την καταγγελία του ξυλοδαρμού του, παρότι, επίσημα, κανένα από τα δημοσιεύματα (τουλάχιστον στα μεγάλα μέσα) δεν αναφέρεται άμεσα ως αιτία θανάτου του.

Κατά το μεσημέρι, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, βγάζει αυτήν την ανακοίνωση:

Χάθηκε ένας νέος άνθρωπος 26 χρονών στο Βόλο. Σε ιστοσελίδες και έντυπα που εκφράζουν ή πρόσκεινται στον ΣΥΡΙΖΑ και τον αντιεξουσιαστικό χώρο γίνεται προσπάθεια ή ακόμη χειρότερα συνδέεται ευθέως ο θάνατος με προ μηνός καταγγελία του για αστυνομική βία.

Πρόκειται για αθλιότητα, ασύστολο ψέμα, ακόμη μία, ακόμη ένα. Είναι ανεύθυνοι και αδίστακτοι.

Τα αίτια θανάτου θα αποδειχθούν από την νεκροψία-νεκροτομή που έχει διαταχθεί.

Ας αφήσουμε τη μνήμη του παιδιού στην ησυχία του και τους οικείους του στην θλίψη τους

Κάθε γραμμή – κυριολεκτώ, κάθε γραμμή – από αυτήν την ανακοίνωση είναι μία ύβρις.

Αν αναλύσει κανείς το πνεύμα αυτής της ανακοίνωσης (μέσα του Σύριζα συνδέεουν τον θάνατο με τις καταγγελίες και αυτό είναι άθλιο, ένα ακόμα ψέμα, και θα αποδειχθεί στην νεκροψία) θα αντιληφθεί ότι αυτό που πραγματικά συμβαίνει, είναι μία άνευ προηγουμένου εργαλειοποίηση του θανάτου του Βασίλη Μάγγου από το Υπουργείο, για κομματικούς λόγους, χωρίς καμία απολύτως βάση.

Όπως αναφέρει σε έρευνα που έκανε το ThePressProject, τα μεγαλύτερα από τα μέσα που αναφέρθηκαν στον θάνατο του νεαρού, προφανώς δεν πρόσκεινται ούτε εκφράζουν τον Σύριζα:

 Μάλιστα, με μία απλή αναζήτηση, εντοπίζει κανείς αναρτήσεις της ιστοσελίδες του Βήματος που αναφέρει «Νεκρός ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από την ΕΛΑΣ», του Newsit που αναφέρει «Βόλος: Πέθανε ξαφνικά ο 27χρονος που είχε καταγγείλει αστυνομική βία», του ιστότοπου της εφημερίδας Τα Νέα με τίτλο «Πέθανε ακτιβιστής ένα μήνα μετά τον άγριο ξυλοδαρμό του από αστυνομικούς», του TheToc με «Σάλος στο Βόλο: Νεκρός 27χρονος που είχε καταγγείλει ξυλοδαρμό από αστυνομικούς», του StarChannel με τίτλο «Βόλος: Πέθανε 27χρονος, ο οποίος είχε καταγγείλει αστυνομική βία», καθώς και της HuffingtonPost πως «Πέθανε 26χρονος στον Βόλο που είχε καταγγείλει αστυνομική βία».

Επίσης, ο ίδιος ο Συριζα ΔΕΝ είχε, μέχρι εκείνη την ώρα της ανακοίνωσης του Υπουργείου αναρτήσει ΚΑΜΙΑ δήλωση. Καμία απολύτως, το τσεκαρα και ο ίδιος.

Ούτε μέσα του Συριζα λοιπόν, ή των …αντιεξουσιαστών, ούτε ο ίδιος ο Συριζα. Αν το Υπουργείο δεν είχε προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί πολιτικά αυτήν την ιστορία, δεν θα είχα ασχοληθεί, καθώς πράγματι, πολλοί πίστεψαν πως τα δύο γεγονότα συνδέονται (η καταγγελλία και η κατάληξη), και αυτό θα ήταν μία λογική σύνδεση, μα όντως άδικη πριν εκδοθεί η απόφαση. Υποδεικνύοντας ενόχους όμως, και μάλιστα άδικα, το Υπουργείο (το ίδιο Υπουργείο που θα έπρεπε να είναι ελεγχόμενο για τις καταγγελλίες για τον ξυλοδαρμό, έναν μήνα πριν θυμίζω) ξεκαθάρισε πως τον ενδιαφέρει προτίστως να αποκομίσει πολιτικα οφέλη από τον θάνατο του νεαρού – κάτι επιεικώς απαράδεκτο, σε κάθε ευνομούμενη χώρα.

Η καταγγελία όμως που κάνει το Υπουργείο, είναι πως προσπάθησαν να συνδέσουν τον θάνατο με τον ξυλοδαρμό, κάτι που είναι ψέμα και θα αποδειχθεί στην νεκροψία. …Γιατί είναι ψέμα; γιατί είναι αλητεία; Πως ξέρουν, στο Υπουργείο, τι θα βγάλει η νεκροτομή; Ψέμα θα είναι μόνο αν πράγματι, στην νεκροψία, δεν φανεί ότι άμεση αιτία του θανάτου του είναι ο ξυλοδαρμός. Αυτό, θα το μάθουμε όλοι όταν γίνει αυτή η νεκροτομή – όλοι: το Υπουργείο, τα μέσα ενημέρωσης, τα κόμματα, τότε μόνο, αν κάποιος είχε πει ότι ο Μάγγος πέθανε από τον ξυλοδαρμό θα αποδειχθεί ψεύτης. Εκτός του ότι κανείς από αυτούς που καταγγέλει το Υπουργείο δεν το είπε, και να το είχε πει, πως μπορεί το υπουργείο να το ξέρει από τώρα προκαταβάλοντας το αποτέλεσμα;

Τα πράγματα έγιναν πιο περίπλοκα, πολυ γρήγορα. Ο πατέρας του Βασίλη, δηλώνει στο tvxs:

«Εμείς όμως το ψάξαμε και μάθαμε, ότι την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Έτσι μας είπαν. Πήγαμε στον εισαγγελέα και τον ρωτήσαμε ευθέως: Έχει το δικαίωμα η οικογένεια να επιλέξει που θα πάει η σωρός; Του λέμε εμείς το αντέχουμε ψυχολογικά να περιμένουμε μια μέρα, αφού την Πέμπτη θα υπάρχει εκεί ιατροδικαστής. Δεν αντέχουμε το οικονομικό κόστος της μεταφοράς στη Θεσσαλονίκη, αλλά και για πολλούς άλλους λόγους επιλέγουμε τη Λάρισα» συμπληρώνει, περιγράφοντας τον διάλογό του με τον εισαγγελέα.

«Ο εισαγγελέας μας απάντησε πως ναι, έχουμε λόγο ως οικογένεια, αλλά η απόφαση έχει ληφθεί. Ποιος πήρε την απόφαση ρωτήσαμε; Μας κοιτούσε ο εισαγγελέας χωρίς να μιλάει. Δεχτήκατε πιέσεις του είπα. Μας κοιτούσε και δεν μιλούσε, ομολογώντας με τον τρόπο του ότι δεν μπορούσε να αλλάξει την απόφαση. Μετά μάθαμε, ότι άλλαξαν τα δεδομένα και στη Λάρισα δεν θα έχει ιατροδικαστή για τις επόμενες 15 ημέρες! Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν;» αναρωτιέται ο Γ. Μάγγος.

Σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη λοιπόν; αναρωτιέται ο άνθρωπος. Άδικο έχει;

~

Ο Βασίλης Μάγγος, έναν μήνα πριν, κατήγγειλε όχι μόνο τον ξυλοδαρμό του, αλλά και την μετέπειτα συμπεριφορά της αστυνομίας. Αγνοώ που βρίσκεται η διαδικασία ελέγχου αυτής της υπόθεσης – οι μέχρι τώρα (μη) καταδίκες αστυνομικών σε ανάλογες περιπτώσεις καταγγελιών, δεν με αφήνουν ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Στον θάνατό του, το καταγγελλόμενο υπουργείο εργαλειοποιεί στεγνά και αδυσώπητα σε  μία απίστευτης αθλιότητας ανακοίνωση τον θάνατό του για να χτυπήσει πολιτικούς αντιπάλους του κόμματος που τώρα έχει κυβερνητικές ευθύνες. 

Όπως έχω ξαναπει στο παρελθόν, αν χρειαστεί να δοκιμάσουμε να βρεθούμε στην θέση του Βασίλη για να αισθανθούμε την αδικία, μάλλον θα χάσουμε το νόημα. Το ζητούμενο δεν είναι να καταγγείλουμε την αστυνομική βία, ή την κυβερνητική αναλγησία επειδή μπορεί να είμαστε εμείς αύριο στην θέση του, αλλά μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε αυτός.

Ο Βασίλης Μάγγος, άθελά του, συμμετέχοντας εντελώς τυχαία σε μία διαμαρτυρία για τα σκουπίδια στην πόλη του, αποκάλυψε ένα ολόκληρο κύκλωμα που, δειλά σκουπίδια τον χτυπούν επειδή αντιδρά, αισχρά σκουπίδια τον αφήνουν στον δρόμο παρότι χρειάζεται ιατρική βοήθεια, και γραβατωμένα σκουπίδια αντί να απολογηθούν για τις όποιες ευθύνες τους, εργαλειoποιούν τον ίδιο τον θάνατό του απλώς και μόνο για να αντιπαρατεθούν φθηνά σε πολιτικούς τους αντιπάλους. 

Το νεκρό κορμί του Βασίλη Μάγγου, ξαπλωμένο σε ένα παγωμένο κρεβάτι νεκροτομείου, δεν έχει τίποτα πιο ουσιώδες να μας πει που δεν το έχουμε καταλάβει ήδη μόνοι μας. Το αποτέλεσμα της έρευνας στα πληγωμένα σωθικά του, δεν θα μας υποδείξει κάποιον καινούργιο ένοχο για την δυσώδη κατάσταση που τριγυρίζει όχι μόνο στα ρουθούνια μας, αλλά και μπροστά στα μάτια μας:

Αυτά τα σκουπίδια είναι δικά μας. Εμείς καταναλώσαμε, εμείς επιτρέψαμε την ύπαρξή τους, εμείς τα μαζέψαμε όπως-όπως να μην τα βλέπουμε στην αυλή μας, εμείς τα καταχωνιάσαμε και κάνουμε διαρκώς πως δεν υπάρχουν. Οι πιο αναίσθητοι από μας, το πετυχαίνουν. Οι πιο ευαίσθητοι από μας, που ακόμα ενοχλούνται και διαμαρτύρονται, είναι τόσο ενοχλητικοί, που προτιμάμε το εύκολο τρόπο να τους κλείσουμε το στόμα με μπουνιές, παρά να ασχοληθούμε με τα σκουπίδια μας.

Όμως το κακό με τα σκουπίδια έχει παραγίνει. Δεν κρυβεται πια, ούτε μπορούμε με φθηνά αρώματα να κρύψουμε την δυσωδία τους. 

Έχει έρθει πια ο καιρός, θεωρώ, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, και να τελειώνουμε μια και καλή μ’ αυτά.

«Δεν λέμε ότι το παιδί μας πέθανε από τα τραύματα. Δεν λέμε πως αυτά ήταν η άμεση αιτία θανάτου του. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο ξυλοδαρμός, που είχαν πέσει δέκα πάνω του και του έσπασαν τα πλευρά, επηρέασε πολύ την ψυχολογία του. Αυτό δεν θα το δείξει καμία ιατροδικαστική έρευνα

Ο γιος μας λοιπόν δεν ήταν ένας Γρηγορόπουλος, δεν διεκδικούμε κάτι τέτοιο

Αλλά αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αστυνομικό κράτος καταστολής

Δεν θέλουμε ένα κίνημα για το παιδί μας. Ένα κίνημα για την αστυνομική βία χρειαζόμαστε» 

Η «υπόθεση ταράτσα» – εφάμιλλη της παλαιότερης υπόθεσης «ζαρντινιέρα»-  έχει αναδείξει ως αφορμή ένα σωρό ζητήματα που κρατάγαμε κάτω από το χαλί με μία παράξενη, αλλά κατ’ εμέ ίσως δικαιολογημένη ηττοπάθεια.

Προσωπικά, έχω ξεκαθαρίσει υπερβολικά πολλές φορές πως έχω μόνο μία ψήφο, την δική μου, δεν ζήτησα ούτε ζητάω από κανέναν να την ακολουθήσει ή να την ενστερνιστεί και με διοικεί η ψήφος των υπολοίπων, ευχάριστη ή δυσάρεστη, όπως οφείλω σε μία δημοκρατία. Αλλά όποιος και να είναι επάνω, δεξιά ή αριστερά, Νέα Δημοκρατία, ΠΑΣΟΚ ή Σύριζα, η ευθύνη πέφτει στο να με διοικεί σωστά, δίκαια – όχι στο ποιος είναι επάνω. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι μ’ αρέσει να υπουργοποιείται ο Βορίδης ή ο Γεωργιάδης, να αναλαμβάνουν ρόλο πανταχόθεν ακροδεξιοί, να νομιμοποιείται ο συντηρητικός λόγος – τουναντίον, όσο ήταν στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, υπεύθυνοι ήταν οι ψηφοφόροι τους και αν τους άρεσαν τους ψήφιζαν, αν όχι τους κατέκριναν. Αν κρίνω από το εκλογικό αποτέλεσμα ανά βουλευτή, στο μεγαλύτερο ποσοστό, η δεξιά επικρότησε τους ακραίους. 

Τώρα όμως είναι κυβέρνηση, κυβέρνηση όλων μας. Τώρα, όταν ένας υπουργός λέει «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» είναι ένας λόγος όχι μόνο δημόσιος, αλλά έχει και την βαρύτητα της εξουσίας. Έχει επαναληφθεί πολλές φορές – στο μυαλό μου έρχεται η δήλωση Καραμανλή «να υπάρξει μία διαφημιστική καμπάνια ώστε να νιώθει ως απόβρασμα της κοινωνίας όποιος δεν χρησιμοποιεί εισιτήριο» – όμως εδώ υπάρχει μία εξαιρετικά επικίνδυνη διαδικασία:

Τρεις άνθρωποι, ένας πατέρας και οι δυο γιοί του, έχουν συλληφθεί και, κατά δήλωσή τους, υποστεί βία από την αστυνομία. Η ΕΛ.ΑΣ, προσάπτει σ’ αυτούς όχι απλώς βαριές, αλλά βαρύτατες κατηγορίες – οι δύο γιοι τραυμάτισαν πετώντας πέτρες από την ταράτσα έναν αστυνομικό, έφτιαξαν δολοφονική παγίδα με καρφιά, ενώ ο πατέρας κατηγορείται ότι πήγε να αρπάξει το όπλο του αστυνομικού(!)

