Σήμερα η Φρίντα ήταν γκρινιάρα. Δεν ήθελε να σηκωθεί, γιατί κοιμήθηκε αργά, γιατί προτιμούσε να παίζει και να τραγουδάει στο κρεβάτι της αντί να πάρει αγκαλιά τον καγκού, τον κούκλο της, να κλείσει τα ματάκια της, και να κοιμηθεί ήσυχα-ήσυχα (δηλαδή να ροχαλίσει σα τραίνο, γιατί είναι κομματάκι αρρωστούλα)

Δεν ήθελε λοιπόν να σηκωθεί.

Και όταν το κατάφερα, ήταν μέσα στην γκρίνια.

Βέβαια, έπρεπε να σηκωθεί, γιατί ο παιδικός την δέχεται μέχρι κάποια ώρα, μετά οι πόρτες κλείνουν, σφραγίζουν, αμπαρώνουν, διπλοκλειδώνουν, και θα μας μείνει αμανάτι το παιδί, να ψάχνουμε ποιος θα το φορτωθεί το πλασματάκι μου για κανα οχτάωρο, να κάνουμε καμια δουλειά.

Άρα, έπρεπε να σηκωθεί. Εγώ το ξέρω, γιατί ξέρω τις συνέπειες, αυτή είναι μωρό, δεν τις καταλαβαίνει.

Όταν την ξέντυνα από το φορμάκι της, η πιπίλα που πια έχει μόνο βραδινό ρόλο πια, πιάστηκε στα μαλλιά της. Θα μπορούσα να την βγάλω πριν κάνω την κίνηση, αλλά δεν την έβγαλα. Το ξέχασα, και, πιασμένη στο μπλουζάκι της, μπερδεύτηκε λιγάκι στα μαλλιά της.

ΑΟΥ! ΕΛΑ ΒΡΕ ΜΠΑΜΠΑ!

…κάνει το γλυκούλι μου.

Τώρα, επειδή το έχω ξαναδεί το έργο, αν θυμώσει μαζί μου, συγνώμες δεν πιάνουνε. Αν θυμώσει, δεν θα κάτσει να της βγάλω και το παντελονάκι, θα γκρινιάξει, θα στυλώσει, θα έχουμε κόντρες, θα αργήσουμε, και πάπαλα ο σταθμός.

Οπότε, τελείως αυθόρμητα, της λέω

«…Δεν φταίω εγώ, καρδιά μου. Δεν σε πόνεσα εγώ – η πιπίλα σε πόνεσε»

Αυτό, την κόμπλαρε λιγάκι. Βραχυκύκλωσε. Το έπιασα ότι η κατάσταση μπορούσε να γυρίσει ξάφνου υπέρ μου, και το συνέχισα:

«Θα σε πονούσα εγώ; Όχι-βέβαια! Η πιπίλα πιάστηκε στα μαλλιά σου, αυτή φταίει. Εγώ σε βοήθησα.»

Και το αθώο πλασματάκι μου, με πίστεψε, κοίταξε θυμωμένη την πιπίλα της, με ευγνωμοσύνη εμένα, και αδιαμαρτύρητα ετοιμάστηκε για να πάμε στον σταθμό.

Και σκέφτομαι: Τον «Κυνόδοντα«, έχω καιρό να τον δω. Άρα, φταίει η μεγάλη δόση μου από πολιτικούς, σε κανάλια και Βουλή – δεν έχω άλλη εξήγηση.

Πιο αληθινή ιστορία δεν πρέπει να έχω ξαναπεί στο blog μου.

Κάνω πολιτική στο παιδί μου. Έχω ξεπέσει τελείως.

Μυστήριο πράγμα η ευθύνη. Προσωπικά, στην ζωή μου, προσπαθώ να δω πάντα που έφταιξα, και όταν φταίω, (θεωρώ ότι) το παραδέχομαι. Αλλά από ότι φαίνεται, είναι δύσκολο για όλους να το κάνουν αυτό.

Όλη μέρα προσπαθώ να το εξηγήσω σήμερα αυτό. Με τους 140 χαρακτήρες του twitter δεν γίνεται, οπότε, πάμε σε άρθρο.

~

Η κυβέρνηση, έχει την ευθύνη να παράξει έργο. Αν έχουμε φτάσει εδώ που έχουμε φτάσει, είναι αποκλειστική ευθύνη της. Ακόμα και αν το υπόλοιπο 49% πχ ήθελε να γίνουν όλα κρατικά, αν είναι κρατικά, είναι ευθύνη της. Γι’ αυτό έχει το 51%, γι’ αυτό έχει την εξουσία, γι’ αυτό έχει την ευθύνη.

Αν δεν παράγεται πειστικός λόγος της αντιπολίτευσης, είναι ευθύνη της. Αν δεν πείθει, ώστε να γίνει κυβέρνηση είναι ευθύνη της. Μειωμένη ίσως, αν τα περισσότερα μέσα που επικοινωνούν την εικόνα της είναι εναντίον της – αλλά, επειδή το λογικό τελικά μεταφέρεται, παρά τα εμπόδια, συνεχίζει να έχει την απόλυτη ευθύνη.

Αν ο ψηφοφόρος ψηφίζει για πλάκα, ή αρνείται να συμμετάσχει, ή ψηφίζει τον πιο προβεβλημένο της τηλεόρασης επειδή ο υποψήφιος ήταν δημοσιογράφος πχ, έχει ευθύνη. Του δόθηκε ένα όπλο, γεμάτο και επικίνδυνο. Έχει κάθε μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί από την κακή χρήση του.

Η ευθύνη είναι κοινή. Το μερίδιό της, όμως, είναι άλλη διαδικασία. Αυτό προσπαθώ, εδώ και καιρό, να εξηγήσω:

Οι ευθύνες δεν αλληλοαναιρούνται.

~

Αν ο ψηφοφόρος ψηφίζει ανόητα, δεν φταίει η Βουλή. Αν ψηφίζει χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο, χωρίς θέση, χωρίς αντίληψη, δεν μπορεί μετά να δικαιολογηθεί «μα οι πολιτικοί τα παίρνουν».

Ψήφισε αυτούς που δεν τα παίρνουν φίλε. Βρες τον σωστό, ανέδειξέ τον, πίεσέ τον να γίνει καλύτερος, άκου, μίλα – κάνε εσύ σωστά την δουλειά σου.

Αλλιώς, μην γκρινιάζεις όταν σε κρίνω. Και, κυρίως, μην μου δείχνεις τις ευθύνες των άλλων για να αποφύγεις τις δικές σου.

.

Αν η αντιπολίτευση δεν έχει πρόταση, δεν ευθύνεται ο ψηφοφόρος. Το ότι ψηφίζει σωστά, ή στραβά, ή ανάποδα, ή για πλάκα, δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση μπορεί να κάτσει στα αυγά της, να γκρινιάζει μόνο, να μην έχει θέση – και αν το κάνει, δεν μπορεί μετά να δικαιολογηθεί «μα ο ψηφοφόρος έτσι και αλλιώς ψηφίζει βλαμμένα».

Κατέβασε μία σωστή πρόταση, πλήρη, απάντησε στους επικριτές σου με επιχειρήματα, δώσε τους το δικαίωμα να σε αμφισβητήσουν χωρίς να κρίνεις ούτε το ποιοι είναι, ούτε το αν «ανήκουν» κάπου.

Φτιάξε ένα άλλο πλάνο φίλε. Ένα πραγματικό, ουσιαστικό πλάνο.

Αλλιώς, μη γκρινιάζεις όταν σε κρίνω. Και, κυρίως, μην μου δείχνεις τις ευθύνες των άλλων για να αποφύγεις τις δικές σου.

.

Αν η κυβέρνηση αδικεί τους πολίτες της, δεν ευθύνεται η αντιπολίτευση. Το ότι η πρότασή της είναι ανεφάρμοστη, ή αστεία, ή, έστω, διαφορετική από την δική σου, δεν σημαίνει ότι δικαιούσαι να πληγώνεις τους πολίτες σου, να μην καθαρίζεις τα λερωμένα, δικά σου ή των προηγουμένων, να μην παράγεις κάθε φορά ιδέες, καινούργιες προτάσεις, να μην αμφισβητείς, διαρκώς τον εαυτό σου. Να μην γίνεσαι διαρκώς καλύτερη.

Κάνε την δουλειά σου σωστά, φίλε. Άκου τα λάθη σου, διόρθωσέ τα, έχεις πολλαπλάσια ευθύνη γιατί έχεις και την εξουσία, μην είσαι πιο σκληρός με αυτούς που διαφωνούν μαζί σου, επειδή και μόνο επειδή μπορείς.

Αλλιώς, μη γκρινιάζεις όταν σε κρίνω. Και, κυρίως, μην μου δείχνεις τις ευθύνες των άλλων για να αποφύγεις τις δικές σου.

~

Ο καθείς έχει την ευθύνη του, ανεξάρτητα από τις ευθύνες των άλλων που μπορεί να κάνουν λάθος, ή να μην τις χειρίζονται σωστά.

Και ένδειξη ωριμότητας, και κυρίως ένδειξη ότι σωστά έχει αυτήν την ευθύνη, είναι να αντιλαμβάνεται αυτόν τον απλό, μικρό κανόνα.

Αυτή είναι η σκέψη μου, και κρίνομαι γι’ αυτήν.

Ψήφισα; Ψήφισα.

Έβαλα σταυρό; Φυσικά και έβαλα σταυρό. Έμαθα τους υποψηφίους νωρίτερα από τις εκλογές, έψαξα για τον καθένα ξεχωριστά στο διαδίκτυο, ρώτησα γνωστούς, και αν είχα χρόνο θα τους συναντούσα από κοντά.

Έβγαλα δύο-τρεις που δεν με ικανοποιούσαν, επέλεξα τρεις που κάλυπταν τα κριτήριά μου. Διάβασα κείμενά τους, έλεγξα την όποια κοινοβουλευτική τους πορεία (δεν είχαν πρότερη εκλογή) και όλα αυτά μαζί, καθόρισαν την ψήφο μου.

(Ουδείς εξ αυτών βγήκε βουλευτής. Ήταν άγνωστοι όλοι, και, από ότι φαίνεται, ελάχιστοι προσπάθησαν να τους μάθουν.)

Απλό δεν είναι; Σίγουρα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, σε διαβεβαιώ.

~

Ψήφισες; Ψήφισες.

Έβαλες σταυρό; Θα υποθέσουμε, χάρη της κουβέντας, ότι έβαλες σταυρό.

Βγήκε κάποιος; Θα υποθέσουμε, χάρη της κουβέντας, ότι βγήκε, έστω και ένας.

Με την δική σου ψήφο, με την δική σου συμμετοχή, με την δική σου απόφαση.

~

Είσαι ικανοποιημένος από τον βουλευτή σου;

Θα πάει να ψηφίσει στην Βουλή. Θα τον ρωτήσουν: θέλετε αυτά τα μέτρα; Δεν θα τον αφορούν ιδιαιτέρως, (καλώς ή κακώς, δεν έχει πρόβλημα επιβίωσης, ούτε θα χάσει τον 13ο-14ο μισθό του, ούτε την σύνταξή του θα μειωθεί δραματικά) αλλά θα αφορά, ΣΙΓΟΥΡΑ, εσένα.

Θα τον ρωτήσουν, και θα απαντήσει για λογαριασμό σου.

Σκέψου το λίγο.

~

Αν συμφωνείς με το Μνημόνιο, και αρνηθεί τα μέτρα, σκέψου καλά τι σου είπε πριν τον ψηφίσεις. Αν σου είπε «Εγώ συμφωνώ με το μνημόνιο», ή «δεν συμφωνώ – αλλά δεν υπάρχει άλλη λύση», για παράδειγμα, καταστρατηγεί την εντολή που του έδωσες.

Είναι υπόλογος.

Το ίδιο και αν διαφωνείς με το Μνημόνιο, και το δεχθεί, ενώ σου είπε «Δεν πρέπει να κοπούν μισθοί και συντάξεις», «πρέπει να ενισχυθεί η οικονομία», «για τα εργασιακά, τραβάω κόκκινες γραμμές».

Σου είπε ψέματα.

Σκέψου το λίγο.

~

Κανείς, κανείς από αυτούς που ψήφισαν, ούτε εσύ, ούτε η γιαγιά απέναντι, ούτε ο ταξιτζής, ούτε ο εφοπλιστής – κανείς δεν έμεινε άφωνος.

Ψήφισαν ανθρώπους που μίλησαν για λογαριασμό τους.

Έδωσαν την εντολή, με βάση υποσχέσεις και θέσεις, και οι άνθρωποι που εκλέχθηκαν τους αντιπροσωπεύουν.

Κάθε «όχι, σε όλα» και κάθε «ναι, σε όλα» δεν λέγεται από έναν άνθρωπο. Λέγεται από όλους τους ψηφοφόρους του. Αν αυτοί οι ψηφοφόροι δεν του ζητήσουν τον λόγο, αν δεν πάρουν, ακόμα και για πρώτη φορά, τηλέφωνο στο γραφείο του, να διαμαρτυρηθούν αν θεωρούν ότι παραπλανήθηκαν, ότι τους είπε ψέματα, ότι υφάρπαξε την ψήφο τους, τότε θα αισθάνεται δικαιωμένος.

Σκέψου το.

~

Αν αυτός στην βουλή, μπήκε με δική σου ψήφο, εκλέχθηκε για λογαριασμό σου, αλλά δεν λέει αυτά που θέλεις να πεις, αντέδρασε.

Τηλεφώνησέ του, βρες τον από κοντά, εξήγησέ του ότι δεν είναι αυτό που θέλεις, δεν είναι η εντολή που του έδωσες, δεν κάνει αυτό που τον διόρισες να κάνει. Ρώτησέ τον ‘γιατί’, ‘τι άλλαξε’, μίλα μαζί του, άκου, μα πιο σημαντικό μίλα, ξεκαθάρισε την θέση σου.

