Τούτο το blog το έχω πολλά χρόνια. Και έχω γράψει σ’ αυτό πολλά πράγματα.

Δεν κρύβομαι, θεωρώ. Είμαι απολύτως ειλικρινής, ότι πιστεύω, γράφω, αν τύχει να αλλάξω γνώμη, αλλάζω, αφήνω να σχολιάζουν τα γραπτά μου χωρις να παρεμβαίνω.

Και κάνω και λάθη. Ενα, μάλιστα, το έκανα πριν λίγες ώρες.

Πιο πριν, να λύσουμε τα διαδικαστικά.

~

Έχετε διαβάσει το blog μου; είναι, θεωρώ, αρκετά ενδιαφέρον. Μιλάει για αστυνομική βαρβαρότητα, για ευθύνη του πολίτη όταν πάει να ψηφίσει, για τους σάπιους πολιτικούς, τα σάπια μίντια που αυτοπροστατεύονται σε κάθε ευκαιρία, για την υποχρέωση της κοινωνίας να προστατεύει τους αδύναμους, για το λανθασμένο μνημόνιο – πείραμα, για τις εταιρίες που σφάλλουν και την πιθανότητα να τιμωρηθούν που είναι ευθέως αντίστροφη της σχέσης τους με την εξουσία, τραβάω κάποιες κόκκινες γραμμές, μάχομαι (γραπτώς, το κατανοώ ότι δεν είναι αρκετό) τον φασισμό, τον ρατσισμό, την μισαλλοδοξία. Γράφω και άλλα πράγματα, προφανώς, αλλά γράφω και γι’ αυτά.

Στις τελευταίες εκλογές, και τις πριν από αυτές, δεν είχα δίλημμα. Θέλω να υπάρξει τιμωρία για όποιον παρανόμησε εις βάρος του κράτους, και των υπολοίπων από εμάς, οπότε, αυτό περιόριζε τις επιλογές. Θέλω να υπάρχει ένα κράτος προστασίας των αδυνάτων, οπότε, αυτό περιόριζε αρκετά τις επιλογές. Θέλω να παραμείνουμε στο ευρώ, γιατί δεν είμαστε έτοιμοι, θεωρώ, να φύγουμε, οπότε, αυτό περιόριζε τελείως τις επιλογές.

Ξύπνιος είσαι, do the math. Επέλεξα ένα κόμμα που εξέφραζε ανθρώπινα δικαιώματα, πολιτική και κοινωνική δικαιοσύνη, και, όσο το τίμημα δεν ήταν απαράδεκτο, παραμονή στο ευρώ.

Από την άλλη, δεν ανήκω πουθενά. Δεν ανήκω σε κανέναν. Δεν υπολογίζω κόμματα, κάθε υποψήφιος έχει να απαντήσει σε δύο μόνο ερωτήματα: τι προτίθεται να κάνει, και πόσο τίμιος είναι.

Δεν ανήκω σε κόμματα, που λένε, ανήκω στις ιδέες μου.

Πάει αυτό, ελπίζω να ήμουν σαφής. Πάμε να δούμε που έκανα λάθος.

~

Όταν ολοκληρώθηκε η εκλογική διαδικασία, ένιωσα βαθιά πικραμένος. Βαθιά. Μου φαινόταν τόσο απίστευτο που οι συμπολίτες μου δεν είδαν αυτό που μπορούσα να δω εγώ, το ξύλο από τα ΜΑΤ στο Σύνταγμα, το ξύλο από φασίστες στους δρόμους, την αδικία στους συνταξιούχους, τον λάθος δρόμο που οδηγούμαστε μαθηματικά, την ανεργία, την διάλυση του κοινωνικού κράτους, και οποιασδήποτε οργανωτικής μορφής του, τα αποτελέσματα των επιλογών στα φάρμακα, στην υγεία, στην παιδεία, το επίμονο και πλήρως αυτοκαταστροφικό ποντάρισμα στο μίσος, και τον φόβο, την μόνιμη τρομολαγνεία των μέσων μαζικής ενημέρωσης.

Ακόμα, ομολογώ, μου φαίνεται απίστευτο.

Αλλά αυτοί οι άνθρωποι που δεν ψήφισαν αυτό που ήθελα εγώ, ψήφισαν αυτό που ήθελαν αυτοί – και αυτό μου φαίνεται απολύτως λογικό.

Το επόμενο λογικό άλμα, βέβαια, είναι σαφές:

«Καλά να πάθουμε. Μην τολμήσουν και ξαναγκρινιάξουν.»

Μισό λεπτό. Μισό λεπτό ρε αδέλφια όμως:

Αν δεν «τολμήσουν να ξαναγκρινιάξουν», τότε ποιος κερδίζει;

Σκέψου το λίγο, όπως το σκέφτηκα και εγώ: Αν εγώ, ας πούμε η αντιπολίτευση, αποφασίσω πως «αυτοί οι άνθρωποι είναι ο εχθρός μου, γιατί ψήφισαν αυτούς που εκφράζουν ό,τι εγώ μισώ στην πολιτική σκηνή σήμερα» με ποιον θα μείνω να πολεμήσω; Με αυτούς που ξέρουμε ότι είχαμε δίκιο; Με το μικρότερο ποσοστό;

Ανεξαρτήτως αν έχω δίκιο πες, ας πούμε ότι, ο καλύτερος τρόπος να το εκφράσω, είναι η παράθεση των θέσεών μου. Ας πούμε ότι, ο μόνος τρόπος για να το βρω το δίκιο μου, είναι οι εκλογές.

Πως θα το βρω αν οι «αντίπαλοί» μου είναι εχθροί;

Πως θα το βρω αν, εφόσον δικαιωθώ(*), αυτοί με τους οποίους διαφώνησα για την πορεία της χώρας, έχουν, εκτός από την κακή τους ψήφο, και την δική μου ειρωνεία, «καλά να πάθουμε, αφού είσαστε ζώα», ή «μην τολμήσετε και μιλήσετε τώρα», ή, ή, ή;

(*) γιατί αν δεν δικαιωθώ, είναι σαφές ότι είχα λάθος, το σωστό ήταν το δικό τους.

Και, από την άλλη βέβαια, αν τελικά τους πω «ελάτε μαζί, να δούμε αν η απόφαση που πήρατε ήταν σωστή», αν τους ανταμείψω με πολιτική αβρότητα, μήπως αναπαραγάγω το ίδιο λάθος με αυτό που μας οδήγησε εδώ;

Ιδού το δίλημμα. Ιδού το εύκολο λάθος.

Έγινε κάτι σαφές στην τρέχουσα εκλογική περίοδο. Πάρθηκε η απόφαση το 2009 να πάμε στο μνημόνιο, και, αν εξαιρέσεις ότι όλα ανεξαρτήτως τα κόμματα το …αναδιαπραγματεύονταν στις εκλογικές τους δεσμεύσεις, τελικά, εμείς οι πολίτες το ψηφίσαμε.

Μόνο το 42%; Μόνο. Μόνο με 35% αποχή; Μόνο. Αλλά το υπερψηφίσαμε, καθώς το 42% από εμάς εμπιστευθήκαμε τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους, που, αν πορεύτηκαν με ψέματα από την μεταπολίτευση και μετά, αν κακώς ή καλώς μας έβαλαν στο ευρώ, με ψεύτικα ή μη στοιχεία, αν ξόδεψαν παραπάνω από όσα είχαν ή κινήθηκαν όπως όλοι στις αγορές, αν συνεργάστηκαν με siemens, μίζες, και άθλιους μιντιακούς οίκους για να πετύχουν τον σκοπό τους, κατακεραυνώνοντας εμάς μετά με το «μαζί τα φάγαμε», σήμερα έχουν το τιμόνι της χώρας με όρους που τους ξέραμε από πριν.

Δεν υπήρχαν ούτε μυστικά, ούτε λάθη σ’ αυτήν την εκλογική περίοδο: οι Έλληνες ήξεραν τι ψηφίζουν.

Και ενώ νιώθω ένα, δικαιολογημένο θαρρώ, συναίσθημα οργής και θλίψης, οφείλω να παραδεχθώ πως μία ψήφο έχουμε όλοι, και ο καθείς όπως του ταιριάζει την ορίζει.

Αύριο, ξημερώνει μία καινούργια μέρα. Εγώ λέω ότι θα είναι δύσκολη, και λανθασμένη, ο διπλανός μου, πιστεύει ότι γλύτωσε τα χειρότερα. Είμαστε όμως στο ίδιο σπίτι, και η μοίρα μας είναι κοινή. Αν τον βρίσω, θα σκάψω έναν λάκκο που θα ευνοήσει μόνο, και αποκλειστικά θεωρώ, αυτούς που έχουν το τιμόνι, και οδηγούν το καράβι.

Μόνο, και αποκλειστικά αυτούς.

Επειδή όμως το καράβι πάει με όλων μας την βούληση, θεωρώ υποχρέωσή μου να κάνω ότι χρειάζεται για να γίνουμε ένα, και να το διορθώσουμε μαζί. Δεν θέλω εχθρούς, όσο και αν με πικραίνουν, θέλω φίλους, που θα κατεβάσουν τις άμυνές τους, και θα δουν, όλοι μαζί θα δούμε, τώρα που πέρασε το δικό τους, αν είχαν δίκιο ή όχι.

Και στο μέλλον, αν είχαν δίκιο, όλα καλά. Αν όχι, να τους πω «δεν πειράζει ρε φίλε, ο,τι και αν έγινε«.

Ας το διορθώσουμε, μαζί, τώρα.

Ας πούμε «όλοι μαζί τους ψηφίσαμε», χωρίς να χωριστούμε διχαστικά μεταξύ μας σε «καλούς» και «κακούς», και ας διορθώσουμε, αν κάναμε λάθος, την ψήφο μας.

Αλλιώς, δεν θα διορθωθεί ποτέ.

Γνώμη μου, με λάθη και παραλείψεις που αναγνωρίζω και εγώ, και κρίνομαι γι’ αυτήν.

Γαμώτο, γαμώτο, δεν μ’ αρέσει να παίρνω αυτές τις θέσεις. Αλλά είναι πιο πάνω από μένα. Αυτό σκέφτομαι, και κάπως πρέπει να το επικοινωνήσω:

Είναι λάθος, από πλευράς πολιτικής και ατομικής και πολιτισμικής παιδείας, να κρίνουμε μία ενέργεια ενός ατόμου σε πολιτικό επίπεδο.

(Γαμώτο).

Πιο απλά, και συγχωρέστε μου την αδυναμία να μεταφέρω σωστά αυτό που ακριβώς σκέφτομαι:

Η Χρυσή Αυγή πρέπει να κριθεί για τις υπόλοιπες, καθαρά πολιτικές της πράξεις, και όχι αποκλειστικά για 10» (τα μέτρησα) on air ενός βουλευτή της που αντέδρασε χάνοντας την ψυχραιμία του σε έναν διάλογο.

