Paraligo

Epixeirisi_ka8ariotita

sasGelasane

Άκουγα εχθές τον βράδυ τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο στους Πρωταγωνιστές.

Πρόκειται για έναν ενδιαφέρον άνθρωπο, με σαφώς πιο ελκυστικές ήπιων τόνων πεποιθήσεις από τον προκάτοχό του – αλλά αυτό είναι μία προσωπική εκτίμηση, και μένει να κριθεί συν τω χρόνω.

Εντύπωση όμως μου προκάλεσε το εξής: Ήταν θετικά προσκείμενος προς οποιαδήποτε βοήθεια μπορεί να παρέχει στους μετανάστες που έχουν ανάγκη (αλλά αν ενοχλούνται και θέλουν να κατέβουν τα σύμβολα από σχολεία και δικαστήρια, «να πάνε στον τόπο τους»).

Ας βοηθήσουμε τους «κακομοίρηδες».

~

Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω μία τέτοια αντίδραση – και, δυστυχώς, όχι μόνο από απλούς ανθρώπους, αλλά και από ηγέτες θρησκειών, κομμάτων και πεποιθήσεων:

Αυτή η «συμπάθεια» προς τους κατατρεγμένους «κακομοίρηδες μετανάστες» έχει αρχίσει να με εκνευρίζει ελαφρώς. Μου δίνει την εικόνα (δεν αναφέρομαι στον αρχιεπίσκοπο πλέον, ελπίζω να είναι κατανοητό) του πλούσιου που είναι φιλέσπλαχνος με τους φτωχούς -είτε είναι μετανάστες, είτε όχι-, αλλά δεν φτάνει στο σημείο να τους δίνει δικαιώματα.

Σαν να λέμε: αν ο μετανάστης είναι φτωχός και κακόμοιρος, ναι, να τον βοηθήσουμε – αλλά αν ζητήσει ένα δικαίωμά του (όπως πχ είναι η ψήφος, ή ο σεβασμός στην θρησκεία του), ε, τότε πάει πολύ.

Μυστηριωδώς, ο καλός μετανάστης είναι ο κακόμοιρος μετανάστης.

Αναρωτιέμαι αν αυτό είναι αληθινή φιλεσπλαχνία, ή απλώς ρατσισμός εκτός φυλών.

Αν είναι οικονομικός ρατσισμός.

~

Ασφαλώς μπορεί να κάνω λάθος. Μπορεί *πράγματι* η ανθρωπιστική διάθεση να είναι υπεράνω κάθε άλλης κακής σκέψης μας. Και, σε κάποιες περιπτώσεις, σίγουρα ισχύει.

Αλλά η εικόνα του «κακομοίρη ματανάστη» πρέπει να εκλείψει άμεσα. Υποβαθμίζει τον άνθρωπο, τα δικαιώματά του, και την θέση του στην κοινωνία. Ο *άνθρωπος* (και όχι απαραίτητα μετανάστης) που έχει ανάγκη την βοήθειά μας, δεν την αγοράζει πουλώντας την αξιοπρέπειά του, ούτε τα δικαιώματά του.

Και, πολύ περισσότερο, δεν θα έπρεπε να το απαιτούμε εμείς.

~

Υ.Γ.: Σε μία δεύτερη, παράλληλη σκέψη, αναρωτιέμαι αν αυτή η λογική αναγάγεται και σε επίπεδο κρατικού μηχανισμού. Αν δηλαδή αυτοί που ορίζουν τις τύχες μας σκέφτονται «να βοηθήσουμε τον κακομοίρη τον Ελληνα που βγάζει 400 ευρώ τον μήνα – αλλά όχι να μας κατσικωθεί κιόλας απαιτώντας και μισθούς!». Εχει πλάκα, γιατί αν ισχύει – σε οποιοδήποτε επίπεδο και με οποιαδήποτε εκφανση, ξαφνικά, ο «κακομοίρης» που βοηθάμε επειδή έφτασε στο σημείο να ικετεύει, και όχι επειδή έχουμε (εσωτερική ή εξωτερική) υποχρέωση να υπηρετήσουμε, είμαστε εγώ, και εσύ.

batrapanthropoi

Adikaiologies

To sima tis httas

eis ygeian

InfoShame

Kentriko Deltio Ekbiasmou

Τα παραμύθια είναι ωραία, αλλά μόνο για τα μικρά παιδιά.

Μεγαλώνοντας, όταν στα πουλάνε, ξενερώνεις λιγουλάκι. Χαλιέσαι. Και καμιά φορά, τρομάζεις κιόλας.

§

Δεν ξεμωράθηκα – ξέρω τι λέω.

