Δεν πρέπει να έχει πεθάνει πιο γρήγορα άνθρωπος.

Ο Nikola (ή Νικόλας, ή Νίκος – δεν έχει σημασία) δεν πέθανε όταν τον πυροβόλησαν από άστοχες, το λιγότερο, ενέργειες της αστυνομίας.

Ο Nikola πέθανε όταν τον ξεχάσαμε πέντε λεπτά μετά. Πέντε λεπτά μετά.

Θυμώσαμε όσο θα θυμώναμε αν μας έπιανε κάποιος την θέση στο μετρό, την σειρά στην ουρά, και μετά συνεχίσαμε με τις ζωές μας.

Πέντε λεπτά μετά.

Δεν πρόλαβε να ταφεί ο άνθρωπος, και τον είχαμε ξεχάσει. Τους λόγους που έγινε ότι έγινε, το άδικο, το αίμα στον δρόμο, την επιτυχία.

Πέντε λεπτά μετά.

Εκτός από το εξώφυλλο (θα μπορούσα να έχω κάνει αυτό, αλλά με είχε προλάβει ο Αλέξανδρος έναν περίπου χρόνο πριν) και το άρθρο, παρακολούθησα το blog της Κατερίνας, για το θέμα.

Η Κατερίνα, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι γειτόνισσα της οικογένειας. Άκουγε το κλάμα της Λίντας, το ίδιο βράδυ. Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.

Η Κατερίνα ήταν εκεί, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα το blog της, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να μάθω τι γινόταν σ’ αυτήν την οικογένεια, που έμεινε ορφανή, πέντε λεπτά μετά.

Διάβασα σκληρά πράγματα. Σκληρά, οδυνηρά. Αυτά που διαβάζεις όταν ενδιαφερθείς πέντε λεπτά παραπάνω. Και διάβασα για ανέχεια, για ρατσισμό, για αδιαφορία, για ένα γάλα που δεν υπάρχει, για ένα άδειο ψυγείο. Μια τρέλα.

Και έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω, πήγα στο twitter, εκεί όπου χίλιοι περίπου άνθρωποι με διαβάζουν, και τους ενημέρωσα:

«Παιδιά, πέντε λεπτά μετά, υπάρχει ένα παιδί. Μία οικογένεια. Ένα δράμα.»

Ένα δράμα ρε πούστη μου.

Μια μητέρα, και ένα μωρό, που κλαίνε, σε ένα υπόγειο.

Πέντε λεπτά μετά.

~

Εικοσιοχτώ άνθρωποι. Τόσοι επανέλαβαν το μήνυμά μου. Εικοσιοχτώ άνθρωποι.

Εννέα μηνύματα. Τόσοι είπαν μία κουβέντα. Εννέα άνθρωποι έγραψαν «προχώρα Κατερίνα, εμείς είμαστε εδώ».

352 κλικ.

352 επισκέψεις.

Ενα ευρώ από την κάθε μία, θα πλήρωνε ένα νοίκι. Μια καλημέρα από τον καθένα, θα γέμιζε ένα ξημέρωμα. Θα έδινε δύναμη.

~

Έστειλα email στην Κατερίνα. Για να μάθω νέα. Μου έδωσε τηλέφωνο, της έδωσα και γω, μιλήσαμε.

Την άκουσα.

Και είχε πολλά να πει. Δεν διαβασες ούτε το ένα πέμπτο.

Πήγαμε στο σούπερ-μάρκετ εχθές (ναι, εχθές) και δώσαμε σήμερα μία σακούλα γάλατα στην Κατερίνα. ΜΙΑ ΣΑΚΟΥΛΑ ΓΑΛΑΤΑ. Λιγότερα από είκοσι ευρώ. Και ντρεπόμουνα κιόλας, που ήταν λίγα. Ντρεπόμουνα. Αλλά έριξα τα μούτρα μου, γιατί είπα δεν είναι καιρός για ντροπές, να πιεί γάλα το παιδί. Να σκεφτεί η μάνα ότι δεν είναι μόνη της.

Πήρα όμως τηλέφωνο φίλους και τους το είπα. «νοιαστείτε», τους είπα, μόνο αυτό. Εγώ δεν έχω. Νοιαστείτε.

Και άλλος μου είπε, το νοίκι – εγώ. Και άλλος, τα έπιπλα; εγώ. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω εκεί. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω αλλού.