Η πράξη του Κασιδιάρη μας βολεύει – εμένα προσωπικά με βολεύει πολύ. Είμαι εναντίον κάθε μορφής φασισμού, κάθε μορφής ρατσισμού, κάθε μορφής βίας, είτε κατά της Κανέλλη, είτε κατά του Μπογδάνου, είτε κατά του Τέλλογλου, είτε κατά του Χατζηδάκη – είτε κατά οποιουδήποτε, και η ενέργεια του αντιπαθούς βουλευτή δικαιώνει απόλυτα κάθε μαύρη και άραχνη άραχλη πρόβλεψη που έχω κάνει.

Αλλά αυτό δεν είναι σωστό.

Και παρότι με βολεύει, το ξέρω – και αφού το ξέρω, δεν μπορώ να κοροϊδεύω τον εαυτό μου.

Έχω πλήρη αντίληψη, ότι σε αυτήν την περίπτωση, η ενέργεια του εκπροσώπου τύπου της Χρυσής Αυγής αντικατοπτρίζει τελείως τις βαθύτερες σκέψεις του(ς):

«Όποιος διαφωνεί μαζί μας, αν δεν ακούει από λόγια θα ακούσει με πράξεις», ή «αρχηγού παρόντος πάσα αρχή παυσάτω» ή «οι γυναίκες δεν είναι δυνατόν να έχουν άποψη, πόσο μάλλον όταν μιλάμε εμείς», ή «τα κουμμούνια θέλουν ή ξύλο, ή ξύλο»

Σ’ αυτήν την περίπτωση, πράγματι, η πράξη συμφωνεί με τις ιδέες. Αλλά, αν είναι έτσι, τότε, θεωρητικά μιλώντας, κάποιος θα σκεφτεί ότι αν ένας Χρυσαυγίτης είχε σώσει πχ δύο μετανάστες που κινδυνεύουν, ότι η Χρυσή Αυγή βρίθει από ανθρωπισμό. Ή, αν είναι όμορφος, και μιλάει ευγενικά, ότι είναι ένας πολιτισμένος άνθρωπος, άξιος να κάτσει στο τραπέζι μας για φαγητό.

Και ξέρω καλά ότι δεν είναι έτσι.

Οι ιδέες της Χρυσής Αυγής δεν είναι κρυφές. Αυτοί οι άνθρωποι, μέχρι πρότινος τουλάχιστον, δεν έκρυβαν ούτε το σηκωμένο χέρι τιμώντας τον ναζισμό, ούτε την ιδεολογία τους για οποιονδήποτε θεωρούσαν κατώτερο άνθρωπο, πχ τις γυναίκες ή τους μετανάστες, ούτε την διαφωνία τους με την καταγραφή της ιστορίας, πχ Χούντα, Ολοκαύτωμα, Πολυτεχνείο.

Θυμικά, μπορούμε να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε μ’ αυτές, ακόμα και σε επίπεδο χημείας να αντιδρούμε, ή να αρνούμαστε να ακούσουμε την ρητορική τους.

Αλλά πολιτικά, ως πολίτες, έχουμε υποχρέωση (θεωρώ) να κρίνουμε βάση δύο πλαισίων:

– Τι έχει ο υποψήφιος ως ιδεολογία, ως θέσεις,

– Πόσο οι πράξεις του συνάδουν με αυτά που υπόσχεται.

Αλλιώς, αν μείνουμε στα 10» τηλεοπτικού χρόνου, σε έναν οποιονδήποτε Κασιδιάρη που πετάει νερά σε οποιαδήποτε Ρένα Δούρου, ή γρονθοκοπεί οποιαδήποτε Λιάνα Κανέλλη, ενώ σ’ αυτήν την περίπτωση κρίνουμε -πιθανόν- ορθά έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο, θα κάνουμε σε κάποια άλλη περίπτωση λάθος αν αρκεστούμε σ’ αυτά τα 10»

Η προσωπική μου άποψη είναι ότι η πολιτική μας παιδεία θα μας βοηθήσει να ανέβουμε ένα επίπεδο πιο πάνω από γρήγορες κρίσεις, και θα ενισχύσει τις αποφάσεις μας με τα σωστά κριτήρια.

Και, (προσωπική εκτίμηση και αυτή) θα μας κάνει όλους λιγότερο φασίστες, λιγότερο ρατσιστές, λιγότερο βίαιους.

Στα όποια σχόλιά σας, συνυπολογίστε ότι το κείμενο γράφηκε με κάποια δυσκολία, και ότι προσπάθησα να μεταφέρω όσο καλύτερα μπορώ τις σκέψεις μου – και ότι είμαι έτοιμος να συμφωνήσω με τις δικές σας, απλώς σκέψεις παραθέτω

pov120525

Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

- Πολίτες: Δικαιοσύνη, ελπίδα, σεβασμός. -Πολιτικός: τι είπατε; Συνεργασία; Βεβαίως! -Πολίτες: ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΕΛΠΙΔΑ, ΣΕΒΑΣΜΟΣ!

Έχω αρχίσει λίγο να βαριέμαι το υποτιθέμενο μήνυμα που έστειλαν οι πολίτες στους πολιτικούς. Μπορεί και να θέλουν όντως οι πολίτες συνεργασία – προσωπικά, αμφιβάλλω. Αλλά ότι το έλαβαν οι πολιτικοί, αγγίζει τα όρια του δουλέματος.

Δηλαδή, ρε μάγκα, πως ακριβώς κινήθηκαν οι ψηφοφόροι;

Μαζεύτηκαν όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο, 5-5, 10-10, και λένε «Για σιγά ρε παιδιά, δεν μπορεί να ψηφίσουμε όλοι το ίδιο, πως θα στείλουμε σαφές μήνυμα για συνεργασία; Άκου τι θα κάνουμε: Κώστα θα ψηφίσεις ΝΔ. Μαρία Σύριζα. Δημήτρη, εσύ ΠΑΣΟΚ εγώ τον ΚΚΕ και πάει λέγοντας. Έτσι, θα καταλάβουν επιτέλους ότι θέλουμε να συνεργαστούν.»

Ε;

Το πρόβλημα όμως, για να συννενοούμαστε, δεν είναι αν το «έλαβαν» το μήνυμα της συνεργασίας – ούτε καν αν εστάλη.

Το πρόβλημα, είναι η κολυμβύθρα του Σιλωάμ, που ονοματίζεται «μήνυμα των εκλογών» και καθαγιάζει όλες τις συνεργασίες, προεκλογικές, ή μετεκλογικές, που σαφή, ξεκάθαρο, και απόλυτα λογικό (αλλά όχι ηθικό) στόχο έχουν να μπει η τάδε Ντόρα στην βουλή, πχ, ή το δείνα κόμμα να μαζέψει συγκεντρωτικά ψήφους.

Ή, ακόμα χειρότερο, να κυβερνήσει το ίδιο μοντέλο με πριν – και όποιος ΔΕΝ παίξει το παιχνίδι των εξωφύλλων να κατηγορείται πως… «δεν αντιλαμβάνεται το μήνυμα των εκλογών».

Και, να σου πω, ακόμα και αυτό, δεν είναι το βασικό πρόβλημα.

Το βασικό πρόβλημα είναι πως, πανηγυρίζουν ότι έλαβαν το μήνυμα, αγνοώντας το μήνυμα που εστάλη, με κάθε δυνατό τρόπο (θεωρώ εγώ, δικαίωμά μου, αν διαφωνείς να το συζητήσουμε – αυτό έστειλα εγώ πάντως) πως οι πολίτες βαρέθηκαν πχ την ανομία, βαρέθηκαν τις συζητήσεις κάτω από το τραπέζι, βαρέθηκαν να πληρώνουν μόνο αυτοί που δεν μπορούν να αντιδράσουν, βαρέθηκαν να βλέπουν πολιτικούς με διαβατήριο αποκλειστικά το οικογενειακό τους δέντρο, βαρέθηκαν να βλέπουν απόψεις να αλλάζουν χρώμα ανά τέταρτο και να αναγιγνώσκονται, με ύφος διδαχής, με το ίδιο σθένος με πριν, βαρέθηκαν την καταστροφολογία, βαρέθηκαν να μη βρίσκουν δουλειά, βαρέθηκαν να φοβούνται για φόρους με αναδρομική ισχύ, βαρέθηκαν να τους λέει (ή να εκβιάζει) ο κάθε Σόϊμπλε και η κάθε Μέρκελ τι να ψηφίσουν επειδή αυτό τυγχάνει να βολεύει την τσέπη τους, βαρέθηκαν να διαμαρτύρονται μετά ξύλου και χημικών – εν ολίγοις, βαρέθηκαν να τους δουλεύουν.

Ίσως όχι όλοι – το σέβομαι. Κάποιοι δεν βαρέθηκαν, και αντέχουν ακόμα. Αλλά ελπίζω να βαρεθούν και αυτοί λίαν συντόμως.

Και η διαφορά μεταξύ των δύο μηνυμάτων, δεν είναι ότι το ένα είναι κατά φαντασία και αξιοποίηση, και το άλλο εστάλη όντως. Η διαφορά είναι πως το ένα χρησιμοποιείται για δούλεμα, και το άλλο «ξεχνιέται» κατά το δοκούν.

Και, το θέμα, φίλοι μου, είναι πως οι αποστολείς των μηνυμάτων δεν θα ξεχάσουν τι ζουν με δουλέματα και μισόλογα στα παράθυρα τηλεοπτικών εκλογών. Θα απαιτήσουν από τους υπηρέτες κατ’ ουσίαν πολιτικούς τους, να ακούσουν το αληθινό μήνυμα.

Και, αν δεν ακουστεί, το πιο πιθανό είναι πως θα το πουν ακόμα πιο δυνατά.

Μέχρι να παραληφθεί.

Λίγες tweet-σκέψεις για τις μέρες «ακυβερνησίας» που έχουμε διανύσει:

Δύο ποστ την ίδια μέρα; δεν το συνηθίζω. Αλλά έχω κάτι να πω.

