Monaxies

Flickr εικόνα

Συμφωνώ με όσα λέει ο SykoFantiS_Bastoyni στο post του.

Όσο διαρκεί το Athens Pride 2010, είμαι και εγώ αδελφή.

Μπορείτε να με φωνάζετε όπως θα τολμούσατε, αν τολμούσατε, οποιοδήποτε από τα παιδιά που ζει την ζωή του χωρίς να ενοχλεί τους άλλους, ερωτεύεται χωρίς την άδειά σας, κάνει τις επιλογές του χωρίς να σας χρειάζεται.

Είμαι και γω λοιπόν αδελφή.

Γιατί έτσι γουστάρω.

Σας θυμίζω: Point Of View: Pride. Δεν έχουν ανάγκη ούτε την γνώμη μας, ούτε την συγκατάθεσή μας.

Σχόλια όχι εδώ – αλλά στο post του SykoFantiS_Bastoyni από όπου και εμπνεύστηκα.

Amalia

Flickr εικόνα

L’Etat c’est moi. Το κράτος είμαι εγώ.

Κάθε φορά που ακούω κάτι για μέτρα σε οποιαδήποτε μορφής κυβερνητικά ελεγχόμενες καταστάσεις, προσπαθώ να θυμάμαι ότι «εγώ», ο ψηφοφόρος εγώ, ο Γιάννης εγώ, εγώ ήμουν το αφεντικό. Εγώ ψήφισα, εγώ επέτρεψα, εγώ αποφάσισα να γίνουν έτσι τα πράγματα.

Το κράτος είμαι εγώ.

Αν ένας δημόσιος υπάλληλος παίρνει 7.000 ευρώ μισθό ή σύνταξη στα 40 του, αυτό το αποφάσισα εγώ. Μπορεί όχι άμεσα, μπορεί έμμεσα, μπορεί ακόμα και εν αγνοία μου, αλλά το αποφάσισα εγώ. Αν ένας φορτηγατζής αγοράζει την άδειά του για 10, 20, 100.000 ευρώ γιατί πρόκειται για κλειστό επάγγελμα, ήταν δική μου απόφαση να του επιτρέψω να πάρει αυτό το ρίσκο. Αν ένας υπάλληλος της βουλής παίρνει 16 μισθούς, και αυτό το θέσπισα εγώ.

Όσο καιρό ψηφίζω, είμαι το αφεντικό της επιχείρησης. Εκανα εγώ ένα συμβόλαιο με τον δημόσιο υπάλληλο, με τον φορτηγατζή, με τον υπάλληλο της βουλής.

Δική μου ευθύνη. Δική μας. Και καθόλου περισσότερο του δημοσίου υπαλλήλου, του φορτηγατζή ή του υπαλλήλου της βουλής.

Κάθε φορά που ακούω για «νέα μέτρα για να σωθούμε» αναρωτιέμαι μήπως τυχόν τον αδικήσω.

Κατέβασε τις τρίχες σου, αναγνώστη. Καλά διάβασες. Θεωρώ ότι τον αδικώ.

Ως αφεντικό επέτρεψα εγώ το κράτος στον δημόσιο υπάλληλο να πάρει 7.000 ευρώ σύνταξη; το επέτρεψα. Επέτρεψα στον φορτηγατζή να δουλέψει και να βασιστεί σε ένα κλειστό επάγγελμα; το επέτρεψα. Επέτρεψα στον υπάλληλο της βουλής να πάρει δεκαέξι ολόκληρους μισθούς; βεβαίως και το επέτρεψα.

Αν τώρα πάρω τον λόγο μου πίσω, είμαι άδικος απέναντί τους. Κακό αφεντικό. Εχτισαν την ζωή τους με τις υποσχέσεις μου -εμένα, του κράτους- και τώρα, απολογούμενος ότι ήμουν κακό αφεντικό, για να γλυτώσω εγώ και μόνο, τους τις αναιρώ.

Μπορεί να έχω δικαίωμα να το κάνω, αλλά δεν είναι ηθικό.

Πες με όσο μαλάκα γουστάρεις, αλλά νιώθω ανήθικος.

Σε πρόσφατο παράδειγμα, αναρωτήθηκα: αν αύριο μας έλεγε κάποιος, ή βουλιάζουμε, ή καθαρίζουμε όλους τους υπέργηρους συνταξιούχους που απομυζούν τον εθνικό μας πλούτο χωρίς να προσφέρουν – θα το δεχόμασταν;

Όχι δα. Ή, εν πάσει περιπτώσει, *μάλλον* όχι.

