Το σκέφτομαι μέρες. Κάθε φορά που βλέπω άδειο το Σύνταγμα. Κάθε φορά που περνάει ένας νέος φόρος, μία μείωση μισθών, ένα νοσοκομείο που κλείνει, μία φυλακή που κοιμούνται στο πάτωμα,

κάθε φορά που πετιούνται κρατικά λεφτά, κάθε φορά που ένας ΜΑΤατζής σηκώνει το χέρι του κραδαίνοντας το γκλομπ του και ανοίγει ένα κεφάλι ατιμώρητος, ενώ ο προϊστάμενός του και άμεσα υπεύθυνος ονειρεύεται τον προεδρικό θώκο,

και όλα αυτά, χωρίς φωνές, χωρίς οργή, χωρίς αντίδραση, χωρίς θυμό,

σκέφτομαι, καμιά φορά, καμιά φορά, ίσως έτσι πρέπει.

Ίσως έτσι μας αξίζει. Αν δεν διεκδικήσω αυτά που μου ανήκουν, ο άλλος δεν μπορεί παρά να τα αρπάξει. Αν το κάνει, και δεν αντιδράσω, θα γελάσει στα μούτρα μου. Αν το κάνει, και δεν αντιδράσω, θα βάλει χέρι στην τσέπη μου. Αν το κάνει, και δεν αντιδράσω, θα μου πει «εσύ φταις».

Αν το κάνει και δεν αντιδράσω, θα έχει δίκιο.

Ίσως έτσι πρέπει.

Ίσως πρέπει να τα χάσουμε όλα. Εγώ έχω δεχθεί μείωση στον μισθό μου, η σύζυγος στον δικό της, έχουμε δύο παιδιά, η τιμή του πετρελαίου μας έχει γονατίσει, είμαστε άρρωστοι, και οι δύο, χολή η Ελεάνα, φάρμακα για το στομάχι εγώ, κάθε μήνα μπαίνουμε μέσα. Κάθε μήνα είμαστε μείον.

Δεν έχω και που να κλαφτώ – όλοι οι φίλοι μου, είτε ψάχνουν για δουλειά, είτε δεν τους φτάσει να ζήσουν όπως ζούσαν.

Ίσως έτσι πρέπει.

Έχουμε χάσει εν μία νυκτί ΟΛΑ τα δικαιώματά μας, και, από πάνω, πληρώνουμε βαρύτερους φόρους, κρατήσεις στους μισθούς, υπογράφονται μειώσεις στον ΙΔΙΩΤΙΚΟ τομέα, έπεσε το αφορολόγητο στα πέντε χιλιάδες ευρώ, ένα γάλα και ένα καρβέλι ψωμί έλεγε η Κανέλη, γέλαγε κανείς τότε; ας γελάσει και τώρα, αν μείνεις άνεργος παίρνεις – αν είσαι τυχερός και μείνεις άνεργος, γιατί μπορεί απλώς η δουλειά σου «να σταματήσει να σε πληρώνει» – 350 ευρώ για να ζήσεις.

Ίσως έτσι πρέπει.

Όπου πετυχαίνουν πολιτικό στον δρόμο τον βαράνε, τον φτύνουν, του φωνάζουν, άλλοι φωνάζουν για την ΑΕΚ, άλλοι για την Γιουροβίζιον, για τον Κωστόπουλο, για το πέναλτι, για την Ευρώπη, για το μπάσκετ, ενώ ο διπλανός τους έχει μείνει χωρίς μέλλον, χωρίς δουλειά, χωρίς ελπίδα.

Ίσως έτσι πρέπει.

Σου λέει, δεν πιάνει εμένα. Εγώ βγαίνω. Θα κόψω, αλλά βγαίνω. Ο διπλανός δεν έχει. Δεν βγαίνει. Έχει παιδιά. Δεν βγαίνει το νοίκι. Το δώρο που θα πάρουν -όσοι πάρουν- θα πάει εξ’ ολοκλήρου για να καλύψει τρύπες, τα μαγαζιά περιμένουν να ζήσουν απ’ αυτό, σόρρυ μάγκες, προηγείται ο γιατρός, η εφορία, η ΔΕΗ, το χαράτσι, τι θα κάνουν; θα κλείσουν, και άλλος κόσμος στον δρόμο, και άλλοι άνεργοι, και άλλα ξενοίκιαστα μαγαζιά, και άλλοι άστεγοι, και άλλοι πεινασμένοι.

Ίσως έτσι πρέπει.

Αν φτάσεις να πεινάσεις για να φωνάξεις, ίσως έτσι πρέπει. Να πεινάσουμε όλοι. Για να φωνάξουμε όλοι. Ίσως, ίσως θα ήταν καλύτερα να το κάνουμε νωρίτερα, όταν πεινάει ο δίπλα, όταν πεινάει ο γείτονας, για να μην φάει εμάς στο κάτω-κάτω της γραφής, αλλά αν χρειάζεται να πεινάσουμε όλοι για να φωνάξουμε, τότε ίσως έτσι πρέπει.

Δεν λέω σε κανέναν τι να κάνει. Να κατέβει, να μην κατέβει, να φωνάξει, να πιάσει τον βουλευτή του ήρεμα, ή να τον βαρέσει, ή να καεί το μπουρδέλο η βουλή, ή να κάνουμε απεργία, ή να τα γράψει όλα, ή να ψηφίσει τους ίδιους, τον Σαμαρά, τον Παπουτσή, τον Βενιζέλο, την Λούκα, να ξεπουληθεί για ένα iphone, για μία βραδιά στο κλαμπάκι, για ένα αμάξι, δεν ξέρω, ο καθένας ότι νομίζει ας κάνει.

Μεγάλα παιδιά είμαστε.

Εγώ θα συνεχίσω να κάνω ότι πρέπει να κάνω, και κάντε και εσείς ότι καταλαβαίνετε.

Και αν αυτό που καταλαβαίνει κάποιος ότι πρέπει να κάνει είναι αποχαύνωση, και κοντή μνήμη, και μπάλα, και Κωστόπουλο, και τηλεόραση, και να τον κλέβουνε, και να είναι αμίλητος, και τον ληστεύουνε, και τον βιάζουνε, να τον λοιδορούν, και να μην αντιδρά,

Ίσως έτσι πρέπει.

Ίσως έτσι είναι το σωστό να γίνει.

Αυτός που δεν θέλει να σωθεί, δεν βλέπω γιατί να σωθεί με το ζόρι.

Το ξανάπαμε. Την πληρώνεις την αξιοπρέπειά σου. Δεν είναι δωρεάν.

Αν την χαρίσεις, και δεν αντιδράσεις,

ίσως έτσι πρέπει να γίνει.

(με μεγάλη δυσκολία μεταφέρω τις σκέψεις μου σ’ αυτό το άρθρο. Ο βασικός λόγος που είμαι διστακτικός, είναι ότι πιάνω ένα θέμα που δεν το γνωρίζω, και είναι πιθανό αυτά που σκέφτομαι να πέφτουν σε κενά άγνοιας. Συνυπολόγισέ το αν έχεις την καλοσύνη όταν θα το διαβάσεις)

Πρώτα, η είδηση:

Δημοσιοποίηση ονομάτων, μετά τις εξηγήσεις
Λίστα όσων έβγαλαν χρήματα το 2011 παραδίδει το υπ.Οικονομικών στη Βουλή

Το υπουργείο Οικονομικών θα παραδώσει εντός της ημέρας στον πρόεδρο της Βουλής και στον πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου Πόθεν Έσχες της Βουλής κατάλογο με τα ονόματα πολιτικών και συγγενών τους που έβγαλαν στο εξωτερικό χρήματα εντός του 2011, προκειμένου σε επόμενο στάδιο να δημοσιοποιηθούν τα ονόματά τους, όπως ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών Ευ.Βενιζέλος.

Όπως είπε ο κ. Βενιζέλος, πριν τα ονόματα δημοσιοποιηθούν, τα πολιτικά αυτά πρόσωπα θα πρέπει να έχουν περάσει από ακρόαση στην Επιτροπή, για να δώσουν εξηγήσεις. Στην περίπτωση που οι εξηγήσεις δεν κριθούν ικανοποιητικές, τα ονόματα των πολιτικών θα ανακοινωθούν.[…]

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επισήμανε ότι υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα και συγγενείς τους που έχουν εμβάσματα προς το εξωτερικό μεγαλύτερα από τα 100.000 ευρώ εντός του 2011 και θα πρέπει να ελεγχθούν, καθώς -όπως είπε- ακόμη κι αν οι διαδικασίες είναι νόμιμες, υπάρχει θέμα δεοντολογίας. […]

Όλο το άρθρο από το in.gr Λίστα όσων έβγαλαν χρήματα το 2011 παραδίδει το υπ.Οικονομικών στη Βουλή

Οι σκέψεις μου:

Κάποιοι πολιτικοί (και οι συγγενείς τους) βγάζουν λεφτά έξω. Ίσως το κάνουν για χρόνια, ίσως ξέρουν πως, αυτό που θα ψηφίσουν πέντε λεπτά μετά θα μειώσει την αξία των δικών τους χρημάτων (εκτός από των ψηφοφόρων τους), δεν ξέρω γιατί, πάντως το κάνουν.

Ύστερα, μαθαίνουμε ότι ένας πολιτικός έχει βγάλει ένα εκατομμύριο ευρώ. Στην Ελλάδα του κατώτατου των 400 (και αν) ευρώ, αυτά είναι πολλά λεφτά. Ο κόσμος εξαγριώνεται.

Η κυβέρνηση, πριν ακόμα μαθευτεί στο κοινό αν ο πολιτικός είναι κυβερνητικός, ή ακόμα και αν έχει ψηφίσει το μνημόνιο, κάνει μία γενική σούμα όλων όσων έβγαλαν πάνω από 100.000 (ακόμα και συγγενείς τους!) και, δεν τα δημοσιοποιεί, αλλά αντιθέτως, τα περνάει από μία Επιτροπή, που θα κρίνει και θα δημοσιοποιήσει μόνο αυτά που βρίσκει με τους δικούς της όρους, «μη-ικανοποιητικές».

Γνωρίζοντας βέβαια ότι α) Δεν ήταν παράνομο να τα βγάλουν, και β) είναι παράνομο (και αν όχι παράνομο δεν ξέρω αν είναι ηθικό) να δημοσιοποιήσουν προσωπικά στοιχεία όχι μόνο των βουλευτών, αλλά και των …συγγενών τους.

Κοίταξε να δεις πως το σκέφτομαι.