Διαβάζω αυτήν την είδηση:

Ενας πολιτικός που άρχισε τη ζωή του πολεμώντας τον ναζισμό στα 15 χρόνια του είναι υποχρεωμένος να γίνει οικοδεσπότης των οπαδών του ναζισμού; Μπορεί κάποιος που αγωνίστηκε εναντίον της χούντας να υποδεχτεί έναν οπαδό των κολονέλων; Για τον Κάρολο Παπούλια είναι ένα προσωπικό και θεσμικό δίλημμα: Πρέπει να συμπεριλάβει και τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής Νίκο Μιχαλολιάκο στη διαδικασία που ακολουθεί την αποτυχία του κύκλου των διερευνητικών εντολών;

Οφείλει να τον καλέσει στα πλαίσια της έσχατης προσπάθειας για τον σχηματισμό κυβέρνησης;

Υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στον τύπο και την ουσία, όταν πρόκειται για έναν αρχηγό δημοκρατικού κράτους με τη δική του διαδρομή και έναν παράγοντα που καλλιεργεί το μίσος και τη μισαλλοδοξία στην κοινωνία , προωθώντας την υπονόμευση της Δημοκρατίας;

ΔΕΝ ΥΠΟΧΡΕΟΥΤΑΙ. Το δίλημμα για έναν άνθρωπο με το πολιτικό βιογραφικό του Προέδρου είναι ουσιώδες. Αν συμπεριλάβει στις επικείμενες διαβουλεύσεις τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής, πρακτικά δίνει τον λόγο σε έναν παράγοντα που μπορεί να συμμετέχει στη νέα Βουλή έπειτα από ελεύθερες και δημοκρατικές εκλογές, αλλά δεν παύει να εκπροσωπεί, και το διατυμπανίζει, ό,τι πιο ανελεύθερο και αντιδημοκρατικό. Με άλλα λόγια: είναι θεμιτό να ανοίξει το σπίτι της η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία σε έναν δηλωμένο εχθρό των ιδανικών της;
Νομικοί κύκλοι και πολιτικοί παράγοντες σημειώνουν ότι δεν πρόκειται για νομικό θέμα. Από τη συνταγματική επιστήμη προκύπτει ότι ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Προέδρου να αποφύγει προσκλήσεις η αναγκαιότητα των οποίων δεν προκύπτει από πουθενά. Το γράμμα και το πνεύμα του άρθρου 37 του Συντάγματος τον καλύπτουν απολύτως. Δεν οφείλει δηλαδή να οργανώσει σύσκεψη, στην οποία ενδεχομένως ένας ή περισσότεροι πολιτικοί αρχηγοί θα αρνηθούν να καθήσουν με τον Μιχαλολιάκο. Ολοι αναγνωρίζουν ότι και ίδιος ο Πρόεδρος στη θέση τους το ίδιο θα έκανε.
Επίσης η Ευρωπαϊκή Ενωση, διά των εκπροσώπων της, και πρωτίστως του προέδρου της Κομισιόν Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, έχει διαμηνύσει ότι δεν νοείται συμμετοχή κόμματος όπως η Χρυσή Αυγή που αντιστρατεύεται τις αξίες και τις αρχές της Ευρώπης, σε κυβέρνηση χώρας – μέλους. Και αφού δεν νοείται η παρουσία της σε κυβέρνηση, δεν υπάρχει λόγος να μετέχει και σε μια διαβούλευση για κυβέρνηση. Αλλωστε, αν από τις επαφές με τους μισούς αρχηγούς δεν φανεί η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, τι νόημα θα έχει η συνέχιση των επαφών και με τους υπόλοιπους;

Είναι μεγάλη, λέει κι’ άλλα, διάβασέ την όλη εδώ.

Σε όσα λέει, τι μεταφέρει;

Ο Πρόεδρος πολέμησε τον ναζισμό από τα 15 του. Ο Πρόεδρος δεν θέλει να καλέσει τον αρχηγό της Χρυσής Αυγής στο μέγαρο. Δεν είναι δημοκράτες αυτοί. Ο Πρόεδρος ψάχνει τρόπο (και φαίνεται πως καλύπτεται συνταγματικά) να μην τους καλέσει. Μόνο αυτούς. Δεν του αρέσουν αυτοί του προέδρου. Επίσης, ούτε στον Μπαρόζο αρέσουν αυτοί. Και, αφού δεν αρέσουν στον κύριο Μπαρόζο, δεν έχει νόημα να κληθούν.

Αυτοί.

Πάμε και σε μία ανακοίνωση της ΕΣΗΕΑ αυτήν την φορά:

Με μπαράζ απειλών και προπηλακισμών κατά των εκπροσώπων Δημοσιογραφικών Ενώσεων και των εργαζομένων δημοσιογράφων εκδηλώνουν τα στελέχη της «Χρυσής Αυγής» και οι γνωστοί «άγνωστοι» την επιθετικότητά τους.

Οι απειλές που εκτοξεύτηκαν κατά του Προέδρου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Συντακτών και του Προέδρου της ΕΣΗΕΑ, αλλά και της δημοσιογράφου Ξένιας Κουναλάκη της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ», αποδεικνύουν την ολοκληρωτικής αντίληψης συμπεριφορά των μελών και του Αρχηγού της «Χρυσής Αυγής» και πώς εννοούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Η συνέχεια των απειλών ήρθε σήμερα τα ξημερώματα με την επίθεση «αγνώστων» κατά του Κώστα Μπογδάνου του Τ/Σ «ΣΚΑΪ», τον οποίο τραυμάτισαν. Επιβεβαιώνοντας, έτσι, ότι ο πρώτος στόχος των μαύρων φασιστικών αντιλήψεων και πρακτικών είναι ο χώρος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Ο σεβασμός στις δημοκρατικές κοινωνίες κατακτάται. Δεν επιβάλλεται. Επιβάλλεται μόνο στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, που επιδιώκουν ο κ. Μιχαλολιάκος και οι όμοιοί του, με τη βία και την καταστολή κάθε ελευθερίας.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΣΗΕΑ καταδικάζει με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο αυτά τα φαινόμενα, όπως και κάθε άλλου είδους απειλή από οποιονδήποτε και αν προέρχεται κατά συναδέλφων και πολιτών και καλεί τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ και όλους τους πολίτες της χώρας να μην υποτιμήσουν το φασιστικό αυτό φαινόμενο και να αγωνίζονται για τη προάσπιση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων τους, κατά τη διάρκεια της άσκησης της εργασίας τους.

Οι δημοσιογράφοι, ως λειτουργοί του Τύπου, δεσμεύονται μόνο από τους συνταγματικούς κανόνες της χώρας μας, τη δημοκρατική τους συνείδηση και τις «Αρχές Δεοντολογίας του Δημοσιογραφικού Επαγγέλματος», αντιστέκονται δε στο ναζισμό και αποτελούν ασπίδα στην προάσπιση της δημοκρατίας και προπύργιο στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του ελληνικού λαού.

Αντιστέκονται σε αυτούς.

Τι μεταφέρει η είδηση;

Ότι αυτοί απείλησαν δημοσιογράφους, χτύπησαν μάλιστα και τον Κ.Μπογδάνο (ο ίδιος δεν ξέρει καν ποιοι και γιατί), ζητά από τους πολίτες να μην υποτιμήσουν το φασιστικό φαινόμενο και αντιστέκονται στον ναζισμό- αποτελώντας ασπίδα στην προάσπιση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του λαού.

Η γνώμη μου:

Τι λέτε μωρέ υποκριτές;

Αυτοί, είναι τα σιχαμερά αποβράσματα εκφραστές του νεοναζισμού στην Ελλάδα. Αυτοί είναι που πολεμούν, όποτε τους δίνεται η ευκαιρία, δίπλα στα ΜΑΤ, κυνηγούν μετανάστες κρατώντας λεπίδες, ρίχνουν χειροβομβίδες (χειροβομβίδες ρε φίλε!) σε συνελεύσεις κατοίκων με μετανάστες, κάνουν εκκαθαρίσεις στις γειτονιές, ανοίγουν κεφάλια, για να μην πω ότι σέρνουν πάνω τους και τον μισό ποινικό κώδικα από εκβιασμούς μέχρι και απόπειρες δολοφονίας – ακόμα και οι τωρινοί βουλευτές τους.

Αυτοί, κλείδωναν πάρκα αποκλειστικά για Έλληνες, αυτοί γινόντουσαν πιο δυνατοί σε κάθε βόλτα του υπουργού με το αυτοκίνητο στο κέντρο της Αθήνας, σε κάθε δήλωση υπουργού «τις μετανάστριες πόρνες με aids θα τις στείλουμε σπίτια τους», σε κάθε άρθρο που ονομαζόντουσαν ακτιβιστές(!) από τις εφημερίδες που καλύπτανε το κενό μίας γκετοποιημένης περιοχής του κέντρου, σα να ήταν απολύτως φυσιολογικό, αυτοί κερδίζανε κάθε φορά που ένα δελτίο ειδήσεων χρησιμοποιούσε την λέξη υγειονομική βόμβα ή γκέτο της Αθήνας, και πανηγύριζε για κάθε «επιχείρηση σκούπα», και η απόκρυψη ότι πρόκειται για νεοναζιστές δημιουργούσε κλίμα συμπάθειας για το δήθεν ….αντιμνημονιακό τους προφίλ.

Όμως, έφτασαν στην πόρτα σας.

Και στην πόρτα σας, δεν σας αρέσει.

Όταν πρέπει να συναναστρέφεστε μαζί τους, δεν νιώθετε άνετα. Όταν πρέπει να τους απευθύνετε τον λόγο, πρέπει να σηκώνεστε. Όταν σας κοιτάνε, να χαμηλώνετε τα μάτια. Δεν είναι ωραία, ε; Δεν ήταν ωραία ούτε στους δρόμους, σας βεβαιώ. Δεν ήταν ωραία ούτε τα βράδια, όταν έκαναν περιπολίες ούτε όταν απειλούσαν με δολοφονία όποιον τους αντιστεκόταν, ούτε όταν παρέα με τα ΜΑΤ πετούσανε πέτρες, ούτε όταν βγαίνανε για κυνήγι.

Αλλά αυτό ήταν στην δική μας γειτονιά. Όχι στην δική σας.

Στα δημοσιογραφικά γραφεία, ή στα μέγαρα, δεν περνούσαν αυτές οι ειδήσεις. Τα χάηλ χίτλερ στο δημοτικό συμβούλιο των Αθηνών δεν σας βοηθούσε να σκεφτείτε μήπως πρόκειται για μία παράνομη οργάνωση. Τα ανοιγμένα κεφάλια στα πανεπιστήμια και οι μαχαιρωμένοι αντιφασίστες δεν σας ενέπνεαν να σκεφτείτε ότι πρόκειται για στρατό.

Αλλα αυτά ήταν στην δική μας γειτονιά. Όχι στην δική σας.

Και τώρα; τώρα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρώτος πολίτης της χώρας πρέπει να ζήσει μ’ αυτούς που, με την ανοχή του νόμου και την επιδότηση των καναλιών και εφημερίδων, οι πολίτες ψήφισαν.

Κακώς; Κακώς. Κάκιστα; Κάκιστα.

Αλλά τους ψήφισαν – αφού πρώτα το επιτρέψατε εσείς, να μπορούν να επιλέγουν οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι νεοναζί δολοφόνους για την Βουλή. Αφού κάνατε νόμιμο να βρουν διέξοδο οι καταπατητές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στους ακροδεξιούς «πολιτικούς» ηγέτες τους και να απολαμβάνουν τα προνόμια και την ασυλία των Ελλήνων βουλευτών.

Αλλά βέβαια ο Πρόεδρος πολέμησε τον ναζισμό όταν ήταν δεκαπέντε. Και το Προεδρικό Μέγαρο δεν πρέπει να πατηθεί από ναζιστικές μπότες. Οπότε, ψάχνει τρόπο να μην τους βάλει μέσα.

