Στις 8 Μαΐου του 2015, στις 8:20 το πρωί, η περιοχή του Ασπρόπυργου ταράχτηκε από (άλλη μία, όπως θα αποδεικνυόταν αργότερα) έκρηξη. Στα Ελληνικά Πετρέλαια, τα ΕΛΠΕ, έξι άνθρωποι οδηγούνται στο νοσοκομείο – τέσσερις από τους οποίους, με ηλικίες από 27-41 χρονών, θα πεθάνουν μετά από μερικές ημέρες, υποκύπτοντας στα τραύματά τους.

Τέσσερις άνθρωποι πέθαναν από αυτήν την έκρηξη – και όμως, καμία δικαιοσύνη δεν έχει αποδοθεί για τον θάνατό τους έκτοτε. Καμία δικαιοσύνη, και, κυρίως, καμία μνήμη δεν περισσεύει γι’ αυτούς.

Η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά την κυβέρνηση Σύριζα / Αν. Ελ. – επί των ημερών της, και την πρώτη της θητεία έγινε η έκρηξη – επί των ημερών της, και της υπόλοιπης δεύτερης θητείας της η αποσιώπηση και η όποια κωλυσιεργία της υπόθεσης.

Οι μόνοι που αντέδρασαν επισταμένα δημοσιογραφικά, ήταν η Εφημερίδα των Συντακτών που, χάρη στα εκτεταμένα ρεπορτάζ τους, μαζί με τον Ριζοσπάστη και τοπικά site της περιοχής με βοήθησαν να συλλέξω ένα μεγάλο υλικό για την υπόθεση, και να συντάξω μία καταγραφή των γεγονότων σχεδόν μέχρι σήμερα:

Δευτεραίος, Delilaj, Αβράμπος, Μαγγούρας

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα όμως, τρία ολόκληρα χρόνια, δεν τιμωρήθηκε κανείς.

Σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα, παραμένει (για όσους ακόμα ασχολούνται και θυμούνται) η ατιμωρησία, για μία εταιρία και υπευθύνους που δεν είναι μόνο οι ισχυροί ιδιώτες, αλλά και το ίδιο το κράτος.

Σε όλο αυτό το διάστημα, ουδείς επίσημος έχει τολμήσει να ψελλίσει τα τέσσερα ονόματα που παραμένουν από κάθε πλευρά ξεχασμένα:

Χαράλαμπος Δευτεραίος, 41 ετών, πατέρας δύο παιδιών.
Ραμαντάν Ντελιλάΐ, εργαζόμενος σε εργολαβική εταιρία, 32 ετών.
Αντώνης Αβράμπος, 27 ετών.
Κώστας Μαγγούρας, 31 ετών.

Πορίσματα ξεχασμένα στα συρτάρια, ελάχιστου κόστους οικονομικές ποινές που δεν ξέρω καν αν έχουν επιβληθεί, διαφήμιση στα μέσα για το φιλανθρωπικό έργο της εταιρίας, βραβεία για την εταιρική παρουσία της εταιρίας, και, πάνω από όλα, σιωπή.

Έρχονται και πωλήσεις, δεν ξέρω αν είναι καιρός για …δικαιοσύνες τώρα.

Και οι υπόλοιποι λίγοι, καταγεγραμμένοι ίσως σε μία κρυφή λίστα ενοχλητικών της εταιρίας, να πασχίζουν να θυμούνται ότι τέσσερις νέοι άνθρωποι, χωρίς να φταίνε σε τίποτα, τρέχοντας όπως λένε οι καταγγελίες να προλάβουν εξωπραγματικά χρονοδιαγράμματα με σκοπό το άγιο κέρδος της εταιρίας και των μετόχων της (μεταξύ των οποίων και το κράτος – εμείς), τέσσερις άνθρωποι που ήξεραν ότι είχαν γίνει μόλις λίγο καιρό πριν, πάλι σύμφωνα με τις καταγγελίες, και άλλα τέτοια ατυχήματα, χάνουν τις ζωές τους αφήνοντας πίσω απροστάτευτες τις οικογένειές τους.

Και εμείς, αθόρυβα, να αφήνουμε στην εταιρία την …υποχρέωση να αυτορρυθμίζεται, όπως (δεν) έκανε ούτε πριν, ούτε μετά όπως καταγγέλλεται από τους εργαζόμενους και τις ενώσεις. Δεν ξεκαθαρίσαμε τις ευθύνες, δεν τιμωρήσαμε, δεν μιλήσαμε καν.

Για άλλη μία φορά, για άλλη μία φορά, η δικαιοσύνη στο συρτάρι.

~

Με αυτά και με αυτά, βγαίνει μάλλον προφητικό το κυνικό άρθρο του Δρυμιώτη στην Καθημερινή εκείνης της εποχής, καθώς – από ότι φαίνεται – όλοι, ιδιωτικός τομέας, δημόσιος τομέας, πρωθυπουργός, κυβέρνηση, πολιτικοί, υπεύθυνοι για την ασφάλεια των εργαζομένων, υπεύθυνοι για την δικαιοσύνη, δημοσιογράφοι, όλοι μοιάζουν να ενστερνίζονται προφανώς τα σοφά λόγια του:

«[…] Ας αφήσουμε κατά μέρος την εύκολη προπαγάνδα και κριτική. Ατυχήματα συμβαίνουν και θα συμβαίνουν παντού, ανεξάρτητα από την ιδεολογία.

Είναι μέρος της ζωής μας.

Μπορούμε και πρέπει να προσπαθούμε να τα περιορίσουμε στον μέγιστο δυνατό βαθμό, αλλά όποιος ισχυρίζεται ότι μπορούμε να τα αποφύγουμε, είναι βαθιά νυχτωμένος ή σωστότερα φοράει μαύρες, κατάμαυρες παρωπίδες. Ειδικά οι εργολαβικές εταιρείες, που παρέχουν υπηρεσίες σε τρίτους, προσέχουν πολύ περισσότερο το θέμα της ασφάλειας ώστε να μην έχουν ατυχήματα, γιατί απλούστατα αν έχουν ατυχήματα θα χάσουν τους πελάτες τους.

Δεν υπάρχει στη ζωή δραστηριότητα, ακόμα και ψυχαγωγική, χωρίς τον κίνδυνο ατυχήματος.

Ολα τα άλλα είναι φτηνή προπαγάνδα!

[…]»

Περιμένω κάτι καλύτερο από την κυβέρνησή μου από το να επικοινωνεί ανωνύμως μέσω «κυβερνητικών πηγών» για «ναρκέμπορους χρηματοδότες«:

– Αν ξέρει ότι ισχύει πράγματι η καταγγελία, έχει υποχρέωση να την προχωρήσει με τους νόμιμους (και συνήθως σιωπηλούς) τρόπους, να φροντίσει να οδηγηθούν οι υπεύθυνοι στην φυλακή – αλλιώς, έχει αποτύχει οικτρά αφήνοντας έναν ναρκέμπορο ελεύθερο να δρα, και κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

– Αν δεν ξέρει αν ισχύει ή όχι, τότε είναι θλιβερό να κινείται με τέτοιους υπόγειους τρόπους, με σκοπό να χρησιμοποιήσει μία τέτοια ανακοίνωση – καταστρέφοντας όμως το όποιο τεκμήριο αθωότητας έχει κάθε ένας από εμάς, είτε είναι εφοπλιστής, κάτοχος ΜΜΕ, είτε ο ανώνυμος σαν και μένα, κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

– Αν ξέρει ότι δεν ισχύει, τότε είναι πολλαπλά λάθος να χρησιμοποιεί τέτοιες εκφράσεις, χρησιμοποιεί πολιτικά κάτι το οποίο γνωρίζει καλά ότι δεν έχει τελικά καμία βάση και δημιουργεί ψεύτικους εχθρούς κάνοντας ζημιά στην κοινωνία που έχει ταχθεί να υπηρετεί.

Προσπαθώ να το ξεκαθαρίσω όσο καλύτερα μπορώ: ΔΕΝ έχει να κάνει με τον κάθε Μαρινάκη (ή με τον κάθε Μητσοτάκη) όλο αυτό: έχει να κάνει αποκλειστικά με το τι θα έπρεπε να περιμένει ο καθένας από την κυβέρνηση (οποιαδήποτε κυβέρνηση, προηγούμενη, τωρινή, αυριανή) όλων μας – και τι παίρνει τελικά:

Απογοήτευση.

Και όπως πάντα, είμαι σαφής: όσοι την υποστηρίζουν και αντιλαμβάνονται την κατρακύλα, οφείλουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον να ταχθούν κατά τέτοιων πρακτικών, να πάρουν θέση, να αντιδράσουν. Εκτός από ευθύνη τους, είναι και υποχρέωσή τους: Είναι οι μόνοι που μπορούν, που θα καταφέρουν κάτι.

Γιατί κάθε κυβέρνηση είναι κυβέρνηση όλων μας, και αν δεν γίνει σαφές αυτό σ’ αυτόν τον καταραμένο τόπο, αποκλείεται να αλλάξει κάτι.

Η όλη υπόθεση της αναδοχής παιδιού από ομοφυλόφιλους γονείς, ήταν ανέκαθεν για μένα ένα τεστ υποκρισίας: Όποιος λέει «Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – αλλά όχι και να υιοθετήσουν ένα παιδί» έχει σαφώς πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους – ο,τι και να υποστηρίζει πριν το «αλλά».

Κάθε προσπάθεια να εξηγηθεί αυτό το αλλά, θα καταλήξει μαθηματικά στο «γιατί οι ομοφυλόφιλοι είναι ανώμαλοι». Άλλο «αλλά» – δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα.

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο και επώδυνο να αποδεχθώ ότι εν έτη 2018 ακόμα ασχολούνται οι άνθρωποι με το ποιον αγαπά ο διπλανός τους. Μου είναι ακατανόητο να αποδεχθώ ότι ένας συνάνθρωπός μου θα στερηθεί ένα δικαίωμα, είτε αυτό είναι κοινωνικό (πχ μία σύνταξη) είτε αυτό είναι ανθρώπινο (πχ μία αναδοχή, ή μία υιοθεσία) επειδή δεν αρέσει σε κάποιον άλλο ποιον ή ποιαν έχει επιλέξει για σύντροφο.