Μιλάω για τα παραμύθια.

Να, για παράδειγμα τούτο το τελευταίο. Θα κοπεί, λέει, ο δέκατος τέταρτος μισθός.

Δεν είναι αυτό το παραμύθι, προφανώς. Το παραμύθι, είναι ότι αυτό γίνεται για να ενισχυθεί η οικονομία μας.

Για να βελτιώσουμε τα οικονομικά μας.

Όσο ήμουνα παιδί, μπορεί να το έτρωγα αυτό το παραμύθι. Αμάσητο.

Μπορεί να έλεγα «αφού είμαστε σε τόσο δεινή οικονομική κατάσταση, ας γίνει» ή «το καταλαβαίνω ότι δεν γίνεται αλλιώς».

§

Όσο ήμουνα παιδί όμως όλα αυτά. Αθώος.

Γιατί τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι λιγάκι παραπάνω. Λέω μέσα μου:

«Τι αλλάζει;»

Τι αλλάζει άραγε;

Μήπως ο δέκατος τέταρτος μισθός μας οδήγησε εκεί; Μήπως το χαμηλό Φ.Π.Α. ή η σύνταξη στα εξήντα-πόσα;

Δεν νομίζω.

Πιο πιθανό είναι να μας οδήγησαν εκεί άθλιες οικονομικές κινήσεις. Ηλίθιοι σε πολυ επικίνδυνα πόστα. Δημόσια έργα, που έκαναν τριάντα και τιμολογούνταν πενήντα (ή εκατόν τριάντα). Μίζες, σε κάθε βήμα, αλόγιστες δαπάνες, έξοδα που δεν δικαιολογούνταν, δωράκια, σε ημετέρους ή μοναστήρια, σε ποδοσφαιρικές ομάδες ή κάστες ειδικά πληρωμένων δημοσίων υπαλλήλων, σε υπερτυχερούς μονιμοποιημένους υπαλλήλους της βουλής, σε δημοσιογράφους ή μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε δικούς μας, σε κόμματα, σε πολυτελή αυτοκίνητα για τον κύριο υπουργό και την κυρία του. Απίστευτη αγορά συνειδήσεων με μονιμοποιήσεις δημοσίων υπαλλήλων. Παιχνίδια σε χρηματιστήρια με τα λεφτά των ασφαλισμένων. Άσκοπες σπατάλες σε πολεμικό υλικό.

Νεοπλουτισμοί και ρεμούλα, συμφέροντα και παρέες.

Αυτά μας οδήγησαν εκεί.

Αλλά αυτά δεν κλείνουν. Δεν ενοχλούνται. Η μαύρη τρύπα δεν ταπώνεται. Οι λύκοι δεν φεύγουν, Τριγυρίζουν, από απόσταση, αλλά δεν φεύγουν. Εχει ζουμί ακόμα.

Ξεκινήσαμε και καλά με πέντε-δέκα κυβερνητικά αυτοκίνητα, αλλά ξεχάσαμε τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από αυτό το «μεγάλο κακό».

Το χειρότερο έγκλημα της τελευταίας ίσως εκατονταετίας, δεν έχει ούτε έναν υπεύθυνο. Ούτε έναν υπόλογο.

Μα αυτοί είναι η μαύρη τρύπα. Αυτοί μασάνε αδιαλείπτως τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Δεν ξέρουμε ποιοι είναι; Δεν κρύβονται ιδιαιτέρως. Τα έκαναν κότερα, επιχειρήσεις, ποδοσφαιρικές ομάδες, κόμματα, συμβάσεις, κανάλια, προεκλογικές εκστρατείες.

Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να τους δεις.

§

Το να ζητάει ο πρωθυπουργός την καταβολή του δέκατου τέταρτου μισθού, δεν θα αλλάξει απολύτως τίποτα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, είναι ακόμα εκεί, στις ίδιες θέσεις, με τα πηρούνια έτοιμα και τα μαχαίρια τους ακονισμένα. Ούτε ο δέκατος τέταρτος, ούτε η αύξηση του Φ.Π.Α. θα τους εξαφανίσει:

Είναι ακόμη εδώ. Στην σκιά. Περιμένουν.

Το να ζητάει λοιπόν θυσίες, δεν είναι εξοργιστικό για αυτά που έγιναν εχθές. Είναι εξοργιστικό για αυτά που θα ακολουθήσουν αύριο – και θα γίνουν, λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα, ευρώ προς ευρώ, αφού δεν προστατευτήκαμε καθόλου, και σε κανέναν τομέα, από όλα αυτά που μας οδήγησαν εδώ:

Αναπαραγάγουμε, σε απελπιστικά ίδιο βαθμό, τα ίδια ακριβώς λάθη, ακόμα και τώρα.

