Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)
Αντιγράφω (με την άδειά τους) από τον δικτυακό τους τόπο. Αντί δικών μου σχολίων, υπογραμμίζω στο αρχικό κείμενο.
19.05.11
κ. Γιώργο Α. Παπανδρέου
Πρωθυπουργό της ΕλλάδαςΑθήνα, 18 Μαΐου 2011
Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,
Στο όνομα της προστασίας των αμάχων της Λιβύης, δεσμεύσατε την Ελλάδα σε ένα πόλεμο εναντίον του καθεστώτος του Μουαμάρ Καντάφι μαζί με διάφορα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η σύγκρουση έχει ήδη εκτοπίσει περισσότερους από 750.000 αμάχους οι οποίοι επιχειρούν να ξεφύγουν από τη βία στη χώρα τους.
Παρά τις δυσμενείς συνθήκες, η Τυνησία και η Αίγυπτος έχουν ήδη υποδεχθεί περισσότερους από 630.000 εξ αυτών. Τα Ευρωπαϊκά Κράτη, όμως, με άλλοθι την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, αρνούνται την υποχρέωσή τους να επιτρέψουν σ’ αυτά τα θύματα πολέμου την είσοδο στην Ευρώπη.
Ωστόσο, με την εμπλοκή σας σ’ αυτόν τον πόλεμο δεσμευτήκατε επίσης να υποστείτε τις συνέπειες και να καταβάλλετε κάθε προσπάθεια για να περιορίσετε τις επιπτώσεις του στον άμαχο πληθυσμό. Αυτό αποτελεί νομική υποχρέωση στο πλαίσιο διεθνών συμβάσεων τις οποίες η Ελλάδα έχει υπογράψει, όπως επίσης και ηθική ευθύνη.
Σας απευθύνουμε επείγουσα έκκληση να σεβαστείτε τα δικαιώματα όλων των αμάχων στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τις συγκρούσεις στη Λιβύη, διασφαλίζοντας ότι δεν θα επαναπροωθηθούν από τα χωρικά ύδατα και το έδαφος της Ευρώπης προς μια εμπόλεμη ζώνη. Επίσης, σας καλούμε να εξασφαλίσετε γι’ αυτούς τους ανθρώπους αξιοπρεπείς συνθήκες υποδοχής στην Ευρώπη και πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου, όταν αυτό ζητηθεί από τους ίδιους.
Μέχρι σήμερα αυτά τα δικαιώματα δεν γίνονται σεβαστά και χιλιάδες άνθρωποι, θύματα του πολέμου, πληρώνουν το τίμημα για την ασυνέπεια της πολιτικής των Ευρωπαϊκών Κρατών. Πολλές εκατοντάδες άνθρωποι, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά, χάθηκαν στη θάλασσα όταν το σκάφος στο οποίο επέβαιναν ναυάγησε.
Αυτοί οι άνθρωποι είτε έφυγαν αναζητώντας επιβίωση στην Ευρώπη είτε εξαναγκάστηκαν σε αποχώρηση από τις αρχές της Λιβύης για λόγους πρόκλησης αναστάτωσης. Χιλιάδες ακόμη αποβιβάστηκαν τις τελευταίες εβδομάδες στις ακτές της Ιταλίας. Όπως μας αναφέρουν οι ομάδες μας στη Λαμπεντούζα, η υποδοχή τους ήταν ανεπαρκής δεδομένων των αναγκών τους.
Τώρα πρέπει να κάνετε πράξη τα λόγια σας για την προστασία των αμάχων της Λιβύης. Είστε υπεύθυνος για την μοίρα αυτών των θυμάτων πολέμου όπως και για τη διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων τους.
Η ευθύνη αυτή πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά των προβληματισμών σας.
Με τιμή,
Ρεβέκα Παπαδοπούλου,
Γενική Διευθύντρια
Γιατροί Χωρίς Σύνορα, Ελληνικό Τμήμα
Το αρχικό κείμενο, εδώ. Αντιγράψτε και επαναπροωθήστε όπου και όπως νομίζετε.
Εχθες το βράδυ, μία ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό μου.
Σκέφτηκα να δώσουμε ένα όνομα στο βάρβαρο και επικίνδυνο έθιμο των βεγγαλικών. Να του δώσουμε το όνομα του νεκρού επτάχρονου παιδιού.
Να πάμε στην οικογένεια, και, με όλο το σεβασμό στο κακό που τους βρήκε, να τους ζητήσουμε να κάνουμε το όνομα του επτάχρονου, αθώου παιδιού σύμβολο, σύμβολο για να θυμούνται όλοι πόσο σκληρό μπορεί να γίνει αυτό το ανόητο έθιμο.
Αφού πάρουμε την έγκριση της οικογένειας που πενθεί, που οδύρεται πάνω από το πληγωμένο κεφαλάκι του, να λέμε, κάθε Πάσχα από εδώ και μπρος, την ημέρα της Ανάστασης ημέρα που σκοτώθηκε αυτό το παιδάκι.
Είμαι σίγουρος πως ο Ιησούς δεν θα είχε αντίρρηση. Θα έπαιρνε την ημέρα του πίσω, όταν όλοι αυτοί που γιορτάζουν την ανάστασή του, θα σταματούσαν να τροφοδοτούν τον χάρο με μικρά παιδάκια.
Θα την λέγαμε μέρα Ανάστασης του Ιησού, και θανάτου του μικρού παιδιού. Όλοι. Εκκλησία, Τύπος, εμείς, τα κανάλια, τα ραδιόφωνα, μόνο αυτό, δεν θα λέγαμε «μην ρίχνετε βεγγαλικά», «μην σκοτώνεστε μεταξύ σας», «μην στερείτε την ζωή σε κανέναν» – θα λέγαμε θα γιορτάσουμε την Ανάσταση του Ιησού, και θα κλάψουμε τον θάνατο του μικρού.
Κάθε χρόνο.
Είμαι σίγουρος πως κανένας δεν ήθελε να σκοτωθεί ο μικρός, και θα είχαν όλοι δεύτερες σκέψεις, πριν ρίξουν, και θα τους κοίταζαν οι δίπλα με αποδοκιμασία, γιατί κάποιος είδε τον εικοσιπεντάχρονο να το πετά το δολοφονικό βεγγαλικό, και τα προηγούμενα που πέταξε, και τα προηγούμενα που πέταξαν όλοι οι άλλοι, και τα ανέχθηκε, ε, δεν θα τα ανεχθεί πια, γιατί θα σκοτώσουν αυτόν, το παιδί του, ένα ξένο παιδί, ένα όχι και τόσο ξένο επτάχρονο παιδάκι.
Δεν θα ξεχάσει κανείς το επτάχρονο παιδάκι.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα το θυμόντουσαν οι άνθρωποι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή σε ένα επτάχρονο παιδάκι;
Καθώς όμως η νύχτα προχωρά, η ελπίδα μου, ότι μπορεί να αλλάξει κάτι, αν δώσουμε όνομα σ’ αυτόν τον σατανά, που βάζει πιστούς ανθρώπους να σκοτώνονται μεταξύ τους, αυτή η ελπίδα – δεν κρατάει πολύ.
Μου μένουν στο μυαλό τα επεισόδια που έκαναν οι φίλαθλοι της ΑΕΚ, το βράδυ.