Θα βοηθήσω. Να κάνω ότι μπορώ.

Μα την παναγία. Έτσι. «Εγώ».

Δεν είμαι καλύτερος από σένα. Δεν ήμουνα ποτέ, και δεν θα γίνω ποτέ.

~

Ξέρεις κάτι; δεν σε μαλώνω. Άλλες φορές (δεν) έχω κάνει τα ίδια και χειρότερα. Εχω αγνοήσει, έχω αδιαφορήσει, έχω ξεχάσει.

Κι αν έχω ξεχάσει.

Αλλά απογοητεύτηκα ρε.

Μα την παναγία, απογοητεύτηκα. Απογοητεύτηκα που δεν θύμωσες, απογοητεύτηκα που δεν νοιάστηκες, που δεν φώναξες, που δεν μίλησες, που δεν νοιάστηκες, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Στ’ αλήθεια στο λέω, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Όχι που δεν έβαλες το χέρι στην τσέπη, ή που δεν πόσταρες μία καλή κουβέντα, ή που δεν άφησες ένα σχόλιο «κράτα ρε!», ή που δεν έκανες RT – που δεν έκλαψες.

Κι ας μην χορτάσει ούτε με το κλάμα σου, ούτε με το ποστ σου το παιδί της:

Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

~

Πήγα να τα κλείσω όλα σήμερα. Μα το θεο. Και τα twitter, και τα blog και όλα. Να πα να γαμηθεί, αν δεν φάει μία μάνα με το παιδί της, ορφανοί και οι δυό, να πα να γαμηθούν και τα blog, και όλα.

Αλλά αν δεν το έχω και αυτό το ρημάδι, θα τρελαθώ. Θα τρελαθώ που πεθαίνει ένας άνθρωπος και το ξεχνάμε. Που σταματήσαμε να κλαίμε, και αφήνουμε, αλόγιστα, σκληρά και αδιάφορα, μία οικογένεια στην μοίρα της. Πέντε λεπτά μετά.

Απογοητεύτηκα. Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.

Δεν το χρωστάς σ’ αυτήν, και σίγουρα, ΣΙΓΟΥΡΑ δεν το χρωστάς σε μενα.

Σε σένα το χρωστάς.

να τα κάνεις ΤΙ τα comment? Αστο καλύτερα.

pov100223

pov100218

Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.

Για την αστυνομία ήταν μία επιτυχημένη επιχείρηση. Μία παράπλευρη απώλεια. Ένα «λυπούμαστε». Ή ούτε καν «λυπούμαστε». Ένα «Λυπούμαστε, αλλά«.

Για το παιδί του ήταν ένας πατέρας. Για την γυναίκα του ένας σύντροφος. Για τον εργοδότη του ένας υπάλληλος. Για τους φίλους του ένας φίλος. Ο Νίκος.

Για τους υπόλοιπους δεν ήταν ούτε η Μενεγάκη, ούτε ο Λάτσιος, ούτε η Αλεξανδράτου, ούτε ο Κακαουνάκης.

Για κάποιους εντάξει, δεν ήταν και Έλληνας.

Για το κράτος δεν ήταν ούτε βουλευτής, ούτε πολιτικός, ούτε επιχειρηματίας, ούτε τράπεζα.

Για σένα δεν ήταν ούτε ο αδελφός σου, ούτε ο πατέρας σου, ούτε εσύ.

Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.

Μυστήριο πράγμα ο άνθρωπος.

Υ.Γ.: Είχε και όνομα ο εικοσιπέντε ετών πατέρας. Μπορεί να κάναμε μία μέρα να το μάθουμε, αλλά χαλάλι:

Ήταν ο Nikollas Todi.

pov100211

pov100208

Αγαπητό μου ημερολόγιο.

Σήμερα, ανακοίνωσε ο Steve Jobs το ipad.

Είναι μία πολύ όμορφη συσκευή, κάτι σαν μεγαλυτερο iphone και μικρότερο netbook. Εχει οθόνη αφής, και όμορφα χρώματα, και εφαρμογές, και απ’ όλα.

Σκέφτηκα να πάρω μία. Να μαζέψω λεφτά, και σε τρεις, τέσσερις μήνες, να πάρω μία.

