Ο οδηγός του τρόλεϊ δεν σταμάτησε στην στάση. Είχα σηκωθεί νωρίτερα, είχα πατήσει το κουμπί, περίμενα … και την είδα να περνάει από μπροστά μου. Σφίγγεις ασυναίσθητα και το σώμα για το σταμάτημα του οχήματος και εκείνο με ενημέρωσε ότι το πρόδωσα, ότι δεν θέχθηκε τα G που περίμενε – πώς είναι όταν στο ασανσερ περιμένεις να σταματήσει στον δεύτερο αλλά σταματάει στον τρίτο; τέτοιο πράγμα. Άδειο σχεδόν το όχημα, παπ-παπ με κινήσεις αιλουροειδούς φτάνω στον οδηγό, κάνω κάτι που σιχαίνομαι, του μιλάω ενώ είναι εν κινήσει, του λέω «είναι πιο κάτω η στάση Ζάππειο;» γιατί είναι το πιο ευγενικό πράγμα που μπορώ να σκεφτώ.
«Όχι», μου λέει «μόλις την περάσαμε».
Αχα. Η περιπέτεια μόλις απέκτησε νόημα.
“Είχα πατήσει το –κομβίον; κουμπί; σηματοδότη της στάσης;– κουμπί, αλλά δεν σταματήσατε”
“Ναι” μου λέει – ενώ οδηγεί, προφανώς ο άνθρωπος – “γιατί δεν κάνω στάση εδώ”.
Αχα. Δε πλοτ θίκενς.
Σηκώνω το βλέμμα μου στον ηλεκτρονικό πίνακα που έχει ασφαλώς δει και καλύτερες ημέρες, και βλέπω Ζάππειο. Άρα, πρέπει να σταματήσει το τρόλεϊ. Είναι μία από τις συμφωνημένες εκατέρωθεν υποχρεώσεις μας, εγώ δεν θα πατάω εκεί που το πάτωμα εμφανώς πρόκειται να υποχωρήσει και εκείνο θα σταματάει όπου πρέπει και του έχουν προκαθορίσει να σταματά.
“Μα το λέει ο πίνακας” του λεω με προσποιητή αφέλεια.
“Αποκλείεται!” μου λέει ειλικρινώς ξαφνιασμένος αυτός. “Ρε Κώστα, σταματάω Ζάππειο;”
Νέος χαρακτήρας στο παιχνίδι.
Διότι ο Κώστας, τυχαίο όνομα διότι το τρόλεϊ ΚΙΝΕΙΤΑΙ και εγώ δεν είμαι μουλτιτασκινγκ άνθρωπος και έχω ήδη αγχωθεί που μιλάω στον οδηγό, ενώ το τρόλεϊ ΚΙΝΕΙΤΑΙ, οπότε αυτή είναι η φάση μας – αλλά να που υπάρχει ένας Κώστας, ή όπως αλλιώς τον λένε, που δεν υπάρχει, είναι χιλιόμετρα μακριά, αλλά μας ενημερώνει, και θα καθορίσει το πού θα κατέβω, διότι ο οδηγός επικοινωνεί με τον Κώστα μέσω των handsfree που φοράει, διότι ο οδηγός ήτο συνδεδεμένος με τα κεντρικά τόση ώρα και θα μας βρούνε αυτά λύση.
Μιλάει ο Κώστας, το τρόλεϊ κινείται, εγώ δεν ακούω, κοιτάω μία τον οδηγό και μία τον δρόμο, μη φάμε καναν άνθρωπο και δεν ματαξανακοιμηθώ για βράδυ.
Ακούει ο οδηγός την φωνή της συνείδησής του, και μου απαντά “όχι, δεν κάνω στάση”.
Χμ.
“Μα ο πίνακας λέει πως κάνετε στάση” του λέω. “Το λέει καθαρά (όχι βέβαια, αλλά δεν θα συζητήσουμε ενώ το τρόλεϊ κινείται τι παθαίνει ένας πίνακας ανακοινώσεων με χρόνια χρήσης κυρία μου, καθαρά θα πω, τι περιμένεις) ότι το τρόλεϊ περνάει και σταματάει στο Ζάππειο”
“Λέει Ζάππειο;” με ρωτάει με την ίδια έκπληξη με πριν ο οδηγος.