Τελικός Κυπέλλου, ο αντίπαλος άγνωστος, μικρός – κανένας λόγος για αντιπαράθεση. Θα μπορούσε να είναι γιορτή, γιορτή της μπάλας, γιορτή κυπέλλου, γιορτή για την ΑΕΚ, αν κέρδιζε, ή προβληματισμός αν έχανε, αλλά πάντως γιορτή.
Δεν έχουν αντίπαλους απέναντί τους, ορκισμένους εχθρούς – έχουν τις οικογένειες των παικτών της άλλης ομάδας, σημαντικά λιγότερους φιλάθλους, και ΜΑΤατζίδες που δεν θα είχαν καμιά δουλειά εκεί αν οι ίδιοι οι οπαδοί της ΑΕΚ δεν είχαν χαλάσει τον κόσμο λίγες ώρες πριν.
Αυτά που ακολουθούν δεν τιμούν κανέναν.
Λίγους μήνες πριν λοιπόν, μία υπάλληλος του ίδιου σταδίου, μεταφερόταν στο νοσοκομείο με λιγότερα δάκτυλα στο χέρι της. Έπιασε μια κροτίδα, δεν ήξερε τι να την κάνει (υπάλληλος ασφαλείας που φτηνοπληρονώταν, για ώρες δούλευε, καμία ασφάλιση προφανώς, το ξεχάσαμε αυτό το σκάνδαλο) σκάει στο χέρι της, μένει με λίγα δάκτυλα λιγότερα, φωνάζει, ουρλιάζει, την μεταφέρουν σηκωτή στο νοσοκομείο.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα την θυμόντουσαν οι φίλαθλοι. Ποιος θα ήθελε να στερήσει δάκτυλα από έναν αθώο άνθρωπο;
Αλλά, είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Οι οπαδοί, πιο βάρβαροι από ποτέ, δεν σκέφτηκαν καν αυτήν την κοπέλα. Ίσως γιατί δεν είχε όνομα.
Λίγα χρόνια πριν, ένας 29χρονος έχανε την ζωή του σε γήπεδο της Λάρισας. Μία φωτοβολίδα, ριγμένη με όπλο, από την απέναντι κερκίδα, καρφώνεται στην καρωτίδα του.
Και ο 29χρονος Χαράλαμπος Μπλιώνας είχε όνομα αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό.
Ίσως τα παιδιά που μαλακίζονταν εχθές το βράδυ, δεν ξέρουν καν ποιος είναι ο Χαράλαμπος Μπλιώνας.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα τον είχαν θυμηθεί οι φίλαθλοι. ΘΑ τον είχαν θυμηθεί οι άντρες ασφαλείας και οι αστυνομικοί που ελέγχουν τον χώρο και την ασφάλεια όσων είναι μέσα. Ποιος θα ήθελε να στερήσει την ζωή από έναν αθώο φίλαθλο;
Οι ελπίδες, νιώθω, είναι σαν σπόροι. Μπορώ να τις προτείνω, να τις φυτέψω, αλλά αν δεν έχουν χώμα, αν δεν έχουν νερό, δεν θα μεγαλώσουν – δεν θα γίνουν τίποτα. Θα μείνουν ελπίδες, ελπίδες για ένα μέλλον με περισσότερη λογική, περισσότερο συναίσθημα.
Ελπίδες για ένα μέλλον που θα θέλαμε να αλλάξουμε, ώστε να μην σκοτώνεται κανείς, να μην χάνει χέρια, δάκτυλα, μάτια κανείς, να μην χαλάει κανείς την ζωή κανενός για ένα βάρβαρο, απαράδεκτο έθιμο, ή για μία βλακώδη επίδειξη δύναμης.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόταν ένα όνομα. Θα είχαμε αρκετό μυαλό για να μην επαναλάβουμε τα λάθη μας, αυτά τα ανούσια, βλακώδη, εκληματικά λάθη, ποτέ ξανά.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, δεν θα χρειαζόμασταν ονόματα θυσιασμένων.
Αν έπιανε η ελπίδα μου, θα αρκούσε να θυμόμαστε.
Πάντα υπάρχει ο μαλάκας της παρέας.
Σας το λέω, δηλαδή, πρώτος – για να μην προλάβετε να μου το πείτε εσείς. Πάντα υπάρχει. Εκεί που όλοι κάνουν χαβαλέ, και πλάκα, και διασκεδάζουν, και ξεχνιούνται βρε αδελφέ, πετάγεται ο πικρόχολος και λέει «αχ, και να είχαμε την γιαγιά τώρα» και γαμιέται το γλέντι.
Καλά περνάγαμε ρε παπάρα, δεν περνάγαμε καλά; Γιατί μας το χαλάς;
~
Να, σήμερα είχαμε τους γάμους του ζευγαριού της χρονιάς. Χαβαλές, γέλιο, καπέλα, το πρώτο φιλί, Πίπα να λέγεται η κουνιάδα, στα κίτρινα η βασίλισσα, ξεχνιόμαστε.
~
Και μένα να μη μου βγαίνει από το μυαλό, μία 32χρονη, νέα κοπέλα, που ενώ ετοιμαζόταν να κάνει το τρίτο της παιδί – πηγαίνει σε νοσοκομείο που δεν εφημερεύει, στην αρχή, ενώ δεν υπήρχε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας να την φροντίσει, πεθαίνει, λόγω έλλειψης, λένε τα πρώτα ρεπορτάζ, γιατρών.
~
Άμαξες, το νυφικό, πλούσια ρούχα, πλήθος κόσμου, δεν έμπαινε το δαχτυλίδι, αλλάζει το όνομά της από Κέητ σε Κάθριν, Ζαμπούνης, προγαμιαίες σχέσεις και συμβόλαια, ξεχνιόμαστε.
~
Και κάποιοι άλλοι να κλαίνε, γιατί ένα παιδί, παιδί, μόλις επτά χρονών, κατέληξε, σήμερα το πρωϊ, από τραύματα στο κεφάλι λόγω έκρηξης πυροτεχνήματος/φωτοβολίδας. Την έριξε ένα εικοσιπεντάχρονο παιδί, που έχει συλληφθεί λέει το ρεπορτάζ, και, προφανώς, θα δικαστεί για ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δυο ζωές.
~
Πάντα υπάρχει ο μουντρούφλης. Εκεί που όλοι διασκεδάζουν, κάποιος περίεργος, κάποιος βλαμμένος δεν ανέχεται, δεν αντέχει να υπάρχουν δύο – τρεις – δέκα χιλιάδες αναφορές στον γάμο, και δέκα όλες και όλες σε δύο παιδιά και μία έγκυο.
Αν τον συναντήσεις, πάντως, μην τον μαλώσεις. Προσπέρασέ τον, αν σε χαλάει – αλλά μην τον μαλώσεις. Δεν θέλει να σου χαλάσει την καρδιά. Να, μωρέ, ντρέπεται που δεν υπάρχει νοσοκομείο για την έγκυο, που δεν υπάρχει λογική για τα παιδιά.
