Λοιπόν, αυτό θα είναι ένα δύσκολο άρθρο, φίλοι θα γίνουν εχθροί, εχθροί θα μείνουν εχθροί, γάμησέ τα, κώλος θα γίνουμε.

Αλλά αυτό είναι το δικό μου μπλογκ, οι δικές μου σκέψεις, έτσι μου ‘ρχονται, και τα γράφω για να μην τρελαθώ.

Οπότε, βαθιά ανάσα, και πάμε – αλλά πριν ξεκινήσουμε, μία σημείωση, για τους καινούργιους:

Ο αρθρογράφος (εγώ δηλαδή) σπάνια λέει ότι έχει δίκιο. Υπάρχουν πράγματα που ξέρει, υπάρχουν πράγματα που δεν έχει ιδέα, υπάρχουν πράγματα που νομίζει ότι ξέρει – και μαύρα τα μαντάτα αν αποκαλυφθεί ότι τρίχες ήξερε. Πάνω από όλα, υπάρχουν τρία πράγματα που αξίζει να γνωρίζεις, για να ξηγιούμαστε: Πρώτον, δεν έχω δίκιο – έχω άποψη. Δεν είναι ανάγκη να είναι σωστή, μπορεί η δική σου να είναι πιο σωστή από την δική μου – μαγκιά σου. Δεν θέλω να σε πείσω, 99% θέλω να σε ρωτήσω, να βάλω την δική μου άποψη στον τοίχο. Αν δεν καλυφθώ, προχωράμε, εσύ τον δρόμο σου, εγώ τον δικό μου. Κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος εγώ. Αν ανέχομαι αυτήν την πιθανότητα, προφανώς ανέχομαι και την δική σου. Ούτε θα σε κρίνω, αν τελικά κάνεις λάθος – ακόμα και αν είμαστε απέναντι, έτσι καταλαβαίνεις εσύ, αλλιώς εγώ, ούτε θα σου την πέσω. Δεν έχει προσωπικά εδώ, απόψεις, μόνο. Δύο, και κράτα το αυτό, προσπαθώ να τους καταλάβω όλους. Όλους. Και τους καλούς, που νομίζω ότι είμαι εγώ, και τους κακούς, που συνήθως είναι οι άλλοι 🙂 Όλους. Μια άλλη μέρα χρωστάω ποστ γι’ αυτήν μου την ιδιορρυθμία. Τρία, υπάρχουν δύο γιάννηδες. Το μέλος της κοινωνίας, και ατομικά, ο Γιάννης. Άλλες οι ευθύνες του καθενός, άλλες οι ανάγκες, άλλες οι θέσεις – άλλο που καμιά φορά και γω τις μπλέκω.

Πάμε λοιπόν; Πάμε λοιπόν.

Ακούω εδώ και καιρό την θεωρία των δύο άκρων και της επιλεκτικής καταδίκης της βίας. Κάτι με μπέρδευε πάντα, γι’ αυτό γράφω τούτο το ποστ, γιατί είμαι διαρκώς σε αυτοαναιρέσεις:

Είμαι εναντίον της βίας, από όπου και αν προέρχεται.

Το άντεξες αυτό; Ε, είμαι. Δεν τα πάω καλά με την βία, δεν θέλω να κερδίσει ο πιο δυνατός στα χέρια, στις φωνές, ή αυτός που φέρνει όπλο. Δεν λέω δεν πρέπει να κερδίσει, λέω δεν αξίζει να κερδίσει. Η βία δεν είναι ο τρόπος να λύνεται ΤΙΠΟΤΑ, απολύτως τίποτα.

Δεν είναι λύση, είναι πρόβλημα.

Από όπου και αν προέρχεται.