Αλλά εγώ νιώθω το ίδιο ακριβώς. Για να μην βουλιάξουμε όλοι, κάποιοι μου λένε ότι μία μερίδα ανθρώπων πρέπει να θυσιαστεί. «Εκαναν κάποιο λάθος;» ρωτώ. «Ζουν εις βάρος μας» μου λένε. «Μπορει, αλλά έκαναν κάποιο λάθος; είναι άτιμοι;»

Όχι, δεν νομίζω. Διεκδίκησαν όσα πίστευαν ότι τους αναλογούσαν και εγώ (εγώ το κράτος) τα έκανα δεκτά. Μπορεί να είναι άδικα τα κέρδη τους, αλλά εγώ τους τα πρόσφερα άκοπα. Τα βάφτισα δίκαια.

Μυστιριωδώς, κάποιοι προσπαθούν να με πείσουν ότι είναι θεμιτό να αναιρέσω τον λόγο μου, διότι θα σωθούμε όλοι, και, εν πάσει περιπτώσει – αυτοί είναι οι κακοί διάολε.

Λυπάμαι, δεν νομίζω:

Ο κακός είμαι εγώ.

Όσο καιρό ψήφιζα, αδιαφόρησα πλήρως για τον εθνικό μας πλούτο. Αν κοστολογώ σ’ αυτούς μία κακία, σε μένα τι πρέπει να κοστολογήσω;

Εγώ γιατί αξίζω να γλυτώσω;

Για κάποιους αξίζω να γλυτώσω γιατί είμαι «ο καλός, αγαθός λαός». Γιατί είμαι ο πεινασμένος παππούς ή ο αδικημένος μεροκαματιάρης, ή ο φοιτητής των 400 ευρώ. Γιατί είμαι η ταλαιπωρημένη μάνα, ο δυστυχισμένος άρρωστος ή ο φτωχός βιοπαλεστής.

Να σας πω κάτι; η κλοπή είναι κλοπή. Και για να σώσω το παιδί μου αν την κάνω, πάλι κλοπή είναι. Να βαπτίζω τον κλεμμένο κακό και εμένα ταλαιπωρημένο βοηθά κάπως τα πράγματα, αλλά μόνο στις τύψεις μου:

Πάλι κλέφτης είμαι.

Η πλάκα είναι ότι αυτοί που γελάνε με το ΚΚΕ για παράδειγμα, είναι ίδιοι ακριβώς. Το ΚΚΕ λέει «να τα πάρουμε από το κεφάλαιο, από την πλουτοκρατία – για να μοιράσουμε στους φτωχούς». Το ίδιο λέμε: «Να τα πάρουμε από τους ευνοημένους να τα μοιράσουμε στους φτωχούς».

Το ίδιο διαφωνώ με το ένα, όσο διαφωνώ και με το άλλο. Κάθε φορά που μου βαφτίζει κάποιος κάποιον «κακό» (πρέπει να) αναρωτιέμαι ποιος τον έκανε έτσι.

Ο ίδιος που έκανε πλούσιο τον «κεφαλαιοκράτη» είναι ο ίδιος που έκανε ευνοημένο τον «ευνοημένο».

Είναι τρομακτικό, αλλά το πιο πιθανό είναι ότι είμαι εγώ. Και αυτό, με κάνει πιο κακό από εκείνον. Αν είχα αντιδράσει όταν έπρεπε, αν είχα κάνει το καθήκον μου (μποϋκοτάροντας τις κακές εταιρίες ή αντιδρώντας με την ψήφο μου στις κακές αποφάσεις) τώρα τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Αυτός έπαιξε στους κανόνες που του πρόσφερα, εγώ απλώς βαριόμουν να τους κάνω δίκαιους.

Αλλά όχι – δεν χρειάζεται. Θα επιτρέψω την ανομία, μπορεί να επωφεληθώ κιόλας και θα μετανιώσω αργότερα. Ναι, αυτό είναι πολύ πιο εύκολο. Αν χρειαστεί, για να κοιμηθώ ήσυχος το βράδυ, θα τον βαπτίσω αυτόν κακό, και εμένα θύμα.

