Φαντάσου το, λίγο, αν θες:

Σε μία πόλη της Ελλάδας, ένας άνθρωπος ετοιμάζεται να χάσει το σπίτι του. Έχει μπει κατασχετήριο, για χρέος.

[Αυτό, για κάποιους ανθρώπους, είναι λογικό, και φυσικό]

Κάποιοι συμπολίτες του, του συμπαραστέκονται, αντιδρούν, φωνάζουν. Ενημερώνουν άλλους, τοπικές οργανώσεις και κομματικές οργανώσεις (το ΠΑΜΕ, αν δεν κάνω λάθος) του συμπαραστέκονται, κάνουν φασαρία, και απ’ ότι λέει ο ίδιος, χάρη στην βοήθειά τους, η κατάσχεση αναβάλλεται (ή ακυρώνεται)

[Αυτό, για κάποιους ανθρώπους, είναι, αδιακρίτως, βία]

Το χρέος που έπρεπε να πληρώσει είναι της τάξης των 230 ευρώ. Η εταιρία που ζητάει αυτό το ποσό, είναι η εταιρία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας, Wind.

Το παίρνουν λοιπόν χαμπάρι κάποιοι τουητεράδες, και αρχίζουν το κράξιμο, επικοινωνώντας την ιστορία, αναρωτώμενοι αν ισχύει, και ποια η θέση της εταιρίας.

[Αυτοί, για κάποιους ανθρώπους, έχουν μόλις συστήσει εγκληματική οργάνωση]

Η εταιρία απαντά επισήμως αρνητικά,

αλλά η διαρκώς αυξανόμενη πίεση, οδηγεί την εταιρία να αναθεωρήσει την αρχική της δήλωση.

Πράγματι, η κατάσχεση του σπιτιού για 230 ευρώ πήγε να γίνει, η εταιρία ισχυρίζεται ότι έγινε εκ παραδρομής, και ότι η ίδια δεν είχε, ούτε θα έχει στο μέλλον καμία τέτοια πρόθεση. Για να μην αντιμετωπίσει ο άνθρωπος επιπλέον κανένα πρόβλημα, η εταιρία διαγράφει το -έτσι και αλλιώς, ευτελές- χρέος του.

Ως εδώ λέω στοιχεία; Καθαρά, και όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτα;

Ναι;

Πάμε τώρα στην σκέψη μου.

~

Ας υποθέσουμε ότι η εταιρία είναι ειλικρινής. Ας υποθέσουμε (υπάρχουν ενστάσεις για το αντίθετο, θα αποδειχθεί πιστεύω ποιος έχει δίκιο, αλλά ας ΥΠΟΘΕΣΟΥΜΕ) ότι το δικηγορικό γραφείο έδρασε αυτοβούλως, διότι έτσι κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει, και ότι ο πελάτης εταιρία δεν είχε όντως τέτοια πρόθεση.

Αν δεν γινόταν ο χαμός, ο άνθρωπος αυτός θα έχανε το σπίτι του. Είναι τόσο απλό: θα έχανε το σπίτι του. Για 230 ευρώ, ΚΑΙ ΕΝΩ Η ΕΤΑΙΡΙΑ (υποθέτουμε, ε; μην μου θυμώσεις γι’ αυτό) ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΤΕΤΟΙΑ ΠΡΟΘΕΣΗ, ο άνθρωπος θα έχανε το σπίτι του.

Δεν σου λέω -πρόσεξε!- δεν σου λέω είναι δική μου θέση ότι είναι γελοίο, αν όχι εγκληματικό να σου κατάσχουν το σπίτι για τόσο ευτελές ποσό, δεν το λέω εγώ: η ίδια η εταιρία το λέει. Η ίδια η εταιρία λέει ότι δεν θέλει κατασχέσεις, πόσο δε μάλλον για 230 ευρώ.

Ξέρεις τι καταλαβαίνω εγώ;

Όσο ποινικοποιείται η αντίδραση, τόσο ο παραλογισμός θα εγκαθίσταται δίπλα μας. Σαν το ανέκδοτο με τις μπανάνες, θα αφήνουμε να βρέχεται αυτός που πάει να την φάει, και μετά θα τον χτυπάμε κιόλας, μόνοι μας – χωρίς καν να ξέρουμε γιατί: απλώς, γιατί έτσι πρέπει.

Και για μένα είναι η καλύτερη ιστορία για να σκεφτώ μία εξαίρεση όπου κανείς δεν ήθελε να γίνει μία συγκεκριμένη διαδικασία, αλλά παραλίγο να μην επέμβει κανείς, και να γίνει τελικά, μόνο και μόνο γιατί όλοι μένουμε στο χέσε την λογική, υπάρχουν κανόνες.

Υπόψιν, δεν το χρησιμοποιώ σαν επιχείρημα υπέρ της βίας. Αυτά που έγιναν στις Σκουριές πχ έχουν δύο, κατ’ εμέ διακριτές κατηγοριοποιήσεις: Άλλο να γίνει επίθεση με κουκούλες και να καούν πέντε φορτηγά, και εντελώς άλλο να κάνουν συγκεντρώσεις οι κάτοικοι, να ενημερώνουν για το πρόβλημά τους, να επικοινωνούν τις θέσεις τους όπως μπορούν, να τους ταράσσουν στην νομιμότητα, αν χρειαστεί.

Σκέφτομαι μόνο τι θα γίνει αν, αποδειχθεί ότι όντως η περιβαντολογική καταστροφή είναι η μισή έστω από αυτήν που περιγράφουν.

Δεν θα κάνω παραλληλισμούς με το 1821 ή την γέφυρα του Γοργοποτάμου. Θα το αποφύγω, όχι γιατί δεν ταιριάζει, αλλά γιατί άλλοι μπορούν να το υποστηρίξουν καλύτερα από ‘μένα. Απλώς σκέφτομαι, εγώ, που έχω ταχθεί καθαρά ενάντια στην βία, ότι αυτές οι εξαιρέσεις είναι ένα καλό μάθημα κατά των αφορισμών.

Και μας δείχνουν ότι, το λιγότερο που μπορώ να σκεφτώ, οφείλουμε εμείς (ως κοινωνία, ως δικαστικό σύστημα, ως οικονομική αρχή) να είμαστε πολύ βέβαιοι για ότι πάμε να κάνουμε, και ο κόσμος που ενδιαφέρεται, και αντιδρά στις αποφάσεις μας, να έχει ένα πεδίο δράσης ικανό, να μας αποτρέψει να ασκήσουμε εμείς βία ακόμα και όταν είμαστε, θεωρητικά, πλήρως εντός των κανόνων που θεσπίσαμε, και που με δεύτερη σκέψη προφανώς αντιλαμβανόμαστε.

Με δυο λόγια; Ας ακούσουμε αυτούς που αντιδρούν. Ακόμα και αν νομίζουμε ότι κάνουν τελείως λάθος, ακόμα και αν είμαστε σίγουροι ότι είμαστε σωστοί, ακόμα και αν όλοι οι νόμοι είναι με το μέρος μας, ας δώσουμε στην διαφωνία χρόνο, φωνή, ασφάλεια να εκφραστεί.

Ας επικοινωνήσουμε εμείς οι ίδιοι την διαφωνία τους. Ας τους δώσουμε εμείς οι ίδιοι βήμα να μιλήσουν, δυνατότητα να αντιδράσουν, ακόμα και αν ξεπερνούν κάποια όρια στον εκνευρισμό τους – είμαι σίγουρος ότι δεν θα το κάνουν, αν κάτσουμε λίγο να ακούσουμε τι λένε, πριν βάλουμε ταμπέλες και αντιδράσουμε με την δική μας, σαφώς ισχυρότερη βία.

Είναι πολύ πιθανόν να είναι για το συμφέρον μας.

Να μας γλυτώσει από τον κακό εαυτό μας.

Εχω μεγάλη ανάγκη τις απομαγνητοφωνήσεις. Μεγάλη ανάγκη. Γιατί θέλω να ακούω, και να διαβάζω αυτά που άκουσα, για να τα εμπεδώσω, να ξέρω ότι όντως ειπώθηκαν, δεν είναι λάθος μου, ειπώθηκαν, όντως.

Ακούω σήμερα Ελληνοφρένεια, και έχει απόσπασμα από την Ανατροπή της Δευτέρας.

Στο 56:30″ γίνεται αυτός ο διάλογος:

[…] Πάντως παραμένει αναπάντητο το ερώτημα του κυρίου Πρετεντέρη: τι άλλαξε τελικά; μέσα σε μερικές εβδομάδες; Διότι πριν από μερικές βδομάδες είχαμε καταρχήν ένα success story και από την άλλη μεριά «ήρεμα νερά»..

Μάκης Βορίδης: Αλλα..

.. προχωράμε ήρεμα. Τώρα υπάρχει…

Μάκης Βορίδης: Θα σας πω το εξής…

… που λέει: Δεν εκβιάζομαι και δεν εκβιάζω…

Μάκης Βορίδης: εγώ εχω εκτιμήσεις…

… πάμε σε κόλαση…

Μάκης Βορίδης: Εχω εκτιμήσεις. Έκανε ορισμένες…

..κάποιος πρέπει να μας πει.

Μάκης Βορίδης:…ο κύριος Χριστοδουλάκης. Έκανε ορισμένες ο κ. Χριστοδουλάκης. Εγώ θα σας πω, αν μου ζητάτε την εκτίμησή μου, ότι βρισκόμαστε περίπου στο εξής – και θεωρώ ότι εδώ, στο επόμενο χρονικό διάστημα, αυτό είναι που θα αντιμετωπίσουμε. Το πρόγραμμα ολοκληρώνεται! Προς δυστυχία πολλών και εδώ, το πρόγραμμα ολοκληρώνεται…

Δέσποινα Κουτσούμπα: Όντως προς δυστυχία. Όλου του ελληνικού λαού.

Μάκης Βορίδης: …όλης της αριστεράς,

Δέσποινα Κουτσούμπα: …Όχι μόνο ολοκληρώνεται…

Μάκης Βορίδης: …η οποία είχε πει ότι θα πτωχεύσουμε …

Δέσποινα Κουτσούμπα: …κοντεύει να πεθάνει.

Μάκης Βορίδης:…θα φύγουμε από το ευρώ, πάλεψε για να διώξει όποια προσπάθεια έχει γίνει, όποια επένδυση έχει γίνει…

Δέσποινα Κουτσούμπα: Ηθελα να ‘ξερα σε ποια…

Μάκης Βορίδης:…με μεγάλη συνέπεια.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …κοινωνία ζείτε κύριε Βορίδη, πραγματικά ήθελα να ‘ξερα σε ποια…

Μάκης Βορίδης: Ζω, ζω…

Δέσποινα Κουτσούμπα: …κοινωνία ζείτε…

Μάκης Βορίδης: …ζω πολύ κοντά στην κοινωνία, σ’ αυτήν την κοινωνία μεσα…

Δέσποινα Κουτσούμπα: …ζείτε στην κοινωνία,που συνάδελφός μου έχασε το σπίτι του…

Μάκης Βορίδης: ..η οποία με συγχωρείτε πολύ, εμένα με εκλέγει, εσάς δεν σας εκλέγει!

Δέσποινα Κουτσούμπα: Σοβαρά; θέλετε να βγάλουμε…

Μάκης Βορίδης: Για να τελειώνουμε με την κοινωνία, ναι.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …το [εκλογικό] πρόγραμμα σας….

Μάκης Βορίδης: Για να τελειώνουμε την κοινωνία.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …εξέλεξε αυτή η κοινωνία…

Μάκης Βορίδης: …δεν ξέρω, θα δούμε, αυτό, θα δούμε, λοιπόν, αφήστε τώρα.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Να το δούμε, όχι, να το δούμε…

Μάκης Βορίδης: Αφήστε, αφήστε, αφήστε.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Και εμένα με εκλέγουν οι συνάδελφοί μου και μπορούν να με ανακαλέσουνε αν δεν κάνω αυτά…

Μάκης Βορίδης: Εσείς κατ’ αρχάς, συγνώμη, κομματική ταυτότητα, έχετε εσείς που μιλάτε;

Δέσποινα Κουτσούμπα: Ορίστε;

Μάκης Βορίδης: Έχετε κομματική ταυτότητα; Ως σύλλογος αρχαιολόγων….

Δέσποινα Κουτσούμπα: Γιατί, το ‘χετε απαγορέψει για τους δημοσίους υπαλλήλους;

Μάκης Βορίδης: Όχι! Καθόλου! Έχετε να μας την πείτε θέλω!

Δέσποινα Κουτσούμπα: Θα σας την πω, βεβαίως,

Μάκης Βορίδης: Για πείτε μας την, πείτε μας την!

Δέσποινα Κουτσούμπα: Ακούστε να δείτε…

Μάκης Βορίδης: Πείτε μας την! Πείτε μας την να ξέρουμε με ποιον μιλάμε.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …είμαι [εκλεγμένη], για πολλά χρόνια, και είμαι μέλος στην Ανταρσύα.

Μάκης Βορίδης: Είστε μέλος του Ανταρσύα.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Βεβαίως…

Μάκης Βορίδης: Έτσι, συννενοηθήκαμε.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …βεβαίως. Και γι’ αυτόν τον λόγο…

Μάκης Βορίδης: Άρα λοιπόν…

Δέσποινα Κουτσούμπα: όχι, μισό να τελειώσω. Γι’ αυτόν τον λόγο…

Μάκης Βορίδης: Την [νομιμοποίησή] μου την εκλογική….

Δέσποινα Κουτσούμπα: ..γι’ αυτον τον λόγο ακριβώς….

Μάκης Βορίδης: …μην την θέτετε εσείς….

Δέσποινα Κουτσούμπα: …γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς…

Μάκης Βορίδης: μην την θέτετε εσείς.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …που δεν έχει σχέση με το ότι είμαι πρόεδρος του συλλόγου ελλήνων αρχαιολόγων

Μάκης Βορίδης: Την νομιμοποίησή μου…

Δέσποινα Κουτσούμπα: …γι’ αυτόν τον λόγο έχω και μία…

Μάκης Βορίδης: την εκλογική, μην την…

Δέσποινα Κουτσούμπα: …και μία προοπτική, εάν..

Μάκης Βορίδης: …αμφισβητείτε εσείς.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …Είχατε έναν συνάδελφό μου, από αυτούς που…

Μάκης Βορίδης: Εντάξει;

Δέσποινα Κουτσούμπα: …στην δουλειά….

Μάκης Βορίδης: …Να συνεχίσω, να συνεχίσω.

Δέσποινα Κουτσούμπα: θα σας μιλούσε πολύ χειρότερα από ότι εγώ.

Μάκης Βορίδης: Να συνεχίσω.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Εάν είχατε εδώ τον συνάδελφό μου…

Μάκης Βορίδης: Άρα λοιπόν.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …ο οποίος έφαγε κατασχετήριο, από την ΔΟΥ για 2600 ευρώ χρέος, θα σας μιλούσε πολύ χειρότερα απ’ ότι εγώ…

Μάκης Βορίδης: Τι εννοείτε;

Δέσποινα Κουτσούμπα: ..κύριε Βορίδη.

Μάκης Βορίδης: Τι εννοείτε;

Δέσποινα Κουτσούμπα: Ότι του ήρθε κατασχετήριο…

Μάκης Βορίδης: Ναι;

Δέσποινα Κουτσούμπα: …για χρέος 2600 ευρώ…

Μάκης Βορίδης: Για χρέος 2600 ευρώ.

Δέσποινα Κουτσούμπα: …στην Μυτιλήνη.

Μάκης Βορίδης: Μάλιστα. Επομένως;

Δέσποινα Κουτσούμπα: ..Από την ΔΟΥ Μυτιλήνης.

Μάκης Βορίδης: Κατά την άποψή σας δεν πρέπει…

Δέσποινα Κουτσούμπα: Άνθρωπος, πολύτεκνος με τέσσερα παιδιά,

Μάκης Βορίδης: ..να εισπράττονται τα 2600 ευρώ.

Δέσποινα Κουτσούμπα: ..έκτακτος.

Μάκης Βορίδης: …ευρώ.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Άνθρωπος, πολύτεκνος, με τέσσερα παιδιά, έκτακτος. Έτσι; να εισπράττονται λέτε, να του πάρουνε το σπίτι λέτε.

Μάκης Βορίδης: Εγώ λέω, ξανά…

Δέσποινα Κουτσούμπα: Ζούμε στην ίδια κοινωνία, είστε σίγουρος.

Μάκης Βορίδης: …τα χρέη κατά την άποψή σας, δεν πρέπει να εισπράττονται. Αλλά εν συνεχεία, θα έρχεστε εσείς, που θα εγκαλείτε ακριβώς την κυβέρνηση γιατί δεν εισπράττει τα χρέη! Και άρα δεν έχει χρήματα για να υλοποιήσει την πολιτική της.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Αυτά τα χρέη σας εγκαλεί κανείς που δεν εισπράττετε;

Μάκης Βορίδης: Αυτά λοιπόν τα χρέη…

Δέσποινα Κουτσούμπα: Αυτά τα χρέη;

Μάκης Βορίδης: …και τα άλλα, και θα δούμε.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Οι πεντακόσιοι πέντε ποιον, το Βήμα δεν έγραφε, οι πεντακόσιοι πέντε έλληνες έχουνε δεν ξέρω πόσα δις, δεν…

Μάκης Βορίδης: Απ’ αυτούς, απ’ αυτούς. Λοιπόν…

Δέσποινα Κουτσούμπα: …δεν ξέρω να τα μετράω αυτά τα δις.

Μάκης Βορίδης: Να συνεχίσω κύριε Πρετεντέρη, να συνεχίσω κύριε Πρετεντέρη..