Από την πιθανότητα σε κάποιον αρέσει ή να μην αρέσει η ομοφυλοφιλία, μέχρι το δικαίωμα να παρέμβει στην ζωή του άλλου δήθεν «δημοκρατικά», υπάρχει ένα τεράστιο κενό – όταν αυτό εξατμίζεται, με τρελαίνει.

Ακόμα και η γραμμή «όχι, γιατί δεν το αντέχει η κοινωνία» είναι διπλά υποκριτική: Όχι μόνο παρεμβαίνουμε στην ζωή κάποιου άλλου γιατί μας ενοχλεί μία απόφασή του, αλλά δεν αναλαβάνουμε καν την ευθύνη αυτής της καταπίεσης: αναθέτουμε την ευθύνη στην κοινωνία και στις «αντοχές» της, και έτσι δεν θα χρειαστεί να απαντήσουμε εμείς γι’ αυτό.

Ακόμα και όταν –και εδώ είμαι και γω ένοχος, καθώς το έχω κάνει αυτό το λάθος– βάζει το παιδί ως παράμετρο σ’ αυτή την διαδικασία: «Να προστατέψουμε το παιδί από αυτήν την κοινωνία που δεν είναι έτοιμη». Όσο με αφορά, αντιλαμβάνομαι ότι υπήρξα λάθος, καθώς ναι μεν το ενδιαφέρον μου ήταν αληθινό, η λύση όμως δεν θα ερχόταν με την αντιμετώπιση του προβλήματος, μα με την συγκάλυψη του: Όταν κάποιος φερθεί μαλακισμένα σε ένα παιδί, δεν θα φταίει το παιδί, δεν θα φταίνε οι γονείς του – θα φταίει αυτός ο κάποιος. Ακριβώς όπως δεν φταίει μία γυναίκα που φορά μίνι για τον βιασμό της, έτσι δεν φταίει ένας ομοφυλόφιλος γονιός που κάποιος ασχημονεί σε ένα παιδί. Φταίει αυτός που δημιουργεί πρόβλημα, και καλό θα είναι να το ξεκαθαρίσουμε. Και, ξεκαθαρίζοντάς το, παρέχουμε έναν καλύτερο κόσμο γι’ αυτό το παιδί, που είναι τελικά και το ζητούμενο.

Όσο με αφορά, τα πράγματα (ειδικά στην νομική τους υπόσταση) είναι απολύτως ξεκάθαρα: Επιτρέπεται σε κάποιον να επιλέγει τον σύντροφό του;

Αν ναι, ούτε η «κοινωνία», ούτε η δική μας θέση μπορεί να στερήσει από έναν άνθρωπο ένα δικαίωμα αναδοχής (ή σύνταξης, ή αναγνώρισης, ή, ή).

Αν όχι, τότε ας ορίσουμε σαφώς ποιον μπορεί ή δεν μπορεί να ερωτεύεται ο καθένας, και ας μην προσπαθούμε να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι ανήκουμε σε μία κοινωνία που σέβεται την ελευθερία των ανθρώπων της.

Δηλαδή, αν καταλαβαίνω σωστά, το να μην μάθεις στα παιδιά επακριβώς ότι «ο Ιησούς Χριστός είναι Ο Σωτήρας του κόσμου» – είναι παράνομο και αντισυνταγματικό, μα το να δηλώσει (σε δικαστήριο) επίσημος εκπρόσωπος της χριστιανικής εκκλησίας της Ελλάδας «αν είχα όπλο, και επιτρεπόταν, θα τους σκότωνα (τους ομοφυλόφιλους) να ησυχάσουμε» – είναι καθ’όλα νόμιμο και δεν διώκεται.

Το ‘πιασα.

Σας συμβουλεύω: Μη τους πλησιάζετε! Μη τους ακούτε! Μη τους εμπιστεύεσθε! Είναι οι κολασμένοι της Κοινωνίας!

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην πλατεία Βαρνάβα, κοντά στο σπίτι. Έκανε αρκετή ζέστη και υπήρχε ένα ωραίο αεράκι έξω. Η πλατεία ήταν σχετικά άδεια. Η Αθήνα είναι αρκετά ήσυχη αυτή την περίοδο. Όλοι έχουν φύγει. Ήμασταν μόνο εμείς, το μαγαζάκι στη γωνία που σιγά σιγά έκλεινε και μια ομάδα από νεαρούς άνδρες στην άλλη άκρη της πλατείας.

Η ομοφυλοφιλία είναι εκτροπή από τους Νόμους της φύσεως! Είναι κοινωνικό κακούργημα! Είναι αμαρτία!

Δεν τους δώσαμε ιδιαίτερη προσοχή. Είχαμε καθίσει και μιλούσαμε και γελούσαμε. Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει. Δύο από αυτούς μας πλησίασαν από πίσω με μια μοτοσυκλέτα και μας πέταξαν έναν κουβά γεμάτο με βρώμικο νερό (σσ: νερό με χλωρίνη, κατήγγειλαν οι κάτοικοι).

Δικαίωμά τους, βέβαια, είναι κρυφά -ιδιωτικά- να ζουν όπως θέλουν! Αλλά κάποιοι ξεφτιλισμένοι δεν μπορούν να υπερασπίζονται δημοσίως τα πάθη της ψυχής των!

Μετά το αρχικό σοκ, ο Zabi πολύ σοφά ήθελε να φύγουμε. Είχα παραλύσει. Κάθισα πάλι προσπαθώντας να ηρεμήσω, προτού επιστρέψουμε. Μεγάλο λάθος.

Ε, λοιπόν αυτούς τους ξεφτιλισμένους, φτύστε τους! Αποδοκιμάστε τους! Είναι εκτρώματα της φύσεως! Ψυχικά και πνευματικά πάσχουν!

Ο ένας μετά τον άλλον έτρεχαν προς το μέρος μας και άρχισαν να μας γρονθοκοπούν και να μας κλωτσούν.

Όσοι, λοιπόν, είτε την βιώνουν, είτε την υποστηρίζουν δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι!

Ήταν περίπου δώδεκα με δεκατρείς από αυτούς. Πάρα πολλοί. Συνέχιζαν να μας χτυπούν.

Να μη δεχθούμε τους μετανάστες στην Πελοπόννησο! Ας κρατήσουμε καθαρόαιμο τον εαυτόν μας και τον πληθυσμό μας!»

Νομίζω ότι κατάλαβαν ότι είμαστε ζευγάρι και μας έβαλαν στόχο, εξαιτίας αυτού και εξαιτίας του χρώματος του Zabi.

Είναι αποβράσματα της Κοινωνίας!

Το τελευταίο πράγμα που είδα ήταν τον Zabi κάτω στο πεζοδρόμιο. Τους είδα να τον χτυπούν. Δεν μπορούσα να δω τίποτα μετά από αυτό.

Αποβράσματα της κοινωνίας σήκωσαν κεφάλι!

Συνειδητοποίησα ότι το κεφάλι μου και το επάνω μέρος του σώματός μου ήταν μέσα σε έναν κάδο σκουπιδιών που είχε αναποδογυρίσει.

Είναι άτομα με διανοητική διαταραχή! Δυστυχώς αυτοί είναι τρις-χειρότεροι και πολύ πιο επικίνδυνοι από κάποιους, που ζουν στα τρελοκομεία!

Με πέταξαν στο έδαφος και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα έσπασαν το πόδι μου σε τρία κομμάτια.

Αν είχα όπλο και με άφηνε ο νόμος θα το χρησιμοποιούσα να ξεμπερδεύουμε


Κατάγματα σε τρία σημεία φέρει ο αστράγαλος του ενός θύματος της ομοφοβικής επίθεσης την Παρασκευή τα μεσάνυχτα στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Για την επαναφορά του θα χρειαστεί χειρουργείο. Στη φωτογραφία, το θύμα αμέσως μετά την επίθεση

Κατάγματα σε τρία σημεία φέρει ο αστράγαλος του ενός θύματος της ομοφοβικής επίθεσης την Παρασκευή τα μεσάνυχτα στην πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι. Για την επαναφορά του θα χρειαστεί χειρουργείο. Στη φωτογραφία, το θύμα αμέσως μετά την επίθεση

Αθώος.

Πηγές: Περιοδικό Antivirus, Ιστολόγιο/blog μητροπολίτη, δικτυακός τόπος CNA.gr. Φωτογραφία από το συμβάν αμέσως μετά την επίθεση, Εφημερίδα των Συντακτών

Έχω πολλές φορές τονίσει, και παλιότερα και πιο πρόσφατα (και σε άσχετες στιγμές) όσο πιο ξεκάθαρα μπορώ, ότι η κυβέρνηση οφείλει να στέκεται στο ύψος των περιστάσεων. Δεν είναι κυβέρνηση του κόμματός της, ούτε των ψηφοφόρων της, αλλά οφείλει να είναι όλων των Ελλήνων, και να συμπεριφέρεται αναλόγως.

(Πολύ προσεκτικά, έχω αποφύγει κάθε σχόλιο για την «υπόθεση Novartis» – αν και, πολλά πράγματα φαίνονται να αξίζουν σχολιασμού. Αλλά θα περιμένω, γιατί αυτό πιστεύω ότι πρέπει να κάνω.)

Βρήκα στο διαδίκτυο(*), αυτό:

Ανακοίνωση Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού

Σε μία στιγμή που απαιτείται ο μέγιστος βαθμός σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, σε μία στιγμή που, περισσότερο από όλες τις φορές η κυβέρνηση οφείλει να είναι όλων των Ελλήνων, αυτή η σιχαμένη ανακοίνωση βγαίνει στον αέρα.

Δεν είναι μόνο ντροπή, δεν είναι μόνο βλακεία: Ακουμπά στα όρια του εγκλήματος.

Σε στιγμές που είμαστε όλοι αδιανόητα έτοιμοι να φάμε ο ένας τον άλλον, αυτή η κυβέρνηση δεν αποδεικνύεται άξια της ευθύνης της.

Ελπίζω επίσημα κάποιος να ανακαλέσει, να τιμωρηθεί όποιος, και όσο ψηλά και να είναι αυτός που αποδέχθηκε τέτοια αθλιότητα, να πρυτανεύσει η λογική, να σοβαρευτούν – έστω και αργά, μπας και καταφέρουμε να μην σκοτωθούμε.

Που πολύ, πολύ αμφιβάλω.

Ηλίθοι.