Έχουμε δύο εντελώς διαφορετικές οπτικές, που όμως δεν είναι ισοδύναμες. Για τους δημοσιογράφους Κανέλλη των Νέων και Θεοδωρόπουλο της Καθημερινής «ακριβώς έτσι έγιναν τα πράγματα» υιοθετώντας την θέση της αστυνομίας, ο Δημήτρης Οικονόμου ειρωνεύεται την οικογένεια με tweet το οποίο σβήνει μετά, το ίδιο κάνει ο Οδυσσέας Κωνσταντινόπουλος του ΠΑΣΟΚ (που όμως δεν το σβήνει μετά), η huffington post γράφει άρθρο-κόλαφο με τίτλο «Καταληψίες τα δύο αδέρφια που συνελήφθησαν – Ο πατέρας προσπάθησε να πάρει όπλο αστυνομικού» – και δεν μπαίνω καν σε iefimerida και λοιπά κατ’ ευφημισμόν «φιλελεύθερα» site για να δω την δική τους αντιμετώπιση.

Απέναντί τους, μόνο οι μαρτυρίες για το ποιόν της οικογένειας και του πατέρα από τους φίλους τους που έχουν δημόσια φωνή, γιατί ο άνθρωπος τύγχανε γνωστός σκηνοθέτης, τα τραύματα στο πρόσωπο του πατέρα, και οι κάμερες που κατέγραψαν μέρος από το γεγονός.

Μπορώ (με κάποια δυσκολία βέβαια) να κατανοήσω πως κάποιος μπορεί να επιλέξει «να πάρει ένα στρατόπεδο» – είναι βέβαια …ατυχές να είσαι δημοσιογράφος και να μην αναρωτιέσαι ΜΗΠΩΣ υπάρχει έστω και ένα λάθος στην στάση της αστυνομίας – αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; – ή να είσαι πολιτικός και να μην φροντίζεις να πάρεις μία θέση που σέβεται ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ τον πολίτη πριν καταδικαστεί ως ένοχος.

Αλλά όταν είσαι εξουσία, και η στάση σου είναι «αν δεν ανοίξεις την πόρτα χωρίς ένταλμα είσαι προφανώς παράνομος«, τότε το πράγμα, επιτρέψτε μου, αγριεύει. Αγριεύει πολύ. Και αγριεύει πολύ επιπλέον γιατί λίγους μήνες πριν, οριοθέτησες την άσκηση της εξουσίας με ένα «εγώ θέλω να σπάει την πόρτα και να μπαίνει» – και αυτό ακριβώς, λίγο μετά, κατηγορείται ότι ακολουθήθηκε κατά γράμμα.

Επιτρέψτε μου μία παρένθεση: αν δεν ελέγξει η δημοσιογραφία την εξουσία ποιος θα το κάνει; Λοιπόν η κυβέρνηση (αυτή, η ίδια, δεν είναι παρακαταθήκη της αμαρτωλής προηγούμενης) βρήκε κάποιον να το κάνει, τον όρισε υπεύθυνο, αυτός ο κάποιος αντέδρασε άμεσα και έντονα – και εισέπραξε την νουθεσία του ελεγχόμενου ουσιαστικά από τον ίδιο υπουργού ο οποίος παίρνει ξεκάθαρα θέση, και του υπουργού που θεωρεί εξαρχής παράνομους όσους δεν ασκούν τα δικαιώματα που τους δίνει ο νόμος.

Αυτά, δεν είναι απλώς παραλογισμοί. Αυτές είναι σοβαρότερες, εξόχως επικίνδυνες καταστάσεις.

Ξεκίνησα το άρθρο μου τονίζοντας πως αυτή η υπόθεση ξεσκέπασε όσα κρύβαμε κάτω από το χαλί – και θέλω να κλείσω μ’ αυτό. Η μάχη που βλέπουμε τώρα, δεν είναι του αν η ταράτσα είναι δημόσιος χώρος, δεν είναι αν ο σκηνοθέτης είναι είναι δεξιός ή αριστερός, δεν είναι αν η οικογένεια ήθελε οικειοποιηθεί το καταληφθέν οίκημα ή επιτέθηκε στους αστυνομικούς, δεν είναι αν οι σφαίρες που έριξαν αλλού (εξ επαφής!) σε κοπέλα είναι σφαίρες ή …μπάλες.

Η μάχη της ταράτσας, έχει να κάνει με το αν η πολυκατοικία στην οποία μένουμε όλοι είναι δεξιά, ή ακροδεξιά. Ο Χρυσοχοΐδης δεν μετρά – είναι αναλώσιμος, αυτό δεν είναι απλώς σαφές αλλά και εξαρχής αναμενόμενο. Επιπλέον, αυτή η μάχη δεν αφορά τους αριστερούς, και το λέω τελείως σοβαρά: σε όλο αυτό που συμβαίνει φρονώ ότι ίσως για μία και μοναδική φορά, η αριστερά πρέπει να μείνει σιωπηλή. 

Η δεξιά, καθορίζει και καθορίζεται με την στάση της σ’ αυτήν την συγκεκριμένη υπόθεση με μία συγκεκριμένη γραμμή. Οι θέσεις είναι ξεκάθαρες. Νομίζω ότι φτάνει πια με τα μισόλογα, τα πότε έτσι και πότε αλλιώς. Τα γάντια έχουν βγει – δεν υπάρχουν πια κανόνες. Ας διώξει ο πιο ισχυρός τον πιο ανίσχυρο από την ταράτσα, για να ξέρουμε και εμείς με την σειρά μας, τι ακριβώς μας κυβερνά.

Αν μας κυβερνά το «προφανώς επικροτούσαν την παρανομία, γι’ αυτό δεν άφησαν να μπει η αστυνομία χωρίς ένταλμα» – ή όχι. Δεν υπάρχει εδώ «μέση λύση»: ή παίρνουμε αυτόν τον δρόμο, ή όχι. Ας το λύσουμε μία και καλή, ξεκάθαρα.

Αλλιώς, οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν τσακώνονται αέναα μεταξύ φιλοφρονήσεων στην ταράτσα ανεχόμενη ουσιαστικά η μία την άλλη, και το ξύλο θα συνεχίσουμε να το τρώμε μάλλον εμείς οι υπόλοιποι.

Και δεν θα υπάρχουν πάντα κάμερες να μας δικαιώνουν, ούτε θα έχουμε διάσημους φίλους να ορκίζονται για μας.

Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες, αυτές στις οποίες καταλήγει κάθε προεκλογική περίοδος που ξεκινά την αμέσως επομένη των εκλογών, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω τις σκέψεις μου για τούτες τις εκλογές, έτσι ώστε να τα διαβάζω στο μέλλον, να μοιράζομαι λίγο πως ένοιωθα, πως σκεφτόμουν και πως ζούσα τον Ιούλη του 2019.