Και ντράπηκα. Μία μέρα πριν με κοίταζαν μάτια απελπισμένα, και πεινασμένα, και εξαθλιωμένα – και γω σκεφτόμουν ipad.

Και μετά θυμήθηκα τον κανόνα.

~

Από τότε που ήμουν μικρός, είχα έναν κανόνα. Αν έβρισκα χρήματα στον δρόμο, είχα ένα δίλλημα:

Αν τα έπαιρνα, έπρεπε να αφήσω μία μέρα τα διπλά. Στον δρόμο. Αλλιώς, ας μην τα έπαιρνα.

Σκέψου το σαν μία μορφή δανείου, με τόκο 100%.

Τα χρήματα που έβρισκα κάτω, στον δρόμο, δεν ήταν δικά μου. Πάντα σκεφτόμουν ότι, μετά από μένα, μπορεί να ακολουθούσε μία μάνα πέντε παιδιών. Μπορεί να ακολουθούσε και ένας πλούσιος που δεν τα είχε πραγματικά ανάγκη. Αλλά αν αυτός ο πλούσιος ήμουν στην πραγματικότητα εγώ;

Τρομαχτική σκέψη.

Και έτσι, εφήυρα τον κανόνα.

Αν το πάρεις, θα αφήσεις τα διπλά. Μια μέρα. Το χρωστάς. Όποτε θέλεις, αρκεί να τα αφήσεις. Να τα πετάξεις. Να σου πέσουν. Να τα ξεπληρώσεις.

Αλλιώς, μην τα πάρεις.

Είναι ένας κανόνας που ακολουθώ πιστά, και με κρατάει ήσυχο τα βράδια. Αν έχω ανάγκη την τύχη, της οφείλω. Αλλά δεν την εκμεταλεύομαι.

Και έτσι λοιπόν θυμήθηκα τον κανόνα. Είναι ένας σοφός κανόνας αγαπητό μου ημερολόγιο. Σε εσένα μπορεί να μην κάνει, αλλά εμένα μου θρέφει την καρδιά.

~

Και, χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα, έγραψα κάτι στο twitter:

«ρε συνtwitterάδες, να δεσμευτούμε κάτι; Όσοι πάρουν τελικά ένα ipad να δώσουν 10% σε φιλανθρωπία. Haiti, Greenpeace, MsF, όπου θέλουν.»

10%. Της αμερικάνικης, αρχικής τιμής. 499 κάνει; 49 ευρώ.

Θα μπορούσες να μου πεις να δώσω περισσότερα, να τα δώσω όλα, να αφήσω την δουλειά μου και να πάω εκεί, να βάζω γάζες σε παιδάκια, και να βοηθώ στην ανοικοδόμηση αφιλοκερδώς.

Και θα είχες απόλυτο δίκιο – αλλά είμαι πολυ εαυτούλης να το κάνω.

Αυτό που μπορώ όμως, θα το κάνω. Και υπόσχομαι ότι αν αγοράσω την συσκευή, θα δώσω 10% όπου εκείνη την ημέρα νομίζω καλύτερα. Αν δεν τα έχω, μέχρι να τα βρω, δεν θα το αγοράσω. Πάνε πακέτο. Είναι υπόσχεση.

Και μακάρι να το έκαναν και άλλοι. Γιατί μπορεί να μην αλλάξω τον κόσμο μόνος μου. Αλλά ίσως, ίσως, να τον αλλάξουμε όλοι μαζί.

«Χάος παραλάβαμε από την προηγούμενη κυβέρνηση».

Θαυμάσια. Και αυτό το χάος θα το πληρώσουμε -φυσικά- εμείς. Τις λαμογιές των άλλων, εμείς. Την αδικία εμεις. Το έλλειμα στα ταμεία; Εμείς.

Γιατί εμείς κύριε; τι φταίμε εμείς που οι άλλοι ήταν καθίκια; τι φταίμε που ήταν άχρηστοι; τι φταίμε που ήταν λαμόγια;

Φταίμε κύριε.

Διότι εμείς τους ψηφίσαμε.

~

Με την @Cyberela έχουμε μία διαφωνία διαρκείας: Κάθε φορά που λέω ‘φταίμε’, η Μυρτώ μου λέει «Να μιλάς για τους άλλους. Εγώ, δεν είχα καμία ευθύνη, γιατί δεν ψήφισα ούτε τους μεν, ούτε τους δε». Και κάθε φορά εναντιώνομαι και λέω «φταίμε όλοι».