(*) Δεν πίστευα ότι είναι αληθινό, καθώς στο site δεν την βρήκα γραμμένη – αλλά υπάρχουν ειδησεογραφικά που την αναφέρουν ως επίσημη – οπότε δεν μπόρεσα παρά να αποδεχθώ με θλίψη την αυθεντικότητά της. Μάλλον ντράπηκαν να την βάλουν; Πάντως, ακόμα και αυτή η έκλαμψη αυτογνωσίας δεν είναι αρκετή.

Ύστερα από τους δύο νεκρούς σε μόλις τρεις ημέρες στις Ελληνικές φυλακές, προστέθηκε μία τρίτη, μόλις σήμερα, με τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες:

Την ενημέρωση δεν έκανε το ελληνικό κράτος, ως όφειλε, αλλά η δικηγόρος του – η οποία ενημέρωσε για το πως πέθανε ο πελάτης της:

Η Ηλέκτρα Κούτρα, καταλήγει: «Σε άλλη χώρα θα ‘χε παραιτηθεί ο Υπουργός»

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ακούω αυτό, ειδικά μετά την πρόσφατη υπόθεση των δύο άλλων κρατουμένων που έχασαν τις ζωές τους – γιατί δεν παραιτούνται;

Εμένα δεν με ενδιαφέρει καθόλου (ειδικά σ’ αυτήν την περίπτωση) να …παραιτηθούν. Καθόλου όμως.
Εξηγούμαι.

~

Όταν το κράτος φυλακίζει κάποιον, είτε μιλάμε για πρόσφυγα, μετανάστη, αιτούντα άσυλο – είτε για φυλακισμένο στα κολαστήρια των ελληνικών φυλακών, έχει την απόλυτη ευθύνη του.

Του στερεί την ελευθερία του (άλλοτε νόμιμα, ύστερα από καταδικαστικές αποφάσεις, άλλοτε παράνομα, όπως γίνεται στους πρόσφυγες) αλλά αναλαμβάνει μία ξεκάθαρη, απολύτως σημαντική και απαραβίαστη συμφωνία: Θα κάνει ο,τι είναι ανθρωπίνως δυνατόν, να τύχει αυτός ο άνθρωπος της καλύτερης μεταχείρισης όσο αφορά κυρίως την υγεία του (ψυχολογική και σωματική) και την ακεραιότητά του.

Όταν φωνάζαμε για το Κολαστήριο – γι’ αυτό φωνάζαμε. Όταν φωνάζαμε για την Μόρια, και τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης – γι’ αυτό φωνάζαμε.

Όταν τον αναγκάζεις να ζει σε απαράδεκτές συνθήκες – πολλώ δε μάλλον όταν πεθαίνει κάποιος – είσαι απόλυτα υπεύθυνος γι’ αυτό. Είτε είσαι ο διοικητής της μονάδας που τον «φιλοξενεί», είτε είσαι ο αρμόδιος υπουργός, είτε είσαι ο πρωθυπουργός.

Υπεύθυνος για όλες τις ζωές, μία-μία, αυτών των ανθρώπων.

Όταν κάποιος εξ’ αυτών πεθαίνει, οφείλεις απέναντι στον ρόλο σου να αναζητήσεις ποιος ευθύνεται. Είσαι ο διοικητής; ελέγχεις τους υπαλλήλους σου. Είσαι ο υπουργός; Ελέγχεις τους διοικητές σου. Είσαι ο πρωθυπουργός; Ελέγχεις τους Υπουργούς σου.

Για κάθε έλεγχο που ΔΕΝ κάνεις για υφιστάμενό σου, η ευθύνη μετακυλίεται σε σένα.

~

Πάμε λοιπόν εδώ, στην σημερινή τραγωδία.

Ένας άνθρωπος (για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχει καμία σημασία) φτύνει αίμα από το στόμα.

Το παιδί σου, το παιδί του υπουργού, το παιδί του γείτονα.

Πιστεύεις ότι έχει φυματίωση. Πολύ άσχημο αυτό, φτύνει αίμα ο άνθρωπος. Δεν έχεις κανέναν φάκελο για την ιατρική του κατάσταση; Καμία καρτέλα για το αν φτύνει αίμα γιατί είναι όντως φυματικός (και άρα δεν έχει δουλειά από πριν στον γενικό πληθυσμό) ή γιατί ξέρω γω τον χτύπησε συγκρατούμενός του και πεθαίνει; Ξέρεις; Δεν ξέρεις;

Τι κάνεις;

Τον στέλνεις στην απομόνωση;

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

Τον πας σε ένα νοσοκομείο.

ΤΟΝ ΠΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ.

Όχι αύριο το πρωί, ΣΗΜΕΡΑ. ΤΩΡΑ.

Φτύνει αίμα ο άνθρωπος, δεν τον βάζεις στην απομόνωση τιμωρία, ανησυχείς, ξεκινάς διαδικασίες, ρωτάς, μαθαίνεις την κατάστασή του, την αντιμετωπίζεις με τον καλύτερο τρόπο για τον άνθρωπο.

Πήρες την απόφαση, τον έβαλες στην απομόνωση. Και πέθανε.

Και ζητάμε …μία παραίτηση;

~

Οχι, λυπάμαι. Εδώ και χρόνια -ανεξαρτήτως κυβερνήσεων- δεν ζητάω παραιτήσεις: Απαιτώ την ποινική καταδίκη των υπευθύνων.

Στο Κολαστήριο, παρότι άλλαξε η κυβέρνηση, δεν αποδόθηκαν ευθύνες στην διοίκησή του για τους τόσους νεκρούς.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όχι μόνο έχουμε νεκρούς, όχι μόνο χιλιάδες άνθρωποι έζησαν και ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες, αλλά η πολιτική ηγεσία παραδέχεται τις συνθήκες, και …μαθαίνει από αυτές.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δόθηκε η ευκαιρία, λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, η κυβέρνηση Σύριζα και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, να ξεκινήσουν έρευνες, να απαιτήσουν κάθαρση, να στείλουν σε εισαγγελέα όλα τα στοιχεία που είχαν για το παρελθόν.

Πέρασαν τρία χρόνια, και δεν το έκαναν ποτέ ως τώρα.

Πέρασαν τρία χρόνια, και οι κρατούμενοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης συνεχίζουν να ζουν σε απαράδεκτες συνθήκες.

Πέρασαν τρία χρόνια και οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν έχουν βασική, αξιοπρεπή ιατρική μεταχείριση – και συνθήκες διαβιώσης.

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμα ο κόσμος ζητά «παραιτήσεις». Εδώ και χρόνια, εγώ επιμένω:

Ποινικές ευθύνες.

Στους διοικητές, στους Υπουργούς τους, στους Πρωθυπουργούς τους.

Είναι έγκλημα. Και πρέπει να τιμωρείται αναλόγως. Τίποτα λιγότερο δεν είναι ανεκτό, αρκετό, ή αξιοπρεπές.

~

Στο προηγούμενο άρθρο, έγραφα ως κατακλείδα: «Θα σταματήσουν, όταν μας νοιάξει».

Στην πραγματικότητα, όχι όταν νοιάξει όλους. Οι της αντιπολίτευσης, όσο και αν φωνάζουν – δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν κάτι, οι μόνοι που μπορούν να πουν «ως εδώ», είναι οι φίλα προσκείμενοι στην κυβέρνηση. Χωρίς την δική σας συμμετοχή, δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα. Χωρίς την δική σας οργή, δεν μπορεί να τιμωρηθεί κανείς. Χωρίς το δικό σας ενδιαφέρον, δεν θα αποδώσουμε δικαιοσύνη ούτε στους νεκρούς, ούτε ελπίδα σε όσους πασχίζουν, σήμερα, να μείνουν ζωντανοί.

Ξεφύγετε από τα πρόσωπα. Ξεφύγετε από τα διλήμματα. Ξεφύγετε από τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειες: Μόνο εσείς μπορείτε να αλλάξετε αυτήν την κατάσταση.

Θυμηθείτε:

Η ευθύνη μετακυλίεται.

Ο διοικητής τους υφισταμένους του. Ο Υπουργός τους διοικητές του. Ο πρωθυπουργός τους Υπουργούς του.

Εμείς τις κυβερνήσεις μας.

Εκτός από τον Μαλτέζο Σώζο, τον 26 χρονο που πέθανε στις φυλακές (και ερευνάται αν η αιτία είναι η μόλυνση από οδοντική φλεγμονή στις φυλακές Λάρισας), ένας ακόμη προστέθηκε στην λίστα των νεκρών: ένας 33χρονος, που αυτοκτόνησε στις φυλακές Αλικαρνασσού.

Και τι μας νοίαζει εμάς ρε αρκούδε, θα μου πεις, που ο άλλος αυτοκτόνησε; Καλά το παλικάρι, πράγματι, είναι έγκλημα που το άφησαν να πεθάνει αβοήθητο ενώ ικέτευε για γιατρό – αλλά αυτός που αυτοκτόνησε; Τι μας νοιάζει;

Να σου πω λοιπόν μία ιστορία που διάβασα, γι’ αυτόν τον 33χρονο, για να δεις πόση φρίκη, πόση σκληρότητα, πόσο αδικία κρύβει η τελευταία του ενέργεια.

Ο 33χρονος κρατείτω από το 2016 για ληστείες, κρεμαστηκε τα ξημερώματα της Δευτέρας. Στο χαρτί που άφησε δίπλα του, εξήγησε ότι δεν άντεχε τις τύψεις, καθώς εξαιτίας του βρέθηκε σε δύσκολη θέση ένας ξάδελφός του, που του έφερε ρούχο με μικροποσότητα ηρωίνης.

Ο ξάδελφος δεν ήξερε τίποτα. Του το ζήτησε ο κρατούμενος, και αυτός, απλώς, το μετέφερε.

Η ντροπή έκανε τον 33χρονο να αυτοκτονήσει. Αυτά, τα ξέρουμε σίγουρα, καθώς έτσι έγραψε το τελευταίο σημείωμά του.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε που τον έπιασαν ξαφνικα τύψεις τον ναρκέμπορα; δεν τον λυπάσαι τον ξάδελφο που τον έχωσε στο τσάμπα; – θα μου πεις.

Σου έχω όμως κι άλλα. Γιατί ο 33χρονος αυτόχειρας, σύμφωνα με πληροφορίες συγκρατούμενών του (που διαψεύδονται από την διοίκηση) χρωστούσε λεφτά από αγορά ναρκωτικών στο σχετικό κυκλωμα που λειτουργεί στην φυλακή. Για να ξεχρεώσει, υπέκυψε υπο την απειλή βίας, στην εντολή να εισάγει ναρκωτικά για λογαριασμό τους με αυτόν τον τρόπο.