Κάθε απολογισμός του παρελθόντος, κάθε κατανόηση του παρόντος, κάθε ελπίδα ή στόχος για το μέλλον, ορίζεται κυρίως από το τώρα • από το πως βλέπεις τα πράγματα αυτήν την στιγμή. Αύριο η οπτική αλλάζει, χθες ήταν αλλιώς, ωριμάζουμε εμείς ή αναδιοργανώνεται η ζωή γύρω μας, οι προσλαμβάνουσες αυξάνονται, τα βλέπεις αλλιώς. Μόνο αν ξέρεις πως αισθανόσουν τώρα μπορείς να κατανοήσεις γιατί κάνεις ο,τι κάνεις τελικά, γιατί βλέπεις τα πράγματα έτσι, γιατί ορίζεις αυτές τις προτεραιότητες και όχι άλλες.

Ας δούμε πρώτα το παρελθόν.

Πουλήσαμε βλήματα στην Σαουδική Αραβία, κάναμε δώρο στα κανάλια τον φόρο του 20% που τους αναλογούσε, δεν αλλάξαμε, ως οφείλαμε, την κολπική εξέταση στις κρατούμενες γυναίκες, δεν δικαιώσαμε τις Αμαλίες, αφήσαμε τους ανθρώπους να σκοτώνονται ατιμώρητα για τις ομάδες τους και τους πληρώσαμε γι’ αυτό μέσω της ΕΡΤ, αφήσαμε τα ΕΛΠΕ ατιμώρητα και ξεχάσαμε τον θάνατο τεσσάρων ατόμων (ξανά: Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας), δεν διαχωρίσαμε το κράτος από την θρησκεία, συνεχίσαμε τις απελάσεις προς την Τουρκία (ακόμα και εκτός νομίμων διαδικασιών), όχι μόνο το Mall συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά ο πρωθυπουργός επιχαίρει πως οι δουλειές με τον άνθρωπο που το εμπνεύστηκε και το δημιούργησε έγινε ο,τι είναι δυνατόν για να συνεχιστούν απρόσκοπτα και στο Ελληνικό, κάναμε δωράκι την άρση της προστασίας από τα τυχερά παιχνίδια, το μνημόνιο ψηφίστηκε fast-track, δεν σταμάτησαν (παρότι μειώθηκαν) όπως είχε υποσχεθεί, εκατόν ένας οι νεκροί στην πυρκαγιά στο Μάτι, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τα πολυνομοσχέδια, και οι διατάξεις σε άσχετους νόμους, δεν προχώρησε η Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου για να δούμε πως φτάσαμε να χρωστάμε τόσα χρήματα, τα φραουλοχώραφα δεν έχουν βελτιωθεί – οι συνθήκες παραμένουν απαράδεκτες, ακόμα καίγονται άνθρωποι γιατί κρυώνουν, δεν προστατευτήκαμε από τα κάθε luxleaks και τα Paradise Papers που φοροαποφεύγουν ζημιώνοντας την οικονομία μας, τα αυθαίρετα ακόμα εξαγοράζονται με φόρους και πρόστιμα, οι τράπεζες έχουν το δικαίωμα να δεσμεύουν χρήματα από τον λογαριασμό πολιτών, και για δικές τους υποθέσεις, και για οφειλές προς το κράτος – ούτε καν υποχρεούνται να ενημερώσουν τον καταθέτη, ούτε να έχουν την σύμφωνη γνώμη του, ο ΕΝΦΙΑ παραμένει ως φόρος – ενοίκιο ιδιοκτήτη στο κράτος, τα ΜΑΤ δεν φέρουν ακόμα διακριτικό αριθμό για να εντοπίζονται τυχόν παράνομες πράξεις τους (όπως αυτές στον Μάριο Λώλο και τον Μανώλη Κυπραίο), παραμένει ως φόρος και ο φόρος επί της κινητής τηλεφωνίας, άνθρωποι πεθαίνουν ακόμα στο Κολαστήριο (ατιμώρητα) για ένα χαλασμένο δόντι, φερθήκαμε αισχρά στην Μόρια και στα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποδεχθήκαμε τους νεκρούς της, (δεν) γίναμε σοφότεροι στην αναισθησία μας, τους αφήσαμε να παγώσουν απροστάτευτοι, τους εκδικηθήκαμε , «κρατικοποιήσαμε» το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για χρέη που κανείς δεν έχει ελέγξει πως έγιναν, περάσαμε την δημόσια περιουσία για 99 χρόνια σε μία εταιρία εξυπηρέτησης του χρέους και όχι των πολιτών, η Αμυγδαλέζα δεν έκλεισε (και άνθρωποι ακόμα έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας εκεί, εικοσιτέσσερις πνιγμένοι στην Μάνδρα, ακόμη πληρώνουμε για εξοπλισμούς, η Ελληνικός Χρυσός ακόμα σκάβει, χτίζει, κόβει δέντρα, και συνεχίζει το έργο της, οι άνθρωποι διαχωρίζονται ανάλογα με το με ποιο φύλο προτιμούν να ερωτεύονται για το αν θα αναθρέψουν παιδιά, το Μαξίμου παρέμεινε κομματικό όργανο , οι ελεύθεροι επαγγελματίες προπληρώνουν τον φόρο για την επόμενη χρονιά(!), ακόμα η φορολογία στο πετρέλαιο θέρμανσης είναι υψηλή, η υπόθεση Χαϊκάλη παραμένει στο συρτάρι της εισαγγελίας, η Frontex ελέγχει τα σύνορά μας, ο Οδυσσέας, το εθελοντικό σχολείο της Θεσσαλονίκης ακόμα χρωστάει το παράλογο πρόστιμο που του έχει επιβληθεί (και, αν δεν χρωστάει πια, είναι γιατί θα το έχει αποπληρώσει όλο, παρά τις αντίθετες δεσμεύσεις), τα κανάλια δεν τιμωρήθηκαν ουσιαστικά όταν τα έπιασαν να ορίζουν την πραγματικότητα αντί να την περιγράφουν, ούτε και οι δημοσιογράφοι , ο φράκτης στα βόρεια σύνορά μας παραμένει ακόμα εκεί, οι εφοπλιστές (δεν) πληρώνουν όσα οι ίδιοι κανονίζουν ως… «φόρο», οι διευθύνσεις στα Κολαστήρια και στα ΑΤ που αποδεδειγμένα βασάνιζαν κόσμο παραμένουν ατιμώρητες….

….και τόσα πολλά άλλα, που δεν θυμάμαι καν. Μία τετραετία πλήρης, με οφειλές για το μέλλον, με υποσχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν, με όνειρα που δεν έγιναν πράξη.

~

Ας δούμε όμως και το παρόν.

Ζούμε (για εμένα), στο κατώφλι των χειρότερων εκλογών που έχω βιώσει. Ξέρω καλά ότι τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα όταν ο Παπανδρέου και ο Μητσοτάκης ήταν αντίπαλοι, μα τότε τα ζούσα ως έφηβος, πιο αποστασιοποιημένα, πιο ονειρικά: Τώρα, τίποτα ονειρικό δεν έχει μία μιντιακή υστερία να ψηφιστεί ο εκλεκτός της καρδιάς τους, να βάζουν υποψηφιότητα άνθρωποι που ελέγχονται από την δικαιοσύνη – και στο ευρωκοινοβούλιο να εκλέγονται κιόλας, τίποτα αθώο δεν έχει η απόλυτη συντηρητικοποίηση του πολιτικού και κοινωνικού λόγου, η επιστροφή στο παρελθόν του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», με δόσεις «Μαδούρων», «ακροαριστερών φίλων της τρομοκρατίας» και «έκφυλων».