Επικοινώνησε με όσους ξέρεις πως τον ψήφισαν και δες αν, μόνο εσύ δεν κατάλαβες καλά, ή ξεγελαστήκατε όλοι. Αν αυτός καλά τα είπε, ή σας κορόιδεψε. Αν εσείς ονειρευόσασταν άλλα, ή αυτός, θρασύτατα, σας έκλεψε την ψήφο και την έκανε εργαλείο για την προσωπική του ευμάρεια.

Η δημοκρατία μας επιτρέπει την αντίδραση στους δρόμους, αλλά επιβάλλει την προσωπική μας ενασχόληση. Δεν σταματά σε 4″ κάθε 4 χρόνια. Διαρκώς πρέπει να σιγουρευόμαστε ότι, η λαϊκή εντολή που δίνουμε, είναι μία λαϊκή εντολή που μας εκφράζει.

Μία πορεία είναι δυναμική, μα ανώνυμη. Μία άμεση διαμαρτυρία όμως στον εκπρόσωπό μας, αν αυτός δεν κάνει καλά την δουλειά του, είναι ΑΠΕΙΡΩΣ ισχυρότερη.

Σκέψου το.

Όρια

Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

Οι εργαζόμενοι της ΕΤ3 βγάζουν μία ανακοίνωση. Λέει (θα την διαβάσετε όλη εδώ) πως είναι πασιφανές ότι σημαντικά στοιχεία της δημοσιότητας σχετικά με το δάσος στις Σκουριές αποκρύφτηκαν ηθελημένα από την κρατική συχνότητα της ΕΤ3, σε τρία, τουλάχιστον, δελτία ειδήσεων.

Δημοσιογράφος της ΕΤ3 καταγγέλλεται (διάβασε εδώ) ότι απομακρύνθηκε, επειδή μίλησε για ισχυρή αστυνομική παρουσία στην Θεσσαλονίκη. Τίποτα άλλο, κανένα άλλο σχόλιο, απλώς «ισχυρή αστυνομική παρουσία».

Ο Κώστας Βαξεβάνης δημοσιοποιεί την περιβόητη λίστα Λαγκάρντ, που κανείς δεν ξέρει ούτε που βρίσκεται, ούτε ποιος την έχει. Αμέσως μετά, εισαγγελέας, αυτεπάγγελτα, ζητά την αυτόφωρη δίωξή του για δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων. Δικαίως, ή αδίκως. (Η θέση μου είναι ότι ιστορικά κακώς δημοσιοποιήθηκαν – αλλά α) δεν ξέρω πόσο ευαίσθητα δεδομένα είναι β) το απίστευτο κυβερνητικό μπάχαλο που έκανε μία απλή διαδικασία που στις υπόλοιπες χώρες τακτοποιήθηκε ενδοκυβερνητικά (ΣΔΟΕ, κλπ) σε πανηγύρι που έγειρε βάσιμες υποψίες). Φυσικά, στον ίδιο εισαγγελέα διέφυγε το αυτεπάγγελτο ενδιαφέρον στην αντίστοιχη δημοσίευση των Νέων (που είχε και ποσά, προφανώς πιο στοχοποιημένα θύματα, και ανακρίβειες)

Τέλος(;), η εκπομπή «Πρωινή Ενημέρωση» της κρατικής ΝΕΤ παύει να μεταδίδεται, καθώς οι Αρβανίτης – Κατσίμη έκαναν σχόλια για την ιατροδικαστική έκθεση που φέρνει σε δύσκολη θέση τον υπουργό δημοσίας τάξης, Δένδια. (είχα ασχοληθεί και εγώ, διάβασε εδώ).

Κάντα μία σούμα στο μυαλό σου. Δεν είναι προφανώς όλα, πολλά άλλα θα έχουν συμβεί στο παρασκήνιο, ούτε είναι όλες οι υποθέσεις ίδιες, αν και έχουν κοινές παραμέτρους, αλλά κάντα μία σούμα να μου πεις τι σκέφτεσαι.

Να σου πω και γω.

~

Έχω διαμαρτυρηθεί για την δημοσιογραφία στην Ελλάδα και στο παρελθόν. Κανένα από τα τέσσερα περιστατικά δεν είναι καν δημοσιογραφικά, κατ’ εμέ: Οι σχολιαστές των ειδήσεων έκαναν καλά, ή άσχημα την δουλειά τους, οι παρουσιαστές της πρωινής εκπομπής έκαναν απλώς ένα σχόλιο, ο Κώστας Βαξεβάνης, κατά την ταπεινή μου άποψη, μετέφερε μία λίστα με κάποιες περικοπές, όπως πάντως του την έδωσαν, με ελάχιστο (αν έγινε) ρεπορτάζ.

Άρα, δεν υπερασπίζομαι σώνει και ντε *αυτούς* τους δημοσιογράφους.

Αλλά όλα ξεκινάνε από κάπου, σωστά; Η αντίδρασή μας για τις Σκουριές θα ξεκινήσει όταν μάθουμε τι σκατά γίνεται εκεί κάτω, έτσι δεν είναι; Η αντίδρασή μας για την παρέλαση της Θεσσαλονίκης θα ξεκινήσει όταν μάθουμε τι σκατά γίνεται στην Θεσσαλονίκη, σωστά; Η αντίδρασή μας για τις πρακτικές της αστυνομίας, και την κυβερνητική αδιαφορία θα ξεκινήσει όταν μάθουμε τι σκατά γίνεται μέσα στα κρατητήρια των κελιών, δεν είναι έτσι; Και η αντίδρασή μας για τις λίστες που βρομίζουν την ζωή μας, θα ξεκινήσει όταν κάποιος πάρει, επιτέλους, έστω αυτό το υλικό, και αρχίσει να ψάχνει ουσιαστικά, ναι;

Ναι;

Οι εντολείς της απόλυσης ή σύλληψης όλων αυτών, δεν στοχεύουν τους ίδιους. Δεν τους νοιάζει η δημοσιογράφος της ΕΤ3, ή αν έκαναν καλά την παρουσίαση του αστυνομικού δελτίου τύπου οι παρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων, ή αν ο Βαξεβάνης δημοσίευσε μία λίστα που, στο κάτω κάτω ηρεμεί κατά πολύ το επίμονο σφυροκόπημα της αντιπολίτευσης για τα «τι», και «που» και κυρίως «σε ποιόν» της, ούτε νοιάζεται ιδιαιτέρως για τον Αρβανίτη και τα σχόλιά του.

Αλλού στοχεύουν.

Ο στόχος είναι η μηδενική αντίδραση. Εμείς να μην μάθουμε. Εμείς να μην ξέρουμε. Οι άλλοι δημοσιογράφοι να φοβηθούν. Για κάθε έναν δημοσιογράφο που απολύουν, δέκα άλλοι πιάνουν το νόημα και λουφάζουν. Για κάθε έναν που συλλαμβάνουν, ένας άλλος φοβάται να δημοσιεύσει.

Ξαναλέω, δεν λειτουργώ συμψηφιστικά. Ήταν λάθος η δημοσίευση, αλλά δεν το χρεώνεται ο Βαξεβάνης – ή, αν πρέπει να το χρεωθεί, και άλλοι πρέπει να το χρεωθούν πριν από αυτόν μαζί του. Δεν είδα τα ρεπορτάζ της ΕΤ3, ούτε για τις Σκουριές, ούτε για την Θεσσαλονίκη (αν και, πραγματικά, αντιλαμβανόμαστε πόσο αμερόληπτη είναι η κρατική τηλεόραση) και την «ισχυρή αστυνομική δύναμη». Και όσο για το σχόλιο για τον Δένδια… εκεί σηκώνω τα χέρια ψηλά.

(Δεν συμβαίνουν τώρα, αυτά βέβαια. Η ΝΕΤ, το βράδυ της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου μετέδωσε πως «έγινε ανταλλαγή αντικειμένων και μολότοφ μεταξύ αναρχικών και αστυνομικών» – κάτι που, ούτε ένας περίοικος δεν αποδέχθηκε ποτέ, πλην της αστυνομίας που επέμενε σ’ αυτό για αρκετές ώρες.)

Κάποτε έγραφα, αν είσαι δημοσιογράφος και βλέπεις ότι ο διπλανός σου λέει ψέματα, κάνε το σωστό – κατάγγειλέ το. Οι δημοσιογράφοι δεν θα έπρεπε να έχουν ούτε έναν φίλο – όλοι, παντού, ακόμα και διπλανοί, πρέπει να βρίσκονται σε διαρκή κρίση για την αλήθεια τους. Όποιοι και να είναι.

Το πογκρόμ απολύσεων, διώξεων, εκφοβισμού όμως στην δημοσιογραφική οικογένεια θα έπρεπε να την ενώσει.

Και, αν νομίζεις πως απευθύνομαι σε αριστερούς, κάνεις μεγάλο λάθος.

Ας ξεχάσουμε, προς στιγμήν αν υπάρχει ή όχι κοινός εχθρός για να αντιταχθούμε, τηλεθεατές, αναγνώστες και δημοσιογράφοι – όπως πχ μνημόνιο, αριστερά, φασισμός, ή «σοβιετικό μοντέλο». Ας δεχθούμε πως, οτιδήποτε και αν υπερασπίζεται κανείς, αριστερός ή δεξιός, σοσιαλιστής ή φιλελεύθερος, κυβερνητικός ή αντιπολιτευτικός, μνημονιακός ή αντιμνημονιακός, οπαδός της παγκοσμιοποίησης ή οπαδός του αυστηρού έθνους, όποιος και να είναι ο προσανατολισμός μας, πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο.

Αυτό το δίκιο λέγεται Αλήθεια.

Αυτή η αλήθεια δέχεται σήμερα ξεκάθαρα, ξεδιάντροπα, κυβερνητικά χτυπήματα.

Άρα δεν υπερασπίζομαι αποκλειστικά τους «αριστερούς» πολίτες που θίγονται.

Αν χαίρεσαι σήμερα γιατί είσαι από την ..»καλή» πλευρά, πρόσεξε, γιατί η δική σου αλήθεια θα δεχθεί χτυπήματα αύριο αν οι εξουσίες αλλάξουν πλευρές – αν δεν βοηθήσεις, όπου και αν ανήκεις, να παλεύουν κάποιοι για την αλήθεια, όποια και αν είναι αυτή.

Ας την ακούσουμε βρε παιδί μου δημοσιογραφικά την αλήθεια, και βλέπουμε μετά τι κάνουμε μ’ αυτήν.

Αν μας αφήσουν.

Η Λιάνα Κανέλλη δέχεται ένα πείραγμα/σάτιρα/αστείο στην εκπομπή της Πόπης Τσαπανίδου από την χιουμοριστική εκπομπή «Συντέλεια» του ίδιου καναλιού.

Κατ’ αρχάς, η αντίδρασή της:

Ανεξαρτήτως αν εγώ νομίζω ότι είναι ότι πιο αντιφασιστικό [προσθήκη: «τηλεοπτικά»] έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, από την άνοδο της Χρυσής Αυγής και μετά, περισσότερο από τα βίντεο που δείχνουν ξυλοδαρμούς, περισσότερο από ναζιστικούς χαιρετισμούς, περισσότερο από τα χτυπήματα, ζωντανά, στην Κανέλλη (που, προφανώς, το πιστεύω), μπορώ να δεχθώ κάθε αντίληψη για το γεγονός.

Σχεδόν.

Γιατί δυσκολεύομαι να δεχθώ αντιλήψεις όπως «ήταν αντιαισθητική η εικόνα» ή «ήταν υπερβολική η αντίδραση». Όχι γιατί διαφωνώ, είναι πραγματικά αδιάφορο αν διαφωνώ, η αισθητική του καθενός, ή η υπερβολή του καθενός δεν μπαίνουν σε ζύγι, και αν δεν μ΄ αρέσει εμένα τα πετάμε.

Γιατί, πέρα από τα κλάματα, ή τις υπερβολές μίας Κανέλλης, ή τέλος πάντων τα δάκρυα, και τις μύτες που τρέχουν, ή οτιδήποτε μπορεί να σου αποσπά την προσοχή – αυτό που λέγεται, είναι, νομίζω, σπουδαίο. Αν βγάλεις τα δάκρυα, οι λέξεις που ακούγονται, είναι σημαντικές. Αν απομονώσεις την ένταση μίας γυναίκας που είναι (ή δεν είναι, για κάποιους) σοκαρισμένη, μίας γυναίκας που δέχθηκε σωματική βία (έστω και πριν τέσσερις μήνες, για κάποιους), το νόημα αυτών που λέγονται είναι πολύ σημαντικό.

Μπήκα λοιπόν σε έναν κόπο.

Έβγαλα τα δάκρυα.

Αφού τα δάκρυα ενοχλούν, και αποσπούν την προσοχή, ας δοκιμάσουμε να διαβάσουμε, χωρίς συγκινήσεις και την ένταση της στιγμής, ας αποροφήσουμε τις λέξεις στεγνές, ας κάνουμε το κλάμα βουβό, μήπως, μήπως καταφέρουμε να μείνουμε στην ουσία.

Αυτά ελέχθησαν:

Πόπη Τσαπανίδου: Είμαστε στο στούντιο με την Λιάνα Κανέλλη, από την οποία θα ζητήσω και από κοντά πια, συγνώμη που ήρθε σε τόσο δύσκολη θέση – και επειδή δε βλέπω ότι είσαι αναστατωμένη ειλικρινά σου μιλάω, μέσα από την ψυχή μου συγνώμη-

Λιάνα Κανέλλη: ..αποφάσισα να βγω στον αέρα, και σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου δίνετε αυτά τα τρία λεπτά, παρότι η ψυχική μου κατάσταση είναι εξαιρετικά βεβαρημένη αυτήν την στιγμή, για να εξηγήσω εγώ, διότι έγινα θύμα μέσα σε λιγότερο από τριάντα δευτερόλεπτα μίας σπέκουλας από συναδέλφους, από μπλόγκς, από χίλια δυο, τα οποία παίρνουν και ρωτάνε τι συνέβη. Και επειδή σε τέτοια ζητήματα, που παίρνουν αυτήν την μορφή, δεν έχω καμία διάθεση να βγάλω ανακοινώσεις, όπως είθισται να κάνουν άλλοι βουλευτές ή άλλα κόμματα – το δικό μου δεν κάνει τέτοια πράγματα- επί προσωπικού, θέλω να εξηγήσω *εγώ*, σ’ αυτόν τον αέρα τι ακριβώς συνέβη – να εξηγήσω και γιατί είμαι έτσι, και γιατί είμαι υποχρεωμένη να απαντήσω σε ερωτήσεις που δεν μου τέθηκαν.