Ούτε ναρκέμπορας λοιπόν, ούτε να θάψει τον ξαδελφό του ήθελε, ούτε ήθελε να μπλέξει με όλα αυτά: σύμφωνα με τους συγκρατούμενούς του, τον εκβίασαν, τον ανάγκασαν, πήρε έναν ακόμα άνθρωπο στον λαιμό του, και τον έφαγαν οι τύψεις.

Και τι μας νοιάζει ρε αρκούδε για τον φυλακισμένο στην τελική; Να μην παρανομούσε, απλό είναι. Η δικαιοσύνη είναι σκληρή.

Μα ναι, αλλά αυτό λέω: η ευθύνη των φυλακισμένων είναι της εκάστοτε διοίκησης. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, κάθε άνθρωπος εκεί μέσα, από τον καλύτερο μέχρι τον χειρότερο, υπάρχει θέμα ευθύνης. Όταν δεν αποδίδεται, η ευθύνη περνάει στον ανώτερό τους, στην περίπτωσή μας είτε στον Τόσκα, είτε στον Κοντονή. Η ευθύνη αυτή, είναι ποινική – αν ασκήσουν είτε η διοίκηση είτε οποιοσδήποτε άλλος αμελώς τα καθήκοντά τους, πρέπει να πάνε φυλακή – αν όχι από δόλο, τουλάχιστον για τον θάνατο δύο ανθρώπων εξ αμελείας. Γι’ αυτό που κατηγορούμε τους φυλακισμένους, ότι δηλαδή παρανόμησαν, γι’ αυτό θα έπρεπε σαν κοινωνία να ελέγξουμε και τους δεσμώτες τους!

Μας νοιάζει τώρα;

Ίσως, ίσως όχι. Δεν μας νοιάζει αρκετά, προφανώς, όταν η διοίκηση δεν ερευνά, απλώς …αρνείται την πιθανότητα να εκβιάστηκε για λογαριασμό κυκλώματος ναρκωτικών μέσα στην φυλακή – και το θέμα τελειώνει εκεί. Δεν μας νοιάζει αρκετά, ίσως γιατί νομίζουμε ότι δεν θα βρεθούμε ποτέ στην θέση των κρατούμενων. Δεν μας νοιάζει αρκετά, καθώς δεν θα ζητηθεί από κανέναν η παραίτηση, ή ποινικές ευθύνες για έναν ακόμα θάνατο στις φυλακές.

Ίσως μας νοιάζει, λοιπόν – αλλά μάλλον όχι.

Μέχρι να μας νοιάξει, βέβαια, 26χρονοι θα πεθαίνουν γιατί οι φυλακές εκατοντάδων ανθρώπων δεν έχουν κατάλληλους γιατρούς, και 33χρονοι θα εκβιάζονται για να πάρουν στον λαιμό τους άλλους, και όταν τους τρώνε οι τύψεις, θα αυτοκτονούν αβοήθητοι (και όλοι θα κάνουμε ότι δεν υπάρχει κύκλωμα ναρκωτικών στις φυλακές).

Το σίγουρο είναι ότι άλλοι άνθρωποι δεν θα ασχοληθούν. Άλλοι δεν θα πιέσουν. Άλλοι δεν θα διορθώσουν. Ό,τι γίνει, από εμάς θα γίνει. Όταν μας νοιάξει.

Μέχρι να μας νοιάξει, θα πεθαίνουν αβοήθητα νέα παιδιά, ατιμώρητα.

Όσο πάρει, αδέλφια. Θα περιμένω υπομονετικά, όσο πάρει, μέχρι να μας νοιάξει.

Φοβού.

Φοβού, γίνονται πράγματα γύρω σου που δεν καταλαβαίνεις – θα στα εξηγήσω εγώ. Φοβού, φοβού. Φοβού για να γλυτώσεις. Φοβού τον δίπλα σου, κάτι θέλει από σένα, θα σε κατακτήσει, θα σε εξαφανίσει, έχει σχέδιο, έχει πρόγραμμα, έχει πλάνο, δεν γλυτώνεις, το μόνο που σε γλυτώνει είναι ο φόβος.

Φοβού.

Φοβού, μην εμπιστεύεσαι, μην κατεβάζεις τις άμυνές σου, οργανώσου, κοίτα τους άλλους, να σταθείς στα πόδια σου, είμαστε πολλοί, όλοι μαζί είμαστε ανίκητοι. Φοβού. Φοβού, άκουσέ με, κοίταξέ τον, είναι μουσουλμάνος, είναι μετανάστης, είναι άθεος, είναι αναρχικός, είναι κομμουνιστής, είναι ξένος – γιατί να είναι εδώ, δεν καταλαβαίνεις; θα σε αλλώσει, θέλει την ιστορία σου, σε ζηλεύει, γιατί εσύ ξέρεις την αλήθεια, άκουσέ με εμένα, πρόσεξέ με, τα μάτια στον στόχο, εσύ υπερασπίζεσαι ΤΟ ΣΩΣΤΟ, το πρέπον, την αλήθεια, την μία αλήθεια, οι άλλοι θέλουν να σε κάνουν σαν αυτούς, στην αμαρτία, θα σε παραπλανήσουν, είναι κακοί άνθρωποι, θέλουν το κακό σου, εμένα θα ακούς, φοβού.

Φοβού, φοβού. Φοβού. Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Όλοι είναι ενωμένοι εναντίον σου, εναντίον μας, μας πολεμάνε, μας εχθρεύονται, σκάβουν τον λάκο μας, μασόνοι, εβραίοι, φοβού, φοβού. Φοβού, και θύμωσε. Μην πέσεις, πολέμα, θύμωσε, φοβού, αντέδρασε, αντέδρασε στο σχέδιό τους, δεν θα σταματήσουν, θα σε χτυπούν, χτύπα και εσύ, άκουσέ με, δακρύζει η παναγιά την σταγόνα της, το άγαλμα πέφτει, δεν είναι ο άνεμος, δεν το βλέπεις; δεν το βλέπεις; τα σημάδια είναι υπέρ μας, μας προστατεύουν οι θεοί, αυτοί υπακούουν σε δαίμονες, στο κακό, άκου εμένα, μόνο την δική μου φωνή, ΣΥΓΚΕΝΤΡΏΣΟΥ, μην τους ακούς, φοβού.

Μην τους ακούς, θα σε πλανέψουν. Έχουν λόγια γλυκά, πονηρά, αλληλεγγύη, φιλία, θα σε κάνουν φίλο με τον διάβολο, θα σε κάνουν αδελφό του κακού, είναι μωροί – και όσοι δεν είναι μωροί είναι κακοί, να τους φοβάσαι, μην εμπιστεύεσαι κανέναν άλλον, εμένα κοίτα, μόνο την δική μου φωνή να ακούς, είμαστε μαζί, δεν είσαι μόνος σου, όσα φοβάσαι ισχύουν, έλα μαζί μου, έλα μαζί μας, φοβού, μαζί θα νικήσουμε, η αλήθεια θα νικήσει, είμαστε δέκα, χίλιοι, θα γίνουμε εκατό χιλιάδες, εκατομμύρια, θα πατάξουμε τον εχθρό, όσοι δεν είναι μαζί μας είναι μαζί τους, είναι εναντίον μας, να τους το πεις, να το ξέρουν, να φοβούνται, όσοι δεν σε σέβονται τουλάχιστον να σε φοβούνται, να φοβούνται κι αυτοί, να φοβούνται όλοι, ΟΛΟΙ, φοβού, φοβού ρε. ΦΟΒΟΥ.

Παρότι το θέμα των ημερών είναι το «Μακεδονικό» (και/ή η «πετυχημένη αξιολόγηση» αναλόγως απο ποιον ενημερώνεσαι), κάτω από τα φώτα της ενημέρωσης, πέρασε μία εξαιρετικά ανησυχητική είδηση.

Πριν λίγες ημέρες, δύο γυναίκες πέθαναν από φωτιά στην Στέγη Γερόντων στην Καλλιθέα (η είδηση από το in.gr: Τραγωδία στην Καλλιθέα: Από ασφυξία ο θάνατος των 2 γυναικών

Η είδηση είναι αρκετά επεξηγηματική για το τι έγινε – όχι όμως για τις συνθήκες που οδήγησαν εκεί.

Στην πραγματικότητα, λίγο καιρό πριν, ο δικτυακός ενημερωτικός τόπος Inside Story είχε δημοσιεύσει μία έρευνα ακριβώς για τις συνθήκες που επικρατούν σε τέτοια ιδρύματα:

Αμφίβολη φροντίδα σε Στέγη Γερόντων της Εκκλησίας

Το πιο βασικό εύρημα της έρευνας, είναι ότι οι στέγες γερόντων (17 ενεργές στον αριθμό, αυτήν την στιγμή) λειτουργούν κάτω από τον αποκλειστικό έλεγχο της εκκλησίας, και όχι του κράτους:

Κι ενώ τα γηροκομεία είναι όλα ΜΦΗ (Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων), που διέπονται από ειδική νομοθεσίαΗ σχετική νομοθεσία και έχουν συγκεκριμένους κανόνες λειτουργίας, προκειμένου να προστατεύονται τα δικαιώματα των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας, στις Στέγες το καθεστώς είναι διαφορετικό: για το πώς θα λειτουργήσουν αποφασίζει αποκλειστικά και μόνο η Αρχιεπισκοπή, που είναι υπεύθυνη για τον κανονισμό της κάθε μίας, που μπορεί να διαφέρει από Στέγη σε Στέγη.

Αυτό οδηγεί σε ιδιότυπες συνθήκες, κατά τις οποίες η φύλαξη και η φροντίδα των ηλικιωμένων είναι, κατά τις καταγγελίες, τουλάχιστον προβληματικές:

Στη Στέγη απασχολούνται μόνο δύο γυναίκες, η μία από το πρωί έως τις μιάμιση το μεσημέρι, η άλλη από τις 5 έως τις 7 το απόγευμα. Αλλά τα καθήκοντά τους σχετίζονται περισσότερο με την καθαριότητα και το μαγείρεμα, ενώ επεκτείνονται και στις ανάγκες της εκκλησίας που βρίσκεται απέναντι, η οποία διαθέτει και ειδικό χώρο για μνημόσυνα και άλλες τέτοιες λειτουργίες. Οπότε, ο χρόνος και η φροντίδα που μπορούν να διαθέσουν οι εργαζόμενοι στους ηλικιωμένους είναι περιορισμένος.