Μπορεί, δεν ξέρω, όλο αυτό να έχει ξεκινήσει πιο νωρίς – μπορεί. Μα μετά από δέκα χρόνια απόλυτης εξαθλίωσης, δημοκρατικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το να υπερασπιζόμαστε ακόμα τον διαχωρισμό της ευθύνης της πράξης απέναντι στην ευθύνη της φυλής, το δικαίωμα στην σεξουαλική αυτοδιάθεση, το να μην θεωρούμε όποιον διαφωνεί μαζί μας «εχθρό της πατρίδας» – είναι μία μάχη που δυσκολεύομαι πολύ να βρω τις αντοχές να την δώσω.

Ο πολιτικός χάρτης, μοιάζει μάλλον ζαλισμένος:

Στα δεξιά, ο συντηρητισμός πλέον υψώνει την φωνή του, με όλα τα νέα στελέχη που τον εφοδιάζει: Είτε πρόκειται για alt-right ανερχόμενες προσωπικότητες, όπως ο Μπογδάνος, είτε πρόκειται για καινούργιους προέδρους κομμάτων όπως ο Βελόπουλος, από την νέα βουλή όχι μόνο δεν θα λείψει η συντηρητική ατζέντα, μα θα έχει κυρίαρχο λόγο. Αν βγει κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία, που στα ψηφοδέλτιά της ο συντηρητισμός έχει βροντερή φωνή, τότε να περιμένουμε και αντίστοιχη πολιτική ως κυβέρνηση.

Οι ναζί όχι μόνο -ανεξαρτήτως του εκλογικού ποσοστού που θα πάρουν στις εκλογές που έρχονται- ενσωματώθηκαν πάλι στην καθημερινότητά μας από την κερκόπορτα του Μακεδονικού θέματος αλλά έγιναν και όχημα και για τις δύο πλευρές της υπόθεσης: οι κατά της συμφωνίας χρειάζονταν στρατιώτες, οι υπερ έναν φρικτό εχθρό. Οι πεντακόσιες χιλιάδες ψήφοι που συγκέντρωσε στο παρελθόν, ακόμα και αν δεν πάνε εκεί, θα μοιραστούν στα υπόλοιπα συντηρητικά κόμματα.

Στο λεγόμενο κέντρο, μάχονται ΚΙΝΑΛ και Λεβέντης, αν και η μάχη είναι μάλλον άνιση. Ο Λεβέντης έδειξε ο,τι είχε να δείξει – και φαίνεται πως δεν θα πείσει άλλους ψηφοφόρους. Το ΚΙΝΑΛ (ας το λέμε ΠΑΣΟΚ για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας) έπαιξε καλά το χαρτί «υπάρχουμε» -κυρίως με την αποπομπή Βενιζέλου- το χαρτί «θα μας χρειαστείτε», καθώς προσβλέπει σε μία μη αυτοδύναμη κυβέρνηση στις 8 του Ιούλη όπου η παρουσία του θα είναι αναγκαία, και τραβάει από τους παλιούς χωρίς απαραίτητα να μπορεί να δημιουργήσει καινούργιους ψηφοφόρους.

Οι αριστερές εναλλακτικές από την άλλη μοιάζουν αδύναμες. Η ΛΑΕ και η Πλεύση δεν έχουν αρθρώσει πειστικό λόγο στους πολλούς, λειτουργούν κυρίως με αρχηγικές δομές, έχουν μεν πλάνο, δεν ξέρω όμως κατά πόσο είναι εφικτό ή/και ξεκάθαρο – και χάνουν τους λιγότερο σκληρούς αριστερούς με την στάση τους σε θέματα όπως πχ στο Μακεδονικό. Το ΜέΡΑ25, the new kid on the town, μοιάζει να κερδίζει με ένα πιο ανοικτό πρόγραμμα, αλλά φαίνεται πως τον διακατέχει η ίδια ασθένεια με τους άλλους, καθώς έχει ιδιαιτέρως προσωποκεντρική δομή, προχειρότητα στις επιλογές προσώπων λόγω της πίεσης του χρόνου, και η οικονομική του πολιτική φαίνεται πως δεν κατάφερε να είναι αρκετά απλή ώστε να την κατανοήσουν πλήρως όλοι.

Το ΚΚΕ …παραμένει το ΚΚΕ, ό,τι και αν συνεπάγεται αυτό. Εξίσου συντηρητικό με το πρόσφατο παρελθόν του -για άλλους καλό αυτό, για άλλους κακό- έχει μία γραμμή, την κρατάει, και μένει να φανεί αν θα το εισπράξει σε επιπλέον ψήφους ή όχι.

Ποτάμι και ΑνΕλ δεν κατεβαίνουν σ’ αυτές τις εκλογές, καθώς η προηγούμενη τετραετία τα πλήγωσε βαθιά δημοσκοπικά, θα έλεγα για τελείως διαφορετικούς λόγους.

Αυτή η πολιτική εικόνα για μένα είναι ιδιαιτέρως απογοητευτική. Υπήρξε μία έντονη μεν, πλήρης δε τετραετία, χρόνος ικανός για να δομηθεί ένας νέος πολιτικός λόγος, μία πολιτική πρόταση που θα μπορούσε να αναλύσει ήρεμα τι έγινε, γιατί έγινε, και να καταθέσει προτάσεις για να μην ξαναγίνει. Να συγκεντρώσει ανθρώπους που έμειναν έξω (κυρίως για πολιτικούς λόγους) από την διαδικασία, να τους πείσει να συμμετάσχουν, να τους δώσει βήμα να μιλήσουν αυτοί που δεν ακούστηκαν ως τώρα – αν υπάρχουν, και όσοι υπάρχουν. Αυτό βέβαια, ως προϋπόθεση, θα είχε και το να μπορούμε και εμείς ως ψηφοφόροι να καταλάβουμε ΤΙ έγινε, ΓΙΑΤΙ έγινε, και κυρίως πως δεν θα ξαναγίνει, και, φυσικά, την ξέρετε την άποψή μου, ήταν άλλη μία χαμένη τετραετία καθώς δεν φαίνεται πως μάθαμε τίποτα.

Η δικαιοσύνη δεν βρίσκεται στις καλύτερες ημέρες της και η δημοκρατία λιώνει από το ίδιο της το οξύ των πολιτικών της.

Και όλα αυτά, κυρίως επειδή ο μεγάλος χαμένος παραμένει η δημοσιογραφία.

Μονοπώλια μιντιακής επικοινωνίας, που συνήθως εξυπηρετούν τους δικούς τους σκοπούς, θάβουν όποια είδηση δεν θέλουν να ακουστεί, αναγάγουν σε πρώτο θέμα όποια είδηση εξυπηρετεί τα πλάνα τους, δημιουργούν ειδήσεις αν χρειαστεί να ενισχύσουν την άποψή τους. Εδώ και πολλά χρόνια, δεν εξυπηρετείται η αλήθεια – και, όσο γίνεται αυτό, ούτε η δικαιοσύνη, ούτε η δημοκρατία έχουν καμία τύχη.

Παρότι αυτό παλιότερα θα έμοιαζε απίθανο, είμαι πεπεισμένος ότι σήμερα η δημοσιογραφία είναι στο χειρότερό της σημείο, και δυστυχώς χωρίς κανένα φανερό σημάδι ανάκαμψης από αυτήν την απογοητευτική θέση. Αντιθέτως.