Από την μία, υπάρχει το αίσθημα δικαίου. Δεν μπορείς ρε φίλε να νομοθετείς ότι το δικό μου το ευρώ στην τράπεζα θα μείνει μισό, και ταυτόχρονα να βγάζεις το δικό σου για να μείνει ολόκληρο έξω. Δεν μπορείς να φορολογείς το δικό μου, και να στέλνεις το δικό σου στα duty free.

Είσαι καθίκι αν το κάνεις αυτό. Ή, στην λιγότερη, ελέγχεσαι.

Από την άλλη, όμως, η κυβέρνηση (που καλή έξωθεν μαρτυρία ΔΕΝ ΕΧΕΙ, την έχει απολέσει ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΑ) μαζεύει τα ονόματα ΟΛΩΝ πάνω από 100.000, και των συγγενών που μπορεί να έχουν, μπορεί και να μην έχουν σχέση, λίγες ώρες αφότου εμφανίστηκε ότι υπάρχει ένας, (για να τον κρύψει; για να τον σώσει στον σωρό; γιατί είπε «γιατί εμένα και όχι τον δίπλα;»;), θα τα στείλει σε μία Επιτροπή που θα καλύψει όποιον θέλει αυτή, χωρίς έλεγχο, χωρίς δική μας κρίση, με όποια μέλη έχει ορίσει η ίδια, ακόμα και τους φίλους ή πολιτικούς εχθρούς των εγκαλούμενων, σώζοντας μερικούς, με τα δικά της κριτήρια, και ρίχνοντας τους άλλους στην βορά του διψασμένου για αίμα λαού, (ή εκβιάζοντάς τους ότι θα το κάνει, για να έχει πειθήνιους στρατιώτες) παρότι γνωρίζει πως πρόκειται για προσωπικά στοιχεία, δημιουργώντας ταυτόχρονα μία «λογική» βάση, για να επαναλάβει στο μέλλον παράνομα, αλλά «ηθικές» ενέργειες ΚΑΙ στους υπόλοιπους πολίτες αυτής της χώρας, με την δικαιολογία ότι αφού το κάναμε στους βουλευτές μας, μπορούμε να το κάνουμε οπουδήποτε, οποτεδήποτε, για οτιδήποτε θέλουμε.

Εγώ ως πολίτης, δεν έχω πρόχειρη άλλη εναλλακτική, – αλλά μ’ αυτό το σύστημα δεν νιώθω ούτε δικαιοσύνη, ούτε ασφάλεια ότι αύριο δεν θα το κάνει με το ίδιο θράσος και σε μένα, τον πολίτη.

«Παράνομα», αλλά ηθικά.

Αδικία, και ανασφάλεια.

Και γω δεν νιώθω καθόλου καλά τελευταία.

Υ.Γ.: «Γνωρίζω» πως δεν (ίσως να μην) είναι παράνομο να δημοσιοποιούνται προσωπικά στοιχεία βουλευτών ή πολιτών. Ίσως να μην είναι παράνομο ούτε και η δημοσίευση φωτογραφιών πολιτών χωρίς να έχουν καταδικαστεί για την πράξη μιας παρανομίας, ακόμα και αν μετά αθωωθούν. Γι’ αυτό και ο αρχικός δισταγμός μου στην αρχή του post. Δεν ξέρω αν είναι ηθικό, όμως…

Τόσο κάνει η Δημοκρατία σας. Τόσο αποτιμάται. Τον μισθό σας. Τα ευρώ σας. Έχετε καταλάβει λάθος. Λάθος, εντελώς λαθος. Έχετε μπλέξει με τα eurogroup, και τα δάνεια, και τις απειλές, και τις κατάρες, και τα CDS, και τα ευρώ, και τις εξαγορασμένες φωνές σας, και τα αποτιμάτε όλα σε νομίσματα, όλες τις αξίες σε νομίσματα, όλες τις ευθύνες σε νομίσματα, μάθατε να λέτε πόσο κάνει η δημοκρατία; ένα δάνειο; δύο δάνεια; πόσο κάνει η δικαιοσύνη; πόσο κάνει η ευθύνη; πόσο αποτιμάται η αξιοπρέπεια; η τιμή; πόσο κάνει;

Ο κορυφαίος των ελλήνων δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Δεν του ζήτησε κανείς τον παχυλό μισθό του. Δεν θα φτάσει να να βρουν σπίτι οι άστεγοι, δεν θα φτάσει για να γίνει αξιοπρεπές το επίδομα ανεργίας, δεν θα φτάσει για να επιβιώσει μία οικογένεια με τον βασικό μισθό. Δεν θα φτάσει για όλα αυτά. Δεν θα φτάσει για όλους. Δεν του ζητήθηκε αυτό. Του ζητήθηκε όταν μειωνόταν ο κατώτατος μισθός, όταν μειωνόταν το επίδομα ανεργίας, όταν οι δανειστές μας διόριζαν τους καταλληλότερους πρωθυπουργούς, όταν ψεκάζοντας οι αθώοι συνάνθρωποί του, όταν τους χτυπούσαν αναίτια στο κεφάλι, όταν έβλεπε εκείνη την εικόνα στην τηλεόρασή του, όταν άδικα έμπαιναν φόροι που αφορούσαν παλαιότερα έτη, όταν εκβιαστικά συνδεόταν ένας άδικος φόρος με το υπερπολύτιμο για όλους ηλεκτρικό ρεύμα, όταν άκουγε τα ψέματά τους, όταν έβλεπε την προπαγάνδα τους, όταν έβλεπε τις σκοτεινές μηχανογραφίες τους, το μόνο που του ζητήθηκε, το μόνο, το πιο απλό, το πιο ανθρώπινο, ήταν να αντιδράσει:

Να μιλήσει.

Να μιλήσει για δημοκρατία, για αξιοπρέπεια, για ευθύνη, για δικαιοσύνη.

Να μιλήσει, και να τα κάνει πράξη.

Δεν τα θέλουμε τα ματωμένα, τα ψεκασμένα, τα βρώμικα, τα συννενοημένα τα λεφτά σας. Δεν είναι καν δικά σας για να μας τα δώσετε. Είστε διαχειριστές τους με την λαϊκή εντολή μας, και δεν την έχετε πια, όσα κόλπα και αν κάνετε, όσο ξύλο και αν μας ρίξετε, όσο και αν μας τρομοκρατήσετε, για να τα διαχειρίζεστε.

Τα δώρα σας δεν θα φτάσουν για όλους. Εμείς αυτά που θέλουμε, αυτά που απαιτούμε, τα απαιτούμε για όλους.

Έχετε καταλάβει λάθος. Έχετε αντιληφθεί λάθος. Είστε σε λάθος, εντελώς λάθος δρόμο.

Αν έχουμε δημοκρατία, δικαιοσύνη, αν έχετε αξιοπρέπεια, αίσθημα ευθύνης, τιμή, δεν τα θέλουμε τα λεφτά σας.

Και δεν αγοράζονται αυτά που ζητάμε. Όσα λεφτά και να δώσετε.

Υ.Γ.: Διάβασε και τον Μανώλη, είναι το ίδιο εκνευρισμένος με μένα, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Δυσκολεύομαι να το κατανοήσω. Η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία αποπέμφθηκε από την ΝΔ επειδή ψήφισε ΝΑΙ, ενώ η γραμμή του κόμματος ήταν ΟΧΙ, προσπαθεί να εντάξει στο κόμμα της, το οποίο ψήφισε καθ’ολοκληρίαν ΝΑΙ στο μνημόνιο, τους βουλευτές της ΝΔ που αποπέμφθηκαν επειδή ψήφισαν ΟΧΙ, ενώ η γραμμή του προέδρου τους ήταν ΝΑΙ.

Α, και ενώ θέλει να εντάξει τους ΟΧΙ στο κόμμα της που είναι ΝΑΙ, κατηγορεί τον Σαμαρά για «πολιτική σχιζοφρένεια».

Εδώ η είδηση: Επαφές με διαγραφέντες βουλευτές της ΝΔ αποκαλύπτει η Ντ.Μπακογιάννη

Ναι ρε φίλε. (ή «όχι ρε φίλε», ξέρω γω, μπερδεύτηκα)

16/05/2012: Για να έχει ακόμα περισσότερο ενδιαφέρον: Και αφού έγιναν όλα αυτά, τώρα η Ντόρα Μπακογιάννη του ΝΑΙ, μαζί την ΝΔ του «πολιτικά σχιζοφρενή» Σαμαρά με κάποιους από τους ΟΧΙ που γύρισαν στην ΝΔ του ΝΑΙ, συζητούν να κατέβουν στις επαναληπτικές εκλογές του ’12 με κοινό ψηφοδέλτιο.

Τι δεν καταλαβαίνεις; Τι-δεν-καταλαβαίνεις;

Δεκαεπτά περίπου εφημερίδες αυτήν την στιγμή είναι οι καθημερινές πανελλαδικής κυκλοφορίας. Μπορείς να δεις τα σημερινά εξώφυλλά τους, εδώ:

http://news247.gr/newspapers/?dtmDate=2012-02-13

Τα είδες; ωραία. Τώρα, για να συνεννοηθούμε, μιλάω σε μία από τις δύο κατηγορίες ανθρώπων. Είναι αυτοί που, για οποιονδήποτε λόγο, σωστό ή όχι, δίκαιο ή μη, δεν κατέβηκαν εχθές στο Σύνταγμα, και, αυτοί που, για οποιονδήποτε λόγο, σωστό ή όχι, δίκαιο ή μη, κατέβηκαν εχθές στο Σύνταγμα.

Αν ανήκεις στην πρώτη κατηγορία, σου έχω νέα:

Ήμασταν χιλιάδες. Πολλές χιλιάδες. Προσωπική εικόνα, και μιλάω απολύτως σοβαρά, σκέψου όλη την Αμαλίας, μέχρι και τον παράπλευρο δρόμο του Ζαππείου, αυτόν που πηγαίνει από πίσω, γεμάτα με κόσμο. Σκέψου, από τις περιγραφές που έχω, ότι το ίδιο έγινε και με την Πανεπιστημίου, την Σταδίου, την Ερμού και τις παράλληλες, κλπ. την Φιλελλήνων, κοκ.

Είναι αδύνατο να μετρηθούμε, γιατί η συγκέντρωση δεν ήταν οργανωμένη, γιατί δεν είχε κοινό παρανομαστή, γιατί δεν κατέβηκαν για τον ίδιο λόγο – ο,τι θες. Πάντως σκέψου, είναι αδύνατο να μετρηθούμε πόσοι.

Μένεις στο χιλιάδες που θα αποτυπωθεί, πιστεύω, σε φωτογραφίες και βίντεο.

Ή, ακόμα καλύτερα, μένεις στο πολλοί.