ΠΤ: Έχεις όσο χρόνο θέλεις.

ΛΚ: Βγαίνοντας στο διάλειμμα το διαφημιστικό από την εκπομπή σου, σε έναν πολύ μικρό και στενό χώρο που είναι έξω, γιατί το διάλειμμα θα ήταν περίπου έξι ως επτά λεπτά, μαζί με τον συνάδελφο που καθόνταν εδώ, σε έναν πάρα πολύ στενό χώρο, ανοίγοντας την πόρτα που σπρώχνεται έτσι (δείχνει) βρέθηκα, μπροστά σε.. [παύση] …και ας καταλάβει ο κόσμος τι εννοώ: ένα ζευγάρι μαύρα γάντια του μποξ, σε απόσταση πέντε πόντων από το πρόσωπό μου, από έναν, ε, σωματώδη κύριο που κάνει τα αστεία στην Συντέλεια, ο οποίος έχει περασμένη και ριγμένη την Ελληνική σημαία στους ώμους του, και έναν νεαρό, να τραβάει από την κάμερα, την έκπληξη ενός ανθρώπου. Το μόνο πράγμα που ζητάω είναι «σας παρακαλώ πάρα πολύ, δεν θέλω κάτι τέτοιο» -γιατί έπαθα σοκ- και λέω σας παρακαλώ πάρα πολύ, να μου πει κάποιος, όταν έχει υποστεί κτηνωδία δημόσια, εάν μπορεί να αντιμετωπίσει, ένα ζευγάρι γάντια βγαίνοντας από την εκπομπή, για τρία δεύτερα, σε ένα σαλόνι. Βρέθηκα με δύο γάντια, μπουνιάς, εδώ [δείχνει τα μάτια της] της πυγμαχίας. Αυτό υποτίθεται ότι θα ήταν ένα αυθόρμητο αστείο για την εκπομπή Συντέλεια. Σε ‘μένα συνετέλεσε στην ηθική, και ψυχολογική καταρράκωση να θεωρείται αστεία η διαπόμπευση και η βία. Εαν αυτό είναι αστείο -γι’ αυτό βγαίνω στον αέρα- δεν είναι αστείο! Μπορώ να φυλαχθώ από οποιονδήποτε χρυσαυγίτη, μπορώ να το αντιμετωπίσω πολιτικά, το αστείο αυτού του επιπέδου, αυτή την βία, και τον φασισμό του δήθεν αυθόρμητου, του δήθεν χιουμοριστικού, του δήθεν αστείου, χωρίς να ρωτήσουμε τον άλλον, σε τι κατάσταση βρίσκεται, αν μπορεί μετά από ένα τέτοιο αστείο σε ένα διάλειμμα να γυρίσει να συνεχίσει την πολιτική συζήτηση, και με σάτυρα, πάνω σε μία βίαιη πράξη, που ηθικά όφειλε να είναι είναι καταδικαστέα *από όλους*, ακόμα και από τους ανθρώπους που, θέλουν να ψηφίσουνε Χρυσή Αυγή – δεν είναι αστείο. Κατέρρευσα από την αντίληψη ότι συνάδελφοί μου, νέα παιδιά, πολλά από αυτά τα έχω διδάξει, μπορεί να θεώρησαν αστείο *κάτι τέτοιο*. Βγαίνω και το λέω *εγώ*, εγώ είμαι υπόλογη απέναντι στο κοινό όπως είναι οι δημοσιογράφοι. Είμαι υπόλογη απέναντι στους ψηφοφόρους και στον λαό και στους πολίτες, είμαι δημόσιο πρόσωπο που δεν έχει δύο χαρακτήρες -έναν πίσω από τις κάμερες, και έναν μπροστά από τις κάμερες. Η στοιχειώδης ευπρέπεια, επαγγελματισμός και γενναιότης μου, με υποχρεώνουν να απαντάω εγώ, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, χωρίς μεηκ-απ, χωρίς ωραιοποίηση, και χωρίς την αντίληψη, ότι επειδή είμαι στα μίντια, είμαι θεός. Δεν είμαι θεός! και δεν επιτρέπω σε κανένανε, μα σε κανένανε να αστειευτεί για την βία. Δεν επιτρέπω σε κανένανε να του κάνουνε πλάκα επειδή του βαρέσανε την μάνα, ή επειδή του βιάσανε την μάνα. Για οποιονδήποτε λόγο, ο εξωραϊσμός αυτών των πράξεων, είναι η αιτία της παγκόσμιας ανόδου του φασισμού…

ΠΤ: Θα συμφωνήσω Λιάνα απόλυτα μαζί σου…

ΛΚ: …ευχαριστώ πάρα πολύ…

ΠΤ: …απόλυτα μαζί σου…

ΛΚ: …για την δημοκρατία να μου δώσετε αυτόν τον μικρό χώρο να το πω,

ΠΤ: …αυτο είναι το ελάχιστο…

ΛΚ: ..να μην παίξουνε, δημοσιογραφικά, να σου πω, να μην παίξουνε τα μπλογκς, να μην παίξουνε τις γνώμες τους, να μην φαντάζονται τι έγινε. Είκοσι δεύτερα έχουνε, αν θελήσουνε ας το δώσουνε, είμαι ένας άνθρωπος που *αρνήθηκε να κάνει σάτιρα την βία σε βάρος του*!

ΠΤ: Λιάνα, καλά κάνεις και τονίζεις…

ΛΚ: Και επιμένω και τώρα να σας λέω *δεν είναι προσωπικό* – αν αρχίσετε να αστειεύεστε για το δράμα δίπλα σας θα εξοικειωθείτε με το τέρας. Μην μ’ ακούσετε εμένα, εγώ μπορεί να είμαι ένα τίποτα, ακούστε έναν Μάνο Χατζηδάκη (σ: αναφέρεται σ’ αυτό) ακούστε ανθρώπους πολύ σοβαρότερους, πολύ μεγαλύτερους από ‘μένανε – που πρόσφεραν πράγματα σ’ αυτόν τον τόπο, μην-εξοικειώνεστε-με το τέρας γελώντας με τα καμώματά του, είναι ο καλύτερος τρόπος να του μοιάσετε. Δεν έχω τίποτα άλλο να πω, δεν…

ΠΤ: …

ΛΚ: …δεν είναι μανιφέστο, δεν είναι πολιτική θέση – δεν είναι κρίση υστερίας…

ΠΤ: …θέλω σε παρακαλώ…

ΛΚ: …και δεν είναι παρά, συγκίνηση, εσωτερική, για να κρατηθώ όρθια και με αξιοπρέπεια, τίποτε παραπάνω – και για να μην κρύψω από το κοινό, γιατί έφυγα από την εκπομπή..

ΠΤ: …θέλω τρία δευτερόλεπτα…

ΛΚ: …και δεν κατάφερα να μην αισθάνομαι *βαθύτατα* πληγωμένη, βαθύτατα προσβεβλημένη, και κυρίως βαθύτατα απορριμένη. Όταν ο φασισμός γίνει ανέκδοτο αγάπη μου, γίνεται μετά και εκπομπή, και μετά γίνεται και άποψη πολιτική και κυρίαρχη

ΠΤ: Θέλω τρία δευτερόλεπτα μόνο από την δικιά μου την πλευρά – κατ’ αρχάς να, ε, να σου ζητήσω συγνώμη ξανά…

ΛΚ: … μα δεν ήξερες τίποτα….

ΠΤ: …κατά την διάρκεια της δικιάς μου εκπομπής έγινε αυτό…

ΛΚ: …εγώ συγνώμη που μπορεί να έφυγα από την εκπομπή…

ΠΤ: …όχι, καθόλου

ΛΚ: …χωρίς να πρέπει.

ΠΤ: Δεύτερον, θέλω να σου πω ότι είμαι *εκατό τοις εκατό* σίγουρη ότι δεν υπήρχε καμία τέτοια πρόθεση, ούτε στην άκρη του μυαλού κάποιου, αυτή η σκέψη, η ανέχεια ή, ή, ότι περιγράφεις ως επικίνδυνο – και συμφωνώ μαζί σου ότι είναι ο μεγάλος κίνδυνος…

ΛΚ: ..επιτρεψέ μου, η ανοχή, όχι η ανέχεια….

ΠΤ: …μπορώ να σου πω…

ΛΚ: ..η ανοχή, όχι η ανέχεια….

ΠΤ: …έχεις απόλυτο δίκιο. Μπορώ να σου πω όμως κάτι; Α.. ήταν άντρες, θα τους συγχωρέσεις το γεγονός ότι ήταν άντρες – με ποια έννοια στο λέω, το χαστούκι σε γυναίκα…

ΛΚ: Όχι, δεν θα το πάρω σεξιστικά…

ΠΤ: …το χαστούκι σε γυναίκα….

ΛΚ: …δεν θα το πάρω σεξιστικά…

ΠΤ: …Περίμενε!

ΛΚ: ..σου ζητώ συγνώμη-

ΠΤ: δεν το κάνω σεξιστικό!

ΛΚ: …για μία γυναίκα που δέρνει μία γυναίκα…

ΠΤ: …άσε με να ολοκληρώσω…

ΛΚ: …έγινε αστείο

ΠΤ: …άσε με λίγο να ολοκληρώσω…

ΛΚ: …δεν θέλω να ακούσω τίποτε άλλο…

ΠΤ: …το χαστούκι σε μία γυναίκα είναι βία, είναι κακοποίηση, είναι κακοποίηση και οι γυναίκες έχουμε ίσως μία μεγαλύτερη ευαισθησία….

ΛΚ: ….συγνώμη που θα στο πω….

ΠΤ: ….να βάλουμε όρια στην σάτιρα…

ΛΚ: Κάνεις ένα λάθος,

ΠΤ: ….να βάλουμε όρια στην σάτιρα.

ΛΚ: …αν εγώ χαστούκιζα τον Κασιδιάρη, διαρκούσης μίας προεκλογικής πολιτικής εκπομπής, θα ήμουνα, το ίδιο κτήνος, το ίδιο χυδαία, άλλου φύλου, τίποτε πέραν αυτού…

ΠΤ: …προσπαθώ να σου πω ότι δεν είχανε καμία πρόθεση…

ΛΚ: ..να με συγχωρεί η χάρη σου…

ΠΤ: …στο ελάχιστο. Και αισθάνονται τα παιδιά ακόμη χειρότερα από ότι εσύ τώρα, στο λέω…

ΛΚ: …κορίτσι μου, δεν υπάρχει κλοπή καλή, των πέντε δραχμών, και κλοπή κακή, των πέντε εκατομμυρίων, χάσαμε-κλίμακα-αξιών. Μην της βάζετε…

ΠΤ: …Λυπάμαι ειλικρινά, λυπάμαι ειλικρινά που σε φέραμε σε δύσκολη θέση….

ΛΚ: …μην της βάζετε φύλο, η, η κλοπή, είναι κλοπή όταν γίνεται, είτε είναι μία δραχμή, είτε είναι εκατό εκατομμύρια. Τα κίνητρα της κλοπής δεν καθαγιάζουν την πράξη. Ο πεινασμένος που θα κλέψει ένα-καρβέλι-ψωμί, στον Γιάννη Αγιάννη, είναι μυθιστόρημα, που εξηγεί την εποχή των αθλίων, ποιοι έκλεβαν το ψωμί, μην μπερδεύουμε τα πράγματα, σας παρακαλώ πάρα πολύ, δεν είναι ζήτημα ενός άνδρα και μίας γυναίκας,

ΠΤ: …δεν είναι, δεν το βάζω έτσι βρε αγάπη μου….

ΛΚ: …πολιτισμένων ανθρώπων….

ΠΤ: μην το τοποθετείς, μην το τοποθετείς σε λάθος βάση τώρα εσύ…

ΛΚ: …άνθρωποι…

ΠΤ: …μην το τοποθετείς σε λάθος βάση εσύ….

ΛΚ: …Εγώ απαντώ, αυτό που μου είπες δεν θέλω να κάνω συζήτηση,…

ΠΤ: …κατ’ αρχάς…

ΛΚ: …δεν θέλω να κάνω συνέντευξη επί του εαυτού μου αυτήν την στιγμή,

ΠΤ:… όχι, όχι καθόλου…

ΛΚ: …και επι του γεγονότος….

ΠΤ: …μπορώ αν σου πω όμως κάτι; δεν ξέρανε καν….

ΛΚ: Ζήτησα πέντε λεπτά για να βγω

ΠΤ: …δεν ξέρανε καν οτι είσαι εδώ! Δεν ξέρανε, δεν υπάρχει προγραμματισμός, δεν υπάρχει, άνοιξαν την τηλεόραση, είδαν ότι είσαι εδώ και σκέφτηκαν αυτό! Λάθος τους, κακή προσέγγιση, λάθος τους, επιπόλαιος χειρισμός, λάθος τους, είναι, εεεε, τις στιγμής απόφαση, χωρίς…

ΛΚ: …Ελπίζω και εύχομαι

ΠΤ: …χωρίς πρόθεση…

ΛΚ: …Ελπίζω και εύχομαι. Να μην τους απολύσετε…

ΠΤ: …χωρίς καμία πρόθεση…

ΛΚ: …και έχω πλήρη συναίσθηση ότι τους έκανα και περισσότερο διάσημους από ότι είναι. Σας ευχαριστώ

ΠΤ: Ελα μωρε Λιάνα, αυτό είναι τώρα…

ΛΚ: Σας ευχαριστώ.

ΠΤ: Λυπάμαι πολύ που, σε φέραμε…

ΛΚ: Σας ευχαριστώ πολύ.

ΠΤ: …σε δύσκολη θέση, πραγματικά λυπάμαι πολύ..

ΛΚ: Ευχαριστώ πάρα πολύ.