~

Να δούμε όμως: τι αύριο θέλουμε;

Αντί να μου πουν οι άλλοι τι αύριο μου προτείνουν, οφείλω, μετά από τόσα χρόνια, να το ζητήσω εγώ. Ξέρω τι θέλω, ξέρω και από ποιον μπορώ να το ζητήσω και από ποιον όχι. Ξέρω πως κάπου συμφωνώ με τους άλλους, και κάπου διαφωνώ. Και όπως κάνω σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, το καταθέτω για να είμαι τίμιος και αύριο με όσα ζητάω:

Θέλω όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κάθε φυσικού ή τεχνητού διαχωρισμού να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια δικαιώματα. Θέλω να έχουν το δικαίωμα να σκέπτονται ελεύθερα, να τιμούν τους θεούς τους και να οργανώνουν πολιτικά τα θέλω τους, να αγαπούν όποιον θέλουν και να μην υφίστανται διαχωρισμούς γι’ αυτό. Θέλω να έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις απέναντι στον νόμο, όπως θα έχω και εγώ ως κράτος απέναντι στ’ αυτούς. Θέλω η κυβέρνησή μου να τους παρέχει υγεία, παιδεία, στέγη και φαγητό ως οφείλει, ανεξαρτήτως της οικονομικής και νομικής τους κατάστασης και να μην καταστέλλει τις αντιδράσεις τους όταν τους στερούνται αυτά τα βασικά, ανθρώπινα δικαιώματα.

Θέλω μια οικονομία που να προστατεύει τον αδύναμο, συγκεντρώνοντας από τον πιο ισχυρό, αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει σε όλους να κερδίσουν από τις ιδέες τους. Θέλω να προστατεύει τον εργαζόμενο αλλά ταυτόχρονα να επιτρέπει στον εργοδότη να λειτουργεί με νόμους προκαθορισμένους, που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο. Θέλω ίση επιχειρηματική μεταχείριση σε όλους, χωρίς χάρες σε ημέτερους και φίλους. Θέλω βασικές δομές, όπως η υγεία, η παιδεία, η ενέργεια, το νερό να καλύπτουν κρατικά και αξιοπρεπώς τις βασικές ανάγκες όλων με την οικονομική στήριξη όλων των πολιτών.

Θέλω ο πολίτης να μπορεί να διαμαρτύρεται, χωρίς να φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα. Θέλω οι ενστάσεις του όχι απλώς να επιτρέπονται, αλλά να προστατεύονται και να δίνεται η δυνατότητα να εκφράζονται όσο πιο ξεκάθαρα και δυνατά γίνεται.

Θέλω η κρατική βία να ελέγχεται πλήρως, και πιο αυστηρά από κάθε άλλη βία, και οι τιμωρία όσων εκμεταλλεύονται την δυνατότητα για να ασκείται κρατική βία, να είναι παραδειγματική. Θέλω οι κρατικές αρχές να είναι υπεύθυνες και υπόλογες για την ασφάλεια και την ισονομία για κάθε πολίτη που έχει στερηθεί για οποιονδήποτε λόγο τα δικαιώματά του.

Θέλω να διαχωριστεί το κράτος από την θρησκεία. Οι πολίτες (να) έχουν δικαίωμα στον/στους θεούς τους, χωρίς αυτό να αποτελεί κρατική υποχρέωση και/ή δέσμευση.

Θέλω οι τραπεζικές δομές να ελέγχονται πλήρως. Θέλω η πρόσβαση στο χρήμα να είναι εφικτή για όλους με τους ίδιους όρους και τους ίδιους κανόνες. Θέλω ξεκάθαρες και διαφανείς διαδικασίες ελέγχου και λειτουργίας.

Θέλω η πολιτική ζωή του τόπου να ελέγχεται πιο δίκαια. Θέλω να υπάρξουν επιτροπές δικαστών, και όχι πολιτικών φίλων που θα καθορίζουν αν μία παράβαση βουλευτή είναι ή δεν είναι πολιτική δίωξη.

Θέλω κάθε άνθρωπος που γεννήθηκε εδώ, να έχει τα ίδια δικαιώματα με όλους εμάς. Να μπορεί να ψηφίζει, να έχει πατρίδα και τους ίδιους κανόνες και δικαιώματα όπως όλοι οι υπόλοιποι από εμάς. Θέλω κάθε άνθρωπος που φτάνει ως εδώ, να αντιμετωπίζεται με σεβασμό. Να έχει εγγυημένο ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δικαιωμάτων, να του δίνεται ελευθερία και η ευκαιρία αν θέλει να ταξιδέψει αλλού, ή να διεκδικήσει άσυλο με την ελάχιστη ταλαιπωρία και να το παίρνει όσο πιο εύκολα είναι δυνατόν αν το δικαιούται.

Θέλω κάθε κρατική δαπάνη να είναι διαφανής, δημόσια, δικαιολογημένη και ελεγχόμενη.

Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει το αυτονόητο δικαίωμα στην αυτοδιαχείριση. Το κράτος να τον προστατεύει όταν το ζητά, αλλά να μην τον τιμωρεί για πρακτικές και τρόπους ζωής όταν κάνουν κακό μόνο στον ίδιο, και όχι στους ανθρώπους γύρω του.

Θέλω σεβασμό στο κοινοβούλιο. Θέλω να μην έρχονται νομοσχέδια από το παράθυρο, να δίνεται αρκετός χρόνος στους πολίτες να μελετήσουν αν θέλουν τους νόμους και η δυνατότητα να εκφέρουν απόψεις, αντιρρήσεις και προτάσεις.

Θέλω να μπορούν να ψηφίζουν όλοι, όπου και αν βρίσκονται στον κόσμο, εφόσον έχουν τα εκλογικά τους δικαιώματα, με τον πιο εύκολο, ξεκάθαρο και ιδιωτικό τρόπο.

Θέλω να μάθω πως φτάσαμε εδώ. Θέλω να ξέρω τις ευθύνες του κράτους, να αποδοθούν και να τιμωρηθεί κάθε παρανομία και αβλεψία στον βαθμό που πρέπει, και να επισημανθεί για να διορθωθεί κάθε αστοχία.

Θέλω το κράτος μου να αποσυνδέσει το κόμμα από την εξουσία. Θέλω οι κυβερνήσεις μου να αντιμετωπίζουν τον πολίτη ως αφεντικό και εντολοδόχο, και όχι ως ψηφοφόρο. Θέλω ένα κράτος που συμπεριφέρεται χωρίς «εμείς και αυτοί».

Αυτά θέλω εγώ. Ο καθένας μπορεί να θέλει κάτι άλλο – κάπου να συμφωνεί κάπου να διαφωνεί • όπως έχω ξαναπεί, μία ψήφο εγώ, μία ψήφο και ο καθένας από τους αναγνώστες μου. Ας διεκδικήσουμε όσα πιστεύουμε ότι μας αξίζουν, και ας σταθούμε τίμιοι στα θέλω μας, ώστε το κόμμα που θα κερδίσει την εξουσία, να το ελέγξουμε ως κόμμα όλων μας, όλων των πολιτών και όχι ως «δικό μας ή δικό τους».

Καλή ψήφο σε όλους μας.