[…] Από τις 7 και έπειτα, δηλαδή όλο το βράδυ έως και το επόμενο πρωί, ο μόνος που βρίσκεται στην Στέγη είναι ο προαναφερθείς υπεύθυνος, ο οποίος, όπως μας είπαν συγγενείς, «ουσιαστικά είναι εκεί μόνο και μόνο για την περίπτωση που κάποιος θα πέσει και θα σπάσει κάτι, οπότε θα φωνάξει το 166». Δεν συνοδεύει καν τις γυναίκες στην τουαλέτα –λίγες μπορούν να το κάνουν μόνες– έτσι οι περισσότερες χρησιμοποιούν την πάνα που φορούν και μένουν έτσι ως το επόμενο πρωί, όταν η γυναίκα που έρχεται τις αλλάζει.

Στο αναλυτικότατο ρεπορτάζ, μεταξύ άλλων, γίνεται και λόγος για την οικονομική διαχείριση της κατάστασης (αλλά δεν είναι το βασικό μου θέμα αυτήν την στιγμή).

Το ρεπορτάζ του Σταύρου Μαλιχούδη έχει ημερομηνία 30 Οκτωβρίου 2017 και καταλήγει:

«Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται»

~

Υπερβολικά λίγο καιρό μετά, φαίνεται ότι ουδείς ενοχλήθηκε από το περιεχόμενο του άρθρου, καθώς είχαμε τον θάνατο των δύο γυναικών στην Στέγη.

Στο νέο ρεπορτάζ για το θέμα Επαληθεύτηκαν οι φόβοι για τη Στέγη Γερόντων της Καλλιθέας, επισημαίνεται:

Δεν ήταν κανένας εκεί

Η νομοθεσία από την Πανελλήνια Ένωση Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων που ορίζει τη λειτουργία των Μονάδων Φροντίδας Ηλικιωμένων (Μ.Φ.Η.), προβλέπει Μία από τις αποφάσεις που διέπουν τη λειτουργία των ΜΦΗ την συνεχόμενη παρουσία ενός τουλάχιστον ατόμου στον χώρο, και ορίζει πρωινή, απογευματινή και βραδινή βάρδια. Οι άνθρωποι αυτοί είναι άλλοι από τους ιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και βεβαίως τους μάγειρες και τους υπεύθυνους καθαριότητας που οφείλουν επίσης να απασχολούνται στον χώρο.

H Στέγη Γερόντων όμως, όπως επισημάνθηκε και στο προηγούμενο ρεπορτάζ, δεν υπάγεται στη νομοθεσία αυτή, καθότι ίδρυμα της Εκκλησίας. Εκεί υπάρχει μία μόνο «βάρδια», η πρωινή, και η γυναίκα που την καλύπτει, μαγειρεύει ταυτόχρονα. Όταν φύγει, στη 1:30 το μεσημέρι, η Στέγη ερημώνει και οι ηλικιωμένοι που έχουν κινητικά προβλήματα δεν μπορούν ούτε να πάνε στην τουαλέτα, αναγκαζόμενοι να χρησιμοποιήσουν τις πάνες που φορούν.

Η κυρία που απασχολείται εκεί τα απογεύματα, από τις 5 μέχρι τις 7, σύμφωνα με μαρτυρίες συγγενών των ενοίκων «τρέχει» ταυτόχρονα δουλειές της απέναντι εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, που διαθέτει Κέντρο Σίτισης Απόρων και ειδική μεγάλη αίθουσα για μνημόσυνα. Όσο για τις βραδινές ώρες, μετά το πρόσφατο ατύχημα απευθύναμε εκ νέου ερώτημα σχετικά με την παρουσία ατόμου στη Στέγη στον υπεύθυνο πατέρα Δημήτριο Καρβούνη, εκείνος όμως δεν θέλησε να αποκριθεί.

[…] Κάτι που επίσης επιβάλλεται για τις Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων, αλλά όχι για τις Στέγες της Εκκλησίας, είναι «σύγχρονα μέσα πυρασφάλειας σύμφωνα με τον Κανονισμό Πυρασφάλειας των Νέων Κτιρίων ή σύμφωνα με τις οδηγίες της αρμόδιας Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για τα υφιστάμενα πριν την εφαρμογή του Κανονισμού κτίρια».

Στο υπόγειο δεν υπήρχε σύστημα αυτόματης πυρόσβεσης. Το μόνο που υπήρχε ήταν πυροσβεστήρες, αλλά σε τι ωφελούν αυτοί όταν δεν υπάρχει κανείς για να τους χειριστεί;

Ποιος έχει την ευθύνη; Κατ’ αρχάς, η άμεσα εποπτική αρχή, που στην περίπτωσή μας είναι η Εκκλησία. Σε δεύτερο βαθμό όμως, και αυτό πρέπει να επισημανθεί εξίσου, η ευθύνη ανήκει και στην εποπτεύουσα (έστω και τυπικά) Περιφέρεια Αττικής η οποία όφειλε να παρακολουθεί τον χώρο, και να κάνει έστω παρατηρήσεις. Αυτές οι παρατηρήσεις δεν έγιναν ποτέ:

Όπως υπογραμμίζει ο κ. Σοφός (προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Μέριμνας της περιφερειακής ενότητας του Νοτίου Τομέα Αθηνών) , ο έλεγχος της περιφέρειας αφορά αποκλειστικά τις συνθήκες διαβίωσης εντός των Στεγών. Δεν επεκτείνεται, για παράδειγμα, σε ζητήματα γύρω από τα μέτρα ασφαλείας και την καταλληλότητα του κτιρίου, καθώς «η λειτουργία των Στεγών βρίσκεται υπό την αποκλειστική ευθύνη και την σκέπη της Εκκλησίας». Έτσι, οι έλεγχοι γίνονται μόλις δύο φορές τον χρόνο, με τον Σοφό να διευκρινίζει πως σε περίπτωση που εντοπιστούν μη ικανοποιητικές συνθήκες, η επίβλεψη δύναται να είναι πιο στενή.

«Οι συνθήκες εκεί όμως ήταν άψογες», επαναλαμβάνει. Η εικόνα του δικού μας ρεπορτάζ βεβαίως ήταν διαφορετική, επισημαίνοντας την έλλειψη φροντίδας, την ελλιπή σίτιση, την απουσία καθαριότητας και, κυρίως, την άτυπη ανάθεση της εποπτείας του ιδρύματος σε έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, είναι ασταθής και χρήζει βοηθείας ο ίδιος.

Το τραγικό γεγονός, καθώς φαίνεται, ήταν ένα δυστύχημα που περίμενε απλώς να γίνει. Πολλοί θα μπορούσαν να το αποτρέψουν (η Εκκλησία, οι υπεύθυνοι της δομής, οι συγγενείς -όσοι τουλάχιστον γνώριζαν-, η Περιφέρεια) ουδείς όμως έδρασε με τρόπο τέτοιο που θα ευαισθητοποιούσε για το πρόβλημα:

Όποιος και αν είναι ο κανονισμός, παραβιάζεται τουλάχιστον μία πτυχή του, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα μας είπε ο πατέρας Βασίλειος Χατζαβάς από το Φιλόπτωχο Ταμείο της Αρχιεπισκοπής σε προηγούμενη συνέντευξη: συγκεκριμένα είχε αναφέρει πως όταν κάποιος ένοικος Στέγης της Εκκλησίας φτάσει σε σημείο να είναι κατάκοιτος, προβλέπεται να μεταφερθεί στην Στέγη Κατακοίτων Γερόντων της Αρχιεπισκοπής που, άρτια εξοπλισμένη, λειτουργεί ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό.

Διαβάστε και τα δύο άρθρα στο inside story, είναι ελεύθερα για ανάγνωση (εκτός συνδρομητικού περιεχμένου) και είναι απείρως πιο επεξηγηματικά από τις δικές μου μικρές αναφορες.

~

Ο μόνος που λειτούργησε σ’ αυτήν την φρικτή ιστορία (που δεν κόστισε μόνο την ζωή σε δύο γυναίκες, αλλά υποψιάζομαι ότι ταλαιπωρεί και άλλους ηλικιωμένους στην καθημερινότητά τους) είναι η δημοσιογραφία – που ξέρετε πόσο ευαίσθητος είμαι με την λειτουργία της, και πόσο επικριτικός γίνομαι όταν αμελεί τα καθήκοντά της. Εδώ όμως, έκανε αυτό που έπρεπε, και τις δύο φορές:

Είχαμε την δημοσιογραφία που αξίζαμε, δεν είμασταν όμως οι πολίτες (ή οι θεσμοί) που άξιζαν σ’ αυτήν την δημοσιογραφία.

Επικοινώνησε το πρόβλημα σε βάθος, όρισε τις παραμέτρους που θα μπορούσαν να εργαστούν για τις λύσεις που απαιτούνται, και έθεσε σοβαρά ζητήματα, όχι μόνο για την οικονομική του διάσταση (η οποία είναι σημαντική) αλλά και για το κοινωνικό πρόσημο αυτής της ιστορίας.

Οφείλουμε εμείς πλέον, οι πολίτες, να πάρουμε την εργασία της και να φροντίσουμε να μην ξεχαστούν οι δύο γυναίκες, και οι ευθύνες που αναλογούν στον καθένα για τον θάνατό τους:

– Στους υπεύθυνους της Στέγης,

– Στην Εκκλησία για τον εποπτικό της ρόλο,

– Στην Περιφέρεια για την δική της αμέλεια.

Είναι υποχρέωσή μας να αναλάβουμε αυτόν τον ρόλο που μας παραδόθηκε ως οφειλόταν.

Αλλωστε, παραφράζοντας: «τα πράγματα μπορούν να γίνουν και χειρότερα δηλαδή; Έτσι φαίνεται».

Υ.Γ.: Η δουλειά του inside story είναι (κατά βάση) συνδρομητική. Στηρίζω (όπως και των OmniaTV , ThePressProject, InfoWar και άλλων, όλων εξίσου διαφορετικών μεταξύ τους) την προσπάθειά τους να επιβιώσουν και να παράξουν όποια δημοσιογραφία πιστεύουν ότι αξίζει να παραχθεί. Δείτε την δουλειά τους, και αν σας ικανοποιεί, βοηθήστε και εσείς.