Γιάννης Πρετεντέρης: Οι πεντακόσιοι πέντε…

Μάκης Βορίδης: Ναι, θα λύσουμε, θα λύσουμε…

Γιάννης Πρετεντέρης: […] Εξήντα δις

Μάκης Βορίδης: …το πρόβλημα του προϋπολογισμού με τους πεντακόσιους πέντε. Με τους πεντακόσιους πέντε θα λύσουμε

Δέσποινα Κουτσούμπα: Όχι, θα το λύσουμε με τον έκτακτο συνάδελφο…

Μάκης Βορίδης: …θα λύσουμε το πρόβλημα του προϋπολογισμού. Εσείς με το καλό…

Δέσποινα Κουτσούμπα: με τα 2600 που χρώσταγε στην εφορία

Μάκης Βορίδης: όταν θα ‘ρθετε, όταν θα ‘ρθετε, θα δούμε πως θα πάρετε από τους πεντακόσιους πέντε, τι θα πάρετε.

Δέσποινα Κουτσούμπα: Εγώ είμαι ως πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων – αν δεν το θυμάστε.

Μάκης Βορίδης: Εντάξει. Εντάξει.

Είναι όντως δύσκολο να το παρακολουθήσει κανείς, και πρακτικά εννοώ γιατί μιλάνε όλοι πάνω στον άλλον, γίνεται λίγο χάβρα, πάντα γίνεται. Αλλά το ξεπέρασα, για να αποτυπώσω αυτό που ειπώθηκε.

Ο Μάκης Βορίδης, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, εγκαλεί την Δέσποινα Κουτσούμπα που πρόσκειται στην Ανταρσύα γιατί αυτός έχει εκλεγεί βουλευτής, ενώ αυτή όχι, την μέμφεται γιατί αντιδρά στην κατάσχεση ενός σπιτιού για 2600 ευρώ στην εφορία, αλλά την ειρωνεύεται ταυτόχρονα που τον προτρέπει να τα πάρει από τους 505 έλληνες που έχουν, συνολική περιουσία, εξήντα δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με το Βήμα. «Από αυτούς θα λύσουμε το πρόβλημα του προϋπολογισμού,» της λέει ειρωνικά. «Από αυτούς».

Ισχύει ότι έχω γράψει για τον Στουρνάρα – δεν ξέρει αλλιώς, ούτε αυτός. Και λέει, στην μέση του κειμένου, κάτι εξαιρετικά σωστό και σοβαρό: αυτόν επέλεξε ο λαός. Του έδωσε την ψήφο του, σ’ αυτόν, που επιλεκτικά είναι αυστηρός με όσους χάνουν το σπίτι τους για 2600 ευρώ, αλλά χαλαρός με τους πεντακόσιους πέντε έλληνες που αύξησαν την περιουσία τους στα εξήντα δισεκατομμύρια ευρώ.

Προσωπικά, δεν επιτίθεμαι στην επιτυχία τους. Καλά κάνουν και τα έβγαλαν, και αυτά και άλλα τόσα, αν έγιναν με παρανομίες, υπεύθυνο είναι το κράτος που δεν έλεγξε σωστά, αν έγιναν με ανήθικη νομιμοφροσύνη συνυπεύθυνος είμαι εγώ που αγόρασα τα προϊόντα τους, αν ήξερα τι έκαναν.

Τέσπα, όσο γνωρίζουμε, δεν είναι ένοχοι, για κάτι.

Με μία λεπτομέρεια βέβαια, κανείς μας δεν είναι ένοχος. Ο παππούς που χάνει την σύνταξή του, ή του ακριβαίνουν το φάρμακο, ή ο εργαζόμενος που του μεταθέτουν το έτος σύνταξης μερικά, ή αρκετά χρόνια μπροστά, δεν είναι ένοχος. Ο άνθρωπος που μοιράζει φυλλάδια, δεν είναι ένοχος. Δεν μπορεί να ζήσει μ’ αυτά, δεν μπορεί να συντηρηθεί – αλλά δεν είναι ένοχος γι’ αυτό. Αυτός που δεν βρίσκει δουλειά, γιατί έχει απομυζηθεί όλο το ρευστό από την αγορά και έχουν κλείσει όλες οι επιχειρήσεις, δεν είναι ένοχος. Αυτός που εξαιτίας της ανεργίας ζει στον δρόμο, δεν είναι ένοχος.

Αυτός που θα πλήρωνε την εφορία του, αλλά δεν μπόρεσε γιατί η αγορά γύρω του γκρεμίστηκε, είναι ένοχος; Για τον Βορίδη είναι απλά τα πράγματα. Ναι, είναι ένοχος, να χάσει το σπίτι του για δύο χιλιάδες εξακόσια ευρώ, γιατί χρωστάει στην εφορία και, διάολε, κάπως πρέπει να μαζέψει χρήματα αυτό το κράτος.

Όλα είναι, αν μου επιτρέπετε, καλώς καμωμένα. Είναι σαφές, για μένα αυτό που είπε ο Βορίδης, σαφές, ξεκάθαρο, και ουσιώδες:

Εμένα ψηφίσατε. Εγω, έτσι λειτουργώ.

Αν ψηφίζατε την κυρία Κουτσούμπα, παράδειγμα, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς.

Δεν θέλετε αλλιώς: Θέλετε εμένα που θα συνυπογράψω να χάσει το σπίτι του ο άνθρωπος, για δύο χιλιάδες εξακόσια ευρώ, αλλά που δεν συζητώ να πάρω ούτε ένα ευρώ παραπάνω από τα εξήντα δις ικανών συμπολιτών μας γιατί σιγά μη σωθεί ο προϋπολογισμός έτσι.

Απλό δεν είναι;

Βέβαια, για να μην αδικήσω κανέναν, η Κουτσούμπα λέει «μισό λεπτό να δούμε με τι πρόγραμμα βγήκατε». ‘Ντάξει, ναι, ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΌΜΩΣ. Αν τον ξαναψηφίσει ο κόσμος, θα ξέρει τι παίρνει, πια. Το λέει ο άνθρωπος.

Εμένα απλό μου φαίνεται, και ξεκάθαρο.

Άντε, και καλή ψήφο.

Αγαπητέ Γιάννη, στον ενικό, όπως θέλει και ο Νίκος. Στον ενικό λοιπόν. Άκουσα μία ερώτηση, και κάθε άλλη που θα μπορούσα να ρωτήσω, εξαφανίστηκε. Κάθε άλλη σκέψη, εξαϋλώθηκε. Μου έμεινε στο μυαλό αυτό που άκουσα:

– Υπουργέ, ένα τελευταίο. Ένα λεπτό. Θέλω να μου πείτε, μονολεκτικά, αν είστε θιασώτης της σχολής του Σικάγου, πρώτον, και δεύτερον, μισό λεπτάκι, ένα απόσπασμα από την Real News του κυρίου Χατζηνικολάου. «Σκότωσα το αγέννητο παιδί μου» – Ακούστε το πολύ, προσεκτικά, όλοι:
«Με λένε Δημήτρη. Είμαι 38 χρονών και με τη γυναίκα μου εργαζόμασταν σε γνωστό εμπορικό κέντρο του Πειραιά. Το όνειρό μας μετά από τρία χρόνια γάμου ήταν να αποκτήσουμε ένα παιδί. Τον Μάρτιο η σύζυγός μου έμεινε έγκυος. Έναν μήνα αργότερα η επιχείρηση που δουλεύουμε, έκλεισε. Μείναμε και οι δύο άνεργοι μέσα σε μία νύχτα. Τρομάξαμε. Μετρήσαμε τις δυνάμεις μας. Διαπιστώσαμε με φρίκη ότι δε θα μπορούσαμε καν να θρέψουμε το παιδί που θα φέρναμε στον κόσμο. Και πήραμε την απελπισμένη απόφαση: έκτρωση. Δεν ζητάω εκδίκηση από τους πολιτικούς για το έγκλημα που με ανάγκασαν να κάνω, αλλά μια απάντηση για τα όνειρα που μας “έκαψαν”. Ξέρω ότι αυτό που έκανα δεν είναι η λύση και δεν προτρέπω κανέναν να κάνει το ίδιο. Από εδώ και πέρα η γυναίκα μου και εγώ θα ζούμε με τη μαρτυρική ενοχή ότι σκοτώσαμε το παιδί μας. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος με τέτοιο βάρος μέσα του…». Ευχαριστώ πάρα πολύ.

Γιάννης Στουρνάρας: Να απαντήσω

Νίκος Χατζηνικολάου: Μία φράση και κλείνουμε

Γιάννης Στουρνάρας: Ναι – όχι απλώς δεν ανήκω στην σχολή του Σικάγο, είναι μία σχολή που έχει επιφέρει πολύ μεγάλα πλήγματα όπου εφαρμόστηκαν τα συμπεράσματά της, ως οικονομολόγος είμαι Κενσυανός, ε, και η παιδεία μου, η αγγλοσαξωνική έχει βοηθήσει πολύ σ’ αυτό. Τώρα, όσο αναφορά Νίκο την ιστορία του Δημήτρη που ήτανε στην Real News, επίτρεψέ μου να μην την σχολιάσω καν. Την θεωρώ αστεία, λυπάμαι που το λέω, αν πραγματικά έγινε αυτό, αυτός ο κύριος είναι άξιος της τύχης του, αν έκανε κάτι τέτοιο, αλλά, πίστεψέ με, δεν το πιστεύω αυτό.

Νίκος Χατζηνικολάου: Γιατί το λες αυτό υπουργέ;

Γιάννης Στουρνάρας: Δεν το πιστεύω, δεν είναι δυνατόν…

Νίκος Χατζηνικολάου: …είναι ανθρώπινη απελπισία!…

Γιάννης Στουρνάρας: …δεν είναι δυνατόν να σκοτώσει κάποιος το παιδί του,…

Νίκος Χατζηνικολάου: …έκτρωση…

Γιάννης Στουρνάρας: ..από αυτόν τον λόγο.

Νίκος Χατζηνικολάου: Έκανε έκτρωση. Είναι αληθινή η ιστορία.

Γιάννης Στουρνάρας: Δεν το πιστεύω. Πες..

Νίκος Χατζηνικολάου: Ε.. είναι απόλυτα αληθινή ιστορία, ο …

Γιάννης Στουρνάρας: …δεν το πιστεύω, δεν θέλω να το πιστεύω αυτό το πράγμα.

Νίκος Χατζηνικολάου: .. ο άνθρωπος αυτός μίλησε με τα στοιχεία της ταυτότητάς του, δεν είναι κάποιος…

Γιάννης Στουρνάρας: Λυπάμαι, αν το έκανε λυπάμαι πραγματικά, αν το έκανε λυπάμαι πραγματικά.

Νίκος Χατζηνικολάου: Έχουμε πολλά τέτοια, πολλές τέτοιες κινήσεις απελπισίας όμως, οι αυτοκτονίες τι είναι; Δεν είναι το ίδιο; Με έναν διαφορετικό τρόπο;

Γιάννης Στουρνάρας: Η αυτοκτονία είναι πάρα πολύ σοβαρό θέμα, ναι, όντως.

Νίκος Χατζηνικολάου: Και είχαμε πολλές αυτοκτονίες τα τελευταία χρόνια.

~

Σειρά μου, Γιάννη, υπουργέ μου. Σειρά μου να πάρω τον λόγο.

Εγώ, είμαι εδώ ως πολίτης. Ως υπεύθυνος πολίτης, που ψηφίζω, που λέω στους άλλους για ποιους λόγους ψηφίζω, έχω ευθύνη, έχω ευθύνη της ψήφου μου, όχι μόνο της δικής μου, έχω την ευθύνη για την ψήφο όλων, ως πολίτης, γιατί έχουμε δημοκρατία, και η ευθύνη για τις λάθος αποφάσεις επιμερίζεται σε όλους.

Ως πολίτης, αισθάνομαι ντροπή. Αισθάνομαι ντροπή ακούγοντας αυτήν την ιστορία ρε συ Γιάννη. Θυμώνω ρε συ Γιάννη. Γιατί την πιστεύω αυτήν την ιστορία, πιστεύω πολλές ιστορίες που ακούγονται, ιστορίες που δεν θέλω να αναπαραγάγω, είναι ντροπή ρε συ Γιάννη. Εγώ αισθάνομαι ντροπή.

Ντροπή γιατί η κοινωνία μας, όχι εγώ προσωπικά, η κοινωνία μας θα έπρεπε να μην επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να κάνει τέτοιο πράγμα, όχι τιμωρώντας τον, προστατεύοντάς τον, δίνοντας του λύσεις, εναλλακτικές, δίνοντάς του ελπίδα, βοηθώντας τον.

Ντρέπομαι, και αναλογίζομαι τις ευθύνες μου. Έτσι πιστεύω ότι πρέπει να κάνω. Γιατί το ένα δέκατοεκατομμυριοστό της κοινωνίας αυτής, που πρέπει να ζήσει αυτός ο άνθρωπος, είναι δικό μου δημιούργημα. Και το πριν της, και το τώρα της, και το μετά της.

Και ντρέπομαι, που ένας άνθρωπος όπως εσύ, που ορίζει την οικονομική και κοινωνική στρατηγική της χώρας, λέει δημόσια σ’ αυτόν τον άνθρωπο, ότι είναι άξιος της μοίρας του. Ντρέπομαι που έχεις την δύναμη, που σου εγώ έδωσα την δύναμη, να το ξεστομίσεις αυτό, ντρέπομαι που έχεις την εξουσία να κάνεις εσύ, που θεωρείς αυτό γι’ αυτόν τον άνθρωπο, που σηκώνεις το δάχτυλο και λες «έκανε λάθος», δείχνοντας αυτόν, για την πράξη του, «έκανε λάθος», ντρέπομαι που εσύ να έχεις την δύναμη να το αλλάξεις.

Ντρέπομαι βαθιά που υπάρχεις σ’ αυτό το σύστημα εξουσίας. Ντρέπομαι βαθύτατα που ψήφισα, ως κοινωνία, ανθρώπους που σου εμπιστεύτηκαν την μοίρα αυτού του τόπου.

Για να κάθεσαι κάτω από το φως των προβολέων, με τις τιμές ενός υπουργού ρε συ Γιάννη, και να δείχνεις με το δάχτυλο αυτόν τον άνθρωπο, και να λες ότι έκανε λάθος.

Ότι έκανε λάθος αυτός.

Ντρέπομαι που σου πέρασε από το μυαλό ότι να τολμήσεις να τον κρίνεις, και δεν σου ξεκαθάρισα σωστά ότι πριν, (αποκλειστικά θεσμικά, ως υπουργός, και όχι ανθρώπινα) θα κριθείς εσύ γι’ αυτό που έκανε.

Για τις ευθύνες σου, τις αποφάσεις σου, τις προταιρεότητές σου, και τις παραλείψεις σου.

Και δεν θυμώνω μαζί σου, υπουργέ μου. Ξέρεις γιατί; Γιατί εσύ, δεν είσαι ψεύτικος. Αυτός είσαι. Δεν πούλησες ανθρωπιά και καλοσύνη για να πάρεις την θέση που πήρες: είσαι ένας τραπεζίτης, ένας χρόνια οργανωτής της οικονομικής πολιτικής που ζούμε τώρα, σε όλα τα επίπεδα, ένας υπάλληλος ενός τραπεζικού συστήματος. Δεν είσαι εσύ το λάθος, εσύ είσαι ένας τραπεζίτης.

Ένας άνθρωπος που όλα γύρω του είναι ένα Excel.

Εγώ είμαι το λάθος. Το λάθος είμαι εγώ, γιατί έβαλα έναν τραπεζίτη σ’ αυτήν την θέση. Έβαλα κάποιον που μιλάει κάθε μέρα με επιχειρηματίες και εφοπλιστές και τραπεζίτες, έλληνες και ευρωπαίους, και δεν έχει μιλήσει ούτε με έναν άστεγο. Τόσο καιρό, από τότε που ανέλαβε, έχει χτυπήσει το τηλέφωνό του με εκατοντάδες επιχειρηματίες και εφοπλιστές και τραπεζίτες – αλλά ούτε έναν άστεγο. Ούτε έναν.

Ούτε ένα ζευγάρι ανέργων. Ούτε έναν συνταξιούχο των πεντακοσίων ευρώ, από αυτούς που δεν έχουν γαμπρό υπουργό, υπουργέ μου, αλλά γαμπρό άνεργο, παντρεμένο, που ψάχνει για δουλειά μαζί με το παιδί τους.

Που μοιράζονται την σύνταξή τους, όλοι μαζί.

Δεν φταις εσύ, ρε συ Γιάννη. Δεν μπορείς να ξέρεις.

Εγώ φταίω. Εγώ που έβαλα έναν τραπεζίτη υπουργό των ανέργων, άστεγων, συνταξιούχων, κατεστραμμένων, αντί να βάλω έναν άστεγο για υπουργό μας.

Αυτός, θα καταλάβαινε περισσότερα. Αυτός θα καταλάβαινε ότι κάπως πρέπει να βγει μία οικογένεια, αυτός δεν θα τολμούσε να βάλει δίλημμα «θέλετε πενήντα νεκρούς, ή εκατό»; για να διαλέξω τους πενήντα, αυτός που δεν θα βλέπει ατάραχος 420 εκατομμύρια ευρώ να δαπανώνται σε «έργα υποδομών» σε ένα χρόνο και δεν θα τολμήσει να πει, με διαφορά ημερών, ναι στα 300.000 ευρώ το δίμηνο δαπάνη της ΔΤ, και ταυτόχρονα «είναι άξιος της μοίρας του» για τον άνθρωπο που δεν μισεί κανέναν άλλον παρά μόνο την ηθική του έκπτωση, που τελειώνει το γράμμα του με το «αναρωτιέμαι πώς μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος με τέτοιο βάρος μέσα του«.

Εγώ φταίω, όχι εσύ.

Δεν θυμώνω μαζί σου.

Υπουργέ μου.

Πριν από όλα, να εξηγηθούμε. Είμαι φίλαθλος, συμπαθώ κάνω κέφι να βλέπω Ολυμπιακό. Αν θέλεις να το πιστέψεις ότι θα έγραφα ακριβώς τα ίδια, ούτε χειρότερα, ούτε καλύτερα, και αν ήταν ο Ολυμπιακός στους κερδισμένους, θαυμάσια, συνέχισε να διαβάζεις. Αν δεν θέλεις να πιστέψεις, κανένα πρόβλημα, μια χαρά, αλλά μην σε κρατάω και τρώω την ώρα σου και σε εκνευρίζω, υπάρχει και άλλο περιεχόμενο, αλλού, καλή συνέχεια. Ναι; Ναι.