Και μετά το σκέφτομαι:

Γιατί φταίμε όλοι;

Η απάντηση είναι, παραδόξως, η ανωνυμία.

Όταν κάποιος ψηφίζει, η ψήφος του είναι μυστική. Αυτό, τον προστατεύει από την ευθύνη της ψήφο του απέναντι στους άλλους, αλλά μοιράζει, την ίδια ευθύνη, σε όλους. Αν πχ εγώ ψηφίσω ΚΚΕ με προστατεύει αν βγει η Νέα Δημοκρατία μοιράζοντας την ευθύνη μου σε ποσοστά: το 10 τοις εκατό του πληθυσμού, ψήφισε ΚΚΕ. Ανώνυμα. Λειτουργεί όμως και αντίστροφα: αν ψηφίσω Νέα Δημοκρατία, και βγει, η ευθύνη μου είναι επίσης συλλογική: το σαράντα τοις εκατό του ελληνικού λαού, ψήφισε Νέα Δημοκρατία.

Αυτή η ανωνυμία και κατα συνέπεια η συλλογικότητα της ψήφου, όταν ολοκληρώνεται η διαδικασία, μοιράζεται σε όλους: «Ο ελληνικός λαός αποφάσισε για κυβέρνηση την Νέα Δημοκρατία». Δεν λέμε «το σαράντα τοις εκατό ψήφισε Ν.Δ.» διότι το υπόλοιπο εξήντα αποδέχεται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας και εγκρίνει την ψήφο των υπολοίπων ως διαδικασία.

Άρα λέμε «Ο ελληνικός λαός αποφάσισε για κυβέρνηση την Νέα Δημοκρατία» και η αποδοχή είναι πλήρης.

Από την στιγμή που αποδέχεσαι το αποτέλεσμα της διαδικασίας, χρεώνεσαι και την ευθύνη της αποδοχής σου. Αν συνεχίσεις, δέκα λεπτά μετά, να απολαμβάνεις τα οφέλη του κράτους που ζεις (τους θεσμούς του, τις διαδικασίες του, την ύπαρξή του) έχεις, ως άτομο, χρεωθεί την απόφαση των πολλών: είναι πλέον απόφασή σου.

Άρα και ευθύνη σου.

Αυτή είναι η θέση μου. Γι’ αυτό και ποτέ δεν τόλμησα να πω «αυτοί που ψήφισαν ΝΔ ας πληρώσουν τους φόρους της» διότι, τρια λεπτά μετά την ψήφοφορία, όλοι ψηφίσαμε ΝΔ, όλοι θα πληρώσουμε τους φόρους της. Εξίσου υπεύθυνος είμαι, ατομικά, για την αποδοχή πχ της ζαρτινιέρας. Δεν είπα ποτέ φταίνε αυτοί που ξαναφήφισαν και εξιλέωσαν την κυβέρνηση, γιατί και εγώ, που αποδέχθηκα την πλειοψηφία, φταίω εξίσου.

Η ανωνυμία της ψήφου μου με προστατεύει, αλλά έχει ευθύνες και υποχρεώσεις:

Η βασική, κατ’ εμέ, είναι να ξεχάσεις τι ψήφισες ως άτομο. Και να επικεντρωθείς στο τι ευθύνες έχεις από αυτό που ψήφισες ως χώρα.

Είναι περίεργο, όσο να πεις: Είμαστε εθισμένοι στην πλάκα. Αυτό έχει να κάνει από το βραδυνό δελτίο ειδήσεων του Star, μέχρι την Πάνια. Εσύ και εγώ μπορεί όχι, αλλά έχουν τέτοια νούμερα, που συντηρούνται. Αυτό, είναι αρκετό.

Πλάκα, χαβαλές, ξεφτιλισμός: Κάτι σε στυλ αν ο άλλος είναι τόσο χάλια και ξεφτιλίζεται, ε, δεν μπορεί, *εγώ* θα είμαι κάπως καλύτερα. Σώζομαι. Κάτι σαν μετάγγιση αξιοπρέπειας: εγώ που σε βλέπω δεν έχω, εσύ που ξεφτιλίζεσαι μου την πουλάς.