Και αυτός, μην νομίζεις – αν στο πει σκληρά, δεν το εννοεί. Ντρέπεται και στεναχωριέται, και πληγώνεται, και θέλει να φωνάξει, και έχει ευθύνη για την επόμενη έγκυο, και το επόμενο παιδί, αν πεθάνει το επόμενο παιδί – αλλά θα πεθάνει, και η επόμενη έγκυος, και το επόμενο παιδί γιατί δεν θα φωνάξει κανείς, δεν θα παραιτηθεί κανείς, και δεν θα αλλάξει τίποτα κανείς – έτσι νιώθει.
Γιατί, αν το θες, δεν μπορεί ένας γάμος να κάνει περισσότερο θόρυβο από δύο κηδείες.
Update: Διαβάστε την αντίθετη άποψη, εδώ.
Θέλω να σου ζητήσω μία χάρη.
Θέλω να ξεχάσεις για λίγο τους μισθούς σου. Θέλω να ξεχάσεις τα δελτία ειδήσεων, οτι σε φωνάζουν γουρούνι στις διεθνείς αγορές, τα επιδόματα και τα δώρα σου, την αξία που έχει το χρήμα σου.
Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες, δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.
Θέλω να ξεχάσεις ότι τρείς τύποι, που δεν τους επέλεξες, που δεν τους ψήφισες, που δεν τους ξέρεις καν, με την ανοχή της σημερινής κυβέρνησης, κανονίζουν αν, και τι ασφάλιση θα έχεις, πόσο θα κάνει μία υπηρεσία που θα αγοράσεις ή θα προσφέρεις, αν θα βρεις φάρμακα ή νοσοκομεία όταν τα χρειαστείς.
Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.
Θέλω να ξεχάσεις, για λίγο μόνο, ότι οι τρεις νοματαίοι από τα ξένα σε εκβιάζουν για να αγοράσεις δάνεια από αυτούς, μόνο, στις τιμές που σου προσφέρουν αυτοί, μόνο – ενώ αυτοί με την σειρά τους μπορούν να πουλήσουν το χρέος σου όπου, και όποτε αυτοί γουστάρουν. Ακόμα και στους εχθρούς σου, γιατί το χρήμα δεν έχει εχθρούς.
Θέλω να ξεχάσεις τον επι μήνες δημόσιο, διαρκή εξεφτελισμό σου.
Θέλω να ξεχάσεις ότι το δώρο Πάσχα, για πολλούς, ήταν περίπου εκατό ευρώ. Θέλω να ξεχάσεις ότι για ακόμα περισσότερους, το δώρο Πάσχα, θα έρθει από το ταμείο ανεργίας. Και για άκομα περισσότερους, ότι δεν θα έρθει κανένα δώρο, από κανένα ταμείο.
Θέλω να ξεχάσεις τους όλο και περισσότερους πολίτες που μαζεύονται έξω από τα συσσίτια. Να ξεχάσεις τις σχολές που κλείνουν, τα νοσοκομεία που κινδυνεύουν, τα νοίκια και τα δάνεια που μένουν απλήρωτα.
Θέλω για λίγο να ξεχάσεις πόσο πολύ φοβάσαι.
Όταν τα καταφέρεις, θέλω να διαβάσεις αυτό:
Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί στη ΝΔ, τόνισε ο Ευριπίδης Στυλιανίδης
Αποστάσεις από τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ της νυν ηγεσίας της ΝΔ και της «καραμανλικής πτέρυγας» για την απόφαση της δημόσιας αποκήρυξης της απογραφής επί υπουργίας Γ.Αλογοσκούφη κράτησε μιλώντας στον Βήμα 99,5, ο βουλευτής Ροδόπης Ευριπίδης Στυλιανίδης.
«Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Στυλιανίδης.
«Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο» τόνισε ο βουλευτής της ΝΔ και πρόσθεσε ότι «οι αποφάσεις του παρελθόντος θα κριθούν από τους ιστορικούς».
Ο κ. Στυλιανίδης έστρεψε τα βέλη του κατά της κυβέρνησης, τονίζοντας ότι πάσχει από «πολιτικό Αλτσχάιμερ» και ότι «έχει επιλεκτική μνήμη» σχετικά με τις ευθύνες για την κατάσταση στην οποία έχει φτάσει η χώρα μας.
Αναφερόμενος στο «Ζάππειο 2» που θα παρουσιάσει ο Αντώνης Σαμαράς στις 9 Μαΐου ο κ. Στυλιανίδης είπε ότι θα περιλαμβάνει προτάσεις για πολιτικές έκτακτης ανάγκης προκειμένου να βγει η χώρα από το αδιέξοδο. Πρόσθεσε ότι θα παρουσιαστεί μία δέσμη προτάσεων πρακτικού χαρακτήρα.
Πρόσθεσε ακόμα τώρα έχει διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή και έχει διαλυθεί η μεσαία τάξη. «Η ΝΔ έχει χρέος να στηρίξει τις εξαθλιωμένες ομάδες».
Θέλω να κρατήσεις λέξεις-κλειδιά όπως «Η αυτοκριτική της ΝΔ έχει γίνει. Αρκετά έχουμε αυτομαστιγωθεί. Η ΝΔ θα κριθεί πλέον από τον νέο της λόγο», και «Είναι λάθος οι πολιτικές δυνάμεις να κοιτούν προς τα πίσω. Αρνούμαι να σχολιάσω το παρελθόν»
Και τώρα θέλω να τα ξαναθυμηθείς όλα όσα σου είπα να ξεχάσεις.
Υ.Γ.: Αν είσαι οπαδός του ΠαΣοΚ, και δείξεις σε άλλους το άρθρο, μόνο και μόνο για να πεις «να, κοίτα πόσο μαλάκες είναι αυτοί της ΝΔ – ψήφισε εμάς», είσαι πιο μαλάκας από ότι θα ήθελες να νομίζεις.
Η Ελεάνα είδε τα προσεκτικά διαλεγμένα σκουπίδια της ανακύκλωσης να καταλήγουν στο ίδιο σκουπιδιάρικο που, δευτερόλεπτα πριν, αφομοίωνε τις πάνες και τα τρόφιμα.
Όταν μου το περιέγραφε, είχε ένα σταμάτημα το βλέμμα της.
Μία απογοήτευση.
Μία ώρα πριν, (μια ώρα πριν ρε φίλε!), ο υπολογιστής μου δεχόταν καταιγισμό από φωνές, κραυγές και κατάρες, καθώς αναμετέδιδε, για άλλη μία φορά, στιγμές της Κερατέας.
Εκεί, που ένα κράτος, πασχίζει να χτίσει μία μονάδα διάθεσης σκουπιδιών. Κόντρα σε στην αρχή ήρεμους, ύστερα εξαγριωμένους πολίτες, με όπλο ασπίδες, κράνη εξαρτήσεις, αφθονία χημικών που, καθώς καταγγέλλεται μπορεί να είναι υπεύθυνα για τον θάνατο ενός αγέννητου παιδιού, πολλούς, πολλούς τραυματισμούς ρε φίλε, σωματικούς και ψυχολογικούς.
Κόντρα σε ένα χωριό, που δεν τους εμπιστεύεται – ούτε-ένα-λεπτό.
Και εκεί, που κόβουν χρήματα από την σύνταξη, (κόβουν χρήματα από την σύνταξη ρε φίλε!), για να πληρώσουν ευρωπαϊκά πρόστιμα για τις παράνομες χωματερές. Σκέψου το: θέλω να πω, αν μπορείς, σκέψου το.
Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο πιο χαμηλά θα πέσουμε. Πόσο πιο ανήκουστο είναι να μαζέψει κανείς αποτυχημένες ανακυκλώσεις, νεκρά αγέννητα παιδιά από χημικούς πολέμους, κομμένες συντάξεις και ταυτόχρονα πληρωμές προστίμων για ανυπολόγιστη ζημιά στο περιβάλλον, σε μία πρόταση, σε μία ημέρα, σε μία σκέψη – και να μην ακουστεί τρομερά παράλογο. Τρομερά αποτυχημένο, τρομερά λίγο.
Τρομερά απογοητευτικό.
Ξέρεις, η απογοήτευση αυτή, είναι βαθιά. Όχι για τα σκουπίδια, ή για το χαμένο χρόνο διαλογής, να μπει το πλαστικό ή το μεταλλικό εδώ, το άλλο εκεί, να μην κλείσει η σακούλα, να μην χαθεί το χρήσιμο. Θέλω να πω, ούτε εύκολα τα έκανε αυτά η Ελεάνα, ούτε άκοπα – τα έκανε με όραμα.
Με κοίταξε όμως ρε φίλε η Ελεάνα με απογοήτευση. «Γιατί να παιδεύομαι;» Αυτό μου είπε.
Γιατί να παιδεύεται;
Η προσπάθειά της, η όποια, η μικρή ή η μεγάλη, θα περισυλλέγει με το ίδιο σκουπιδιάρικο που θα μαζέψει του τύπου που δεν έκανε καμία προσπάθεια. Που δεν ανακύκλωσε τίποτα, που δεν νοιάστηκε καθόλου, που τα έγραψε όλα στα αρχίδια του. Το κράτος θα τους αντιμετωπίσει το ίδιο, αδιάφορα, μάζεψέ τα ρε Γιώργο να φύγουμε. Και αυτό, στο λέω ρε μάγκα και στεναχωριέμαι στ’ αλήθεια, με πληγώνει βαθύτερα από το κάθε τι:
Αυτοί που ονειρεύονται να μην έχουν να ελπίζουν σε τίποτα.
Και αν ελπίσουν, για μία στιγμή, πως θα γίνουν πολιτισμένοι, πως θα βρουν -όχι βοήθεια, καθήκον, υπευθυνότητα, μία ροή, κάτι διαφορετικό, θα περάσει ο σκουπιδιάρης και θα τους αφήσει άφωνους.
Θα τους πάρω τηλέφωνο εκεί στον δήμο, να τους μαλώσω, και θα γελάσουν αμέσως μόλις κλείσουν το τηλέφωνο. Ρε τον μαλάκα θα πούνε, και θα ξεχάσουν σε τρία λεπτά το θέμα. Ή, θα μαλώσουν τον Γιώργο, που θα πει ρε τον μαλάκα, και τι τον νοιάζει, και θα βρίζει αποφεύγοντας τον μπλε κάδο – ή αδειάζοντας τον από εκδίκηση, πάρτα ρε μαλάκα.
Θα τους μαλώσω, πες. Και πες θα αλλάξουν. Πες. Αλλά αυτό το βλέμμα, αυτήν την αμφιβολία στα μάτια της Ελεάνας, τίποτα δεν θα την σβήσει.
Μαλακισμένο πράγμα η εμπιστοσύνη, άμα χαλάσει, δύσκολα κολλάει.
Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»
Κάθε τρεις και λίγο, αφήνω ένα σχόλιο στο twitter, με τρόπο τέτοιο για να τον διαβάσει ο Υπουργός, ο Παπουτσής. Το μήνυμα λέει «και τελικά δεν μας είπατε, τι λέει η έρευνα, φταίνε τα χημικά των ΜΑΤ για την αποβολή της εγκύου στην Κερατέα;»
Χίλιοι άνθρωποι μου λένε «Τι ασχολείσαι; Τι νομίζεις πως θα αλλάξει;»
Και με ένα πέρασμα του σκουπιδιάρικου, κερδίζουν.
Και γινόμαστε πιο βρώμικοι, και πιο στα αρχίδια μας, και πιο λυσσαλέοι, μίζεροι και κακόμοιροι, και χαζεύουμε στις οθόνες μας κοίτα ρε μαλάκα τι γίνεται στην Κερατέα, μπαμ! μπουμ! πω πω, γαμάτη αυτή η μολότοφ, ξυστά πέρασε, τον μαλάκα τον μπάτσο – και πετάμε το κουτάκι στα ίδια σκουπίδια που θα σκοτώσουν, αύριο, έναν εξαγριωμένο πολίτη, έναν ΜΑΤατζή, ένα αγέννητο μωρό ή μία ελπίδα.
Και αν πάει κάποιος να εξεγερθεί; να αλλάξει κάτι;
Θα περάσει το σκουπιδιάρικο και θα πετάξει τα σκουπίδια στον ίδιο κάδο πολτοποίησης. Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα μαλάκα μου. Θα στο κάνουμε πάντα πιο δύσκολο.
Θες κατακλείδα, ε; Να κλείσω με κάτι. Να ξέρεις αν είναι να ελπίζεις, γιατί θα σου πω όχι – θα συνεχίσουμε γιατί αξίζει, ή θα σου πω γάμησέ τα ρε φίλε, και θα μαυρίσει η ψυχή σου.
Να χα ένα καλό κλείσιμο ρε μπαγάσα, μπέσα σου λέω, θα στο έδινα.
Ο Τάσος Μαντέλης παραδέχθηκε 450.000 μάρκα δώρο από την Siemens και τον καλούν να πληρώσει… 7.500 χιλιάδες ευρώ.
Γιατί; Τι νόημα έχει; Τι νόημα έχει αυτή η ποινή;
Τίποτα να μην πληρώσει. Τίποτα.
Δεν κάνω πλάκα, τίποτα απολύτως. Έχω καλύτερη ιδέα:
Να τον κάνουν ξανά υπουργό. Είναι πολύ μάγκας ο Τάσος, θα μας βγάλει από την κρίση – είναι φανερό.
Του κόψανε και το εκλέγειν και εκλέγεστε και στεναχωρήθηκε πολύ όπως γράφανε σωρηδόν τα ρεπορτάζ; να του το δώσουνε πίσω.
Γιατί να μην εκλέγεται;
Έχουμε τον Μαντέλη, τον Τσουκάτο παλιότερα, τον Άκη, και τους κατηγορούμε αντί να τους κάνουμε σημαίες;
Αφού είναι φανερό: Αυτοί είναι οι σωτήρες μας.
Διότι:
Ένα από τα δύο θα γίνει. Όχι σ’ αυτόν τον Μαντέλη; Όχι σ’ αυτόν. Στον επόμενο ρε αδελφέ. Στον μεθεπόμενο.
Έχουμε Μαντέληδες, οοουυυ, ένα σωρό. Διευθυντές κατεστραμμένων ταμείων, υπουργούς οικονομικών, πολιτικούς που διόριζαν, διευθυντές εφοριών, διευθυντές δημοσίων….
Έχουμε Μαντέληδες ένα σωρό.
Και, κάποια στιγμή, θα γίνουν οι σωτήρες μας αυτοί οι τύποι.