Διαβάζω την ανακοίνωση:

Κατά πλειοψηφία εγκρίθηκε ο Προϋπολογισμός της Περιφέρειας Αττικής για το έτος 2014, στη σημερινή Συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου.

Μαζί με τον Προϋπολογισμό ψηφίστηκε και το Πρόγραμμα Εκτελεστέων Έργων της Περιφέρειας Αττικής, το οποίο περιλαμβάνει 519 έργα, συνολικού προϋπολογισμού 399.923.982 ευρώ, εκ των οποίων διατίθενται:

7,0 εκ. ευρώ για την ανάπλαση του χώρου του γηπέδου του Παναθηναϊκού στη Λ. Αλεξάνδρας
Επίσης, στο Πρόγραμμα Εκτελεστέων Έργων περιλαμβάνονται πιστώσεις για τα εξής έργα:

17,5 εκ. ευρώ για το κλειστό Γήπεδο μπάσκετ του Πανιωνίου στη Ν. Σμύρνη
2,9 εκ. ευρώ για την ανακατασκευή του Κλειστού Γηπέδου «Καπαγέρωφ» στον Πειραιά
2,5 εκ. ευρώ για την ανακατασκευή του Γηπέδου του Εθνικού Πειραιά
Η χρηματοδότηση των έργων θα γίνει από πόρους της Περιφέρειας Αττικής.

Ο Περιφερειάρχης Αττικής, Γιάννης Σγουρός, δήλωσε:

«Ο Προϋπολογισμός και το Πρόγραμμα Εκτελεστέων Έργων έχουν έντονο αναπτυξιακό χαρακτήρα και στηρίζουν την προσπάθεια που γίνεται για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και για την ανάπτυξη στην Αττική.

Όπως είναι γνωστό, τα αθλητικά έργα δεν είναι επιλέξιμα από το ΕΣΠΑ. Για το λόγο αυτό χρηματοδοτούμε με δικούς μας πόρους αθλητικές υποδομές. Σε αυτή την εποχή που η νέα γενιά αισθάνεται απογοητευμένη, οφείλουμε να της δώσουμε προοπτική και διέξοδο».

Σ’ αυτά τα χρήματα δεν περιλαμβάνονται τα 20 εκατομμύρια ευρώ που ο Περιφερειάρχης διέθεσε στην ΑΕΚ για το γήπεδό της.

Μισό λεπτό, να πάρω μία ανάσα.

Όχι, άστο, δεν αρκεί μισό λεπτό. Δεν αρκεί μία ανάσα. Δεν φτάνει για να ηρεμήσω.

Με πνίγει κάτι, το δίκιο απέναντι στο παράλογο, όχι το δίκιο, δεν το λέω καλά, μπορεί να μην έχω δίκιο. Αλλά κάτι με πνίγει, κάτι με φρακάρει, δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά.

Τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ, για έργα κυρίως αθλητισμού και αναπλάσεων, για τον επόμενο χρόνο.

Αθλητισμού και αναπλάσεων.

Αποκλειστικά από αυτοχρηματοδότηση, γιατί ΕΣΠΑ δεν παίζει ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΑΥΤΑ.

Ψυχραιμία.

Θα το γράψω όσο πιο ήρεμα μπορώ, όπως έκανα και εχθές. Πιστεύει κάποιος, και να το μοιραστεί μαζί μου, ότι έχει καμία λογική αυτό το πράγμα;

Εγώ βλέπω ανθρώπους να χάνουν άδικα πράγματα που δικαιούνται. Συντάξεις, παροχές – όχι αδικίες, πχ παροχές σε τυφλούς που δεν ήταν, μιλάω για συντάξεις πληρωμένες από χρόνια δουλειάς, για χαράτσια πολλαπλώς ήδη πληρωμένα, για φόρους σε φόρους που συνεχίζονται, για εισιτήρια εισόδου σε νοσοκομεία που ήδη έχουν πληρωθεί από τις ασφαλιστικές μας εισφορές, για ανθρώπους που δεν έχουν πια πρόσβαση σε κράτος πρόνοιας, για ανθρώπους που ψάχνουν σε σκουπίδια, που δεν έχουν να πληρώσουν το νοίκι, ή την θέρμανση, για ανθρώπους που φορολογούνται μόνο και μόνο γιατί αντέχουν να πάρουν ένα γάλα ημερησίως και ένα καρβέλι ψωμί, για ανθρώπους που δεν βγαίνουν, πια.

Είναι αδίκως χαμένα αυτά, δεν μιλάω για προνόμια, και πέντε μισθούς, μιλάω για τον συνταξιούχο που πλέον παίρνει λιγότερα χρήματα, έχασε το επίδομα 13ου-14ου, του κόβεται μαχαίρι το εφάπαξ, ενώ τα είχε πληρωμένα όλα αυτά, χρόνια, από την δουλειά του.

Πολλοί έχασαν, τώρα όμως μιλάω για όσους ΑΔΙΚΗΘΗΚΑΝ. Αποκλειστικά.

Το έχουν παραδεχθεί ΟΛΟΙ οι πρωθυπουργοί μέχρι τώρα, ΟΛΟΙ οι υπουργοί οικονομικών, δεν είναι τσάμπα τα λόγια, πληρώνονται κάπου στην γωνία, σε περιμένουν και τα βρίσκεις μπροστά σου, πληρώνονται οι ατάκες, το έχουν παραδεχθεί ΟΛΟΙ ότι «ο κόσμος κάνει θυσίες», ο κόσμος θυσιάζεται, και όχι αυτοβούλως – να το συζητήσουμε αν θες, αλλά δεν νομίζω, όχι αυτοβούλως.

Και έχει η περιφέρεια Αττικής τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ. Τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ. Για «αναπτυξιακά έργα αθλητικής υποδομής», κυρίως. Για έναν χρόνο. Όχι σε πλαίσιο δεκαετίας, ξέρω γω, για έναν χρόνο – μέχρι το 2014.

Θα έρθεις και θα μου πεις «μα αυτά είναι της περιφέρειας, η περιφέρεια δεν δίνει συντάξεις, ΑΥΤΗ είναι η δουλειά της».

Άκου τι σκέφτομαι.

Ο λόγος που το ΙΚΑ ΠΗΡΕ ΔΑΝΕΙΟ για να πληρώσει συντάξεις, και το κάθε ΙΚΑ είναι μέσα μέχρι τα μπούνια, είναι γιατί δεν έχει πια λεφτά.

Δεν έχει πια λεφτά, κυρίως για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους.

Ένα, η κακοδιαχείριση. Δύο, τα κρατικά ομόλογα.

Δεν έχει άλλο. Ένα η κακοδιαχείριση, δύο τα ομόλογα. Αλλά για να αγοράσεις ομόλογα, πρέπει να έχεις χρήματα, άρα η κακοδιαχείριση ΕΠΕΤΑΙ, δεν είναι πρώτη, γιατί χρήματα να αγοράσεις ομόλογα ΕΙΧΕΣ, οπότε βάζω τα ομόλογα πρώτα.

Και τα ομόλογα, κουρεύτηκαν.

Και μαζί με αυτά, κουρεύτηκαν τα αποθεματικά των ταμείων, και μαζί με αυτά φτάσαμε να είναι μείον, πολύ μείον, να είναι προς διάλυση, και πλήρωνε εσύ μαλάκα συνταξιούχε τόσα χρόνια τα τριπλά σε ένσημα από τον διπλανό σου, τα ίδια και λιγότερα θα πάρετε και οι δυο. (χώρια τι έπαθαν οι ιδιώτες, το κράτος λέμε τώρα).

Έχει καμία λογική; Για τον τεχνοκράτη, έχει. Σου λέει, κρατικά ομόλογα είναι, αποθεματικό υπήρχε, πρέπει να στηριχθεί η κυβέρνηση, το κράτος, ποιος άλλος θα το στηρίξει; να χρωστάμε στους ξένους;

Άρα, μία τσέπη είμαστε, μία τσέπη έχουμε, όλοι για το κοινό συμφέρον. Από τα ασφαλιστικά ταμεία, στα χρέη, στις τράπεζες. Όλοι για το κοινό συμφέρον.

Όλοι; όχι όλοι. Όχι όλοι γιατί οι συντάξεις και η ασφάλιση συμμετέχουν, περισσότερο από όσο μπορούν, και στην περιφέρεια ΠΕΡΙΣΣΕΥΟΥΝ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΑ ΕΙΚΟΣΙ ΕΚΑΤΟΜΜ…

ψυχραιμία.

Δεν ξέρω ποια είναι και από που τα έσοδα της περιφέρειας. Την λέω την αμαρτία μου – δεν ξέρω. Αλλά έχει έσοδα. Ζεστό χρήμα. Έσοδα που δημιούργησαν αποθεματικό ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ τετρακοσίων είκοσι εκατομμυρίων. Κάποιος τα έδωσε. Κάπως τα έδωσε. Κάποιοι, εν μέσω κρίσης, πλήρωσαν στην περιφέρεια τόσα, ώστε να περισσέψουν και τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ. Ποιοι; Η περιφέρεια δεν κάνει μπίζνες με το εξωτερικό. Κονδύλια ΕΣΠΑ και λοιπά ΔΕΝ είναι, γιατί αυτά τιμολογούνται ανα έργχαχαχαχα – συγνώμη, ανά έργο, ελεγχόμενα, άρα δεν «περίσσεψαν» από εκεί. Όσο ξέρω δεν εξάγει τίποτα η περιφέρεια, άρα δεν είναι ξένο χρήμα. Ελληνικό είναι.

Στερήθηκε, η ελληνική αγορά, με κάποιον τρόπο, όποιον θες, τα προπά, οι φόροι, δεν ξέρω, τόσα χρήματα, ώστε να περισσέψουν τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ.

Το διανοείσαι;

Συγνώμη, σοβαρά σε ρωτάω, το διανοείσαι; Καταλαβαίνεις τι λέμε; Δεν στο λέω επικριτικά ρε αδελφέ, αν καταλαβαίνεις ρωτάω, γιατί εγώ το φοβάμαι το εγκεφαλικό, και δεν καταλαβαίνω, και δεν το ανέχομαι κιόλας, δεν ανέχομαι να ψάχνουν έξω από τα σκουπίδια μίας καλοβαμμένης και με νέες αστραφτερές κολώνες μίας ιδιωτικής Λεωφόρου, μίας ιδιωτικής Νέας Φιλαδέλφειας, ενός ιδιωτικού Καραΐσκάκη, το καταλαβαίνεις;

Μπορείς να με καταλάβεις;

Η αθλητική ανάπτυξη που θα γίνει θέσεις εργασίας και αναβάθμιση της περιοχής, είναι το πιο πρόστυχο, το πιο θρασύ που μπορώ να ακούσω αυτές τις ημέρες, το καταλαβαίνεις; Πάει ο νους σου;

Καταλαβαίνεις τι λένε;

Γιατί εγώ μπορώ να δεχθώ, και ότι τα γήπεδα είναι σε άθλια κατάσταση, και ότι οι περιοχές, πχ της Νέας Φιλαδέλφειας έχουν υποβαθμιστεί από την έλλειψη του γηπέδου, και ότι πρέπει να γίνουν αθλητικά έργα, όλα αυτά, μπορώ να τα καταλάβω. Ότι υπάρχει λόγος να πάνε εκεί, μπορώ να το καταλάβω.

Αλλά μου έχουν ζητήσει να καταλάβω, ότι ο παππούς θα πάρει 300 ευρώ λιγότερα τον μήνα. Κατάλαβέ μας, μου είπαν, δεν γίνεται αλλιώς. Ότι στην αγορά δεν μπορεί να πέσει νέο χρήμα. Κατάλαβέ μας, δεν γίνεται αλλιώς. Ότι δεν υπάρχει πια έξτρα χρήμα τον Δεκέμβρη και το Πάσχα να δουλέψει η αγορά. Κατάλαβέ μας μου είπαν, δεν γίνεται αλλιώς. Τα έχουν πληρώσει, το ξέρουμε, τους κλέβουμε, αλλά κατάλαβέ μας, δεν γίνεται αλλιώς. Θα επιτρέψουμε σε μία εταιρία που ξεφτίλησε κάθε έννοια συντάγματος, ηθικής, δικαιοσύνης γιατί θα μας δώσει εκατό εκατομμύρια και μαθήματα καθαρής επιχειρηματικής τακτικής, γιατί δεν γίνεται αλλιώς, δεν αντέχουμε να ζημιωθούμε.

Δεν γίνεται αλλιώς;

Πως γίνεται να μπαίνουν λεφτά για να χτίσει και να αναβαθμίσει ένα γήπεδο ένας ιδιώτης, αλλά όχι στις συντάξεις; Πως γίνεται; Θα μου το εξηγήσεις; Το «δεν είναι για αυτήν την δουλειά», το εμπεδώσαμε, ένα κράτος, μία τσέπη, χαθήκανε για άλλες δουλειές τα λεφτά, να μπουν από αλλού γι’ αυτήν. Πως γίνεται; Ποια είναι η λογική;

Πως ορίστηκαν οι προτεραιότητες;

Είναι επένδυση ένα γήπεδο;

Είναι μεγαλύτερη επένδυση ένα γήπεδο, από ένα αληθινό έργο ανάπτυξης, πχ να χρηματοδοτηθούν εκατό άνεργοι να ανοίξουν μία επιχείρηση, ή δεν ξέρω τι σκατά άλλο, να φάνε εκατό συνταξιούχοι, ή να ζεσταθούν; Ή να γλυτώσει την αυτοκτονία (δεν έχω ποτέ, ΠΟΤΕ μιλήσει γι’ αυτό, αλλά νισάφι!) ένας κατεστραμμένος άνθρωπος;

«η νέα γενιά αισθάνεται απογοητευμένη, οφείλουμε να της δώσουμε προοπτική και διέξοδο»; Ακούς τι λένε; Ακούς τι λένε;

Σ’ αυτόν τον αθλητισμό που οι ομάδες ξεκινάνε πρωταθλήματα ενώ δεν ξέρουν τους κανόνες, που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν ομάδες κατά το δοκούν για να κλείσουν λογιστικές παρανομίες ετών, που οι ομάδες αλλάζουν ονόματα και συγχωνεύονται για να εξαφανιστούν αμαρτίες, που οι μισοί πρόεδροι είναι κατηγορούμενοι για παραβάσεις, που οι ξένοι ενημερώνουν τους παίκτες να μην έρθουν να παίξουν γιατί δεν θα πληρωθούν, σ’ αυτόν τον αθλητισμό που έχει βρει θαλπωρή η μεγαλύτερη μαφία του οικονομικού εγκλήματος;

Ακούς τι λένε; Ακους μωρέ τι σου λένε;

Θα γίνουν κάτι ΧΡΗΣΙΜΟ αυτά τα τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια ευρώ, αν ΧΑΡΙΣΤΟΥΝ σε πέντε, δέκα, συγκεκριμένους επιχειρηματίες, ή εφοπλιστές των μηδενικών φόρων γιατί απειλούν ότι θα πάνε αλλού, μερικούς από τους οποίους, και τους χαρίστηκαν και άλλα πράγματα, και τους χαρίστηκαν και παραβάσεις, με το χέρι στην καρδιά σε ρωτάω, αυτά τα χρήματα είναι δικά σου, αυτά τα χρήματα είναι τα «λεφτά υπάρχουν», κοιτάς γύρω σου, βλέπεις απολυμένους, βλέπεις κατεστραμμένους, βλέπεις ανθρώπους στην ουρά του ΟΑΕΔ, συνταξιούχους που ζουν τα παιδιά τους, ενεργούς άνεργους πολίτες, που δεν τους φτάνει για να μην κρυώνουν, με το χέρι στην καρδιά, σε ρωτάω, είναι προτεραιότητα ένα καινούργιο γήπεδο, ένα βαμμένο γήπεδο, είναι προτεραιότητα από αυτά που ζούμε τώρα;

Τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια. Τα λεφτά που υπάρχουν; Τα έχουμε για γήπεδα.

Ζούμε έναν πόλεμο με όρους life style.

Φρέσκο, αναπτυξιακό Αθλητισμό για μία χώρα εξαθλιωμένων, που διοικείται από αθλίους.

Και όσο δεν φωνάζουμε, όσο παρακολουθούμε αμέτοχοι, αμίλητοι, αδιάφοροι, χτίζουμε με τα χέρια μας τα θεμέλια γηπέδων, και καταστρέφουμε τα ελάχιστα θεμέλια ουσιαστικής δικαιοσύνης στην χώρα μας.

Εκείνη την δικαιοσύνη που μπορεί να δικαιούμαστε ένα καινούργιο, ασφαλές γήπεδο από τον επιχειρηματία, πράγματι, μα ακόμα περισσότερο δικαιούμαστε να ζήσουμε, και όχι ως κλισέ, να επιβιώσουμε.

Σε καλή μεριά.

Υ.Γ.: Μπορεί να έχω άδικο. Δεν το λέω ειρωνικά, αν κάποιος πιστεύει ότι είναι λογική αυτή η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, ή ότι δεν γινόταν αλλιώς για κάποιον συγκεκριμένο λόγο, δηλώνω άγνοια. Ευχαρίστως να ακούσω. Η πίκρα θα παραμείνει, αλλά δεν θα πιστέψω ότι χάνω και το μυαλό μου βρε αδελφέ. Να πιστέψω ότι δεν γίνεται αλλιώς. Κέρδος θα είναι.

