Το big brother ξαναμπαίνει στις ζωές μας – και η προετοιμασία για την υποδοχή του μοιάζει να είναι ακριβώς αυτή που θα υποσχόταν το κόνσεπτ του – αυτό θεωρώ είναι το ένα από τα δύο στοιχεία στα οποία καλό θα ήταν από την αρχή να μην το αντιμετωπίσουμε υποκριτικά: 

Προφανώς ένα πρόγραμμα που στοχεύει στην 24ωρη παρακολούθηση της ζωής μιας προεπιλεγμένης ομάδας έγκλειστων χαρακτήρων δεν προδιαθέτει σε ποιότητα και αξιοπρέπεια – ήδη από τις καταστατικές του αξίες.

Η ανακοίνωση των παικτών που θα συμμετάσχουν (το πρώτο και το τελευταίο επίπεδο ενασχόλησής μου με το θέμα) ανέδειξε ήδη από την αρχή το πρόβλημα: ένα συνοθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας, σεξισμού, με ρόλους «θυμάτων» και «θυτών», ένα μοντέλο που ομοιάζει με αυτό του Στάνφορντ – μόνο που οι ρόλοι στο πείραμά του είναι τυχαίοι, ενώ εδώ μοιρασμένοι από την αρχή, ξεκάθαροι και προδιαγεγραμμένοι, ώστε από την μία να είναι όσο πιο εύπεπτοι είναι δυνατόν από ένα κοινό που δεν ξέρει ή δεν θέλει ούτε κατ’ ελάχιστον να κουραστεί να ανακαλύψει τον προστατευόμενό του ή αυτούς που θα επιλέξει να εξαφανίσει με ένα SMS του και από την άλλη και από τους παίκτες που ξέρουν ακριβως τι ρόλο καλούνται να παίξουν, και για ποιον λόγο είναι στο παιχνίδι.

Ο ρατσιστής δηλαδή, αφού έγινε δεκτός ακριβώς γι’ αυτό, για τον ρόλο του, βλέποντας αλβανίδες και ρουμάνες στο παιχνίδι, καταλαβαίνει τι ακριβώς πρέπει να κάνει για συνεχίσει να κάνει αυτό που έχει κληθεί εξ αρχής να καλύψει.

Ας είμαστε λοιπόν ειλικρινείς: όταν το κόνσεπτ είναι αυτό δεν περιμένεις πολλά από το κάστινγκ και όταν το κάστινγκ είναι τόσο σοφά εναρμονισμένο με το κόνσεπτ το πράγμα ολοκληρώνεται γλυκά. Και ο ΣΚΑΙ το ξέρει, και ο διαφημιζόμενος το ξέρει, και ο τηλεθεατής το ξέρει. 

Υπάρχει όμως και η επιπλέον ανάγνωση, η επιπλέον υποκρισία που είναι σημαντικό να ξεπεράσουμε πριν ακόμα ξεκινήσει η σειρά, για να μπορούμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας χωρίς να κοροϊδευόμαστε:

Το big brother δεν είναι «το παράθυρο στην κοινωνία» όπως διατείνεται πως είναι.

Όταν πρωτοήρθε στην ζωή μας, παρουσιάστηκε ως το παράθυρο στην ζωή καθημερινών ανθρώπων, η ευκαιρία να δούμε ανθρώπους όπως είναι τις ώρες που δεν βρίσκονται -υποτίθεται- κάτω από τα φώτα την δημοσιότητας και δεν -υποτίθεται- είναι αναγκασμένοι να προσποιούνται. 

Το συνονθύλευμα ρατσισμού, ομοφοβίας και σεξισμού που έχει επιλεχθεί όμως, είναι άστοχο να ορίζεται (από τον ΣΚΑΙ) ως «παράθυρο στην κοινωνία». Όχι γιατί δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, αλλά κυρίως επειδή δεν υπάρχουν μόνο τέτοιοι άνθρωποι.