Η Google με αυτό το moto εχει φροντίσει πολύ έξυπνα να αμβλύνει τις ανησυχίες των χρηστών της: δώστε μας όλα τα προσωπικά στοιχεία σας,τις συνήθιες σας, τα πιο απόκρυφα ηλεκτρονικά μυστικά σας – δεν θα κάνουμε τίποτα κακό με αυτά, γιατί το moto μας είναι Don’t be evil! 🙂

Τι θα γίνει όμως την επόμενη ημέρα που θα εξαγοραστεί η Google, ή που θα αλλάξει το ΔΣ της, ή, εν πάση περιπτώσει όταν θα αρχίσει να μην σέβεται πια αυτό το moto; Ότι δέχεσαινα παραδώσεις τώρα, αυτόματα θα ισχύει για πάντα, τι θα πεις μετά, «α, άλλαξες τώρα, θα ήθελα να το επαναδιαπραγματευτούμε»;

Εκεί ακριβώς είμαστε με την ελληνική κυβέρνηση: τώρα, σε μία αριστερή (με, ή χωρίς εισαγωγικά, δεν είναι αυτό το θέμα μας) διακυβέρνηση που έχει μπροστά της ελάχιστες αντιδράσεις, ένας από τους υπο ψήφιση όρους του νομοσχεδίου είναι και η μεταφορά στο Υπερταμείο των:

ΟΑΣΑ,
ΟΣΥ,
ΣΤΑΣΥ,
ΟAKA,
ΕΛΤΑ (Α΄ ομάδα),
ΕΥΑΘ,
ΕΥΔΑΠ,
ΔΕΗ (Β΄ ομάδα),
Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών,
Ελληνικές Αλυκές,
ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ,
Α.Ε. Διώρυγας Κορίνθου (ΑΕΔΙΚ),
Οργανισμός Κεντρικών Αγορών και Αλιείας Α.Ε. (ΟΚΑΑ),
Κεντρική Αγορά Θεσσαλονίκης (ΚΑΘ),
ΔΕΘ-HELEXPO και
Καταστήματα Αφορολογήτων Ειδών (Γ΄ ομάδα).

Όλα αυτά, θα μπορούν αύριο, με την σύμφωνη γνώμη της όποιας κυβέρνησης και των πιστωτών που ελέγχουν το Υπερταμείο, (μαζί με όσα έχουν ήδη διατεθεί στον έλεγχό του) να ιδιωτικοποιηθούν, χωρίς να είναι εφικτή καμία κοινωνική αντίδραση:

Η μεν κυβέρνηση (έστω της ΝΔ) θα μπορεί να πει «με εμένα τα βάζετε; Ο Σύριζα τα έδωσε στο Υπερταμείο και συμφώνησε σε υποχρεωτικά κέρδη! Που ήταν η αντίδρασή σας τότε;».

Η δε αντιπολίτευση (έστω ο Σύριζα) θα μπορεί να πει «ναι, εγώ τα έβαλα – αλλά δεν τα πούλησα κιόλας! Ακόμα υπο τον έλεγχο του κράτους θα έπρεπε να είναι – γιατί να πουληθούν;»

Μεγάλος χαμένος θα είναι ο πολίτης, ο οποίος ακομα και αν προσπαθήσει τότε να αντιδράσει, η κάθε θέση θα έχει (μισό τουλάχιστον) δίκιο.

Ίσως γι’ αυτό, σε αγαστή συνεργασία ΝΔ/Σύριζα/Δανειστών έχουν δημοσιευτεί ελάχιστες αντιδράσεις για τις ιδιωτικοποιήσεις μεταφορές στο Υπερταμείο κρατικου ελέγχου που η παρούσα κυβέρνηση Σύριζα και ο Τσίπρας είχαν ξεκαθαρίσει ότι δεν θα απολέσουν (πχ ΕΥΑΘ) για κανέναν λόγο…

Εδώ, η αναφορά της είδησης

Εδώ, μία αρχική αναφορά τι είναι το Υπερταμείο

Όσο με αφορά, είναι ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, έστω και στο πρώτο βήμα -που δεν είναι τόσο ορατό αυτήν την στιγμή- και γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο, για να καμφθούν οι αντιδράσεις αύριο, ακόμα και αν αυτές είναι δίκαιες…

Υ.Γ.: Φυσικά, τόσες χιλιάδες σελίδες, σε τόσες λίγες ημέρες, είναι καταπάτηση του πυρήνα της Δημοκρατίας: Μπορεί να είναι πολύ βολικό για τους δανειστές, μπορεί να είναι πολυ βολικό και για την κυβέρνηση, αλλά μόνο κακό κάνει στην Δημοκρατία μας. Το ίδιο κακό, που κάποτε στο ίδιο κόμμα, φαινόταν τρομερά ενοχλητικό…

Υ.Γ.2: Και, σε τόσες χιλιάδες σελιδες, κάτι θα προστεθεί, πονηρά με λίγες γραμμές, με σαφή πρόθεση κατ’ εμέ για να ξεφύγει:

Με την προσθήκη ουσιαστικά τεσσάρων μόνο λέξεων, στο προτελευταίο άρθρο από τα 400 του πολυνομοσχεδίου με τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης, η κυβέρνηση επιχειρεί (ξανά) να απαλλάξει τους έξι εμπειρογνώμονες του ΤΑΙΠΕΔ για την υπόθεση – σκάνδαλο των 28 ακινήτων του Δημοσίου, υπακούοντας για ακόμα μία φορά στις πιέσεις των δανειστών. Ακόμα και όταν αυτές αφορούν παρέμβαση στη Δικαιοσύνη…

Από το ThePressProject: Πουλώντας τη Δικαιοσύνη για τους έξι του ΤΑΙΠΕΔ

Σύμφωνα με την αρχική απόφαση, στην γείτονα χώρα δεν ευδοκιμούν οι συνθήκες για να θεωρήσει κανείς ότι λαμβάνονται υπόψιν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Σύμφωνα με τις διαρροές της κυβέρνησης (όχι επίσημα, προφανώς) η απόφαση για έφεση πάρθηκε «για να προστατευτεί ο στρατιωτικός» με τον καλύτερο τρόπο ώστε να μην θιγεί «το δημόσιο συμφέρον της χώρας» – και, εν πάσει περιπτώση, «έτσι γίνεται πάντα».

Ο Μουζάλας όμως, εξηγείται πιο καθαρά:

Δεν μας απασχολούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά το δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν ο άνθρωπος …είναι πραξικοπηματίας. Αυτό περιμένει ο Μουζάλας από ένα δικαστήριο ..στην Ελλάδα. Με αυτήν την απόφαση, δέχεται να τον επιστρέψει στην Τουρκία.

Η κυβέρνηση έχει λόγους να πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι πραξικοπηματίας. Ποιους, δεν μας λέει – κάτω από το πέπλο μυστηρίου μπορεί να κρύβεται από τις μυστικές υπηρεσίες, μέχρι και …το ένστικτο του Υπουργού. Προφανώς, δεν πρέπει να ξέρουμε, αλλά να το αποδεχθούμε σιωπηλά. «Εγώ δεν λέω ότι είναι» λέει ο Υπουργός – «αλλά…». Αλλά το λέει κάποιος. Ποιος; Οι «βάσιμες ενδείξεις».

Και τέλος, όχι, δεν γίνεται πάντα. Για χιλιάδες υποθέσεις ασκήθηκε έφεση; Όχι, λέει ο Μουζάλας. Γι’ αυτήν μόνο. Γιατί; Γιατί το λένε «οι βάσιμες ενδείξεις» ότι ο άνθρωπος είναι πραξικοπηματίας. Και όχι μόνο αυτός: Ο Μουζάλας μιλάει *και για τους οκτώ*!

Πιο καθαρά, πιο στυγνά, και πιο ωμά – δεν γίνεται.

Μουζάλας: Βάσιμες ενδείξεις πως οι τούρκοι στρατιωτικοί είναι πραξικοπηματίες

Υ.Γ.: Από την αρχή υποστηρίζω ότι γίνεται ένα παιχνίδι που αφορά ΚΑΙ τις σχέσεις των δύο χωρών – και εν πολλοίς, όσο ο άνθρωπος δεν εκδίδεται και δεν κινδυνεύει η ζωή του, δεν έχω λόγο σ’ αυτό το επίπεδο να ανακατευτώ. Η παρέμβαση Μουζάλα δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ νόημα να γίνει κάτω από αυτό το πρίσμα, κάνει τα πράγματα μόνο χειρότερα, χωρίς να αντιλαμβάνομαι πως εξυπηρετεί αυτό το σχέδιο – και γ’ αυτό καταθέτω την γνώμη μου.

Υ.Γ.: Όσο με αφορά, η σειρά προτεραιοτήτων είναι α) Ανθρώπινα Δικαιώματα, β) Νομιμότητα και Δημοκρατία. Όποιος αγνοεί το πρώτο αγνοεί αυτόματα και τους λόγους που μπορεί κάποιον να τον οδηγήσει να αμφισβητήσει το δεύτερο (για οποιονδήποτε λόγο). Αν εκδοθεί αυτός ο άνθρωπος ενώ οι θεσμοί στην χώρα μας πιστεύουν ότι η χώρα που θα τον «υποδεχθεί» δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τότε, ο,τι πάθει αυτός ο άνθρωπος, ο,τι του συμβεί, δεν θα το έχει κάνει η Τουρκία. Θα το έχει κάνει η Ελλάδα.

Συνήθως προτιμώ να ασχολούμαι με τους ανθρώπους ή με την ηθική των πραγμάτων, και να αποφεύγω όσο περισσότερο μπορώ τον τομέα των οικονομικών, για τον οποίο έχω, και το ομολογώ, μαύρα μεσάνυχτα. Αν μπεις στον κόπο να διαβάσεις τις επόμενες σκέψεις μου, λάβε το σοβαρά υπόψιν, και αξιολόγησε το κείμενο και τις ανησυχίες μου αναλόγως.