Υ.Γ: Ξαναδιαβάζοντας το κείμενό μου, αφήνω μία παρανόηση να αιωρείται, που δεν θέλω: τετρακόσια είκοσι εκατομμύρια διαθέτει η περιφέρεια, χωρίς όμως να ξεκαθαρίζει που θα πάνε. Αναφέρει, μόνο -και αυτό από μόνο του κάτι σημαίνει, αλλά το προσπερνάμε- μία δικαιολογία για τα περίπου 50 εκατομμύρια, τα άλλα δεν λέει που πάνε (και αυτό επίσης κάτι σημαίνει, αλλά ας τα προσπεράσουμε μαζί). Μπορεί να πάνε σε κάτι χρήσιμο. Σε κάτι ουσιώδες. Δεν ξέρω, γιατί η περιφέρεια και τα ρεπορτάζ των καναλιών δεν μου λένε. Δεν κρίνουν σκόπιμο να μάθω, μάλλον. Άρα, θα κρίνω όταν θα μου πουν. Έκτοτε, κρίνω με ότι έχω. Και εκατό εκατομμύρια να πάνε «μόνο» από αυτά σε αθλητικές «υποδομές», δεν αλλάζω ούτε κόμμα στο άρθρο μου γι’ αυτά τα εκατό, επίσης να σου πω. Ούτε κόμμα.

Αστυνομοκρατούμενη Αθήνα

Η σημερινή αποφυλάκιση των Κασιδιάρη, Παναγιώταρου και Μίχου, μου έφερε στο μυαλό μία παλαιότερη στιγμή μου, που την θυμάμαι, όταν την θυμάμαι, πολύ έντονα.

Δεν ξέρω αν έχω ξαναγράψει γι’ αυτό – δεν βρήκα κάτι – αλλά δεν πειράζει, καλή και η επανάληψη.

~

Μια φορά και έναν καιρό, εργαζόμουν κοντά στην Ομόνοια, το σπίτι μου ήταν στην Κάτω Κηφισιά, και έπαιρνα καθημερινά το τραίνο για να μετακινηθώ.

Εκείνη την ημέρα, Τετάρτη, έφυγα από το γραφείο γνωρίζοντας ότι έχει ντέρμπι στο Ολυμπιακό Στάδιο μεταξύ Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού. Το ήξερα, αλλά παρόλα αυτά, επέλεξα να πάρω το τραίνο – αν είχε μέσα Παναθηναϊκούς θα έβγαζα χαριτωμένα τον σκασμό, αν είχε Ολυμπιακούς, ε, θα περνάγαμε ωραία.

Στην αποβάρθρα της Ομόνοιας, χαμός. ΧΑΜΟΣ. Πλήθος κόσμου, κυρίως Ολυμπιακοί, αλλά και άσχετοι, παππούδες, γιαγιάδες που από άγνοια ή από ανάγκη θα μπαίνανε στο επόμενο τραίνο. Παραταγμένα, εκεί, μπόλικα ΜΑΤ, που δεν μιλάνε, είναι απλωμένοι, και φροντίζουν υποθέτω να μην πετάξει κανένας μαλάκας από την πίεση του κόσμου ή για πλάκα κανέναν στις ράγες.

Το τραίνο έρχεται, σχεδόν άδειο. Έχει μέσα κόσμο, επίσης Ολυμπιακούς, που κάθονται – τόσο άδειο το τραίνο – και φωνάζουν συνθήματα βρίζοντας μάνες και γιους.

Κακώς-καλώς, δηλαδή, τυπική ατμόσφαιρα ντέρμπι.

Ο κόσμος μπαίνει, και μαζί τους και εγώ παρά τις όποιες επιφυλάξεις μου. Τι μπορεί άλλωστε να πάει στραβά;

Επόμενη στάση, Βικτώρια. Στην διαδρομή μέχρι εκεί, είμαστε τρομερά στριμωγμένοι, από την γαλαρία ζέχνει το ούζο, υπάρχουν κάτι άγριοι που βρίζουν πολύ, και βαράνε τους τοίχους στα συνθήματα, και μπόλικος κόσμος που απλώς πάει στο γήπεδο και δεν θέλει φασαρίες, ή πάει στο σπίτι του, και παρακαλάει να μην γίνει καμία στραβή.

Μπαίνουμε στον σταθμό της Βικτώριας, και βλέπουμε ΜΑΤ, παρατεταγμένα, σε όλη την απόσταση του σταθμού. Δεν έχει κόσμο, έχει μόνο ΜΑΤ. Όταν λοιπόν ανοίγουν οι πόρτες, γίνεται κάτι ασύλληπτο:

Μία κυρία, μπροστά μου, καλοντυμένη καλοστεκούμενη, βγάζει έξω το κεφάλι της, και λέει στα ΜΑΤ να συλλάβουν (μαζέψουν νομίζω είπε) έναν τύπο, γιατί βρίζει πολύ, και πως τα ανέχονται, και τέτοια.

Αψυχολόγητα, τρεις ΜΑΤατζήδες, βουτάνε μέσα στον χαμό – θυμήσου, φίσκα το τραίνο -, βουτάνε έναν τύπο, και ακριβώς έξω από την πόρτα, τον σακατεύουν στο ξύλο. Είναι τρεις, και τον έχουν σακατέψει, τον βαράνε αλύπητα όπου βρουν. Στο μεταξύ, ένας τέταρτος μιλάει με τον οδηγό (είμαι στο πρώτο βαγόνι) και του κάνει νόημα να μην κλείσουν τις πόρτες, η κυρία φωνάζει «όχι αυτόν, αυτόν!» δείχνοντας έναν άλλο(!), οι γκλομπιές και οι κλωτσιές πέφτουν βροχή, ο κόσμος έχει εντελώς σαστίσει, δεν το περίμενε κανείς.

Θαρρείς ότι τον βαράνε για μία αιωνιότητα -αν και πρέπει να περάσαν μόλις μερικά δεύτερα, αλλιώς ο κόσμος θα είχε αντιδράσει- και μετά, ο ένας από αυτούς κάνει κάτι που μου έχει μείνει χαραγμένο στο μυαλό:

Τον πετάει πάλι μέσα.

Σε εμάς.

Στο φίσκα τραίνο.

Και δίνει εντολή το τραίνο να φύγει.

Η κυρία μέσα. Αυτός μέσα. Όλοι μέσα. Οι πόρτες κλείνουν. Το τραίνο φεύγει.

Ο τύπος ουρλιάζει «ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΡΙΟΛΑ ΝΑ ΤΗΝ ΓΑΜΗΣΩ», και εγώ δεν έχω ξαναακούσει τέτοιο μίσος, ποτέ, ούτε πριν, ούτε έκτοτε. Η γυναίκα κρύβεται πίσω από μένα, είναι μικροκαμωμένη, χωράει, τρέμει, δεν μιλάει καθόλου, οι άλλοι γύρω μου αμίλητοι κάνουν κύκλο και την εξαφανίζουν, τρέμει η ψυχή της. Ο τύπος ουρλιάζει, φτύνει ούζα και αίματα, έχει παρανοήσει, τον κρατάνε πέντε φίλοι του, όσο χωράει, και ψάχνει να την βρει.

Μέχρι τον σταθμό Αττική, και κάποιες απίστευτες στάσεις που μας έκοβαν την ψυχή μέσα στο τούνελ, συνεχίζεται αυτό το πράγμα. Κοιτάω έναν που είναι μαζί του και τον κρατάει, τον κοιτάω, είναι σοβαρός, είμαι σοβαρός, δεν μιλάμε, του δείχνω την πόρτα με το μάτι, πίσω μου για την γυναίκα, μου γνέφει αμυδρά ναι.

Μπαίνουμε στον σταθμό, ανοίγουν οι πόρτες, δεν υπάρχει ψυχή στην αποβάθρα, δεν βγαίνει κανείς, αυτός να ουρλιάζει «ΘΑ ΤΗΝ ΞΕΚΟΙΛΙΑΣΩ ΤΗΝ ΚΑΡΓΙΟΛΑΑΑΑΑΑΑ», ακούγεται το μπιπμπιπμπιπ ότι θα κλείσουν οι πόρτες, εν ριπη οφθαλμού του αλλάζουν θέση να κοιτάει μέσα στο βάθος του βαγονιού, «έλα ρε μαλάκα, ηρέμησε», αυτός ουρλιάζει, σπρώχνω με το σώμα τους μπροστινούς, κάνουμε άνοιγμα στην γυναίκα, εξαφανίζεται.

Δεν έχω δει άνθρωπο να εξαφανίζεται έτσι.

Ο τύπος δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα, και ουρλιάζει κλαίγοντας μέχρι την στάση του Ολυμπιακού Σταδίου. Κλαίει, αναρωτιέται γιατί, φωνάζει, την μισεί θέλει να την σακατέψει, ξανακλαίει στους φίλους του για την αδικία.

Όταν φτάνουμε Ειρήνη, τον κατεβάζουν σηκωτό. Έχει πια σχεδόν λιποθυμήσει από το ξύλο, τα ούζα και την ένταση. Τον αφήνουν σε ένα παγκάκι, και -μάλλον, ελπίζω και υποθέτω- πάνε να φωνάξουν βοήθεια, ή , παρ ελπίδα, τον αφήνουν να ξεμεθύσει στο παγκάκι.

Ο Ολυμπιακός κερδίζει την πρόκριση με γκολ στο 90+, και υπολογίζω ότι αυτός ο άνθρωπος δεν είδε τίποτα απολύτως – είτε κοιμόταν σε ένα παγκάκι, είτε ανάρρωνε σε μία αίθουσα του σταθμού. Είναι 8 Απριλίου του 1992.

~

Ποτέ δεν κατάλαβα τι νόημα είχε να τον ξαναβάλουνε μέσα. Πότε, όσο και να το σκέφτομαι. Αν είχε κάνει παρανομία, έπρεπε να συλληφθεί – αν όχι, δεν έπρεπε να ασχοληθούν μαζί του, και σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να τον βαρέσουν, να τον σακατέψουν, και να μας τον ξαναδώσουνε μεσα, για να βγάλουμε εμείς τα κάστανα από την φωτιά για τον δικαιολογημένο ή όχι θυμό για την αδικία που του έγινε, σε έναν κλειστό χώρο, εγκλωβισμένοι, με όλους να είναι υποψήφια θύματα σε ένα θολωμένο μυαλό.

Εκτός και αν ήθελαν νεκρούς. Εκτός και αν ήθελαν ένταση, και άλλο θύμα, και άλλο αίμα.

Αυτήν την ιστορία μου θύμισε το σημερινό. Δεν πιστεύω να αναρωτιέσαι γιατί.

Λοιπόν, αυτό θα είναι ένα δύσκολο άρθρο, φίλοι θα γίνουν εχθροί, εχθροί θα μείνουν εχθροί, γάμησέ τα, κώλος θα γίνουμε.

Αλλά αυτό είναι το δικό μου μπλογκ, οι δικές μου σκέψεις, έτσι μου ‘ρχονται, και τα γράφω για να μην τρελαθώ.

Οπότε, βαθιά ανάσα, και πάμε – αλλά πριν ξεκινήσουμε, μία σημείωση, για τους καινούργιους:

Ο αρθρογράφος (εγώ δηλαδή) σπάνια λέει ότι έχει δίκιο. Υπάρχουν πράγματα που ξέρει, υπάρχουν πράγματα που δεν έχει ιδέα, υπάρχουν πράγματα που νομίζει ότι ξέρει – και μαύρα τα μαντάτα αν αποκαλυφθεί ότι τρίχες ήξερε. Πάνω από όλα, υπάρχουν τρία πράγματα που αξίζει να γνωρίζεις, για να ξηγιούμαστε: Πρώτον, δεν έχω δίκιο – έχω άποψη. Δεν είναι ανάγκη να είναι σωστή, μπορεί η δική σου να είναι πιο σωστή από την δική μου – μαγκιά σου. Δεν θέλω να σε πείσω, 99% θέλω να σε ρωτήσω, να βάλω την δική μου άποψη στον τοίχο. Αν δεν καλυφθώ, προχωράμε, εσύ τον δρόμο σου, εγώ τον δικό μου. Κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος εγώ. Αν ανέχομαι αυτήν την πιθανότητα, προφανώς ανέχομαι και την δική σου. Ούτε θα σε κρίνω, αν τελικά κάνεις λάθος – ακόμα και αν είμαστε απέναντι, έτσι καταλαβαίνεις εσύ, αλλιώς εγώ, ούτε θα σου την πέσω. Δεν έχει προσωπικά εδώ, απόψεις, μόνο. Δύο, και κράτα το αυτό, προσπαθώ να τους καταλάβω όλους. Όλους. Και τους καλούς, που νομίζω ότι είμαι εγώ, και τους κακούς, που συνήθως είναι οι άλλοι 🙂 Όλους. Μια άλλη μέρα χρωστάω ποστ γι’ αυτήν μου την ιδιορρυθμία. Τρία, υπάρχουν δύο γιάννηδες. Το μέλος της κοινωνίας, και ατομικά, ο Γιάννης. Άλλες οι ευθύνες του καθενός, άλλες οι ανάγκες, άλλες οι θέσεις – άλλο που καμιά φορά και γω τις μπλέκω.

Πάμε λοιπόν; Πάμε λοιπόν.

Ακούω εδώ και καιρό την θεωρία των δύο άκρων και της επιλεκτικής καταδίκης της βίας. Κάτι με μπέρδευε πάντα, γι’ αυτό γράφω τούτο το ποστ, γιατί είμαι διαρκώς σε αυτοαναιρέσεις:

Είμαι εναντίον της βίας, από όπου και αν προέρχεται.

Το άντεξες αυτό; Ε, είμαι. Δεν τα πάω καλά με την βία, δεν θέλω να κερδίσει ο πιο δυνατός στα χέρια, στις φωνές, ή αυτός που φέρνει όπλο. Δεν λέω δεν πρέπει να κερδίσει, λέω δεν αξίζει να κερδίσει. Η βία δεν είναι ο τρόπος να λύνεται ΤΙΠΟΤΑ, απολύτως τίποτα.

Δεν είναι λύση, είναι πρόβλημα.

Από όπου και αν προέρχεται.

Δηλαδή, ούτε με την βία του φύλακα είμαι, που προσπαθεί να κρατήσει τους κρατούμενους στα κελιά τους, ούτε με την βία του κρατούμενου που τον σκοτώνει γιατί προσπαθεί να αποδράσει. Ούτε με την βία του υπουργού που, για να σώσει την χώρα (ή για να «σώσει την χώρα», ή για να σώσει το τομάρι του) μου παίρνει το σπίτι, ούτε με την βία την δική μου, που παίρνω μία καραμπίνα και αν κοτάνε ας έρθουν, ή που πετυχαίνω την γυαλιστερή του καράφλα στον δρόμο, και τον αρχίζω στις ανώνυμες γρήγορες, για να μάθει.

Όλες οι βίες, κακές. Κακές, κακές, κακές.

Γιατί ακόμα και αν τρομάξει ο υπουργός, είτε έπρεπε να γίνει, οπότε θα γίνει με περισσότερα ΜΑΤ, ασφάλεια και βία, είτε δεν έπρεπε να γίνει, αλλά αντί να το μαζέψουμε όλοι και συντεταγμένα, το μαζεύει αυτός που έχει το βαρύτερο χέρι. Και γω δεν έχω σχεδόν ποτέ το βαρύτερο χέρι – πάντα κάποιος άλλος θα το έχει. Και αυτός ο κάποιος, δεν θέλει τα ίδια με μένα, και αν έχω δίκιο, δεν θα το βρω – γιατί είπαμε, έχει βαρύτερο χέρι, και έτσι αποφασίσαμε να μετράμε το σύστημα.

Όχι, λοιπόν.

Όμως.

(Σιγά μη δεν είχε και όμως. Σιγά μην δεν είχε.)

Όμως πρώτον υπάρχει η βία, την οποία δεν αγαπάμε, τα ‘παμε, υπάρχει και η αυτοάμυνα. Ποια είναι ποια; Δεν ξέρω να πω. Πάει ανά περίπτωση. Ο διαδηλωτής που ανάβει τον κάδο για να μην πεθάνει από τα δακρυγόνα, αμύνεται. Αν τα δακρυγόνα έπεσαν γιατί ο ίδιος διαδηλωτής πήγε να κάψει μία Μαρφίν, τότε έχει επιτεθεί πρώτος, και είναι άμυνα της αστυνομίας η ρίψη δακρυγόνων. Τι έγινε; Με ποιον να θυμώσω; Τι να καταδικάσω; Δεν έχω ιδέα. Ας ψάξουμε να βρούμε έναν τρόπο να συννενοηθούμε σαν κοινωνία, και να αποφασίσουμε τι είναι τι.

Για σκεφτείτε. Εγώ το ψάχνω.

Λοιπόν, έχω μία ιδέα. Βάστα, είναι καλή. Θα το πούμε δικαιοσύνη.

Α, πολύ καλή ιδέα μου φαίνεται. Θα οδηγήσουμε τον διαδηλωτή στην δικαιοσύνη, εκεί όπου διάφοροι τύποι που δεν έχουν την συναισθηματική φόρτιση των εμπλεκομένων, κάποιοι με καθαρό μυαλό θα πουν «μισό λεπτό, αλλά ο κάδος άναψε για να μην πεθάνουν άνθρωποι από τα δακρυγόνα», ή «μισό λεπτό, αλλά τα δακρυγόνα έπεσαν γιατί πήγαν κάποιοι να κάψουν το κτίριο».

Θα το μετράνε, με ηρεμία, χωρίς εμπλοκές, και θα αποφασίζουν αν η βία ήταν απαραίτητη, γιατί έγινε, και αν -πρόσεξέ το αυτό, έχει σημασία- δικαιολογείται.

Δικαιολογείται η βία; Βεβαίως και δικαιολογείται. Όχι από μένα, από τα δικαστήρια – γι’ αυτό γίνονται οι δίκες, γιατί αλλιώς θα λέγαμε «βάρεσες; πέντε χρόνια φυλακή» και θα είχαμε δικαστές Ντρεντ αντί για αστυνομικούς, δικηγόρους και αηδίες. Το δικαστήριο όμως λέει «γιατί βάρεσες;» εσύ εξηγείς, και μπορεί και να αθωωθείς, αν προκύπτουν λόγοι που δικαιολογούν την οργή σου.