Δηλαδή, ούτε με την βία του φύλακα είμαι, που προσπαθεί να κρατήσει τους κρατούμενους στα κελιά τους, ούτε με την βία του κρατούμενου που τον σκοτώνει γιατί προσπαθεί να αποδράσει. Ούτε με την βία του υπουργού που, για να σώσει την χώρα (ή για να «σώσει την χώρα», ή για να σώσει το τομάρι του) μου παίρνει το σπίτι, ούτε με την βία την δική μου, που παίρνω μία καραμπίνα και αν κοτάνε ας έρθουν, ή που πετυχαίνω την γυαλιστερή του καράφλα στον δρόμο, και τον αρχίζω στις ανώνυμες γρήγορες, για να μάθει.

Όλες οι βίες, κακές. Κακές, κακές, κακές.

Γιατί ακόμα και αν τρομάξει ο υπουργός, είτε έπρεπε να γίνει, οπότε θα γίνει με περισσότερα ΜΑΤ, ασφάλεια και βία, είτε δεν έπρεπε να γίνει, αλλά αντί να το μαζέψουμε όλοι και συντεταγμένα, το μαζεύει αυτός που έχει το βαρύτερο χέρι. Και γω δεν έχω σχεδόν ποτέ το βαρύτερο χέρι – πάντα κάποιος άλλος θα το έχει. Και αυτός ο κάποιος, δεν θέλει τα ίδια με μένα, και αν έχω δίκιο, δεν θα το βρω – γιατί είπαμε, έχει βαρύτερο χέρι, και έτσι αποφασίσαμε να μετράμε το σύστημα.

Όχι, λοιπόν.

Όμως.

(Σιγά μη δεν είχε και όμως. Σιγά μην δεν είχε.)

Όμως πρώτον υπάρχει η βία, την οποία δεν αγαπάμε, τα ‘παμε, υπάρχει και η αυτοάμυνα. Ποια είναι ποια; Δεν ξέρω να πω. Πάει ανά περίπτωση. Ο διαδηλωτής που ανάβει τον κάδο για να μην πεθάνει από τα δακρυγόνα, αμύνεται. Αν τα δακρυγόνα έπεσαν γιατί ο ίδιος διαδηλωτής πήγε να κάψει μία Μαρφίν, τότε έχει επιτεθεί πρώτος, και είναι άμυνα της αστυνομίας η ρίψη δακρυγόνων. Τι έγινε; Με ποιον να θυμώσω; Τι να καταδικάσω; Δεν έχω ιδέα. Ας ψάξουμε να βρούμε έναν τρόπο να συννενοηθούμε σαν κοινωνία, και να αποφασίσουμε τι είναι τι.

Για σκεφτείτε. Εγώ το ψάχνω.

Λοιπόν, έχω μία ιδέα. Βάστα, είναι καλή. Θα το πούμε δικαιοσύνη.

Α, πολύ καλή ιδέα μου φαίνεται. Θα οδηγήσουμε τον διαδηλωτή στην δικαιοσύνη, εκεί όπου διάφοροι τύποι που δεν έχουν την συναισθηματική φόρτιση των εμπλεκομένων, κάποιοι με καθαρό μυαλό θα πουν «μισό λεπτό, αλλά ο κάδος άναψε για να μην πεθάνουν άνθρωποι από τα δακρυγόνα», ή «μισό λεπτό, αλλά τα δακρυγόνα έπεσαν γιατί πήγαν κάποιοι να κάψουν το κτίριο».

Θα το μετράνε, με ηρεμία, χωρίς εμπλοκές, και θα αποφασίζουν αν η βία ήταν απαραίτητη, γιατί έγινε, και αν -πρόσεξέ το αυτό, έχει σημασία- δικαιολογείται.

Δικαιολογείται η βία; Βεβαίως και δικαιολογείται. Όχι από μένα, από τα δικαστήρια – γι’ αυτό γίνονται οι δίκες, γιατί αλλιώς θα λέγαμε «βάρεσες; πέντε χρόνια φυλακή» και θα είχαμε δικαστές Ντρεντ αντί για αστυνομικούς, δικηγόρους και αηδίες. Το δικαστήριο όμως λέει «γιατί βάρεσες;» εσύ εξηγείς, και μπορεί και να αθωωθείς, αν προκύπτουν λόγοι που δικαιολογούν την οργή σου.