Μετά από αρκετές ημέρες απουσίας (πάνε και τα …μεζεδάκια που ήλπιζα να συνεχίζω) και εν μέσω εσωτερικής διαπραγμάτευσης για την συμφωνία των Πρεσπών και την ψήφο εμπιστοσύνης, κάτι που έχει φύγει πλέον από την επικαιρότητα συνεχίζει να με απασχολεί:

Σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης – κράτησης, ένας άνθρωπος από το Καμερούν, έχασε την ζωή του. Χιλιάδες άλλοι περονιάζονται από το κρύο, καθώς δεν υπάρχει θέρμανση ειδικά στις σκηνές, και άλλη μία φωτιά ξέσπασε, σαν αυτήν υποθέτω που στοίχισε την ζωή σε μία γιαγιά και το 6χρονο εγγόνι της Κουρδικής καταγωγής το 2016 καθώς προσπαθούσαν να ζεσταθούν με μία σόμπα.

Από αναθυμιάσεις από μαγκάλι πέθανε ένας άνθρωπος, πακιστανικής καταγωγής, δύο άλλοι κινδυνεύουν – φτωχοί άνθρωποι και αμάθητοι κι αυτοί στην χρήση του όπως και η μητέρα με το παιδί της που πέθαναν το 2012.

Ένας κρατούμενος πέθανε τα Χριστούγεννα (στο πειθαρχείο, και αναφέρεται ότι παρακολουθούσε πρόγραμμα του ΟΚΑΝΑ), ένας ακόμη εχθές δολοφονήθηκε με μαχαίρι στον Κορυδαλλό – ήταν κατηγορούμενος για πολύ σημαντικές δίκες, και ένας ακόμη βρέθηκε κρεμασμένος στο κελί του στα κρατητήρια του Αγίου Νικολάου Κρήτης, μόλις σήμερα.

Για όλους αυτούς, φέρουμε ευθύνη. Ως χώρα, ως πολίτες, ως κυβέρνηση. Η πρώτη και αρχική μας, είναι η αντίδρασή μας για τέτοια φαινόμενα, ώστε να μην ξανασυμβούν.

~

Για κανέναν εξ αυτών, δεν υπήρξε αξιοπρεπής αντίδραση: Ουδείς ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί για το γιατί άνθρωποι στερούνται θέρμανσης λόγω φτώχειας και χάνουν την ζωή τους, γιατί χιλιάδες στερούνται αξιοπρεπούς διαβίωσης στις σκηνές, γιατί κάποιοι πεθαίνουν στην βάρδια των αστυνομικών τμημάτων.

– Για τους νεκρούς των μαγκαλιών, υπάρχει μία κατάφωρη αδικία: Σε τίποτα, σε τίποτα απολύτως δεν διαφέρει ο θάνατος των πακιστανών (υπήρχε και άλλος ένας στην Καρδίτσα, πχ, το 2017), σε τίποτα απολύτως, με τον θάνατο της 13χρονης Σάρας με την μητέρα της. Φτωχοί άνθρωποι, που αναγκάστηκαν να ζεσταθούν με ο,τι είχαν, ακόμα και αν αυτό ήταν επικίνδυνο και θα τους στερούσε και την ίδια την ζωή – όπως και έγινε.

Τότε, έγινε χαμός. Τώρα;

– Για τους νεκρούς μετανάστες μέχρι το 2015, γινόταν χαμός. Τώρα, ένας (ακόμη) άνθρωπος πεθαίνει, χιλιάδες παγώνουν, οι συνθήκες είναι απαράδεκτες, οι καταγγελίες τρομαχτικές που μιλούν μέχρι και για βιασμούς ΑΝΗΛΙΚΩΝ, και το θέμα είναι ως μη-υπάρχον.

Τότε έγινε χαμός. Τώρα;

– Για τους νεκρούς στις φυλακές, έγιναν τόσα, ειπώθηκαν άλλα τόσα. Η αντίδραση έφερε ΤΟΤΕ, ακόμα και επι ΝΔ, καλύτερες συνθήκες, κρεβάτια για όλους, απεντομώσεις. Αντίδραση από ανθρώπους που δεν ψήφιζαν ΝΔ, σε μία κυβέρνηση ΝΔ. Τώρα, άνθρωποι πεθαίνουν από μόλυνση δοντιών, βρίσκονται κρεμασμένοι, άλλοι βασανισμένοι, άλλοι δολοφονούνται ενώ τους περιμένουν σημαντικές δίκες – και υπάρχει απόλυτη σιωπή για τις συνθήκες και τις ευθύνες.

Τότε, έγινε χαμός. Τώρα;

…τώρα;

Αυτή η σιωπή, βαρύνει πρώτα εμάς. Αρνούμαι εκ πεποιθήσεως το «δεν δικαιούστε να ομιλείτε» – γιατί όλοι δικαιούνται να ομιλούν, όταν αυτό που δείχνουν είναι σωστό. Κάθε κατηγορία από όπου και αν έρχεται, αριστερά, κέντρο, ή δεξιά, αν αναφέρεται στον Κορυδαλλό και τα κρατητήρια, αν αναφέρεται στην κόλαση της Μόριας (και στην Σάμο ισχύουν μαθαίνω ίδια και χειρότερα), αν αναφέρεται σε ανθρώπους που χάνουν την ζωή τους το 2019 γιατί πασχίζουν να ζεσταθούν – κάθε καταγγελία αξίζει να ειπωθεί, και αξίζει να προσεχθεί.

Είτε λέγεται μέχρι το 2015, είτε μετά.

Γιατί κάθε νεκρός, λέει – παραδόξως – και μία ιστορία.

Για όσους μιλήσανε, και, κυρίως, για όσους επέλεξαν να μείνουν σιωπηλοί. Για όσους μπορούσαν ΤΩΡΑ να αλλάξουν τα πράγματα, αλλά είναι «οι δικοί μας» επάνω, και δεν τόλμησαν. Για όσους μπορούσαν ΤΩΡΑ να πιέσουν καταστάσεις, και κυβερνήσεις – τις δικές τους κυβερνήσεις, αλλά «μην έρθει ο Κούλης γιατί είναι χειρότερος».

Θα σας ακούσω, και θα ενώσω τις φωνές σας, για κάθε αδικία ακόμα και μετά την όποια αλλαγή κυβέρνησης. Θα δικαιούστε να ομιλείτε όπως και πριν, έτσι και μετά – δεν θα χάσετε το δικαίωμα της καταγγελίας σας στα μάτια μου. Αλλά νιώθω, και να το ξέρετε καλά, πολύ μόνος σε όσα λέω.

Γιατί η άκρα του τάφου σιωπή, δεν μιλάει για τον τάφο των νεκρών. Για την σιωπή των ζωντανών μιλάει.

Συνηθίζεται, στην αλλαγή του χρόνου να κάνουμε απολογισμούς και ευχές. Ευχές και όνειρα για το νέο έτος, με την ελπίδα πως, αυτήν την φορά, θα μπούμε επιτέλους στον κόπο να τα πραγματοποιήσουμε.

Τα όνειρα όμως, δεν θα γίνουν μόνα τους. Το χρήμα δεν θα πέσει από τον ουρανό, η υγεία δεν είναι βέβαιη αν δεν κάνουμε και εμείς αυτό που πρέπει με την σειρά μας, η φιλία και η αγάπη μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα αγώνα και αμοιβαίων υποχωρήσεων, όχι απλώς τύχης.