Και αρωματίζεται με μία εσάνς ηρωισμού, κιόλας.

Αμ δε.

Είτε θα πετύχει, και η Χρυσή Αυγή θα χρησιμοποιήσει την κόκκινη κάρτα ως δικαίωση αυτών που λέει, πράγμα που θα αποφέρει πολλαπλάσιους «αδικημένους» υποστηρικτές στις τάξεις της, είτε θα αποτύχει, και θα έχει μετατρέψει την προσωπική κόντρα σε λόγους πανηγυρισμού των φασιστών – κάτι που θα έχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

Περισσότερους φασίστες.

Οι οποίοι θα βολευτούν (και, πλέον, με βουλευτική ασυλία, αν χρειαστεί) μετά στις δικές μας γειτονιές να σφάζουν, να μολύνουν με τον φασιστικό τους λόγο νέα παιδιά, να εξαπλώνονται, να μισούν και να καταστρέφουν.

Ό,τι δηλαδή κάνουν συνήθως οι φασίστες.

Και μόνο με το προσωπικό κόστος μερικών τρελών, των αντιφασιστών, αγνοώντας την προσωπική τους σωματική ακεραιότητα, θα προφυλαχθούν όσοι μπορέσουν να προφυλαχθούν σε μία άνιση, ατελέσφορη μάχη.

Στην δική μας γειτονιά.

Γιατί η δημοσιογραφία ενοχλήθηκε που της είπαν εγέρθητι, και ένας πολιτικός κόσμος αντέδρασε μόνο όταν είδε λερωμένες με αίμα μπότες στο κατώφλι του.

Υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο.

Πιστεύω πως κανένας άνθρωπος δεν είναι ανώτερος από κάποιον άλλον, κανένας δεν είναι κατώτερος από κάποιον άλλον. Για κανέναν απολύτως λόγο.

Να ένας καλός λόγος να με βαρέσει κανείς. Για να δούμε και άλλους.

– Όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια βασικά δικαιώματα. Είτε είσαι φτωχός, είτε πλούσιος, είτε Άρειος, είτε Μπαγκλαντεσιανός, έχεις δικαίωμα στην Παιδεία, Υγεία, Διατροφή, Στέγη, Επικοινωνία με την καλύτερη δυνατόν μορφή της.

– Το μνημόνιο ήταν στα όρια της εθνικής προδοσίας, όχι (μόνο) για τα γραφθέντα του και τις επιταγές του, αλλά γιατί δεν επικυρώθηκε άμεσα και ξεκάθαρα από τον Ελληνικό λαό. Πιστεύω πως, όσοι το ψήφισαν, ήδη από το πρώτο, έδρασαν χωρίς να έχουν λαϊκή βούληση.

– Κανένας δεν δικαιούται να μιλάει για λογαριασμό μου.

– Ο ρατσισμός είναι βλακώδης ως ιδεολογία. Βλακώδης. Δεν αξίζει καν να ασχοληθώ μαζί της.

– Ο άνθρωπος μπορεί να πιστεύει σε όποια θεότητα θέλει, ή σε καμία – στα πλαίσια που αυτή δεν χρησιμοποιείται ως άλλοθι για να αλλάξει το βασικό μου πιστεύω, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν τα ίδια δικαιώματα. Η πίστη του άλλου δεν αντιτίθεται στην δική μου, δεν με προσβάλλει με κανέναν τρόπο. Οφείλω να εκφράσω την δική μου με τρόπο που δεν προσβάλλει τον γείτονά μου.

– Είμαι καραφλός, με μουσάκι, μ’ αρέσουν οι μαύρες μου μπλούζες. Μοιάζω πάρα πολύ σ’ αυτόν (καλά, ψηλό δεν με λες). Δεν προτίθεμαι να αφήσω μαλλί για να διαφέρω. Να αφήσει αυτός 🙂

– Πιστεύω σε όποια οικονομική θεωρία λέει πως και κράτος πρέπει να υπάρχει, για να προστατεύει τους αδύνατους, και ελεύθερη οικονομία πρέπει να υπάρχει, για να δίνει ευκαιρίες στους πιο σκληρά εργαζόμενους, έξυπνους, πετυχημένους. Όλοι πρέπει να συνεισφέρουμε στο κοινωνικό κράτος, όλοι έχουμε δικαίωμα να πλουτίσουμε μετά από αυτό.

– Ο ανώνυμος κάμεραμαν του σκάι δεν ευθύνεται για τις θέσεις του Μπάμπη Παπαδημητρίου. Ο Μπάμπης Παπαδημητρίου ευθύνεται για τις θέσεις του Μπάμπη Παπαδημητρίου.

– Υποστηρίζω απόλυτα και ανεπιφύλακτα τους ομοφυλόφιλους. Δεν χρειάζονται την έγκρισή μου για την σεξουαλική τους προτίμηση, και δεν μπορεί να είναι λόγος σε μία πολιτισμένη κοινωνία να έχουν λιγότερα δικαιώματα από τον διπλανό τους.

– Όλοι έχουν δικαίωμα να πουν την σκέψη τους. Όλοι. Και οι μνημονιακοί, και οι αντιμνημονιακοί, όλοι. Και ο φασίστας έχει δικαίωμα να πει την δική του – άλλο που εγώ δεν ενδιαφέρομαι ιδιαιτέρως να την ακούσω. Αλλά έχει. Αρκεί να μην παραβαίνει κανείς τον πρώτο μου κανόνα.

– Οι δημοσιογράφοι οφείλουν να είναι ειλικρινείς. Αν πουν ψέματα πρέπει να τους αφαιρείται άμεσα η δημοσιογραφική ταυτότητα.

– Αν κάποιος σφάλλει, υπεύθυνα είναι τα δικαστήρια. Ο νόμος. Αν ο νόμος δεν είναι καλός, αλλάζουμε τον νόμο. Είμαι εναντίον της «δικαιολογημένης» αυτοδικίας. (δικαιολογημένης = δεν είμαι αυτοδίκαια αθώος αν σκοτώσω τον βιαστή του παιδιού μου)

– Ελεγχόμενός μου είναι ΠΑΝΤΑ η αστυνομία, όχι όποιος είναι απέναντί της. Περισσότερα εδώ.

– Ψηφίζω. Το ίδιο επιθυμώ και δι’ ημάς υμάς. Καταλαβαίνω αυτούς που δεν ψηφίζουν, άλλο που θεωρώ ότι δεν πετυχαίνουν τον σκοπό τους.

– Θεωρώ απολύτως λάθος να αγοράζω προϊόντα από την vodafone, την siemens, το mall, την Creta Farm. Δεν θέλω να πληρώνω στην ουσία εταιρίες που χρησιμοποιούν τα χρήματά τους με λάθος τρόπο. Ίσως υπάρχουν και χίλια δυο άλλες, αλλά εγώ, αυτές έχω στοχεύσει.

– Είμαι εναντίον στις κρεμάλες και στο να καεί η Βουλή. Είμαι εναντίον της βουλευτικής ασυλίας, είμαι εναντίον της ατιμωρησίας των υπουργών.

~

Ορίστε. Να κάποιοι λόγοι που θα ήθελες να με βαρέσεις.

Αν με δεις στον δρόμο, και με θυμηθείς, δες την λίστα, τι μπορεί να σε ενοχλεί, και δώστου.

Δεν τρέχω σχεδόν καθόλου, είμαι πεντακόσια κιλά αηδία, δεν μπορώ να σηκώσω χέρι επάνω σου, και, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μπορέσω να αμυνθώ σχεδόν καθόλου,

…αυτό που λέμε «θα κάτσω να τις φάω«.

Είτε είσαι νεοναζί, και οι αριστερίζουσες (ή οι γκαίη φρέντλυ) σκέψεις μου σε ενοχλούν, είτε είσαι αντιφασίστας και το καραφλό μου λουκ σε ιντριγκάρει, (ή σου θυμίσω τον φασίστα της γειτονιάς σου), ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν.

Καλή επιτυχία σου εύχομαι.

Δυσκολεύομαι να σου περιγράψω πόσο άβολα νιώθω όταν η πουτάνα είναι πουτάνα, και ο πελάτης είναι, απλώς, πελάτης. Πουτάνες είναι οι αλήτισσες γυναίκες, οι κακές, αυτές που δεν έχουν ψυχή, καρδιά, οι πουτάνες είναι το φτύσιμο της κοινωνίας, οι χειρότερες όλων – έτσι δεν είναι; Ο άλλος είναι, απλώς, πελάτης, ισότιμο μέλος μίας συναλλαγής. Αγοράζει ένα προϊόν. Είναι απόλυτα λογικό, όλοι αγοράζουμε απλώς προϊόντα. Για την καθώς πρέπει κοινωνία μας δεν έχει σημασία που βιάζει έναντι αντιτίμου ένα πρεζόνι, ή ένα θύμα τράφικινγκ, ή μία εθισμένη στα λεφτά – αυτός είναι πελάτης, αμόλυντος, δεν του ξελλαρυγγιάζει ποτέ την χολή του κανένας, είναι πελάτης, κάνει την κοινωνία να κινείται, το χρήμα να ρέει, ως πελάτης αξίζει τον σεβασμό μας, ίσως βέβαια τον αναφέρουμε υποτιμητικά στις ειδήσεις, να βάλουμε λίγο χρώμα στην φωνή μας όταν θα πούμε έναν ανώνυμο αριθμό, «600 πελάτες», αλλά αυτός είναι πελάτης, σήμερα μία πουτάνα, αύριο μια τηλεόραση, ναι, μπύρα, πελάτης είναι, τσιγάρα, εφημερίδα, μπορεί και να ψηφίσει, να τον δεις στον δρόμο, να του πεις έλα ρε Βασίλη, είναι πελάτης, πελάτης σου, βλέπει διαφημίσεις, είναι ενεργό μέρος της κοινωνίας. Κυκλοφορεί μέρα. Κάνει την σκοπιά του, φυλάει την πατρίδα μας, μεταφέρει τα προϊόντα σου, αγοράζει τα αγαθά σου, προσέχει τα παιδιά σου, παντρεύεται την κόρη σου. Είναι άντρας αυτός, αγόρι. Και, πάνω απ’ όλα ψωνίζει, έχει λεφτά, αγοράζει, δεν ψωνίζεται, δεν πουλιέται, δεν είναι λιγότερος από άνθρωπος. Αυτός που αγοράζει είναι σαφώς καλύτερος από αυτόν που αγοράζεται, έτσι δεν είναι; Και έτσι ακριβώς, λογικά σκεφτόμενη η κοινωνία μας, βγάζει την φωτογραφία της πουτάνας, με όνομα και επώνυμο, και ηλικία, και προφίλ και ανφας, μα ο πελάτης είναι αριθμός, είναι 600-700 κλήσεις, είναι 600-700 πελάτες. Γιατί αυτή έχει AIDS, αλλά ο πελάτης που πλήρωσε έξτρα ένα πρεζόνι για να μη βάλει λάστιχο στο καυλί του, δεν έχει κάτι τέτοιο, για όνομα του θεού, είναι αμόλυντος, δεν είπαμε; Δεν χρειάζεται να αναρωτηθεί κανείς, τίποτα. Ούτε καν για το αν ενώ πλήρωσε παραπάνω για να γαμήσει χωρίς προφυλακτικό την πουτάνα θα είναι το ίδιο προσεκτικός με την γυναίκα του, ή την κοπέλα τους. Η πουτάνα βέβαια το κόλλησε το AIDS από την ψυχή της, προφανώς, όχι από έναν άλλο πελάτη, με λεφτά πελάτη, με ισχύ πελάτη, που της έδωσε 20 ευρώ παραπάνω και την σκότωσε. Άλλωστε, το έχει πει και ο Υπουργός μας, αν έχει AIDS να την στείλουμε από εκεί που ήρθε. Λες και δεν έχει προαγωγό, λες και δεν έχει τσατσά. Ο πελάτης είναι ένας αριθμός που θα ξεχάσουμε την επομένη των εκλογών. Η πουτάνα έχει ονοματεπώνυμο και φωτογραφία, ένα στίγμα και μία ασθένεια που πρέπει να παλέψει πολύ για να κερδίσει κάποια ποιοτικά χρόνια ζωής. Και βγάλαμε την φωτογραφία της για να αισθανθούμε ασφαλείς. Και το πρόσωπό της, λες και την κοίταξε ποτέ κανείς στο πρόσωπο. Και το όνομά της, λες και την φώναξε ποτέ κανείς με το όνομά της. Για να πούμε «εντάξει, την πιάσαμε αυτήν, νάτην, νάτες όλες, καθαρίσαμε, κανένα πρόβλημα, θα φάει και φυλακή γιατί είναι δολοφόνος, και τέρμα». Η φωτογραφία της πουτάνας, ένας αριθμός για τους πελάτες, και μία ασφάλεια για εμάς για να συνεχίσουμε την μέρα μας, ανενόχλητοι.