Είτε έτσι, είτε αλλιώς.
Να μου το θυμηθείς.
Debtocracy FINAL by BitsnBytes
(Η άποψή μου για την διαδικασία του debtocracy εδώ)
(*) Ο τίτλος δανεισμένος από την κατακλείδα του άρθρου «Ποιος φοβάται το Debtocracy;» από τον @pitsirikos
Αν έχεις γράψει χιλιάδες λέξεις στο blog σου, χωρίς να έχεις πληρωθεί ούτε ένα σέντσι γι’ αυτό, αν έχεις φτιάξει γραφικά και banner χωρίς ανταμοιβή, αν έχεις περάσει αμέτρητες ώρες παίζοντας με τα κείμενα, να τσακώνεσαι στα comments και στα tweets, να βρίζεις την ώρα και την στιγμή που ασχολήθηκες και αμέσως μετά να δαγκώνεσαι γιατί είναι σπουδαίο αυτό που κάνεις, ξέρεις.
Ξέρεις τι είναι να λες την γνώμη σου. Ή, ακόμα καλύτερα, να φροντίζεις να ακουστεί αυτό που δεν ακούγεται. Να δίνεις τον λόγο σε φωνές που νιώθεις ότι χωρίς εσένα δεν θα έφταναν πουθενά.
Να δίνεις την φωνή στον Νίκολα Τόντι, στην Αμαλία, σε όσους θυμώνουν με την vodafone ή την siemens, στον Τενέζο, στο παιδί με το κομμένο πόδι, στην Κατερίνα Γκουλιώνη, στην Κούνεβα.
Και σε άλλους, άλλους πολλούς. Στα παιδιά της #kerateaς, στα παιδιά που έραψαν τα στόματά τους για να μας δείξουν ότι τους αδικούμε, στον 15χρονο που μας έδειξε πόσο ξεφτιλισμένοι είμαστε, σε άλλους πολλούς.
Αν είσαι blogger λες «όχι στο όνομά μου». «Πείτε ότι θέλετε, πείτε όλοι την γνώμη σας, αλλά αν διαφωνώ, θα πω την δική μου γνώμη, γιατί κανείς από εσάς, κανείς από εσάς δεν μιλάει για λογαριασμό μου».
Όχι στο όνομά μου. Αν είσαι blogger[*] το καταλαβαίνεις αυτό.
Αν είσαι blogger στην καρδιά, θα καταλάβεις τι θα γίνει σήμερα το βράδυ στις οκτώ. Ένα τσούρμο άνθρωποι, που θέλουν να μιλήσουν επί ίσοις όροις με τα κανάλια, που ξέρουν αν, ποια, και πόσο τα επίσημα σοβαρά μέσα εξυπηρετούν σκοπούς δικούς τους, που μέχρι τώρα μιλούσαν για λογαριασμό όλων, ενώ ένα τσούρμο παιδιά θέλουν να μιλήσουν για λογαριασμό τους.
Ζήτησαν την βοήθεια των φίλων. Όχι των φίλων ΤΟΥΣ, των φίλων της ελεύθερης ιδέας, αυτών που λένε ότι το περιεχόμενο μπορεί (όχι απαραίτητα πρέπει, αλλά μπορεί) να περάσει από την ιδέα στην επικοινωνία της, χωρίς μεσάζοντες και διαστρεβλωτές.
Βάζεις την ιδέα, θέλεις να την μοιραστείς, σε βοηθώ να την επικοινωνήσεις.
Αυτή η ομάδα έφτιαξε το debtocracy, ένα ντοκιμαντέρ για το χρέος. Καθώς δεν το έχω δει ακόμα, μπορεί να είναι ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ, ή ένα μέτριο ντοκιμαντέρ. Μπορεί να είναι ένα όμορφο παραμύθι, ή μία ενοχλητική αλήθεια. Ένα άξιο λόγου θέαμα, ή μία μετριότητα που θα ξεχαστεί. Να σ’ αρέσει, ή να μην σ’ αρέσει.
Κατ’ αρχάς, δεν έχει σημασία τι λέει. Εχει, αλλά όχι τώρα.
Τώρα, ο ένας εκ των δημιουργών του απολύθηκε από τον σταθμό που εργαζόταν, όπως και εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, που η δημοφιλία των καναλιών και η εμπιστοσύνη των τηλεθεατών σ’ αυτά έχει πέσει στο μηδέν. Τώρα, που μοιάζει, περισσότερο από ποτέ, πως η ατζέντα μερικών έκανε τον χώρο των δημοσιογράφων να μετατραπεί σε χώρο αναμετάδοσης δογμάτων. Από δημοσιογράφους να έχουμε τηλεπαρουσιαστές ιδεών.
Το debtocracy μπορεί να πραγματεύεται το χρέος, που είναι σοβαρό, αλλά κάνει κάτι, κατ’ εμέ, τρομερά πιο σημαντικό. Ενεργοποιεί μία διαφορετική διαδικασία, όπου ο πολίτης αξιοποιεί την αγοραστική του δύναμη, στηρίζοντας κάτι που δεν του προτείνεται από τα δεδομένα κανάλια ενημέρωσης.
Στηρίζοντας αυτούς που δεν θέλουν να μιλούν άλλοι στο όνομά τους.
Η διαδικασία παραγωγής του χτίζει βάσεις που θεμελιώθηκαν από την καρδιά διάφορων blogger που δουλεύουν με μόνο κέρδος και στοιχείο την αξιοπρέπειά τους, και δημιουργεί ένα μέλλον που χαίρομαι τρομερά να βλέπω.
Το debtocracy πραγματεύεται το χρέος, αλλά ξεχρεώνει αυτόματα με την προβολή και την επιτυχία του ένα λάθος που κάναμε χρόνια τώρα, και που γιγάντωσε ένα θηρίο που τρώει τον εαυτό του. Το βοηθά η τεχνολογία, που δείχνει τον καλύτερό της εαυτό, την πλευρά του μαχαιριού που κόβει ψωμί, δεν αφαιρεί ζωές.
Χρειάστηκαν όλοι να είναι τέλειοι. Ο Άρης Χατζηστεφάνου έχει χρόνια εμπειρίας στο ρεπορτάζ, ο Κώστας Εφήμερος έμεινε νύχτες ξάγρυπνος για την παραγωγή (σε τρομερά αντίξοες συνθήκες), ο Αγγελάκας έδωσε ένα σπουδαίο κομμάτι, όλοι έπρεπε να είναι ικανοί για τέτοιο βάρος. Και δεκάδες, εκατοντάδες άνθρωποι, στήριξαν ένα project χωρίς να έχουν απολύτως καμία επέμβαση στο τι θα ειπωθεί, μόνο και μόνο για να έχει το δικαίωμα να ειπωθεί.
Νίκησαν, κατ’ εμε, πριν ακόμα προβληθεί το πρώτο δευτερόλεπτο του ντοκιμαντέρ. Πριν το πρώτο καρέ του.