Το 2018, μου έδειξε πόσο γυμνοί είμαστε. Πέρσι σαν τέτοιον καιρό ονειρευτήκαμε ειρήνη, αλλά ο δολοφονηθείς Κατσίφας ηρωποιήθηκε από τα πιο επίσημα δυνατόν χείλη ως σπόρος για άλλους Κατσίφες αργότερα,

Ονειρευτήκαμε ανθρωπιά, αλλά για την Ελένη Τοπαλούδη φυλάξαμε τις χειρότερες κατάρες και κριτικές,

Ονειρευτήκαμε δικαιοσύνη, αλλά αν δεν υπήρχε μία τυχαία κάμερα, ο Κωστόπουλος θα ήταν από τις αστυνομικές πηγές «ναρκομανής κλέφτης που έπεσε επάνω του μία τζαμαρία» και από την κοινωνία μας παρέμεινε «ένας αρρωστημένος πούστης λιγότερος»,

Ονειρευτήκαμε ασφάλεια αλλά μετά τους 100 πλέον νεκρούς από την πυρκαγιά στο Μάτι, οι προσδοκίες για μία ασφαλή ρυμοτομία έγιναν η πολυφορεμένη τόσα χρόνια πολιτική με νομιμοποιήση των υπαρχόντων αυθαιρέτων,

Ονειρευτήκαμε καλύτερη οικονομία, και βρεθήκαμε αυτούς που βρίζαμε λίγα χρόνια πριν να τους θεωρούμε τώρα «σοβαρούς επενδυτές», να ξεχνάμε τα Mall και να κάνουμε τις βόμβες «εξαγώγιμη πολεμική βιομηχανία»,

Ονειρευτήκαμε το τέλος του ρατσισμού, αλλά ο Πετρίτ Ζίφλε δολοφονήθηκε και ο Εμντί Ιμάμ Ουντίλ γλύτωσε το σπασμένο κεφάλι προτάσσοντας το χέρι του για να επιβιώσει του τυφλού μίσους,

Ονειρευτήκαμε μία φιλόξενη, ανθρώπινη γη αλλά δεκάδες πνίγηκαν πάλι στα υδάτινα σύνορά μας, και όσοι γλύτωσαν βιάζονται και κάνουν απόπειρα αυτοκτονίας ψυχολογικά και σωματικά τραυματισμένοι στα φιλόξενα και γεμάτα σκουπίδια και υπερπληθυσμό στρατόπεδα συγκέντρωσής μας,

Ονειρευτήκαμε μία αξιόπιστη δημοσιογραφία αλλά τα μέσα διανύουν τις χειρότερες στιγμές τους, συγκεντρώνονται σε ελάχιστους ισχυρούς ομίλους, επιβιώνουν με σκοτεινά έσοδα και εξυπηρετούν πρωτίστως όποιον πληρώνει αγνοώντας κάθε είδηση που «δεν αρέσει» στους χρηματοδότες τους,

Ονειρευτήκαμε κράτος δικαίου, και ακόμα και τώρα άνθρωποι αυτοκτονούν και δολοφονούνται στα Κολαστήρια – φυλακές μας χωρίς ουδείς να αναλαμβάνει την ευθύνη τους,

Ονειρευτήκαμε ευημερία και κάποιοι συνάνθρωποί μας ακόμα και απόψε είναι τυχεροί αν ζεσταίνονται με σόμπες – καθώς οι περισσότεροι δεν αντέχουν να αγοράσουν τα υπερφορολογημένα καύσιμα θέρμανσης για να την βγάλουν και αυτόν τον κρύο χειμώνα.

~

Τα όνειρά μας παρέμειναν ευχές. Δεν είναι περίεργο, κάθε άλλο – όταν αναλωνόμαστε σε εσωτερικές κόντρες όπου ο ένας βρίζει τον άλλον είναι δύσκολο να δώσουμε το χέρι ο ένας στον άλλον για να βοηθήσουμε μαζί, όλοι μαζί, τα (κοινά) όνειρά μας να γίνουν κάποια στιγμή πραγματικότητα:

Ποδοσφαιροποιούμε την πολιτική, ανάγουμε τους αρχηγούς σε ηγέτες, τους ηγέτες σε βασιλιάδες, σε σύμβολα που δεν αντέχουμε να τα αγγίξει κανείς, παίρνουμε κάθε μομφή προσωπικά και μαχόμαστε αναλόγως, για κάθε κριτική υπάρχει και ένα βολικό «ναι, αλλά ο δικός σου», και αρκούμαστε ικανοποιημένοι σε μικρές ανούσιες νίκες, όταν ο κάθε Εμντί Ιμάμ Ουντίλ πασχίζει να επιβιώσει σε ένα πάρκινγκ απέναντι σε έναν δολοφόνο με ένα λοστάρι που του σημαδεύει το κεφάλι, ο κάθε ανώνυμος φυλακισμένος στα κολαστήρια αναρωτιέται αν θα καταφέρει να εκτίσει την ποινή του, η κάθε Ελένη να μην θεωρείται δεδομένη από κανέναν, ο κάθε πρόσφυγας ή μετανάστης βαστάει άλλη μία μέρα με το παιδί του με την ελπίδα να γλυτώσει από το κρύο της σκηνής, να προλάβει να του μείνει φαγητό να φάει ή να μην τον βιάσουν αύριο.

Μπορούμε έτσι να ονειρευόμαστε όσο θέλουμε, αλλά το 2019 δεν θα μας φέρει τίποτα καλύτερο.

Ο μόνος τρόπος που μπορώ να σκεφτώ εγώ, είναι να διαμαρτυρηθούμε όλοι μαζί σε όσα συμφωνούμε: Όσοι συμφωνούμε ότι η ασφάλεια των φυλακισμένων μας είναι ευθύνη πρωτίστως της κοινωνίας μας, να απαιτήσουμε να τιμωρείται όποιος και να είναι υπεύθυνος όταν διακινδυνεύεται. Όσοι συμφωνούμε ότι τα ρατσιστικά εγκλήματα δεν έχουν στόχο τον άνθρωπο αλλά την φυλή, να τα καταδικάσουμε χωρίς «ναι, μεν αλλά». Όσοι συμφωνούμε ότι το θύμα δεν προκαλεί και δικαιολογεί τον θύτη, να το ξεκαθαρίσουμε ανεξαρτήτως του ποιος είναι ο δράστης. Όσοι συμφωνούμε ότι η δικαιοσύνη οφείλει πρωτίστως να προστατέψει, να απαιτήσουμε να τιμωρηθεί παραδειγματικά κάθε ένας που παραβαίνει αυτήν την βασική αρχή. Όσοι συμφωνούμε ότι κανείς δεν πρέπει να κρυώνει τον χειμώνα, ότι όλοι πρέπει να έχουν στέγη, φαγητό, και υγεία, να το απαιτήσουμε όποιος και να είναι στην εξουσία.

Όσο τρωγόμαστε μεταξύ μας, όσο μαχόμαστε ο ένας τον άλλον με όπλο τις διαφορές μας και όχι τα κοινά μας ιδανικά, η εκάστοτε εξουσία μένει εκτός κριτικής, και ο κόσμος μας δεν έχει κανέναν-απολύτως-λόγο να παλέψει για να γίνει καλύτερος.

Μπορώ να ευχηθώ σε όλους μας ένα καλύτερο 2019 από το 2018 που πέρασε. Αλλά δεν θα έχει κανένα νόημα η ευχή μου, αν δεν κάνουμε -επιτέλους- κάτι όλοι μαζί γι’ αυτό.