Πέρασε στα ψιλά, αλλά προσωπικά μου φαίνεται η είδηση της δεκαετίας:

Προσφυγή στο Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο για τα μηνύματα των εργαζομένων

Καταγγελία Digea για την «εκπομπή» του Alter

Επιτάχυνση των εξελίξεων στην τηλεοπτική αγορά, δεδομένης της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα, διαγράφεται στον ορίζοντα, αφού χθες η Digea, ο ψηφιακός πάροχος, του οποίου μέτοχοι είναι τα κανάλια εθνικής εμβέλειας, προσέφυγε στο ΕΣΡ με καταγγελία, ζητώντας από την ανεξάρτητη αρχή να διευκρινίσει αν η «εκπομπή» του Alter -το οποίο μεταδίδει μηνύματα των εργαζομένων που έχουν προχωρήσει σε επίσχεση εργασίας- είναι νόμιμη.

Όπως ενημέρωσε ο πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής, Ιωάννης Λασκαρίδης, στην καταγγελία της η Digea παίρνει αφορμή από το ότι οι εργαζόμενοι του σταθμού μεταδίδουν κυλιόμενο μήνυμα, όχι μόνο για τα θέματα που αφορούν το κανάλι, αλλά και για άλλους εργαζομένους άσχετους με την εταιρεία, πράγμα που ενδέχεται να είναι παράνομο.

Παρά ταύτα και όπως τόνισε ο κ. Λασκαρίδης, στο έγγραφο που εστάλη στην ανεξάρτητη αρχή, επισημαίνεται ότι ο τηλεοπτικός σταθμός, ο οποίος είναι και μέτοχος της Digea, δεν έχει καταβάλει επί σειρά μηνών την εισφορά του στον ψηφιακό πάροχο και ως εκ τούτου, η εταιρεία, έχοντας νόμιμο συμφέρον, ρωτά να πληροφορηθεί αν η εκπομπή του σταθμού, είναι νόμιμη.

Ο κ. Λασκαρίδης διευκρίνισε ότι το ΕΣΡ δεν έχει καμία αρμοδιότητα στα εργατικά ζητήματα και δεν ασχολείται με αυτά, παρά ταύτα έχει λόγο όσον αφορά το περιεχόμενο.

Στο πλαίσιο αυτό, ανατέθηκε σε νομικό του ΕΣΡ, είπε ο πρόεδρος του ΕΣΡ, «να συντάξει έκθεση προκειμένου να διερευνηθεί αν η εκπομπή αυτή των εργαζομένων είναι νόμιμη, ενώ παράλληλα θα διερευνηθεί και το τι τελικά θα γίνει με το κανάλι, υπό το πρίσμα των εξελίξεων και δεδομένης της πρόσφατης υπαγωγής του στο άρθρο 99».

Όλο το άρθρο εδώ, οι επισημάνσεις δικές μου.

Διαβάζω επίσης από το blog των εργαζομένων στο ALTER:

Στη συνέχεια των δημοσιευμάτων διαβάζουμε ότι ο κος Λασκαρίδης φέρεται να δήλωσε ότι: «και αυτά που εκπέμπουν δεν είναι μόνον η δική τους διεκδίκηση. Αυτό που εκπέμπουν δεν ανάγεται μόνον στα δικά τους δικαιώματα, αλλά αναφέρονται και σε δικαιώματα ανθρώπων που δεν εργάζονται στον Σταθμό. Αναφέρονται δηλαδή στον Ρ/Σ Ξένιο, αναφέρονται σε άλλους εργαζομένους για να μην δεχτούν μικρότερες αποδοχές. Δεν περιορίζονται στο να αναφέρουν τα δικά τους βάσανα, τα δικά τους προβλήματα, αλλά επεκτείνονται. Αυτό είναι ένα πρόβλημα»

[…]