Που μας έχει οδηγήσει η σκέψου μου μέχρι τώρα; Δεν γουστάρουμε καμία βία, αλλά κάποιες δικαιολογούνται περισσότερο από τις άλλες – αρκεί να υπάρχει δικαιοσύνη, αμερόληπτη και ηθική, να κάνει τέτοιες κρίσεις.

(δεν χρειάζεται να συμφωνούμε, την σκέψη μου παραθέτω. Ούτε και γω συμφωνώ με μένα, μπορεί να αλλάξω γνώμη αύριο. Ναι; Ναι.)

Πάμε τώρα στην κοινωνία.

Ο Καμμένος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων λέει «λιντσάρετέ τον τον Πάχτα». Είπαμε, καμία βία καλή, όλες κακές, το κατάλαβε και ο ίδιος καναδύο μέρες μετά. Οι κάτοικοι της περιοχής όμως, έχουν λένε στοιχεία ότι μολύνονται με αρσενικό. Πρέπει να βαρέσουν; Είπαμε, όχι. Δεν θα εξαφανιστεί το αρσενικό αν βαρέσουν. Είναι δικαιολογημένοι να βαρέσουν; Που να ξέρω; Θα το πει η δικαιοσύνη, δεν είναι δουλειά μου ως κοινωνία. Δεν ανακατεύομαι στο έργο της. Επειδή μπορεί να πει και ναι, κρατάω και γω μία πισινή και λέω ίσως.

Τι πρέπει να κάνουν όμως;

Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Τι πρέπει να κάνουν; Έρχεται κάποιος και σου παίρνει το σπίτι. Είχε πει ότι δεν θα στο πάρει, και τον ψήφισες, και τώρα έρχεται και στο παίρνει.

Τι πρέπει να κάνεις;

Ρωτάς τον πολιτικό, σε αγνοεί, σου λένε περίμενε τέσσερα χρόνια, ψήφισε άλλον.

Τι πρέπει να κάνεις;

Πας στα δικαστήρια, σου λένε «λυπάμαι, αλλά αφού το έκανε για όλους, είναι συνταγματικό». Χάνεις.

Τι πρέπει να κάνεις;

Έχεις δύο παιδιά, δεν σου φτάνουνε για νοίκι, δεν έχεις δουλειά. Πως θα τα προστατέψεις; Τρελαίνεσαι.

Τι πρέπει να κάνεις;

Κάθε βία κακή. Κακή, κακή, κακή, δεν λύνει τίποτα, δεν είμαι ούτε κατ’ ελάχιστον ειρωνικός εδώ, μιλάω απολύτως σοβαρά, κάθε βια κακή, αλλά –

– τι μπορείς να κάνεις;

Ποια διέξοδο σου έχει δώσει η κοινωνία μας για να αντιδράσεις; Ξέρεις ότι τουλάχιστον θα έχεις μία στέγη για να μείνεις; Όχι, δεν το ξέρεις. Ξέρεις ότι θα έχεις σίγουρα ένα πιάτο φαι να φας, εσύ ή τα παιδιά σου; Όχι, δεν το ξέρεις. Ξέρεις ότι δεν θα κρυώνεις το βράδυ; Όχι, δεν το ξέρεις.

Είναι απλώς ένα παράδειγμα. Στο ίδιο βάζω αυτόν που μειώνεται η σύνταξή του, αυτόν που χάνει την δουλειά του, αυτόν που βλέπει τις ελπίδες του να καταρρέουν. Τι μπορεί να κάνει;

Αυτός που σηκώνει το χέρι του μπορεί να χάνει την τελευταία σύνταξή του – ή την πέμπτη. Δεν ξέρω να τον δικαιολογήσω ή όχι, δεν προτίθεμαι καν να το κάνω, απλώς αναρωτιέμαι:

Πως να αντιδράσει;

Δύο λύσεις. Να σκύψει το κεφάλι και να δεχθεί την θυσία του επειδή έτσι λένε οι νόμοι, να περιμένει τέσσερα χρόνια να τους αλλάξει,

ή να φωνάξει, να πάρει και άλλους μαζί του, να αντιδράσει, να ακουστεί το πρόβλημα, να γίνει πρόβλημα της κοινωνίας – γιατί δεν είναι δικό του πρόβλημα, τελικά, είναι πρόβλημα της κοινωνίας.

Που θα το κάνει; Στους δρόμους;

Στους δρόμους λοιπόν. Σου ‘χω νέα. Ακόμα και αν κατέβει ειρηνικά, θα φάει ξύλο και χημικά. Εγώ στο λέω. Αν κατέβεις, θα το δεις και εσύ. Σε πορείες δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, εκατό δεν κατέβηκαν ειρηνικά, όλοι ψεκάστηκαν αδιακρίτως. Η μόνη έγνοια των ΜΑΤ πλέον, είναι το 80% των διαδηλώσεων να διαλυθούν βίαια, και με εμφανή τα σημάδια της αδικίας. Αφορμές υπάρχουν πολλές, τύποι θα πετάξουν μολότοφ, άλλοι θα πετάξουν πέτρες, κάποιος θα πει «να κάψουμε μία τράπεζα που μας έχει οδηγήσει σ’ αυτό το χάλι», άλλος θα πει «να κάψουμε το τάδε μαγαζί γιατί έτσι μας είπαν». Αφορμές υπάρχουν πολλές – και εκατέρωθεν:

Ο ΜΑΤατζής θα χτυπήσει έναν άσχετο, που δεν του έκανε τίποτα. Αυτό θα κάνει εμένα (εμένα που δεν θέλω την βία) να διαμαρτυρηθώ, και μετά θα χτυπήσει και άλλον, και άλλον, και άλλον – μέχρι να αμυνθώ.

Πως αλλιώς; Να καταγγείλω την αδικία; Ξέρεις πολλούς ΜΑΤατζήδες που να έχουν καταδικαστεί για απρόκλητη βια τα τελευταία εκατό χρόνια; Το ξέρεις ότι συλλαμβάνεσαι ακόμα και αν απλώς έχεις κάμερα και καταγράφεις τις κινήσεις των ΜΑΤ; Το ξέρεις ότι τα ΜΑΤ είναι σχεδόν ανώνυμα, και δεν ταυτοποιούνται οι πράξεις τους, παρά την δέσμευση για το αντίθετο;

Ήταν ο Μανώλης Κυπραίος μπαχαλάκιας; Είχε καμία λογική να μπουν τα ΜΑΤ μέσα στον σταθμό του μετρό και να ρίξουν χημικά σε κλειστό χώρο; Έχει καμία λογική να έχουν περιστατικά με σπασμένα δάκτυλα όπως καταγγέλεται γιατί τα έβαλαν στο κεφάλι τους παραδινόμενοι, και τους τα έσπασαν, μαζί με το κεφάλι, με τα γκλομπ;

Όχι.

Και τι να κάνω;

Το να κυνηγήσω έναν αστυνομικό για να φάει τα χρωστούμενα, δεν οδηγεί πουθενά – εκτός από λαστιχένιες σφαίρες, καλύτερη αρματωσιά, και περισσότερο ξύλο, από τα ΜΑΤ, ναι –

– αλλά και τι να κάνω;

Να φάω ξύλο και να συλλαμβάνομαι ενώ ο αστυνομικός ατιμώρητος με βαράει; Πότε ξεκινάει η αντίδρασή μου να είναι άμυνα; Αργεί; Γιατί έχω φάει πολλές, και δεν έχω ρίξει καμία μέχρι τώρα -γιατί είμαι εναντίον της βίας.

(οι φίλοι μου ξέρουν καλά ότι όταν λέω είμαι εναντίον της βίας το εννοώ, και όταν λέω δεν την δικαιολογώ, υποπτεύονται ότι το εννοώ επίσης. Εσύ όχι, αλλά εμπιστέψου τους, έτσι είναι)

Κολλημένος στον τοίχο λοιπόν, να τρώω ξύλο και αδικία από παντού, (όχι εγώ, ο κάθε εγώ, ο πολίτης) και το γιαούρτι της αγανάκτησης να είναι και αυτό βία, και να καταδικάζεται.

Και γω (ο Γιάννης) μαζί τους, να το καταδικάσω και εγώ. Απερίφραστα. Και το γιαούρτι, και τον καφέ, και την συνέχειά τους, την πέτρα και το λοστάρι.

Αλλά για να το κάνω εγώ (ο Γιάννης) πρέπει να πω στον άλλον «να, φίλε, έχεις άδικο, να ένας καλύτερος τρόπος, να μία διέξοδος, να μία ευκαιρία να ακουστείς, να μία δυνατότητα να παραθέσεις την αδικία που σου γίνεται», και στην κοινωνία να πω «να, να ένας αδικημένος, μην περιμένουμε τέσσερα χρόνια για να τον δικαιώσουμε, να ένας τρόπος να δικαιωθεί, να μία λύση»

Αρνούμαι να καταδικάζω απλώς διαρκώς την βία, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι και εγώ (ως κοινωνία) είτε την προκαλώ, είτε δεν της παρέχω έναν ανώδυνο, δημοκρατικό και δίκαιο τρόπο για να μην είναι βία, για να είναι λύση.

Χρειάζεται κάτι παραπάνω, όχι απλώς καταδίκη.

Χρειάζεται πρώτα από όλα, να αντιληφθώ ότι ούτε ο μπαχαλάκιας γεννήθηκε καυλωμένος, ούτε ο μαλάκας που βαράει τον υπουργό στο κεφάλι γεννήθηκε μαλάκας, ούτε ο αντιδραστικός γεννήθηκε έτσι. Όλοι αυτοί, υπάρχει μία πιθανότητα, μία πιθανότητα που την χρεώνομαι ως μέλος μίας κοινωνίας, να οδηγήθηκαν εκεί, γιατί δεν είχα άλλες λύσεις να τους προσφέρω.

Και, συνήθως -αν όχι πάντα, αυτή η λύση είναι η δικαιοσύνη.

Ακριβώς επειδή δεν ξέρω αν είναι βία, ή αν είναι άμυνα, για να καταδικάσω την πρώτη, και να αποδώσω ευθύνες για την δεύτερη, χρειάζεται μία δικαιοσύνη που να εμπιστευόμαστε όλοι. Αυτός που χάνει το σπίτι του να ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα σιγουρευτεί ότι δεν αδικείται, και θα φροντίσει να έχει στέγη, φαγητό και νερό, αυτός που βλέπει τον ΜΑΤατζή να χτυπά να ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα τον προστατέψει από την αδικία, αυτός που νομίζει ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες ή οι υπουργοί θα ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα βάλει τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του, και, αν είναι εφικτό, αυτός που αδικήθηκε από ένα πολιτικό ψέμα θα ξέρει ότι ο πολιτικός ψεύτης θα τιμωρηθεί και δεν θα ξαναγίνει, ο πολίτης που απεχθάνεται την βία, να ξέρει ότι καταδικάζεται η βία του καυλωμένου, και όχι η άμυνα του αδικημένου, και να είναι πιο σκληρός στην καταδίκη του, να μην βάζει ίσως.

Και είναι ευθύνη μου η δικαιοσύνη, και όταν οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται πια, και οδηγούνται σε ανόητες και καταστροφικές αυτοδικίες, αυτή είναι το ένα άκρο της βίας / και ευθύνη δική μου να την διορθώσω.

Ως Γιάννης λοιπόν: Καταδικάζω την βία από όπου και αν προέρχεται, απερίφραστα – απερίφραστα σημαίνει κυρίως όμως αν προέρχεται από μένα, ή αν δεν κάνω ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό και λογικό, να μην την προκαλώ αδικώντας, ως μέρος της κοινωνίας.

Αν δεν θέλω αυτοδικίες (διάβασέ το, εκατό φορές το έχω πει, δεν θέλω) πρέπει να νά κάνω το καθήκον μου, πρώτα εγώ.

Και επειδή οι ευθύνες τις βίας δεν είναι οι ίδιες, επιλέγω να καταδικάζω πρώτα την βία που κάνω εγώ, ώστε να μην μένω στην βία ή στην άμυνα των άλλων και να λέω υποκριτικά ή μη, «πρώτα εσείς»:

Πρώτα εγώ. Εγώ είμαι το ένα άκρο.

Αν ήρθες για να μάθεις από μένα, κάτσε, έχουμε γλαρόσουπα. Ούτε και γω δεν ξέρω.

Σε λίγες ώρες, ο Παύλος Φύσσας γίνεται εξώφυλλο, ένα καρέ από βίντεο, λίγο, λεπτά πριν πεθάνει. Σε λίγες ώρες, στο περίπτερο της γειτονιάς σου, ο,τι φαντάστηκες με το μυαλό σου, θα οπτικοποιηθεί, θα γίνει μπουνιά, και θα πέσει κατευθείαν στην προσεγμένη οδοντοστοιχία σου.

Δεν έχει αίμα. Έχει όμως βλέμμα. Έχει πόνο, έχει ελπίδα, έχει μια ειλικρινή στιγμή ιστορικής φρίκης.

Και ο φίλος σου ο Γιάννης, δεν θα ξέρει τι θέση να πάρει σε όλο αυτό.

Κάνε μου παρέα, γιατί δεν θα ακολουθήσουν εύπεπτες σκέψεις.

~

Ένα:

Πριν λίγες ημέρες, άρχισα να εκνευρίζομαι. Είδα σε μία ημέρα, σαν να είναι οργανωμένα, στις περισσότερες απογευματινές εφημερίδες, την φωτογραφία του ανθρώπου που συνελήφθη για τον φόνο του Παύλου Φύσσα. Ενώ ήμουν από τους πρώτους που αναρωτήθηκα γιατί δεν έχει εκδοθεί από την εισαγγελία απόφαση για δημοσιοποίηση της φωτογραφίας του, ώστε να βοηθηθεί η δικαιοσύνη αν έχει διαπράξει και άλλα εγκλήματα, μόλις είδα την φωτό, έγινα έξαλλος.

Δεν υπήρξε ποτέ απόφαση εισαγγελίας. Οι εφημερίδες αποφάσισαν μόνες τους να δημοσιεύσουν το πρόσωπο, αδιαφορώντας για τους νόμους.

Παρένθεση με νόημα: αν νομίζεις ότι δικαιολογώ, υποστηρίζω, ανέχομαι, ή έστω αντέχω να ζω στην ίδια χώρα με την Χρυσή Αυγή, εδώ είναι το twitter μου, είσαι ήδη στο blog μου, κάνε μία γύρα, βγάλε συμπέρασμα, και επέστρεψε. Περιμένω. Καλώς; Συνεχίζω.

Η παράνομη δημοσίευση του προσώπου είναι λάθος σε περίπου ένα εκατομμύριο επίπεδα. Το βασικότερο που μπορώ να σκεφτώ είναι το εξής:

Η υποκρισία.

Η υποκρισία, γιατί όσοι κόπτονται για την νομιμότητα, την καταπατούν επειδή έτσι κρίνουν σκόπιμο. Και γιατί κρίνουν σκόπιμο; αδιάφορο. Θα μπορούσε να είναι για να βοηθήσουν -δήθεν, ή μη- την δικαιοσύνη, να μην χάσουν από τον ανταγωνισμό, να καλύψουν το κοινό περί δικαίου αίσθημα -δηλαδή τον όχλο- με μία αδικία βέβαια, να καλύψουν την εισαγγελία που δεν θα χρειαστεί να πάρει μία επίπονη ίσως απόφαση, να παρέχουν στον κρατούμενο την δικαιολογία ότι η κοινή γνώμη καθοδηγήθηκε στην ενοχή του, να δώσουν ένα πρόσωπο στον δολοφόνο για να μειώσουν την οργάνωση πίσω του (αν καταδικαστεί αυτός, να μειωθούν οι εντάσεις για την οργάνωση), γιατί ήθελαν άμεσα ένα αντι-χρυσαυγίτικο προφίλ εν αναμονή των εξελίξεων, οτιδήποτε βάλει ο νους σου. Είμαι άδικος; μπορεί. Μπορεί να είχαν τις καλύτερες των προθέσεων – αλλά σίγουρα παρανόμησαν, και αυτό δεν αλλάζει.

Και μάλιστα, και αυτό προσωπικά το θεωρώ τρομερά ενδιαφέρον, οι δύο εφημερίδες, η Ελευθεροτυπία και η Εφημερίδα των Συντακτών, που, ας το θέσω κομψά, έχουν αναγνωστικό κοινό κυρίως αυτούς που θεωρώ ότι αντιμάχονται και έχουν πληγεί περισσότερο από τους Χρυσαυγίτες, δηλαδή την αριστερά, είναι και οι δύο εφημερίδες, που αρνήθηκαν την παράνομη δημοσίευση. Και την επόμενη μέρα. Και την επόμενη μέρα. Βασικά, μέχρι τώρα, έχουν αντισταθεί σ’ αυτόν τον εύκολο, αλλά λάθος δρόμο.

Προς τιμή τους, θεωρώ.

Αυτή είναι ξεκάθαρη θέση που έχω. Δεν έχω διλήμματα εδώ. Προχωράμε.

~

Δύο:

Πριν λίγες ώρες ένοπλοι μπήκαν σε ένα εμπορικό κέντρο στο Ναϊρόμπι, σκοτώνοντας τουλάχιστον 39 άτομα. Το άρθρο που σε στέλνω έχει φωτογραφίες νεκρών – επτά άτομα μέτρησα – και μία έγκυο, τραυματισμένη, που ζητάει βοήθεια. Φωτογραφίες νεκρών. Αίμα. Πολύ αίμα.

Πρόσεξε τώρα, γιατί πρόκειται να εκτεθώ λίγο:

Δεν με τρόμαξαν όσο η φωτό που θα δημοσιευτεί στο Πρώτο Θέμα αύριο.