Επίσης, σου έχω και άλλα νέα:

Ήμασταν όλοι. Ήταν εκεί νέοι, γέροι, εργαζόμενοι, άνεργοι, υπέροχα, υπέροχα πρόσωπα, συνταξιούχοι, αυτός που σε εξυπηρετεί στα γκούντις της γειτονιάς σου, αυτός που σου φέρνει την πιτσα το βράδυ του Champions League, αυτός που οδηγάει το μετρό σου, αυτός που γράφει την είδηση στην ιστοσελίδα σου.

Χιλιάδες από αυτούς.

Επίσης, ήμασταν όλοι σκεπτικοί. Κουρασμένοι, αναζωογονημένοι, φοβισμένοι, ελπιδοφόροι, θυμωμένοι, ήρεμοι, κριτικοί. Δεν είχαμε έναν εχθρό όλοι. Άλλος, είχε τα ΜΑΤ. Άλλος, είχε τους βουλευτές. Άλλος, είχε τους δημοσιογράφους. Άλλος, είχε τους Γερμανούς. Δεν είχε κανείς μας πέτρες. Ούτε μολότοφ. Κανείς μας. ΚΑΝΕΙΣ ΜΑΣ.

Χιλιάδες από μας.

Κάποιοι είχαν λέιζερ και σημάδευαν περιπαικτικά τα κανάλια. Πολλοί είχαν νερό μαζί τους, αρκετοί είχαν μααλόξ ή ριοπαν, κάποιοι μάσκες νοσοκομείου, κάποιοι ακόμα καλύτερες μάσκες, ελάχιστοι κράνη για να γλυτώσουν ίσως από τίποτα πέτρες, κάποιοι είχαν μαζί τους ομπρέλες. Μερικοί, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν και την σύνταξή τους μαζί.

Στα κανάλια, στις εφημερίδες, θα δεις ζημιές. Σε δεκατέσσερις από τις δεκαεπτά εφημερίδες, θα δεις φωτιές. Στα δελτία ειδήσεων, θα δεις κυρίως καταστροφές. Έγιναν προφανώς. Θα δεις και ΜΑΤ να ψεκάζουν τον κόσμο. Θα δεις και μηχανάκια της ΔΙΑΣ να ορμάνε στον κόσμο. Θα δεις και ανοιγμένα κεφάλια. Ίσως δεις μολότοφ. Σίγουρα πέτρες. Καμένα κτίρια. Πιτσιρικάδες με μίσος. ΜΑΤατζίδες με μίσος. Σε επαναλαμβανόμενες εικόνες, να γεμίσουν το μυαλό σου, με βαρύγδουπους τίτλους που θα αναιρεθούν την επόμενη κιόλας ημέρα, θα τα δεις όλα αυτά.

Θα δεις φόβο, καταστροφή και χάος. Και μίσος.

Και θα τρομάξεις.

Αν ήσουν εκεί, όμως, θα έβλεπες και κάτι ακόμα.

Δεν είναι ότι δεν θα τα έβλεπες όλα αυτά. Και τις κρότου-λάμψης θα έβλεπες και τον καπνό από τα δακρυγόνα, και τα πρόσωπα να κλαίνε, και την σύγχυση των χημικών και του πλήθους.

Θα έβλεπες όμως και αυτά που, ηθελημένα ή μη, η αστυνομία ήθελε να καθυποτάξει.

Θα έβλεπες ελπίδα, δημιουργική ανησυχία, απορία, αυτοκριτική, θα έβλεπες αγνώστους -τελείως αγνώστους- να σου χτυπούν την πλάτη, θα έβλεπες κάποιον να μοιράζεται μαζί σου το ριοπάν του, κάποιον να μοιράζεται το νερό του μαζί σου, κάποιον να ικετεύει «μην φεύγετε ρε παιδιά», χωρίς να σε ξέρει, να σου κάνει χώρο να κάτσεις, να σου δίνει την θέση του στο περίπτερο με τα νερά.

Θα έβλεπες πολλούς να σου χαμογελούν. Αγνώστους, παιδιά, μεγάλους, κοπέλες, αγόρια, παρέες, ηλικιωμένους, μόνους, ξένους, ολότελα ξένους, να σου χαμογελούν.

Να σου έχουν εμπιστοσύνη. Να ξέρουν ότι είσαι μαζί τους και εσύ. Και να ξέρεις ότι όλοι αυτοί είναι μαζί σου. Ότι δεν είσαι, πια, τόσο μόνος σου.

Όχι συμφωνείτε. Όχι ταιριάζετε. Όχι όλοι ίδιοι.

Απλώς, όχι μόνοι.

Είναι μυστήριο πράγμα η τεχνολογία των ΜΜΕ. Μπορεις να μυρίσεις τον φόβο, αλλά δεν σ’ αφήνουν να μυρίσεις την ελπίδα.

Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τίποτα δεν είναι δωρεάν. Και αν το θεωρήσεις, έστω και για λίγο, θα σε πατήσει κάτω πριν προλάβεις να αντιδράσεις.

Έτσι και η δημοκρατία. Ψήφισα δημοσιογράφους; αθλητές; παρουσιαστές καιρού; ηθοποιούς; παρουσιαστές ειδήσεων; επαγγελματίες πολιτικάντιδες; Άχρηστους ανθρώπους χωρίς πυγμή, χωρίς το θάρρος της γνώμης τους, ανίκανους να ιεραρχήσουν αξίες, πιθανότατα γιατί δεν είχαν και ποτέ, ή δειλούς που ζουν με δανεικό φως από τους ηγέτες τους;

Θα το πληρώσω. Θέσφατο και αξίωμα. Θα το πληρώσω.

Ψήφισα το λαμόγιο που θα βάλει το παιδί μου στην ΔΕΚΟ να τρώει τσάμπα; αυτόν που θα μου λυσει από το πρόβλημα με την εφορία, μέχρι και την κλήση της τροχαίας και την μετάθεση του κανακάρη μου;

Θα το πληρώσω.

Ψήφισα τον πιο προβεβλημένο στην τηλεόραση; τον αγαπημένο των καναλιών; αυτόν που φοράει την καλύτερη γραβάτα, που μιλάει πιο στρωτά, που έχει το καλύτερο φόρεμα ή γκρίζους κροτάφους;

Θα το πληρώσω.

Είπα στα αρχίδια μου; Δεν πάω να ψηφίσω, είναι όλοι λαμόγια/πουλημένοι/άχρηστοι/καρεκλοκένταυροι;

Θα το πληρώσω.

Θα αρχίσουν να αποφασίσουν χωρίς εμένα. Θα μου βάλουν φυτευτό πρωθυπουργό που δεν θα έχω εκλέξει, θα πάρουν δάνεια για να ..γλυτώσουν με τα δανεικά, θα μου πουν κατάφωρα ψέματα μπροστά στα μάτια μου, θα με βιάσουν με χαράτσια που δεν θα έχουν ούτε λογική, ούτε αίσθηση δικαίου, θα απαλλάξουν ΟΛΟΥΣ τους δικούς τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα σώσουν όλες τις δικές τους επιχειρήσεις με επίφοβα δάνεια-αστραπή, θα γλυτώσουν όλα τα κανάλια τους αναβάλλοντας (για να τα εκβιάζουν) κάθε προσπάθεια φορολόγησης, θα μειώσουν την σύνταξη του πατέρα μου, θα μειώσουν τον μισθό μου, θα με γονατίσουν με τις απειλές τους και θα με θυμώσουν με τις αποφάσεις τους.

Και θα πρέπει να βγω στον δρόμο, να φωνάξω, να μιλήσω, να εκτεθώ, να με ψεκάσουν, να με χτυπήσουν, να με λοιδορήσουν, να με πεινάσουν, να με εξευτελίσουν, να με απολύσουν, να με εκκαθαρίσουν.

Μέχρι να αντιληφθώ ότι προτιμώ να ασχολούμαι πιο ενεργά με την δημοκρατία μου, ότι δεν είναι τσάμπα, ότι θέλει θυσίες, θέλει χρόνο, θέλει συμμετοχή, θέλει-έναν-γαμημένο-έλεγχο, θέλει ιδανικά, θέλει ιδέες, θέλει ποιότητα, ανθρωπιά, ειλικρίνεια, θέλει να ακούω, θέλει να έχω κριτήρια, θέλει να ξέρω τι θέλω, θέλει να οραματίζομαι, θέλει να αποκτήσω αξίες και αξιοπρέπεια, και θέλει, κυρίως εμένα.

Αν πρέπει να πληρώσω, προτιμώ να πληρώσω δημιουργώντας, και όχι αυτοκαταστρεφόμενος.

Τίποτα δεν είναι τσάμπα. Και μόλις το θεωρήσεις, σε χτυπά κατακέφαλα η αλήθεια του.

Στα αποκαΐδια της δωρεάν δημοκρατίας που απολαμβάναμε μέχρι τώρα, μόνο αν γεννηθεί μία ακριβή δημοκρατία θα μας αξίζει.

Έτσι νομίζω.

ΥΓ: Η αρχική ιδέα γι’ αυτό το ποστ γεννήθηκε από αυτό το tweet:

ΥΓ: Δεν θα βαρεθώ ποτέ να το γράφω: Μάθε τι θέλεις. Αν το βρεις στα κόμματα, ψήφισέ το. Αν δεν το βρεις, ζήτα το. Αν δεν στο δώσουν, γίνε.

Λίγοι. Λίγοι ως αρχηγοί, λίγοι ως άνθρωποι. Τρεις ψευτο-δον-κιχώτες, ρετάλια, σέρνει ο καθένας το δικό του άρμα, προσεκτικά διαλυμένο, η μαριονέτα που έχουν οι ίδιοι τοποθετήσει να μοιάζει πιο σοβαρή, κάθε τους εμφάνιση χειρότερη από την προηγούμενη.

«Είμαστε δυνατοί»

Λίγοι. Λίγοι ως άνθρωποι, λίγοι ως ηγέτες. Αδύναμοι, με τα μυστικά τους, ανίκανοι να αντέξουν το βάρος της ίδιας τους της συνείδησης. Μαγεμένοι από τα ίδια τους τα λόγια, τα λόγια που ονειρεύονται οι ίδιοι και τους τα γράφουν άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, τα ονειρεύονται οι ίδιοι και τα απαγγέλουν οι ίδιοι, λόγια που έχουν αξία μόνο για τα πέντε λεπτά που θα ειπωθούν, μόνο για τις στιγμές που θα αποτυπωθούν, σε μία μπέτα, σε ένα dvd, και θα μεταδοθούν σε πανεθνικό δίκτυο, στα αυτιά χιλιάδων, στα έκπληκτα μάτια χιλιάδων, και θα χαθούν μετά, ανύπαρκτα, ανούσια από την γέννηση μέχρι τον θάνατό τους.