[*] Όταν λέω blogger δεν κυριολεκτώ. Αναφέρομαι στην καρδιά του σκοπού. Το ίδιο έκανε, χρόνια τώρα, κάθε καλλιτέχνης που τραγούδησε αφιλοκερδώς για κάποιον σκοπό, κάθε πολίτης που κόλλησε μία αφίσα στην οποία πίστευε αληθινά, κάθε άνθρωπος που είπε στην παρέα του «έμαθες για την Αμαλία;»
Υ.Γ.: Υπάρχουν και (σοβαρά διατυπωμένες) διαφωνίες. Προτείνω να τις διαβάσετε.
Ο ‘Τάκης’ είναι ένας άνθρωπος που βλέπει τηλεόραση. Αν είναι κάτι, οτιδήποτε που μπορεί να τον χαρακτηρίσει σίγουρα, είναι αυτό: βλέπει τηλεόραση.
Δεν διαβάζει βιβλία, αλλά κατά πάσα πιθανότητα, διαβάζει εφημερίδα. Πολιτική, μάλλον – αθλητική σίγουρα. Ο Τάκης έχει οικογένεια, γιατί οι τάκηδες έχουν πάντα οικογένεια – ακόμα και αν δεν το ξέρουν, ή αν δεν έχουν τώρα. Δουλεύει ο Τάκης, και σε μία δουλειά που δεν του αρέσει.
Ο Τάκης βλέπει διαφημίσεις. Δεν είναι κακό, όλοι βλέπουν διαφημίσεις, αλλά οι φίλοι του Τάκη ονειρεύονται από τις διαφημίσεις, και ζήλεψε ο Τάκης, ήθελε να ονειρευτεί και αυτός κάτι, αλλά θες έμεινε χωρίς δουλειά, θες έκανε οικογένεια, θες κάπως μουντρούχλιασε, στον Τάκη το όνειρο έγινε εφιάλτης.
Ο ΟΑΕΔ; μπορεί να ήταν ο ΟΑΕΔ. Ή το αφεντικό που του είπε «ξέχνα αυτά που ήξερες». Αυτά που ήξερε ο Τάκης ήταν να είναι τίμιος στην δουλειά του, και να αποδίδει είτε του αρέσει είτε όχι, αλλά το αφεντικό του Τάκη του είπε «και άμα σ’ αρέσει», και μπλέχθηκαν τα πράγματα.
Έχει και φίλους ο Τάκης. Δουλεύουν οι φίλοι του, και παράγουν, και καρπώνονται – αλλά δεν το σκέφτονται ιδιαίτερα, γιατί έκαναν τις διαφημίσεις όνειρα, και πήραν SUV για να βγαίνουν στην εξοχή – άλλο που δεν έχουν χρόνο να πάνε για κατούρημα, μέχρι να το ξεπληρώσουν. Που δεν θα το ξεπληρώσουν φυσικά, γιατί ζουν διαφημιστική ζωή, εκείνη που τελειώνει όταν τελειώσει το προϊόν, και μετά έχει σκοτάδι.
Το φοβούνται το σκοτάδι οι φίλοι του Τάκη, και έτσι θα το φωτίζουν με μία άλλη διαφημιστική πρόταση, και αν είναι τυχεροί, θα αποκτήσει τοποθέτηση προϊόντος η ζωή τους, και θα ζουν το big brother των ονείρων τους.
Και φοβούνται το σκοτάδι οι φίλοι του Τάκη, και το σιχαίνονται, και σιχαίνονται ότι μπορεί να τους θυμίσει πως υπάρχει σκοτάδι, και πως κάποιοι τρώνε από τα συσσίτια – και αυτοί είναι οι τυχεροί, και άλλοι κρεμιούνται από τα ταβάνια γιατί χρωστάνε, και άλλοι πάνε στα κανάλια και ξεφτιλίζονται, μπας και γλυτώσουν, από το σχοινί του ονείρου, που σφίγγει στον λαιμό τους. Και δεν αντέχουν τους Τάκηδες, δεν τους αντέχουν, είσαι πολύ μίζερος ρε συ Τάκη, υπάρχει το Πλέηστέησιον ρε μαλάκα, και ο Ριβάντο άμα είσαι φτωχός, α ρε Τάκη, μίζερε Τάκη, σκοτεινέ Τάκη.
Δεν τα έχω με τους φίλους του Τάκη. Δεν είμαι εχθρός. Αυτό ξέρουν, αυτό μπορούν. Δεν είμαι θυμωμένος με τους φίλους του Τάκη.
Να, δες και εσύ, αν δεν έχεις δει ήδη, τους φίλους του Τάκη:
.
.
.
Και αυτός είναι ο Τάκης, που δεν θα δεις ποτέ, σε καμία διαφήμιση:
Και αν έχεις αρχίδια, δες τον αληθινό Τάκη, και πες του μετά, αν έχεις αρχίδια, πες του ξανά δεν νομίζω Τάκη.
Υ.Γ.: Το δεύτερο video το αντικατέστησα, καθώς το αρχικό το είχαν κατεβάσει.
Εδώ και πολλά χρόνια, θέλω να βάλω μία σημαία στο μπαλκόνι μου. Το ξεχνάω, κάθε φορά, σε κάθε επέτειο, αλλά σχεδόν το μετανιώνω: την επόμενη φορά, σίγουρα θα το κάνω.
Αλλά δεν το κάνω.
Η αλήθεια είναι πως μου αρέσει που είμαι Έλληνας. Θέλω να πω, το ίδιο θα μου άρεσε αν ήμουν και Πακιστανός, Τούρκος ή Σκοπιανός, αλλά και Έλληνας που είμαι, πολύ μου αρέσει.
Βέβαια, ίσως φταίει που είμαι μισός Γάλλος – η μητέρα μου ήταν Γαλλίδα. Και μισός Γάλλος που είμαι, μ’ αρέσει. Δεν βλέπω γιατί να μην μ’ αρέσει.
Μόνο που τώρα τελευταία, δεν μ’ αρέσει το πως έχουν κάνει άλλοι να είσαι Έλληνας. Έλληνας πχ κατέληξε να είναι να μισείς τους Τούρκους, δεν θέλω να είμαι τέτοιος Έλληνας. Για άλλους, Έλληνας σημαίνει να χαίρεσαι υπερβολικά με τις νίκες των εθνικών ομάδων, και να λυπάσαι επίσης υπερβολικά – σχεδόν να θυμώνεις. Ούτε τέτοιος Έλληνας θέλω να είμαι.
Κάποιοι τύποι νιώθουν Έλληνες όταν φοράνε τα μαύρα τους τα τζάκετ, αρπάζουν τα καδρόνια και βαράνε τον πρώτο μετανάστη που θα βρούνε μπροστά τους – άλλοι, νιώθουν Έλληνες όταν καίνε βιβλία, ή όταν κλέβουν την εφορία.
Ούτε τέτοιος Έλληνας θέλω να είμαι.
Εγώ, περιέργως, έχω άλλη Ελλάδα στο μυαλό μου.
Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που βοηθάει τον μετανάστη που θα έρθει στην χώρα του, που θα μοιραστεί το ψωμί του, θα εκπαιδεύσει το παιδί του, θα γιατρέψει την γυναίκα του. Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που θα πληρώσει τους φόρους του, φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα να είναι δίκαιοι για όλους, όχι μόνο για ‘κείνον.