Που μας έχει οδηγήσει η σκέψου μου μέχρι τώρα; Δεν γουστάρουμε καμία βία, αλλά κάποιες δικαιολογούνται περισσότερο από τις άλλες – αρκεί να υπάρχει δικαιοσύνη, αμερόληπτη και ηθική, να κάνει τέτοιες κρίσεις.

(δεν χρειάζεται να συμφωνούμε, την σκέψη μου παραθέτω. Ούτε και γω συμφωνώ με μένα, μπορεί να αλλάξω γνώμη αύριο. Ναι; Ναι.)

Πάμε τώρα στην κοινωνία.

Ο Καμμένος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων λέει «λιντσάρετέ τον τον Πάχτα». Είπαμε, καμία βία καλή, όλες κακές, το κατάλαβε και ο ίδιος καναδύο μέρες μετά. Οι κάτοικοι της περιοχής όμως, έχουν λένε στοιχεία ότι μολύνονται με αρσενικό. Πρέπει να βαρέσουν; Είπαμε, όχι. Δεν θα εξαφανιστεί το αρσενικό αν βαρέσουν. Είναι δικαιολογημένοι να βαρέσουν; Που να ξέρω; Θα το πει η δικαιοσύνη, δεν είναι δουλειά μου ως κοινωνία. Δεν ανακατεύομαι στο έργο της. Επειδή μπορεί να πει και ναι, κρατάω και γω μία πισινή και λέω ίσως.

Τι πρέπει να κάνουν όμως;

Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Τι πρέπει να κάνουν; Έρχεται κάποιος και σου παίρνει το σπίτι. Είχε πει ότι δεν θα στο πάρει, και τον ψήφισες, και τώρα έρχεται και στο παίρνει.

Τι πρέπει να κάνεις;

Ρωτάς τον πολιτικό, σε αγνοεί, σου λένε περίμενε τέσσερα χρόνια, ψήφισε άλλον.

Τι πρέπει να κάνεις;

Πας στα δικαστήρια, σου λένε «λυπάμαι, αλλά αφού το έκανε για όλους, είναι συνταγματικό». Χάνεις.

Τι πρέπει να κάνεις;

Έχεις δύο παιδιά, δεν σου φτάνουνε για νοίκι, δεν έχεις δουλειά. Πως θα τα προστατέψεις; Τρελαίνεσαι.

Τι πρέπει να κάνεις;

Κάθε βία κακή. Κακή, κακή, κακή, δεν λύνει τίποτα, δεν είμαι ούτε κατ’ ελάχιστον ειρωνικός εδώ, μιλάω απολύτως σοβαρά, κάθε βια κακή, αλλά –

– τι μπορείς να κάνεις;

Ποια διέξοδο σου έχει δώσει η κοινωνία μας για να αντιδράσεις; Ξέρεις ότι τουλάχιστον θα έχεις μία στέγη για να μείνεις; Όχι, δεν το ξέρεις. Ξέρεις ότι θα έχεις σίγουρα ένα πιάτο φαι να φας, εσύ ή τα παιδιά σου; Όχι, δεν το ξέρεις. Ξέρεις ότι δεν θα κρυώνεις το βράδυ; Όχι, δεν το ξέρεις.

Είναι απλώς ένα παράδειγμα. Στο ίδιο βάζω αυτόν που μειώνεται η σύνταξή του, αυτόν που χάνει την δουλειά του, αυτόν που βλέπει τις ελπίδες του να καταρρέουν. Τι μπορεί να κάνει;

Αυτός που σηκώνει το χέρι του μπορεί να χάνει την τελευταία σύνταξή του – ή την πέμπτη. Δεν ξέρω να τον δικαιολογήσω ή όχι, δεν προτίθεμαι καν να το κάνω, απλώς αναρωτιέμαι:

Πως να αντιδράσει;

Δύο λύσεις. Να σκύψει το κεφάλι και να δεχθεί την θυσία του επειδή έτσι λένε οι νόμοι, να περιμένει τέσσερα χρόνια να τους αλλάξει,

ή να φωνάξει, να πάρει και άλλους μαζί του, να αντιδράσει, να ακουστεί το πρόβλημα, να γίνει πρόβλημα της κοινωνίας – γιατί δεν είναι δικό του πρόβλημα, τελικά, είναι πρόβλημα της κοινωνίας.