~

Αν εξαιρέσεις κανείς τα φιλοκυβερνητικά ρεπορτάζ, πολύ αμφιβάλλω αν θα υπάρχει άλλος να θεωρήσει ότι η οικονομία μας “πηγαίνει καλά”. Δεν θα μπω στην διαδικασία να αξιολογήσω αν ο λόγος που βρισκόμαστε εδώ έχει να κάνει με την περίοδο πριν το 2009, με την περίοδο 2009-2015, ή με την περίοδο 2015-2018 – κυρίως επειδή όποιος τα φέρνει δύσκολα τώρα, συνεχίζει να παλεύει ανεξαρτήτως ποιος είναι (αν είναι μόνο ένας) ο υπεύθυνος των δυσκολιών αυτών που έχει να αντιμετωπίσει.

Η παρούσα κυβέρνηση πάντως, έχει στοχεύσει οικονομικά σχεδόν αποκλειστικά σε μία μνημονιακή πολιτική, σπανίως διακοπτόμενη από αναλαμπές … βοήθειας στα τέλη κάθε ημερολογιακού έτους, και αυτές όχι ιδιαίτερα στοχευμένες όσο θα ήθελα. Η Ευρώπη μοιάζει ικανοποιημένη (ή τουλάχιστον δεν αντιδρά πια) από τα αντίμετρα που προτείνουμε, τα οποία φαίνεται να κυρίως φορολογικής στόχευσης, με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Που θα οδηγήσει όμως όλο αυτό;

Η κοινωνία μας είναι αδύνατο να επιβιώσει όταν τα κρατικά έσοδα εξαρτώνται τόσο πολύ από φόρους και μειώσεις. Ανέκαθεν η θέση μου ήταν ότι η μείωση των συντάξεων έπρεπε να είναι η τελευταία δυνατόν λύση, και άλλες κινήσεις (όπως η κρατική επιχορήγηση στο Μέγαρο ή οι αγορές πολεμικού υλικού) δείχνουν ότι υπάρχει …ψαχνό για κόψιμο. Ταυτοχρόνως, χωρίς να παραγνωρίζω την προσπάθεια της εξυγίανσης των οικονομικών, της αναζήτησης των παθογενειών και της διόρθωσης των λαθών, οι εργαζόμενοι τελικά φορολογούνται κάθε χρόνο και σκληρότερα, οι επιχειρήσεις δέχονται πιέσεις και από την πεσμένη αγορά και από την φορολογία, και οι όποιες επενδύσεις (με, ή χωρίς εισαγωγικά) τελικά γίνονται με τους (απαράδεκτους κατ’ εμέ) όρους του Ελληνικού ή των Σκουριών.

Ακόμα και αν (που πολύ αμφιβάλλω) οι αριθμοί στα excel των κυβερνώντων εντός και εκτός Ελλάδας ευημερούν, φοβάμαι ότι η πραγματικότητα στραγγαλίζει καθημερινά όλο και περισσότερους: από την μείωση της επιδότησης στο επίδομα θέρμανσης, μέχρι την αυξανόμενη φορολόγηση και τις μειωμένες συντάξεις οι άνθρωποι πασχίζουν όλο και περισσότερο να επιβιώσουν τελικά.

Ακόμα και αν αυτό το μοντέλο είναι αποδεκτό από τους δανειστές, πολύ αμφιβάλλω αν είναι βιώσιμο. Ο ενεχυριασμός της κρατικής περιουσίας για τα επόμενα 99 ετη θεωρώ προφανές ότι έγινε ακριβώς γιατί οι ευρωπαίοι θεωρούν σαφές ότι η Ελλάδα δεν παρέχει καμία βιώσιμη λύση, τουλάχιστον όχι άμεσα, για την οικονομική της επιβίωση. Δεν συζητώ για τις άλλες χώρες, την Κύπρο ή την Πορτογαλία, καθώς πιστεύω ακράδαντα μέσα στην άγνοιά μου ότι η κάθε χώρα είχε άλλες βάσεις, άλλες λύσεις, και διαφορετικές μεταβλητές για την “σωτηρία” της, και προφανώς το μοντέλο της διαρκούς λιτότητας, όπου και αν επιβλήθηκε, ήταν κατ’ εμέ βαθιά αποτυχημένο.

Αντιστοίχως αποτυχημένη ήταν και κάθε κυβέρνηση που επέλεξε να κυβερνήσει με βάση αυτό το μοντέλο, πολλώ δε μάλλον όταν ψηφίστηκε με τα επαναστατικά “Go back κυρία Μέρκελ”, που αποκλείεται να μην πλήγωσαν στην συνέχεια τους ψηφοφόρους της.

Πιστεύω ότι η συνέχεια προμηνύεται δυσοίωνη. Όταν δεν γεννάς χρήμα, αλλά τρως από τα έτοιμα, καλό θα είναι να ετοιμάζεσαι για την στιγμή που θα βρεθείς με άδειο συρτάρι, και θα είναι πολύ αργά να δημιουργήσεις από κάπου χρήμα έστω και για να καλύψεις τις βασικές σου ανάγκες. Οι αλλαγές κυβερνήσεων δεν θα φέρουν τις προσδοκώμενες λύσεις – τουλάχιστον όχι άμεσα, καθώς θα αναλωθούν όλοι στο blame game στον άλλον, που συνήθως έρχεται με περισσότερες θυσίες για τους πολίτες. Το να βαφτίζεις το κρέας ψάρι, και εν προκειμένω την αλλαγή των μνημονίων με μία άλλη λέξη, πχ εποπτεία(;), μπορεί να ξεγελάσει κάποιους, αλλά αυτούς που δεν έχουν ούτε κρέας, ούτε ψάρι, ούτε καν ψωμί στο τραπέζι τους, αν δεν τους εξοργίσει, το λιγότερο θα τους αφήσει αδιάφορους.

Τα πολιτικά δίπολα άλλωστε δεν λειτουργούν πια όπως θα ήθελαν μερικοί: και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση έχουν λερωμένες τις φωλιές τους και σπέρνουν απογοητεύσεις ακόμα και στο κοινό τους, και αντίθετα από το 2015 η ψήφος δεν θα είναι ελπίδας -έστω και ψεύτικης- αλλά στην βάση του “λιγότερου κακού”, και κυρίως από ένα περισσότερο κομματικοποιημένο, παρά πολιτικοποιημένο κοινό – ενώ ταυτόχρονα τα social media, είτε στρατευμένα είτε και ειλικρινώς λειτουργούν περισσότερο ως καταστροφείς κάθε εικόνας που θα μπορούσε, έστω και εσφαλμένα, να δημιουργηθεί για κάποιον ως φορέας ευρύτερης λύσης, και τα μικρότερα κόμματα δεν φαίνονται να κερδίζουν έστω και την βάση αυτής της απογοήτευσης, τουλάχιστον όχι ως σημαντική κρίκοι εξουσίας.

Επιπλέον και για μένα ακόμα πιο σημαντικό, η βασική κατ’ εμέ βάση της δημοκρατίας, η δημοσιογραφία έχει χάσει την αίγλη και τους ήρωές της, και ουδείς μπορεί αυτήν την στιγμή, θεωρώ προσωπικά, να λάμψει ως η πηγή εμπιστοσύνης ώστε, τουλάχιστον, να θέσουμε της σωστές βάσεις της αντίληψης του τι συμβαίνει γύρω μας, και να διορθώσουμε έστω ατομικά τις όποιες λαθεμένες μας επιλογές.

Δεν διορθώσαμε κανένα από τα λάθη μας: Η ηθική μας παρέμεινε ασταθής, οικονομικά θεωρώ ότι οδηγούμαστε μαθηματικά στην ακόμα πιο σκληρή χρεοκοπία, και επιλέξαμε να παλέψουμε φροντίζοντας περισσότερο για το τώρα παρά (και αν) για το αύριο.

Δεν στηρίξαμε την οικονομία μας όπως θα έπρεπε, δεν στηρίξαμε την δικαιοσύνη και την δημοκρατία μας όπως θα έπρεπε, δεν προσαρμόσαμε την παιδεία μας όπως οφείλαμε, και δεν έχουμε λύσεις για την δημοσιογραφία μας, όπως θα ήταν φρόνιμο να κάνουμε.

Θεωρώ ότι ήταν εν πολλοίς άλλη μία χαμένη χρονιά, και φοβάμαι ότι δεν έχουμε πολλές χρονιές στην διάθεσή μας, αν θέλουμε να αποκτήσουμε βάσεις για να σταθούμε στα πόδια μας.

Μόλις πέρσι, μετά τα μεγάλα κρύα και τους νεκρούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης που κατ’ ευφημισμόν ονομάζουμε «Κέντρα φιλοξενίας» ο Γιάννης Μουζάλας, Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της κυβέρνησης Σύριζα/ΑΝΝΕΛ είχε δηλώσει πως «μετά τον φετινό χειμώνα, γίναμε σοφότεροι».

Φέτος, σε δήλωση σε γερμανική εφημερίδα για τις συνθήκες, απάντησε σε ερώτηση δημοσιογράφου πως «όχι, δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα έχουμε νεκρούς φέτος, αλλά θα κάνουμε ο,τι καλύτερο μπορούμε».

Προσπαθώ εδώ και μέρες να συντάξω ένα κείμενο, αλλά μου είναι αδύνατον να διαχειριστώ τόσο αποτρόπαια κυνικές δηλώσεις. Για την πρώτη, είχα ήδη κάνει ένα ποστ, για την δεύτερη, δυσκολεύομαι να συμπυκνώσω χωρίς βρισιές σε ένα αξιοπρεπές κείμενο τον θυμό μου.

Αναρωτιέμαι πως γίνεται να είναι κάποιος τόσο σκληρός, τόσο απάνθρωπος. Τι επιτυγχάνει, (πέραν της προσπάθειας να σοκάρει το γερμανικό και ευρωπαϊκό αναγνωστικό κοινό) με μία τέτοια δήλωση, τι κληρονομεί αυτός ο τρόπος σκέψης.

Ταυτόχρονα με την δήλωση σχεδόν, έχουν χτυπήσει τον κώδωνα του κινδύνου μεγάλες ανθρωπιστικές οργανώσεις, διεθνείς οργανισμοί και φορείς, για αυτό που περιμένει αυτούς τους ανθρώπους στα κρύα των νησιών (αλλά και της ηπειρωτικής χώρας) που «φιλοξενούνται» έγκλειστοι. Θα υπάρχουν νεκροί, δεν υπάρχει αμφιβολία. Άνθρωποι που έχουν ζήσει τόσες κακουχίες, που έρχονται ακόμα και τώρα, χειμωνιάτικα, στοιβαγμένοι σε μία βάρκα μέσα στα άγρια κύματα, που έχουν ζήσει πόλεμο και απάνθρωπες συνθήκες, που ακόμα και αν ήταν σε καλή κατάσταση σωματική και ψυχολογική οι συνθήκες επιβίωσης στις σκηνές της Μόριας θα τους δημιουργούσαν πλείστα όσα προβλήματα – πολλώ δε μάλλον τώρα δεν θα αντέξουν όλοι αυτό που θα ακολουθήσει.