Αν το μεγαλύτερο λάθος του κράτους είναι ότι δανειζόταν κάθε φορά που δεν είχε, (μεγαλώνοντας το έλλειμα και τις ανάγκες της) είναι βλακεία να πιστεύεις ότι δεν κάνει ακριβώς το ίδιο και τώρα. Το κάνει εκβιαστικά και εξαναγκαστικά – αλλά ιστορικά, διαπράττει το ίδιο ακριβώς λάθος: δεν δημιουργεί. Καλύπτει.

Αναλώνεται, και αυτή, ακριβώς όπως και οι προηγούμενοί της, τέσσερις μήνες τώρα, στο να εφευρίσκει νέους φόρους, όχι νέες ευκαιρίες. Νέες δικαιολογίες, όχι νέες ιδέες.

Οι δανειστές μόνο άλλαξαν. Ήταν οι μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού, ή οι ανυπόμονοι ευρωπαίοι εταίροι μας, τώρα γίναμε εμείς εκ των έσω. Ηταν οι σκληροί επιχειρηματίες του ευρώ, και έγιναν οι αφελείς του αμίμητου προεκλογικού «λεφτά υπάρχουν».

Δεν ξέρω για λεφτά, κορόϊδα πάντως, υπάρχουν σίγουρα.

Όπως όμως τελείωσε η υπομονή των εταίρων μας, έτσι, αναμφισβήτα, κάποια δεδομένη στιγμή, θα τελειώσει και η υπομονή (και οι δυνατότητες) των εσωτερικών, ταλαιπωρημένων δανειστών μας: Το τελευταίο ενέχυρο που έχει η πατρίδα να δώσει στην κοστουμαρισμένη ευρώπη, είναι ο μεροκαμιατιάρης έλληνας. Αν και αυτοί οι ευρωπαίοι είχαν λίγο μυαλό -ή αν τους ενδιέφερε πραγματικά- μπορεί να ήταν σαφώς πιο φρόνιμο να ζητήσουν κανένα κεφάλι.

Ξέρεις, κάποιον υπεύθυνο για αυτό το χάλι. Μόνο και μόνο για να σιγουρευτούν ότι δεν θα ξαναγίνει.

Αλλά μπορεί να ήταν κανένα καλοπληρωμένο καλόπαιδο της Siemens ή κανας μεσάζοντας για φρεγάτες, οπότε, τελικά, ασ’ το καλύτερα.

Ας σφάξουμε κανα εκατομμύριο αυτόχθονες για αρχή. Και μετά, βλέπουμε.

§

Είναι ωραία λοιπόν τα παραμύθια. Και ο πρωθυπουργός είχε το σωστό βλέμμα, το στεναχωρημένο, το πικραμένο όταν έλεγε ότι «τον σταματούν στον δρόμο και του προσφέρουν τον δέκατο τέταρτο για την πατρίδα». Ενα γλυκό, συμπονετικό ύφος, με την ανάλογη ανάμνηση.

Ενα γλυκό παραμύθι, μια γλυκιά απειλή, με μία ελπίδα για έναν ανήσυχο, γεμάτο εφιάλτες, ύπνο.

Αλλά, παραδόξως, δεν είναι το πιο τρομαχτικό ότι αυτό το παραμύθι κοιμίζει.

Για να είμαι ειλικρινής, το πιο τρομαχτικό δεν είναι αυτό.

Το πιο τρομαχτικό είναι ότι μοιάζει να τα πιστεύει αυτά τα παραμύθια.

Αυτό με κρατάει ξάγρυπνο τα βράδια.

Και εμένα, και τους λύκους που παραμονεύουν χαμογελώντας, δείχνοντας μου τα δόντια τους στο σκοτάδι.

pov100302

Οι νότες.

Για να είμαι ειλικρινής, αυτό μου έλειψε πιο πολύ. Οι νότες.

Οι στίχοι.

Δεν μιλάνε πια οι στίχοι.

Φέρονται βίαια απέναντί μας. Και αυτό, δεν είναι το χειρότερο.

Μας κοροϊδεύουν. Μας φτύνουν στα μούτρα, και μεις κάνουμε λίγο πιο ‘κει, γιατί μας κρύβουν την εικόνα από το iphone μας. Από το Κους Κους και το διαζύγιο φωτιά. Μας χτυπούν, μας βιάζουν, μας κλέβουν – φίλε, μας κλέβουν, με το μεγαλύτερο θράσος που είδες ποτέ, μας τσιγκλάνε, μας δουλεύουν, μας λένε μια τούτο, και με το ίδιο ύφος, αμέσως μετά το άλλο, μας γελάσανε.