Αν κάνουμε ότι οραματιζόμαστε, θα γίνουμε χειρότερο από πεινασμένοι. Θα γίνουμε άτιμοι. Κάθε απόφασή μας, στο μέλλον, σαν κράτος θα σκιάζεται από την πιθανότητα να αναιρεθεί αργότερα, μόνο και μόνο επειδή μπορεί να *μετανιώσουμε*.

Εγώ, σαν κράτος, σαν Γιάννης, έχω την πολυτέλεια να πεινάσω. Να τιμωρηθώ για τις κακές αποφάσεις μου.

Δεν έχω την πολυτέλεια όμως να χάσω την ηθική μου.

Αυτή είναι η θέση μου, και την γράφω εδώ για να μην την ξεχνάω.

PsifoiKaiPano

Flickr εικόνα

Φίλε μου αστυνόμε: Δεν διαφωνώ: μπορεί να είσαι καλός άνθρωπος. Αν είχες επιλέξει κάτι άλλο, να ήσουν γιατρός, ή νοσοκόμος έστω. Ακόμα και περιπτεράς και να σπάγαμε πλάκα. Δεν διαφωνώ, μπορεί στην εκπαίδευση να σας γάμησαν, και να ξυπνάς το πρωϊ και να λες «σήμερα θα με κάψουν;». Τρομαχτικό πράγμα. Να πηγαίνεις στην «δουλειά», δηλαδή πρωϊ-πρωϊ εξαρτήσεις και όπλα και να σου γκαρίζει ο κάθε μαλάκας στρατόκαυλος, να υπακούς διαταγές χωρίς να σκέφτεσαι, γιατί άμα σκεφτείς θα τρελαθείς. Και απέναντί σου να σε βρίζουν, όλοι, και πίσω σου να σε βρίζουν, όλοι.

Δεν διαφωνώ.

Φυλάξου όμως. Φυλάξου από αυτό που σε κάνουν. Αν εσύ καταγγείλεις τον μαλάκα τον συνάδελφό σου που χώνει τις μολώτοφ στην σάκα του Μάριου, ή τον άλλον που πυροβολεί με εννιά σφαίρες αθώο, αν δεν συγκαλείψεις τον καυλωμένο συνάδελφό σου που φωνάζει «δολοφόνοι» στον κόσμο στην πορεία επείδη – γενικά – είναι αναρχικοί, ή αυτόν που ροπαλιάζει την κοπέλα ή ψεκάζει τον παππού που τυγχάνει αντιστασιακός, μπορεί να γλυτώσεις.

Σαν φίλος στο λέω: Φέρσου σωστά. Απομάκρυνε τους χειρότερούς σου.

Φίλε μου επιχειρηματία/τραπεζίτη: Το ξέρω ότι για να γίνεις ότι έγινες δούλεψες σκληρά. Το ξέρω ότι τα βράδια δεν κοιμήθηκες, ή, αν χρειάστηκε, έκατσες να σε γαμήσει ο αποπάνω. Το ξέρω ότι τα λεφτά που κερδίζεις τα έχεις πληρώσει σε καινούργια συκώτια και νεφρά, ότι όλοι οι διπλανοί σου τα ίδια κάνουν και χειρότερα, ότι η καγιέν δεν φτάνει για τις αυπνίες και τα ξενύχτια σου.

Το ξέρω.

Φυλάξου όμως. Φυλάξου από αυτό που γίνεσαι. Αν φερθείς σωστά στον υπάλληλο ή στον πελάτη σου, δεν θα χάσεις. Αν δεν τον κοροϊδέψεις, αν δεν τον εκμεταλευτείς, αν δεν διατάξεις να γονατίσουν όλοι για να περάσεις, αν δεν φερθείς σαν γαϊδούρι σε όσους είναι κάτω σου, αν καταλάβεις ότι το βλέμμα των περαστικών δεν είναι δέος αλλά μίσος – μπορεί να γλυτώσεις.

Σαν φίλος στο λέω: Φέρσου σωστά. Απομάκρυνε τους χειρότερούς σου.

Φίλε δημοσιογράφε: Το καταλαβαίνω ότι είσαι εργαζόμενος, ή στην καλύτερη περίπτωση αφεντικό μιας επιχείρησης που δεν είναι καν δική σου. Το ξέρω ότι έπρεπε να κάνεις παρέα με ανθρώπους που μισούσες, να είσαι φίλος με γλοιώδεις, για να έχεις την είδηση ή την θέση. Το ξέρω ότι τα γεγονότα δεν γίνονται αν δεν τα φτιάξεις λίγο, ή οτι για κάποια πράγματα δεν μπορείς να μιλήσεις αν δεν θέλεις αύριο να έχεις ένα blog και πολύ να σου είναι.

