Πολλές φορές, προσπαθώ να θυμάμαι ότι δεν είμαι καλύτερος από κανέναν, και κανείς καλύτερός μου.

Μπορώ να κάνω τα ίδια λάθη με όλους. Με τον γιατρό, που ξεχνάει ένα σφουγγάρι στην εγχείρηση, με τον επιστήμονα, που δίνει σε στρατιωτικό την φόρμουλα για τον πυρηνικό όλεθρο, με το πρεζόνι στην γωνία, που του έδωσαν και δοκίμασε, με τον τσαντάκια, που θα τα φάει στις γκόμενες, με τον μπάτσο, που θυμωμένος, χτυπάει ένα άοπλο παιδί.

Τα ίδια λάθη με όλους.

Όταν σκέφτομαι έτσι, όταν δεν νιώθω θεός, αλάνθαστος, μπορώ και να καταλάβω τους άλλους. Όχι να τους δικαιολογήσω, ή να τους αποδεσμεύσω από τις ευθύνες τους, αλλά, τουλάχιστον να τους καταλάβω, να μην πω «αυτοί – και εμείς», αλλά εμείς, σκέτο.

~

Γιατί ο πρόλογος; Γιατί προσπάθησα, με τα ίδια κριτήρια, χωρίς καμία σταθερή, μόνο με υποψίες, να καταλάβω και την πρωθυπουργική ομάδα που προσπαθεί να μας «σώσει».

Σκέφτομαι, δηλαδή, για μία στιγμή, ότι πιστεύουν αυτό που κάνουν. Οτι ρε παιδί μου δεν είναι προδότες, δεν είναι δοσίλογοι, δεν θέλουν το κακό μας, δεν θέλουν να πεινάσουμε, ότι έχουν ένα ιδεώδες, ότι έχουν μία δουλειά να κάνουν, όχι να μας εξοντώσουν, ότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, οτι θέλουν να μας βοηθήσουν – ότι θέλουν στ’ αλήθεια να μας βοηθήσουν.

(είναι δύσκολο, το ξέρω, αλλά μείνε μαζί μου λίγο εδώ)

Αν ισχύει, δεν λέω ισχύει, λέω αν, αν ισχύει, τότε το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από όσο νομίζαμε.

Αν πράγματι πιστεύουν ότι κάνουν το σωστό, είναι πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα από όσο είχαμε υπολογίσει με την λογική ότι κάνουν λάθος – και το ξέρουν. Γιατί αν νομίζουν ότι πραγματικά προσπαθούν να μας σώσουν, τότε υπάρχει βασικότερο λάθος, πιο τρομαχτικό από μία απλή χρεωκοπία.

Ο πρωθυπουργός έφερε την αποδοχή του Μνημονίου στην βουλή, ζητώντας μόνο 151+ ψήφους, πράγμα που το καθιστά αυτόματα αντισυνταγματικό (εδώ η αντίθετη άποψη του ΣτΕ με βάση αυτήν την εισήγηση).

Για το καλό μας.

Προσέξτε το λίγο αυτό: Για το καλό μας. Δεν ερωτηθήκαμε, δεν μας δόθηκε η δυνατότητα να διαφωνήσουμε, δεν μας δόθηκαν όλα τα στοιχεία, δεν είχαμε λόγο στα κέντρα αποφάσεων.

Πέντε-δέκα τύποι αποφάσισαν ότι η Ελλάδα πρέπει να σωθεί, και θα σωθεί, αδιαφορώντας τι θα πουν οι κάτοικοί της.

Ότι το τίμημα ήταν αδιαπραγμάτευτο, πρέπει να σωθεί, ανεξαρτήτως τι επίπτωση θα έχει αυτό ατομικά στους πολίτες.

Αν θέλεις, πιο νωρίς είχε ξεκινήσει το κακό: Η υπόθεση που κάνω, είναι πως ο τωρινός πρωθυπουργός ήξερε πολύ πριν την ανάληψη της εξουσίας ότι τα δημοσιονομικά μας ήταν σε άθλια κατάσταση, η υπόθεση που κάνω είναι ότι ο προηγούμενος πρωθυπουργός παρέδωσε στην ουσία την εξουσία σ΄αυτόν που ήταν διατεθημένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος να σώσει την χώρα (βάλτε εισαγωγικά αν θέλετε, ή βάλτε να ξεπουλήσει την χώρα, ή να κερδοσκοπήσει από την κατάσταση, ότι θέλετε εσείς, το νόημα θέλω να πιάσετε) με αντάλαγμα την πλήρη αμνηστία που αυτό συνεπάγεται. Το λιγότερο όμως που δεν χρειάζεται υπόθεση, είναι πως, σύμφωνα με τον Στρος Καν, η εξωτερική «βοήθεια» ήταν γνωστή στην πρωθυπουργική ομάδα (και πιθανότατα στους κερδοσκόπους) πολύ πριν γίνει γνωστή σε εμάς.

Ξαναλέω: αυθαίρετα συμπεράσματα, ελάχιστα γνωστά στοιχεία. Υποθέσεις κάνω.

Το πρόβλημα λοιπόν σύμφωνα με αυτές τις υποθέσεις, είναι πως δεν μας έδωσε, με κανέναν τρόπο την δυνατότητα να αποφασίσουμε εμείς τι θέλουμε.

Και, το πρόβλημα που προκύπτει, είναι πως η εξουσία βρίσκεται στα χέρια κάποιου που την ασκεί χωρίς, ούτε την λαϊκή, ούτε καν την βουλευτική εντολή.

Για το καλό μας.

Αν δεχθούμε ότι αυτό το παράλογο, αστήρικτο σενάριο υφίσταται, πρέπει, θεωρώ, να αναρωτηθούμε γιατί.

Γιατί δεν μας δόθηκαν επιλογές;

Γιατί δεν μας δόθηκαν πλήρη στοιχεία;

Γιατί δεν ήμασταν συμμέτοχοι (και συνένοχοι αν θέλεις) στις αποφάσεις;

Η τρομακτική απάντηση λοιπόν που μπορώ εγώ να δώσω, είναι ότι ξέρουν.

Ξέρουν.

Ξέρουν ποιος τους ψήφισε. Ξέρουν γιατί τους ψήφισε. Ξέρουν πως τους ψήφισε.

Έχουν μία ξεκάθαρη εικόνα για εμάς, και έχουν μία ξεκάθαρη εικόνα γι’ αυτούς.

Δεν μπορούν να μας εμπιστευτούν, γιατί ψηφίσαμε σαν πρόβατα. Δεν μπορούν να μας εμπιστευτουν γιατί, σαν τους ιθαγενείς μαγευόμασταν με καθρεπτάκια και χάντρες.

Σοβαρά τώρα: Θα αφήνατε το μέλλον μιας χώρας σε κάποιον που θαμπώνεται από χάντρες;

Ξέρουν λοιπόν ποιος τους ψήφισε.

Ξέρουν ότι οι έλληνες βουλευτές βγήκαν, εν πολλοίς, είτε γιατί ήταν όμορφοι, έγραφαν ωραία στο γυαλί, είχαν λυρικό (όχι απαραίτητα πολιτικό) λόγο, γιατί ήταν παροχείς θέσεων, γιατί ήταν γνωστοί σε ένα χαρτί με τριάντα ονόματα. Ανίκανοι να κάνουν ζάφτι ακόμα και το σπίτι τους, παπάρες, φαμφάρες άσχετοι και με την πολιτική, και με την εξουσία, βγήκαν με άλλα κριτήρια, που τους καθιστούσε επικίνδυνους.

Ξέρουν λοιπόν γιατί τους ψήφισε.

Ξέρουν πως, η εξουσία τους είναι αποτέλεσμα συναλλαγών, κάθε άλλο παρά νόμιμων ή ηθικών, υποχωρήσεων που τώρα πληρώνουμε, ενός παράλογου υπερφίαλου κράτους που μεταφράστηκε σε γραφειοκρατεία που τώρα πληρώνουμε, παραθυράκια σε νόμους που τώρα πληρώνουμε.

Ξέρουν λοιπόν πως τους ψήφισε.