Την τελευταία φορά που ένιωσα λύπη για κάποιον που ξεφτιλίζεται έτσι, ήταν εκείνη που το θύμα την πλήρωσε: η Εφη Θώδη. Μανιπουλαρισμένη από ανώνυμους προαγωγούς, που ζουν πουλώντας την αξιοπρέπεια του άλλου, τόσο που να μην μείνει τίποτα, ούτε μισό ρούχο, ούτε μισή σκέψη, κατέληξε με πρόβλημα υγείας στο ψυχιατρείο.

Όχι άδικα, αν με ρωτάς.

Η Θώδη βγήκε, έμεινε στην αφάνεια, της συμπεριφέρθηκαν όλοι σωστά (για διάφορους λόγους, ίσως την προστάτεψε ο θυμός μας). Αλλά δεν θα μπορούσε να κρατήσει πολύ. Τα γεράκια πεινάνε, και η Θώδη έχει ακόμα, ίσως και περισσότερα πια, να πουλήσει.

Σιγά-σιγά, κάποιοι θυμούνται το παλαιότερο ξεπούλημά της, γελάνε και μεταδίδουν την είδηση ως αστείο, το trend ξαναξεκινάει, υπάρχει ενδιαφέρον.

Οι νταβατζήδες της αξιοπρέπειάς της δεν θα έχουν καμία ενοχή να ξαναπουλήσουν το πιο πολύτιμο προϊόν τους. Οι στιχουργοί του ποδαριού θα ξαναφτιάξουν τραγουδάκια του δεκαλέπτου, με κόπο για την τέλεια ατάκα που να χωράει στο crawl του δελτίου ειδήσεων του Star, ή στο souperάκι της Πάνια.

Εκεί που θα γνωρίσει μεγάλες δόξες, τα όρνια θα τρώνε για μέρες, και όταν δεν μείνει -πάλι- τίποτα πια, θα την κάνουν για τον επόμενο ανασφαλή που ξεπουλά αναγνώριση και αυτοεπιβεβαίωση με αξιοπρέπεια.

Εμείς; εμείς θα γελάσουμε και θα πάμε για άλλα, ικανοποιημένοι για το δικό μας ανεβασμένο -συγκριτικά- επίπεδο. Αλλωστε είμαστε μόνο οι αγοραστές. Οι ασθενείς. Τι ευθύνη μπορεί να έχουμε;

giorti_gianni450

Δεν φταίω εγώ, η Ελεάνα με ρώτησε:

«Δεν θα κεράσεις κάτι τα παιδιά; «

Πάνω είναι πορτοκαλόπιττα, κάτω είναι devil’s food cake, με σοκολάτα. Home made, από τα χεράκια της 🙂

[…]«Μπαίνοντας στον προθάλαμο των κρατητηρίων σε ένα παγκάκι καθόταν ένας κρατούμενος, αν θυμάμαι καλά φορώντας χειροπέδες, και δύο αστυνομικοί τον χτυπούσαν με κλωτσιές, γροθιές και με μία ελαστική ράβδο σε διάφορα σημεία του σώματός του. Σε ερώτησή μας γιατί τον χτυπούν, απάντησαν ότι επιτέθηκε στον σκοπό, ήταν αντιδραστικός και προσπάθησε να φύγει. Μετά από αυτό με τον συνάδελφό μου αποχωρήσαμε διότι δεν είχαμε άλλη αρμοδιότητα εκεί θεωρώντας ότι όλες οι ενέργειες των αστυνομικών ήταν οι ενδεδειγμένες. […] [από τα Νέα]

Το πιο θλιβερό απ’ όλα πιστεύω, είναι ότι η κακοποίηση των κρατουμένων είναι… συνήθης, νόμιμη διαδικασία.

Είναι δηλαδή ενδεδειγμένο να χτυπούν δύο αστυνομικοί έναν κρατούμενο που φοράει χειροπέδες. Είναι φυσιολογικό, και απόλυτα νόμιμο.

~

Πριν από χρόνια, στην υπόθεση της ζαρντινιέρας, είχα πει πως το χειρότερο είναι όταν πιάστηκε η αστυνομία, επισήμως, να ψεύδεται.

Δεν ξέρω, μου μοιάζει αναγουλιαστικό να αποδεχόμαστε, ως κοινωνία, ότι η επίσημη αστυνομία ψεύδεται. Δεν λέω ότι δεν συμβαίνει, λέω ότι είναι τόσο «φυσιολογικό», που δεν μας προκαλεί, καν, έκπληξη.