Στο διαδίκτυο διαβάζουμε ότι σε σχετική ερώτηση συντάκτριας «γιατί θεωρείτε πρόβλημα το ότι εκπέμπουν μηνύματα συμπαράστασης και προς άλλους εργαζομένους» ο κος Λασκαρίδης απάντησε: «Δεν θεωρούμε ότι υπάρχει πρόβλημα, αλλά το εξετάζουμε, το διερευνούμε αν υπάρχει θέμα νομιμότητας. Θα το δούμε. Αν ήμασταν βέβαιοι, θα βγάζαμε και απόφαση. Ο συλλογισμός μας είναι ο εξής: Επίσχεση εργασίας, δικαίωμα μου, εμένα δεν με πληρώνουν, σταυρώνω τα χέρια και δεν εργάζομαι. Δεν μπορεί να πει κανείς τίποτα. Είναι άσκηση ενός δικαιώματος. Εκείνοι όμως δεν έκαναν αυτό. Έκαναν κατάληψη ενός χώρου εργασίας και δεν αφήνουν να εισέλθει κανείς. Είναι κατάληψη μίας περιουσίας ενός άλλου. Εμείς λέμε ότι εκ πρώτης όψεως μπορεί να μην έχουμε καμία δουλειά σε αυτό. Αυτό είναι ενδεχομένως μία παράνομη κατάληψη, μία αυθαίρετη πράξη και η δικαιοσύνη έχει την αρμοδιότητα να το κρίνει. Ωραία. Να δούμε τώρα τι εκπέμπει. Τον κατέλαβαν. Τι εκπέμπει. Εκπέμπουν πρόγραμμα; Όχι. Τι έχουν; Έχουν τη διαμαρτυρία. Ωραία. Έχουν τη διαμαρτυρία για τα δικά τους. Κανείς θα έλεγε ότι εντάξει, μπορούν να πούνε για τα δικά τους, ότι κανείς δεν μας πληρώνει και αυτό το κρατάμε. Αυτό όμως επεκτάθηκε και προς τα άλλα, σε άλλα. Να δούμε αυτό είναι νόμιμο; Είναι παράνομο; Πρέπει να λάβουμε κάποια μέτρα;»

Οι σταθερές που θα βοηθήσουν την σκέψη μου:

α) όλα τα κανάλια είναι υποχρεωμένα να εκπέμπουν ψηφιακά. Κάποια επέλεξαν να το κάνουν συντάσσοντας εταιρίες που με την σειρά τους εκπέμπουν μπουκέτα καναλιών, όπως είναι η digea, κάποια άλλα, όπως η ΕΡΤ, που έχει την οικονομική άνεση, το κάνει αυτόνομα.

β) Η Digea (προσέξτε το αυτό, η εν λόγω εταιρία που συνετάχθη από τις διάφορες εταιρίες-κανάλια) προσέφυγε Η ΙΔΙΑ (σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν έχω άλλες πηγές, ενημέρωστε με αν ξέρετε περισσότερα) στο ΕΣΡ.

γ) η προσφυγή της Digea στο ΕΣΡ έγινε για δύο λόγους: ένα, για να κριθεί το παράνομο του περιεχομένου του σταθμού, δύο, για να κριθεί ο σταθμός παράνομος επειδή ..δεν πληρώνει την εισφορά του για διάστημα μηνών.

Ωραία όλα αυτά; Ωραία. Μέχρι στιγμής μιλάμε για δημοσιεύματα είτε του τύπου, είτε αναφορές του blog.

Πάμε να δούμε πως μεταφράζεται όλο αυτό.

Κατ’ αρχάς, το ΕΣΡ, δια στόματος Λαζαρίδη, καλείται να κρίνει αν, η αναφορές του σταθμού σε τρίτους εργαζόμενους είναι …νόμιμες ή όχι. Προσέξτε το αυτό: Το ΕΣΡ, (χωρίς να μπούμε στην διαδικασία απόφασης, αν ο ..νομικός σύμβουλος θα αποφανθεί τελικά θετικά ή αρνητικά), θα κληθεί να αποφανθεί, αν το περιεχόμενο ενός σταθμού, είναι νόμιμο ή παράνομο, όχι για την βάση του (ομολογεί ότι δεν έχει πρόβλημα να μιλάει για εργασιακά), αλλά για την ουσία του (δικαιούται, λέει ο πρόεδρος, να μιλάει ΜΟΝΟ για τα δικά του. Αν μιλήσει για άλλων, πρέπει να κριθεί το νόμιμο)! Σημειώστε το ως το πρώτο απίστευτο της υπόθεσης.