Και, επιπλέον:

Θεωρώ σημαντικό και ουσιώδες να μην μείνει η κοινή γνώμη στις εύπεπτες φωτογραφίες, στους ανθρώπους που τρέχουν, που γλύτωσαν την ζωή τους – μα και στο γεγονός ότι υπήρχανε θύματα, ότι χύθηκε αίμα, ότι ο τύπος με το κουστούμι που κείτεται στο έδαφος, θα μπορούσε να είναι ένας πολιτικός, ένας γιατρός, ότι πυροβόλησαν εγκύους, ότι τα θύματα δεν πέθαναν αμέσως, αλλά πάλεψαν να σηκωθούν, και να κρυφτούν.

Έγιναν αυτά, δεν είναι παραμύθια. Έγιναν, και η κοινή γνώμη πρέπει να τα γνωρίζει, για να αντιδράσει είτε έτσι, είτε αλλιώς…

..Ή όχι. Θυμάσαι πως ξεκίνησα το άρθρο; Γιατί σε ήθελα παρέα; Εδώ δεν ξέρω. Αλλά είναι πολύ μακριά, και θα κοιμηθώ το βράδυ, παρά το δίλημμα. Πάμε στα δικά μας.

~

Τρία:

Αύριο, το πρωί, η εφημερίδα θα κρεμαστεί. Έχει ήδη τυπωθεί, και θα κρεμαστεί στα μάτια όλων. Παιδιών, μεγάλων, μικρών, ψηφοφόρων, ψηφοφόρων της ΧΑ, δικαστών, αστυνομικών, γιατρών, γυναικών, ανδρών, όλων.

Δεν είναι μία οπτικά σκληρή φωτό με αίματα, είναι μία συναισθηματικά σκληρή φωτό, με βλέμματα.

Η οικογένεια αντέδρασε άμεσα, και ευπρεπώς.

Είναι μία φωτό που θα αλλάξει συνειδήσεις. Ναι, αλλά είναι μία φωτό που πληγώνει τους γονείς. Ναι, αλλά θα κάνει τους ψηφοφόρους της ΧΑ, που μέχρι τώρα μάθαιναν από τις κοσμικές στήλες τι ψηφίζουν, ακόμα και από την ίδια εφημερίδα, να έρθουν αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. Ναι, αλλά η εφημερίδα χέστηκε για την πραγματικότητα, το κάνει για να πουλήσει φύλλα. Ναι, αλλά κάθε εφημερίδα θα το έκανε (και) γι’ αυτό, το θέμα είναι αν πρέπει να βγει ή όχι. Ναι, αλλά μπορεί να αλλάξει ψήφους. Ναι, αλλά αν είναι έτσι να αλλάξουν οι ψήφοι, είναι άδωρο το δώρο. Ναι, αλλά ο Παύλος μπορεί να συμφωνούσε. Ναι, αλλά ο Παύλος μπορεί να μην συμφωνούσε. Ή μπορεί να συμφωνούσε γι’ αυτόν, αλλά όχι για την κοπέλα του, αν ήταν αυτή το θύμα. Ναι, αλλά είναι ένα γεγονός, δεν μπορούμε να αποκρύψουμε ένα γεγονός. Ναι, αλλά ένα γεγονός έχει και συνέπειες, δεν μπορούμε να τις αρνηθούμε. Ναι, αλλά αν οι συνέπειες είναι να καταλάβουν οι ψηφοφόροι τι πήγαν και ψήφισαν; Ναι, αλλά αν η οποιαδήποτε εφημερίδα έβγαζε εξώφυλλο τον δολοφονημένο που πήγαινε να γεννήσει η γυναίκα του, δεν θα σε ένοιαζαν οι συνέπειες; Ναι, αλλά σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε έναν αθώο που σφάχτηκε για πολιτικούς λόγους, και πρέπει να γίνει γνωστό. Ναι, αλλά φαίνονται τα πρόσωπα, μπορούσαν να τα κρύψουν. Ναι, αλλά τα πρόσωπα είναι όλη η φωτογραφία. Ναι, αλλά είναι προσβολή νεκρού. Ναι, αλλά δεκάδες φωτογραφίες, μερικές εκ των οποίων άλλαξαν την δημοσιογραφία και άρδην την στάση του κόσμου σε κοινωνικά θέματα, θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσβολές νεκρών.

Κατάλαβες; Κατάλαβα να λες.

Κάπου εκεί είμαι.

Κάποια πράγματα τα ξέρω, κάποια πράγματα δεν τα ξέρω αλλά είναι πολύ μακριά και δεν με ακουμπάνε, και για κάποια πράγματα ξεράδια ξέρω και ψάχνομαι χάνοντας το τραίνο.

Αντιλαμβάνομαι ότι θα έπρεπε να ξέρω, να πάρω θέση, κάποιοι ζητούν μποϋκοτάζ στην εφημερίδα και δεν είμαι δίπλα τους, κάποιοι τυπώνουν την φωτό και την δείχνουν σε ψηφοφόρους για να καταλάβουν, και δεν είμαι δίπλα τους.

Όλοι αυτοί, ξέρουν τι κάνουν, δεν είμαι απέναντί τους. Αλλά δηλώνω αναρμόδιος, ανίκανος να ζυγίσω τα πράγματα, και δεν είμαι δίπλα τους.

Δεν είναι εύκολο να είσαι πολίτης σήμερα, και να παλεύεις να διατηρήσεις την ηθική σου, διαμορφώνοντας την σκέψη σου. Και όσο δυσκολότερο είναι, τόσο καλύτερα καταλαβαίνεις ότι είσαι στην δίνη ενός πολέμου.

Γιατί ειδικά όταν πολεμάς είναι δυσκολότερο να προσδιορίσεις και να κρατήσεις την ηθική σου. Και, ίσως, πιο πολύτιμο, επίσης.

Πολύ δύσκολη η σημερινή καλημέρα.

Με πόνο, με σκέψη, και τρόμο.

Με πόνο, γιατί ένα 35χρονο παλικάρι δολοφονήθηκε από ομάδα ανθρώπων που πίστευαν διαφορετικά από αυτόν πράγματα. Με πόνο, γιατί άλλος ένας άνθρωπος – μετανάστης, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων, διαφορετικών σεξουαλικών πεποιθήσεων, διαφορετικών κοινωνικών οραμάτων – «συνετίζεται», όχι αυτός, αλλά οι συν αυτώ, με μία λεπίδα, για να μάθει να μην σηκώνει κεφάλι, από μία παραστρατιωτική ομάδα, που υπακούει πιστά σε αρχηγούς, και κανόνες, και διεστραμμένες λογικές και αλήθειες, και κυρίως σε διαστρεβλωμένες έννοιες όπως «αίμα», και «τιμή».

Με σκέψη, γιατί το νεαρό παιδί, δεν δολοφονήθηκε γιατί ενοχλεί μόνο αυτό, προφανώς: Δολοφονήθηκε για να μην ενοχλούν οι υπόλοιποι. Όσοι διαμαρτύρονται, όσοι αποτροπιάζουν, όσοι νιώθουν στο μεδούλι τους το κλαμα του αδύναμου και του «παρείσακτου», όσοι νιώθουν ότι έχουν όλοι τα ίδια δικαιώματα να ζήσουν, ανάγκη για τις ίδιες ευκαιρίες να ακουστούν, είτε είναι από άλλη χώρα, είτε είναι ομοφυλόφυλοι, είτε είναι αριστεροί, είτε είναι φτωχοί, όσοι έχουν την πεποίθηση ότι τα όνειρα είναι υπέροχα, όλων των ανθρώπων τα όνειρα, αρκεί να είναι όνειρα, όχι εφιάλτες.

Το παλικάρι δολοφονήθηκε γι’ αυτούς, για μας. Να ξέρουμε τι μας περιμένει. Τι μας περιμένει αν σκεφτόμαστε μόνοι μας, έξω από το κλουβί της σκέψης τους που μυρίζει ακόμα φούρνους και σαπούνια, έξω από την μιλιταριστική ορολογία και την αντικατάσταση κάθε ίχνους συναισθήματος με απόλυτη, πιστή και αδιαπραγμάτευτη υποταγή στον φύρερ («Führer», ο αρχηγός)

Έτυχε να είναι αυτός, ίσως γιατί μιλούσε πιο δυνατά – μα ο στόχος, είμαστε όλοι, χωρίς διακρίσεις.

Και με τρόμο όμως, γιατί κάθε μέρα που περνάει, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να συγκρατήσεις την οργή για την ατιμωρησία τους. Εχθές το βράδυ, από την στιγμή που το έμαθα, παρακολούθησα σιωπηλός όλες τις κουβέντες που έγιναν πάνω στην είδηση, κουβέντες θυμού, οργής, σαν το θύμα που εγκλωβίζεται στην γωνιά, και είναι πολύ θυμωμένο για την αδικία που του συμβαίνει, πολύ θυμωμένο για την απάθεια των άλλων στο αίμα συνανθρώπου μας (πόση απάθεια πια, αλήθεια, τίποτα δεν ακουμπάει πια τις ψυχές μας;) πολύ θυμωμένο για την τιμή που έχει πάρει -και το γεγονός ότι έχει πάρει τιμή- η ζωή του.

Επέλεξα να μην μιλήσω, παρότι άλλοι, πιο σώφρονες από εμένα, εκτέθηκαν – και εν μέρει, σ’ αυτούς χρωστάω τούτο το άρθρο. Γιατί είμαι και εγώ ένας από τους γαμημένους τους «πασιφιστές», που ναι μεν επιλέγουν συνειδητά να μην σκορπίσουν «αίμα για το αίμα που χύθηκε», ούτε να παροτρύνουν και άλλους να το κάνουν, αλλά που μου τελειώνουν, μία-μία οι απαντήσεις στο «πως αλλιώς».

Στερεύει η λογική – έτσι θα γινόταν πάντα ιστορικά, υποθέτω.

Με τρόμο, γιατί φοβήθηκα εχθές, με όλη την ειλικρίνεια και τον αποτροπιασμό το λέω, ο φόβος έκανε στενή συντροφιά στην θλίψη μου, ότι θα ξέφευγε η κατάσταση, και θα γινόταν η έκρηξη που θα είχε απρόβλεπτες συνέπειες.

Με τρόμο, γιατί δεν ξέρω πια τι θα σταματούσε αυτό το κύμα φασισμού, και πως θα σωθούμε όλοι, πια, όχι μόνο ο αδικοχαμένος νεαρός, από αυτό που μας σπρώχνουν οι ολοκληρωτισμοί να γίνουμε.

Με τρόμο, γιατί παρέμεινα σιωπηλός, γιατί μου τελειώνουν τα επιχειρήματα. Με τρόμο, γιατί δεν ξέρω πια αν έχω δίκιο.

Ένα αιματοβαμμένο παλικάρι σε ένα πεζοδρόμιο, να ελπίζει να ξημερώσει μία καινούργια ημέρα γι’ αυτόν, για να φωνάξει, πάλι, «όχι στον φασισμό» όπως έκανε κάθε μέρα μέχρι τώρα, εκτιθέμενος γι’ αυτό και μόνο όσο περισσότερο μπορούσε, χωρίς να φοβάται. Μια κοπέλα που είδε τον άνθρωπό της, τον έρωτά της, να αργοσβήνει. Ένας περαστικός, να κοιτά τριάντα τραμπούκους να κυνηγούν έναν μόνο του να γλυτώσει από τις λεπίδες τους. Ένα πεζοδρόμιο γεμάτο από σταγόνες με αίμα. Ένας να του κρατά το χέρι, και να του λέει «βάστα, Παύλο; βάστα ρε, βάστα ρε Παύλο, όλα θα πάνε καλά». Μια μάνα, που έμαθε στο τηλέφωνο «ο Παύλος δεν είναι καλά». Μισό εκατομμύριο ψηφοφόροι, να κοιτούν αυτούς που σφάζουν για λογαριασμό τους, και, ελπίζω ρε φίλε, αλήθεια ελπίζω, να απορούν έστω και για μία στιγμή, τι σκατά πήγαν και κάνανε. Εμείς, οι υπόλοιποι, να κοιτάμε τι θα πάθουμε, αν αντιδράσουμε, αν διαμαρτυρηθούμε αν πούμε μία κουβέντα παραπάνω, όταν κλωτσάνε ένα πεντάχρονο παιδάκι στην Ακρόπολη, όταν βρίζουν, ή μαχαιρώνουν έναν ξένο, όταν στήνουν ενέδρες σε αριστερούς. Εγώ, να κοιτάω την οργή, την απόλυτα δικαιολογημένη και τρομαχτική οργή, και να μην βρίσκω λόγια να την σταματήσω – να μην ξέρω καν, πια, πως και αν πρέπει.

Για το ΠΑΣΟΚ, το συνέδριο και τα γενέθλιά του, υπάρχει μία μικρή ..αναστάτωση σήμερα στα social media 🙂

Οι περισσότεροι που σχολιάζουν, θεωρώ, είναι θυμωμένοι – ακόμα και αν απλώς ειρωνεύονται, για πλάκα.

Εγώ έχω μόνο μία σκέψη για το θέμα:

Ας προσέξουμε τι πήγε στραβά, και ας μην το αφήσουμε να ξαναγίνει.

Πρόσεξε: Δεν ασχολούμαι αν όντως έχουν γίνει όσα προσάπτουν, σε κόμμα συλλογικά, ή σε πρόσωπα, ή σε ιδεολογίες. Όχι γιατί δεν έχει σημασία, αλλά γιατί δεν έχει σημασία για το μέλλον:

Για να μην ξαναθυμώσουμε με ένα κόμμα, αρκεί να κρατήσουμε ελάχιστους, -ίσως τώρα μοιάζουν δύσκολοι, ίσως όμως δεν είναι τελικά- κανόνες. Πχ:

Ζητάμε πριν τις εκλογές ξεκάθαρο πρόγραμμα από το κόμμα μας. Είτε είναι στην βουλή, είτε είναι κυβέρνηση μετά – είτε όχι. Όχι μόνο τις παροχές, αλλά και τον τρόπο που αυτές θα έρθουν. Απαιτούμε καθαρές θέσεις, για μία καθαρή ψήφο. Το «που θα βρεις τα χρήματα για να κάνεις όσα υπόσχεσαι» είναι πάντα, ανεξαρτήτως προγραμματικής δήλωσης, κόμματος, και αποτελέσματος, μία εξαιρετική ερώτηση – όχι η μόνη, βέβαια.

Ζητάμε διαφάνεια. Διαφάνεια σημαίνει να μην προσλαμβάνεις τους δικούς σου σε διαγωνισμούς (ακόμα, και κυρίως, αν οι δικοί σου είμαστε εμείς), να μην αναθέτεις απ’ ευθείας σε εταιρίες, να υπάρχουν και να λειτουργούν θεσμοί που προστατεύουν ώστε να μην παίρνεις χρήματα κάτω από το τραπέζι, να μην παρεμβαίνεις στον ρόλο της δικαιοσύνης, κάθε σου απόφαση να είναι δημόσια, και άμεσα διαθέσιμη από όσο το δυνατόν περισσότερους όλους.

Ζητάμε δικαιοσύνη. Αυτό σημαίνει ότι, κανένας λόγος δεν είναι πιο σημαντικός από την δικαιοσύνη την ίδια. Δικαιολογίες να μην εφαρμοστεί υπάρχουν πολλές, και όλες οδηγούν, τελικά, περίπου εδώ που έχουμε φτάσει τώρα. Αναδρομικές «δικαιοσύνες», και αναβολές που οδηγούν σε παραγραφές, θα πρέπει να εξαλειφθούν.

Ζητάμε συνέπεια. Ελέγχουμε τον λόγο των ανθρώπων που ψηφίσαμε με τις πράξεις τους. Όταν αποκλίνουν, απαιτούμε είτε μία καλή εξήγηση γι’ αυτό, είτε να επανέλθουν σε όσα υποσχέθηκαν να πράξουν.

Δεν τελειώνει εκεί, προφανώς. Ούτε είναι απαραιτήτως αυτοί οι κανόνες, φτιάξε άλλους, δικούς σου εσύ, που θεωρείς ότι δεν θα σε προδώσουν αύριο, όποιο κόμμα και αν ψηφίσεις, ούτε είναι μόνο για το μέλλον το βλέμμα μου, είμαι με όλους όσους θέλουν να ξεκαθαρίσουν το παρελθόν από τα βαρίδια του, να κάνουν Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου, να καθαρίσουμε τα οικονομικά μας, να ξεσκονίσουμε τις επίσημες δηλώσεις και τα πραγματικά έργα.

Αυτο που λέω, είναι: Για να μην ξαναθυμώσουμε που με την εξουσία που τους παραδώσαμε -και ελπίζω να είναι προφανές ότι μιλάω για όλα τα κόμματα, και αυτά που υπήρχαν, και αυτά που υπάρχουν, και αυτά που θα υπάρξουν- θεωρώ ότι με λίγους σχετικά, απλούς κανόνες, θα διατηρήσουμε μία γραμμή πολιτικής ποιότητας.

Για να μην ειρωνευόμαστε πληγωμένοι για αρπαγές ψήφου μετά, κάθε εκάστοτε τρίτη μέρα του Σεπτέμβρη.

Επειδή από τα γραπτά μου, στο twitter και στο blog, υποπτεύομαι ότι έχω αφήσει να εννοηθεί ότι είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι στην πραγματικότητα, θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, για να μην παρεξηγούμαστε:

Είμαι υπέρ της νομιμότητας.

Δεν ξέρω αν είναι σωστό, ή όχι αυτό – αλλά μόνο έτσι ξέρω να λειτουργώ. Δεν ξέρω πχ αν κάποιος που η τράπεζα του έχει πάρει το σπίτι κάνει καλά ή όχι να πετάει πέτρες, αλλά ο μόνος τρόπος, σαν μέρος της κοινωνίας που ξέρω να φερθώ, είναι να επιμείνω ο άνθρωπος να ακουστεί και να μη χάσει το σπίτι του, αλλά να τιμωρηθεί αν πετάει πέτρες.

Μόνο έτσι ξέρω να λειτουργώ στην κοινωνία.