Που θα το κάνει; Στους δρόμους;

Στους δρόμους λοιπόν. Σου ‘χω νέα. Ακόμα και αν κατέβει ειρηνικά, θα φάει ξύλο και χημικά. Εγώ στο λέω. Αν κατέβεις, θα το δεις και εσύ. Σε πορείες δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, εκατό δεν κατέβηκαν ειρηνικά, όλοι ψεκάστηκαν αδιακρίτως. Η μόνη έγνοια των ΜΑΤ πλέον, είναι το 80% των διαδηλώσεων να διαλυθούν βίαια, και με εμφανή τα σημάδια της αδικίας. Αφορμές υπάρχουν πολλές, τύποι θα πετάξουν μολότοφ, άλλοι θα πετάξουν πέτρες, κάποιος θα πει «να κάψουμε μία τράπεζα που μας έχει οδηγήσει σ’ αυτό το χάλι», άλλος θα πει «να κάψουμε το τάδε μαγαζί γιατί έτσι μας είπαν». Αφορμές υπάρχουν πολλές – και εκατέρωθεν:

Ο ΜΑΤατζής θα χτυπήσει έναν άσχετο, που δεν του έκανε τίποτα. Αυτό θα κάνει εμένα (εμένα που δεν θέλω την βία) να διαμαρτυρηθώ, και μετά θα χτυπήσει και άλλον, και άλλον, και άλλον – μέχρι να αμυνθώ.

Πως αλλιώς; Να καταγγείλω την αδικία; Ξέρεις πολλούς ΜΑΤατζήδες που να έχουν καταδικαστεί για απρόκλητη βια τα τελευταία εκατό χρόνια; Το ξέρεις ότι συλλαμβάνεσαι ακόμα και αν απλώς έχεις κάμερα και καταγράφεις τις κινήσεις των ΜΑΤ; Το ξέρεις ότι τα ΜΑΤ είναι σχεδόν ανώνυμα, και δεν ταυτοποιούνται οι πράξεις τους, παρά την δέσμευση για το αντίθετο;

Ήταν ο Μανώλης Κυπραίος μπαχαλάκιας; Είχε καμία λογική να μπουν τα ΜΑΤ μέσα στον σταθμό του μετρό και να ρίξουν χημικά σε κλειστό χώρο; Έχει καμία λογική να έχουν περιστατικά με σπασμένα δάκτυλα όπως καταγγέλεται γιατί τα έβαλαν στο κεφάλι τους παραδινόμενοι, και τους τα έσπασαν, μαζί με το κεφάλι, με τα γκλομπ;

Όχι.

Και τι να κάνω;

Το να κυνηγήσω έναν αστυνομικό για να φάει τα χρωστούμενα, δεν οδηγεί πουθενά – εκτός από λαστιχένιες σφαίρες, καλύτερη αρματωσιά, και περισσότερο ξύλο, από τα ΜΑΤ, ναι –

– αλλά και τι να κάνω;

Να φάω ξύλο και να συλλαμβάνομαι ενώ ο αστυνομικός ατιμώρητος με βαράει; Πότε ξεκινάει η αντίδρασή μου να είναι άμυνα; Αργεί; Γιατί έχω φάει πολλές, και δεν έχω ρίξει καμία μέχρι τώρα -γιατί είμαι εναντίον της βίας.

(οι φίλοι μου ξέρουν καλά ότι όταν λέω είμαι εναντίον της βίας το εννοώ, και όταν λέω δεν την δικαιολογώ, υποπτεύονται ότι το εννοώ επίσης. Εσύ όχι, αλλά εμπιστέψου τους, έτσι είναι)

Κολλημένος στον τοίχο λοιπόν, να τρώω ξύλο και αδικία από παντού, (όχι εγώ, ο κάθε εγώ, ο πολίτης) και το γιαούρτι της αγανάκτησης να είναι και αυτό βία, και να καταδικάζεται.