Κανένα πρόβλημα. Πάει και αυτό.

Δυσκολεύομαι πολύ να τα εξηγήσω όλα αυτά, αλήθεια στο λέω.

Πριν λίγο καιρό, ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη, έκανε βόλτα με δημοσιογράφο καναλιού στο κέντρο της Αθήνας. Αηδίασε και «προβληματίστηκε» με το θέαμα. Ήταν ένα καλά σχεδιασμένο τρυκ για να ξεκινήσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Αμυγδαλέζα.

Για αρκετό καιρό, στα κανάλια έπαιζαν επιμόνως διαρκώς εκτενή ρεπορτάζ, με θέμα «οικολογική βόμβα στο κέντρο της Αθήνας», «Εικοσιπέντε άνθρωποι σε ένα δωμάτιο», «βρωμιά, δυσωδία και παραβατικότητα στα σοκάκια του ιστορικού κέντρου». Με έμφαση στις λέξεις διαρκώς, εκτενή, επίμονα.

Πριν λίγες ημέρες, βγήκε στο διαδίκτυο προεκλογικό σποτ της Νέας Δημοκρατίας με σαφή σύνδεση μεταναστών με την εγκληματικότητα. Έκανε λόγο για «ανακατάληψη των πόλεών μας από τους λαθρομετανάστες» «Ανακατάληψη των πόλεων από τα γκέτο των μεταναστών» (ούτε καν των παράνομων).[*]

Κάποιος θα πίστευε ότι δεν τα εννοούν αυτά που λένε. Ότι το κάνουν μόνο για να πάρουν την ψήφο από την ανερχόμενη ακροδεξιά.

Έχω διαφορετική ανάγνωση: λένε ακριβώς αυτό που εννοούμε. Απλώς όχι αυτό που νομίζεις.

~

Για την Χρυσή Αυγή, η καθαρότητα της φυλής είναι αυτοσκοπός. Καλώς ή κακώς (κακώς για μένα, αλλά αδιάφορο), αυτή η καθαρότητα εκφράζεται ειλικρινέστατα: δεν μπορεί να κρυφτεί ο νεοναζί. Πιστεύει ότι οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους με κριτήριο την φυλή τους, και δεν έχουν την ίδια αξία.

ΝΔ και Πασοκ (και πιθανότατα και άλλοι, αλλα μένω σ’ αυτούς που ήταν κόμματα εξουσίας και πήραν αποφάσεις) δεν συμμερίζονται την καθαρότητα της φυλής. Μπορεί να μοιάζει έτσι, γιατί το τελικό θύμα είναι το (σχεδόν) το ίδιο, αλλά δεν έχουν τις ίδιες βλέψεις.

Θέλω λίγο να με προσέξεις εδώ, γιατί αυτό που θα σου πω είναι καλά κρυμμένο ως τώρα πίσω από θολές θέσεις, και μπορεί να σου ξεφύγει πολύ εύκολα:

Για τα πρώην κόμματα εξουσίας, αντίθετα με την «καθαρότητα της φυλής» που πρεσβεύει η φιλοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή, το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες.

Το πρόβλημα είναι οι φτωχοί.

Είτε ο Πακιστανός έχει έρθει ως τουρίστας, με τα ωραία του δολάρια ή ευρώ, είτε είναι ο ανθρωπάκος που σου ζητάει λεφτά στα φανάρια, για την Χρυσή Αυγή (ή κάθε άλλης φίλα προσκείμενης ομάδας, όπως το Λάος, ή οι ακροδεξιοί της Νέας Δημοκρατίας και πάει λέγοντας) είναι ένας εχθρός.

Το απάνθρωπο μίσος τους εκφράζεται τίμια και ειλικρινώς.

Για την επίσημη Νέα Δημοκρατία, και το επίσημο Πασόκ όμως, αν ο μετανάστης δεν είχε αρκετά χρήματα για να φύγει από την χώρα του ως τουρίστας, αλλά έπρεπε να διαφύγει στην χώρα μας (ως τράνζιτ σε άλλες χώρες) για να φάει ένα κομμάτι ψωμί, είναι εχθρός και αντιμετωπίζεται ως τέτοιος.

Νομίζεις ότι αφορά μόνο τους μετανάστες;

Πριν λίγες ώρες έμαθα πως όσοι νοίκιαζαν σπίτια σε περισσότερους από έναν ή δύο ανθρώπους στο κέντρο, έγιναν έρευνες και συλλήψεις.

Νομίζεις ότι μόνο οι μετανάστες δεν έχουν που να μείνουν;

Πιστεύεις ότι διαφέρεις από τον μετανάστη; Εγώ πάντως, όχι. Αν χάσω την δουλειά μου, μπορεί να κοιμηθώ στον δρόμο. Αν χρειαστεί, για να βρω μία στέγη, θα νοικιάσω με άλλους είκοσι. Αν η νόμιμη παρουσία μου στην Ελλάδα κοστίζει χρήματα, προφανώς, προφανέστατα δεν θα έχω για να πληρώσω. Αν δεν έχω λεφτά για φαΐ, θα ψάχνω στα σκουπίδια. Ή, και μετα λόγου γνώσεως το λέω, για να φάει η οικογένειά μου, θα ζητιανέψω. Θα δουλέψω χωρίς ασφάλεια, χωρίς δικαιώματα, χωρίς ελπίδα.

Πόσο διαφέρω από τον μετανάστη; Τα μέσα θα με παρουσιάσουν ως Υγειονομική Βόμβα, η συζήτηση θα γίνει για το αν πρέπει να ζήσω «βρώμικα ελεύθερα, ή σε «χρυσό» κλουβί φυλακισμένος», με έμφαση στο «τουλάχιστον θα έχεις να φας» και «δεν θα βρωμίζεις το ιστορικό κέντρο». Και ας είσαι φυλακισμένος.

Γιατί είσαι φτωχός.

Αναθεωρήστε τις απόψεις σας. Τα δύο κόμματα εξουσίας δεν καπηλεύονται τον ρατσισμό της Χρυσής Αυγής.

Έχουν άλλον, δικό τους.

Και βασίζεται στο χρώμα του χρήματος.

Υ.Γ.: Διαβάστε και το άρθρο «Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη Δούλων» από τον @giopso

Υ.Γ.2: [*] Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια, για το video της Νέας Δημοκρατίας. Για πρώτη φορά στην ζωή μου καταψήφησα το video, και το έκανα mark για ρατσιστικό περιεχόμενο. Η Νέα Δημοκρατία «απάντησε» διατηρώντας το video, βγάζοντας την βαθμολογία (που ήταν συντριπτικά εναντίον της) και αφαιρώντας την δυνατότητα σχολιασμού.

Update 14/5/2013: Ξαναδιαβάζοντάς το, είμαι πολύ επιεικής με αυτά που γράφω ως προς την Χρυσή Αυγή. Στα σχόλια ο Αναστο έχει δίκιο: αυτοί οι άνθρωποι το μόνο που θέλουν είναι εξουσία δια της δύναμης – εναντίον οποιουδήποτε είναι απέναντι. Δεν είναι ειλικρινείς ούτε με την σκιά τους, για κανένα απολύτως θέμα.

Είναι ένα βίαιο, και αποτρόπαιο θέαμα για μένα. Και δυσκολεύτηκα να το δω, και δυσκολεύτηκα ακόμα περισσότερο να το ακούσω.

Και δεν είναι το μόνο. Σου θυμίζω και αυτό το βίντεο που δυσκολεύτηκα επίσης να δω.

Σου θυμίζω και αυτό, που δυσκολεύτηκα να δω, παλιότερα.

Σου θυμίζω και αυτήν την περιγραφή, που δυσκολεύτηκα να διαβάσω.

«Με είχαν τυλίξει με μια μαύρη σακούλα σκουπιδιών που είχε γεμίσει κόπρανα από τον φόβο των βασανιστηρίων. Μου έβαζαν το πιστόλι στο μάτι. Απειλούσαν να με σκοτώσουν και με κτυπούσαν. Αμέσως μετά με έβαζαν να προχωράω… κουτσό, στο ένα πόδι. Κι όταν δεν τα κατάφερνα με κτυπούσαν πάλι»

Εδώ, όλο.

Αν έφτασες μέχρι εδώ, χωρίς να μπεις στις σελίδες, χωρίς να δεις τα βίντεο, χωρίς να ακούσεις τις κραυγές, θέλω λίγο την προσοχή σου: Αυτό το ποστ είναι αποκλειστικά για σένα.

Κλείσε λίγο τα φώτα. Κλείσε τα άλλα παράθυρα στον browser. Γύρνα πίσω στο κείμενο, σταμάτα ότι κάνεις, σταμάτα ότι ακους, και δες αυτά τα βίντεο. Άκουσέ τα.

Όχι ακόμα; Πρόσεξέ με λίγο.