ΠΤ: Δεν θα θελα καθόλου να είμαι στην θέση σου, ειλικρινά.

Αυτές είναι οι λέξεις, πίσω από τα αισθήματα. Χωρίς δικές μου παρεμβάσεις, για το τι είναι σημαντικό, και τι όχι.

~

Αν δεν μπόρεσαν λοιπόν να φτάσουν στο μυαλό σου, επειδή πέρασαν από την καρδιά σου πρώτα, σου προσφέρω και την άλλη εκδοχή. Την στεγνή από δάκρυα.

Να φτάσει κατ’ ευθείαν στο μυαλό σου, και να μου πεις που, που υπάρχει λάθος σ’ αυτό το σκεπτικό. Να κρίνουμε τα λόγια, όχι τα αισθήματα.

Και αν πρέπει, κυρίως, και εμάς, να μας διδάξει κάτι όλο αυτό.

~

Να δούμε αν το βουβό κλάμα, έχει κάποιο νόημα πίσω του.

Υ.Γ: Έκανα ότι μπορούσα να έχω πιστή απομαγνητοφώνηση, ελπίζω να μην μου ξέφυγε κάτι, δεν είμαι επαγγελματίας, δημοσιογραφία των πολιτών ασκώ 🙂

Bloody Hand

«Μας είπανε ναζί, μία, δύο, δέκα. Δεν μας είπανε όμως ποτέ κλέφτες. Αυτά τα χέρια μπορεί καμιά φορά να χαιρετάνε έτσι χαιρετάει ναζιστικά, αλλά είναι καθαρά χέρια […]»

Είναι καθαρά αυτά τα χέρια.

Συμφωνώ. Είναι φανερό. Κοιτάω την οθόνη: Αυτά τα χέρια είναι καθαρά.

Γιατί ένα όπλο δεν έχει χέρια. Μία σφαίρα, δεν έχει χέρια. Μία λεπίδα, δεν έχει χέρια.

Η Χρυσή Αυγή, είναι όργανο. Είναι ένα αντικείμενο. Ένα βρωμερό, σιχαμένο αντικείμενο μίσους. Το χρησιμοποιούν όσοι είναι δειλοί να αντέξουν κάθε τι διαφορετικό, όσοι έχουν λόγο τους την γροθιά, όσοι έχουν ηδονή τους τον πόνο, όσοι θέλουν κάποιον να πατήσουν, επιτέλους, κάτω από το σκοτάδι της ύπαρξής τους.

Κάποιος άλλος, όμως, θα σφάξει γι’ αυτούς. Ένας χρυσαυγίτης θα τους γλυτώσει από το διαφορετικό. Ένας χρυσαυγίτης θα τους γλυτώσει από την δύσκολη στιγμή. Ένας χρυσαυγίτης θα σφάξει για λογαριασμό τους.

Θα σφάξει έναν μετανάστη. Θα σφάξει έναν φτωχό. Θα σφάξει έναν αριστερό. Θα σφάξει έναν ομοφυλόφιλο. Θα σφάξει έναν συμπαθούντα. Θα σφάξει έναν διαφωνούντα. Θα σφάξει, τελικά, όποιον σκέφτεται.

Αν τα χέρια του Μιχαλολιάκου είναι καθαρά, είναι γιατί τα χέρια του Πειραιώς Σεραφείμ είναι γεμάτα αίμα. Γιατί τα χέρια του Νότη Σφακιανάκη είναι γεμάτα αίμα. Γιατί τα χέρια της Χριστίνα Σάμη είναι γεμάτα αίμα. Τα χέρια του Γαϊτάνου είναι γεμάτα αίμα. Τα χέρια της Ελένης Λιάσκα είναι γεμάτα αίμα. Τα χέρια της Βούλας Παπαχρήστου είναι γεμάτα αίμα. Τα χέρια του ψηφοφόρου, του ανώνυμου, που κάνει τον σταυρό του και λέει «καλά τους κάνανε» είναι γεμάτα αίμα.

Ένας ματωμένος σταυρός ελπίδας.

Πριν εξαφανίσουμε το όπλο που λέγεται Χρυσή Αυγή, πρέπει πρώτα να δούμε ποιος το κρατάει. Τα δικά του χέρια είναι ματωμένα. Για λογαριασμό του Νότη, του Πέτρου, της Ελένης, της Χριστίνας, της Βούλας, γι’ αυτούς πράττει, με την έγκρισή τους πράττει, με την ανοχή τους πράττει, με την οδηγία τους πράττει, με την υποστήριξή τους πράττει, με την ελπίδα τους τρέφεται το μίσος του, με τις εντολές του σπέρνει τον Θάνατο.

Αυτά είναι τα ματωμένα χέρια, τα χέρια αυτών που την στηρίζουν είναι γεμάτα αίμα.

Είτε δεν τους νοιάζουν τα εγκλήματά του, είτε τα αγνοούν παρότι όλοι οι υπόλοιποι ουρλιάζουν γι’ αυτά, είτε ηδονίζονται, με την εικόνα του εξευτελισμένου ομοφυλόφιλου, του σφαγμένου μετανάστη, του τρομαγμένου βλέμματος, της απόγνωσης, της απόγνωσης ενός ανθρώπου που έφυγε από έναν πόλεμο, από έναν βιασμό, από μία λιμοκτονία, από ένα δράμα, είτε δεν ακούν την φωνή του να ουρλιάζει, είτε την ακούν και δεν τους νοιάζει, είτε την ακούν και νανουρίζονται με τις κραυγές του, σε ένα αστυνομικό τμήμα, σε ένα σοκάκι, σε ένα δωμάτιο με άλλους δέκα, με παιδιά, τα παιδιά του, την γυναίκα του, να ξυλοκοπούνται, οι δράστες είναι όργανά του. Αυτοί, που τους στηρίζουν, όπου και όπως μπορούν, είναι οι θύτες.

ο Μιχαλολιάκος σηκώνει τα χέρια του. Τα κοιτάω στον φακό. Είναι καθαρά. Είναι απλώς ένα βρωμερό στιλέτο μίσους, λάμπει στο σκοτάδι, είναι ένα καθαρό, κρύο, παγωμένο μέταλλο.

Που το σηκώνουν, ψηλά, τα όσο πιο αποστειρωμένα γίνεται, ματωμένα τους χέρια.

Διάβασε επίσης: Το τέρας στον καθρέφτη

Democracy in slow motion

Σκέφτομαι, εκείνο το παλιό άρθρο που είχα γράψει, ότι η Δημοκρατία δεν είναι δωρεάν, κοστίζει (να το διαβάσεις, ωραίο άρθρο, χαίρομαι που το ‘γραψα). Διαβάζω και την σημερινή είδηση, ότι σκέφτονται (πολύ σοβαρά) να επιτρέψουν την πώληση ληγμένων τροφίμων και προϊόντων, σε χαμηλότερη τιμή.

Έχουν πρόσβαση οι φτωχοί στην Δημοκρατία;

Αμφιβάλλω. Αν όλη την ημέρα πασχίζεις να βγάλεις τα προς το ζειν ζην, είναι δυνατόν, ταυτόχρονα, να είσαι πλήρως ενημερωμένος, να ανταλλάξεις απόψεις, να αποκτήσεις γνώμη – για να μην μανιπουλαριστείς από γνώμες άλλων, και να γίνει η απαραίτητη ζύμωση για να μπορέσεις, όταν ερωτηθείς, να καταθέσεις μία σοβαρή και εμπεριστατωμένη θέση για το μέλλον, το δικό σου και τις χώρας σου;

Αμφιβάλλω.

Ακόμα και αν προσπαθήσεις, ειλικρινά, με όποιον τρόπο μπορείς, να το κάνεις, ακόμα και αν κλέβεις ματιές στο τουήτερ, ή αγοράζεις ριζοσπάστη ξέρω γω για να πας στην δουλειά σου, η ενημέρωση θέλει χρόνο, καθαρό μυαλό και συγκέντρωση, που δεν χωράνε σε ένα διάλειμμα. Πόσο δε μάλλον, αν είσαι άνεργος, και το καθαρό μυαλό το έχει καταβάλλει ο φόβος.

Οπότε; Έχουν οι φτωχοί δημοκρατία;

Στην πραγματικότητα, το ερώτημα είναι λάθος. Αντίθετα με το φαγητό, που ο γείτονάς σου (ή εσύ αύριο, μην απατάσαι) θα αγοράζει 60% φθηνότερα φαγητό γιατί θα είναι -επισήμως- ληγμένο, η δημοκρατία δεν είναι ατομική υπόθεση.

Δεν νοείται να έχει δημοκρατία μόνο ένας, και όχι όλοι οι υπόλοιποι. Ούτε να έχουν όλοι οι άλλοι, και να μην έχει μόνο ένας.

Είναι τόσο μυστήριο πράγμα η Δημοκρατία.

Αν δεν διασφαλίσουμε, με οποιονδήποτε τρόπο, το ελάχιστο διαβίωσης σε όλους τους πολίτες αυτής της χώρας, (πράγμα που, σε κάθε ευνομούμενη χώρα, και επιπλέον δημοκρατική, θα έπρεπε να είναι ήδη αυτονόητο) δεν θα έχει δημοκρατία κανείς.

Αντίθετα με το φαγητό των φτωχών, που πλασάρεται με εύπεπτη ονομασία και που υποθέτεις ότι δεν σε αφορά, δημοκρατία (ή μη) των φτωχών, δεν υπάρχει.

‘Η όλοι θα έχουμε, ή κανείς.

Σκέψου το.

Ο Biafra και ο Φασιστόμουτρο τονίζουν στα σχόλια ότι δεν είναι η επίσημη απάντηση του Υπουργού στην Βουλή, αλλά απλώς Δελτίο Τύπου, το οποίο μπορεί και να διαφέρει από την επίσημη απάντηση που θα ακολουθήσει. Τους απαντώ, στα σχόλια αλλά χρήσιμο είναι να το λάβεις υπόψιν σου, διαβάζοντας το ποστ.

Έλα να δούμε κάτι μαζί, σε παρακαλώ. Θέλω λίγο την παρέα σου, να μου πεις τι δεν καταλαβαίνω σωστά.

~

Το βράδυ της Παρασκευής Κυριακής 30 Σεπτέμβρη, στην Αθήνα, μία ομάδα ατόμων, σε μηχανές, πραγματοποιεί αντιφασιστική, για άλλους πορεία, για άλλους περιπολία. Η μία πλευρά λέει πως βρίσκουν δύο έλληνες, κατοίκους περιοχής, και αναίτια τους χτυπάνε, η άλλη πλευρά λέει πως οι δύο ήταν ακροδεξιοί, που έσπαγαν κατάστημα μετανάστη και τους πέτυχαν στο έργο.

Όπως και να έχει, ξεκινάνε επεισόδια μεταξύ τους.

Έχουν προφανώς την σημασία τους όλα αυτά, αλλά περίμενε, γιατί δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Προσπέρασέ το, λοιπόν.

Μια ομάδα της ΔΙΑΣ, επεμβαίνει, και επιτίθεται στην μηχανοκίνητη. Οι περιγραφές είναι πολλές, αντικρουόμενες, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι 15 συλληφθέντες.

Είναι αρκετά αποστειρωμένα όλα αυτά όπως στα λέω; Πάμε παραπέρα.

Οι συλληφθέντες καταγγέλλουν ότι στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ, υπόκεινται σε, ξυλοδαρμούς, λεκτική βία, εξευτελισμό, ακόμα και βασανισμούς με taser (είναι εκείνα τα ηλεκτροφόρα καλώδια, που έχουν καμιά φορά οι αστυνομικοί των άλλων, κυρίως, χωρών. Καρφώνονται με αγκίστρια στο κορμί, και διαχέουν μέσα του ισχυρή δόση ηλεκτρισμού, για την ακινητοποίηση του θύματος. Είναι, σε περιπτώσεις, ακόμα και θανατηφόρα)

Οι συλληφθέντες, περνούν από εισαγγελέα. Κατά την παραμονή τους εκεί, γίνονται επεισόδια στα οποία συμμετέχουν συγγενείς, φίλοι τους, και αστυνομικές δυνάμεις. Οι πολίτες καταγγέλλουν σωρεία νομικών και αστυνομικών παραβάσεων, ενώ ούτε η ΕΛΑΣ, ούτε η εισαγγελία έχουν εκδώσει Δελτία Τύπου. Γίνονται και εκεί, κάποιες συλλήψεις.

Σε κούρασα. Το φαντάζομαι. Και γω κουράστηκα λίγο, στην προσπάθειά μου να μείνω όσο το δυνατόν αποστασιοποιημένος, γιατί, σου ξαναλέω, η ουσία δεν έχει έρθει ακόμα (φαντάσου).

Συνεχίζω.

Μέσα από όλες αυτές τις καταγγελίες, μία ομάδα βουλευτών του Σύριζα, κάνει στην βουλή την εξής ερώτηση:

Προς το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη
Θέμα: Κακοποίηση και βασανισμός των συλληφθέντων αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ

Το βράδυ της 30ης Σεπτεμβρίου σε αντιφασιστική μοτοπορία έγιναν συλλήψεις 15 πολιτών οι οποίοι μεταφέρθηκαν με εμφανή τα σημάδια του ξυλοδαρμού στην ΓΑΔΑ. Σύμφωνα με καταγγελίες η σύλληψή τους έγινε υπό συνθήκες απίστευτης βίας και τρομοκρατίας, καθώς οι άνδρες της ομάδας Δέλτα διεμβόλισαν με τις μηχανές τους την πορεία, έριξαν κάτω τους αναβάτες και συνέχισαν να τους ξυλοκοπούν ακόμα και αφού τους είχαν περάσει χειροπέδες. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες οι αστυνομικοί έκαναν χρήση και ηλεκτρονικού όπλου (taser).

Στην ΓΑΔΑ , σύμφωνα και με καταγγελίες των συνηγόρων τους, οι συλληφθέντες ξυλοκοπήθηκαν εκ νέου και μαζί με αισχρά σεξιστικά σχόλια υπέστησαν καταναγκασμούς που παραπέμπουν σε τόπο βασανιστηρίου και όχι στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής.