Και γω (ο Γιάννης) μαζί τους, να το καταδικάσω και εγώ. Απερίφραστα. Και το γιαούρτι, και τον καφέ, και την συνέχειά τους, την πέτρα και το λοστάρι.

Αλλά για να το κάνω εγώ (ο Γιάννης) πρέπει να πω στον άλλον «να, φίλε, έχεις άδικο, να ένας καλύτερος τρόπος, να μία διέξοδος, να μία ευκαιρία να ακουστείς, να μία δυνατότητα να παραθέσεις την αδικία που σου γίνεται», και στην κοινωνία να πω «να, να ένας αδικημένος, μην περιμένουμε τέσσερα χρόνια για να τον δικαιώσουμε, να ένας τρόπος να δικαιωθεί, να μία λύση»

Αρνούμαι να καταδικάζω απλώς διαρκώς την βία, χωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι και εγώ (ως κοινωνία) είτε την προκαλώ, είτε δεν της παρέχω έναν ανώδυνο, δημοκρατικό και δίκαιο τρόπο για να μην είναι βία, για να είναι λύση.

Χρειάζεται κάτι παραπάνω, όχι απλώς καταδίκη.

Χρειάζεται πρώτα από όλα, να αντιληφθώ ότι ούτε ο μπαχαλάκιας γεννήθηκε καυλωμένος, ούτε ο μαλάκας που βαράει τον υπουργό στο κεφάλι γεννήθηκε μαλάκας, ούτε ο αντιδραστικός γεννήθηκε έτσι. Όλοι αυτοί, υπάρχει μία πιθανότητα, μία πιθανότητα που την χρεώνομαι ως μέλος μίας κοινωνίας, να οδηγήθηκαν εκεί, γιατί δεν είχα άλλες λύσεις να τους προσφέρω.

Και, συνήθως -αν όχι πάντα, αυτή η λύση είναι η δικαιοσύνη.

Ακριβώς επειδή δεν ξέρω αν είναι βία, ή αν είναι άμυνα, για να καταδικάσω την πρώτη, και να αποδώσω ευθύνες για την δεύτερη, χρειάζεται μία δικαιοσύνη που να εμπιστευόμαστε όλοι. Αυτός που χάνει το σπίτι του να ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα σιγουρευτεί ότι δεν αδικείται, και θα φροντίσει να έχει στέγη, φαγητό και νερό, αυτός που βλέπει τον ΜΑΤατζή να χτυπά να ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα τον προστατέψει από την αδικία, αυτός που νομίζει ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες ή οι υπουργοί θα ξέρει ότι η δικαιοσύνη θα βάλει τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του, και, αν είναι εφικτό, αυτός που αδικήθηκε από ένα πολιτικό ψέμα θα ξέρει ότι ο πολιτικός ψεύτης θα τιμωρηθεί και δεν θα ξαναγίνει, ο πολίτης που απεχθάνεται την βία, να ξέρει ότι καταδικάζεται η βία του καυλωμένου, και όχι η άμυνα του αδικημένου, και να είναι πιο σκληρός στην καταδίκη του, να μην βάζει ίσως.

Και είναι ευθύνη μου η δικαιοσύνη, και όταν οι πολίτες δεν την εμπιστεύονται πια, και οδηγούνται σε ανόητες και καταστροφικές αυτοδικίες, αυτή είναι το ένα άκρο της βίας / και ευθύνη δική μου να την διορθώσω.

Ως Γιάννης λοιπόν: Καταδικάζω την βία από όπου και αν προέρχεται, απερίφραστα – απερίφραστα σημαίνει κυρίως όμως αν προέρχεται από μένα, ή αν δεν κάνω ότι είναι ανθρωπίνως δυνατό και λογικό, να μην την προκαλώ αδικώντας, ως μέρος της κοινωνίας.

Αν δεν θέλω αυτοδικίες (διάβασέ το, εκατό φορές το έχω πει, δεν θέλω) πρέπει να νά κάνω το καθήκον μου, πρώτα εγώ.