Ελεγα στην αρχή, θα θυμώσει. Τον βαρέσανε, δεν μπορεί, θα θυμώσει.

Και δεν θύμωσε.

Έλεγα μετά, θα θυμώσει, να, τώρα τον σκοτώσανε, να, τώρα θα θυμώσει. Θύμωσε λίγο, και μετά, τίποτα. Δεν απαίτησε, δεν ζήτησε, δεν ήλπιζε καν.

Μετά, είπα θα θυμώσει, τον κρυφακούσανε, τον κρεμάσανε, του είπανε ψέματα – ούτε τότε θύμωσε.

Τον γελάσανε. Δεν θύμωσε.

Του πειράξανε την ασφάλεια, την σύνταξή του – όχι, ούτε τότε.

Τον κλέψανε, του κλέψανε έναν ολόκληρο μισθό, που τον είχε πληρωμένο – όχι.

Βγήκανε στην τηλεόραση αυτοί που τον κλέψανε, που τον φλομώσανε στα ψέματα, να του πουν τι πρέπει να κάνει τώρα – όχι, όχι. Ούτε τώρα.

Δεν έγραψε ούτε έναν στίχο.

Ούτε μία μελωδία.

Σιωπή.

Ο κόσμος κατέβηκε, πεταξε πέτρες, τον κλέψανε, τον κρυφακούσανε, τον βαρέσανε, τον σκοτώσανε, του ‘πανε ψέματα, τον γελάσανε, τον φτύσανε στα μούτρα – όχι.

Ούτε έναν στίχο.

Γιατί βγάλανε όλοι τον σκασμό;

Τι σιωπή είναι αυτή θεέ μου; Πιο βίαιη και από τις πράξεις τους. Με τρομάζει αυτή η σιωπή. Στην χούντα, που απαγορευόταν, τραγουδούσαν. Είχαν νοήματα. Είχαν πάθος.

Είχαν λόγο. Είχαν καρδιά.

Αυτή η ησυχία με τρομάζει.

Η μουσική του αδιάφορου.

Όταν δεν μιλάς εσύ, θα μιλήσει κάποιος άλλος.

Αξίωμα.

Αν κάνεις ησυχία, κάποιος άλλος θα βρει λόγο. Θα πει αυτό που νομίζει. Καλά θα κάνει, αλλά είναι υπό την ανοχή σου. Υπό την δική σου σύμφωνη γνώμη.

Ότι και αν πει, δεν το επέτρεψες μόνο: το δικαιολόγησες.

Θα εξηγήσω.

~

Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, μου τέθηκε μία ερώτηση. Μου είπαν «σε βλέπουμε να ασχολείσαι περισσότερο με τους μετανάστες, μην κακοπεράσουν αυτοί, αλλά αν βρεις έλληνες, δεν είσαι τόσο δυναμικός». Δικός μου άνθρωπος μου το ‘πε, που μ’ αγαπάει και τον αγαπάω.

Αν και δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχει δίκιο. Όχι ότι ασκώ αντίστροφο ρατσισμό, και θα πω «έλα μωρέ, έλληνας είναι» – αυτό το ξεκαθαρίζω μία και καλή. Αλλά κοιτάω τον άνθρωπο με τους συμμάχους του. Αν έχει οικογένεια, πρώτα να βοηθήσει αυτή. Αν έχει φίλους, πρώτα αυτοί. Αν έχει γνωστούς, πρώτα αυτοί. Και αφού βοηθήσουν όλοι αυτοί, μετά ανακατεύομαι εγώ.

Ο μετανάστης δεν έχει φίλους.

Γι αυτό νοιάζομαι περισσότερο. Γιατί ο μετανάστης είναι απόκληρος, σκουπίδι, λιγότερος από άνθρωπος. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που λένε «να σωθούν πρώτα οι δικοί μας, και μετά οι μετανάστες» θα υπάρχω και εγώ και θα λέω «να σωθούν όλοι«.

Για να μην ακούγονται μόνο αυτοί.

Για να μην γίνεται ησυχία.

~

Η Κατερίνα έγραψε ένα post σήμερα. Διαβάστε το και σβήστε ότι λέει για τον αρκούδο(*). Ειλικρινά, δύο γάλατα πήγαμε. Δύο γάλατα, και δύο τηλεφωνήματα.

(*) Φαντάσου, δηλαδή, πως είναι η κατάσταση για να πανηγυρίζονται έτσι δύο γάλατα.

Δεν γλυτώνει η γυναίκα με δύο γάλατα.