Κοιτάξτε, σε αυτό το σημείο και εγώ τα έχασα. Διότι ο άνθρωπος εξεπλάγην δις. Όχι μία, δύο φορές. Το ξαναάκουσε και πριν, και δεν λύσαμε αν το γράφει ή όχι, επικαλεστήκαμε τα θεία, τον άνθρωπο συνειδηση, την σκιά που στέκεται δίπλα μας και μας πάει ασφαλώς στον προορισμό μας, τον wingman μας βρε αδελφέ, αλλά δεν λύσαμε ποτέ το θέμα του πίνακα. Διότι ο πίνακας λέει την αλήθεια. Ο πίνακας είναι η σκληρή λογική.
Ζάππειο λέει ο πίνακας.
Τσουλάει το τρόλεϊ τώρα λέμε, ε;
“Ρε Κώστα, σταματάω Ζάππειο;”
Μπορεί να χτύπησα το κεφάλι μου. Ας το δούμε αυτό ως πιθανότητα. Μπορεί να σηκώθηκα απότομα, να χτύπησα το κεφάλι μου, να λιποθύμησα, και να ονειρεύομαι. Δεν μπορεί; Ασφαλώς και μπορεί. Τι είναι πιο πιθανό, να ξαναζώ την ίδια φάση ξύπνιος, ή κοιμισμένος;
Ο Κώστας μιλάει.
Το τρόλεϊ τσουλάει.
Η γη γυρίζει.
“Όχι”, μου λέει ο οδηγός (εντελώς ευγενικά, σας διαβεβαιώ). “Σταματάει μόνο το 1, το 5, και το 15”
“Και εσείς ποιο είστε;”
Πάντα υπάρχει ένα cliffhanger στις καλές τις ιστορίες. Είναι το σημείο πολύ κοντά στην λύση, εκεί όπου ο θεατής φτάνει στην κορύφωση, εκεί όπου θα εξηγηθούν όλα, χτύπησε ο Γιάννης το κεφάλι του ή τα ζει όλα αυτά, σε πιο τρόλεϊ μπήκε, τι τρέχει με την στάση, πώς και δεν έχουμε ακόμα παρασύρει καμιά δεκαριά οχήματα μπροστά μας, πώς τον έλεγαν στ’ αλήθεια τον Κώστα, τι πήγε στραβά….
….”αμάν” λέει (εντελώς ευγενικά, σας διαβεβαιώ) ο οδηγός, “δεν είμαι το 2, το 5 είμαι!”
ΧΑ!
ΧΑ!
Νόμιζες ότι είχα κάνει μαλακία εγώ, ε; Παραδέξου το. Μεταξύ μας είμαστε, μπορείς να το πεις. Ήσουν ΣΙΓΟΥΡΟΣ ότι είχα κάνει μαλακία εγώ. ΧΑ! ΌΟΟΟοοοοοοοχι φιλαράκι, εγώ μπήκα στο σωστό το τρόλεϊ, είδα καλά τον πίνακα, πάτησα την σωστή την στάση, ο οδηγός όμως, νόμιζε πως ήταν 2, μα ήταν το 5, δηλαδή μετά θα σταμάταγε για 2, θα έστριβε για 2, θα πήγαινε για 2, καταλαβαίνεις τι σου λέω τώρα; όσοι ήταν μέσα θα πηγαίνανε αλλού, εκεί που πάει το 2, μακριά κάθε δευτερόλεπτο από τον προορισμό τους, χαμένοι στο άγνωστο, δεν θα σταμάταγε και αλλού, δεν θα έπαιρνε άλλον κανέναν στην διαδρομη του – διότι, απο τις στάσεις του 2 ποιος θα έπαιρνε το 5; – ΕΝΑ ΧΑΟΣ ΓΛΥΤΩΣΑΜΕ ΦΙΛΕ ΜΟΥ.
Επειδή πετάχτηκα σαν αίλουρος.
Και μπράβο μου.
Αφού τα είπα και ξαλάφρωσα, πάμε λίγο πίσω τώρα:
….”αμάν” λέει (εντελώς ευγενικά, σας διαβεβαιώ) ο οδηγός, “δεν είμαι το 2, το 5 είμαι! Χίλια συγγνώμη φίλε μου, χίλια συγγνώμη”…
…και σταματάει.
Είναι στην μέση. Στην μεσαία λωρίδα.
Μπροστά μας, το λεωφοριάκι του Νιάρχου που έχει παρκάρει.
Το τρόλεϊ μας, στην μέση.
Εγώ προσπαθώ να καταλάβω τι άκουσα.
Και ο οδηγός ανοίγει την πόρτα. Ο οδηγός ανοίγει την πόρτα για να κατέβω.
Είμαστε στην μέση.
Ζητάει ακόμα συγγνώμη.