Θα υπάρξουν νεκροί, χωρίς αμφιβολία.

Οπότε το ερώτημα είναι γιατί να ειπωθεί κάτι τέτοιο, γιατί η δήλωση να μην αρκεστεί στο «θα κάνουμε ο,τι μπορούμε», ή, ακόμα καλύτερα, στο «δεν θα υπάρξει κανένας νεκρός, δεν θα ταλαιπωρηθεί κανείς, γιατί θα το πετύχουμε εμείς».

Γιατί κάποιος να απαντά μ’ αυτόν τον τρόπο.

Η γνώμη μου είναι ότι αφορά την ευθύνη.

Αρκετοί κρατούμενοι πρόσφυγες έχουν πεθάνει, μα και όσοι έχουν γλυτώσει, αντιμετωπίζουν τους δαίμονές τους. Άνθρωποι που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας, που λυγίζουν κάτω από την αφόρητη πίεση, άνθρωποι που τους ταΐζουν πατάτες και μακαρόνια μέχρι να φτάσουν να αντιδράσουν, που είναι φυλακισμένοι για μήνες, που κοιμούνται στο πάτωμα, που ζεσταίνονται όπως μπορούν, σε σκηνές και κουβέρτες κόντρα στα χιόνια, σε άθλιες συνθήκες και με ελάχιστη βοήθεια.

Όλο αυτό θα αποτελούσε πρώτης τάξεως υλικό για μία καταδίκη για παραβίαση των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Θα μπορούσε να ξεκινήσει από τους διοικητές αυτών των κέντρων συγκέντρωσης, τους πολιτικούς προϊστάμενούς τους, να φτάσει μέχρι την ηγεσία του υπουργείου, τον Μουζάλα, και τον αμέσως ανώτερό του, τον Αλέξη Τσίπρα.

Κατηγορίες που να περιλαμβάνουν ποινές που θα έφταναν σε χρόνια πραγματικής φυλάκισης.

Για κάθε έναν άνθρωπο που έζησε φυλακισμένος σε απάνθρωπες συνθήκες, ή που πέθανε εξαιτίας αυτών. Για κάθε έναν εξ αυτών που δεν του παρείχαμε αξιοπρεπείς συνθήκες, παραδειγματική τιμωρία.

(Μου φαίνεται αδιανόητο, μία ολόκληρη κοινωνία, να παρακολουθεί -όσο είναι εφικτό, γιατί ένα από τα αρχικά μέτρα ήταν η απαγόρευση της πρόσβασης των δημοσιογράφων χωρίς να υπάρχει έλεγχος και έγκριση- να εξελίσσεται ένα τέτοιο μακιαβελικό σκηνικό, χωρίς να ξεσηκώνεται και να αντιδρά)

Θα είχε περισσότερη λογική όλο αυτό – αν είχαν καταμεριστεί οι ευθύνες. Αν η Ελλάδα, η κυβέρνηση επίσημα έλεγε, πχ, «πήραμε €50 εκατομμύρια ευρώ από την Ευρώπη για να τους έχουμε εμείς και όχι εκείνοι, τα χαλάσαμε εδώ, εδώ και εδώ, για τόσους ανθρώπους – αυτό φτάνει: τόσο φαγητό, τόση υποστήριξη, τόσοι γιατροί, τόση στέγαση, τόση βοήθεια».

Αυτό, θα ήταν *χρήσιμο*: Θα μπορούσαμε να πιέσουμε να έρθουν και άλλα λεφτά από την Ευρώπη. Να μετρήσουμε αν αυτά που ήρθαν τελικά έγιναν σωστά φαγητά, αν πράγματι το κατα κεφαλήν κόστος πχ όντως φτάνει για μερίδες φαγητού που μπορεί να έχουν σκουλίκια, ή να στερούνται το κρέας επί δύο-τρεις εβδομάδες – ή κάποιος κερδίζει από αυτό, αν τα χρήματα έφταναν μόνο για σκηνές ή για μουχλιασμένες πρώην αποθήκες – ή αν τους πέταξαν εκεί εξοικονομώντας για άλλα πράγματα, αν έφταναν μόνο για Χ υπαλλήλους υγείας ή γραφειοκράτες που αποφασίζουν αν αξίζει κάποιος τον ορισμό πρόσφυγας ή μετανάστης – ή μπορούσαμε να έχουμε Χx10 όπου θα ήταν και ένας πιο λογικός αριθμός για να μην ταλαιπωρούνται φυλακισμένοι αυτοί οι άνθρωποι.

Θα είχαμε κάτι μετρήσιμο – και θα μπορούσαμε να δούμε ποιος φταίει, τελικά, γι’ αυτό το χάλι.

Ή, αν έλεγε «εμείς δεν πήραμε λεφτά, η ευθύνη είναι των ΜΚΟ που κάνουν κακή δουλειά εδώ, κι εδώ, μ’ αυτό ή μ’ αυτό». Αυτό θα ήταν *μετρήσιμο*, *ελέγξιμο*: θα βλέπαμε το έργο που έχει παράξει κάθε ΜΚΟ ανάλογα με τα χρήματα που έχει πάρει, θα ψάχναμε να βρούμε πως τα πήρε, τι υποσχέθηκε, και παρέδωσε τελικά, θα μπορούσαμε να ελέγξουμε τα μέλη και τους διοικητές του για τις πράξεις και τις παραλήψεις τους.

Κάποιος θα έπρεπε τελικά να απολογηθεί για κάθε νεκρό ή ταλαιπωρημένο άνθρωπο, είτε μέχρι τώρα, είτε από εδώ και εμπρός.

Όμως δεν γίνεται αυτό: οι καταγγελίες για ακατάλληλα φαγητά, για ακατάλληλες εγκαταστάσεις, για ακατάλληλη και ελλειπή υποστήριξη, ιατρική και γραφειοκρατική είναι διαρκείς, αλλά ούτε μία είδηση δεν έχουμε για οποιονδήποτε έλεγχο. Άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν έχουμε καμία ενημέρωση για έστω και μία ΕΔΕ για να διαπιστωθούν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες άνθρωποι χάνουν την ζωή τους.

Όταν η διοίκηση δεν αποδίδει ευθύνες, ουδείς καλείται να απολογηθεί. Όταν εμείς, ή ακόμα και η δικαιοσύνη δεν αποδίδει ευθύνες στην διοίκηση, ουδείς καλείται να απολογηθεί, επίσης.

Και πως να αποδώσεις ευθύνες όταν ο άλλος σου λέει «δεν αποκλείω να πεθάνει κανείς;» Σου δίνει την εντύπωση ότι υπάρχει μία μάχη, προσπαθούν, κάποιοι θα κερδίσουν, κάποιοι θα χάσουν – ατυχία, αλλά, τι να κάνουμε; Θα γίνουμε τουλάχιστον …σοφότεροι του χρόνου. Λίγο το ‘χεις;

Άλλωστε, εγώ το ‘πα θα σου πει. Σας είχα ενημερώσει. Είσαστε προετοιμασμένοι. Μην σοκάρεστε: το ξέρατε. Δεν αντιδράσατε, άρα, φταίτε και εσείς. Η σιωπή σας είναι συμμετοχή. Ας αντιδρούσατε, αν δεν θέλατε να συμβεί.

Δεν το λέει μόνο στους Ευρωπαίους αναγνώστες – το λέει και σε εμάς. Σε εμένα, σε εσένα, στην δικαιοσύνη που θα έπρεπε καιρό τώρα να αντιδράσει, στους φρουρούς τους, στους ίδιους τους φυλακισμένους:

Δεν μπορώ να εγγυηθώ. Μπορεί και να συμβεί. Προετοιμαστείτε.

Και οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να παγώνουν, να αρρωσταίνουν ή να πεθαίνουν φυλακισμένοι – αλλά «εμείς» θα έχουμε κάνει ότι μπορούμε (έτσι, χωρίς έλεγχο, επειδή το λένε αυτοί που διοικούν) και θα κοιμόμαστε πιο ήσυχοι τα βράδια». Ε, και αν πεθάνει κανείς, δεν το εγγυηθήκαμε κιόλας, σωστά; Δεν είναι ότι πήραμε την ευθύνη ότι δεν θα γίνει. Είμαστε ειλικρινείς.

Το έχω ξαναπει στο παρελθόν όμως: Αν θέλει ο Υπουργός να το παίξει ειλικρινής, ας μας πει ΠΟΣΟΙ. Σε πόσους ανθρώπους να καταστραφεί η υγεία, ψυχική και σωματική, πόσοι να πεινάσουν, να διψάσουν ή να πεθάνουν, πόσοι να αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν απελπισμένοι -και πόσοι χρειάζεται να τα καταφέρουν τελικά, ώστε να χτυπήσει το καμπανάκι της ευθύνης:

«Δεν μπορώ να εγγυηθώ ότι δεν θα υπάρχουν νεκροί φέτος – αλλά αν είναι πάνω από Χ, θα δεχθώ τις ευθύνες μου απέναντι στην κοινωνία και τον νόμο γιατί θα έχω προσφέρει μία κακή υπηρεσία που κόστισε ζωές».

Να ορίσουμε το Χ. Να είναι ένας, πέντε, δέκα ή εκατό. Να ορίσουμε φύλα, άνδρες ή γυναίκες. Ηλικίες, μέχρι εκατό αν είναι ενήλικες ή μέχρι δέκα αν είναι παιδιά.

Για μένα, ένας άνθρωπος είναι ήδη πολύ, αλλά αυτό το τραίνο το έχουμε χάσει από καιρό. Να ξέρουμε πόσο μετριέται το «έκανα λάθος», πόσο μετριέται το «φταίω», πόσο μετριέται το «ας δούμε τι πήγε λάθος». Για μένα, για σένα, για την κοινωνία μας, για τον Μουζάλα ή τον Τσίπρα.

Πόσοι είναι οι Χ; Πότε αρχίζουμε να φωνάζουμε γι’ αυτούς τους ανώνυμους νεκρούς; Πότε κάποιοι απολογούνται;

Ποιο είναι το όριό μας;