Ξέρουν.

Δεν λέω ότι ξέρουν την αλήθεια. Μπορεί ξεράδια να ξέρουν. Αλλά, τουλάχιστον, κάτι έχουν καταλάβει.

Και, με την αίσθηση ανωτερότητας που τους χαρίσαμε, είτε από τις άστοχες και επικίνδυνες επιλογές μας, είτε γιατί αδιαφορήσαμε για την διαδικασία, μας κοίταξαν σαν πρόβατα.

Και πήραν αποφάσεις για λογαριασμό μας.

Μας αγνόησαν, ως ηλίθιους ιθαγενείς, μας είπαν αδιαφορούμε για την γνώμη σας, έχουμε πολύ σπουδαιότερα πράγματα να λύσουμε, πιο μεγάλα από εσάς, έφεραν τα ΜΑΤ να μας βαρέσουν και να μας ψεκάσουν όταν, ξαφνικά, λίγοι από εμάς σήκωσαν κεφάλι, μας κοίταξαν ως κακομαθημένα όταν, ελάχιστοι από εμάς, τους πέταξαν γιαούρτια αγανάκτησης.

Για το καλό μας.

Μας;

Αφού δεν έχουμε λόγο, δεν έχουμε γνώση, δεν έχουμε γνώμη, δεν έχουμε εξουσία, δεν μπορεί να γίνεται για το καλό μας. Το σενάριο «τα κάνουμε όλα αυτά για το καλό σας, δεν σας ρωτάμε για το καλό σας, δεν σας λαμβάνουμε υπόψιν για το καλό σας, δεν θα σωθείτε όλοι για το καλό σας, κάποιοι θα πεινάσουν για το καλό σας, κάποιοι θα πεθάνουν για το καλό σας, θα καταστραφούν για το καλό σας, θα σας τρομοκρατήσουμε για το καλό σας, θα σας φέρουμε σε απόγνωση για το καλό σας», μου φαίνεται πιο τρομακτικό, πιο απεχθές, από οποιοδήποτε άλλο.

Με τρομάζει πολύ αυτό το καλό μας.

Υ.Γ.: Δεν διεκδικώ το αλάνθαστο στις σκέψεις μου. Τις μοιράζομαι περισσότερο από συναίσθημα, λιγότερο με λογική σκέψη. Οπότε σας ζητώ να διαφωνήστε με αντίστοιχο τρόπο με τις προθέσεις μου.

Ζούμε ένα μάτριξ. Μία παράλληλη πραγματικότητα. Όπως στον Κυνόδοντα, που το μουνί βαφτίζεται μεγάλη λάμπα, έτσι και εδώ, οι νονοί της πραγματικότητάς μας, αλλαζουν λέξεις, νοήματα, για κάτι που το νιώθουμε πως είναι κάτι άλλο, αλλά μουδιασμένοι το ακούμε, ξανά και ξανά, μέχρι να το εμπεδώσουμε, ξανά, ξανά, έτσι που οι απολύσεις βαπτίζονται «πρόοδος», ο δανεισμός «σωτηρία», το ξύλο της ασφάλειας (που τώρα τον ρόλο της έχουν αναλάβει τα ΜΑΤ) «εθνική ασφάλεια», τα κυβερνητικά ανακοινωθέν βαπτίζονται «Δελτία Ειδήσεων», η αποδοχή των όρων «φρόνιμη στάση», η μη-αποδοχή «προδοσία», ο νόμιμος, πειθήνιος πολίτης βαπτίζεται «πατριώτης», ο μόνιμος φόρος «έκτακτος», το χαράτσι βαπτίζεται «ενίσχυση», η κλοπή βαπτίζεται «εισφορά», ο παπάς βουτάει τις λέξεις στο νερό, βγαίνουν άλλες, πιο ωραίες, πιο αποδεκτές, ο συνταξιούχος χάνει μέρος της σύνταξής του, είναι πια «λαός με κατανόηση», όχι υποσιτισμένος, όχι «φτωχός», προς θεού όχι «κάτω από το όριο της φτώχιας», όχι, είναι αυτός που καταλαβαίνει, πεινάει, βέβαια, το κατανοούμε, συμπάσχουμε, όχι αδιαφορούμε, το βαφτίσαμε αλλιώς και αυτο, έγινε «συμπάσχουμε», δεν προσέχεις, αχ, γιατί δεν προσέχεις, αυτός που χτυπάμε στο Σύνταγμα, που παρακαλάει να μην τον χτυπήσουμε, αυτός, είναι «αναρχικός», φοβού, μην του μπαντάρεις το κεφάλι, καίει ανθρώπους, είναι φονιάς, ο γιατρός στο μετρό που περιθάλπει ανοιγμένα κεφάλια είναι τραμπούκος ρε, μακρυά, μακρυά, ο διπλανός σου είναι δημόσιο, κακός, κακός, σε ταλαιπωρούν, μη τους μιλάς, θέλουν την θέση σου, την ευημερία σου, ο ταξιτζής, ο γιατρός, ο γιατρός είναι «φοροφυγάς», τι θα πει ποιος, όλοι, όλοι, ο νέος που χάνει την δουλειά του, όχι εσύ, όχι εσύ, ο άλλος, μη σε νοιάζει, η χώρα θα αναθαρρήσει, είσαι ο λόγος που βγαίνουμε από το τούνελ, την στενωπό, δεν υπάρχουν διλήμματα στην δημοκρατία, το λένε οι νονοί μας, η εθνική μας προδοσία έγινε «θυσία», «αδιαφορία για το πολιτικό κόστος», η πείνα βαπτίζεται «σπρέντς», και οι οχτροί βαπτίζονται «αγορές», όχι τοκογλύφοι, όχι!, άμα σου έλεγαν ότι τα δίνεις στους τοκογλύφους θα τα έδινες ρε; για σένα βρε τα κάνουμε όλα αυτά, αχ, αχ, λίγο να καταλάβαινες, να πρόσεχες τα λόγια μας, λιγάκι ρε γαμώτο, θα ήταν τόσο σαφές πια.

Αχάριστε. Δεν προσέχεις πια τις νέες λέξεις, τα νέα νοήματα. Δεν προσέχεις, πρόσεξε λίγο, θα καταλάβεις. Θα καταλάβεις.

Το λένε οι νονοί μας ρε.

Αυτοί που από άνθρωπο σε βάπτισαν αριθμό.

Κανένας σεβασμός πια, κανένας.

Προσθήκη 12 Νοεμβρίου 2011: Να μην ξεχάσουμε αυτούς που βάπτισαν την ακροδεξιά, το μίσος, τον φασιμό «εκλεγμένη κυβέρνηση». Προς θεού, να μην το ξεχάσουμε ποτέ αυτό.

photo by boellstiftung, on Flickr

Η Ελεάνα επιμένει να βλέπει δελτία ειδήσεων από κανάλια που δεν θέλω να βλέπω. Δεν είναι απαραιτήτως κακό, το είχα γράψει παλιά, φταίει η «Νάνυ Φάιν» έγραφα τότε, που δεν βλέπουμε τα δελτία να κατέβουμε στους δρόμους να τους αλλάξουμε τον αδόξαστο.

Τεσπα, εγώ είμαι στην φάση που δεν θέλω, η σύζυγος στην φάση που θέλει, όποιος πιάσει το κοντρόλ πιο γρήγορα, χάνω, βλέπω ειδήσεις.

Σ’ ότι έχω ιερό, φρίκαρα. «Η τρόικα διαμήνυσε ότι είναι πολύ δυσαρεστημένη με την πρόοδο των δικών για φορολογικά θέματα». «Η τρόικα έθεσε ως όρο την απόλυση πάνω από 30.000 του δημοσίου τομέα». «Οι τροικανοί» (έτσι ακριβώς, οι «τροϊκανοί») «έχουν φρίξει με το πόσο αργεί το τάδε», ή το «δείνα».

Όχι ονόματα, θέσεις, έγγραφα, ουσία: Αντιθέτως, «οι τροϊκανοί«. Ομιχλώδες, σαν τα φαντάσματα, απρόσωπο, ο μπαμπούλας που δεν λέει μπράβο, παρά μόνο «θα έπρεπε να» και αυξάνει τους εφιάλτες σου.