Ξεκολλάω και του λέω “μην ανησυχείς, με αφήνεις να, εδώ, στην επόμενη την στάση” και ας μην είναι δικιά του, τι δικιά του – τι δικιά μου, τι τα θες, τίποτα δεν είναι δικό μας, μαζί θα τα πάρουμε – εντωμεταξύ η πόρτα ανοικτή, εγώ να προσπαθώ να καταλάβω τις συνέπειες αυτουνού που μου είπε, ο οδηγός επίσης προσπαθεί να καταλάβει τις συνέπειες αυτουνού που μου είπε, αλλά δεν με ακούει, τα έχει χαμένα, η πόρτα ανοικτή, το τρόλεϊ σταματημένο -στην μεσαία λωρίδα-, εγώ βλέπω την απόγνωση στο βλέμμα του – και παίρνω μία απόφαση.
Παίρνω απόφαση ότι δεν θέλω να είμαι πια σ’ αυτό το τρόλεϊ.
Είναι πολλά αυτά που πρέπει να διαχειριστώ, ο Κώστας, ο οδηγός, μια στάση που χάθηκε, ένα τρόλεϊ σε λάθος διαδρομή, μια μεσαία λωρίδα, μία πόρτα ανοικτή, και να σου πω και κάτι, έτσι φαίνονται οι ηγέτες οι μπρουτάλ οι άντρες οι αλφαμέηλ, διότι φίλε μου, σκύβεις το κεφάλι και πας, παίρνεις αποφάσεις, καθορίζεις την τύχη σου εσύ, και όχι ένα νούμερο 5 ή ένα κουμπί στάσης –
– και κατεβαίνω. Κοιτάω κιόλα βέβαια, διότι σε ποιον θα έχω εμπιστοσύνη στον οδηγό; (χα) στην τύχη μου (χα-χα) στις ικανότητες επιβίωσης που έχω (χα-χα-χα) δεν-νομίζω, άρα κοιτάω, το βλεμμα του οδηγού του παρκαρισμένου τρόλεϊ κάπου πιο πίσω μου εξηγεί την κατάσταση, διότι δες το από την δική του την οπτική, ένας τύπος κατεβαίνει από την μπροστινή πόρτα ενός τρόλεϊ σταματημένου στην μεσαία λωρίδα σε σημείο που δεν είναι στάση, άρα να σου πω και κάτι, μπρορεί να τον έκλεψα τον οδηγό, μπορεί να έκανα λεωφορειοπειρατεία, διότι τρολειοπειρατεία δεν υπάρχει σαν λέξη, το έψαξα, χίλια δύο μπορεί, φαντασία να ‘χεις, λόγος πάντως να κατέβω χωρίς στάση δεν υπάρχει, το σύμπαν να γυρίσει ανάποδα αυτό δεν γίνεται, και όσοι ξέρουν ξέρουν.
Καθώς κοιτάω που πάω και τον άλλον οδηγό που τα έχει χαμένα αφήνω παρακαταθήκη και ένα “μην σε νοιάζει αδελφέ, όλα καλά” που το μη σε νοιάζει έμεινε στο τρόλεϊ και μέχρι το καλά έχω ήδη φτάσει πεζοδρόμιο, στην ασφάλεια, στο ο προορισμός σας είναι στα δεξιά στα εκατόν πενήντα μέτρα.
Δεν κοίταξα πίσω.
Στις μεγάλες ταινίες ο ήρωας κοιτάζει πίσω, αγναντεύει την ζωή που δεν έζησε, όσα θα γίνουν χωρίς αυτόν, αποχαιρετά τους επιβάτες, τον οδηγό, τον Κώστα, αλλά όχι εγώ, δεν θέλω να κοιτάξω πίσω, εγώ θέλω πολύ ο οδηγός να ξαναξεχαστεί, να κάνει αυτό το 5 μία διαδρομή που δεν θα έκανε ποτέ, να κάνουν οι επιβάτες ένα απρόσμενο ταξίδι, να ζήσει αυτό το τρόλεϊ μία περιπέτεια, να γνωρίσει νέους κόσμους, άλλους ανθρώπους, να ζήσει μία μέρα διαφορετική.
Τους τα στέρησα, και αισθάνομαι άσχημα γι’ αυτό. Αλλά δεν φταίω πολύ. Θα μπορούσαν να έχουν γίνει. Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν γίνει.
Μα, ο οδηγός του τρόλεϊ δεν σταμάτησε στην στάση.

(5 ψήφοι, βαθμολογία: 4,80 / 5)

(1 ψήφοι, βαθμολογία: 4,00 / 5)
Εχθές, όπως όλοι γνωρίζετε, είχε απεργία.