Θέλω να είμαι ο Έλληνας που λέει καλημέρα στον γείτονά του, είτε της πολυκατοικίας, είτε της γειτονιάς, είτε της διπλανής χώρας. Να λυπάται με τις λύπες του, να είναι δίπλα του στα δύσκολα και να χαίρεται με τις χαρές του.
Θέλω να είμαι εκείνος ο Έλληνας που δεν θα ντρέπεται να βάλει την σημαία του στο μπαλκόνι, γιατί δεν θα έχει κοιτάξει αλλού όταν κάποιος αδικεί κάποιον άλλον. Δεν θα έχει κοιτάξει αλλού όταν κάποιος άλλος πεινά, ή υποφέρει. Θέλω να είμαι ο Έλληνας που θα τον δείχνουν όλοι, και θα λένε τιμά τον λόγο του, μου στάθηκε, ήταν ντόμπρος. Θέλω να είμαι ο Έλληνας που θα αφήσει θα χαρεί να δει, δίπλα του, τον Πακιστανό ή τον Τούρκο να βγάλει την δική του σημαία στο μπαλκόνι, στο διπλανό από το δικό μου, γιατί θα νιώθει εξίσου περήφανος που είναι Πακιστανός, ή Τούρκος.
Δεν βλέπω γιατί τα καραφλοξυρισμένα παιδαρέλια είναι πιο Έλληνες από μένα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ο μπαγάσας που κλέβει την εφορία γιατί νιώθει ότι αδικείται, αλλά ψηφίζει το ίδιο κόμμα που τον αδίκησε γιατί του έδωσε δουλειά στο δημόσιο είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν κατανοώ γιατί ο πολιτικός αρχηγός που διασπείρει μίσος, απέχθεια, διαφορά και έχθρα είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί αυτός που καίει έναν (υποτυπώδη) χώρο διαφορετικής λατρείας, αδιαφορώντας αν έχει μέσα ανθρώπους, είναι πιο Έλληνας από μένα. Δεν μπορώ να διανοηθώ γιατί ο πολιτικός που πατάει τον όρκο του, που λέει δημόσια και εν γνώσει του ψέματα είναι πιο Έλληνας από μένα.
Επειδή το λέει; Επειδή κρέμασε στην γιορτή την σημαία στο μπαλκόνι; Επειδή το καπηλεύτηκε;
Την βλέπουμε αλλιώς την Ελλάδα. Εγώ πάντως, σίγουρα την βλέπω αλλιώς. Και όσο μεγαλώνω, τόσο αγνοώ την δική τους ερμηνεία του έλληνα, τόσο περισσότερο θέλω να φωνάξω ότι είμαι Έλληνας.
Της δικής μου Ελλάδας. Της δικής μου πατρίδος η σημαία.
Οι πενήντα εργαζόμενοι στο πυρηνικό εργοστάσιο της Fukushima, έχουν ήδη γίνει λήμμα στην Wikipedia. Τα κανάλια μιλάνε γι’ αυτούς, οι εφημερίδες αναφέρονται σ’ αυτούς, ενώ, χωρίς αμφιβολία, κάπου περιμένει ένα σενάριο γι’ αυτούς.
Δεν είναι περίεργο. Χρειαζόμαστε, φαίνεται, και κάποιους πενήντα.
Αυτοί οι πενήντα έχουν έναν ιδιαίτερο ρόλο. Είναι το τελευταίο σκαλοπάτι. Όταν όλα πάνε σκατά, όταν τα βαψίματα και οι φωτοσκιάσεις δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα πια, κάποιοι πενήντα θα χρειαστούν για να μην γίνει ο εφιάλτης πραγματικότητα.
Δεν εχει σημασία ούτε ποιοι πενήντα, ούτε ποιος εφιάλτης. Στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, ήταν λέει ενημερωμένοι για την κακή ποιότητα των εργοστασίων, και ότι δεν θα άντεχαν στον σεισμό. Αποκρύφτηκε. Κανείς από τους πενήντα δεν ήταν υπεύθυνος για αυτό το μυστικό – πάω στοίχημα, ότι μεταξύ τους, ήξεραν καλά ότι τα πράγματα ήταν σκατά. Αλλά, αυτοί που κρύψανε το πρόβλημα – δεν είναι στους πενήντα. Μπορεί να είναι κάλλιστα όμως σ’ αυτούς που τους ηρωποιούν – αλλά όχι σ’ αυτούς που θα πεθάνουν, σίγουρα, από ραδιενέργεια. Ψάχνουμε βλέπεις για ήρωες, όχι για μαλάκες.
Αλλά δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι πενήντα. Οι πενήντα μπορεί να είναι ένας. Εκείνος που, σύμφωνα με τον μύθο, συνάντησε τον πρωθυπουργό σταματώντας τον στον δρόμο και του είπε «να σου δώσω την σύνταξή μου για να σωθεί η ελλάδα». Αναφέρθηκε αυτός από τον πρωθυπουργό. Βέβαια, οι μη-ηρωες που φωνάζουν «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ και ληστεύει τον λαό» είναι μάλλον προδότες. Το σημαντικό είναι να μιλάμε για τους ήρωες τώρα. Είναι δύσκολα τα πράγματα λέμε. Συγκεντρώσου.
Ή εκείνους που παλεύουν ακόμα να πληρώσουν εισιτήρια στα διόδια. Μην με παρεξηγήσετε, και γω τέτοιος είμαι, πάω απο κεκτημένη ταχύτητα, *θέλω* να πληρώσω, είναι το πρέπον και το σωστό βρε αδελφε. Ίσα που τσακώνομαι κιόλας. Αλλά παραδέχομαι ότι οι άλλοι, οι προδότες, είναι αυτοί που έκαναν μία ολόκληρη κοινωνία να πει «για κάτσε ρε φίλε, είναι δυνατόν να έχουμε τέτοιους όρους;» είτε πληρώνουν, είτε όχι. Οι πολλοί δεν πληρώνουν, οι λίγοι επιμένουν και πληρώνουν βάζοντας επάνω από όλα τους δύσκολους καιρούς που τραβάμε.
Ή, αν μου επιτρέψετε την σιχαμερή ισοπέδωση, ήρωες μπορεί να είναι (για μένα, τον ας πουμε αριστερό) και οι τριάντα που φρόντιζαν τους τριακόσιους μετανάστες. Για να έχω εγώ, ο μαλάκας, ήσυχη την συνειδησή μου. Πάλεψα και «εγώ» για τους μετανάστες σήμερα. Ή οι εκατό, διακόσιοι, που δεν κοιμούνται τα βράδια και φυλάνε την γειτονιά τους από τα σκουπίδια που θέλουν να τους αφήσω ..εγώ.. Πάλεψα και «εγώ» για να μην περάσει η κυβερνητική χούντα. Ή οι καμιά κατοστή ΔΙΑδες, που περιπολούν τα βράδια ανάμεσα από σφαίρες. Για να κοιμάμαι ήσυχος ότι δεν θα με ληστέψει κανένας μαφιόζος νυχτιάτικα.