Ο Μπαμπούλας.

Και καλά ρε φίλε, πες ότι μπαμπούλας υπάρχει, πες ότι πράγματι, πράγματι, κάποιοι τύποι, παίρνουν τηλέφωνο βραδιάτικα το υπουργείο και λένε «γειά σας, είμαστε οι Τροϊκανοί, και πρέπει να σας πούμε ότι έχουμε φρίξει με την καθυστέρηση των δικών για φορολογικά θέματα. Έχουμε φρίξει, φρίξει σας λέω.» Και πες ότι αμέσως μετά, ο Μήτσος που σήκωσε το τηλέφωνο, σημειώνει το μήνυμα των τροϊκανών, σαν άλλη 17 Νοέμβρη αφημένο, και, αφού πάρει ξέρωγω τον Βενιζέλο, τον Πάγκαλο ή το αρμόδιο υπουργείο, παίρνει μετά το κανάλι και του λέει, «άστα μαλάκα μου, μας έβρισαν πάλι οι τροϊκανοι, που να στα λέω». Ή, οτι ο Βενιζέλος ο ίδιος πέφτει το βράδυ στο κρεβάτι, τα λέει απηυδισμένος στην σύζυγο, που τα ξεφουρνίζει την επομένη στην κομμώτρια, «άστα Σούλα μου, σκαζμένος ο Βαγγέλης εχθές», και, λόγο στον λόγο, φτάνουν στον δημοσιογράφο που λέει στον αρχισυντάκτη, κυρ Τάκη έχω θέμα, πήραν οι τροϊκάνοι εχθές και εσύγχυσαν τον Βαγγέλη.

Και βγαίνει ο τύπος στο γυαλί και ξεφουρνίζει το παραμύθι.

Η «τρόικα».

Ε, πες όλα αυτά.

Εγώ όμως, σου έχω άλλη ιστορία.

~

Σου λέω εγώ ότι ο Βαγγέλης μαζί με την παρέα του, κάνουν μία κουβέντα και λένε «μαλάκα μου πως θα απολύσουμε 30.000 νοματαίους και να βγούμε την αύριον στο γυαλί; θα πέσουν φάπες.» Και λέει ο εξαπένταντι πονηρός, «πες ότι στο είπε η τρόϊκα». «Πως ρε να πω ότι μου το είπε η τρόικα, ποιος; θα ζητήσουν ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο και νούμερο κυλότας» – «μη πεις ονόματα ρε, κουτό, πες -απλώς-η-τρόικα»

Η τρόικα.

Και παίρνει (λέω εγώ τώρα, δεν ξέρω, από το μυαλό μου τα βγάζω, ναι;) ο υφιστάμενος του εκάστοτε υπουργού και λέει στον εκάστοτε ανταποκριτή του μετώπου μαξίμου «η τρόικα θέλει απολύσεις». Και άμα ρωτήσει ο δημοσιογράφος «ποια τρόικα ρε παιδιά; πείτε μου ένα όνομα, επώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο και, αριθμό κυλότας άμα δεν έχετε, δεν πειράζει», έχουν μία θαυμάσια θέση στα κοσμικά να κουτσομπολεύει το μέγαρο και τους καλεσμένους του.

Και βγαίνει ο τύπος στο γυαλί και ξεφουρνίζει το παραμύθι.

Η «τρόικα».

Λέω εγώ τώρα.

Εσύ λες τα δικά σου, και εγώ τα δικά μου.

Ποιος λες να έχει δίκιο;

Μάζεψα τα tweets της Παρασκευής. Δεν είχα σκοπό να τα πω, αλλά, τα μαζεύω, τα μαζεύω – κάποια στιγμή. Επειδή με εκφράζουν όμως, και επειδή το twitter ξεχνάει πολύ εύκολα, τα μάζεψα εδώ:

Η Σούλα Μερεντίτη απηύδησε εχθές. Ένιωθε βαθύτατα αριστερή, και πετάχτηκε μία με κάτι γάλατα και κάτι ψωμιά και την έκανε να νιώσει δεξιά. [tweet]

Κατανοώ την αγανάκτησή της. Έχει δείξει άλλωστε η κυρία Σούλα Μερεντίτη στο κοινοβούλιο τις αριστερές της πεποιθήσεις, τόσες ψηφοφορίες πια. [tweet]

Το πρόβλημά μου με την Μερεντίτη δεν είναι αν παρεξηγείται που δεν είναι (πια) αριστερή. Το πρόβλημά μου είναι αν δεν το έχει καταλάβει. [tweet]

Και η Μερεντίτη, και οι υπόλοιποι θα έπρεπε από νωρίς να καταλάβουν ότι τους κοροϊδεψαν(;) &το ΠΑΣΟΚ δεν είναι πια(;) αριστερό. [tweet]

Την αδυναμία τους όμως να κατανοήσουν, την εισπράττουμε εμείς ως σκληρό κράτος. Δεν θα πονάει για πολύ ΜΟΝΟ εμάς όλο αυτό, νομίζω. [tweet]

Τεσπα,αυτοί νιώθουνε αριστεροί,εμείς νιώθουμε βιασμένοι, ο πρωθυπουργός νιώθει πιεσμένος,το κεφάλαιο νιώθει πεινασμένο.. Όλοι κάπως νιώθουν. [tweet]

Δεν γαμιέται. Ο καθείς ότι σπέρνει θα θερίσει. Εμείς ψηφίζαμε λαμόγια, και θερίζουμε τώρα. Αυτοί ψηφίζουν πείνα, και θα θεριστούν αύριο. [tweet]

Φοβάμαι μόνο μην έχουν την έκπληξη της Μερεντίτης αύριο. Μη πουν «μα γιατί; εγώ είμαι αριστερός! είμαι με τον λαό!». Από την άλλη, μπορεί να θέλουν να μαυριστούν ως ηλίθιοι, όχι ως προδότες. Μπορεί να ετοιμάζουν από τώρα την απολογία τους. [tweet][tweet]

Αυτήν την έκπληξη δεν θα την αντέξω. Όχι τίποτα άλλο, θα σημαίνει ότι δεν φωνάξαμε «ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ, ΕΙΣΤΕ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΙ» αρκετά δυνατά σήμερα. [tweet]

Στο κάτω κάτω της γραφής, μπορεί να είναι καλύτερη μία Ελλάδα που πεινάει,αλλά που ψηφίζει με αξιοπρέπεια τους καλύτερούς της. Ίσως, χαλάλι. [tweet]

Απλώς θέλω να θυμάμαι την έκφραση οργής της κυρίας Σούλας της βουλευτού. Που ο «λαϊκισμός» της Κανέλλη της έπεσε βαρύς. [tweet]

Γιατί, αυτό θέλω να πω από το πρωί, δεν έχω θυμώσει με την Κανέλλη. Γιατί η Κανέλλη είπε στο κοινοβούλιο (όπως και ο Τσίπρας παλαιότερα) αυτά που θέλω να πω ΕΓΩ. Ότι, ένα καρβέλι ψωμί και ένα μπουκάλι γάλα, είναι ήδη το ένα πέμπτο των εξόδων του έτους μιας οικογένειας που θα φτάσει το αφορολόγητο όριο. Το ένα πέμπτο. Ένα γάλα και ένα ψωμί. Ότι τα πέντε χιλιάδες αφορολόγητα, είναι για μηνιαίο μισθό 384 ευρώ. Οπότε, δεν μιλάει η Κανέλλη με τα smart και τις πισίνες στο κοινοβούλιο – μιλάω εγώ. Εγώ. Και λέω ότι ένας πολίτης με 384 μισθό τον μήνα δεν μπορείς να τον φορολογείς επιπλέον. ΔΕΝ – ΜΠΟΡΕΙΣ. Δεν μπορεις να του πάρεις ΚΑΙ ΑΛΛΑ. Δεν βγαίνει ούτε με αυτά. Δεν μπορείς. [tweet] [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Στ’ αρχίδια μου λοιπόν αν το λέει η Κανέλλη, αν το λέει η Σακοράφα, ή αν το λέει ο Φούφουτος. Το λέω ΕΓΩ. Εμένα εκπροσωπεί η Κανέλλη. Την δική μου φωνή μιλάει. Ας το πει η Μερεντίτη – δεν με νοιάζει. Αρκεί ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΛΜΗΣΕΙ να το ψηφίσει μετά. Διότι, δεν φτάνει να το λες, πρέπει να έχεις τα αρχίδια να μην το ψηφίσεις μετά. Είτε άκοπα, όπως η Κανέλλη, ή ο Τσίπρας, είτε με κόπο όπως η Σακοράφα και ο Κουρουπλής [tweet] [tweet] [tweet] [tweet]