Κάποιος που πετάει μία μολότοφ σε αστυνομικό, δεν είναι φίλος μου, δεν με εκφράζει, και -δεν νιώθω κιόλας ότι- με αντιπροσωπεύει. Αυτός ο κάποιος έχει μία εξουσία που δεν του την δίνω εγώ, για να σκοτώσει. Το γεγονός ότι γράφω ο,τι σκέφτομαι κάθε φορά που ένας αστυνομικός χτυπάει άδικα και ατιμώρητα έναν μετανάστη, το κάνω ΑΚΡΙΒΩΣ γιατί δεν θέλω κάποιος άλλος, κάπου, να κάψει έναν άλλον αστυνομικό για αντίποινα.

Τι σημαίνει «υπέρ της νομιμότητας»; Για την στάση μου, αυτό έχει δύο, διακριτές, παραμέτρους.

Η πρώτη είναι οι νόμοι. Αν οι νόμοι πουν, ότι είναι σύννομη μία επέμβαση στο Πολυτεχνείο, ή στο σπίτι του διπλανού μου, ή στο σπίτι μου, αν ερωτηθεί και κρίνει η εισαγγελία, ή όποιος άλλος έχει ευθύνη, ότι ήταν μία απόφαση που συμπορεύεται με τους τρέχοντες νόμους, δεν θα αντιδράσω. Αρκεί να καλύπτει και την δεύτερη παράμετρο όμως:

Η δεύτερη, είναι η ατομική ηθική μου. Ακόμα και αν όλοι οι νόμοι πχ επιτρέπουν να βιάζονται κρατούμενες μέχρι να αποδειχθεί ότι δεν έχουν ναρκωτικά, εγώ θα είμαι αντίθετος, και θα ζητήσω μία αλλαγή του νόμου με όποιον τρόπο μπορώ.

Οι νόμοι, πιστεύω, είναι οι κανόνες που οφείλουμε να τηρούμε όλοι, και αν όχι να αποδεχόμαστε ότι από το ίδιο σύστημα υπάρχουν προβλεπόμενες, ίσες για όλους, συνέπειες. Η προσωπική, ατομική ηθική μου δεν είναι ανάγκη να έχει την έγκριση κανενός άλλου: αν εγώ νομίζω ότι κάτι είναι ανήθικο, θα κάνω ότι μπορώ για να αλλάξω τον νόμο που το επιτρέπει.

Η επιμονή μου στην συνολική νομιμότητα και την ατομική ηθική, δεν γίνεται γιατί είμαι πιο έξυπνος από τους υπόλοιπους – γίνεται αποκλειστικά και μόνο γιατί μου είναι αδύνατο να βρω άλλον, καλύτερο τρόπο να λειτουργήσω ως κοινωνία. Ως ηλίθιος, ο μόνος τρόπος -επαναλαμβάνω- για να λειτουργήσω σε μία κοινωνία, είναι να έχω σταθερούς κανόνες που, ή τους αλλάζουμε, ή τους ακολουθούμε όλοι μέχρι να βρούμε καλύτερους.

Αν οι νόμοι είναι λάθος, φυσικά να τους αλλάξουμε. Θα υπερασπιστώ κάθε φωνή που θα ζητήσει το δίκαιό της έτσι. Αλλά οι νόμοι πρέπει να τηρούνται, αλλιώς δεν θα έχω καμία βάση να κατακρίνω την παρανομία, ειδικά όταν είναι κρατική. Αλλά επίσης, καμία παρανομία δεν δικαιώνει αυτοδίκαια μία άλλη: Αν αδικηθείς κάπου, δεν σημαίνει ότι μπορείς να αδικήσεις κάποιον άλλον για αντίποινα. Για μένα δεν λειτουργεί έτσι.

Ακριβώς δε επειδή έχω αυτήν την στάση, είμαι υποχρεωμένος να είμαι πιο κριτικός και απόλυτος απέναντι σε όσους δεν τηρούν τον νόμο που οι ίδιοι πρεσβεύουν, παρά σε όσους τον καταπατούν: Γιατί με κάθε «μα είναι νόμιμο» που θα πετάξω σε μία κουβέντα, έχω την ατομική ευθύνη να καταδικάσω πολλαπλάσια την παρανομία από όσους καταχρώνται τις δυνάμεις που εγώ ο ίδιος τους έδωσα να φροντίζουν να τηρείται η νομιμότητα.

Δεν είναι το ίδιο, ούτε θα γίνει ποτέ για μένα (ελπίζω) το ίδιο ο αστυνομικός που χτυπάει έναν πολίτη, με τον πολίτη που χτυπάει έναν αστυνομικό – το πρώτο είναι για μένα σαφώς χειρότερο από το δεύτερο. Και το γεγονός ότι κατακρίνω όσο περισσότερο και πιο έντονα μπορώ την στάση του πρώτου, δεν σημαίνει αυτοδίκαια ότι εγκρίνω και την στάση του δεύτερου.

Δεν ζητάω να το κάνει κανείς από εσάς, ούτε θα κατακρίνω κάποιον αν δεν το κάνει. Ο καθείς λειτουργεί όπως μπορεί καλύτερα, εγώ έτσι, εσείς μπορεί να έχετε άλλους κανόνες. Θεμιτό, αφού έτσι και αλλιώς δεν ξέρω τι είναι σωστό, μπορεί κάλλιστα να κάνω λάθος εγώ, και σωστά εσείς.

Έχω γράψει, και υπερασπιστεί στο παρελθόν ένα σωρό πράγματα. Δεν είμαι σταθερός σε όλα – οι γνώμες μου αλλάζουν, μετατρέπονται στον χρόνο – μα θεωρώ, και ελπίζω, ότι σ’ αυτό έχω μία σταθερή άποψη. Το θέμα είναι να είναι και ξεκάθαρη σε όσους μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν το blog μου ή τις απόψεις μου στο twitter.

"Injustice anywhere is a threat to justice everywhere" by afagen, on Flickr

Μα όμως σκοτώθηκε ένα παιδί, ένας νέος, γιατί τρόμαξε, -δεν έχει τόση σημασία, θα σου πω γιατί, δεν έχει τόση σημασία, άκου-, γιατί τρόμαξε, γιατί τον έσπρωξαν, γιατί ήταν μία άτυχη στιγμή, ή μία δολοφονία, δεν θα κοιτάξω αυτό, άκου:

Σκοτώθηκε ένα παιδί. Γιατί ταξίδεψε παράνομα, λαθραία, η λέξη της εποχής μας, λαθραίος, αυτός που δεν θα έπρεπε να είναι εδώ, που δεν αξίζει να είναι εδώ, που δεν πλήρωσε να είναι εδώ, που δεν μπορεί να είναι εδώ, ένα λαθραίο παιδί σε ένα τρόλεϊ, που η κοινωνία μας πληρώνει, δεν αντέχει τσαμπατζίδες, που ο κάτοικος της Μυτιλήνης και της Ορεστιάδας πληρώνει, από τους φόρους του για την τσάμπα βόλτα του κύριε, κύριε λαθραίε, λαθραίε, δεν ταιριάζεις μαζί μας, δεν είσαι ένας από εμάς.

Είσαι ένας λαθραίος.

Εμείς, οι νομοταγείς, δεν ανεχόμαστε καλά τους λαθραίους. Βάζουμε κυνηγούς επικηρυγμένων ελεγκτών ελεγκτές ως κυνηγούς επικηρυγμένων να πληρωθούν με το κεφάλι τους, ή χτίζουμε, παράνομες κατά πως φαίνεται, φυλακές για να τους στεγάσουμε, εμείς οι νομοταγείς που δεν ανεχόμαστε μύγα στο σπαθί μας.

Μα όταν η Vodafone και η Ericsson επιτρέπουν να ακούγονται οι τηλεφωνικές συνδιαλλαγές μας – και μετά από έναν χρόνο μηδενικής έρευνας γίνεται γνωστό (και τα πρόστιμα εξαφανίζονται με την ταχύτητα που μπαίνουν), όταν τα The Mall κρίνονται παράνομα ακόμα και από το ΣτΕ(!) μα παραμένουν ακόμα ανοικτά(!) μέχρι να βρεθεί μία νομική φόρμουλα, να μαζευτούν πεντ-έξι υπουργοί να υπογράψουν ένα κουρελόχαρτο για να προσπεραστεί το «νομικό κώλυμα», όταν οι υπηρεσίες καταπωσφαίνεται μπερδεύτηκαν κομμάτι με την υπόθεση του Ελληνικού Χρυσού – προς το συμφέρον του βεβαίως, ή κάτι μυστήριες υποθέσεις λαθρεμπορίας καυσίμων παραγράφονται -άκου να δεις-, όταν σε κάποιες εθνικές οδούς ακόμα πληρώνουμε διόδια ενώ είχαν σταματήσει για χρόνια να γίνονται έργα και ο κόσμος σκοτωνότανε, ή η Siemens καταλήγει να μας παραδίδει μαθήματα διαφάνειας – ενώ είμαστε υποχείρια εκβιασμού λόγω της σχέσης μας/της με το μετρό, ή κάτι εκατομμύρια που πάνε σε γραφεία κομμάτων εξαφανίζονται από προσώπου γης,

..όλα αυτά μάλλον δεν είναι λαθραία. Είναι εντελώς φανερά, εντελώς απείραχτα, εντελώς ανέγγιχτα.

Την παραδοχή ότι όσο εξαντλούμε την αυστηρότητά μας στους άνεργους λαθρεπιβάτες των τρόλεϊ, τους λαθραίους του €1,40 ή του εξαντλητικού, επικίνδυνου περάσματος για μία καλύτερη ζωή κάπου αλλού, οι άλλοι, ευνοημένοι από τα ΜΜΕ τους και τις κυβερνητικές τους φιλίες, και τα πολλά,-πολλά, πάρα πολλά- λεφτά τους, θα συνεχίσουν τις μπίζνες τους απτόητοι.

Γιατί όπως έλεγα και προχθές:

Και γω με την νομιμότητα είμαι – κάθε μορφής της. Αλλά δεν είναι αρκετά τυφλή ρε παιδί μου, από το ένα μάτι φαίνεται, λίγο λαθραία μοιάζει να κρυφοκοιτάζει.

Source: Wikipedia

Όπως πάντα τα σχόλια είναι χρήσιμα – αλλά σε τούτο το άρθρο πραγματικά το απογειώνουν, διορθώνουν και εμπλουτίζουν. Μην παραλείψεις να τα διαβάσεις, όταν τελειώσεις – ή μπες στο άρθρο, αν το διαβάζεις από rss reader. Αξίζει τον κόπο.

Κάνοντας μία έρευνα στο blog μου, ανακάλυψα με απογοήτευση ότι για την Αμυγδαλέζα έχω κάνει αναφορά μόνο μία φορά. Μόνο μία! Στο twitter ήμουν πιο ομιλητικός, μα τούτα τα γραπτά μένουν, στο twitter χάνονται, σαν κουβέντα καφενείου.

Να εκτεθώ από εδώ λοιπόν. Πρέπον και αναμενόμενο, άλλωστε είναι ιδιαίτερα εύκολο να πάρω θέση – πιο δύσκολο είναι να κρατήσω την οργή μου, μάλλον.

Κατ’ αρχάς, το ψυχρό κομμάτι.

~

Εχθές το βράδυ, επεισόδια ξέσπασαν στην Αμυγδαλέζα. Σύμφωνα με -ανεπιβεβαίωτη- πληροφορία (νομίζω της Εφημερίδας των Συντακτών) οι φυλακισμένοι αντέδρασαν στην είδηση ότι η κράτησή τους παίρνει παράταση έξι μήνες (από δώδεκα σε δεκαοκτώ μήνες), σύμφωνα με άλλες πηγές γιατί είχαν περάσει ήδη δέκα καλοκαιρινές ημέρες χωρίς ρεύμα, και οι συνθήκες διαβίωσης στα κονταίνερ ήταν αφόρητες. Δέκα αστυνομικοί τραυματίστηκαν, μάλλον από τις πέτρες, στρώματα και κοντρέινερ καήκαν, σε λίγη ώρα η κατάσταση είχε τεθεί ύπο έλεγχο, δέκα φυλακισμένοι αγνοούνται.

Ναι; Ναι.

~

Πάμε στα λίγο πιο περίπλοκα

Με βάση αυτήν την μετάδοση, τα πράγματα μοιάζουν μάλλον απλά και σίγουρα οδηγούν σε απλοϊκά συμπεράσματα. Η δεύτερη ανάγνωση, όπως πάντα, χρειάζεται την συνολικότερη εικόνα, πιο καθαρό μυαλό, και μία ελάχιστη πρόθεση ανάλυσης.

Για να δούμε:

«Να φύγουν από δω, και όπου θέλουν ας πάνε»: Δεν είναι εφικτό, γιατί η Ελλάδα έχει υπογράψει το Δουβλίνο 2. Αυτή η υπογραφή, απλοϊκά το λέω, μας δεσμεύει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πράγμα: επειδή η Ελλάδα γεωγραφικά είναι η κύρια πύλη εισόδου για τους μετανάστες, κάθε μορφής, υπογράψαμε μία συμφωνία με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, κάθε τέτοιος μετανάστης να είναι *δική μας ευθύνη*. Ήτοι, κάθε μετανάστης που πιάνουν πχ στην Ολλανδία, αν δηλώσει πύλη εισόδου την Ελλάδα, να τον επιστρέφουν ΣΕ ΕΜΑΣ. Το γιατί το υπογράψαμε είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο, αλλά έχει ένα κερασάκι η τούρτα: επειδή εμείς τραβάμε το ζόρι, μας πληρώνουν ένα σκασμό χρήματα για να «επαναπατρίζουμε» τους μετανάστες. Θα δούμε λίγο πιο κάτω τι σημαίνει αυτό.

«Οι Έλληνες δεν έχουμε να φάμε, και οι λαθρομετανάστες θέλουν πολυτέλειες. Πόσο μας κοστίζουν όλα αυτά;»: Δεν μας κοστίζουν απολύτως τίποτα. Η Αμυδαλέζα και τα άλλα «κέντρα φιλοξενίας (για όνομα του θεού πια) μεταναστών» πληρώνονται εξ ολοκλήρου από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασικά, δεν πληρώνονται για να κοιμούνται στο χώμα και να τρώνε χαλασμένα κρουασάν: υπάρχει ένα συγκεκριμένο κόστος κατά κρατούμενο, που να του επιτρέπει μία αξιοπρεπή διαβίωση. Συνεπώς, το φαγητό, την διαμονή, το κόστος της φυλάκισής τους δεν το χάνει ούτε ένας Έλληνας πολίτης. Μάλλον αντιθέτως.

«Σιγά που οι λαθραίοι θέλουν και αιρκοντίσιον»: Εδώ είναι ένα πρακτικό ζήτημα: Η Αμυγδαλέζα έγινε στο πόδι, και στα πεταχτά. Ήταν βασικά τότε ένα συγκεκριμένο επικοινωνιακό παιχνίδι, που έπρεπε να γίνει σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Από όσα έχω προλάβει να αλιεύσω, οι κρατούμενοι μένουν αποκλειστικά σε κοντέινερ, τα οποία (όπως τα παιδιά που κάνουν σχολείο σε τέτοια «κτίσματα» και οι σεισμόπληκτοι μπορούν να διαβεβαιώσουν) δεν έχουν καμία αίσθηση μόνωσης: το χειμώνα κάνει πιο κρύο μέσα απ’ ότι έξω, το καλοκαίρι βράζουν κάτω από τον ήλιο. Τα αιρκοντίσιον είναι *απαραίτητο συμπλήρωμα* κάθε τέτοιας κατοικίας, και όχι πολυτέλεια. Είπαμε, όσοι ζουν σ’ αυτά από ανάγκη, μπορούν να σας το επιβεβαιώσουν.

«Ναι, αλλά η Ευρώπη μας δίνει εύσημα»: Όοοοοχι ακριβώς. Ο @skoukios κατάφερε να βρει τους κανόνες που ορίζει η ευρωπαϊκή Ένωση για την διαχείριση αυτών των ανθρώπων, δεν τα έχουμε πάει πολύ καλά λέει (από εδώ που είμαι δεν μπορώ να επιβεβαιώσω το αρχικό κείμενο, οπότε, κάθε παρατήρηση στα σχόλια, δεκτή). Αν αντέχετε να διαβάσετε left.gr επίσης, αναφέρει ότι οι διθύραμβοι για το success story των κέντρων μας δεν έλεγαν όλη την αλήθεια – (και εδώ την ευθύνη για την πιστότητα του ρεπορτάζ την έχει το μέσο, θα επιβεβαιώσω όποτε μπορέσω). Τέλος, από ότι φαίνεται και ο ΟΗΕ (πάλι από τον left) δεν θα άντεχε να ζήσει ούτε μία ώρα. Αναρωτιέμαι γιατί. (Σύνδεσμος του Δεκεμβρίου. Έχουμε Αύγουστο. Αν αυτό σας λέει κάτι). [Προσθήκη: Όχι μόνο από τον left, αλλά και τους Ευρωπαίους Πρασινους]

«Τέλος πάντων, ας περίμεναν λίγο να φτιαχθούν τα αιρκοντίτιον, μην καίνε πράγματα που έχουμε πληρώσει εμείς τόσο εύκολα»: Είπαμε κατ’ αρχάς, δεν τα έχουμε πληρώσει εμείς, τίποτα δεν έχουμε πληρώσει εμείς. Και όσο αφορά το αν είναι ένα περιστατικό, υπάρχει μία ιδιομορφία: επειδή είναι φυλακή, και επειδή ακόμα δεν έχει βγει πολύς κόσμος από εκεί (σας θυμίζω, έγινε με τις προηγούμενες εκλογές, είναι έναν χρόνο μέσα) η μόνη ενημέρωση που υπάρχει,είναι από την ΚΕΕΡΦΑ (Κίνηση Ενωμένη Ενάντια στον Ρατσισμό και την Φασιστική Απειλή) (ναι, και αυτοί αριστεροί είναι, κάντε την καρδιά σας πέτρα) η οποία ένα στα δύο ποστ της, αναφέρεται σε περιστατικά της Αμυγδαλέζας. Και ναι, έχει γίνει λόγος και για νεκρούς.