«Θα τα καταφέρουμε»

Και τόσο λίγοι, τόσο φτωχοί. Καρυδότσουφλα, σε έναν ωκεανό από γεγονότα, με μόνο όπλο τους πέντε λέξεις χωρίς αντίκρισμα, μία ψευτο-συμμαχία, μία απειλή στα τσιράκια τους, που τα έχουν τόσο ανάγκη όσο και εκείνα αυτούς – ίσως καθόλου τώρα που τους γκρέμισαν κάθε ψευδαίσθηση εξουσίας, άλλος με τσιτάτα αρχαίων και τραγούδια, άλλος με απειλές, άλλος με επίκληση σε ένα φιλότιμο που, έτσι και αλλιώς, κανείς από τους τρεις δεν έχει πια.

«Οι Έλληνες δεν λυγίζουν»

Λίγοι άνθρωποι. Με την πίεση των τραπεζιτών,με την πίεση των ψηφοφόρων, την πίεση των βουλευτών, καταλήγουν σε έναν χυλό, προσπαθούν να τους ηρεμήσουν όλους μαζί, ξεχνάνε ποιοι είναι οι ίδιοι, αν ήξεραν ποτέ, χωρίς ρότα, γιατί πέρασαν όλη τους την ζωή αντί να οδηγούν να οδηγούνται με τον πιο αποτελεσματικό και ανώδυνο τρόπο στην εξουσία, σε μία ψευδαίσθηση εξουσίας, σε ένα μανδύα δύναμης και ευθύνης, σπρωγμένοι από άλλους, σκιερούς χαρακτήρες που δεν εκτίθονται, μόνο απολαμβάνουν πια το πουλέν τους να κάνει αυτά που πρέπει.

«Εμπιστευθείτε μας»

Σίγουρα όχι ηγέτες. Δεν είσαι ηγέτης έτσι. Μπορεί να μας αξίζουν, και εμείς φαύλοι, παιδιά του Nitro ή του Ciao Antenna, ή του Big Brother και του «με αυτό το τεύχος η ταινία δώρο», με τους «σας ευχαριστούμε που μας εμπιστευτήκατε για την ενημέρωσή σας», ηγέτες γεννημένοι και πλασμένοι από χέρια δήθεν δημοσιογράφων, οριστών της κοινής γνώμης, μανιπουλαριστών και γκεμπελιστών, να ορίσαμε ως ηγέτη κάποιον που δεν θα μπορούσε να είναι ούτε κατ’ ελάχιστο, ελάχιστο άνθρωπος, χωρίς βάση, αξίες ιδανικά, μπορεί να μην είχαμε ούτε και εμείς, εικόνα μας, ομοιωσή μας, τους κοιτάμε σαν σε καθρέπτη και ξαφνιαζόμαστε, χάθηκε η πάχνη των βεγγαλικών, κόπασε η ιαχή των προκαθορισμένων συνθημάτων, καθάρισε η εικόνα από τις μηχανικά κινούμενες σημαίες των κομμάτων, δεν κάνει πλέον ζουμ-ιν η εικόνα στην τιβι, και εμείς μείναμε να κοιτάμε τον άνθρωπο, και αυτός εμάς, και είμαστε απόλυτα τρομαγμένοι για το που έχουμε αφήσει την τύχη μας, και αυτός το ίδιο.

«Όλοι μαζί στην μάχη»

Λίγοι ως ηγέτες. Αν έχεις σκαρφαλώσει έτσι, αν έχεις αναλωθεί να καταστρέφεις το καλύτερό σου, αντί να μάθεις από αυτό, αν πέρασες όλη σου την ζωή να νομίζεις ότι μπορείς ενώ ήσουν μαριονέτα, κοιτάς τώρα, χωρίς καμία αίσθηση αυτοπεποίθησης, και ψελλίζεις λίγα λόγια αξιοσύνης, όπως έμαθες ότι έκαναν παλιά μεγάλοι ηγέτες, αληθινοί και ως άνθρωποι, ψελλίζεις..

…ψελλίζεις λόγια ισχυρά για να ξεχάσει ο ακροατής τους ότι μία ώρα πριν, μόλις μία ώρα πριν, τον ξεπούλαγες, και δεν λες «το έκανα γιατί το πιστεύω» πια, ούτε αυτό δεν μπορείς, λες «μην κοιτάτε τι έκανα, άλλα πιστεύω, είμαστε δυνατοί, θα τα καταφέρουμε» όταν μία ώρα πριν, μία ώρα πριν, έσκυβες το κεφάλι και έλεγες «παιδιά: δεν θα τα καταφέρουμε, ας δούμε τι μπορούμε να σώσουμε» – αλλά δεν μίλαγες για την χώρα, δεν μίλαγες για τον άνθρωπο, μίλαγες για ένα κόμμα, μία εξουσία, ένα σύμβολο, μία σημαία, ένα βεγγαλικό, ένα χειροκρότημα, να νιώσεις λίγο ηγέτης.

«Είμαστε μαζί»

Και κάτω τους άνθρωποι τρομαγμένοι, χωρίς εναλλακτικές, με τον μισθό τους ανύπαρκτο, με την ψυχή στο στόμα, όσοι έχουν δουλειά να φοβούνται ότι θα την χάσουν, όσοι δεν έχουν να φοβούνται ότι δεν θα βρουν, ένα κράτος να τους μισεί, οι ξένοι άνθρωποι να τους μισούν, οι δημοσιογράφοι να τους κάνουν να μισεί ο ένας τον άλλον, αυτές οι τρεις φιγούρες να τους κάνουν να μισούν τον διπλανό τους – και κάτω τους άνθρωποι που την μόνη ελπίδα, πια, μπορούν να την βρουν ο ένας από τον άλλο, να πιάσουν το χέρι του διπλανού, να πουν αν έχω φαΐ έχουμε όλοι από λίγο, αν έχω ζεστασιά έχουμε όλοι από λίγο, αν έχω γνώσεις έχουμε όλοι, αν έχω ελπίδα έχουμε όλοι, να ανακαλύπτουν με ανακούφιση ότι δεν χρειάζονται ούτε φιγούρες, ούτε μαριονέτες, ούτε καρυδότσουφλα.

Και αυτοί οι τρεις άνθρωποι, υποχείρια της ίδιας τους της μεγαλομανίας, να ονειρεύονται ακόμα ότι θα δικαιωθούν, για το ίδιο τίποτα που ήταν ήδη τόσα χρόνια, να μη δίνουν μάχες παρά να σκύβουν, αυλοκόλακες μιας αυλής που δεν υπάρχει πια, προσπαθώντας να γεννήσουν από τα εν πλήρη συνείδησει ψεύτικα λόγια τους έναν μανδύα μιας ανθρωπιάς που δεν υπάρχει πια, μίας αξίας που δεν υπάρχει πια, αν, αν υποθέσουμε ότι υπήρξε ποτέ, για να μην νιώθουν τόσο, μα τόσο γυμνοί.

Τρεις άνθρωποι, τρεις λίγοι ηγέτες, τρεις λίγοι άνθρωποι, τρεις θλιβερές, θλιβερές φιγούρες.

Φίλε βουλευτή.

Άκου. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι, δεν ξέρω πως το βλέπεις, πως το έχεις υπολογίσει. Αλλα αν έχεις σκοπό, αν το σκέφτεσαι καν, μήπως θα έπρεπε να ψηφίσεις ναι σ’ αυτό που έρχεται, καλό είναι να το ξανασκεφτείς.

Σε φωνάξανε κλέφτη. Αν έκλεψες, καλώς, σου ταιριάζει αυτή η κατηγορία. Το ξέρεις, και ας γκρινιάζεις στα φωναχτά, ότι δεν σε παίρνει, έτσι είναι, άρπαξες, πήρες δωράκια, διόρισες, μπορεί να νιώθεις αδικημένος, εσύ λιγότερα, οι άλλοι περισσότερα, καταλαβαίνω, ή μάλλον δεν καταλαβαίνω, αλλά δεν είναι της παρούσης.

Κάτι αλλάζει.

Αν πριν σε φώναζαν κλέφτη, ή οτιδήποτε άλλο, αυτό ήταν πριν. Ήσουν, δεν ήσουν, θα κριθεί, μπορεί και να τσουβαλοποιήθηκες, να μην υπάρχουν στοιχεία, να ήταν όλοι οι άλλοι και όχι εσύ.

Μπορεί.

Όμως, τώρα θα σηκώσεις το χέρι σου.

Θα σου πουν η Ελλαδα αν δεν το κάνεις θα καταστραφεί, ή αν δεν το κάνεις το κόμμα δεν θα σε ξαναδεχθεί ΠΟΤΕ πίσω, ή θα σε πετάξουν στο χαντάκι.

Εγώ, δεν σου λέω τι να κάνεις. Ή μάλλον, σου λέω:

Σκέψου.

Σκέψου πολύ καλά τι πας να ψηφίσεις. Σκέψου πολύ καλά τι πας να δεχθείς. Άκου. Άκου όσους μιλάνε γι’ αυτό – όχι μόνο στα δελτία του Mega ή του Skai, αλλά άκου τον κόσμο, άκου αυτούς που έκλεισαν τα καταστήματά τους γιατί δεν έχουν πλέον πελάτες, άκου αυτούς που περιμένουν στην ουρά της ανεργίας, άκου αυτούς που πηγαίνουν ακόμα για δουλειά, άκου μία οικογένεια με παιδιά, άκου τους εφοριακούς να σου πουν πως βγαίνουν πλέον τα έσοδα, άκου τους αντιμνημονιακούς, όσους υποστηρίζουν ότι αυτή η ψήφος είναι ταφόπλακα, όσους υποστηρίζουν ότι ήδη αυτός ο δρόμος μας κατέστρεψε, όσους υποστηρίζουν ότι το μέλλον θα είναι ζοφερό ακόμα – και κυρίως περισσότερο- μετά την ψήφιση αυτής της συμφωνίας.

Σκέψου πολύ καλά.

Διάβασε καλά το κείμενο που υπογράφεις. Κλείσε τα τηλέφωνα, τις επιρροές, τους φίλους ή τους «φίλους» τους συνεργάτες που θα βολευτούν καλύτερα αν σε πείσουν, κλείσου σε ένα γραφείο, και φαντάσου την Ελλάδα μετά από αυτήν την υπογραφή.

