Ξεκινάω να γράψω ποστ. Έχω γυρίσει, με έχει φωνάξει φίλος που έχω καιρό να δω να δούμε μαζί Eurovision, φτιάχνω πάλι και φέτος, για να έχει έστω λίγη πλάκα το τελετουργικό, ένα χαρτί δικής μας ψηφοφορίας για να παίζουμε και να μην χαζεύουμε απλώς τον Σάκη.

Άλλο που πανηγύριζα σαν τρελός την πιθανότητα να μείνουμε εκτός τελικού και κόντεψα να φάω παντόφλα από την σύζυγο. Άλλο αυτό.

Τα κάνω λοιπόν όλα αυτά, κάθομαι στον υπολογιστή, ανεβάζω το word αρχείο σε ένα site να μου το κάνει pdf, για να το μοιραστώ μαζί σας (κάποιοι από εσάς θα τον δουν παρέα τον διαγωνισμό, αν βαριούνται, περνάει ευκολότερα η ώρα) το ανεβάζω και σε έναν server να το δείτε, μπας και θέλετε να το κατεβάσετε (δείτε τοπάρτε το).

Χρήσιμος, έχω φτιάξει και το βράδυ μου, μόρτης.

Μόρτης, αλλά κάτι με καίει:

Και αν κερδίσουμε;

Θέλω να πω, αν δεν κερδίσουμε, so what, θα έχουν τα κανάλια να λένε για τον Σάκη, την αδικία εναντίον της Ελλάδας, τις κλίκες και τα παρεμφερή, θα πάρουμε τον διαγωνισμό όσο σοβαρά πήραμε την Θώδη, το οποίον θα ασχοληθούν οι ίδιοι άνθρωποι, για τους ίδιους λόγους, το ίδιο χρονικό διάστημα, και προσδοκώντας να κερδίσουν την προσοχή των ίδιων -ακριβώς- ανθρώπων.

Όπερ, χέστηκα.

Αλλά, αν κερδίσουμε;

Αν κερδίσουμε αδέλφια, με κόβω για τρελή αυτοκτονία. Διότι θα γίνει το εξής παράλογο:

Θα κατέβει ο κόσμος στους δρόμους.

Για να πανηγυρίσει.

Και θα είναι μία ανάσα από την κλειστή βουλή, από το πρώην καμένο δέντρο των χριστουγέννων, μια ανάσα από το νοσοκομείο της Κούνεβα, μία ανάσα από τα ξεραμένα λουλούδια στο σημείο που έπεσε ο Αλέξανδρος, μια ανάσα από το Δημαρχείο των κομμένων δέντρων, μια ανάσα από τους άθλια στοιβαγμένους μετανάστες, μία ανάσα από τα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ (των Ζημενσοκομμάτων), μία ανάσα απο τον Τενέζο, μία ανάσα από τα πρεζόνια που ψοφάνε στους δρόμους, και τους άστεγους που κοιμούνται στα κουτιά από την αδιαφορία μας.

Θα κατέβει ο κόσμος στους δρόμους –

– για να πανηγυρίσει.

Θα κοιτάει ο Τενέζος, που είχε μάξιμουμ δέκα άτομα ταυτόχρονα, θα κοιτάει το δέντρο απο την αποθήκη που το έχουν φυλαγμένο, η Κούνεβα, από το νοσοκομείο, το κτίριο της Βουλής, βαθιά βιασμένο -όσο δεν πάει άλλο, το σκούρο ακόμα πλακάκι του Αλέξανδρου, το πρεζόνι, ο άστεγος.

Μια ανάσα κοντά τους, αλλά καμία ανάσα γι’ αυτούς:

Οι έλληνες, που έχουν κατέβει στους δρόμους.

Για να πανηγυρίσουν.

Αλήθεια, αν δίπλα σε όλα αυτά, μια ανάσα από αυτά, ο κόσμος πανηγυρίσει εγώ γιατί να μην κλάψω απόψε;

Post to Twitter   Post to Delicious   Post to Digg   Post to Facebook