Το τελευταίο διάστημα έχουν συμβεί πολλά περιστατικά από τα «τάγματα εφόδου» της Χρυσής Αυγής στα οποία η αστυνομία δείχνει ανοχή ή σε ορισμένες περιπτώσεις και συνεργασία. Αντιθέτως δείχνει αξιοσημείωτη σπουδή στην προσαγωγή και σύλληψη αντιφασιστών συνοδευόμενη από την κακοποίησή τους.
Επειδή θεωρούμε ότι η αστυνομία δρα κατόπιν συγκεκριμένων εντολών και δεν μπορεί να είναι ανεξέλεγκτος μηχανισμός καταστολής και βίας, σας θέτουμε προ των ευθυνών σας, γιατί τέτοια φαινόμενα αποτελούν εκτροπή από τη νομιμότητα και τη δημοκρατική λειτουργία της αστυνομίας.
Ως εκ τούτου ερωτάται ο κ. Υπουργός

1. Θα διεξαχθεί έρευνα για την κακοποίηση που υπέστησαν οι συλληφθέντες μέσα στη ΓΑΔΑ;

2. Θα πάρει μέτρα ώστε να ελεγχθούν άμεσα όσοι προέβησαν στις παραπάνω ενέργειες;

3. Είναι σε γνώση ή υπό τον έλεγχο του υπουργού η απαράδεκτη για το δημοκρατικό μας πολίτευμα κατάσταση που καταγγέλλεται για την ΓΑΔΑ;

4. Γιατί την 1η Οκτωβρίου ,στα δικαστήρια της Ευελπίδων, η αστυνομία επιτέθηκε απρόκλητα και με εξαιρετική αγριότητα στους συγκεντρωμένους συγγενείς και φίλους των κακοποιημένων συλληφθέντων;

Οι ερωτώντες βουλευτές:
Τσουκαλάς Δημήτρης
Κουράκης Τάσος
Κανελλοπούλου Μαρία
Kατριβάνου Βασιλική
Σταμπουλή Αφροδίτη

[από εδώ]

Λοιπόν: Έχουν γίνει αυτά που σου περιγράφω, και πέντε βουλευτές του Σύριζα (μόνο του Σύριζα, κανένα άλλο κόμμα δεν συμμετείχε), απορούν.

Βασικά, και εγώ απορώ. Έγιναν αυτά τα πράγματα; Πράγματι, βασανίζονται συλληφθέντες στην ΓΑΔΑ; Είναι δυνατόν; Τους ασκείται βία; Δεν εξετάζω αν είναι αθώοι, ή ένοχοι, σου θυμίζω. Σύμφωνα με κάθε αξιοπρεπή συνθήκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, συλληφθείς, δεν βασανίζεται. Ούτε αν είναι ο Άκης, ούτε αν είναι ο Ψωμιάδης, ούτε αν είναι ο Δουρής, ούτε αν είναι δεκαεπτάχρονος πιτσιρικάς.

Όπότε, τα ερωτήματα είναι εύλογα: Υπάρχουν καταγγελίες, και μάλιστα επώνυμες και νομικά κατοχυρωμένες. Θα γίνει ΕΔΕ; Θα υπάρξουν κυρώσεις; Το ξέρει ο Υπουργός; Γιατί έγιναν τα δεύτερα επεισόδια την 1/10;

Εγώ καλύπτομαι απόλυτα από την ερώτηση των βουλευτών του Σύριζα. Ξέχνα ότι είναι του Σύριζα: Πες ότι την έκανα εγώ. Και αν απορείς και εσύ, πες ότι την έκανες και εσύ.

~

Σήμερα, εκδόθηκε το ακόλουθο Δελτίο Τύπου, από το γραφείο του κ. Δένδια:

Για τον ΣΥΡΙΖΑ προφανώς η έννοια «νομιμότητα» δεν υφίσταται, την οποία επιμελώς αποφεύγει σε κάθε ανακοίνωσή του, όπου μονότονα επαναλαμβάνει τα ίδια αβάσιμα επιχειρήματα. Αλλά αν μη τι άλλο αποτελεί μνημείο θρασύτητας να εξαπολύει κατηγορίες το συγκεκριμένο κόμμα για… ανοχή στις «μαφίες» που δρουν στον Άγιο Παντελεήμονα, αφού προηγουμένως αντιδρούσε και εξακολουθεί να αντιδρά στην επιχείρηση «Ξένιος Ζευς» στη συγκεκριμένη περιοχή, όπως ακριβώς αντιδρά η Χρυσή Αυγή, σε μία παράδοξη σύμπλευση.

Για τον ίδιο λόγο – και αφού πρόσφατα τάχθηκε επισήμως με ανακοίνωση της «Επιτροπής Δικαιωμάτων του κατά της αποκάλυψης των ονομάτων ταραχοποιών και κουκουλοφόρων – ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διστάζει να τάσσεται ανερυθρίαστα με όσους συμπλέκονται στους δρόμους, από το ένα άκρο του πολιτικού συστήματος εναντίον του άλλου. Να υπενθυμίσουμε στους ανιστόρητους ότι αυτό ακριβώς συνιστά τον κίνδυνο για επανάληψη των φαινομένων τύπου Βαϊμάρης, από τους εξτρεμιστές του πολιτικού συστήματος.

Αλλά τον συγκεκριμένο κίνδυνο για το δημοκρατικό μας πολίτευμα, το υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη είναι αποφασισμένο να τον αποτρέψει, με την στήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών.

Ο ελληνικός λαός, με την ωριμότητα που επιδεικνύει, απαιτεί την επιβολή της νομιμότητας προς πάσα κατεύθυνση. Και αυτό θα πράξουμε, αδιαφορώντας για τους αμετανόητους νοσταλγούς ολοκληρωτικών καθεστώτων που αιματοκύλισαν την ανθρωπότητα ή για τους πολιτικούς μέντορες των πάσης φύσεως «μπαχαλάκηδων»

Αυτό. Τελείωσε. Καμία άλλη γραμμή, παράγραφος, δεύτερη σελίδα, τίποτα.

Αυτό είναι όλο. Αυτή είναι η απάντηση.

Κάνε μου την χάρη, σε βάζω σε κόπο, το ξέρω – ξαναδιάβασέ την. Διάβασε πρώτα την ερώτηση, που κάνουν (κοινοβουλευτικά, σου θυμίζω, απόλυτα θεσμικά) οι βουλευτές, και διάβασε πάλι την απάντηση.

Κατάλαβες; Ωραία. Γιατί ετοιμάζομαι να πάω στο ζουμί, και να σου πω τι κατάλαβα εγώ.

~

Ο αγαπητός Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη Νίκος Δένδιας, απάντησε.

Σου φαίνεται πως περί άλλων τυρβάζει, αλλά θεωρώ ότι απάντησε.

Ναι, έγιναν οι καταγγελθέντες βασανισμοί. Έγιναν. Όλοι τους, όπως περιγράφονται. Όλοι. Ναι, ο Υπουργός έχει λάβει γνώση. Γνωρίζει. Όχι, δεν προτίθεται να διεξαγάγει έρευνα. Δεν προτίθεται να τιμωρήσει κανέναν, οι αστυνομικοί δεν θα έχουν ούτε επίπληξη. Ναι, επιτέθηκε απρόκλητα και με εξαιρετική αγριότητα στους συγκεντρωμένους συγγενείς και φίλους των κακοποιημένων συλληφθέντων η αστυνομία, και όχι, δεν προτίθεται ούτε εκεί, ούτε έρευνα να διατάξει, ούτε να τιμωρήσει τους υπευθύνους. Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά. Εσείς δεν δικαιούστε να ρωτάτε.

Όχι; νομίζεις ότι δεν είπε αυτά; Δεν καταλαβαίνω γιατί πιστεύεις κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι είναι σαφές:

– Θα διεξαχθεί έρευνα για την κακοποίηση που υπέστησαν οι συλληφθέντες μέσα στη ΓΑΔΑ;
– Δεν υφίσταται η έννοια νομιμότητα για τον Σύριζα, είναι μνημείο θρασύτητας να αντιδρά, ενώ παραδόξως συμπλέκει με την Χρυσή Αυγή κατά του Ξένιος Ζεύς.

– Θα πάρετε μέτρα ώστε να ελεγχθούν άμεσα όσοι προέβησαν στις παραπάνω ενέργειες;
– Ο Σύριζα δεν διστάζει να τάσσεται ανερυθρίαστα με όσους συμπλέκονται στους δρόμους.

-Είναι σε γνώση ή υπό τον έλεγχο του υπουργού η απαράδεκτη για το δημοκρατικό μας πολίτευμα κατάσταση που καταγγέλλεται για την ΓΑΔΑ;
– Είστε ανιστόρητοι, εξτρεμιστές, και υπεύθυνοι για φαινόμενα τύπου Βαϊμάρης.

– Γιατί την 1η Οκτωβρίου ,στα δικαστήρια της Ευελπίδων, η αστυνομία επιτέθηκε απρόκλητα και με εξαιρετική αγριότητα στους συγκεντρωμένους συγγενείς και φίλους των κακοποιημένων συλληφθέντων;
– Είστε πολιτικοί μέντορες των πάσης φύσεως «μπαχαλάκηδων»

Κατ’ αρχάς μοιάζει ωσαν ο Υπουργός να κινείται απλώς πολιτικά απέναντι σε ένα πολιτικό χώρο που, να το θέσω κόσμια, δεν συμπαθεί. Θα αδιαφορούσα παντελώς, ή ακόμα-ακόμα θα δεχόμουν να μελετήσω την ορθότητα κάποιων εκ των παρατηρήσεών του, αν δεν υπήρχε μία ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια:

Δεν ζητήθηκε η γνώμη του για τον Σύριζα.

Είναι αρκετά προβεβλημένος πολιτικός, και είχε στο παρελθόν, θα έχει και στο μέλλον, δυστυχώς ή ευτυχώς, όπως το δει κανείς, άφθονες ευκαιρίες να μας πει για ποιους λόγους δεν θα δεχόταν ποτέ να γίνει μέλος του πολιτικού αυτού χώρου. Σεβαστοί, αυτοί οι λόγοι, αν και κατά βάση, αδιάφοροι.

Αλλά δεν ρωτήθηκε γι’ αυτό ο κ. Δένδιας.

Δεν ρωτήθηκε ΚΑΝ ο κύριος Δένδιας.

Η ερώτηση ήταν ξεκάθαρα προς τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Ξεκάθαρα.

Αφορά μέρος των αρμοδιοτήτων του, η ερώτηση έρχεται (ξανατονίζω: θεσμικά) από κόμμα στην βουλή, και οφείλει να απαντήσει ξεκάθαρα, με ένα, δύο, τρία, τέσσερα.

– Ναι, θα διεξαχθεί έρευνα. Φυσικά, θα παρθούν μέτρα. Όχι, εξ’ου και η έρευνα που έχω ζητήσει. Έχει, επίσης, διεξαχθεί έρευνα.

Μου πήρε 5» να την γράψω – εγώ, που ούτε βουλευτής είμαι, ούτε υπουργός, ούτε λόγους γράφω, ούτε υπεύθυνος είμαι απέναντί σε κανέναν. Απλό, κατανοητό, σαφές. Δεν είναι ανάγκη καν να είναι ειλικρινές.

Αλλά ο κύριος Δένδιας, ο Υπουργός, δεν έχει διάθεση να το παίξει ειλικρινής.

Για να δούμε σε ποιους δεν απαντάει.

Κατ’ αρχάς, σε βουλευτές, εκπροσώπους του ελληνικού λαού. Επίσης, δεν απαντά στους συνηγόρους των κατηγορουμένων. Δεν απαντά στα θύματα, ή, έστω, στα «θύματα». Τελος, δεν απαντά σε μένα. Και σε σένα.

Ψάχνω για ένα ευγενικό κλείσιμο. Στο μυαλό μου έρχονται διαρκώς οι λέξεις «αν δεν απαντηθεί θεσμικά, θα απαντηθεί στους δρόμους το ερώτημα, πάντως θα απαντηθεί – και υποπτεύομαι ότι αυτό, ακριβώς, επιθυμεί -ενδόμυχα ή μη- ο Υπουργός«, αλλά δεν θέλω να είμαι δυσοίωνος. Οι εναλλακτικές μου είναι πως ο Υπουργός είναι απόλυτα ικανοποιημένος με την έκβαση, πως, απλώς, δεν είδε τι του έγραψαν και το υπέγραψε, πως αδιαφορεί για τις πράξεις του, και/ή πως δεν αντιλαμβάνεται την βαρύτητά τους.

Σε κάθε περίπτωση δεν ξέρω τι είναι καλύτερο.

Σε κάθε περίπτωση, επίσης, ο Υπουργός ξέρει ότι γίνονται βασανιστήρια στην ΓΑΔΑ, δεν ενοχλείται απ’ αυτό, και δεν προτίθεται να δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

~

Σου χρωστάω και κάτι ακόμα. Σου είπα πως δεν θα ασχοληθώ με το αν είναι αθώοι, ή ένοχοι των κατηγοριών. Φυσικά, εσύ είσαι σίγουρος πως είναι ένοχοι – γιατί, τους συνέλαβε το κράτος, ή γιατί ήταν εκεί. Δεν θα είναι ο αδελφός σου, ο φίλος σου, ο πατέρας σου – ή εσύ, γιατί αυτοί δεν κάνουν τέτοια πράγματα. Δεν έχεις να ανησυχείς ότι δικός σου άνθρωπος θα ανέβει τους ορόφους της ΓΑΔΑ για να κλειστεί σε ένα κελί παρέα με ανισόρροπους, ατιμώρητους ανθρώπους που κρατάνε στα χέρια τους, ξέρω γω, taser και έχουν την κυβερνητική άδεια να το χρησιμοποιήσουν.

Εσύ, είσαι αθώος. Οι αθώοι δεν έχουν να φοβούνται τίποτα.