Θα σου πουν να φανταστείς την Ελλάδα ΧΩΡΙΣ αυτήν την υπογραφή, και θα σου πω «έπιασαν αυτά που υπολόγιζαν οι ίδιοι άνθρωποι το 2010;»

Αυτή η ψηφοφορία δεν μοιάζει με καμία άλλη. Δεν υπάρχει πλέον καμία δικαιολογία. Αν το 2010, και μετά από αυτό, ψήφιζες με μία φρούδα ελπίδα ότι όλα θα πάνε κατ’ ευχήν, έχεις ζήσει, και συ μαζί με όλους μας, ότι αυτή η ελπίδα δεν υπάρχει πια.

Δεν πιάσανε τόπο οι κόποι σου, οι ευχές τους, οι ελπίδες μας.

Θυμήσου το. Θυμήσου καλά πριν σηκώσεις το χέρι σου και πεις «Ναι». Δεν σου λέω μην το κάνεις. Σου λέω σκέψου που θα χρειαστεί να ζήσεις την επόμενη μέρα. Η άγνοια ΔΕΝ είναι πια δικαιολογία. Τα ευχολόγια ΔΕΝ είναι πια δικαιολογία. Αυτοί που σε πείσανε την πρώτη φορά, έχουν, οι ίδιοι, για να σωθούν, αποτάξει ΑΥΤΗΝ ΑΚΡΙΒΩΣ την διαδικασία που σε καλούν, πάλι να ψηφίσεις.

Πριν το μνημόνιο σε εβρίζαν. Μπορεί δίκαια, μπορεί άδικα.

Μετά το μνημόνιο σε έβριζαν. Μπορεί να είχες πιεστεί πολύ, ή να ήλπιζες, ή να κατάλαβες λάθος τις προθέσεις του κόσμου, ή να πείστηκες.

Αυτό το μνημόνιο δεν έχει πια δικαιολογίες.

Και αυτή η ψήφος συνοδεύεται από ένα πολύ σκληρό, πολύ απάνθρωπο γνήσιο της υπογραφής.

Καλό θα είναι, ως άνθρωπος, ως πολίτης, ως νοήμον πλάσμα, να αντιληφθείς ότι έχεις ακαριαία την ευθύνη της υπογραφής σου.

Δεν υπάρχουν άλλες δικαιολογίες.

Πρώτα, ο πρόλογος. Μακρύς, αλλά θα καταλάβεις περισσότερα για το θέμα.

Πριν μερικά χρόνια, εις μνήμη της μητέρας μου που πέθανε από καρκίνο, και των αντιδράσεων στην είδηση του γεγονότος, έγραψα ένα post.

Ο τίτλος του ήταν «Πες το δυνατά ρε, Καρκίνος«.

Δεν ήξερα τι θα ακολουθούσε.

Δεν περίμενα τίποτα, και αυτό που έγινε, ακόμα δεν το έχω συλλάβει.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, ~3.100 σχόλια έχουν μπει, ~187.000 φορές έχει διαβαστεί, και έχει αλλάξει τις ζωές πολλών. Όσων σχολίασαν, όσων συμμετείχαν, όσων παρακολούθησαν, όσων ήξεραν ακόμα και ότι απλώς, είναι εκεί αν το χρειαστούν.

Πρώτα απ’ όλους, φυσικά, την δική μου.

Επέλεξα έναν ρόλο. Αναγκαστικά, αποστασιοποιήθηκα για να είμαι τίμιος και ειλικρινής με όλους. Δεν μπορώ να είμαι δίπλα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, δεν ξέρω πως – μπορώ μόνο να τους δώσω χώρο να κάνουν αυτό που μια ζωή προσπαθώ να μοιράσω στους διπλανούς μου:

Να εκφραστούν.

Η μάχη με τον καρκίνο μπορεί να είναι σιωπηλή, μπορεί όμως και να είναι το ακριβώς αντίθετο.

Κάθε σιωπηρή, την σέβομαι. Κάθε φωναχτή, την στηρίζω.

Πάμε και στο θέμα μας.

~

Εκτός από τον χώρο που δίνω εγώ, το διαδίκτυο δίνει απλόχερα και χώρο, και μέσα. Ένας από αυτούς που τον εκμεταλλεύονται στο έπακρο, είναι ο Απόστολος. Τις σκέψεις του διαβάζεις στο blog του και τους ψιθύρους του στο twitter του

Ο Αποστόλης πολεμάει τον καρκίνο.

Δεν τον λέει «εξ-απο-δω» ή «αρρώστια», δεν κλείνει τις σκέψεις του στο κεφάλι του, δεν έχει λιγότερα, ή περισσότερα προβλήματα από έναν διπλανό του καρκινοπαθή. Άλλοτε γονατίζει, άλλοτε σηκώνεται. Δεν χρωστάει να είναι δυνατός για κανέναν περισσότερο από τον εαυτό του. Απέκτησε μία τεράστια παρέα από δικτυακούς φίλους, σε ένα μέσο που ελέγχει ο ίδιος τι θα μπει, σε ποιους θα απαντήσει, ποια προσωπικά στοιχεία θα δώσει, και πότε, αν χρειαστεί, θα σωπάσει. Οι φίλοι του τον ακολουθούν διαβάζοντας τα νέα του, ενημερώνονται, στηρίζουν, στηρίζονται πολλές φορές από τον ίδιο, δεν τον αποφεύγουν, του δείχνουν ότι δεν είναι απόκληρος, δεν τον λυπούνται, τον σέβονται.

Και αυτόν, και την ασθένεια που έχει και αυτός, όπως και χιλιάδες άλλοι συνάνθρωποί μας.

Διαβάζοντας (κυρίως) το twitter του θα διαβάσεις έναν άνθρωπο που επέλεξε με αξιοπρέπεια να τον αντιμετωπίσει σαν αυτό που είναι:

Ο καρκίνος είναι μία αρρώστια. Ούτε μια κατάρα, ούτε μία ποινή, ούτε ένα σημάδι, ούτε μία ντροπή, ούτε ένα βδέλυγμα, ούτε ένα στίγμα.

Ο καρκίνος είναι μία αρρώστια, που πιάνει όλους, εσένα, εμένα, την μητέρα μου, την μητέρα του, τον γείτονα, αυτόν που τρώει junkfood (περισσότερο) αυτόν που τρώει σαλάτες (λιγότερο) αυτόν που καπνίζει (σχεδόν βέβαια) αυτόν που δεν (καμιά φορά).

Με τον Αποστόλη δεν έχω πολλά-πολλά 🙂 Δεν έτυχε, δεν μπόρεσα, δεν μπόρεσε, δεν έκατσε. Τον θεωρώ όμως (με την άδειά του) φίλο, τον έχω συχνά στο μυαλό μου, διαβάζει το βιβλίο μου και χαίρομαι, μας λέει τι έφαγε το μεσημέρι και πεινάω 🙂

~

Ακούστε να δείτε τι προσπαθώ να πω.

Όσοι επιλέξετε να πολεμήσετε τον καρκίνο σιωπηρά, σας καταλαβαίνω απόλυτα. Όσοι επιλέξετε να τον πολεμήσετε νιώθοντας ντροπή, σας καταλαβαίνω απόλυτα (αν και θα προσπαθήσω, όπως μπορώ, να σας δείξω και την άλλη εικόνα). Όσοι επιλέξετε να τον πολεμήσετε μόνο με τους δικούς ανθρώπους, το καταλαβαίνω απόλυτα. Όσοι επιλέξετε να πείτε «γιατί σε μένα» σας καταλαβαίνω απόλυτα.

Ο καθείς δίνει την μάχη του όπως μπορεί, όπως αντέχει.

Δεν έχει καμία σημασία για σας αν είστε ήρωες για μένα, αλλά είστε, όσο πολεμάτε, ακόμα και αν μετά, κουρασμένοι γονατίσετε καμιά φορά, ή απογοητευτείτε. Νομίζετε πως δεν είστε τόσο δυνατοί όσο νομίζουμε, και σφάλλουν όσοι σας θαυμάζουν και περιμένουν να σταθείτε δυνατοί, αλώβητοι νικητές ή ήρωες.

Εγώ όμως σας έχω διαβάσει, κάτι από εσάς, σιωπηρά, σχεδόν όλους. Έχω στεναχωρηθεί όταν στεναχωριέστε, έχω γελάσει όταν γελάτε.

Και, αν με βρει αυτή η αρρώστια, αν ή όταν με συναντήσει, ελπίζω να είμαι αρκετά δυνατός, για να την ζήσω και να την αντιμετωπίσω όπως κάνουν τόσοι από εσάς που συμμετέχετε σ’ αυτό το blog, όπως κάνει και ο Αποστόλης.

Δυνατά, φωναχτά, και τίμια.

Και αυτό είναι το δικό μου ‘ευχαριστώ ρε φίλε’ στον Αποστόλη, και στον κάθε φίλο που με προσκαλεί στην ζωή του, στην μάχη του, όποια και να είναι αυτή.

Γιατί την δύναμη δεν την παίρνεις (απαραιτήτως) από τους μαχητές. Την παίρνεις από αυτούς που σε κάνουν φίλο τους.

*Κείμενο γραμμένο για το διαδικτυακό αφιέρωμα με θέμα «ζωή στη γη» και
έμπνευση τον @moloch82. Ένα μικρό ευχαριστώ στην @findsoph και στην @nefosis για την παρότρυνση.

Διαβάζω τον @Gerogriniaris σε ένα ποστ που θα έπρεπε να διαβάσουν όλοι για να αντιληφθούν ότι φτάσαμε ως εδώ (από το 2009 και μετά) με δημοκρατία των ΜΑΤ και κάνω κάποιες σκέψεις.

Πρώτα, αποσπάσματα από το άρθρο:

[…] Αν ρίξεις μια ματιά στην επίσημη ιστοσελίδα του ΥΠΕΣ για τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές θα δεις πως οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι ήταν 9.929.065 αλλά ψηφίσανε 7.044.606 δηλαδή ποσοστό 70,95%.

Με άλλα λόγια η αποχή ήταν 29,05%.

Από αυτούς 186.185 «έριξαν» άκυρη ή λευκή ψήφο, ή σύμφωνα με το ΥΠΕΣ 2,03% άκυρα και 0,61% λευκά.

Το δε ΠΑΣΟΚ πήρε 3.012.542 δηλαδή 43,92%.

Εδώ αρχίζει το «περίεργο»… με μια απλή διαίρεση πράγματι το ποσοστό της συμμετοχής στις εκλογές είναι όπως λέει το ΥΠΕΣ 70,95%, όμως με την ίδια απλή διαίρεση το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ βγαίνει… 30,34%.