Διαβάστε τα σχόλια όμως.

Το δεύτερο σχόλιο, που είναι δικό της, γράφει κάτι που γράφεται στο forum του parents.gr, μία πύλη για γονείς, που έγινε, και εκεί, έκκληση για βοήθεια. Οι γονείς, σε μεγάλο βαθμό, ανταποκρίθηκαν, έδειξαν ενδιαφέρον, έγινε συζήτηση να μαζευτούν ρούχα, φαγητά, παιχνίδια για το μωρό, ότι μπορούσαν.

Αλλά γράφει κάποιος/α στο forum:

Αντιγράφω:

«ναι αν νιωθεις ετσι κανε αυτο απλα εγω θελω να σου πω οτι οι αλοδαποι που ηρθανε στην ελλαδα φερανε και την εγκληματικοτητα μαζι τους…σκεψου ποσους ελληνες εχουνε σκοτωσει και δεν ειδα κανεναν απο τα κρατη τους να κανει ερανο για τους σκοτωμενους αθωους ελληνες απο αλβανους.κτλ.
δεν λεω οτι καλως εφυγε ο ανθρωπος αλλα δεν θα τρελαθω κιολας ..νομιζω οτι το να βοηθηθει η γυναικα αυτου ειναι καπως αδικο σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα….»

Και σημειώνει από κάτω η Κατερίνα που παραθέτει το σχόλιο:

ΜΥΝΗΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ FORUM PARENTS…..
ZHTHΣΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ…

Ήταν η δεύτερη «επίθεση» που δέχθηκε η Κατερίνα. Από ανθρώπους που λένε «ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα». Και δεν αντέχει άλλο. Και εγκαταλείπει. Και λυγίζει. Και ζητά να κατέβει το θέμα. Δεν αντέχει να το βλέπει. Όχι πια το ξένο post: αυτό το ζήτησε την προηγούμενη φορά που γράφτηκε κάτι παρόμοιο. Όλο το θέμα πια. Ότι είχε γίνει μέχρι τότε. Για να μην «μολυνθεί».

Δεν ξέρω, ξαναδιάβασέ το. Αργά. Αν αντέχεις. «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Είναι «άδικο«.

~

Δεν τα έχω με αυτούς. Αυτό πιστεύουν; αυτό λένε. Είναι κουταμάρα; για μένα είναι. Είναι οδυνηρό; επίσης.

Δεν τα έχω -προφανώς- με την Κατερίνα. Πόσο μίσος να αντέξει όταν βλέπει, καθημερινά, δίπλα της, τον πόνο; Θυμάστε πως αντέδρασαν οι γείτονές της; Όταν εκλιπαρούσε, όχι από το blog, προσωπικά, τον γείτονά της, που άκουγε το ίδιο κλάμα, για βοήθεια; Για ένα-πακέτο-μακαρόνια; Μπροστά στο πρόσωπό της; (και έγραψε ελάχιστα όπως μου εκμυστηρεύτηκε)

Δεν τα έχω λοιπόν με αυτούς.

Με μας τα έχω. Γιατί σιωπώντας εμείς, ακούγονται οι άλλοι..

Γιατί αν δεν ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ «ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΡΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΤΗΝ ΜΑΝΑ! ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» θα βρεθούν κάποιοι άλλοι, που έχουν άλλα μυαλά, να πουν «άδικο να βοηθηθεί».

Και θα ακουστεί η φωνή τους. Η τρομαχτική, βαθιά τρομαχτική φωνή τους.

Και δεν θα είμαστε δίπλα στην Κατερίνα. Πλάι της. Να της λέμε «μην τους ακους». Και να λέμε και στους άλλους, μην τους ακούτε. Να σταθούμε δίπλα. Πολλοί.

Και θα λυγίσει η Κατερίνα.

Και θα λυγίσει η καθηγήτρια.

Και θα λυγίσει ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει. Ο άνθρωπος που βλέπει Ανθρώπους, και όχι Μετανάστες.

~

Επειδή σιωπήσαμε εμείς.

Δεν πάω να σε γεμίσω ευθύνες φιλαράκι. Απλώς, έτσι έχουν τα πράγματα.

Και θα κλείσει το θέμα στο forum, η βοήθεια στην Λίντα, η ενασχόληση του κόσμου, η πιθανότητα να μάθουν ελληνικά οι μετανάστες, η αντοχή της Κατερίνας. Οριστικά.

Όταν σιωπήσαμε εμείς, κάποιος είπε: «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».

Υ.Γ.: Έχουν νόημα τα σχόλια; όχι, ούτε και σήμερα έχουν.

.