Αυτοί λοιπόν, μιλάνε για μένα, ψηφίζουν για μένα, και με εκπροσωπούν τίμια. Δεν πρόκειται περι λαϊκισμού, και αν είναι έτσι, είναι ο καλύτερος, ο πιο τίμιος λαϊκισμός που είδε αυτή η γαμιόλα η βουλή εδώ και χρόνια. [tweet] [tweet]

Είτε από την Κανέλλη με τις πισίνες, είτε από την «Πασόκα» την Σακοράφα, είτε από τον «προδότη» Τσίπρα, είτε από τον Κουρουπλή. [tweet]

Οπότε, όσοι κκ βουλευτές ενοχλούνται από τον λαϊκισμό του κάθε τύπου εκει μέσα που με εκπροσωπεί, ευχαρίστως να τους εξηγήσω εγώ που δεν έχω ούτε πισίνες, ούτε σμαρτ, ούτε πασοκικό παρελθόν, ούτε τίποτα. Ας ρωτήσουν την πηγή του κειμένου. Ευχαρίστως να τους εξηγήσω. [tweet] [tweet]

Για να μην έχουν αυτήν την βλακώδη έκφραση μετά, όταν θεριστεί ότι έχουν σπείρει. [tweet]

Υ.Γ.: Τα link δεν είναι για να τα ακολουθήσετε εσείς. Είναι για να θυμάμαι εγώ, ότι όντως, αυτά ήθελα να πω, και αυτά είπα.

Police brutality

Υπάρχουν στιγμές που με έχεις διαβάσει, και με βλέπεις να είμαι λίγο (ή, καλύτερα, πολύ) ευαίσθητος με την αστυνομική βία.

Όταν συμβαίνει, να φωνάζω, να αντιδρώ, να διαμαρτύρομαι.

Συνήθως, αν όχι πάντα, τριγύρω από την αστυνομική βία, υπάρχει η δικαιολογία μίας παρανομίας. Με, ή χωρίς εισαγωγικά. Πχ, ένας μετανάστης έκλεψε μία τσάντα – συνελήφθη και βρέθηκε αργότερα νεκρός στο τμήμα. Ταραχοποιοί προκάλεσαν επεισόδια – οι αστυνομικές δυνάμεις καταστολής άσκησαν βία με τα γκλομπ ή χρησιμοποιώντας χημικά. Ενας νεαρός πέταξε πλαστικό μπουκάλι (ή απλώς έβρισε) αστυνομικούς σε περιπολία – ένας εκ των αστυνομικών τον πυροβόλησε και τον σκότωσε.

Υπάρχει, συνήθως (όχι πάντα) μία παρανομία, και συνήθως (όχι πάντα) ακολουθεί παρά πόδας μία αστυνομική ασυδοσία.

Σε κάποιες από τις διαμαρτυρίες μου για την αστυνομική βία (διαμαρτύρομαι α-πο-κλει-στι-κα για την αστυνομική βία, ποτέ για τις παρανομίες που την προκαλούν/δικαιολογούν/ή απλώς συνυπάρχουν μαζί της, (όλο και πιο συχνά, δυστυχώς) ακούω από άλλους σχολιαστές:

«Ναι, αλλά αυτό (την παράνομη πράξη) θα το αφήσεις ασχολίαστο; Δεν πρέπει να ασχοληθούμε μ’ αυτό; δεν πρέπει να το κατακρίνουμε;»

Ας δούμε μία και καλή τον τρόπο σκέψης μου, για να μην εξηγώ, κάθε φορά, τα ίδια πράγματα.

Όχι, δεν θα ασχοληθώ με την παρανομία.

Δεν θα ασχοληθώ με τους σιχαμερούς τύπους που έκαψαν τους τρεις στην τράπεζα, δεν θα ασχοληθώ με τους μετανάστες που έσφαξαν τον οικογενειάρχη για μία βιντεοκάμερα, δεν θα ασχοληθώ με τους υπάνθρωπους που πέταξαν μία μολότοφ σε αστυνομικό που έπεσε από την μηχανή στο Σύνταγμα, δεν θα ασχοληθώ με αυτούς που κλέβουν στις πορείες, δεν θα ασχοληθώ με τους δολοφόνους των αστυνομικών στις μηχανές.

Μου ζητάς να ασχοληθώ μαζί τους. Να τους κατακρίνω.

Δεν προτίθεμαι να το κάνω.

Θα ασχοληθώ με αυτούς που βάρεσαν τον κύπριο Αυγουστίνο, με αυτούς που συνέλαβαν τον τύπο με τα πράσινα παπούτσια, με αυτούς που άφησαν να πεθάνει η Γκουλιώνη, με αυτούς που συνέλαβαν τον Μάριο Ζ, θα ασχοληθώ με αυτούς που έριξαν τα χημικά στο Σύνταγμα, με αυτούς που στάθηκαν δίπλα-δίπλα με ακροδεξιούς στην Κρήτη, θα ασχοληθώ με αυτούς που έλεγαν «εσύ είσαι το νούμερο ένα -και εσύ το νούμερο δύο» στο ΑΤ Ακρόπολης, με αυτούς που έδειραν τον Μώδεστο όταν διαμαρτυρήθηκε, η λίστα είναι ΤΕΡΑΣΤΙΑ. Με αυτούς θα ασχοληθώ.

Αποκλειστικά.

Γι΄αυτούς θα φωνάξω. Γι’ αυτούς θα διαμαρτυρηθώ.

Αποκλειστικά.

Αντέχεις την συνέχεια; γιατί προτίθεμαι να σου εξηγήσω γιατί.

~

Είμαι πολίτης αυτής της χώρας. Είτε ψήφισα αυτήν την κυβέρνηση, είτε άλλο κόμμα βουλής, είτε τρίτο άγνωστο κόμμα, είτε έριξα λευκό, είτε δεν ψήφισα καθόλου (εφόσον μου το επιτρέπει ο εκλογικός νόμος) είμαι ενεργό μέρος αυτής της κοινωνίας.

Στην εξίσωση, για ο,τι έχει συμβεί στο παρελθόν, και για ο,τι πρόκειται, δυστυχώς, να συμβεί και στο μέλλον, υπάρχουν δύο πολύ συγκεκριμένα στοιχεία:

Υπάρχουν (συνήθως) οι «παράνομοι».

Υπάρχει (πάντα) η εκτελεστική εξουσία (συνήθως με την μορφή της αστυνομίας).

Ας δούμε τον ρόλο μου, τις ευθύνες μου, απέναντι σ’ αυτά τα δύο στοιχεία.

~

Πρώτον, οι «παράνομοι».

Αυτός που κρατάει μολότοφ, αυτός που κρατάει πέτρα, αυτός που κρατάει πιστόλι, αυτός που σπάει μαγαζιά, αυτός που καταστρέφει, που σκοτώνει, αυτός που παρανομεί – όλοι δεχόμαστε ότι αυτός είναι ο παράνομος.

Ε, λοιπόν, αυτός ο παράνομος δεν κάνει απολύτως τίποτα για λογαριασμό μου.

Δεν τον διάλεξα, δεν τον επέλεξα, δεν τον ψήφισα, δεν τον ανέχθηκα, δεν τον έβαλα εκεί, δεν του ζήτησα να πάει, δεν έχω μιλήσει μαζί του, δεν ξέρω ποιος είναι, δεν ξέρω ΚΑΝ αν είναι ένοχος.