Το καταλαβαίνω.

Φυλάξου όμως. Φυλάξου απο αυτό που κάνεις. Αν προσπαθήσεις να λες την αλήθεια, έστω μόνο αυτή που σου επιτρέπουν να λες, αν αποφασίσεις να μην εξαρτάσαι από τόσους, ή να μην κάνεις παρέα κάθε έναν που ξέρεις ότι δεν αξίζει ούτε το βλέμμα σου, αν σκεφτείς το σωστό αντί για το πρέπει – μπορεί να γλυτώσεις.

Σαν φίλος στο λέω: Φέρσου σωστά. Απομάκρυνε τους χειρότερούς σου.

Φίλε πολιτικέ: Το αντιλαμβάνομαι ότι είναι σκληρό να είσαι συνέχεια στο επικεντρο, να πρέπει να τους έχεις όλους ικανοποιημένους, να σκέφτεσαι και να υπηρετείς τόσους μαζεμένους, αφεντικά, ψηφοφόρους, επιχειρηματίες, την κοινή γνώμη, ότι πρέπει να συναναστρέφεσαι με καθίκια, όχι μόνο τους επιχειρηματίες, αλλά και αυτούς που σε ψηφίζουν – ότι πρέπει να είσαι, καθημερινά, ικανός.

Το αντιλαμβάνομαι.

Φυλάξου όμως. Φυλάξου από αυτό που δημιουργείς. Αν σκέφτεσαι πρωτίστως αυτούς που σε εμπιστεύτηκαν και όχι αυτούς που πλήρωσαν τις αφίσσες σου, αν κάνεις ό,τι μπορείς, ό,τι μπορείς, για να μην λες ψέματα, αν στις συμφωνίες κάτω απο τα τραπέζια έχεις ειλικρινά στον νου σου τον λαό – μπορεί να γλυτώσεις.

Σαν φίλος στο λέω: Φέρσου σωστά. Απομάκρυνε τους χειρότερούς σου.

Ο καιρός είναι δύσκολος. Οι χειρότεροι από εσάς έχουν παρασύρει τους μέτριους από εσάς. Οι καλύτεροι από εσάς είναι λίγοι, και έχουν την ανάγκη σας. Το μάτι του κόσμου έχει γυαλίσει, σας μισεί. Σας μισεί βαθύτατα, χωρίς να ψάχνει πια αιτίες και αφορμές. Δεν σκέφτεται. Ούτε ξέρει, ούτε καταλαβαίνει, ούτε αντιλαμβάνεται. Ούτε και θέλει. Δεν σώζεστε με τερτίπια πια, μόνο παρατάσεις παίρνετε, και αυτές τελειώνουν πιο γρήγορα από ότι νομίζετε.

Φερθείτε σωστά φίλοι μου. Σας φίλος σας το λέω, αποδεσμευτείτε από τους χειρότερούς σας, και κάντε αυτό που πρέπει. Απομακρύνετε τους χειρότερούς σας.

Ο δρόμος θα γίνει αμείλικτος – και για αυτούς, και για εσάς. Αν δείτε τι γίνεται στο εξωτερικό, πχ στην Αργεντινή, θα αντιληφθείτε ότι το μέρος του χάους για τους πολίτες πλησιάζει. Και οι πολίτες θα αντιδράσουν με ακριβώς τον ίδιο τρόπο σε αυτούς που το προκαλεί. Σε εσάς.

Φίλοι μου, είναι κοινό συμφέρον για όλους μας να ζήσουμε ειρηνικά. Φοβάμαι όμως. Φοβάμαι ότι οι πέτρες έρχονται, τα μπιτόνια γεμίζουν, οι πολεμοκάπηλοι χαίρονται. Έχετε κάνει λάθη, και ή θα τα διορθώσετε άμεσα, ή θα τα πληρώσουμε όλοι μαζί. Και η πληρωμή θα είναι βίαιη, απρόσμενη, σκληρή και απότομη.

Μην αφήσετε το τρομαγμένο μου γραπτό να γίνει πρόβλεψη. Κάντε ότι μπορείτε, ότι περνάει από το χέρι σας να χαθεί, αθόρυβα, αποτυχημένο στην ιστορία.