Πότε είδατε έναν αναρχικό να παρουσιάζει τις θέσεις του πχ για μία κατάληψη; Πότε είδατε έναν αλληλέγγυο προς τους μετανάστες να εξηγεί γιατί το κάνει, και τι πιστεύει; Πότε είδατε έναν ομοφυλόφιλο ή έναν φυλακισμένο ή έναν ρομά ή έναν άθεο ή έναν μετανάστη να εξιστορούν με πόσες και ποιες αντιλήψεις (που πολλές φορές αναπαράγονται σωρηδόν από τα ίδια τα μέσα) έχουν να αντιπαρατεθούν στην καθημερινότητά τους για να ζήσουν όσα έχει πρόσβαση να ζήσει ένας οποιοσδήποτε πολίτης;

Όλα αυτά μπορεί να είναι αντικείμενα έρευνας σε ένα ντοκιμαντέρ πχ, αλλά δεν αντιπροσωπεύονται αντίστοιχα με τους ρυθμούς των ρατσιστών, των ομοφοβικών, των φασιστών ή των σεξιστών και συντηρητικών ατόμων που καλούμαστε κάθε μέρα να αφομοιώσουμε μέσω της ΜΜΕ επικοινωνιακής καθημερινής γραμμής.

Δεν συζητάμε δηλαδή πια αν μία «ψυχαγωγική» εκπομπή που επιλέγει το καστ της είναι ή όχι μία αντικειμενική αναπαράσταση του μέσου πολίτη, γιατί ξεκάθαρα κατ’ εμέ, η ίδια η ενημερωτική τηλεόραση εν γενει  δεν καλύπτει με το ίδιο σθένος και την ίδια δυναμική μία ειλικρινής και τίμια αντιπροσώπευση του πολίτη δίπλα μας.

Και, πάλι για μένα τουλάχιστον ξεκάθαρα, όλο αυτό δεν λειτουργεί ενημερωτικά «να, έτσι είναι η κοινωνία μας, γεμάτη ρατσιστές, φασίστες σεξιστές και ομοφοβικούς», αλλά εντελώς εκπαιδευτικά, «να, τέτοιος ρατσιστής/ομοφοβικός/συντηριτικός/φασίστας/σεξιστής πρέπει να είσαι για να έχεις δικαίωμα στα 5′ δημοσιότητας που θα σου δώσουμε».

Αν λοιπόν κάτι είναι το big brother, και αυτό αλλάζει άρδην την οπτική μου σ’ αυτήν την εκπομπή, και την αντίστοιχη αντιμετώπισή μου στην προβολή της, είναι πως είναι ένα εξαίρετο παράδειγμα της  «τηλεοπτικής κοινωνίας». Αν κανείς το δει όχι ως μικρογραφία της κοινωνίας, αλλά μικρογραφία της άποψης της τηλεόρασης για το πως θέλει να είναι η κοινωνία, θα καταλάβει όχι μόνο την εγγενή απέχθεια στο προϊόν που δημιουργείται προς κατανάλωση, αλλά και στον φόβο που αισθάνομαι με την προβολή του.

Δεν γελιέμαι. Η σειρά θα έχει κοινό, θα έχει χορηγούς, θα έχει τηλεθέαση και θα αποκτήσει λόγο στην κοινωνία μας. Λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον γιατρό στους γιατρούς χωρίς σύνορα που τρέχει να εμβολιάσει τον άνθρωπο ενώ του πετάνε πέτρες, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με τον δημοσιογράφο του thepressproject που θα αναδείξει μία ρατσιστική συμπεριφορά ή του omniatv που θα αναδείξει ένα σεξιστικό πρόβλημα, λόγο ανώτερο και όχι ισότιμο με την διεθνή αμνηστία που θα υπερασπιστεί έναν αδύναμο.