Αυτός ο παράνομος δεν είμαι εγώ.

Δεν έχω εξουσία επάνω του, δεν μπορώ να τον σταματήσω, δεν μπορώ να τον καθοδηγήσω, δεν με ακούει, κατά πάσα πιθανότητα με μισεί εξίσου με εσένα, δεν είναι δικός μου –

– δεν με εκπροσωπεί.

Δεν ξέρω τι σκέφτεται, δεν ξέρω γιατί το κάνει, δεν ξέρω αν είναι τραμπούκος, αν είναι τίμιος επαναστάτης, αν είναι εγκάθετος, αν είναι μαφιόζος, αν είναι πρεζόνι, αν είναι πεινασμένος, αν έχει παιδιά, ή αν εκδίδει την γυναίκα του.

Αυτός είναι παράνομος. Εγώ, πάλι, όχι.

Θα μπορούσα, θα μου πεις, με κάποιους από αυτούς, να είμαι μαζί τους: να κλέβω, ή να αντιστέκομαι στην Κερατέα. Να δολοφονώ, ή να αντιστέκομαι στο Σύνταγμα.

Θα μπορούσα να είμαι –

– δεν είμαι όμως. Είτε είμαι πολύ ηθικός, είτε είμαι πολύ δειλός, αυτός είναι εκεί, εγώ είμαι εδώ.

Πιστεύεις ότι τρέφεται με την σιωπή μου, και σου λέω ότι, είτε το θέλω, είτε όχι, έχω πάρει την θέση μου, πολύ καθαρά: Αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ.

Και στο ξαναλέω, και πρόσεξέ το αυτό: και μόνο που αυτός είναι εκεί, και εγώ είμαι εδώ, μας κάνει εχθρούς, όχι φίλους.

Εγώ μπορεί να μην ασχολούμαι μαζί του – αυτός όμως, κατά πάσα πιθανότητα, αν με είχε μπροστά του, έτσι όπως κάθομαι στον καναπέ μου, και κρύβομαι πίσω από το πληκτρολόγιό μου, θα μου άνοιγε το κεφάλι.

Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν τον αδικώ κιόλας.

Δεύτερον, οι νόμιμοι.

Εδώ, έχουμε θέμα.

Διότι, ως πολίτης αυτής της χώρας, ως ενεργό (είπαμε, με οποιονδήποτε τρόπο) μέλος αυτής της κοινωνίας, το αστυνομικό όργανο υπάρχει για να προστατεύει εμένα.

Εγώ επέλεξα τα αφεντικά του, εγώ τα εξέλεξα, εγώ τον όπλισα, εγώ τον κατέβασα στους δρόμους, εγώ του είπα (μέσω της νομοθετικής εξουσίας) τι να κάνει, εγώ τον ανέχθηκα, εγώ του ζήτησα να πάει, εγώ ψήφισα τα άμεσα αφεντικά του.

Ο αστυνομικός που κυκλοφορεί στους δρόμους, έχει όπλο μαζί του. Του το επέτρεψα εγώ. Τις σφαίρες του τις πληρώνω εγώ. Τον κατέβασα στους δρόμους. Εγώ. Του έδωσα εξουσία να σκοτώνει. Εγώ. Του έδωσα νόμους για να ακολουθεί. Εγώ. Του έδωσα εντολή να πάει στα χειρότερα μέρη, να βάλει τον εαυτό του σε κίνδυνο, για να σώσει εμένα.

Το αφεντικό του κάθε αστυνομικού είμαι εγώ. Και την ευθύνη των πράξεών του;

Εγώ την έχω. Εξ’ ολοκλήρου.

~

Θα μου πεις «εσύ έστειλες τους ΜΑΤατζήδες να πετάξουν χημικά ΜΕΣΑ στο μετρό στο Σύνταγμα»; όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ τους έστειλες να πετάξουν κρότου λάμψης με αποτέλεσμα να κουφαθεί ο κύπριος δημοσιογράφος;» Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου. «Εσύ έβαλες τους αστυνομικούς να φυτέψουν μολότοφ στην τσάντα του παιδιού με τις πυζάμες; Εσύ τους έβαλες να σακατέψουν τον διαδηλωτή στο σύνταγμα που τους λέει »μην με χτυπήσεις»; Εσύ τους έβαλες να χτυπήσουν με τους πυροσβεστήρες; εσύ τους είπες να χτυπήσουν οδηγώντας την μηχανή πάνω στον κόσμο; εσύ τους έβαλες να κλωτσήσουν την περαστική σπάζοντάς της το πόδι; εσύ τους έβαλες να ρίξουν χημικά στα σουβλατζίδικα στο μοναστηράκι; εσύ τους είπες να χτυπήσουν δημοσιογράφους στην Ακρόπολη»;

Όχι, παρέκουσαν τις εντολές μου.

Τις εντολές ΜΟΥ.

Γιατί, αυτοί οι άνθρωποι, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, είναι υπό τις εντολές μου. Και αν όχι αυτοί, τότε οι διοικητικοί προϊστάμενοί τους. Και αν όχι αυτοί, οι πολιτικοί προϊστάμενοί τους.

Αυτοί, με βάση το σύνταγμα και τους νόμους, όλα αυτά τα κάνουν (δήθεν, ή μη) για να προστατέψουν εμένα. Από τους παράνομους. Εμένα. Αν δεν θέλω να λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο, έχω την πολιτική, κοινωνική, ηθική υποχρέωση να αντισταθώ.

Δεν έχω καμία υποχρέωση να αντισταθώ στους «παρανόμους»: το έκανα ήδη, φτιάχνοντας νόμους, στήνοντας ένα δικαστικό σύστημα, και ενεργοποιώντας μία αστυνομία – ίσως ένα από το πιο σκληρό, το πιο άκαρδο, το πιο άσπλαχνο, το πιο βάναυσο, το πιο αποτρόπαιο αστυνομικό κράτος που έχουμε δει μετά την χούντα.

Έχω κάνει ήδη το ..καθήκον μου απέναντι στους παρανόμους. Και αυτό το καθήκον, ειδικά το αστυνομικό, με κάνει να ντρέπομαι, κάθε φορά που παρακούει τις εντολές μου.

Μην μου ζητάς λοιπόν να καταδικάσω τις παρανομίες των παρανόμων.

Αρνούμαι να το κάνω, γιατί δεν τους εκπροσωπώ – ούτε και αυτοί θέλουν την εκπροσώπησή μου.

Αντίθετα, ζήτα μου, όσο πιο επιθετικά μπορείς, όσο πιο επίμονα, όσο πιο απαιτητικά μπορείς να μαζέψω, με όποιον τρόπο μπορώ, την αστυνομική βία. Να την κατακρίνω, όσο πιο σκληρά μπορώ, όσο πιο πολύ μπορώ, όσο πιο έντονα μπορώ.

Όποια μορφή και αν έχει, όποια δικαιολογία και αν βρει, όποιο σιχαμένο καθήκον και αν υπηρετεί.

Γιατί οι παράνομοι δεν με φωνάζουν «αφεντικό». Οι νόμιμοι με φωνάζουν.

Καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα:

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Στην κρίσιμη οικονομική στιγμή που συνέπεσε, τυχαίως, η παγκόσμια οικονομική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα, ο Γεώργιος Παπανδρέου, με περισσό θάρρος και τόλμη, ήταν το μόνο προπύργιο για την αποφυγή της διάλυσης της Ελλάδας.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο φρέσκος πολιτικός που με προσωπικό κόστος και με μηδαμινά οφέλη, με πόνο καρδιάς, αλλα κυρίως με ειλικρίνεια απέναντι στον ελληνικό λαό ο Γ. Παπανδρέου προχώρησε σ’ εκείνες τις ριζικές λύσεις, τόσο επώδυνες όσο και απαραίτητες, για να ορθοποδήσουμε, να σταθούμε σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Προέταξε την ορθή αντιμετώπιση απέναντι στον καταστροφικό λαϊκισμό της αριστεράς, που, με πρωτεργάτες είτε μανιακούς της «σωτηρίας» οικονομολόγους (όπως τον κ. Καζάκη, ή τον κ. Λαπαβίτσα) είτε «μετανιωμένους» πολιτικούς όπως την κα Σακοράφα, τον κ. Δημαρά, τον κ. Οικονόμου που πρόδωσαν την εμπιστοσύνη που έδειξε το κόμμα στο πρόσωπό τους, είτε ακόμα και στον Σύριζα, που έχει ενορχηστρώσει την αντίδραση με άλλα μέσα, με γιαουρτώματα, ανταρτοπόλεμους, ήταν μία όαση για την χώρα.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Ο πολιτικός που, με στο όραμά του για την σωτηρία της χώρας εκτίμησε και προχώρησε στην σύμπραξη με την (δήθεν) άκρα δεξιά όπως αυτή εκφράζεται στην βουλή μέσω του κ. Καρατζαφέρη, έδειξε πως δεν υπάρχουν ούτε στεγανά, ούτε αδιέξοδα στην δημοκρατία.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Προχώρησε σε μανιώδεις προσπάθειες το πολιτικό σκηνικό να απεμπλακεί από λειτουργίες που αποδεικνύονταν επιζήμιες, δίνοντας πλήρη διαφάνεια, βγάζοντας στην σέντρα όλους όσους θα τολμήσουν στο μέλλον να φάνε από τον κρατικό κουμπαρά, τραβώντας μία γραμμή στο παρελθόν, βοηθώντας μας να μην κατρακυλήσουμε σε στιγμές αλληλοκατηγοριών προς αυτούς που, κατά τον χείριστο και πλέον καταδικαστέο (πολιτικά και θεωρητικά) τρόπο εκμεταλλεύτηκαν στο παρελθόν το κράτος.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Η ελληνική αστυνομία, κάτω από της διαταγές του, έγινε πραγματικό υπουργείο προστασίας του πολίτη, ασκώντας τα καθήκοντά της με τρόπο που μόνο τιμά την δημοκρατία που προσπαθεί να στηρίξει.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Οι σχέσεις μας με χώρες όπως είναι το Ισραήλ, χάρη στην επιτυχημένη πορεία του ως υπουργός εξωτερικών στο παρελθόν, έχουν πλέον περάσει σε αδελφική μορφή, επιλέγοντας με λογική τους ισχυρούς από τους ανίσχυρους για συμπορευτές μας στις δύσκολες ώρες που διανύουμε.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Από τα κρισιμότερα πράγματα που προσέθεσε στον δημόσιο βίο ήταν η σταθερότητα στις αποφάσεις, η πυγμή, η οποία ταυτόχρονα με τον δημόσιο διάλογο, έχουν κάνει τον Έλληνα πολίτη για πρώτη φορά σίγουρο για το κράτος που τον κυβερνά.

Ευτυχώς που ανέλαβε την εξουσία ο Γιώργος Παπανδρέου.

Άλλωστε, υπάρχουν χιλιάδες, χιλιάδες παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για την καλύτερη στιγμή που θα μπορούσε να ελπίσει η χώρα στις δύσκολες στιγμές που περνάει.

Αυτά είχα να πω, για να μην έχουμε καμία παρεξήγηση.

~

Και αφού τα είπα όλα αυτά, και ξεκαθάρισα την θέση μου, τώρα αφεντικό τι λες, την γλυτώνω την φυλακή; Ε; θα με αφήσεις να γράφω «ανώνυμα» και απείραχτος τώρα;

Εντάξει είμαι με αυτά; περνάω; είμαι δικός μας;

Φχαριστώ αφεντικό, να σαι καλά αφεντικό. Και από μένα, ότι θες.

~

Υ.Γ: Το πιο δύσκολο κείμενο που έγραψα ποτέ στην ζωή μου, ακόμα και με την προδιάθεση ειρωνίας. Απορώ , απορώ ειλικρινά, πως το καταφέρνουν άλλοι τόσο εύκολα.

Υ.Γ: Όσο το έγραφα, ένα πράγμα που πετιόταν διαρκώς στο μυαλό: ξέρεις ότι κάτι κάνεις σωστά, όταν αυτοί που κρίνουν την κυβέρνηση έχουν την ανάγκη να το κάνουν «ανώνυμα», και αυτοί που την αποθεώνουν έχουν την ανάγκη να το κάνουν επώνυμα.

Όπως πάντα παίζοντας κυρίως, μάζεψα 12 άρθρα από το blog μου, δώδεκα ιστορίες που σας έκαναν να γελάσετε (ελπίζω 🙂 ) και τις συγκέντρωσα σε ένα ηλεκτρονικό βιβλίο για να διαβάζετε με τα ebook σας το καλοκαίρι.

Μπορείτε να το κατεβάσετε εντελώς δωρεάν (μέρες που είναι) από εδώ http://minus.com/m12istories

  • εδώ για απ’ ευθείας download του epub
  • ePub Με ενσωματωμένες γραμματοσειρές χάρη στην βοήθεια του Μιχάλη του Blog Ηλεκτρονικός αναγνώστης
  • εδώ για απ’ ευθείας download του mobi για τους κατόχους Kindle
  • σε PDF μορφή

    Καθώς το έχω φτιάξει μόνος μου, ελπίζω να το έχω φτιάξει σωστά – το έχω δοκιμάσει μόνο στις (δωρεάν) εφαρμογές iBooks και Stanza του iphone. (Δεν έχω αληθινό ebook reader – ίσως θα αποκτήσω αν το επόμενο βιβλίο σας το χρεώσω κάτι-τις :))

    Αν μπείτε στον κόπο και το κατεβάσετε, και το ανοίξετε, και το διαβάσετε (ουφ, πολύς κόπος καλοκαιριάτικα) αφήστε ένα μήνυμα ότι έπαιξε σωστά, ή ότι είχατε πρόβλημα στην ανάγνωση. Δεν θα ξέρω να το λύσω, αλλά τουλάχιστον να το ξέρω ότι κάτι πήγε στραβά.

    Καλό καλοκαίρι, καλή ανάγνωση 🙂

    UPDATE: και σε βιβλίο για να το διαβάσετε εδώ

    Υ.Γ.1: Το βιβλίο έχει δικαιώματα χρήσης ask2use, όσοι το κατεβάσετε, θα μου κάνετε μεγάλη χάρη αν τα σεβαστείτε 🙂

    Υ.Γ.2: Το γραφικό του άρθρου το έφτιαξα χρησιμοποιώντας το εξώφυλλο του βιβλίου και το site http://www.myecovermaker.com/

    Υ.Γ.3: Αν αναρωτιέστε για το εξώφυλλο, ναι, άλλαξε 🙂 Δεν ήταν η επιτυχία του βιβλίου (LOL) αλλά το γεγονός ότι χρησιμοποίησα φωτό που δεν ήμουν σίγουρος για τα δικαιώματα χρήσης. Μαλακία μου, αλλά αλλάζοντας το έγινε πιο ωραίο! 🙂 Ο δημιουργός της φωτό είναι ο Fred Fokkelman

    Υ.Γ.4: Πήρα την ιδέα της κατασκευής από το πολύ καλό δωρεάν ebook Δήγμα Γραφής των εκδόσεων OPENBOOK που σας συνιστώ να κατεβάσετε 🙂

    Υ.Γ.5: Αν και παιδεύτηκα, άγρια, για να φτιάξω τούτο το βιβλίο, λέω να σας γλυτώσω από τον κόπο, και να σας προτείνω κάτι που, φυσικά, ανακάλυψα μετά: Με το Sigil (μόνο για Windows) «Multi-platform: runs on Windows, Linux and Mac» θα μπορέσετε και εσείς να φτιάξετε, πιο εύκολα από μένα, το δικό σας ebook.

    Υ.Γ.6: Πλέον, και σε PDF, και embed στην σελίδα για να το διαβάσουν όσοι δεν έχουν αναγνώστη (αν και για το τελευταίο, δεν είμαι σίγουρος ότι έχει νόημα, γιατί, επαναλαμβάνω, πρόκειται για αναδημοσίευση κάποιων άρθρων που είναι ήδη online). Η μετατροπή σε pdf έγινε με το πολύ καλό σέρβις της http://www.doc2pdf.net/ το δε web embed με την αξιόλογη υπηρεσία της issuu

    Υ.Γ.7: Μόνο σε audiobook δεν το ‘χω βάλει, να σας νανουρίζει το βραδάκι η φωνούλα μου!