Είσαι σίγουρος;

Είσαι σίγουρος;

Είσαι σίγουρος;

Είσαι σίγουρος;

Είσαι σίγουρος;

Υστερόγραφο: Αυτό είναι ένα teaser:

Υστερόγραφο δύο:

Υστερόγραφο τρία: Για να καταλάβεις πως σκέφτομαι, πάντα είναι χρήσιμο να διαβάσεις αυτό: «Εγώ, το αφεντικό«

Clown

Κοίτα, δεν γνωριζόμαστε. Θα ήθελα, θα ήθελες, αλλά δεν γνωριζόμαστε.

Δεν ξέρω πως σκέφτεσαι, δεν ξέρω γιατί σκέφτεσαι αυτά που σκέφτεσαι, δεν ξέρω αν φοβάσαι, αν λυπάσαι, αν ονειρεύεσαι ένα καλύτερο αύριο, ή απεύχεσαι ένα χειρότερο.

Δεν ξέρω πως είναι το αύριο που ονειρεύεσαι. Ούτε καν, το σήμερα που ζεις.

Μπορείς να ξεφύγεις από μένα. Να με δουλέψεις, με λόγια εύκολα, με ευχολόγια και διαστρεβλωμένες πραγματικότητες, να με πείσεις, ότι είσαι καλός άνθρωπος, αν το θες, τίμιος, εργατικός – ή, έστω, ειλικρινής.

Μπορείς, δεν υπάρχει αμφιβολία. Όπως δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν έχει καμία σημασία αν τα καταφέρεις.

Λυπάμαι που στο λέω, αλλά δεν έχει σημασία – όχι για μένα.

Καμία.

~

Εξηντατεσσάρων ετών ο παππούς που βίαζε, από τα έξι της, επί τρία ολόκληρα χρόνια ένα τώρα εννιάχρονο, τότε εξάχρονο κοριτσάκι από την Βουλγαρία.

Επί τρία χρόνια. Βίαζε. Ο παππούς. Το εξάχρονο παιδάκι.

Φρόντισε να μη σε πονέσει καμία από αυτές τις λέξεις. Καμία. Γιατί έκανες μία επιλογή. Αυτό προσπαθώ να σου πω. Εμένα μπορείς να με ξεγελάσεις ότι νοιάζεσαι, και θύμωσες, αλλά δεν μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου.

Λυπάμαι. Δεν μπορείς.

Αν πιστεύεις ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετική αξία αν έχουν γεννηθεί Έλληνες, με το αν έχουν γεννηθεί στην αλλοδαπή, αν πιστεύεις ότι αυτό τους ξεχωρίζει σε κάτι, όσο και αν με κοροϊδεύεις ότι κλαις γι’ αυτό το πλάσμα, το εξάχρονο κοριτσάκι – δεν ισχύει.

Δεν γίνεται.

Δεν μπορείς να πιστεύεις ότι, αν γεννηθώ στην Ελλάδα, αξίζω περισσότερα από έναν άνθρωπο, σαν και μένα, που γεννήθηκε στην Αλβανία, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν, στο Πακιστάν, στην Μαλαισία, στην Τουρκία, στην Κίνα ή στο Μπαγκλαντές, χωρίς να νιώσεις οίκτο για τον άνθρωπο ανεξαρτήτως καταγωγής. Αν πιστεύεις ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ μας, αν πιστεύεις έστω ότι είμαι διαφορετικός, ότι είμαι ανώτερος – αν πιστεύεις ότι ΕΣΥ είσαι ανώτερος, τότε ο παρθενικός υμένας αυτού του κοριτσιού, σε αφήνει παγερά αδιάφορο.

Η ψυχή του σε αφήνει παγερά αδιάφορο.

Όσο και αν είσαι σίγουρος, ΣΙΓΟΥΡΟΣ πως νιώθεις κάτι, είναι παράλογο, δεν στέκει. Οι δύο άνθρωποι για σένα έχουν ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΗ ΑΞΙΑ μεταξύ τους. Το παιδάκι δεν θα γίνει Ελληνίδα ποτέ, ο παππούς δεν θα γίνει Βούλγαρος ποτέ, τα δύο πλάσματα δεν θα συναντηθούν πουθενά στο αξιακό σου σύστημα, όσο και αν νομίζεις πως το πιστεύεις. Δεν είναι εφικτό. Για την δομή της σκέψης σου, ο Πακιστανός δεν είναι κακός επειδή χτύπησε, για παράδειγμα – χτύπησε την κοπέλα ακριβώς γιατί είναι Πακιστανός. Οι άνθρωποι για σένα κάνουν ότι κάνουν, είναι ότι είναι, με βάση και οδηγούμενοι αποκλειστικά από την χώρα καταγωγής, τις αξίες της, την ποιότητά της.

Κάθε Έλληνας, ακόμα και 64χρονος βιαστής, ή δεκαπεντάχρονη κοπέλα είναι για σένα ανώτερος, αξιακά σπουδαιότερος από κάθε ξένο, είτε είναι εξάχρονη Βουλγάρα, είτε 21χρονος Πακιστανός.

Μπορείς να ξεγελάσεις εμένα, αλλά δεν μπορείς να ξεγελάσεις το τέρας στον καθρέφτη. Δεν γίνεται.

Αυτό πιστεύεις.

Αυτό είσαι.

~

Άκου όμως.

Άκου, όμως, υπάρχει μία ελπίδα. Στο είπα και στην αρχή, δεν σε ξέρω. Μπορεί να μη με ξεγελάς. Μπορεί η εικόνα του βιασμένου παιδιού να σε ΕΝΟΧΛΕΙ, βαθιά, να σε ανακατεύει και να σε σφίγγει. Μπορεί να νιώθεις, βαθιά στην ψυχή, στην ελληνική ψυχή και την καρδιά σου ότι είναι αρρωστημένο, άδικο και φριχτό να συμβεί αυτό σε ένα εξάχρονο παιδί – από όπου και αν είναι.

Μπορεί να ξεχάσεις την Ελληνική ανωτερότητα και την βουλγαρική κατωτερότητα – την διαφορετικότητα μεταξύ τους, και να δεις δύο ανθρώπους, που ο ένας καταπιέζει και βασανίζει τον άλλο. Να ξεχάσεις εθνικότητες, και να λυπηθείς για ανθρώπους.

Για τις πράξεις τους, και μόνο.

Μπορεί.

Μα τότε δεν είσαι ρατσιστής. Τότε απλώς εναποθέτεις τον θυμό σου εκεί, τον παραλογισμό γύρω μας σε ένα ακόμα πιο παράλογο επιχείρημα, ψάχνεις κάπου να πιαστείς -μα παραμένεις άνθρωπος. Τότε μπορείς να αντιληφθείς ότι οι άνθρωποι πρέπει να κριθούν για τις πράξεις τους, για αυτά που τους οδήγησαν σ’ αυτές, πρέπει να κριθούν αποκλειστικά για αυτό που είναι, και όχι αυτό που φαίνονται, ή που νομίζεις πως είναι.

Κοίτα στον καθρέφτη. Αν δεις ένα τέρας, ή αν δεις έναν άνθρωπο, μην μου το πεις. Δεν σε ξέρω.

Να είσαι όμως ειλικρινής.

Να είσαι ειλικρινής σε σένα.

Τι βλέπεις στον καθρέφτη;

Μια φορά και έναν καιρό, όχι πολύ παλιά, δημιουργήθηκε με συνασπισμό μία κυβέρνηση. Αυτή η κυβέρνηση είχε σαν αποκλειστικό στόχο να «μας κρατήσει στο ευρώ», ψηφίστηκε, εν μέρει, με εκβιαστικά και τρομοκρατικά τηλεοπτικά σποτ τύπου «Γιατί κύριε» και «η σημαία μας να κυμματίζει ψηλά», την αδιάλειπτη στήριξη των μέσων μαζικής «ενημέρωσης» και την ελπίδα, του κάθε φτωχού και κακομοίρη, ότι δεν θα πληρωνώταν σε δραχμές τον επόμενο μήνα, και ότι η κρατική σπατάλη, επιτέλους, θα σταματούσε.

Έτσι λέει το παραμύθι, έτσι σας λέω και γω.

Λίγο πριν την στήριξή της, ένα από τα πιο κρίσιμα στελέχη της, ο υφυπουργός εργασίας, ξάφνου, παραιτήθηκε. Η επιστολή παραίτησής του που μιλούσε για αθέτηση πολιτικών συμφωνιών σχετικά με την αναδιαπραγμάτευση (άλλο παραμύθι αυτό) και το μνημόνιο έγινε γνωστή, και, ταυτόχρονα, ξεκίνησε ένας πόλεμος εναντίον του, είτε από δικαίους, που ήλπιζαν ότι θα γινόταν επιτέλους ένα συμμάζεμα στο κωλοκράτος, είτε από αδίκους που ήθελαν να προστατέψουν σαν σκυλιά το αφεντικό τους, no matter what.

Έτσι λέει το παραμύθι, έτσι σας λέω και γω.

Πριν αλέκτωρ λαλλήσει τρίς, τα τζιμάνια οι δημοσιογράφοι είχαν κάνει μία ενδιαφέρουσα σύνδεση: Ο εν λόγω Υφυπουργός, Νικολόπουλος το όνομά του, δεν έφυγε γιατί ξύπνησαν οι τύψεις για το πολιτικό ψέμα μέσα του. Έφυγε γιατί α) δεν έγινε Υπουργός, ενώ το ζητούσε διακαώς, και β) και πιο σημαντικό, διότι συνεργάτης του – μισό, να αντιγράψω και εγώ ακριβώς τα λόγια των εφημερίδων, αφού κόπυ-πέιστ έτσι το είχαν όλες, τυχαίο πράγμα, :

Πάντως, η πληροφορία που ήθελε στενό του συνεργάτη, να έχει επικοινωνήσει με τον ΣΔΟΕ, προκειμένου να διευθετήσει εκκρεμή υπόθεση επιχειρηματία, με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις ο πρώην υφυπουργός Νίκος Νικολόπουλος, ήταν ο πρώτος (ίσως και βασικός λόγος) για να διαταραχθούν οι σχέσεις του Αχαιού πολιτικού με τον Αντώνη Σαμαρά.

Από το …έγκριτο Πρώτο Θέμα. Αλλά αν θέλετε, δείτε και την …ανταγωνιστική Δημοκρατία Δημοκρατική, το ίδιο ακριβώς γράφει, λέξη-λέξη.

Διαταράχθηκαν δηλαδή οι σχέσεις, και ο υφυπουργός την έκανε πριν τον κάνουν.

Έτσι λέει το παραμύθι, έτσι σας λέω και γω.

Όλα αυτά καλά, θα μου πεις – αν είχαν γίνει εχθές. Εγιναν όμως, μισό να δω την ημερομηνία του άρθρου, εννέα Ιουλίου του δύο χιλιάδες δώδεκα.

Πάει καιρός, ναι;

Έκτοτε, ο υφυπουργός ελαφρώς σιώπησε, τα κανάλια σταμάτησαν να ασχολούνται, και πήγαμε όλοι ήρεμα-ήρεμα για ύπνο…

..γιατί πως αλλιώς να περιγράψεις, ότι εμφανίζεται μυρωδιά σκανδάλου πρώτου μεγέθους, και, ούτε οι δημοσιογράφοι το ελέγχουν περισσότερο, να πουν «έγινε, μ’ αυτούς», ή «δεν έγινε, αθώος, μάλλον παραιτήθηκε γιατί έγινε πράγματι αντιμνημονιακός», ούτε κανείς εισαγγελέας δεν αναρωτήθηκε «για κάτσε ρε πούστη μου, τι ιστορίες είναι αυτές με συνεργάτη υφυπουργού που σώζει επιχειρηματία από τον ΣΔΟΕ; Ποιος, που πότε πως και γιατί!»

Και καλά να κοιμηθούν τα κανάλια και οι εφημερίδες – την δουλειά τους την έκαναν. Πλήγωσαν το γόητρο του υφυπουργού, πιθανόν τον εκβίασαν κιόλας («αν δεν σκάσεις θα πούμε ονόματα») και έκλεισε ο φάκελος. Και καλά να κοιμηθούν και οι εισαγγελείς που, παρότι έχουν καναδύο ενδιαφέρουσες κινήσεις, γενικά, κινούνται πιο αργά από την καθυστέρηση μη τυχόν μπλέξουν. Τρελοί είναι;

Εγώ όμως ρε φίλε, γιατί να κοιμηθώ; Καλούμαι να συμπιέσω το οικογενειακό μου εισόδημα στο μισό ενώ απέκτησα δύο παιδιά, να βγαίνω πως και πως, να με εκβιάζουν δύο τρία χρόνια τώρα τα δελτία της Digea, να χάνουν την δουλειά τους οι φίλοι μου και την σύνταξη ο πατέρας μου, να με βαράνε και να με ψεκάζουν οι ΜΑΤατζήδες κάθε που διαμαρτύρομαι, να τσακώνομαι με τους φίλους μου που απλώς υποστηρίζουν μια φιλελεύθερη πολιτική, όλα αυτά να γίνονται γιατί κάποιοι πονηροί έφαγαν, δεν έδωσαν φόρους, δεν δήλωσαν εισοδήματα, έδωσαν μίζες, πήρανε μίζες, πετάξανε λεφτά, χαρίσανε θέσεις εργασίας που μετά τις συκοφαντήσανε κιόλας, κρύφτηκε ένα ολόκληρο πολιτικό σκηνικό πίσω από μαζί τα φάγαμε, και βγήκε αλώβητο –

– εγώ γιατί να το ξεχάσω;

Πιάνουν κάποιον κυβερνητικό να σώζει επιχειρηματία και θα το ξεχάσω; Θα πω «έτσι γίνεται» και «έλα μωρέ»;

Σοβαρά ρωτάω: Μαλάκας είμαι;

Εγώ δεν ξέρω αν ο υφυπουργός είναι καλός χρυσός και άγιος, ή ένα λαμόγιο του κερατά. Δεν ξέρω αν ξύπνησε το αντιμνημόνιο μέσα του, ή φοβήθηκε ότι θα τον διώξουν και πήγε να γλυτώσει καμία ψήφο. Δεν ξέρω αν είναι τίμιος, ή αν απλώς φαίνεται τίμιος.