Περίεργο ε;

Στην πραγματικότητα λοιπόν, το ΥΠΕΣ ενώ διαιρεί σωστά το σύνολο των ψήφων με το σύνολο του εκλογικού σώματος για να βρει το πραγματικό ποσοστό συμμετοχής, μετά αναλαμβάνει όχι η στατιστική, αλλά ο εκλογικός νόμος…

Τα άκυρα και τα λευκά υπολογίζονται ως ποσοστό όχι του συνόλου των ψηφοφόρων αλλά αυτών που πήγαν να ψηφίσουν, δηλαδή 7.044.606 πολιτών.

Θυμήσου πως οι εγγεγραμμένοι, δηλαδή το εκλογικό σώμα είναι 9.929.065, σχεδόν δέκα εκατομμύρια δηλαδή.

Επομένως το ποσοστό των άκυρων-λευκών διογκώνεται στο συνολικό 2,64% ενώ στο σύνολο των ψηφοφόρων είναι μόλις 1,88%.

Όμως το «σύστημα» χρειάζεται, μας έχουν πει, ισχυρή κυβέρνηση, οπότε πως θα διογκώσουμε ακόμα περισσότερο τα ποσοστά των κομμάτων που εισέρχονται στη βουλή;

Μέχρι τώρα είδαμε πως η αποχή μετριέται απ το ΥΠΕΣ ως ποσοστό του συνόλου των ψηφοφόρων δηλαδή κοντά στα δέκα εκατομμύρια πολιτών.

Το λευκό-άκυρο διογκώνεται ως ποσοστό εκείνων που προσήλθαν για να ψηφίσουν, δηλαδή κοντά στα 7 εκατομμύρια πολιτών, και μόλις εξαφανίσαμε ως αποτέλεσμα περίπου τρία εκατομμύρια πολίτες…

Για να φουσκώσουμε λίγο περισσότερο το ποσοστό των κομμάτων λοιπόν μένει, τι άλλο, να το υπολογίσουμε ως ποσοστό των «έγκυρων ψήφων».

Με άλλα λόγια αγνοούμε αυτούς που δεν προσήλθαν να ψηφίσουν, αφαιρούμε και εκείνους που έριξαν άκυρο ή λευκό και μένουμε με 6.858.421 πολίτες που ψήφισαν τελικά κάποιο κόμμα.

Να σημειώσουμε εδώ πως με απόφαση του ανώτατου ειδικού δικαστηρίου (12/2005) οι λευκές ψήφοι δεν θα έπρεπε να εξαιρούνται από τις έγκυρες γιατί η λευκή ψήφος διακρίνεται από την άκυρη και αποτελεί ενάσκηση του εκλογικού δικαιώματος, γι’ αυτό και θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Παράλυτα οι σοφοί νομοθέτες μας με ερμηνευτικό νόμο προχώρησαν σε ρύθμιση που ακυρώνει την απόφαση αυτή του δικαστηρίου

Αποτέλεσμα είναι πως από τα περίπου δέκα εκατομμύρια ψηφοφόρους πέσαμε κάτω από τα επτά για να υπολογίσουμε το ποσοστό που λαμβάνουν τα κόμματα.

Έτσι το ΠΑΣΟΚ παίρνει ένα σοβαρότατο 43,92% και η Νέα Δημοκρατία το αξιοπρεπέστατο 33,47%.[…]

[…]Με τα κουτσομαθηματικά που έμαθα στο σχολείο λοιπόν τα πραγματικά ποσοστά που έλαβαν τα κόμματα που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη βουλή επί του συνόλου των ψηφοφόρων είναι: ΠΑΣΟΚ 30,34%, ΝΔ 23,12%, ΚΚΕ 5,20%, ΛΑΟΣ 3,87%, και ΣΥΡΙΖΑ 3,16%.

Με άλλα λόγια, το πρώτο κόμμα είναι… δεύτερο, πίσω από την αποδοκιμασία του πολίτη που εκφράζεται είτε με την αποχή, είτε με τη λευκή ψήφο, πίσω από τον «κανένα».[…]

Οι επισημάνσεις δικές μου.

Το άρθρο που είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και για τα σχολιά του, μπορείς να το διαβάσεις ολόκληρο εδώ. Στο συστήνω (έχει και ένα κατατοπιστικότατο γράφημα) για να καταλάβεις και την συνέχεια της σκέψης μου. Σχόλια και παρατηρήσεις για το άρθρο, καλό θα ήταν να γίνουν εκεί, όχι εδώ.

Πάμε τώρα στις σκέψεις μου.

Αν καταλαβαίνω καλά, μας κυβερνά το 30% περίπου του εκλογικού σώματος. Δεν είναι ακριβώς έτσι, γιατί με αυτήν την υπόθεση αναλαμβάνουμε να καπελώσουμε αυτούς που δεν ψήφισαν (δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις προθέσεις τους) αλλά για να είμαστε σύμφωνοι, δεν μας κυβερνά η πλειοψηφία (ανεξαρτήτως ποσοστού, ακόμα και αν βγαίνει τελικά το 30% σε 49%).

Καλώς;

Καλώς.

Αρα, η κυβέρνηση (και ένα μεγάλο μέρος από τους βουλευτές συνολικά) δεν εκπροσωπούν τον λαό.

Ο πρόεδρος της δημοκρατίας εκλέγεται από την βουλή. Άρα, ούτε και αυτός είναι εκλεγμένος από τον λαό.

Ο «πρωθυπουργός» εντελώς ασυνήθιστα, βγήκε από την βουλή, και όχι από τον λαό. Άρα, ούτε και αυτός τον εκπροσωπεί.

Οι αποφάσεις, σε μεγάλο βαθμό, δεν βγαίνουν από την κυβέρνηση, αλλά από τις επιταγές των δανειστών μας. Ίσως όχι πάντα άμεσα, αλλά σίγουρα έμμεσα. Ούτε και αυτοί έχουν ψηφιστεί από εμάς, πολλοί δε εξ αυτών δεν έχουν ψηφιστεί καν στις χώρες τις οποίες εκπροσωπούν. Άρα, ούτε και αυτοί εκπροσωπούν τον λαό.

Τα ΜΜΕ έχουν α) δικά τους συστήματα μέτρησης, διάτρητα (πχ AGB), β) κρατικές επιχορηγήσεις (και μέσω διαφημίσεων), γ) νόμους που δεν εφαρμόζονται αλλά παίρνουν διαρκώς.. αναβολή και δ) δάνεια από τράπεζες που πρέπει να ρωτήσουν τον πρωθυπουργό, αλλιώς δεν τα δίνουν. Άρα, αν έπρεπε να επιβιώσουν αποκλειστικά από την «ψήφο» μας (την αγορά ή τηλεθέασή τους) δεν θα τα κατάφερναν γιατί ελάχιστοι τους αγοράζουν ή τους βλέπουν. Άρα, ούτε και αυτά «εκπροσωπούν» τον λαό.

Οι τράπεζες, που διακινούν το χρήμα, δεν θέλει και μεγάλη σκέψη, είναι ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ούτε λόγος για να εκπροσωπούν τον λαό.

Αυτό το σύστημα όμως, (ανατροφοδοτούμενο όπως έχω πει και στο παρελθόν στο «Δανειακή Δημοκρατία«) μιλάει εξ’ονόματί μας.

Σ’ αφήνω στις σκέψεις σου.

Ήθελα να κάνω ένα μάζεμα όσων έχουν γίνει τον τελευταίο χρόνο, ως κλείσιμο. Ίσως το κάνω, αλλά τούτο το ποστ το έχω μεγαλύτερη ανάγκη:

Κάτι αλλάζει.

Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να το δεις, αλλά κάτι αλλάζει. Αν γίνεται καλύτερο, ή χειρότερο θα το δούμε αργότερα, αν αξίζει ή αν θα χαλάσει θα το δούμε μεθαύριο – αλλά κάτι αλλάζει, και εμένα μου αρκεί αυτή η ελπίδα του.

Γινόμαστε «μαζί».

Να σου πω τι έγινε το 2011; Έγιναν διαδηλώσεις, έγιναν οι φόροι, έγινε το ξύλο, έγινε η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, έγινε η μείωση του αφορολόγητου στα 5.000 ευρώ (384 σου θυμίζω, μηνιαίως) έγινε το ρίξιμο των συντάξεων, έγινε το ανέβασμα της ακροδεξιάς σε θέσεις εξουσίας, έγινε η μείωση μισθών, έγινε η υπαγωγή εταιριών στο 99, το κλείσιμο καταστημάτων, επιχειρήσεων, οι απολύσεις, η άκρατη και αδιανόητη φορολογική επίθεση, το απίστευτο ρίξιμο χημικών, ξύλου, συλλήψεων σε κάθε αντίδραση.

Να σου πω τι έγινε για μένα το 2011; Έγινε το Σύνταγμα (σε όλη την Ελλάδα). Έγινε το Debtocracy. Αποφασίστηκε το Catastroika. Έγινε το Unfollow. Έγινε το Tarentola. Έγινε η αντίδραση για την Systemgraph. Έγινε η αντίδραση για τον Μόδεστο. Έγινε το Occuppy Wall Street. Οι atenistas. Η οικονομία αλληλεγγύης σε τόσες πολλές μορφές. Το κοινωνικό ωδείο. Το tutorpool. Το Μπορούμε. Και άλλα. Έγιναν τόσα πολλά. Τόσα υπέροχα πράγματα.

Το Σύνταγμα, το debtocracy, οι atenistas, το Unfollow και τα υπόλοιπα, δεν τα αντιμετωπίζω σαν να πρέπει να συμφωνώ ή πολύ περισσότερο να συμφωνείς εσύ μαζί τους. Είναι εντελώς διαφορετικές ενέργειες μεταξύ τους, που γίνονται από πολλούς, διαφορετικούς ανθρώπους μεταξύ τους, με διαφορετικούς προορισμούς, με διαφορετικές ελπίδες.

Έχουν ένα κοινό μεταξύ τους: Το «μαζί».

Όχι «με κάποιους από εμάς ανώτερους από κάποιους από εσάς»:

Μαζί.

Αυτό αλλάζει.

Φίλε, μαζί.

Αυτό το μαζί μου δίνει όλη την ελπίδα που χρειάζομαι για το 2012. Δεν θα θυμώσω λιγότερο με την αδικία, το υπόσχομαι. Αλλά θα κοιτάξω δίπλα μου, και θα βρω κάποιον μαζί μου. Κάποιον που, μέχρι πέρσι έλεγε «εγώ, και οι άλλοι να πα να γαμηθούνε», σήμερα τον βλέπω μαζί μου.