    (βρε, λες;) 🙂

  • Flickr Photo

    Διαβάζω, τις τελευταίες ημέρες μία προσπάθεια να αποκρυπτογραφηθεί η ιστορία της Amy Winehouse, του Ισλανδού δολοφόνου, ακόμα και του μεγέθους της κυπριακής έκρηξης των πυρομαχικών.

    Είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό, τα άρθρα νιώθω πως έχουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, μία δυσκολία να εκφραστούν, μία αμηχανία.

    Μια αμηχανία ως προς το αποτέλεσμα της ιστορίας που πραγματεύονται.

    Παράλογος ο θάνατος μίας 27χρονης, και κατά γενική ομολογία πετυχημένης κοπέλας, παράλογοι οι λόγοι που οδήγησαν σε μία άνευ προηγουμένου μαζική δολοφονία, παράλογες οι απροσεξίες στην διαχείριση πολεμικού υλικού.

    Αδύνατη η κατανόησή τους.

    Εγώ πάλι, ξαφνιάζομαι με τις αντιδράσεις.

    Είναι παράλογος ο θάνατος της Winehouse όταν, μόλις λίγες ημέρες πριν παραπατά μπροστά στο κοινό της γιουγκοσλαβίας; Όταν, από ότι μαθαίνω αργότερα, ο πατέρας της λέει δημόσια ότι όποιος της προσφέρει τσιγάρο, όχι ναρκωτικά, ή ποτό, ακόμα και τσιγάρο, θέλει το κακό της;

    Είναι παράλογη η μαζική δολοφονία όταν υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσά μας, που κοστολογούν την ανθρώπινη ζωή του διπλανού μας, λιγότερη από τον σκοπό τους;

    Εϊναι παράλογη η κατάληξη της φύλαξης των πυρομαχικών, όταν έγινε με τέτοιον τρόπο, που, ακόμα και στον πιο ανόητο, αφελή άνθρωπο, θα ήταν αντιληπτό ότι μιλάμε για έγκλημα που περιμένει να συμβεί;

    Τι μας προκαλεί άραγε αμηχανία; ότι τα πράγματα κατέληξαν έτσι, ή η αδυναμία μας να τα αντιληφθούμε;

    ~

    Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω, σε καμία περίπτωση. Δεν είμαι πιο έξυπνος από κανέναν από τους υπόλοιπους. Ξαφνιάστηκα απόλυτα από τον θάνατο της Winehouse – παρότι είχα δει, με τα μάτια μου, την θλιβερή σκηνική της παρουσία στην Γιουγκοσλαβία. Ή, αν θέλετε, σε πιο προσωπικό επίπεδο, εντρομος ανακάλυψα τον καρκίνο της μητέρας μου, παρότι την έβλεπα να καπνίζει τόσα χρόνια.

    Προφανώς, δεν ήθελα να δω.

    Είναι, υποθέτω, μία φυσιολογική δυναμική άρνησης, είτε πρόκειται για έναν ξένο μύθο, είτε για έναν δικό μας άνθρωπο.

    Αλλα, όταν βλέπω κάτι, όταν καταφέρνω να αναγνωρίσω το κακό πριν συμβεί, όταν αλλάζω στρατόπεδο, θυμώνω με αυτούς που δεν βλέπουν τι έρχεται.

    ~

    Δείτε αυτές τις φωτό. Σοβαρά, δείτε τις. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

    Διαβάστε αυτό το κείμενο. Δεν βλέπετε τι έρχεται;

    Διαβάστε αυτήν την περιγραφή.

    Διαβάστε αυτήν την είδηση.

    Δείτε.

    Διαβάστε.

    Υπάρχουν και άλλα, πολλα.

    Είναι δυνατόν να ξαφνιαστούμε αύριο; Μετά από όλη αυτήν την γνώση, όλη αυτήν την προειδοποίηση, είναι δυνατόν;

    ~

    Υ.Γ.: Ξαναδιαβάζοντας τούτο το άρθρο, με καθαρό μυαλό, ως τρίτος, μου δίνω την εντύπωση ότι χρησιμοποιώ τις θλιβερές ιστορίες των τελευταίων ημερών, για να περάσω μία ατζέντα για την οποία φωνάζω πολύ καιρό τώρα.

    Μπορεί.

    Αν και νιώθω βαθιά μέσα μου πως δεν έχω πρόθεση να καπηλευτώ τόσο πόνο, όσο να αναδείξω την επιλεκτική μας αντίληψη των πραγμάτων, θα δεχθώ αδιαμαρτύρητα αν θέλετε να μου προσάψετε αυτό το αδίκημα. Ούτε «μάντης κακών» με άρωμα «σας το ‘πα εγώ» θέλω να γίνω.

    Απλως με πονάνε αυτές οι περιγραφές, με πονάνε αυτές οι ιστορίες, με πονάνε αυτές οι εικόνες.

    Ας είναι αυτό το ελαφρυντικό μου λοιπόν: Φοβάμαι. Και σας θέλω δίπλα μου για να φωνάξουμε όλοι, και να φοβάμαι λιγότερο.

    oxi_pia

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    tis_kerateas

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Tanks4Banks

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Look at me

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

    Να ξεκινήσω αυτήν την σκέψη με τούτο, που μοιάζει άσχετο, αλλά δεν νιώθω να είναι:

    Είμαι πολύ προσεκτικός όταν μιλάω για το «κίνημα των αγανακτισμένων», κυρίως γιατί δεν θέλω να καπελώσω την προσπάθειά τους: Πήγαμε οικογενειακώς μόνο μία φορά, απόγευμα, καθήσαμε λίγες ώρες, και μέχρι στιγμής δεν έχω συμμετάσχει σε καμία συζήτηση.

    Συνεπώς, δεν δικαιούμαι να ομιλώ αντ’ αυτών.

    «Αυτοί» όμως, δεν υπάρχουν πραγματικά – είναι ένα συνονθύλευμα ατόμων, απόψεων, θέσεων, που έχουν θυσιάσει τον προσωπικό τους χρόνο για κάτι που ονειρεύονται – θα μπορούσα να είμαι και εγώ, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Άρα, χωρίς να παίρνω δάφνες, δικαιούμαι να ομιλώ και εγώ για το θέμα, να καταθέτω και τις δικές μου απόψεις.

    Αυτά, για να μην τολμήσω να πω αύριο «ήμουν και εγώ ένας από αυτούς» – σαν τους κλειδωμένους στο Πολυτεχνείο.

    Αυτά, και συνεχίζουμε.

    ~

    Terror

    Προχθές, Δευτέρα, οι βουλευτές έμειναν μέσα στην Βουλή. Οι αγανακτισμένοι τους μούντζωναν απ’ έξω. Οι βουλευτές, μαζί με τους υπαλλήλους της βουλής, περίμεναν μέσα. Κάποια στιγμή όμως, θέλησαν να πάνε σπίτι τους – οι μέσα, γιατί οι έξω έχουν κάνει σπίτι τους την πλατεία.

    Και φοβήθηκαν.

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Αυτόν, που δεν ξέρεις τι να κάνεις.

    Να μιλήσουμε λίγο γι’ αυτόν τον φόβο;

    Πριν από μερικούς μήνες, τότε με τον Η1Ν1, έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο. Δεν θυμάμαι γιατί, ίσως πονούσαν τα νεφρά μου, φοβόμουν για πέτρα, ίσως για πρόβλημα στην χολή. Πάντως πήγα σε κεντρικό νοσοκομείο, μέρα εφημερίας, ανήσυχος γι αυτό που είχα.

    Εκεί, πήρα αριθμό, αφού πρώτα πέρασα από τις πέντε, δέκα διαδικασίες που χρειάζονται, και ύστερα μου έδειξαν μία σαραβαλιασμένη πόρτα, σε έναν σκοτεινό διάδρομο, και μου είπαν: εκεί.