Αν νιώθετε ελάχιστα ισχυροί ακόμα, διώξτε αυτήν την αίσθηση. Ισχυρό γίνετε το μίσος, και όσοι το προκαλούν θεριεύουν. Αν πιστεύετε οτι κρατάτε τα ηνία, ξεπεράστε το. Τα χαλινάρια δεν θα τα κρατάει σε λίγο κανείς.

Σαν φίλος σας το λέω. Φερθείτε σωστά.

Όσο προλαβαίνουμε.

«Μιλάμε μαλάκα μου πολύ λέρα. Πολύ λέρα. Να καεί ρε! Να καεί ρε το μπουρδέλο η Βουλή! Με τα καθίκια εκεί μέσα! Από την άλλη βέβαια, να θυμηθώ να πάρω το αμάξι μου μαλάκα μου, το έχω εκεί κοντά, μην μου το κάψουν τα κωλόπαιδα.. Να πα να γαμηθούνε και αυτά. Δουλειά δεν έχουν, να καίνε την πόλη ξέρουνε. Γαμώ τον πάτερα σας τον πλούσιο. Τεσπα, και μένα ο γιος μου, έγινε ωραίος άντρας, μάγκας. Γαμάει. Του έσκασα προχθές δύο χιλιάρικα να ρίξει η μαλακισμένη του το μούλικο – αλλά χαλάλι του. Και ωραία η γκόμενα. Και ‘γω την ζαχαρώνω. Τις έχω ήδη σκάσει πέντε έξι χιλιάρικα και έχουμε κάνει κάτι παραλιακές, μούρλια. Σκέτη Τζούλια ρε μαλάκα! Δεν μου έχει κάτσει ακόμα, αλλά που θα πάει; όσα θέλει θα της σκάσω – αλλά θα την γαμήσω, να μου το θυμηθείς ρε! Και θέλει που λες το άλλο το μαλακισμένο η μικρή, η κόρη μου, να βγει μέχρι τις δώδεκα. Που να πας μωρή; Να έχουμε τίποτα τρεχάματα; Σπίτι ρε μαλακισμένο, σπίτι θα σε χτίσω. Να μην πας πουθενα. Πήρε προχθές και η τράπεζα. Μου έσπασε πάλι τα αρχίδια η καριόλα. «Να πληρώσετε αυτά που χρωστάτε», και παπαριές. «Να πα να γαμηθείτε ρε» της λέω. Που να τα βρω ρε μαλάκα; Μαζί τα κάναμε; Καθίκια. Κοιτάνε να δουν αν έχω; όλο τα λεφτά τους σκέφτονται. Σου ρουφάνε το αίμα οι καριόλες οι τράπεζες. Είναι και ο άλλος ο μαλάκας ο Μήτσος, που είχε έρθει προχθές μπας και του δώσω καμιά παράταση για τα εκατονπενήντα ευρώ που μου χρωστάει. Να πληρώσεις ρε μαλάκα! Δεν ξέρω που θα τα βρεις, να χέσεις ευρώ, δεν με νοιάζει: να πληρώσεις! Άκου έχασες την δουλειά σου.. και τι με νοιάζει εμένα ρε; Τι με νοιάζει μου λες; Όχι ρε μαλάκα, δεν τα χρειάζομαι, από εκατόνπενήντα θα σωθώ; αλλά δεν θέλω να μου χρωστάει, είναι λιγούρης, κακομοίρης. Να πα να γαμηθεί. Τι σου έλεγα; α, ναι, οι καριόλες οι τράπεζες. Ναι ρε μαλάκα. Να καούνε ρε! Να τις κάψουμε με τα καθίκια που είναι μέσα! Τώρα που λέω για φωτιές, μαλάκα, παρα τρίχα την γλύτωσα την μπεμβε τις προάλλες. Πήγανε λέει και σπάγανε ακριβά αμάξια, καλά που μου το πε ο περιπτεράς, θα μου την διαλύανε. Καθίκια ρε μαλάκα, κωλόπαιδα. Γαμώ την μάνα τους. Στο μεταξύ ρε μαλάκα, εχεις και τα άλλα τα καθίκια στα κανάλια να σου πρήζουν τα συκώτια στις ειδήσεις. Χρωστάμε, και να πληρώσουμε, και δεν-ξέρω-γω τι. Τι χρωστάμε ρε μαλάκα; Ε; Μαζί