Μαζί χτίσαμε το Debtocracy. Κάποιοι διαφωνούν: θαυμάσια. Μαζί θα χτίσουν την διαφωνία τους. Μαζί χτίσαμε το Σύνταγμα. Μαζί χτίσαμε το Unfollow. Μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά σχολεία, μαζί φτιάξαμε τα κοινωνικά ωδεία, μαζί φτιάξαμε το Catastroika, μαζί κάναμε τα νοσοκομεία των γιατρών χωρίς σύνορα, μαζί τους atenistas, μαζί το Μπορούμε.

Όχι «μαζί» όπως εγώ και οι άλλοι, αλλά μαζί όπως «Εμείς Που Θέλαμε Να». Οι όποιοι εμείς.

Κάποιοι διαφωνούν; θαυμάσια. Μαζί, και αυτοί, θα χτίσουν την διαφωνία τους.

Αν καταφέρουμε να συνυπάρξουμε – και μέχρι τώρα το καταφέραμε!, παρά τις ελπίδες των καταστροφέων κάθε «μαζί»!, αν μπορέσουμε να ανεχθούμε αυτούς με τους οποίους διαφωνούμε (το debtocracy, τους atenistas, το unfollow, το Σύνταγμα) – όχι, όχι απλώς ανεχθούμε, τους ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ να επικοινωνήσουν ΕΙΔΙΚΑ αν διαφωνούμε μαζί τους, αν οι χριστιανοί πιάσουμε τα χέρια για να προστατέψουμε τους μουσουλμάνους να προσευχηθούν (δες το site Το Κουτί της Πανδώρας), αν είμαστε μαζί, διαφωνώντας, αλλά όχι ακυρώνοντας, με κάθε ανάγκη του άλλου να εκφράσει αυτό το μαζί, αρκεί να είμαστε όλοι ίσοι, όλοι μαζί, θα έχουμε μία θαυμάσια χρονιά.

Θα έχουμε την επιτυχία όλοι μαζί, αλλιώς, ακόμα και αν αποτύχουμε, θα έχουμε προσπαθήσει όλοι μαζί. Θα έχουμε εκφραστεί όλοι μαζί, θα έχουμε πει δυνατά τι πιστεύουμε, όλοι μαζί. Δεν θα φοβόμαστε, γιατί δεν θα είμαστε μόνοι μας.

Θα είμαστε όλοι μαζί.

Χωρίς αφεντικά, ανώτερους, ισχυρότερους, καλύτερους, σπουδαιότερους, αξιότερους. Αλλά όλοι αφεντικά, όλοι ανώτεροι, όλοι καλύτεροι, όλοι σπουδαίοι, όλοι ικανοί, όλοι ισχυροί, γιατί όλοι μαζί.

Μαζί.

Πιάσε μου το χέρι, αν συμφωνείς, αν πάλι όχι, βρες κάποιον να συμφωνήσεις μαζί του, να δημιουργήσετε κάτι, να φτιάξετε κάτι, να κάνετε μία εταιρία, μία επιχείρηση, μία φιλανθρωπία, ένα μέλλον, μία ιδέα, να βοηθήσετε κάποιον, να γίνετε χρήσιμοι, να φτιάξετε κάτι, μαζί.

Ένα βιβλίο, ένα συσσίτιο, μία πορεία διαμαρτυρίας, ένα περιοδικό, ένα μαγαζί, έναν πολιτικό χώρο, έναν όμιλο, μια δουλειά, μαζί, ίσοι, με εμπιστοσύνη και δύναμη, με ειλικρίνεια και με πάθος γι’ αυτό που πιστεύετε, με βοήθεια προς τα άλλα μαζί, των άλλων, που είναι ίσοι με εσάς και έχουν τα ίδια όνειρα με εσάς, την ίδια ελπίδα με εσάς, την ίδια αξία με εσάς.

Όλοι μαζί.

Θα έχουμε την καλύτερη χρονιά που έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό. Το βλέπω να έρχεται, και είμαι πολύ συγκινημένος με κάθε μικρό βήμα που το φέρνει πιο κοντά.

Δεν είναι πια όνειρο. Σιγά σιγά χτίζετεαι, γίνεται πράξη, μας περιβάλλει.

Μαζί φίλε. Μαζί.

Καλή χρονιά.

…να πα να γαμηθείτε. Είστε οι χειρότεροι γονείς του κόσμου».

Δεν πίστευα ότι είναι αληθινό αυτό το μάζεμα αντιδράσεων για τα δώρα που παιδιά παίρνουν από τους γονείς τους, και τους βρίζουν γιατί δεν είναι της αρεσκείας τους, αλλά ο jon hendren φρόντισε να τα μαζέψει, και εγώ να μπω στον κόπο να τα επιβεβαιώσω.

Δυστυχώς.

Continue reading ««Αγαπητοί γονείς, δεν μου πήρατε το δώρο που ήθελα, ε;»

Money

Ξεχάστε υποβρύχια, φορτηγά, εξοπλισμούς, την Siemens, και όλα τα άλλα που έχετε ακούσει κατά καιρούς.

Για ένα λεπτό, μόνο, ξεχάστε τα.

Γιατί υπάρχει ένα σκάνδαλο που κατ’ εμέ τα υπερβαίνει, και το ζούμε τούτες τις ημέρες.

Αντιγράφω από την Καθημερινή:

Τον φάκελο της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων από το τραπεζικό σύστημα ανοίγει η εισαγγελική έρευνα που έχει διαταχθεί από τον οικονομικό εισαγγελέα κ. Γρ. Πεπόνη. Εμφαση δίνεται στους όρους που έχουν χορηγηθεί τα δάνεια σε ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. (σ.σ. με εγγύηση τις μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις) ώς το 2015. Ο οικονομικός εισαγγελέας ζήτησε να διερευνηθεί αν πληρούν τις προϋποθέσεις του τραπεζικού δανεισμού.

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», έχει ήδη αποστείλει έγγραφo προς τις τράπεζες Αττικής (που πρόσφατα έδωσε δάνειο στη Ν.Δ.) Αγροτική, Πειραιώς και Marfin, που κατά καιρούς έχουν δανειοδοτήσει τα κόμματα, και ζητεί να του αποστείλουν όλα τα στοιχεία, καθώς και όλες τις δεσμεύσεις που τις εξασφαλίζουν. Συνολικά, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία, τα δύο μεγάλα κόμματα χρωστούν στις τράπεζες 253 εκατ. ευρώ που τα έχουν πάρει δίνοντας ως εγγύηση τις μελλοντικές κρατικές τους επιχορηγήσεις, που κατά την εισαγγελική αρχή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της δανειοδότησης.

Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Πεπόνης, ήδη εξέτασε ως μάρτυρες εκείνους που δημόσια έθεσαν το θέμα, με πρώτο τον πανεπιστημιακό κ. Ν. Αλιβιζάτο. Ο τελευταίος υποστήριξε, σύμφωνα με πληροφορίες, πως οι μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις δεν μπορεί να πληρούν τους όρους του τραπεζικού δανεισμού, καθώς δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποια θα είναι η κοινοβουλευτική δύναμη των κομμάτων για τα επόμενα χρόνια για να μπορεί κανείς να θεωρήσει ασφαλές στοιχείο εγγύησης ενός δανείου τη μελλοντική του επιχορήγηση. […]

[…] Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, ΠAΣOK και Ν.Δ., οφείλουν περί τα 235 εκατ. σε τράπεζες, (115 εκατ. ευρώ το ΠΑΣΟΚ και 120 η Ν.Δ.), ενώ η κρατική επιχορήγηση που έλαβαν για το 2010 ανήλθε σε 19,8 και 15 εκατ. αντιστοίχως. Η επιχορήγηση των πολιτικών κομμάτων για τη φετινή χρονιά, όπως υποστήριξε ο κ. Αλιβιζάτος, θα δοθεί σε τέσσερις δόσεις και θα είναι κατά 10% αυξημένη παρά τη σκληρή δημοσιονομική συγκυρία.

Το πλήρες άρθρο εδώ.

Ας τα δούμε ένα ένα, γιατί έχει σκάσει το κεφάλι μου από τις πληροφορίες, και δεν το χωράει ο νους μου.

Τι έχει συμβεί;

Σύμφωνα με όσα έχουν δει το φως της δημοσιότητας μέχρι τώρα, το σενάριο είναι το εξής:

Τα κόμματα χρειάζονται ρευστό για να λειτουργήσουν και να επικοινωνήσουν τις θέσεις τους. Σύμφωνα με τον νόμο, με βάση το ποσοστό τους στις εκλογές (να υποθέσω όχι το πραγματικό, αλλά το συνολικό, δηλαδή όχι με βάση πόσους ψήφισαν, αλλά βάσει του ποσοστού, μετά την αφαίρεση όσων δεν ψήφισαν, έριξαν λευκό κλπ) τα κόμματα δικαιούνται μίας κρατικής επιχορήγησης.

Επειδή όμως αυτή δίνεται σταδιακά, και σε δόσεις, για να καλυφθεί η ανάγκη ρευστότητας, τα κόμματα έκαναν μία συμφωνία με τις τράπεζες, για να πάρουν δάνεια. Για κεφάλαιο που λειτουργεί όμως ως ενέχυρο για την αποπληρωμή του δανείου, ώστε οι τράπεζες να συμφωνήσουν να το καταβάλλουν, επειδή τα κόμματα δεν έχουν και σπουδαίο πραγματικό υλικό να χρησιμοποιήσουν (κτίρια, κλπ), το πήραν από τις μελλοντικές επιχορηγήσεις, με βάση τις προβλέψεις για το ποσοστό που ΘΑ αποκτήσουν.

Αυτά διαβάζω στο ρεπορτάζ. Αν προστεθούν άλλα, ή αν υπάρχουν άλλες διευκρινήσεις, θα ενημερώσω το κομμάτι.

Πάμε να δούμε το πρόβλημα;

Γιατί είναι σκάνδαλο;

Μπορώ να σκεφτώ τρεις τουλάχιστον λόγους για τους οποίους αυτή η διαδικασία είναι η κορυφαία στις λίστες των σκανδάλων των τελευταίων χρόνων.

Ένα, ο παραλογισμός. Κάπως έγινε, και οι τράπεζες δέχθηκαν να δώσουν πολλά εκατομμύρια ευρώ στα κόμματα, με μοναδικό ενέχυρο, το επιχορηγούμενο μέλλον τους. Προσέξτε: οι τράπεζες δέχθηκαν ότι τα εν λόγω κόμματα, όχι μόνο θα συνεχίσουν να υφίστανται, αλλά και θα έχουν ποσοστά (και άρα αντίστοιχες επιχορηγήσεις) για να αποπληρώσουν τα δάνειά τους. Κάθε λογικός άνθρωπος θα αντιληφθεί πως τόσο αίολο ενέχυρο, μόνο ενέχυρο δεν είναι.