Είναι για μένα σαφές πως, ο,τι μπορεί να γίνει από την κοινωνία για να αυτοπροστατευτεί, την αφορά αποκλειστικά μέχρι τα δευτερόλεπτα πριν την έναρξη του πρώτου επεισοδίου. Μετά από αυτό, ο,τι και να γίνει έχουμε χάσει. Είτε είμαστε τυχεροί και το κόνσεπτ δεν πιάσει, είτε είμαστε άτυχοι και τα πράγματα πάνε ακριβώς όπως τα ονειρεύεται ο ΣΚΑΙ με αίμα, σεξ, δάκρυα και ιδρώτα, αυτά δηλαδή που φέρνουν ακόμα μεγαλύτερη επισκεψιμότητα νούμερα και πωλήσεις, το μόνο που θα μπορούμε να ελπίζουμε είναι να διαχειριστούμε την ζημιά μας.

Και όσο εμείς ξοδευόμαστε να κοιτάμε με ενφιαφέρον και άποψη τα δωμάτια των άλλων, αποφεύγουμε πολύ έντεχνα να κοιτάξουμε το δικο μας, και το πως έχει καταντήσει.

Τώρα που φτάνουμε στο τέλος του άρθρου, έχω και μία παραδοχή να κάνω: στον τίτλο γράφω για δύο υποκρισίες, αλλά στο τέλος έχω φυλάξει και μία τρίτη, πιο σημαντική:

Ποιος φταίει που το Big Brother υπάρχει;

Η εταιρία πουλάει στον ΣΚΑΙ μια ιδέα που πιστεύει ότι ενδιαφέρει το κοινό, και αυτός το αγοράζει, γιατί συμφωνεί, και έτσι θα έρθουν νούμερα, τηλεθέαση, χρήματα και ανάπτυξη. Το κόνσεπτ είναι, όπως είπαμε, γνωστό – και πάνω σ’ αυτό, αισχρά πλην όμως τίμια, το καστ το συμπληρώνει θαυμάσια γιατί αυτό θέλει το κοινό. Οι χορηγοί και οι διαφημιζόμενοι προσβλέπουν ακριβώς σε αυτήν την τηλεθέαση, και πιστεύουν ότι το κοινό των εκπομπών αυτών είναι και οι δικοί τους πελάτες. Τα άλλα ΜΜΕ θα στηρίξουν αυτό το προϊόν, διαφημίζοντάς το αφού αφορά και το δικό τους κοινό (είτε θετικά, είτε αρνητικά – διαφήμιση είναι).

Ποιος από αυτούς ευθύνεται τελικά;

Όλοι αυτοί, βασίζονται σε μία συνισταμένη για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους. Οι παίκτες, η εταιρία που έχει την ιδέα, ο ΣΚΑΙ που κάνει την παραγωγή, οι διαφημιζόμενοι – όλοι αυτοί έχουν μία κοινή συνισταμένη: αυτό αρέσει στον πελάτη.

Ο πελάτης με την σειρά του, ψηφίζει. Επιλέγει. Αποδέχεται. Αποδέχεται τον ρατσιστή, αποδέχεται την διαδικασία, την ιδέα, αποδέχεται τον χορηγό και την πλύση εγκεφάλου για να αποκτήσει άποψη και γνώμη γι’ αυτόν τον οχετό. Αποδέχεται, κυρίως, ο ένας τον άλλον, ως κοινό και πελάτη.

Οπότε, ποιος ευθύνεται τελικά;

Μπορούμε να ρίξουμε το φταίξιμο σε όλους τους άλλους. Την παραγωγή, την ιδέα, την χρηματοδότηση, τους παίκτες και τον παρουσιαστή, αυτούς που το διατηρούν και το πολλαπλασιάζουν στην οπτική μας μέχρι να το αποδεχθούμε. Είναι εύκολο, και κυρίως, χωρίς κόπο για εμάς.

Πόσο θα μας πάρει όμως να παραδεχθούμε, ότι το αληθινό προϊόν του Big Brother είμαστε τελικά εμείς, το κοινό, και είμαστε εξίσου συνυπεύθυνοι με τους υπόλοιπους για την μετάδοσή του;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.