Ξέρω ότι πρόκειται για σκάνδαλο, και όπως γαμιέμαι εγώ να πληρώσω τους φόρους ΤΟΥΣ, θα φροντίσω τουλάχιστον να γκρινιάξω αν κάποιος κυβερνητικός είτε εκβιάζεται για να μην μιλήσει, είτε κάνει πλάτες σε επιχειρηματίες που έχουν βύσμα.

Γιατί δεν ξέρω αν η γυναίκα του Καίσαρα είναι ή όχι τίμια, αλλά την ακούω να καλοπερνά στο διπλανό δωμάτιο. Και ούτε μαλάκας είμαι, ούτε κουφός.

Υ.Γ.: Δες και το προηγούμενο ποστ μου για την Άκρη του νήματος και το βάρος και την ευθύνη της δημοσιογραφίας.

Yellow Journalism

Κακοδιαχείριση, «μαζί τα φάγαμε», άχρηστοι υπάλληλοι δημοσίου, φοροφυγάδες έλληνες, τεμπέληδες. Η πολιτική εκτίμηση για την κατάσταση-κρίση στην οποία βρισκόμαστε (η οποία ειρήσθω εν παρόδω είναι τόσο πανευρωπαϊκή-παγκόσμια που δεν αξίζει καν μία Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου απο ότι φαίνεται) από τους επαγγελματίες πολιτικούς είναι, σε γενικές, και πολλές φορές ειδικές γραμμές, προκαθορισμένη.

«Φταίμε (ίσως), αλλά (σίγουρα) ξέρουμε την λύση» – ή κάπως έτσι. Αρκεί να μην βγούμε από το κάδρο της εξουσίας.

Αυτή είναι η κατάσταση, την έχω αντιληφθεί (μα, όχι ακόμα, αποδεχθεί).

Έτσι είναι.

Το πρόβλημα όμως, δεν έχει έναν πατέρα. Σε όλα τα επαγγέλματα, αυτών που ορκίζονται ότι θα πράξουν τίμια, ο πολιτικός, ο πολίτης-ψηφοφόρος, ο εφοριακός,ο γιατρός, ο δικαστής, ο σκουπιδιάρης, ο διανομέας πίτσας, υπάρχει και ένα επάγγελμα που ξεχωρίζει.

Και με την άδειά σας, θα το θέσω προ των ευθυνών του, για όλα τα δεινά που ζούμε σήμερα.

Του δημοσιογράφου.

Από τον πολιτικό, δεν περιμένω πολλά. Υπάρχουν ικανοί, και μέσα στην βουλή, και ξεχωρίζουν. Υπάρχουν και οι βρομιάρηδες, άλλοι ξεχωρίζουν, άλλοι όχι, κάποιους τους ξέρουμε, κάποιους όχι, κάποιοι φέρουν ευθύνες, κάποιοι άλλοι είναι, τελικά, αθώοι και θύματα πλεκτάνης. Το ίδιο και στην αστυνομία, το δικαστικό σώμα, τους νομοθέτες, τους γιατρούς, τους τυπογράφους, τους καταστηματάρχες, τους ντελιβεράδες.

Τι κοινό έχουν όλοι αυτοί; Η εργασία τους, πλην των εισαγγελέων, δεν είναι ούτε να ερευνούν, ούτε να καταγγέλλουν ομοίους τους που παραστρατούν. Μπορούν να το κάνουν, και είναι αξιέπαινοι (και εξαιρετικά μόνοι τους συνήθως) όταν το κάνουν, αλλά, δεν είναι βασική τους υποχρέωση.

Μόνο ένα επάγγελμα έχει ως υποχρέωση να ρωτά, να ερευνά, να αποκαλύπτει, να ελέγχει, να εμφανίζει την αλήθεια από όπου και αν προέρχεται:

Του δημοσιογράφου.

Είτε ο επίορκος είναι πολιτικός, είτε είναι κατασκευαστής, είτε είναι δημοσιογράφος, είτε είναι τυροπιτάς στην ομόνοια, ο μόνος που περιμένω, που απαιτώ να κάνει ο,τι μπορεί για να εμφανίσει την αλήθεια, είναι ο δημοσιογράφος.

Γιατί; Που; Πότε; Ποιος; Τι;

Σε κάθε περίοδο που, ας το θέσω ευγενικά, κέντρα εξουσίας χρειάστηκε να έχουν πλήρη έλεγχο στον κόσμο, το πρώτο θύμα ήταν η δημοσιογραφία.

Πρώτα η λογοκρισία, και μετά όλα τα άλλα. Πρώτα ο έλεγχος της αλήθειας, και μετά, όλα τα άλλα. Πρώτα η σπίλωση της πληροφορίας, και μετά, ΜΕΤΑ, όλα τα άλλα.

Όσοι δεν ξέρουν ποιος ή τι ήταν ο Γκέμπελς, πολύ καλά θα κάνουν να ερευνήσουν και να μάθουν μερικά πολύ χρήσιμα πράγματα γι’ αυτόν.

Είχαμε κακούς πολιτικούς; Είχαμε. Ακόμα και ο πιο αθώος ή κομφορμιστής θα το παραδεχθεί ελπίζω. Είχαμε κακούς πολίτες; Ναι, είχαμε. Είχαμε τους πολιτικούς που μας άξιζαν, το κράτος που μας άξιζε, την ποιότητα δημοκρατίας που άξιζε στις απαιτήσεις μας;

Ναι, ας απαντήσω.

Όλα αυτά όμως, κατά την ταπεινότατη γνώμη μου, είναι απόλυτα λογικό, είναι σίγουρο κι’όλας πως αλληλοστηρίζονται. Κακοί πολιτικοί που δημιουργούν κακούς πολίτες, ή κακοί πολίτες που εκλέγουν, και ενίοτε δημιουργούν κακούς πολιτικούς. Και όλοι αυτοί μαζί, να δημιουργούν κακή δημοκρατία, κακό κράτος, κακό παρόν και κακό μέλλον.

Μα όση δύναμη και να έχουν όλοι αυτοί, το μόνο, αυτό που βρίσκω απεχθέστερο όλων των άλλων, είναι να δημιουργείται κακή δημοσιογραφία.

Δημοσιογραφία που ανέχεται, που υποκρύπτει, που πληρώνεται, που εκβιάζει ή εκβιάζεται, που μετατρέπει, που αλλοιώνει, που ψεύδεται, που ξεπουλιέται.

Ψάχνω, διαρκώς ομολογώ, να βρω πως κόβουμε τον ατέρμονο κύκλο κακού που έχει δημιουργηθεί και εξαπλώνεται. Για να εξαλείψουμε τους κακούς πολιτικούς, πρέπει να έχουμε καλούς πολίτες. Για να το πετύχουμε, πρέπει να τους μορφώσουμε, να τους εξυψώσουμε την αξιοπρέπεια, να ξαναορίσουμε το δίκαιο και το δημοκρατικό. Για να το πετύχουμε, ο μόνος τρόπος που μπορώ να βρω, είναι να εισχωρήσει σ’ αυτόν τον φαύλο, σιχαμένο κύκλο της ενημέρωσής τους η σωστή, τίμια, αξιοπρεπής δημοσιογραφία.

Ειλικρινά, αυτήν την στιγμή, δεν βλέπω άλλη λύση. Πρέπει να ξεκινήσουμε από την Αλήθεια.

Τα μέσα, καθημερινά, εξατομικεύονται. Δημοσιογράφοι εκδίδουν δικά τους κείμενα, είτε έντυπα, είτε ηλεκτρονικά. Η γνώμη, ή η πληροφορία, δεν περνάει πια από ενδιάμεσους νταβατζίδες. Είναι στο χέρι μας, αποκλειστικά, η στήριξή τους. Θα έχουμε και απογοητεύσεις, θα έχουμε και επιτυχίες. Άλλωστε, η επόμενη μάχη, κυρίως από αυτούς που, θυμηθείτε την αρχή του ποστ μου, θέλουν τον έλεγχο της εξουσίας, θα γίνει για να σταματήσει η φωνή τους. Και η φωνή όλων μας.

Ο θυμός είναι μεγάλος. Ο λογαριασμός της ασυδοσίας μας, της ανοχής ή της αδιαφορίας μας για ένα σιχαμερό σύστημα που έχει πλοκάμια παντού και συντηρείται με κάθε κόστος μας έχει φανεί -δικαίως ή αδίκως- πικρός, και ιδιαιτέρως σκληρός. Ως κακοί ως τώρα πολίτες, με κακές (πλειοψηφικά το κρίνω) ως τώρα, επιλογές, το βλέπω δύσκολο να μην τιμωρήσουμε αδιάκριτα, δίκαιους και αδίκους, πιο σκληρά από ότι πρέπει, και με καμία αίσθηση λογικής αυτούς που μας πλήγωσαν.

Δεν θα είναι ένα όμορφο τέλος.

Η ελπίδα μου, ίσως η μοναδική που μου έχει απομείνει, είναι η καλή, δίκαιη, ερευνητική δημοσιογραφία. Ή θα ανθίσει αυτή, κατακεραυνώνοντας πρώτα απ’ όλους το ίδιο το σινάφι της, για να αποδεσμευτεί από τα δεινά που την καθιστούν καθηλωμένη, ή, και το πιστεύω χωρίς να το ελπίζω, θα είναι η πρώτη που θα δεχθεί την οργή των απατημένων.

Αν η δημοσιογραφία τώρα της αντιγραφής και του κάθε ΑΠΕ γίνει η δημοσιογραφία της έρευνας, αν η κάθε είδηση που κάνει έναν πολίτη να αναρωτιέται τι κρύβεται πίσω της, έχει και έναν δημοσιογράφο να το αποκαλύψει, θα οδηγηθούμε, πιστεύω ή ελπίζω, σε μία ειλικρίνεια που θα μας λυτρώσει. Αλλιώς, έχει μόνο κάτω από εδώ και μπρος

Ας ελπίσουμε όλοι μαζί να συμβεί το πρώτο. Εγώ τουλάχιστον το ελπίζω.

Έχει ένα δίκιο ο βουλευτής κύριος Γεωργιάδης, και όποιος δεν το βλέπει πρέπει να είναι εχθρός της δημοκρατίας. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Έχουμε, πλέον, ισοπεδώσει τα πάντα. Λαϊκισμός. Όλα ίδια. Όλοι ίδιοι. Ξαφνικά, ο Βουλευτής, γίνεται σαν πολίτης. Όχι ο ένας εκ των τριακοσίων πρώτων (συν κάτι Προέδρους της Δημοκρατίας, κλπ) πολιτών της χώρας, ούτε η εκλεγόμενη φωνή των πολιτών, οι άμεσοι εκπρόσωποι ή αντιπρόσωποί τους, -απλώς πολίτης.

«Γιατί αυτός, και όχι εγώ». Αυτό, μας μάρανε αδέλφια. Αυτό μας χαντάκωσε. Γιατί αυτός, και όχι εγώ. «Γιατί ο Βουλευτής να παίρνει αυτοκίνητο;» Άκου τώρα. Ντροπή, και μόνο που το σκεφτήκατε, αγαπητέ. Όνειδος για την δημοκρατία Δημοκρατία μας. Πέσαμε ήδη στα 1.400 κυβικά. Ήταν μία υποχώρηση, οι στιγμές είναι δύσκολες και αυτό αναγνωρίζεται από όλους. Κάναμε πίσω κύριοι. Δείτε το ως πράξη καλής θέλησης. Ιδού. Μα, όμως, είσθε αχάριστοι. Τα θέλετε όλα δικά σας. Δεν χρεοκοπεί η Δημοκρατία κύριοι, καταλάβετέ το. Δεν θα περάσει το δικό σας. Υπάρχει ένα όριο. Μία ανοχή. Μία κόκκινη γραμμή. Η γκρίνια σας, είπαμε, να την κατανοήσουμε, να την ανεχθούμε βρε αδελφέ – αλλά η Δημοκρατία είναι η άκρη του γκρεμού. Δεν μπορείτε να την ξεφτιλίζετε πια άλλο. Αν την περάσουμε, μετά έχει μόνο κάτω.

Σε λίγο θα μας μιλάτε και στον ενικό.

Νισάφι.

Υ.Γ.: Είχα σκοπό, γράφοντάς το, σε κάθε πρόταση να κολλάω με link και μία είδηση που πληγώνει στα αλήθεια την δημοκρατία μας, όπως οι αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, η έλλειψη φαρμάκων – ακόμα και για καρκινοπαθείς, τα διαλυμένα ασφαλιστικά ταμεία μας, τους μισθούς, που έπεσαν στο μισό, τον δείκτη ανεργίας ακόμα και των δύο μελών μιας οικογένειας, το αφορολόγητο του «ένα γάλα και ένα καρβέλι ψωμί κάθε μέρα», τόσα και τόσα. Με έπιασε κατάθλιψη, και μόνο η προσπάθεια – και εγκατέλειψα. Κάντε σαν να το έκανα, να χαρείτε. Καταλάβετέ με.

Υ.Γ.: Μία σκέψη μου ήρθε ξαναδιαβάζοντας το – μήπως το περάσετε για προσωπική επίθεση. Κάθε άλλο. Ο κομιστής της αντίδρασης δεν μου είναι συμπαθής, είναι γενικά γνωστό από τα γραφόμενά μου, αλλά το ύφος και η δομή της σκέψης δεν αφορά αποκλειστικά τον ίδιο, θεωρώ. Αφορά μία μεγάλη, συντριπτική πλειοψηφία βουλευτών, που θεωρούν εαυτούς λειτουργούς ακόμα και όταν ψηφίζουν νόμους που δεν έχουν, καν, μπει στον κόπο να διαβάσουν, ή και μόνο που συντηρούν την κομματική γραμμή, θέση και ιδέα ακόμα και αν δεν έχουν σταγόνα προσωπικής θεωρίας και σκέψης – όταν οι πράξεις τους, που με τόση ελαφρότητα συντήρησαν, κάνουν θεμελιώδη διαφορά στην ίδια μας την ζωή. Δεν αφορά λοιπόν τον κομιστή (που, κατά την γνώμη μου, δεν ταιριάζει καν στο προφίλ που περιγράφω) η με ειρωνική διάθεση μεταφερόμενη πικρία μου – αφορά την νοοτροπία που μας θάβει, κάθε μέρα, λίγο πιο βαθιά σε ένα μίσος που σιχαίνομαι. Γιατί η αλαζονεία του καθορίζοντα της ζωής σου, όταν είσαι με την πλάτη στον τοίχο, ξυπνάει τα χειρότερα ένστικτα όλων μας. Και όσο αυτοί κρύβονται πίσω από την Δημοκρατία σε κάθε επίθεση απαξίωσης των προσωπικών έργων τους, ωσάν τα έργα τους (ή η απουσία τους) να είναι η ίδια η θεμελιώδης δομή της, τόσο η Δημοκρατία ζορίζεται να αντέξει το παράλογο της κατάστασης.