~

Είναι πολύ δύσκολο να τα δεις. Είναι πολύ δύσκολο να τα διαβάσεις, και πολύ, ΠΟΛΥ δύσκολο να τα ακούσεις. Το ξέρω. Είναι πολύ δύσκολο να τα κατανοήσεις. Θέλεις να δεις μπάλα, ή τον τάδε τραγουδιστή, να κοιτάξεις ξέρω γω στο iphone, ή να παίξεις pes, με τα φιλαράκια, ή να βάψεις τα νύχια σου, ή να πας για ψώνια,

οτιδήποτε, οτιδήποτε εκτός από αυτό.

Ξέρω. Το ίδιο και εγώ.

Αλλά άκου: χρωστάμε κάτι. Θα σου πω τι γίνεται: Κάθε μπουνιά, κάθε κλωτσιά, κάθε ροπαλιά, κάθε σακούλα με σκατά και εμετούς, κάθε μία από αυτές τις πράξεις, έγιναν.

Δεν σου λέω να διαμαρτυρηθείς, να βγεις στον δρόμο, να πάρεις τηλέφωνο τον βουλευτή σου, να ουρλιάξεις, να μην κοιμηθείς το βράδυ, να πας να πετάξεις μία πέτρα – σου λέω, μόνο, να τα δεις.

Και άκου γιατί.

Δυστυχώς, υπάρχουν μόνο δύο στρατόπεδα σ’ αυτήν την ιστορία. Αυτός που τις τρώει, το θύμα του βασανισμού – και οι άλλοι.

Εσύ, εγώ, η μητέρα σου, η κόρη μου – μπορούμε να ανήκουμε μόνο σε μία από τις δύο κατηγορίες. Ή θα είμαστε με τα θύματα, ή θα είμαστε με τους θύτες.

Αν αφήσουμε την ψυχή μας απείραχτη, αβίαστη, αμόλυντη με αυτό το θέαμα, αν προστατέψουμε τον εαυτό μας, αν κοιτάξουμε αλλού, δεν είμαστε τα θύματα. Εμείς, μπορούμε να το αποφύγουμε. Είναι ένα κλικ. Δεν το κάνουμε. Είναι λέξεις. Δεν τις διαβάζουμε. Εικόνες. Δεν τις βλέπουμε. Φωνές. Δεν τις ακούμε.

Εμείς μπορούμε να το αποφύγουμε, τα θύματα όμως όχι.

Και αυτό που σου ζητάω, μετά λόγου γνώσεως, είναι να γίνεις θύμα. Να πληγώσεις την ψυχή σου, την λογική σου, για να δεις τι έκανε ο γείτονάς σου ο Νίκος, ο Κώστας, ο Βαγγέλης, ο απέναντι, αυτός που πίνεις μαζί καφέ, αυτός που ακούς στην τηλεόραση, αυτός που φωνάζεις κύριε Υπουργέ, αυτός που ψηφίζεις κάθε τρία-τέσσερα χρόνια, να τραυματίσεις την ψυχή σου, και να μην αποστρέψεις το βλέμμα σου από κανέναν βιασμό της προσωπικότητας ενός θύματος.

Σου ζητάω, βασικά, να πονέσεις.

Να πονέσουν τα μάτια σου, να πονέσει η λογική σου, να πονέσει η αξιοπρέπεια, η ανθρωπιά σου, να πονέσουν τα αυτιά σου, να ματώσεις την ψυχή σου.

Γιατί, φίλε, φίλη, αν δεν το δεις, δεν σημαίνει ότι δεν έγινε.

Το αντίθετο.

Αν κοιτάξουμε αλλού, δεν θα σταματήσει. Αν δεν κάνουμε κλικ δεν θα σταματήσει. Αν δεν ακούσουμε την κραυγή, δεν σημαίνει ότι δεν βγήκε από τον λαιμό κάποιου. Αν δεν δούμε το αίμα, δεν σημαίνει ότι δεν κύλισε.

Γίνε, μαζί μου, θύμα.

Πληγώσου.

Γιατί μόνο αν το δούμε θα πάρουμε πλευρά. Αν δεν το δούμε, θα το ξεχάσουμε.

Ή θα πούμε «δεν ξέραμε».

Θα είμαστε κουκουλωμένοι στην ψευδαίσθηση της ασφάλειάς μας, ψευδαίσθηση, γιατί ο διαδηλωτής είσαι εσύ, και εγώ, ο μετανάστης στον δρόμο, είσαι εσύ, και εγώ, ο περαστικός στην Θεσσαλονίκη είσαι εσύ, και εγώ, και πρέπει να αντιληφθείς, είναι σημαντικό να αντιληφθείς, ότι αυτοί που θα μας διαχωρίσουν, αυτοί που θα πουν «άλλο εσύ, εσύ είσαι Έλληνας», «άλλο εσύ, εσύ δεν είσαι διαδηλωτής να πετάς πέτρες στο σύνταγμα», «άλλο εσύ, εσύ δεν κοπανιόσουν μόνος σου σε μία ζαρντινιέρα», αυτοί που θα μας πουν «άλλο αυτοί» είναι οι ίδιοι που τους βασανίζουν, παρατήρησέ το, είναι οι ίδιοι, οι ίδιοι, είναι οι ίδιοι που τους χτυπάνε, είναι οι ίδιοι δειλοί που στην πραγματικότητα σε φοβούνται, φοβούνται την θλίψη σου, φοβούνται τον θυμό σου.

Φοβούνται μην δεις τις πράξεις τους.

Τρέμουν, τρέμουν μην μαθευτούν. Δεν σε θέλουν θύμα,σε θέλουν αμέτοχο. Να κοιτάξεις αλλού. Να μην το δεις. Συνένοχο.

Δεν με πιστεύεις;

Αυτό είναι το επίσημο ανακοινωθέν για την υπόθεση του Αυγουστίνου Δημητρίου: Η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης έβγαλε ανακοίνωση που υποστήριζε ότι ο φοιτητής τραυματίστηκε γιατί «έπεσε αρχικά σε σταθμευμένο μοτοποδήλατο και στη συνέχεια σε ζαρντινιέρα που υπήρχε στο σημείο, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί»

Αν δεν δεις το βίντεο, θα το πιστέψεις.

Οι πρώτες περιγραφές για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, ήταν ότι πέταγε πέτρες.

Αν δεν το δεις, θα το πιστέψεις.

Ο Μάριος Λώλος χτυπήθηκε για να μην το δεις. O Μοδέστος Σιώτος χτυπήθηκε, για να μην το μάθεις.

Τρέμουν μην το δεις. Νομίζεις ότι χαίρονται και πανηγυρίζουν για το έργο τους, νομίζεις ότι καυχιόνται, αλλά εγώ πιστεύω ότι είναι δειλοί, ότι τρέμουν, ότι τρομοκρατούνται.

Δεν είμαστε εμείς οι θύτες. Και, δυστυχώς, δυστυχώς, για να μην υπάρξουν άλλοι θύτες, πρέπει να μοιραστούμε την θέση του θύματος.

Όπως μπορεί ο καθείς.

Πρέπει να φύγουμε από το άλλο αυτοί, και να γίνουμε εμείς αυτοί. Να γίνουμε όλοι εμείς αυτοί, ώστε να ξεκαθαρίσει ποιοι είναι οι δράστες, και ποιοι τα θύματα.

Αν κατάλαβες τι σου λέω, απλώς ανέβα επάνω, δες τα βίντεο, άκουσέ τα, διάβασε τα κείμενα, βρες άλλα, ενημερώσου, και μην προστατέψεις την ψυχή σου με το αποστρέφεις το βλέμμα ξανά. Και μην μ’ αφήσεις να το κάνω ούτε και γω. Ας την προστατέψουμε με το να μην αφήσουμε να γίνονται τέτοια πράγματα.

Και το πρώτο βήμα είναι να πεις «Ξέρω. Το είδα. Ήμασταν εμείς αυτοί. »

HELP

Μπορεί να είναι δύσκολο να είσαι Ανθρωπος. Ή, μπορεί να είναι εξαιρετικά εύκολο – δεν ξέρω.

Η ιστορία με τους δύο ανθρώπους που έτρεξαν να βοηθήσουν συνανθρώπους τους να απεγκλωβιστούν από το αυτοκίνητο ενώ ερχόταν το τραίνο, με έχει επηρεάσει βαθιά.

Διάβασε το άρθρο/ρεπορτάζ του @NikoAgo, κάτι που έκανα και εγώ.

Μιλάει για ανθρώπους που βοήθησαν ανθρώπους. Σε μία εποχή που το που γεννήθηκε κατατάσσει αυτόματα, αδιάκριτα τον συνάνθρωπό σου σε δολοφόνο, λαθραίο, υγειονομική βόμβα, μολυσμένο με aids, άπλυτο, υπάνθρωπο, – μία απλή, συγκινητική ιστορία, για ανθρώπους που βοηθούν ανθρώπους, χωρίς να τους ρωτούν «με αδίκησες;», «είσαι πακιστανός;», «είσαι έλληνας;», «είσαι χριστιανός;», «είσαι μουσουλμάνος;», «έχεις κάρτα εργασίας;», «τι ψηφίζεις;», «πως μπήκες στα σύνορα;»,

είναι μία ιστορία που αφαιρεί τα περιττά, και μένει στο βασικό.

Μπορεί να είναι δύσκολο να είσαι Ανθρωπος. Ή, μπορεί να είναι εξαιρετικά εύκολο, δεν ξέρω.

Είναι όμως θαυμαστό, και αξίζει τον σεβασμό μας.

(Καμιά φορά, όταν με διαβάζετε, σας δίνεται η εντύπωση ότι τα ξέρω όλα. Μεγάλη η ψευδαίσθηση, και θα την ανατρέψω άλλη μία φορά. Και λυπάμαι, που για άλλη μία φορά δεν πάω με το ρεύμα. Μακάρι ίσως να ήταν αλλιώς, αλλά έτσι είμαι, αυτά σκέφτομαι)

Την Τετάρτη το πρωί, μόλις σηκώνομαι, μαθαίνω για την αυτοκτονία ηλικιωμένου στο Σύνταγμα. Μένω αποσβολωμένος. Βλέπω τα ρεπορτάζ, γίνονται κουβέντες για χρέη, για πρόβλημα υγείας, αναρωτιέμαι αν θα δοθεί βαρύτητα, ηλικιωμένος, 77χρονος, βλέπω τον Μπεγλίτη, στην Τσαπανίδου, live, λέω μεγάλο φάουλ ρε, ακόμα δεν ξέρουμε τι έγινε, και γιατί.