Όλοι μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους αληθινούς ήρωες, σωστά;
Σωστά. Έχουμε ανάγκη από ήρωες. Από κάποιους να πουν «θα θυσιαστώ εγώ» για να σωθεί «το κοινό καλό». Αν δεν τους έχουμε, πρέπει να τους εφεύρουμε – κάποιος πρέπει πάντα να μας βγάζει από τα σκατά. Από εκείνα που μπήκαμε όταν κάποιος άλλος είπε «όχι μωρέ, καλό είναι το εργοστάσιο», «έλα μωρέ, ας το πάρουμε και αυτό το δάνειο», «σώπα μωρέ, ότι να ‘ναι, αρκεί να γίνει το έργο».
Δεν είμαι υβριστής, δεν παρομοιάζω το «ατύχημα» (σιγά το ατύχημα, προμελετημένο ήτανε) της Fukushima με το «ατύχημα» (μην αρχίσω) της ελληνικής οικονομίας και της κρίσης.
Ούτε τους πενήντα που θα ψηθούνε σαν κεράκια με τους πενήντα που λένε «χαλάλι η σύνταξή μου αρκεί να μην ξεφτιλιστούμε σαν Έλληνες».
Ο καθείς πράττει όπως καταλαβαίνει. Μπράβο στους μεν, (γλυτώνουν το iPad μου και το Laptop μου να μην αναβοσβήνει και σβηστό στο σκοτάδι, και το sushi μου για το bussines meeting μου, να χω κάτι τρέντι να φάω), μπράβο στους δε, σώζουν ό,τι, και όπως νομίζουν αυτοί πρέπον.
Δεν ξέρω όμως αν αξίζω εγώ να σωθώ. Γιατί αν δεν φάω τα σωθικά του κάθε πούστη που είπε «όχι μωρέ, καλό είναι το εργοστάσιο», ή του κάθε κερατά που είπε «έλα μωρέ, ας το πάρουμε και αυτό το δάνειο» οι πενήντα, οι κάθε πενήντα, θα είναι παράταση, όχι λύση.
Και εκεί έγκειται ο προβληματισμός του ποστ. Όχι αν αυτοί είναι ήρωες. Αλλά εγώ αξίζω την θυσία τους.
Δεν κανω κέφι να απαντάω σε επεξηγηματικά σχόλια και τα κλείνω. Ό,τι καταλάβατε, καταλάβατε.
Εμένα, όταν με ρώτησαν, τους απάντησα ότι θέλω ειρήνη και δικαιοσύνη.
Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να επιβάλλεται κάτι παράνομο με την δύναμη των χημικών και των ΜΑΤ. Ότι θέλω οι πολίτες να απολαμβάνουν υπηρεσίες νόμιμες και πλήρεις, όχι να πληρώνουν χωρίς να εξυπηρετούνται. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι λήθη. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι παραγραφή. Ότι θέλω νομιμότητα, όχι ασυλία.
Όταν με ρώτησαν, τους είπα ότι σέβομαι τον θεσμό του πανεπιστημιακού ασύλου, ότι δεν θέλω αστυνομία στο πανεπιστήμιο. Ότι θέλω να σέβονται τον πολίτη, όποιος και να είναι, από όπου και αν προέρχεται. Απάντησα οτι δίνω αξία στα ανθρώπινα δικαιώματα, οτι δίνω αξία στην ανθρώπινη ζωή, οτι δίνω αξία στις ευθύνες μας.
Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι το να μην παραπέμπεται κανείς είναι απαράδεκτο. Ότι να εκδιώχνεται βουλευτής αν δεν συμφωνεί απόλυτα με το κόμμα μας, είναι απαράδεκτο. Ότι το να μην ευθύνεται κανένας πρόεδρος/διευθυντής ασφαλιστικού ταμείου για τα ελλείμματά του είναι απαράδεκτο. Ότι το να μην μου παρέχονται υπηρεσίες υγείας και σύνταξης παρότι έχω πληρώσει γι’ αυτές, είναι απαράδεκτο. Ότι να μου παρακρατούν συμφωνηθέντες μισθούς, είναι απαράδεκτο, να μου αυξάνουν μονομερώς τις ώρες και τις συνθήκες εργασίας είναι απαράδεκτο.
Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να πληρώσω χρέη που δεν γνωρίζω που και πως προήλθαν. Ότι είμαι εναντίον της χρήσης χημικών από τους αστυνομικούς στις πορείες, είμαι εναντίον της χρήσης βίας, ψυχολογικής ή σωματικής από την αστυνομία, ότι είμαι εναντίον των συνθηκών κράτησης στις φυλακές. Ότι δεν θέλω να πεθάνει άλλος άνθρωπος ενώ είναι κρατούμενος.
Ότι είναι απαράδεκτο να συλλαμβάνεται κάποιος για το …μαλλί του, γιατί κατεβάζει τα σκουπίδια, γιατί περπατάει στον δρόμο. Οτι είναι απαράδεκτο να του βάζουν στην τσάντα μολότοφ για να τον κάνουν, σώνει και καλά, ένοχο, ενώ άλλοι, που δημιουργούν επεισόδια, να πληρώνονται κάθε μήνα από την αστυνομία.
Όταν με ρώτησαν, τους είπα ότι δεν θέλω να αντιμετωπίζονται συνάνθρωποί μου ρατσιστικά, γιατί ερωτεύτηκαν κάποιον του ιδίου φύλλου. Ότι αν θέλουν να συμβιώσουν μαζί, να το κάνουν ελεύθερα, νόμιμα και συνταγματικά κατοχυρωμένα όχι με την ανοχή, αλλά την προστασία του κράτους. Ότι δεν θέλω να δουλεύουν ανασφάλιστοι και να πεθαίνουν σε αυλές υπουργείων. Ότι δεν θέλω να γίνονται τα ίδια λάθη στο περιβάλλον με αυτά του παρελθόντος.
Όταν με ρώτησαν για την εκκλησία τους είπα ότι δεν θέλω να πληρώνονται οι υπάλληλοί της από το κράτος, δεν θέλω να εξαρτάται από αυτήν αν θα δοξάσει τον θεό του ένας …»άπιστος».
Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να «ξεχνάει» το κράτος τις υποχρεώσεις των καναλιών με αντάλλαγμα την πλήρη υποταγή στα αφεντικά τους. Δεν θέλω ιδιοκτήτες μέσων να έχουν και άλλες επιχειρήσεις που κάνουν δουλειές με το κράτος.
Όταν με ρώτησαν τους είπα ότι δεν θέλω να ξεχάσω την Vodafone, την (υποτιθέμενη) αυτοκτονία του Κώστα Τσαλικίδη, την Siemens, τα εξοπλιστικά, τις «επιχορηγήσεις» προς τα κόμματα, τις καλοπληρωμένες ΜΚΟ. Τους είπα ότι δεν θέλω να τα ξεχάσουν ούτε και αυτοί. Ότι δεν θέλω να ξεχάσω πως δεν προστατέψαμε ελληνικά καράβια από επιθέσεις σε διεθνή ύδατα, ότι κάνουμε συμφωνίες για να παράγουμε όπλα μαζικής δολοφονίας με επεκτατικές, δολοφονικές κυβερνήσεις.
Εμένα, όταν με ρώτησαν, τους είπα την γνώμη μου.
Και αν συμφωνούσαν αρκετοί, η γνώμη μου θα γινόταν και πράξη.
Να το θυμάσαι, όταν, και αν σε ξαναρωτήσουν.


(11 ψήφοι, βαθμολογία: 4,91 / 5)