Και επειδή οι ευθύνες τις βίας δεν είναι οι ίδιες, επιλέγω να καταδικάζω πρώτα την βία που κάνω εγώ, ώστε να μην μένω στην βία ή στην άμυνα των άλλων και να λέω υποκριτικά ή μη, «πρώτα εσείς»:

Πρώτα εγώ. Εγώ είμαι το ένα άκρο.

2 thoughts on “Η βία των άλλων.

  1. Γιάννη έχεις διαβάσει το «Δίκαιοι και άδικοι πόλεμοι»; Αν όχι, στο προτείνω ή στο στέλνω κιόλας να το διαβάσεις. Είναι πολύ σχετικό με το θέμα.

    Όσο για τη δική μου άποψη γενικώς περί βίας, είμαι 100% μαζί σου. Συγκεκριμένα τη μισώ τόσο που θέλω να τη σκοτώσω. Έλα όμως που δεν λειτουργεί η δικαιοσύνη, η δημοκρατία και δεν υπηρετούνται οι πανανθρώπινες αξίες (και κατ’ επέκταση οι ανθρώπινες κοινωνίες) με ευθύνη του κράτους που υποτίθεται ότι υφίσταται για να φροντίζει γι’ αυτά τα πράγματα για λογαριασμό της κοινωνίας.

    Έλα που είναι προσωπικό κι όχι μόνο κοινωνικό θέμα το πότε θα ασκήσεις βία. Αν δηλαδή ο διπλανός χτυπάει τον δούλο του εγώ θα πρέπει να το δεχτώ επειδή επιτρέπεται η δουλεία και το μαστίγωμα των δούλων; Θα πολεμήσω μέσα στους θεσμούς της κοινωνίας για να αλλάξω τα πράγματα (έτσι με έμαθε πως είναι σωστό και χριστιανικό η κουλτούρα μας) αλλά την αδικία, την εκμετάλλευση, την παράλογα άνιση διανομή πλούτου που κοστίζει και σε ανθρώπινες ζωές, μήπως οφείλω πχ στα παιδιά του κόσμου που πεθαίνουν απ’ την πείνα και την ανέχεια, να την πολεμήσω και με άλλους τρόπους;

    Δεν προτείνω/προωθώ κάποια διαφορετική άποψη, σκέψεις και προβληματισμούς εκφράζω. Επίσης εγώ δεν θα πετάξω ποτέ ούτε γιαούρτι ούτε καν θα βρίσω αλλά φοβάμαι πως σκεφτόμαστε όλοι μέσα σε κουτάκια κι αρνούμαστε να ξεβολευτούμε πνευματικά και όχι μόνο. Και μιλάω κυρίως για τον εαυτό μου φυσικά.

  2. 1. Στις πορείες του ΠΑΜΕ γιατί ποτέ δεν έχουμε έκτροπα;
    2. Άλλο πράγμα η αιτιολόγηση, άλλο η δικαιολόγηση.
    3. Δοθέντος του (2) δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να καταδικάζει κανείς *πρώτα* τη μία βία και *μετά* την άλλη.
    4. Ας συμφωνήσουμε – που νομίζω ότι συμφωνείς – ότι η μη κρατική βία με την όποια της μορφή (καταλήψεις, προπηλακισμοί, γιαουρτώματα, λούσιμο με βενζίνη κτλ κτλ) *ακόμη κι όταν έρχεται ως απάντηση της κρατικής* δεν πρόκειται ΠΟΤΕ να οδηγήσει σε περισσότερη δικαιοσύνη. Αντιθέτως, λειτουργεί πάντα ως άλλοθι για περισσότερη βία και καταστολή.
    5. Ας συμφωνήσουμε πως όπως κάποιοι πολιτικοί χώροι έχουν συμφέρον να αβαντάρουν την κρατική βία, έτσι και κάποιοι άλλοι έχουν συμφέρον να αβαντάρουν την αντίρροπή της. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να παίζουμε το παιχνίδι ούτε των μεν, ούτε των δε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.