Θα δίνατε εσείς ακόμα και εκατό ευρώ δάνειο σε έναν βουλευτή που θα σας έλεγε «θα με ψηφίσουν αύριο, και θα ξαναβγώ βουλευτής – και μάλιστα με τέτοιο ποσοστό»; Είναι τόσο βλακώδες που δεν θέλει απάντηση.

Ε, πόσο πιο βλακώδες γίνεται όταν μιλάμε όχι για εκατό, αλλά για εκατομμύρια ευρώ;

Οι τράπεζες δεν είναι βλάκες όμως. Γνωρίζουν τα ρίσκα περισσότερο από κάθε άλλον, αυτή είναι η δουλειά τους. Άρα, η επένδυσή τους δεν έχει ρίσκο.

Δύο, η ασφάλεια. Οι τράπεζες είναι καλυμμένες. Είτε γνωρίζουν (όχι υποθέτουν, αλλά ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ) ότι τα κόμματα θα βγουν, με συγκεκριμένα ποσοστά ώστε να εκπληρώσουν την δανειακή τους υποχρέωση το έπακρο, είτε δεν έχουν κανένα ρίσκο. Γιατί; Γιατί δεν βάζουν δικά τους λεφτά.

Και εδώ έρχεται το δεύτερο σκάνδαλο.

Αν ο υπογράφων από την πλευρά του δανειστή είναι ένας δημόσιος υπάλληλος, δηλαδή αν η τράπεζα είναι κρατική, τότε η χασούρα δεν πάει σε κανέναν άλλον παρά μόνο στον μεγαλοεπενδυτή. Δηλαδή το κράτος. Δηλαδή, εμάς. Αδιάφορο λοιπόν αν θα λείψουν μερικά εκατομμύρια αύριο, κυρίως επειδή α) ο επενδυτής είναι (υπο συνθήκες) ο ίδιος ο δανειζόμενος, β) επειδή δεν έχει υπάρξει λογοδοσία στο παρελθόν για καμία απολύτως περίπτωση.

Αν ο υπογράφων είναι όμως μία ιδιωτική επιχείρηση, τότε αυτή η χασούρα υπάρχει, και είναι πραγματική. Πλην όμως, ο δανειζόμενος είναι ταυτόχρονα και δανειστής, καθώς, η παρούσα οικονομική κρίση, «επιβάλλει» την στήριξη των τραπεζών με διάφορους τρόπους, με πολλά δισεκατομμύρια ευρώ.

Όπερ, υπάρχει σαφέστατη εμπλοκή καθώς η τράπεζα, χρηματοδοτεί το κόμμα, με στόχο (κερδοφορίας) να γίνει κυβέρνηση, ώστε, με πολλούς τρόπους (οικονομική στήριξη, κανόνες αγοράς) να επηρεάσει το μέλλον της. Αν πάλι είναι δημόσια, το χρηματοδοτεί για να αποκτήσει την ισχύ να προστατέψει τυχόν παρανομίες στην διαδικασία.

Και δεν τελειώνει εδώ. Προσέξτε, γιατί το πράγμα χοντραίνει επικίνδυνα.

Είδαμε για τον δανειστή. Ας δούμε και τον δανειζόμενο.

Έχω μία τρομερή απορία: τι γίνονται τόσα λεφτά;

Τρία, ο πελάτης. Συμφωνήσαμε ότι το εκάστοτε κόμμα χρειάζεται ρευστότητα για να καλύψει τις ανάγκες του. Συμφωνήσαμε ότι γι’ αυτόν τον λόγο παίρνει επιχορήγηση (κάποια εκατομμύρια ευρώ την περίοδο) και, αν δεν τα παίρνει, πηγαίνει στην τράπεζα και δανείζεται.

Δεν είναι θεωρίες αυτά, συμβαίνουν, είναι ξεκάθαρα.

Ξεκάθαρο επίσης, είναι και ότι τα κόμματα χρωστάνε στις τράπεζες, και μάλιστα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.

Αυτό που δεν είναι ξεκάθαρο όμως, είναι γιατί.

Τι τα κάνουν τόσα λεφτά;

Τα κόμματα (εξουσίας, και όχι μόνο) έχουν ανάγκη κυρίως να επικοινωνούν τις θέσεις τους. Νόμιμα, αυτό μπορεί να γίνει με διαφημίσεις. Παράνομα όμως, μπορεί να γίνει με ένα εκατομμύριο τρόπους. Μπορεί να πληρώσουν έναν δημοσιογράφο για να λέει καθημερινά ότι έχουν δίκιο. Μπορεί να πληρώσει ένα κανάλι για να φωνάζει καθημερινά τους βουλευτές του για να προβάλλονται. Μπορεί να πληρώσουν έναν δικαστή για να μην κριθεί παράνομη μία ενέργειά τους, ή να κριθεί παράνομη μία ενέργεια ανταγωνιστή τους. Δεν λέω αν συμβαίνει ή όχι, λέω ότι ένα κόμμα με χρήματα είτε θα επηρεάσει νόμιμα τους ψηφοφόρους του, είτε θα το κάνει παράνομα, με υπόγειες οδούς.

Αν δεν υπήρχε έλλειμμα, αν δηλαδή τα κόμματα όσα χρήματα έπαιρναν από τον κρατικό προϋπολογισμό τα είχαν δώσει για την λειτουργία τους και για την αποπληρωμή των δανείων τους, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα. Τώρα όμως, τα κόμματα βρίσκονται να μην πληρώνουν τους δανειστές τους, και να χρωστάνε πολλά (ΠΟΛΛΑ) χρήματα.

Που πάνε αυτά;

Σαν να μην φτάνει αυτό, αυτοί που επικοινωνούν τα γεγονότα, τα ΜΜΕ, βρίσκονται, είτε να στηρίζονται και αυτοί με δάνεια, από τις ίδιες τράπεζες, να στηρίζονται και από τα κόμματα, μέσω αναθέσεων έργων αλλά και κρατικής διαφήμισης, ή να μην στηρίζονται, με αποτέλεσμα να καταρρέουν (όπως είδαμε πρόσφατα από την Ελευθεροτυπία).

Και σαν να μην φτάνουν όλα αυτά, όταν τα κόμματα γίνονται κυβερνήσεις, στηρίζονται (ως κράτος πια) από τα δάνεια τρίτων, και τα χρησιμοποιούν για να παραμείνουν ως φιλόπτωχες κυβερνήσεις, ενώ αυτοί οι δανειστές, όποτε θέλουν τα καθιστούν «επικίνδυνα», καταστρέφοντας κράτη και διαλύοντας κάθε έννοια κοινωνικού ιστού.

~

Δεν έχω άλλες σκέψεις, πλην τούτη: ο πολίτης, διαβάζοντας τα γεγονότα, πως οι τράπεζες (οι διαχειριστές του χρήματος) και τα κόμματα (εξουσίας, γιατί αυτά ορίζουν τους νόμους και πλειοψηφικά τους στηρίζουν), καθώς και τα Μέσα (η οπτική αυτών που ψηφίζουν τα κόμματα) που χρωστάνε και πληρώνονται και από τους δύο άλλους φορείς, βρίσκονται σε ένα γαϊτανάκι που έχει ως ζητούμενο την επιβίωση όλων (των μέσων, των τραπεζών και των κομμάτων) καθώς, αν πέσει ο ένας, καταρρέουν αυτόματα όλοι οι άλλοι, θα σκεφτεί πολύ άσχημα πράγματα για την Δημοκρατία μας.

Και η γυναίκα του Καίσαρα δεν έχει πρόσωπο πια για να τον πείσει πως η «Δανειακή Δημοκρατία» που ζούμε παραμένει Δημοκρατία.

park inn

Ταινία είχε προχθές, δεν θυμάμαι το κανάλι. Το θέμα της ήταν μία υπάλληλος που βασανίζεται από έναν σεκιουριτά στην εταιρία που δουλεύει.

Ο σεκιουριτάς είναι υπεύθυνος για το υπόγειο πάργκινγ. Κυνηγά την κοπέλα ανάμεσα σε πολυτελέστατα αυτοκίνητα, καλά προφυλαγμένα από το κρύο, που κάποια από αυτά θυσιάζονται για να σωθεί η ηρωίδα υπάλληλος. Σε μία σκηνή, αστυνομικοί πλησιάζουν υποψιασμένοι, ο δολοφόνος σεκιουριτάς τους ανοίγει την πόρτα του πάρκινγ, την κλείνει πίσω του λέγοντας:

«Πρέπει να κλείσω, καταλαβαίνετε. Κάνει κρύο απόψε, έχει πολλούς άστεγους«.

Και κάπου εκεί, μία χολιγουντιανή ταινία αλλάζει, μεταμορφώνεται στο κεφάλι μου, γίνεται κάτι άλλο.

Μια μπουνιά.

~

Κάθε μέρα, για να φτάσω στο γραφείο μου περνάω από δύο πάρκινγκ – καμιά φορά, από τρία. Όχι υπόγεια, μιλάω για πολυκατοικίες που χτίστηκαν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό: να φιλοξενούν δεκάδες, εκατοντάδες αυτοκίνητα, ασφαλή, σε έναν κόσμο που δεν τα χωράει, που δεν έχει που να τα βάλει, γιατί έχουμε όλοι, γιατί είμαστε πολλοί, με δύο αυτοκίνητα ο καθένας, και δεν φτάνουν τα πεζοδρόμια, ή κοστίζουν πολλά για να μείνουν απροστάτευτα.

Και έτσι, χτίσαμε χώρο για να στεγάσουμε τα αυτοκίνητά μας, να κοιμηθούν ήσυχα το βράδυ, ζεστά και προστατευμένα, από κάθε κακό, να είμαστε ήρεμοι, να είμαστε ήσυχοι.

Ασφαλείς.

Κάπως έτσι σκεπτόμενος έγραψα αυτό το tweet:

Υπάρχει στο διαδίκτυο μία έκφραση, που μου ταιριάζει: «Αυτό που ο επισκέπτης δεν μπορεί να ξε-δει».

Κάθε parking αυτοκινήτων πια, είναι ένα κτίριο που οι εμείς οι άνθρωποι κοστολογήσαμε περισσότερο το αυτοκίνητό μας, από τον άστεγο που τριγυρνά στο κρύο.

Μία συσκευή ζητά το ίδιο πράγμα με έναν άνθρωπο, και εμείς κάνουμε την επιλογή μας.

Είναι από εκείνα τα πράγματα που δεν μπορείς να ξε-δεις.