Τώρα, η αστυνομία βρίσκεται να θεωρεί νόμιμο και «φυσιολογικό» τον βασανισμό κρατουμένων.

~

Ζούμε σε μυστήριους καιρούς. Η Vodafone είναι «φυσιολογικό» να γλυτώνει, τόσα χρόνια, το -μικρό συγκριτικά με την κατηγορία- πρόστιμο. Το The Mall είναι «φυσιολογικό» να συνεχίζει να εργάζεται παρά τις τόσες, σωρηδόν, καταδίκες. Η αστυνομία είναι «φυσιολογικό» να φοράει κουκούλες, και να βασανίζει κρατουμένους με χειροπέδες. Τα δύο μεγάλα κόμματα -τουλάχιστον- είναι «φυσιολογικό» να έχουν δεχθεί μίζες εκατομμυρίων ευρώ.

Το πρόβλημα, δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η πράξη. Το άνομο δεν είναι που χτυπάει ένας μικροτσούτσουνος αστυνομικός δεμένους κρατούμενους, ή ένας μικροτσούτσουνος πολιτικός παίρνει μίζες.

Το άνομο είναι τα όρια του φυσιολογικού μας.

Και αυτά, ούτε εύκολα θα αλλάξουν, ούτε ανώδυνα.

Κάνω το καθήκον μου, με χαρά που μπορώ να βοηθήσω:

O ΝΙΚΟΜΑΝΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ-ΑΛΚΙΝΟΟΣ, βρίσκεται στο τμήμα Κ.Ε.Θ. του νοσοκομείου Παίδων Αγία Σοφία, και χρειάζεται αιμοπετάλια και -καθημερινά- αίμα. Αιμα μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε νοσοκομείο της χώρας (αρκεί να δηλωθεί οτι είναι για το συγκεκριμένο παιδί) – όμως αιμοπετάλια μπορούν να δοθούν μόνο στην αιμοδοσία του Αγία Σοφία.

Το τηλέφωνο της αιμοδοσίας είναι 210-7703789 η 210-7467000 και ζητάτε να συνδεθείτε με το τμήμα αιμοδοσίας – για τα αιμοπεταλια χρειάζεται να κλειστεί ραντεβου με την υπεύθυνη αιμοπεταλίων του Αγ. Σοφία.

Το αίμα το ζητά η Έφη. Αν δεν ξέρετε ποια είναι η Έφη, σας προτείνω να ρίξετε μία ματιά εδώ.

Θα σας πάρει ελάχιστο χρόνο, και ελάχιστη ενόχληση. Και, όσο και αν ακούγεται κλισέ, υπάρχει μία ψυχούλα σε ένα νοσοκομείο, που σε χρειάζεται.

Τι λες;

Υ.Γ.: Διαδώστε το, όπου και όπως χρειάζεται.

pov091228

Διαβάζω την είδηση:

Την οργή βρετανικών κρατικών και μη κυβερνητικών οργανώσεων έχουν προκαλέσει οι παραγωγοί του «Big Brother», οι οποίοι αναζητούν ανάπηρους στρατιωτικούς, προκειμένου να λάβουν μέρος στο νέο κύκλο της ριάλιτι εκπομπής.

Όπως γράφει η εφημερίδα «Daily Mail», η παραγωγή αναζητά στρατιωτικούς που έχασαν τα άκρα τους στους πολέμους στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ και τους ζητά να συμμετάσχουν στον τελευταίο κύκλο της εκπομπής, που θα προβληθεί το επόμενο καλοκαίρι.

Κάποιες από τις κρατικές οργανώσεις και της ΜΚΟ που προσεγγίστηκαν από την παραγωγή, κατηγόρησαν τους παραγωγούς και το δίκτυο που προβάλλει την εκπομπή, δίοτι-όπως υποστηρίζουν-προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τους βετεράνους στρατιωτικούς.[…]

Από το in.gr

Ο κόσμος, λέει, ξεσηκώθηκε στην Αγγλία. Εκμεταλλεύονται τους βετεράνους ανάπηρους φαντάρους λέει, γιατί θέλουν να τους βάλουν σε εκπομπή.