    Εκεί, μαζί με περίπου τριάντα άτομα, οι μισοί με μάσκες, οι άλλοι όχι, να πονάνε, να βήχουν, να έχουν (ή να φοβούνται ότι οι διπλανοί τους έχουν) Η1Ν1, άνθρωποι με λερωμένα ρούχα, μετανάστες που δεν γνωρίζουν ελληνικά να προσπαθούν να συννενοηθούν με τους άλλους, εγώ να πονάω, ένας σεκιουριτάς να νιώθει χαμένος στο όλο σκηνικό, συγγενείς να νοιάζονται για τους δικούς τους, να περνάνε ουρές, να τσακώνονται, οι δίπλα μου να βήχουν, εγώ να έχω ένα μωρό στο σπίτι, να σκέφτομαι ότι θα γυρίσω εκεί με δώρο ένα Η1Ν1 που προσπαθήσαμε τόσο προσεκτικά να αποφύγουμε, που μπορεί να μας στερήσει την μικρή άδικα.

    Και εκει μέσα, πέρασαν, με το ρολόι, ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ.

    Επι τρεις ώρες φοβόμουν. Επι τρεις ώρες ένιωθα πανικό. Αναρωτιόμουν αν έκανα λάθος, αν θα το μετάνιωνα μετά, που πήγα εκεί, αν δεν υπήρχε λόγος βρε αδελφέ, σιγά τον πόνο, σιγά το επείγον, αν είναι με την κίνησή μου αυτή να σκοτώσω το παιδί μου.

    Και έφυγα.

    Σχεδόν πανικόβλητος, γνωρίζοντας ότι, όχι μόνο ότι ήταν να γίνει, ότι ήταν να κολλήσω το έχω ήδη κολλήσει, αλλά και ότι το πρόβλημα, αν δεν ήταν νεφρά, μπορεί να ήταν σημαντικό, πονούσα, δεν ήξερα γιατί, δεν πρόλαβα να μάθω γιατί.

    Νίκησε ο πανικός.

    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Εμείς πάλι, ζούμε μ’ αυτόν. Πάμε στην εφορία και αφηνόμαστε στα χέρια ενός παράλογου, αδύνατο να καμφθεί συστήματος. Πάμε στον γιατρό και ξέρουμε πως αν δεν δοθεί φακελάκι, μπορεί ο άνθρωπος μας να παραμεληθεί στην πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του. Περπατάμε στον δρόμο, και φοβόμαστε να κοιτάξουμε τον άλλο, απειλούμαστε. Ξέρουμε πως, αυτός που περπατάει δίπλα μας, μπορεί να μην έχει καν να φάει, αυτός, η οικογένειά του, το παιδί του – δεν έχει τίποτα να χάσει αν αποφασίσει να πατήσει την ηθική του για να ταϊσει την οικογένειά του. Πηγαίνουμε για δουλειά -όσοι έχουμε ακόμα- και είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε οτιδήποτε, οτιδήποτε αρκεί να μπει ο μισθός μας, να μην πεινάσει η οικογένειά μας. Ας χάσουμε την αξιοπρέπειά μας, αρκεί να μην χάσουμε το φαΐ της οικογένειας. Ανοίγουμε τις εφημερίδες μας και τα κανάλια μας και το μέλλον είναι μαύρο, πιο μαύρο από ποτέ, τόσο μαύρο που παραδίνεσαι, και λες «ότι θες, κάνε ότι θέλεις – αρκεί να φύγει το μαύρο μέλλον.»

    Κάποιοι απο εμάς, αντιδρούν σε αυτόν τον εκβιασμό, για να βρεθούν σε έναν χειρότερο – να τους βάλουν μολότωφ στις τσάντες για να τους ενοχοποιήσουν, να τους κρατήσουν μήνες, ΜΗΝΕΣ φυλακή χωρίς κανένα στοιχείο, να τους χτυπήσουν με πυροσβεστήρες, να τους ψεκάσουν αδιαφορώντας για τα παιδιά τους, να τους βιάσουν κάθε σκέψη αν τολμήσουν να αντιδράσουν στην εξουσία.

    Δες το αυτό το τελευταίο, μπορεί να μην το γνωρίζεις. Είναι το χειρότερο από δολοφονίες, από εκβιασμούς, από τραμπουκισμούς. Διάβασέ το σταγόνα, σταγόνα, να ποτίσεις από τον φόβο που σου χαρίζουν.
    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Ο πανικός δεν είναι καλός. Ο φόβος, δεν είναι καλός. Είμαι ο πρώτος, ο πρώτος που θα αντιδράσω στο να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή – δεν θα το ξεστομίσω ποτέ, το σιχαίνομαι αυτό το σύνθημα, το σιχαίνομαι γιατί νομοτελειακά θα μου φέρει χειρότερους από αυτούς – όταν αυτοί θα πάνε στα Παρίσια και στα Λόνδρα, στας Βρυξέλλας και στας Μονάχους, και θα επιστρέψουν νικητές, ήρωες της επανάστασης – όταν εγώ θα έχω φάει και άλλο ξύλο, και άλλη τιμωρία για να διώξω τις στολές που τόσο δύσκολα και απρόσμενα ξεφορτωθήκαμε, κάπου εκεί το ’73

    ~

    Είναι μυστήριος αυτός ο φόβος, είναι σπάνιος για τους βουλευτές, δεν έχουν μάθει να ζουν μες τον φόβο, μες τον πανικό.

    Μόνο που ο πανικός είναι κολλητικός. Αν το έχει ο γείτονάς σου, θα κολλήσεις και εσύ. Αν φοβούνται οι εκατό, οι χίλιοι, οι δέκα χιλιάδες, οι εκατό χιλιάδες που είναι έξω από την πόρτα σου, όσα αλεξίσφαιρα αυτοκίνητα και αν έχεις, όσα σπίτια στην Διονυσίου Αεροπαγίτου, όσα κότερα, εξοχικά, όσους μπράβους, όση Δημοκρατία και αν σε περικλείει σε ένα κτίριο επιβλητικό, κρεμ σομόν, στο κέντρο της Αθήνας, με νυχτερινά φώτα το βράδυ, με δερμάτινα καθίσματα, με πούρα και δικό σου γυμναστήριο, με την γυναίκα σου να συμμετέχει σε γκαλά και να χορεύει για φιλανθρωπικούς σκοπούς, με στούντιο, παράθυρα και αντιπαραθέσεις με συναδέλφους –

    – ο πανικός δεν έχει χρώμα, δεν έχει οσμή, περνάει από κλειστές πόρτες, από την υπουργική σου λιμουζίνα, από την μυρωδιά του πούρου σου, από τα αρμάνι και τα ξύλινα πατώματα, ποτίζει ο πανικός.

    ~

    Δεν θα έπρεπε να φοβούνται οι βουλευτές. Δεν θα έπρεπε να φοβάται η δημοκρατία. Μα έκανε λάθος πράγματα, διαρκώς, δεν σταματάς να φοβάσαι με τα ΜΑΤ, δεν σταματάς να φοβάσαι με τους σωματοφύλακες, όταν κρύβεσαι στο σπίτι σου, όταν φυλακίζεσαι για να μην σε δουν στον δρόμο.

    Ενισχύουν τον φόβο αυτά, δεν τον καταλαγιάζουν.

    Δεν θα σου πω κύριε βουλευτά πως θα σταματήσεις να φοβάσαι. Αν δεν ξέρεις, αν δεν έχεις καταλάβει, τελικά, ίσως σου αξίζει.

    ~

    Update – υστερόγραφο: επειδή το ‘χω και ένα άγχος, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν βγήκαν μόνοι τους, κάποιος τους ψήφισε, και όχι μία φορά, περισσότερες από μία – αν διαβάζοντας αυτό το άρθρο, το μόνο που συγκράτησες, είναι «πάμε να τους βαρέσουμε, ού! ού!» είσαι χειρότερος από αυτούς. Και μιλάω πολύ, πολύ σοβαρά.

    Μπόρα έπιασε

    Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)