Στον δρόμο για την δουλειά, το σκέφτομαι. Αναρωτιέμαι πως είναι να ετοιμάζεσαι το πρωί, να κάνεις τέτοιο πράγμα. Είσαι σίγουρος; το έχεις μετανιώσει; το έχεις ξαναδοκιμάσει και άλλες φορές; είναι βαρύ το πιστόλι στην τσέπη; κρύο; το κουβαλάς στο μετρό; κοιτάς τον κόσμο στα μάτια; δεν τον κοιτάς, μη σε καταλάβουν; βαστούν τα πόδια σου; ξέρεις τι πας να κάνεις; έχεις πρόγραμμα; Έχεις προγραμματίσει τι θα πεις πριν; Όταν βγαίνεις; τους κοιτάς ξέροντας αυτό που δεν ξέρουν; ότι θα δουν έναν φόνο; βιάζεσαι να το κάνεις, για να μην μετανιώσεις;

Ανατριχιάζω. Βιαιο πράγμα. Τον φοβάμαι τον θάνατο, πολύ – και στα παπούτσια του αυτόχειρα είναι βαριά η θέση, το βγάζω από το μυαλό μου.

Παρακολουθώ την κουβέντα από το twitter στο γραφείο. Κάποιοι, τον έχουν ήδη αναγάγει σε ήρωα. Μένοντας σε μία κουβέντα που μετέφερε αυτόπτης μάρτυρας ότι δεν θέλει να αφήσει χρέη, μιλούν για έναν απελπισμένο άνθρωπο, θύμα της κοινωνίας. Ο 77χρονος γίνεται βάρκα, για εκφράσει ο καθένας την οργή του. «Γιατί δεν ζώστηκε με χειροβομβίδες, να μπει στην βουλή». «Έστρεψε το όπλο του σε λάθος κεφάλι».

Μένω σιωπηλός. Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να πω.

Γράφω μόνο ένα tweet για το θέμα:

Αυτό.

Λίγη ώρα μετά, διαβάζω το γράμμα που άφησε ο αυτόχειρας. Βρίθει σχολιασμών που δεν με βρίσκουν σύμφωνο – αλλα τους καταλαβαίνω. Βγαίνουν περισσότερα στοιχεία για την αυτοκτονία. Ενας από τους καλύτερους μου φίλος, μου στέλνει ένα μήνυμα:

«ρε φιλε η περιγραφη μοιαζει φοβερα με τον πατερα της!»

Μου κόβονται τα πόδια. Ξέρω την Έμυ χρόνια, αλλά κανέναν άλλο από την οικογένειά της. Μου φαίνεται αδιανόητο. Ρωτάω εναν φίλο που έχει πρόσβαση σε δημοσιογράφο: Το όνομά του αρχίζει από Χριστ; Ναι.

Ταμπλάς.

Επιβεβαιώνεται. Ρωτάω κοινούς γνωστούς. Ναι, αυτός είναι.

Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο. Κλαίω όμως για την κόρη του.

Μετα από λίγο, μου έρχεται email από την οικογένειά του, ότι η επιστολή είναι αληθινή, και ένα σκανάρισμά της, γιατί τα μέσα την έχουν πετσοκόψει μόνο σε ότι τους συμφέρει. Επειδή υπάρχουν αρκετοί που αναρωτιούνται, επιβεβαιώνω δικτυακά την επιστολή, χωρίς να αναφέρω την ανάμιξή μου.

Γιατί; Γιατί δεν έχω ακόμα ιδέα.

Όσο ο καιρός περνάει, μαθαίνω περισσότερα για τον Δημήτρη Χριστούλα. Βαθιά πολιτικοποιημένος, αξιοπρεπέστατος σαν άνθρωπος, μόνιμος κάτοικος Συντάγματος όταν οι νέοι θέλησαν να ονειρευτούν.

Σήμερα, στην πολιτική κηδεία του (το πολιτική αντί θρησκευτικής, όχι πολιτική όπως πολιτικοποιημένης) ακούστηκε το ίδιο πράγμα που ακούγεται μέρες τώρα. Συνθήματα, κλάματα, οργή, ελπίδα.

Αλλοπρόσαλλο μέχρι τώρα το κείμενο, ασύνδετο, χωρίς νόημα, το ξέρω. Στα γράφω για να με καταλάβεις. Να δεις πόσο ζαλισμένος είμαι. Αλλά άκου: Ψάχνω, ακόμα, να βρω την θέση μου. Αυτό είναι το θέμα μου. Ένας άνθρωπος αποφασίζει να φωνάξει τα τελευταία του λόγια σε ένα χαρτί. Είναι ένας άνθρωπος που, αν τον γνώριζες, το πιο πιθανό είναι να του έσφιγγες το χέρι, ακόμα και αν διαφωνούσες μαζί του. Είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που γράφει για καλάσνικόφ και κρεμασμένους στην τελευταία επίγεια δήλωσή του. Ενας άνθρωπος που σήμερα έμαθα ότι ενέπνευσε πολλούς να είναι τίμιοι και ουσιαστικοί, να αγωνίζονται γι αυτά που πιστεύουν, είναι ταυτόχρονα ένας άνθρωπος που υπογράφει ένα κείμενο με οργή, και απελπισία και κάλεσμα.

Δεν έχω καμία πρόθεση να σου πω τι να σκεφτείς. Καμία. Άκου; Εγώ δεν ξέρω. Ξέρω για μένα: δεν θέλω καλασνικοφ. Δεν θέλω κρεμασμένους. Δεν θέλω αίμα. Αν υπάρχει, προτιμώ να είναι το δικό μου, παρά του απέναντί μου ή του διπλανού μου. Δεν θέλω σκλαβιά, αυτό είναι σίγουρο. Δεν θέλω την βία τους, αυτό είναι δεδομένο. Δεν θέλω υποταγμένους δίπλα μου, αυτό είναι βέβαιο. Αλλα δεν θέλω την ελευθερία μου να την κερδίσω ούτε με κρεμάλες, ούτε με καλάσνικοφ, ούτε με αίμα. Θέλω να την κερδίσω με το δίκιο μου.

(και είμαι σίγουρος, άκου, για ένα πράγμα είμαι σίγουρος, όσο λάθος και να κάνω, δεν κάνω, ότι και οι δικοί του άνθρωποι, αυτοί που τον λατρεύουν, πιστεύουν το ίδιο πράγμα ακριβώς)

Ταυτόχρονα όμως, σέβομαι τον Δημήτρη Χριστούλα. Όχι γιατί έχω προσωπική ανάμιξη, αλλά γιατί δεν μπορώ να κρίνω κανέναν, δεν είμαι ικανός να κρίνω κάποιον που αποφασίζει για τον εαυτό του. Που γράφει για καλάσνικοφ – αλλα δεν χύνει σταγόνα αίμα άλλου, πλην την δική του. Η απόλυτη αυτοθυσία. Η απόλυτη ειρήνη.

Ταυτόχρονα όμως, και ως πιο βαθύ συμπέρασμα απ’ όλα, θλίβομαι για την απόφασή του να τερματίσει την ζωή του. Αν μη για οτιδήποτε άλλο, ίσως για τους πιο εγωιστικούς λόγους που μπορείς να φανταστείς:

Γιατί ήθελα να τον γνωρίσω.

Ζωντανός, ήταν για τους γύρω του πηγή ειρηνικής έμπνευσης. Ήταν ένας άνθρωπος, από ότι ακούω από όσους τον γνωρίσανε, χωρίς ίχνος από το τετριμμένο «ο νεκρός δε δικαίωτε δεδικαίωται», αλλά με αληθινά, πικρά, ειλικρινή δάκρυα ότι έχασαν έναν πολύτιμο φίλο, έναν πολύτιμο πατέρα.

Ως νεκρός μου στερεί την πρόθεσή μου να διαφωνήσω μαζί του. Να του θέσω τις απόψεις μου. Να επιμείνω. Να τσακωθούμε. Να αλλάξουμε τα δίκια μας.

Θα ήταν ένας θαυμάσιος συνομιλητής, όσο ήταν ζωντανός.

Η πρώτη μου θέση, φαίνεται, είναι πιο σωστή απ’ όλες:

(Πείτε ό,τι νομίζετε στα σχόλια, δεν ξέρω αν θα συμμετέχω. Καταλαβαίνετε ελπίζω.)

Την έχουμε ανάγκη, φαίνεται. Δεν υπάρχει καμία άλλη λογική εξήγηση -ή, και να υπάρχει, δυσκολεύομαι σοβαρά να την κατανοήσω.

Έχουμε αφεθεί σε ψευδαισθήσεις. Έχουμε ψευδαίσθηση δημοκρατίας, με την οποία, προφανώς είμαστε καλυμμένοι, αλλιώς, θα είχαμε αντιδράσει καθημερινά, σοβαρά – θα είχαμε τουλάχιστον διευκρινήσει τι θέλουμε από την επόμενη μέρα δυο χρόνια τώρα. Ψευδαίσθηση ενημέρωσης, όταν τα κανάλια και τα έντυπα αναμασούν τα διατάγματα ορισμένων, και η αναζήτηση της αλήθειας πάει περίπατο. Ψευδαίσθηση ασφάλειας, όταν τα ΜΑΤ κατεβαίνουν για να τσακωθούν με τα φιλαράκια τους, να χτυπήσουν στο κεφάλι άοπλους, να ψεκάσουν αδιάκριτα την μάζα, να οδηγήσουν τις μηχανές τους πάνω στον κόσμο. Ψευδαίσθηση σωτηρίας, όταν, αυτοί που μας χρηματοδοτούν, υποτίθεται για να σωθούμε, δεν έχουν ζητήσει το παραμικρό για την τιμωρία της κακοδιαχείρισης, διαπραγματεύονται με κόμματα που και τα ίδια χρωστάνε ..τις μελλοντικές τους επιτυχίες, που δεν εκδίδουν καν αποδείξεις για τις δωρεές τους. Ψευδαίσθηση πρόνοιας καθώς πλέον όλα, ακόμα και η ζωή σου, μετριέται σε ένα excel με μονάδα το πόσο κοστίζεις και τι αποφέρεις. Ψευδαίσθηση μέλλοντος, καθώς ενώ κάθε μέχρι τώρα κίνηση αφαιρεί χρήμα από τον κόσμο – αλλά δεν προσθέτει στην αγορά, και καταστρέφει με μαθηματική ακρίβεια την επόμενη μέρα, ακολουθείται πιστά από μία ίδιας λογικής επόμενη κίνηση. Ψευδαίσθηση μεγαλείου για τα κόμματα που τώρα θα τα ψηφίσουν το ένα δέκατο από αυτούς που τα εξύψωσαν κουνώντας σημαίες. Ψευδαίσθηση ελπίδας, όταν μαζεύονται όλοι όσοι ασκούν εξουσία αποκλειστικά για να αφαιμάξουν και όχι να δημιουργήσουν. Ψευδαίσθηση σοβαρότητας, όταν τα μεγάλα λόγια για οτιδήποτε αντικαθιστώνται εν ριπή οφθαλμού με ακριβώς αντίθετα μεγάλα λόγια για οτιδήποτε -από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους. Ψευδαίσθηση δικαιοσύνης όταν ακόμα και μετά από αυτήν την κατρακύλα, κανείς δεν έχει κλειστεί πίσω από τα σίδερα, και δεν έχει στερηθεί ούτε σέντς από τα κλεμμένα.