Επανήλθε το θέμα του δημοσίου. Μία εντελώς δεξιά κυβέρνηση με ένα ελάχιστο ποσοστό απόχρωσης υποτίθεται αριστερής, σε συνδυασμό με την οργή του Έλληνα πολίτη που κουράστηκε να ταλαιπωρείται από την αναποτελεσματικότητά του, και συνεπικουρούμενο από πάσης φύσεως οικονομικά φιλελεύθερους που δικαιώνεται η προφητεία τους για κόλαση με περισσότερο κράτος, άρα μάλλον παράδεισο με λιγότερο, ήρθε η ώρα να πάρουν τον λόγο και να ξεπουλήσουν – ξεφορτωθούν ότι περισσότερο μπορούν.

Το κεφάλι μου πάει να σκάσει προσπαθώντας να εξηγήσω το παράλογο του πράγματος.

Έχουμε ένα αναποτελεσματικό δημόσιο. Αν και η συνολική περιγραφή αδικεί, ως συνήθως, τα επιμέρους στοιχεία που πιθανόν να δουλεύουν όχι μόνο σωστά, αλλά και με μεγάλες δυσκολίες, θα το δεχθώ χάρη της κουβέντας.

Το δίλημμα είναι: θέλεις αυτό το δημόσιο, που απομυζεί τους φόρους σου, που σε ταλαιπωρεί, που προμοδοτεί τους άχρηστους-γλύφτες-ανίκανους-λαμόγια Ή να το πουλήσουμε να πάει στο διάολο;

Δύσκολη επιλογή, ε; Χμ.

Γιατί κανένας δεν λέει «να το καθαρίσουμε το γαμίδι;»

Ωπ! να μια ιδέα. Να το καθαρίσουμε το γαμίδι. Αυτό, βέβαια, σημαίνει να κουραστούμε λίγο, να δούμε τι δουλειά κάνει ο καθένας, να απαιτήσουμε όλοι να πηγαίνουν στο γραφείο το πρωί, να έχουν κάτι να κάνουν, να αποδίδουν. Να γίνει ένας έλεγχος πχ πως μπήκε ο καθένας μέσα, κάποιοι με εξετάσεις και κάποιοι με υπουργικά σημειώματα, ενδεχομένως, να δούμε και ποιοι τα στείλανε, ενδεχομένως, να τους τιμωρήσουμε ενδεχομένως, να δούμε πόσοι είναι υπεράριθμοι να μεταφερθούν -όσοι μπορούν να μεταφερθούν- σε περιοχές που δεν έχουν αρκετό δημόσιο, να αποδώσουν εκεί, να παράγουν έργο.

Αυτό σημαίνει να βρούμε ανθρώπους που θα κάνουν αυτό που πληρώθηκαν να κάνουν, αυτό που ψηφίστηκαν να διοικήσουν, να βρουν τα σφάλματα, να τα διορθώσουν, να χαράξουν πορεία, να πράξουν έργο, για να έχουμε ΟΣΕ όπως χρειάζεται και όπου χρειάζεται, να έχουμε ΔΕΗ όπου, και όπως χρειάζεται, να έχουμε ΕΥΔΑΠ όπου και όπως χρειάζεται, να ΒΟΗΘΗΘΕΙ ο ανταγωνισμός, όχι να πολεμηθεί με πλαγιους τρόπους, να ανοίξει η οικονομία, να ενισχυθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία, να ανθίσει η αγορά.

Και, όταν εξορθολογίσουμε, όταν αποκτήσει αξία, μετά, αν κριθεί σκόπιμο και τότε, να πουλήσουμε κάτι που θα μας δίνει χρήμα, το ξανασυζητάμε.

Γιατί το δημόσιο δεν είναι μόνο βάρος. Είναι και περιουσία.

Όταν πουληθεί, η περιουσία μας, δεν θα έχουμε τίποτα άλλο να σταθούμε. Κανένα χρυσαφικό να πουλήσουμε. Δεν θα έχουμε τράπεζες να δώσουμε, ηλεκτρική ενέργεια να δώσουμε, εταιρίες ύδρευσης να δώσουμε κοκ. Τίποτα. Και, επειδή το μάθημα της χώρας θα είναι, για άλλη μία φορά, «πουλάμε ότι μας βαραίνει» και όχι «φτιάχνουμε ότι είναι χαλασμένο», όταν τελειώσουμε με τα πουλήματα, θα πτωχεύσουμε πανηγυρικά ως άχρηστοι.

Γιατί, και μόνο η σκέψη ότι το δημόσιο θα δουλέψει αν πάει στα χέρια ιδιωτών, αλλά αποκλείεται να δουλέψει στα χέρια του δημοσίου είναι ενοχλητικά παράλογη για δύο πολύ συγκεκριμένους λόγους:

Ένα, η μοίρα του δημοσίου είναι στα χέρια των δημόσιων που παροτρύνουν να πουληθεί. Όπερ, οι άχρηστοι -δεν το λέω εγώ, οι ίδιοι το αποδέχονται- ζητούν να πουλήσουν κάτι που οι ίδιοι έχουν καταστήσει άχρηστο, ως άχρηστο.

Δύο, εκτός από την υλικοτεχνική υποδομή, που είναι περιουσία του δημοσίου, οι άνθρωποι (που είναι «άχρηστοι» ή άχρηστοι) θα είναι οι ίδιοι που θα το κάνουν να δουλέψει, μαγικά, μετά – απλώς θα έχει γίνει ένα λειτουργικό ξεκαθάρισμα εργασίας. Δεν θα καθαρίσει στην κολυμπηθρα σιλωαμ, προφανώς, ούτε θα έρθουν εξωγήινοι να την κάνουν να δουλέψει. Οι ίδιοι άνθρωποι θα είναι.

~

Ο Υπουργός μας έχει δύο επιλογές να κάνει μέσα στην μέρα του. Ή να βάλει μία υπογραφή, και να πουλήσει κάτι που πιθανώς είναι χαλασμένο και δεν δουλεύει, ή να κουραστεί για να κάτσει να το διορθώσει.

Εδώ και χρόνια, (πες) δεν κάνει τίποτα (ή το κάνει στραβά, τα αποτελέσματα το δείχνουν), και αυτό το τίποτα μειώνει κάθε μέρα την αξία της πώλησης, για κάποιους που τρίβουν τα χέρια τους. Τώρα, έχει φτάσει η ώρα να κάνει το πρώτο, με τις ευλογίες των αγοραστών.

Αξιος θα κριθεί μόνο αν κάνει το δεύτερο. Άξιοι, θα κριθούμε αν, κόντρα στις παρορμήσεις μας, το απαιτήσουμε.

Αλλιώς, η αχρηστία τους θα πνιγεί σε ανοιγμένες σαμπάνιες επιτυχίας, και το δικό μας μέλλον, υπολογίζω, θα πνιγεί από ασφυξία κάτω από το χαλί, που θα το κρύψουμε.

Υ.Γ: Αυτό, που οι ίδιοι οι εδώ και χρόνια υπεύθυνοι για το δημόσιο, το καταγγέλλουν ως αναποτελεσματικό, πάντως, με ξεπερνάει κάθε φορά.

Υ.Γ.: Σας προλαβαίνω: Αν αρχίσετε τα «η «αριστερά» δεν μας άφηνε να το φτιάξουμε» συνυπολογίστε ότι παραδόξως δεν είναι πρόβλημα αν θέλουμε να πουληθεί. Αν είναι τελικά πρόβλημα, τότε η συνισταμένη είναι ίδια, αφαιρείται και από τα δύο μέρη ως κοινή, και μένουμε πάλι με το «φτιάξουμε» – «πουλήσουμε». Αυτό, για να σας προλάβω.

Το σκέφτομαι μέρες τώρα. Φοβόμαστε. Φοβόμαστε να ζήσουμε, και ζούμε τις ζωές που θα θέλαμε, μέσα από τους άλλους.

Είτε τις καλές, είτε τις κακές ζωές μας. Δεν έχει σημασία. Αρκεί να μη πληγωθούμε, αρκεί να ελαχιστοποιήσουμε τις τύψεις αν πληγώσουμε, αρκεί να ζήσουμε μία στιγμή δανεικής ηδονής, και μετά πάλι μόνοι.

~
Σε λίγες ημέρες παίζει η Εθνική με την Γερμανία για το Γιούρο. Αγώνας νοκ-αουτ. Όποιος κερδίσει, περνάει, τον άλλον τον τρώει το χώμα. Οι Έλληνες γύρω μου σκιρτούν. Θέλουν μία νίκη, όσο τίποτα άλλο. Πορώνονται, όσο ποτέ. Να γίνει μάχη. Να χυθεί αίμα. Αδιάφορα όλα – αρκεί οι Γερμανοί, οι Γερμανοί παίκτες, οι Γερμανοί φίλαθλοι, η γερμανική εξουσία, ο γερμανικός λαός, ο απόλυτος κακός, που μας τυραννά, να σκύψει το κεφάλι του. Να φύγει ηττημένος, και να χορέψουμε στον τάφο του.

Τι και ας είμαστε μικροί – επειδή είμαστε μικροί. Ο Δαυίδ. Ο αδικημένος. Αυτός που σκύβει το κεφάλι. Μας τα δίνουμε να τα υπογράψουμε, και εμείς, τι να κάνουμε, δαυδίδες, μικροί, αδικημένοι, υπογράφουμε. Σφάζουμε τις ζωές μας. Τι άλλο να κάνουμε;

Να τους τσακίσουν τα παλικάρια μας. Οι Καραγκούνηδες, οι Σαμαράδες, οι Κατσουράνηδες, η αθάνατη ελληνική ψυχή.

~
Πριν λίγες ημέρες, έγιναν εκλογές. Οι Έλληνες, γύρω μου σκίρτισαν. Πάλι. Τετρακόσιες χιλιάδες από αυτούς, αποφάσισαν, για άλλη μία φορά, ότι φτάνει πια. Αρκεί. Δεν αντέχουν άλλο να ακούν την Κανέλλη να τσιρίζει κομμουνιστικά, δεν αντέχουν άλλο τον μετανάστη που κλέβει στα δελτία ειδήσεων, σφάζει, βιάζει. Δεν αντέχουν άλλο να φοβούνται. Δεν θα φοβούνται άλλο. Αν δεν τους σέβονται, θα τους φοβούνται αυτοί. Με μπουνιές, με κλωτσιές, με μαχαιριές, να φύγουν, να φύγουν από την χώρα οι σκατάνθρωποι, να πάνε στα σπίτια τους, θα τους διώξουν οι καθαροί έλληνες με τα μαύρα, τρομαχτικά μπλουζάκια και τα καθαρά ελληνικά κρανία.

Τους μαύρους, τους κίτρινους, τους βρωμιάρηδες, τους σιχαμένους, τους πουλημένους, τα βρωμοκουμμούνια.

Να τους τσακίσουν τα παλικάρια μας. Οι Κασιδιάρηδες, οι Μιχαλολιάκοι, η αθάνατη ελληνική ψυχή.

~

Κανείς μόνος του δεν θα σήκωνε κεφάλι.

Από αυτούς που περιμένουν εναγωνίως ένα γκολ λύτρωσης σε έναν αγώνα, κάπου δυόμιση εκατομμύρια τρόμαξαν, και ψήφισαν αυτούς που υπογράφουν. Οι ίδιοι δεν μπορούν να αντιδράσουν. Τα θέλουν τα μνημόνια και τις λιτότητες; σε μεγάλο, τεράστιο ποσοστό, όχι. Αλλά καλύφθηκαν με εύκολα, παιδικά θαρρώ ψέμματα, και μία απατηλή αίσθηση ασφάλειας. Το ξέρουν. Απέναντι ο φόβος. Δεν πειράζει. Θα κερδίσουμε τους κωλογερμαναράδες. Και αύριο, πάλι, το κεφάλι κάτω.

Από τους τετρακόσιες χιλιάδες που ψήφισαν Χρυσή Αυγή, λίγοι, ελάχιστοι θεωρώ θα σήκωναν χέρι. Αν έβρισκαν έναν μετανάστη στον δρόμο, εξαθλιωμένο, θα του άφηναν ένα ευρώ. Πάρε ρε κακομοίρη, να φας. Από καρδιάς. Αν άκουγαν πως ουρλιάζει κάποιος που τον χτυπάνε, που τον σφάζουν, τις κραυγές, θα μάτωνε η ψυχή τους. Όχι. Κάποιος άλλος πρέπει να κάνει την βρωμοδουλειά, κάποιος άλλος να βγάλει λεπίδι, κάποιος άλλος να στερήσει ένα νεφρό, μία ζωή, από έναν οικογενειάρχη.

Ξένα χέρια. Τα δικά μας δεν μπορούν.

Να φύγει το πρόβλημα, να λυθεί, να μη το βλέπουμε. Να κάνουμε μία νίκη, να γυρίσει ο τροχός, να γαμήσει ο φτωχός. Μέσω κάποιου άλλου, γιατί εμείς δεν μπορούμε. Δεν βαστάνε ούτε τα πόδια μας, ούτε τα χέρια μας, ούτε η ψήφος μας.

Avatar δολοφόνους, playstation ποδοσφαιριστές.

Ένα joystick ζωής.