Διαβάζοντάς το, έκανα μια σκέψη:

Ποιος τους έκανε ανάπηρους; Ποιος τους εκμεταλλεύτηκε;

Για ποιον λόγο έγιναν ανάπηροι; Για τα Φόκλαντς; Για το Ιράκ; Για το Αφγανιστάν; Μήπως για την Σερβία;

§

Μετά το Βιετνάμ, την υπέροχη χώρα που μάθαμε μόνο ως πόλεμο, η νέα γενιά (οι πατεράδες μας, κυρίως) έμαθαν την «αξία» του βετεράνου.

Κυνικά αν θέλει να το δει κανείς, βετεράνος είναι αυτός που πολέμησε για σκοπό που δεν τον αφορούσε άμεσα, για τον οποίο, κατά πάσα πιθανότητα δεν γνώριζε τίποτα -και αν γνώριζε ίσως να μην συμφωνούσε καν- ο οποίος κατάφερε να επιστρέψει.

Και δεν χρειάστηκε καν να καταταχθεί γι’ αυτό: Οι περισσότερες «πολιτισμένες» χώρες πλέον πληρώνουν ανθρώπους να πεθάνουν για τους σκοπούς τους. Κοιτώντας πίσω, την τελευταία εικοσαετία ίσως, δεν νομίζω ότι θα βρούμε πολλούς πολέμους για τους οποίους ο φαντάρος να πολέμησε για «ανώτερα ιδανικά». Οι μόνοι που αξίζουν αυτόν τον τίτλο, είναι, ίσως, αυτοί που πολεμούν στην πατρίδα τους.

Οι υπόλοιποι πολεμούν για πετρέλαια, συμμαχίες, και σκοτεινά κίνητρα.

Εξαγορασμένα πτώματα.

Κάποιοι δεν γλυτώνουν. Κάποιοι επιστρέφουν με ένα πόδι ή ένα χέρι λιγότερο. Και κάποιοι επιστρέφουν αρτιμελείς. Υγειείς ίσως όχι, αλλά τουλάχιστον αρτιμελείς.

Μετά το Βιετνάμ λοιπόν, υπήρξε κάτι σαν κώδικας τιμής. Επιστρέφοντας από τον πόλεμο τύγχανε μεγάλου σεβασμού ο στρατιώτης. Ειδικά στην Αμερική, είχαν και επιδόματα, είχαν και ψυχολόγους, είχαν και ασφάλεια.

Βέβαια, η Αμερική είναι τετρακόσια χρόνια τώρα συνεχώς αναμεμιγμένη σε πολέμους. Αν δεν πάρει μάτι η νέα γενιά ότι σε σέβονται άμα γυρίσεις, σιγά μην πάει να πολεμήσει σε ξένες χώρες για ξένα πετρέλαια.

§

Η κοινωνία όμως, αντιδρά περίεργα. Τον έστειλε τον άλλο για αρκετά χρήματα να πάει να πολεμήσει, και του γύρισε κουτσός. Είναι πρόβλημα να κυκλοφορεί κουτσός, γιατί θυμίζει στους άλλους ότι μπορεί να γυρίσουν και αυτοί κουτσοί. Είναι πρόβλημα να κυκλοφορεί κουτσός, γιατί μπορεί να θυμήσει στον μαλάκα άσχετο χοντρο-γιάπι που συμφώνησε και υποστήριξε τον τάδε πόλεμο ότι – ωπ! κάθε φορά που γυρίζω το κλειδί στο τζίπ μου, το αμάξι μου παίρνει μπρος γιατί ο άλλος έδωσε το πόδι του.

Δεν μπορούσε να πεθάνει εκεί με την ησυχία του; ούτε θα τον βλέπαμε, ούτε θα ασχολιόμασταν μαζί του.

Αλλά πήγε ο παπάρας και κουτσάθηκε. Και τώρα, κυκλοφορεί ανάμεσά μας, με το κολοβό του πόδι να μας δείχνει, σαν δάχτυλο.

Το big brother σκοπό έχει να κάνει ντόρο. Δεν ασχολούμαι με αυτό. Όποιος είναι αρκετά μαλάκας για να πάει, να πάει. Δεν έχει να προστατέψει όμως καμία τιμή βετεράνου στρατιωτικού.

Μάλλον εμείς θέλουμε να προστατευτούμε. Από το κολοβό του πόδι.

Και τις τύψεις μας.