τα φάγαμε; Α γαμήσου δηλαδή! Και έχω και τον μαλάκα τον μάστορα από την άλλη που μου λέει για αυξήσεις. Εχω πέντε-έξι χρόνια να του κάνω λέει. Ναι ρε μαλάκα! Δεν βλέπεις τι γίνεται έξω; δεν βλέπεις πείνα; Να σε διώξω θέλεις; να σε διώξω να πεινάσεις; Τόσο μαλάκας είσαι; Τι να πεις ρε μαλάκα, τι να πεις να πούμε. Βλαμμένοι, όλοι τους. Ακου να δεις. Πήγανε οι άλλοι οι μαλάκες οι τρακόσιοι, και φάγανε, και θα πληρώσω λέει εγώ. Γιατί εγώ ρε μαλάκα; Τον έναν εντωμεταξύ, τον ξέρω. Καθίκι πρώτης. Μου είχε ζητήσει μίζα για ένα γιοφύρι που έφτιαξα. Διακόσια χιλιάρικα του έσκασα μαλάκα μου. Καθίκι. Τον βλέπεις στην βουλή να κάνει δηλώσεις, έτσι χοντρούλης που είναι, να σκάσεις στα γέλια. Μαλακάκος, μαλακάκος, αλλά τα διακόσια-διακόσια. Ε, εντάξει, μαλάκας είμαι; Οχτώ κατοστάρικα έκανε το γιοφύρι, δεκάξι τους χρέωσα. Τα διακόσια του και άλλα έξι κατοστάρικα έβγαλα. Χώρια οι άλλες οι μίζες για την άδεια, τέσσερα μαύρα καθαρά, όσο να πεις, μου μείνανε. Δεν γαμιέται, να ‘ναι καλά η ευρώπη που τα ‘σκασε. Θα τελειώσω το σπιτάκι μου στην Ηλειά, να πηγαίνουμε με την κυρά να αράζουμε. Ναι, ρε μαλάκα – χαζός είσαι; θα μεγαλώσουνε ρε τα δέντρα – έτσι είναι η φύση, σε πέντε έξι χρόνια να δεις κάτι πλατάνια που θα ‘χουμε γύρω γύρω. Και μετά, ακούω ένα μαλακισμένο στην δουλειά να λέει να γκρεμίσουνε τα αυθαίρετα. Από το δικό μου να ξεκινήσουνε ρε; Τόσων βουλευτών, δεν τα βλέπουνε; Δεν τα βλέπουνε; το δικό μου τους πείραξε; Ναι ρε μαλάκα. Ναι ρε. Απίστευτοι. Ερχεται και ο κάθε μαλάκας και λέει απεργία. Άκου ρε μαλάκα! Το κάθε καθίκι αριστερό, ο κάθε κωλοκουμουνιστής του κερατά, η Αλέκα και το κάθε σκατό, να μου πουν εμένα απεργία ρε μαλάκα! Που δεν έχουν δουλέψει μία μέρα στην ζωή τους! Ναι, ρε. Καριόληδες να πούμε. Κωλοκομούνια! Με νοιάζεστε εμένα ρε; Στα αρχίδια σας με έχετε γραμμένο! Μαλάκες! Να κατέβω και στην πορεία του ΠΑΜΕ και του δείνα! Εντωμεταξύ, άκους ρε μαλάκα; Είπανε θα κόψουν και άλλο τις συντάξεις. Άκου ρε. Δύο χιλιάρικα θα χάσει η μάνα μου ρε μαλάκα. Απο τις συντάξεις μόνο, ε; Το σπίτι πάλι από μένα θα ζητάει να το πληρώσω για να γίνει η κωλόγρια. Άκου ρε. Τι τις πειράζεις ρε μαλάκα τις συντάξεις; Αλλά έτσι είναι. Αφού δεν μιλάει ο κόσμος, δεν κατεβαίνει στους δρομους να σας κάψει, τέτοια θα κάνετε.

Δεν γαμιέται.

Τι άλλα νέα εσύ ρε;»

Εγραψα σε έναν φίλο: «Είσαι άδικος με τον Βγενόπουλο». Μου απάντησε «Δεν είμαι άδικος. Αυτός έχει αδικήσει τη νοημοσύνη μας».

Δεν είχε βγει ακόμα η επιστολή του για τα γεγονότα της 5ης Μαΐου.

Την διάβασα με προσοχή.