«Μα τα κανάλια δεν είπαν τίποτα»: Τα κανάλια και γενικότερα τα ΜΜΕ έχουν μία πολύ δύσκολη σχέση με το θέμα. Η ενημέρωσή τους περνάει αποκλειστικά από την ΕΛ.ΑΣ, με ότι και αν αυτό συνεπάγεται. Δεν είχα πρόσβαση σε ειδήσεις τις τελευταίες μέρες, αλλά η περιγραφή είναι ότι η μετάδοσή τους είναι γελοία, αν όχι εξοργιστική. Θα επανέλθω, μόλις έχω στοιχεία. Ίσως μία απομαγνητοφώνηση να είναι απαραίτητη. Στο μεταξύ:

και

«Μα για να είναι φυλακή, κάτι έκαναν!» Αυτο που έκαναν, ήταν να μπουν στην χώρα μας χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά [προσθήκη: και μόνο για αυτό, υπάρχει νόμος και ελληνικός και ευρωπαϊκός, που απαγορεύει την φυλάκισή τους! Διάβασε στα σχόλια]. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μας πληρώνει για να τους φερθούμε ανθρώπινα. Εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, ούτε καν με ξένα χρήματα.

«Η Ελλάδα δεν χωράει άλλους μετανάστες!»: Ξανά, Δουβλίνο 2. Οι άνθρωποι αυτοί, το μεγαλύτερο ποσοστό τους, δεν έχει καμία πρόθεση να μείνει στην Ελλάδα – απλώς, είμαστε το μόνο σύνορο στο οποίο υπάρχει πρόσβαση μέσω Τουρκίας (και κατά πάσα πιθανότητα, μία αρκετά επικερδής επιχείρηση που δεν πρέπει να σταματήσει για τους λαθρεμπόρους, και από εδώ, και από εκεί). Δεν θέλουν λοιπόν να μείνουν στην πυκνοκατοικημένη μας Ελλάδα. Θέλουν να πάνε ΑΛΛΟΥ. Όταν όμως συλλαμβάνονται ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ στην Ευρώπη, έχουμε συμφωνήσει, επί πληρωμής, να τους διαχειριζόμαστε εμείς. Εμείς συμφωνήσαμε, οι Έλληνες. Καμιά δουλειά δεν έχουν οι Πακιστανοί, Αφγανοί, Αφρικανοί μετανάστες σ’ αυτό το αλισβερίσι.

«Ε, τέλος πάντων, μετανάστες είναι, λαθραίοι, έχουν συνηθίσει να ζουν σαν τα ζώα»: Οχι, δεν είναι μόνο μετανάστες. Το κέντρο έχει «φιλοξενήσει», μεταξύ άλλων, και κάποιες επιχειρήσεις «σκούπα» (τα έχουμε ξαναπεί, ε;) εξαρτημένων από ναρκωτικά, αλλά (είναι επώνυμη καταγγελία αλλά δεν έχει επιβεβαιωθεί από κάπου αλλού ακόμα) και τυχαίους πολίτες που τους έβαλαν να …σκουπίσουν για να φύγουν. Τυχαίους. Για «εξακρίβωση στοιχείων». Τυχαίους. Εμένα, και ΕΣΕΝΑ.

«Και γιατί δεν φεύγουν;» Δεν μπορούν να φύγουν, οι πόρτες είναι κλειστές. Και, υποτίθεται δεν μπορούν να τους διώξουν, γιατί αφού δεν έχουν χαρτιά, δεν ξέρουν που να τους στείλουν. Εδώ, θα μου επιτρέψεις να κάνω μία ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ εκτίμηση – ένα σενάριο συνωμοσίας: Πληρωνόμαστε με το κεφάλι. Για κάθε έναν μετανάστη που «φιλοξενούμε» (απίστευτος όρος, ε;) δικαιούμαστε κάποια χρήματα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτά τα χρήματα τα εισπράττουμε – κάνουν δεν κάνουν το κορόιδο οι Ευρωπαίοι για το αν γίνονται ανθρώπινο φαγητό ή σάπια κρουασάν. ΕΓΩ λοιπόν, (και ειλικρινά ελπίζω, στην ζωή μου το λέω, να διαψευστώ αύριο) θεωρώ ότι τους κρατάμε φυλακισμένους για να πληρωνόμαστε. Τόσο απλό. Τους κρατάμε εδώ, για να γίνονται αριθμοί σε ένα excel, και να παίρνουμε, κατά κεφαλή, κάποια ευρώ που βάζουμε στην τσέπη μας – καθώς, πιάνουμε κορόιδο τους κουτόφραγκους, και, παρότι έχουν πληρωμένους γιατρούς, διατροφή, αλλά και όσο το δυνατόν πιο γρήγορη έξοδο, εμείς κάνουμε τους πονηρούς, και εισπράττουμε τα ευρώ τους.

«Για σιγά ρε Γιάννη – κανείς δεν μπορεί να σκέφτεται να κάνει τέτοιο κακό επίτηδες σε ανθρώπους, είσαι παλαβός» Κανείς, ε;

Απο το Πρώτο Θέμα.

Ξανασκέψου το.

~

Λύσαμε και τις απορίες; Μάλλον γεννήθηκαν εκατό περισσότερες. Μία μόνο προσωπική θέση από εμένα:

Αυτοί οι άνθρωποι είναι άδικα στην φυλακή. Είναι άδικα γιατί δεν έχουν δικαστεί, ούτε καταδικαστεί. Είναι άδικα γιατί οι κανόνες με τους οποίους φτιάχθηκε το κέντρο, όπως της αμεσότητας της έρευνας κάθε υπόθεσης ξεχωριστά, και άμεσα, δεν τηρείται. Δεν έχουν πρόσβαση ούτε σε δικηγόρους, ούτε σε νομική υποστήριξη, και αν ισχύει ακόμα και το δέκα τοις εκατό των καταγγελιών, ούτε και σε βασικά για να επιβιώσουν αγαθά – και κυρίως, ζουν σε ένα πέπλο σιωπής. Αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μία κόλαση. Αν έτσι και αλλιώς πιστεύεις ότι υπάρχουν κατώτεροι άνθρωποι από σένα, άνθρωποι που έχουν λιγότεροι αξία από σένα, άνθρωποι που δεν αξίζουν να ζουν όπως εσύ, έτσι και αλλιώς, σ’ αυτό το blog δεν έχεις δουλειά – δεν μπορώ να σου εξηγήσω ούτε τα βασικά.

Αυτοί όμως, που υποστηρίζουν το να φέρονται στους κρατούμενους έτσι, απλώς για να βγάλουν λεφτά, ως κράτος, ως κοινωνία, είναι απλώς στυγνοί έμποροι σκλάβων. Όποιοι δέχονται, σε οποιοδήποτε επίπεδο και αν είναι αυτό, εδώ και έναν χρόνο, όχι μόνο στην Αμυγδαλέζα αλλά και αλλού, να κερδίζουν χρήματα ως κοινωνία, από την κακομεταχείριση ανθρώπων, να συμμετέχουν σε μία συγκάλυψη γιατί απλώς βολεύει, όσοι αρνούνται ακόμα και να ρωτήσουν τι πραγματικά συμβαίνει, που πάνε τα χρήματα αυτά, αλλά και πως καταντήσαμε να εκμεταλλευόμαστε ψυχές για ευρώ, είναι συνένοχοι σε ένα έγκλημα που δεν έχει προηγούμενο στην Ελλάδα.

Αν τους πω ότι τα χρήματα που γλυτώσαμε από τα αίρκοντίσιον των «κέντρων φιλοξενίας» θα γίνουν, σε μία απολύτα λογική διαδρομή χρήματος, αιρκοντίτιον στον προθάλαμο μίας τράπεζας στο γραφείο που θα τους δώσει αύριο δάνειο να πληρώσουν την θέρμανσή τους, θα είναι ένας φθηνός λαϊκισμός που μπορεί μεν να ξεσηκώσει – μα δεν θέλω αυτό:

Θέλω κατ’ αρχάς, να σκεφτούμε ξεκάθαρα, πόσο κακό κάνουμε ως πολίτες σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Να επικαλεστώ, πριν από το συναίσθημα αυτοσυντήρησής μας, την ανθρωπιά μας.

Και πως ακριβώς αφήσαμε, με ποιον ακριβώς τρόπο, να φτάσουμε τόσο χαμηλά ρε φίλε.

Υ.Γ.: Δεν υπάρχει μόνο η Αμυγδαλέζα, ε;

Υ.Γ.2: Από τον @ernestodlaserna η επικοινωνία του Συνηγόρου του Πολίτη για την κράτηση αλλοδαπών

Να κάνουμε μία συμφωνία; Ό,τι και να πιστεύει ένα κόμμα, οφείλει να τηρήσει κάποιους κανόνες. Ας πούμε, δεν πρέπει να σφάζει ανθρώπους – αυτός μου φαίνεται ότι είναι ένας καλός κανόνας. Ή να τους διαχωρίζει, με βάση την φυλή – αυτός, επίσης, είναι ένας καλός κανόνας. Ή το φύλο, ή το χρώμα, ή τις σεξουαλικές προτιμήσεις, ή τις πολιτικές προτιμήσεις, ή, ή. Όλοι αυτοί, είναι απαράβατοι κανόνες.

Είναι κανόνες κοινής λογικής.

Για μένα – για σας δεν με νοιάζει, όπως βολεύεται ο καθένας σας. Για μένα όμως, αυτή η λίστα είναι αδιαπραγμάτευτη.

Δεν με ενδιαφέρει αν ένα κόμμα είναι υπέρ του μνημονίου, ή κατά του μνημονίου, αν θέλει ένα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους, ή όλα να είναι ιδιωτικά, αν θέλει φύση που δεν φέρνει χρυσό, ή χρυσωρυχεία παντού – γι’ αυτό, τελικά, θα το κρίνουν οι ψηφοφόροι του. Αν διαφωνώ πολιτικά, διαφωνώ επί πολιτικών θεμάτων με ένα κόμμα, που αν κερδίσει δεν θα με φυλακίσει, ή δολοφονήσει, ή στείλει στην εξορία επειδή διαφώνησα – αυτό, ας πούμε, για μένα είναι λιγουλάκι απαραίτητο.

Επειδή είναι στην βουλή ένα κόμμα, δεν το κάνει αυτόματα ούτε κόμμα, ούτε πολιτικό φορέα για μένα. Αν η ΧΑ είναι στην βουλή, δεν είναι αυτοδίκαια κόμμα, συγκρίσιμο με τα άλλα:

Τα άλλα, τουλάχιστον τα τωρινά, είναι κόμματα. Έχουν πολιτικές θέσεις (μπορεί όχι πάντα τίμιες ή ειλικρινής, συμφωνώ) αλλά είναι πολιτικά κόμματα που σέβονται, ή θα έπρεπε να σέβονται, τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Η βασική δομή της ΧΑ από την άλλη, είναι μία συμμορία από μαχαιροβγάλτες, που έχουν ανάγκη την εξουσία ακριβώς για να επιβληθούν στα ανθρώπινα δικαιώματα. Δεν έχουν «θέσεις», γιατί δεν τους ενδιαφέρει διόλου η πολιτική. Τους ενδιαφέρει η νομιμοποίηση, ώστε αύριο, με την ισχύ της βίας, να επιβληθούν σε όλους – και σε αυτούς με τους οποίους διαφωνούν (αλλά και σε αυτούς που τους στήριξαν).

Αυτοί που θεοποιούν τον Χίτλερ, που ονειρεύονται το Ολοκαύτωμα και ελπίζουν σε βασανιστήρια της ασφάλειας και εξορίες, δεν επιδέχονται καμίας πολιτικής αντιπαράθεσης – έχουν ήδη χάσει αυτό το δικαίωμα προνόμιο να συνδιαλέγονται μαζί μου, όταν αγνόησαν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Καμία πολιτική θέση δεν θέλω να επιβάλλεται με όπλα, και όταν αυτή επιβάλλεται, δεν είναι πολιτική θέση, και δεν εννοείται ως τέτοια στο δικό μου αξιακό σύστημα.

Άρα: η πολιτική με την πολιτική της κρίση, και οι νεοναζί μαχαιροβγάλτες με την κρίση της δικαιοσύνης. Όσο δεν τα αναμιγνύουμε στην κουβέντα μας, για μικροκομματικούς λόγους ή απλή αφέλεια, μπορούμε να συζητήσουμε οτιδήποτε.

Πολύ σπάνια πλέον σπάω τα σοβαρά θέματα του blog μου – για να το πω αλλιώς, με τόσα που συμβαίνουν γύρω μας, δεν κάνω κέφι να γράψω για χαλαρά πράγματα.

Απο τις λίγες αποδεκτές «παρασπονδίες» είναι το (γνωστό στους μόνιμους επισκέπτες) κόλλημά μου με τις εμφανίσεις και δη του Ολυμπιακού, και η παράδοση [12] να ποστάρω την καινούργια εμφάνιση της σαιζόν μόλις την βρίσκω.

Αν και είχα την φήμη από την Παρασκευή που βρήκα αυτό το post, απ’ ότι φαίνεται, η καινούργια εμφάνιση είναι (όσο πιο επισήμως γίνεται) αυτή:

olympiakos_kit_2013-2014

Σε γενικές γραμμές σχεδιαστικά παραμένω ικανοποιημένος, έτσι και αλλιώς είμαι ικανοποιημένος από την Puma για τις εμφανίσεις του Ολυμπιακού αλλά και γενικότερα – θα προσέχω πιο πολύ την Newcastle του χρόνου, αφού το σχέδιό της μοιραζόμαστε. Χορηγός όπως όλα δείχνουν θα συνεχίσει να είναι μία ντροπή (χρήματα από τον ΟΠΑΠ, απαράδεκτο), κάτι με το οποίο είμαι συνηθισμένος να απογοητεύομαι (Siemems, Vodafone) έτσι και αλλιώς.

Για τους αιώνιους εχθρούς, φέτος ειδικά δεν έχω εικόνα. Ο Παναθηναϊκός δεν περιμένω (ειδικά φέτος που είναι ακόμα πιο χαμηλό το budget του) να πρωτοτυπήσει σχεδιαστικά, η ΑΕΚ είναι σε χαμηλότερη κατηγορία, και δεν είμαι σίγουρος καν για τον κατασκευαστή της φανέλας, και ο ανανεωμένος ΠΑΟΚ άλλαξε εταιρία, άλλαξε και φανέλα, πήγε στην Nike η οποία εμφανίζει συνήθως λιτά, κλασικά σχέδια (ειδικά στις ρίγες) που δεν έχουν σχεδιαστικές πρωτοτυπίες (καλώς, ή κακώς).

Ως δωράκι, μία φωτό από τον Alex7Greek που έχει όλες τις εμφανίσεις, Football Manager Mode, από το 1993 και μετά (click για μεγαλύτερη)

olympiakos_kits

– Λίγες χιλιάδες κόσμου έξω από την Βουλή. Να φωνάζουν, να διαμαρτύρονται, να αγωνιούν, με τα ΜΑΤ απέναντί τους. Είναι πολλοί – μα είναι λίγοι.

– Πλειοψηφία η κυβέρνηση χάρη στις ψήφους Νέας Δημοκρατίας, και ΠΑΣΟΚ. Διαθέτουν το 153 τουλάχιστον των βουλευτών, την απαιτούμενη πλειοψηφία να περάσουν οι νόμοι τους. Αυτήν την πλειοψηφία την δώσαμε εμείς, με την ψήφο μας.

– Καμία αγωνία από τους βουλευτές και τους αρχηγούς κομμάτων. Αρκούν δύο-τρία ψέμματα πριν τις εκλογές, (θα διαπραγματευτούμε, Ζάππειο, όχι άλλα μέτρα) – και ξαναβγαίνουν. Δεν αθωώνω τους ψεύτες, μα δεν αθωώνω και όσους τους πίστεψαν την δεύτερη φορά. Το δις εξαμαρτείν, που λένε.

-Καμία αγωνία και για τους βουλευτές τους ίδιους. Το «είναι η τελευταία φορά που ψηφίζω νέα μέτρα», ή το «δεν συμφωνώ (αν και κυβερνητικός) με τις διαδικασίες», γίνεται, άκοπα και ατιμώρητα, «ναι, σε όλα». Ατιμώρητα, από τους ψηφοφόρους τους. Δεν τους ελέγχει, πια, κανείς άλλος πλην του αρχηγού τους.

– Ο Πρόεδρος της Βουλής διεξάγει την ψηφοφορία με τρόπο φανερά εξοργιστικό, τους συγκυβερνώντες βουλευτές να κοιτάζουν, τους αντιπολιτευτικούς να φωνάζουν «όχι», και να νομοσχέδια να περνάνε δια βοής, και κατά πλειοψηφία. Ντροπή, αλλά, είναι «η διαδικασία».

– Τίποτα απολύτως δεν γίνεται για τα κανάλια. Κόσμος διαμαρτύρεται, η βουλή συνεδριάζει για πολύ σοβαρά και σημαντικά νομοσχέδια, το CSI Miami ή το Απαγορευμένοι Καρποί στην Άνω Μπραζίλια δεν σταματούν πάρα μόνο για διαφημίσεις. Μην ανησυχείς για τίποτα, ξέρουν αυτοί, δες την σειρά σου.

Συνεπώς: Εμείς, δεν φωνάζουμε αρκετά. Αυτοί, δεν μας ακούνε καν. Τα κανάλια δεν μας ενημέρωνουν για τίποτα που «δεν συμφέρει». Οι πολιτικοί, δεν πληρώνουν τα ψέματά τους.

Αν δεν φωνάξουμε δυνατά εμείς «όχι!», όταν υπάρχει σιωπή, τότε πολύ λογικά και «συνεπώς, τα άρθρα θα γίνονται δεκτά κατά πλειοψηφία».

Μόνο έτσι πάει, αδέλφια.