Ψευδαίσθηση λογικής, γιατί αλλιώς δεν θα είχαμε επιτρέψει όλα αυτά να συνεχίζονται, χωρίς, τουλάχιστον, να χάσουμε το μυαλό μας παρακολουθώντας τα.

Κάθε φορά, τα ίδια. Κάθε φορά, ο ένας παλεύει, μάχεται, ιδρώνει, όχι μόνο για μία στιγμή, της επιτυχίας ή της αποτυχίας, αλλά και πριν, κάθε μέρα, συνέχεια, κόντρα σε όλους, κόντρα στους ίδιους που, όταν πετύχει, θα τον χειροκροτήσουν για πέντε λεπτά, θα τον συστήσουν οι ίδιοι στο κοινό τους, ως μεσάζοντες, ως οι πνευματικοί του πατέρες, και, πολύ σύντομα, όταν αντικατασταθεί από την επόμενη σπουδαία είδηση ελληνισμού και απόδειξης ανωτερότητας του ελληνικού DNA, και απομακρυνθούν οι κάμερες, θα τον ξεχάσουν, και θα συνεχίσει να παλεύει κόντρα στους ίδιους, κόντρα σε όλα, κόντρα σε όλους, κόντρα στην γραφειοκρατία, αν είναι επιχείρηση, κόντρα στην αγορά, κόντρα στις ανύπαρκτες εγκαταστάσεις, αν είναι αθλητής, κόντρα στο νέο χαράτσι ή στην αύξηση του πετρελαίου αν είναι ξέρω γω αυτός που βρήκε ένα πορτοφόλι και το παρέδωσε.

Οι μεσάζοντες του χειροκροτήματος θα βρουν το επόμενο πουλέν που θα τους προσφέρει μία θέση στις ειδήσεις, μία πρόσκληση στο προεδρικό μέγαρο, και, κυρίως, τον λόγο ύπαρξης της θέσης τους. Χώνονται μεταξύ αυτού που υπερβάλλει τα εμπόδια, και του πολίτη που τον χειροκροτά για την επιτυχία και την πράξη του. Θα τους γνωρίσεις από τις ακριβές θέσεις, από τα εκατομμύρια που περνάνε από τα χέρια τους, από τους προετοιμασμένους λόγους με κλισέ όπως «η ψυχή του Έλληνα», το «ελληνικό δαιμόνιο», ή «το ελληνικό αίμα» σε κάθε σκηνοθετημένη παρουσίαση μίας οποιαδήποτε πρωτιάς ή ενέργειας.

Προσπέρασε τους μεσάζοντες. Πες ένα μπράβο, στήριξε την επιχείρηση, τον αθλητή, τον αφακέλωτο γιατρό σου, που υπερέβαλε τα εμπόδια, και, αν θες να βοηθήσεις, πιάσε τους μεσάζοντες, και ρώτα τους τι έκαναν ΑΥΤΟΙ για να κάτσουν ανάμεσα σας.

Τι έκαναν ΑΥΤΟΙ για να βοηθήσουν τον αγωνιστή στην υπέρβασή του.

Και ποιοι από αυτούς έθεσαν ΟΙ ΙΔΙΟΙ τα εμπόδια που έπρεπε να προσπεραστούν.

Θα έχει πολύ ενδιαφέρον η απάντησή τους.

Το κράτος σου σε μισεί.

Μακάρι να ήταν αλλιώς. Μακάρι. Όχι για σένα, ή για μένα – για όλους μας.

Αλλά δεν είναι. Στο μεταφράζω, δεν στο λέω. Στο δείχνω, δεν πάω να σε πείσω: το κράτος σου σε μισεί.

Θέλει τα λεφτά σου, για να ζήσει. Όλη αυτή η λαμογιά των προηγούμενων χρόνων, στην οποία μπορεί να συμμετείχες, δίνοντας το φακελάκι σου για το αυθαίρετο, ή την εγχείρηση – μπορεί και όχι, έχει ανάγκη από λεφτά για να επιβιώσει.

Έχει ανάγκη να τραφεί.

Η αγορά, κάτι που σε αφορά και άμεσα, γιατί έτσι θα πληρωθείς, ή από αυτήν θα καταναλώσεις, ή χάρη σ’ αυτήν θα επιβιώσεις, ψυχορραγεί.

Και έριξε τις μάσκες της. Έχει ανάγκη αίμα, φίλε. Οι καλοί τρόποι, δώσε μας τα λεφτά σου για να σου φτιάξουμε δρόμους, ή να σου δώσουμε καλύτερα νοσοκομεία, ή καλύτερο κράτος – δεν υπάρχουν πια.

Το θηρίο πεινάει, φίλε.

Επειδή αντέδρασες, επειδή διαμαρτυρήθηκες, επειδή κάποια στιγμή φώναξες, επειδή, και μόνο, σκέφτηκες, κατέβασε τα ΜΑΤ. Να σε χτυπήσουν, να σε ψεκάσουν. Επειδή αναρωτήθηκες, επειδή υποψιάστηκες, επειδή, και μόνο, σκέφτηκες, κατέβασαν τους «δημοσιογράφους» τους να σε πείσουν.

Δεν υπάρχουν πια καλοί τρόποι, φίλε, μεταξύ μας, πια. Το κράτος σου σε μισεί. Πασχίζει να μισήσεις τον διπλανό σου, επειδή είναι φορτηγατζής, ή φαρμακοποιός, ή γιατρός, ή επιχειρηματίας, και, επειδή κάποια στιγμή σε έπεισε ότι και ο δημόσιος υπάλληλος είναι καλός λόγος για να μισήσεις, το ίδιο το κράτος, σε μίσησε πιο πολύ.

Σε μισεί. Σου ζήτησε ευγενικά τον μισθό σου, την σύνταξή σου, την λογική σου, την αξιοπρέπειά σου, και, όταν πήγες να αναρωτηθείς «γιατί;» στα άρπαξε, φίλε.

Με βία.

Οπλίστηκε, το κράτος σου οπλίστηκε εναντίον σου. Απέτυχε να σε ζαλίσει με τα κούφια λόγια του, και οπλίστηκε, με εκβιασμούς, με όπλα, με γκλόμπ, με λογαριασμούς της ΔΕΗ, με σιχαμένους δημοσιογράφους, με βαλτούς πρωθυπουργούς, με ακροδεξιούς οργανωτές, με όλο και περισσότερη βία, κατέστρεψε το σύστημα υγείας σου, κατέστρεψε την παιδεία σου, κατέστρεψε την οικονομία σου, κατέστρεψε την δημοκρατία σου, κατέστρεψε αυτό που οι αμερικανοί λένε infrastructure, την βάση, την δομή, τα θεμέλια για οποιαδήποτε ζωή χωρίς αυτό, θέσπισε πολεμικές, δες το, είναι γύρω σου, σου επιτίθεται σε κάθε στενό, νομίζεις κάνει κάτι στην τύχη; πολεμικές τακτικές, είσαι ο εχθρός, κοίτα το στα μάτια τους, είσαι ο νούμερο ένα εχθρός του, κάνουν συναντήσεις για να σε πατάξουν, κάνουν συναντήσεις για να προετοιμάσουν την επόμενη αντίδρασή σου, φύτεψαν προβοκάτορες, ανάμεσά μας, να κάψουν κτίρια, να γίνουμε εμείς ο ίδιος ο εχθρός μας, θα το κάνουν ξανά την 25 Μαρτίου, θα είναι αυτοί ανάμεσά μας, αλλά θα σκοτώσουν, ενώ εμείς δεν θα σκοτώναμε, θα χτυπήσουν, ενώ εμείς δεν θα χτυπούσαμε, να γίνουμε ο εχθρός μας, να μπερδευτούμε, να αποδυναμωθούμε, να υποταχθούμε, ξαναδιαβάζουν τον Γκέμπελς, τον μεταδίδουν στις οκτώ, διαβάζουν το Δόγμα του Σοκ, ως εγχειρίδιο, και όχι ως μάθημα αποφυγής, ανακατασκευάζουν λέξεις, τρομοκρατούν, αποπροσανατολίζουν, επιβιώνουν.

Νόμιζες ότι εχθρός ήταν οι μετανάστες; νόμιζες ότι ο εχθρός του ήταν οι φαρμακοποιοί; οι ταξιτζήδες; νόμιζες ότι ο εχθρός του ήταν ο κομμουνισμός, οι αναρχικοί, οι άποροι, οι πλούσιοι, τα κανάλια, νόμιζες ότι ο εχθρός του ήταν οποιοσδήποτε άλλος εκτός από σένα;

Εσύ είσαι ο εχθρός του. Το τάισες, τώρα σταμάτησες, αναρωτήθηκες γιατί, και σε μίσησε. Το εμποδίζεις να επιβιώσει.

Θα επιβιώσουν με κάθε τρόπο.

Είναι ένα θηρίο, φίλε, και θα επιβιώσει με κάθε τρόπο.

Τώρα, που πλησιάζουν εκλογές, θα γίνεις πάλι κυρίαρχος λαός, το ξέρεις. Τώρα, θα μιλάνε μία ώρα χωρίς να ακουμπάνε τον εκβιασμό της ΔΕΗ, το ανοιγμένο κεφάλι στο Σύνταγμα, τις επιχειρήσεις στο ιατρικό κέντρο της πλατείας, την περαίωση, (την ξέχασες την περαίωση;).

Και αν μιλήσουν για τα κλειστά μαγαζιά που βλέπεις στην γειτονιά σου, αν σου μιλήσουν για τον άπορο που ψάχνει στα σκουπίδια ή κοιμάται στα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας σου, θα σου πουν πως θα τα φτιάξουν, όλα, αυτοί, μην κοιτάς που οι ίδιοι τα χάλασαν.

Όμως, εγώ πρέπει να στο δείξω, αυτό που δεν ξαναείδες ποτέ, ποτέ φίλε, όσο χρονών και να είσαι,

το κράτος σου σε μισεί.

Δεν εξαρτάται από σένα. Έγινε μεγαλύτερο από σένα, το έθρεψες με την άγνοιά σου, με την ανοχή σου, με την αδιαφορία σου, το έκανες μεγαλύτερο από τις δυνάμεις σου, το εμπιστεύθηκες να κάνει ότι θέλει, και έτσι έμαθε.

Και ότι στέκεται εμπόδιο, το πατάει.

Και εσύ, ή θα το αλλαξεις με ένα άλλο, που θα σε σέβεται, που θα εξαρτάται από εσένα, ή, να είσαι σίγουρος γι’ αυτό, θα σε λιώσει με κάθε δυνατό τρόπο, ακόμα και με διαδικασίες που δεν έχεις σκεφτεί καν.

Ονειρέψου ένα καλύτερο, και παρέκαμψε το υπάρχον.

Μεταλλάχθηκε, έγινε ένα θηρίο. Πεινασμένο, και βλοσυρό. Και με μίσος.

Αφού εμείς είμαστε το κράτος, ας φτιάξουμε ένα νέο. Πριν η αυτοκαταστροφή του τελειώσει και εμάς, και αυτό.