Σε γρήγορη ταχύτητα, αυτό που μου μένει από την επιστολή, είναι η εικόνα «εμείς η αδικημένη οικογένεια της Μαρφίν«, «τα blogs λένε ψέματα«, «μας ρίχνουν λάσπη – τους την επιστρέφουμε«.

Διαβάζοντάς την όμως σε κανονική ταχύτητα, παρατηρώ τρεις πολύ σοβαρές δηλώσεις:

– Το κατάστημα δεν είχε ούτε ένα πρόβλημα πυρασφάλειας, αντιθέτως. Όσα ανέφεραν «ανώνυμοι» είναι ψέματα.

– Οι υπάλληλοι, αν το επιθυμούσαν μπορούσαν να φύγουν ανά πάσα στιγμή από το κατάστημα. Κανείς δεν τους εμπόδισε, ούτε καν τους προέτρεψε να μείνουν. Ήταν αποκλειστικά δική τους απόφαση.

– Οι υπάλληλοι ΠΟΤΕ δεν έχουν απειληθεί για τυχόν συμμετοχή τους σε απεργία. Ούτε μισθολογικά, ούτε με την θέση τους, ούτε με απώλεια προαγωγής τους.

Το μπαλάκι, πλέον είναι στις αρχές, και στους εργαζόμενους:

α) ο Βγενόπουλος λέει ψέματα. Οι αρχές έχουν υποχρέωση να πουν οτι δεν τηρήθηκαν στοιχειώδεις κανόνες ασφαλείας και/ή οι εργαζόμενοι ότι δεν συμμετέχουν σε απεργίες με τον φόβο απολύσεων ή διακρίσεων και/ή ότι τους ζητήθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο, να μην εγκαταλείψουν το κατάστημα.

β) ο Βγενόπουλος λέει αλήθεια.

~

Εχω ένα θέμα: Με ενοχλεί η ντρίπλα των εύκολων απαντήσεων.

– «Τα πήρατε τα λεφτά;»
– «Κοιτάξτε, η αλήθεια δεν μπορεί να κρυφτεί. Θα βγει στο φως και θα δικαιωθούμε γιατί η δημοκρατία είναι πάνω από όλα»

– «καταλαβαίνω, αλλά τα λεφτά τα πήρατε;»
– «Ουδεις αμφισβητεί το έργο της δικαιοσύνης, αρκεί να μην παρεμποδίζεται από συμφέροντα»

– «ναι, αλλά τα πήρατε τα λεφτά;»
– «ο ελληνικός λαός ζητά να μάθει την αλήθεια, και εμείς θα κάνουμε το καθήκον που μας προστάζει η δημοκρατία που υποστηρίζουμε»

Μανιπουλάρισμα, μανιπουλάρισμα, μανιπουλάρισμα. Ούτε αλήθειες, ούτε ψέματα: Καπνός.

~

Εδώ όμως, έχουμε ένα Όχι. Όσο και αν κρυβόμαστε πίσω από την ευθιξία μας για τα blogs, ή για την λυσσασμένη προσπάθεια να γίνουμε όλοι «οικογένεια» και να αποφύγουμε την λάσπη, εδώ έχουμε ένα Οχι.

Οχι, δεν υπολείπεται σε ασφάλεια το κατάστημα της Σταδίου. Όχι, κανείς δεν ζήτησε από τους υπαλλήλους να κρατήσουν ανοιχτό το κατάστημα της Σταδίου. Όχι, κανείς δεν απείλησε, ούτε καν ως υπόθεση, εργαζόμενους για να μην απεργήσουν.

Σταράτες κουβέντες. Κρυμένες πίσω από πολύ σάλτσα συναισθήματος, δεν αντιλέγω, αλλά σταράτες απαντήσεις.

Μένει σε μας, ως κοινωνία, να αποδείξουμε ότι λέει ψέματα.

Και αυτή είναι η θέση μου.

Υ.Γ.: Μην με παρεξηγήσετε από το γραπτό μου. Δεν τον χωνεύω τον Βγενόπουλο. Μου είναι αδύνατο να δω με την παραμικρή συμπάθεια οποιονδήποτε λατρεύει η Αυριανή.

Oligarxia

Flickr εικόνα

dikaios

Flickr εικόνα

Opws_panta

Flickr εικόνα

me_to_kalo

Flickr εικόνα

Mises Douleies

oti_theleis

mute