Σαν να μην έφτανε αυτό, η Digea επεμβαίνει κατ’ αρχάς προσφεύγοντας στο ΕΣΡ. Σημειώστε το ως το δεύτερο απίστευτο της υπόθεσης. Γιατί; Κατ’ αρχάς, γιατί τα μέλη της… ήδη δεν είναι νόμιμα. Δεν υπάρχει νομικό καθεστώς για κανένα από τα επτά κανάλια που συμμετέχουν στην Digea. Δεύτερον, γιατί, με την ΠΛΗΡΗ ανοχή του ΕΣΡ (επαναλαμβάνω, με την ΠΛΗΡΗ ανοχή του ΕΣΡ) έχουν καταστρατηγήσει μπόλικους κανόνες που έχουν θεσπιστεί: διαφημίσεις σε δελτία ειδήσεων, διαφημίσεις σε παιδικά προγράμματα, διαφημίσεις και διοργανώσεις κληρώσεων με μηδέν ενενήντα, η λίστα είναι τεράστια. Που είναι η ανοχή; Για μία παράβαση που αποφέρει δεκάδες χιλιάδων ευρώ σε έσοδα, καθημερινά και επί όσες ημέρες επαναλαμβάνεται, η ..»τιμωρία» είναι ένα απειροελάχιστο ποσοστό. Δηλαδή: τα κανάλια παρανομούν, επειδή γνωρίζουν ότι θα πληρώσουν πολύ λιγότερα από όσα θα κερδίσουν. Επιπλέον, το ΕΣΡ έχει παρέμβει ελάχιστα για προγράμματα που θίγουν κατάφωρα την αξιοπρέπεια των συμμετεχόντων (πχ τις εκπομπές της Ανίτας Πάνια), και, όταν αποφασίζει να το κάνει, το κάνει συνήθως ΑΦΟΥ η εκπομπή έχει κλείσει, και πιθανώς επανέλθει με …άλλο όνομα, αλλά ίδιο consept.

Ε, σ’ αυτό το ΕΣΡ, η Digea θέτει θέμα.. νομιμοποίησης περιεχομένου εκπομπής.

Υπόψιν: Εγώ είμαι αναφανδόν εναντίον του ΕΣΡ. Δεν πιστεύω σε καμία λογοκρισία, ούτε ανδρικών ασπασμών, ούτε της Πάνια. Δεν θέλω θεσμοφύλακα το ΕΣΡ, προτιμώ, όταν κρίνεται πως υπερβαίνονται συγκεκριμένοι νόμοι, να κινείται αυτεπάγγελτα νομικές διαδικασίες.

Στο προκείμενο όμως, παρατηρώ ότι η Digea, ζητά από το ΕΣΡ, να νομιμοποιήσει την διακοπή μίας εκπομπής, και αυτό το συζητά, επειδή μιλάει όχι για τα δικά της δικαιώματα, αλλα για τα δικαιώματα των άλλων εργαζομένων!

Και επειδή η Digea δεν υπάρχει, δεν είναι αυτόνομη επιχείρηση, τα υπόλοιπα κανάλια που την απαρτίζουν, φοβούνται και αντιδρούν, ψάχνοντας τρόπους να το κάνουν, να φιμώσουν ένα κανάλι -όχι επειδή μιλάει για τα δικά του προβλήματα, αλλά επειδή «απειλεί» να δώσει λόγο σε άλλους εργαζόμενους, όπως πχ της Χαλυβουργίας!

Κάτι που προφανώς τους προκαλεί ανατριχίλα.

Φυσικά, αν ήταν κανονική εκπομπή, όπως πχ του Τσίμα, του Βαξεβάνη κλπ, αν από εκεί μιλούσαν οι υπάλληλοι για τα προβλήματά τους, δεν θα ετίθετο θέμα νομιμότητας από το ΕΣΡ. Σωστά;

Προς το παρόν τουλάχιστον.

Η οικογένεια Κλικλίκου λοιπόν, ίσως κρύβει ένα δικτατοράκι μέσα της.

Και καλό είναι που το μαθαίνουμε νωρίς.


Υ.Γ.1: Όπως είδατε δεν αναφέρομαι ούτε στο αν έχουν δικαίωμα να «καταλάβουν» τον σταθμό οι υπάλληλοι (γιατί ούτε η Digea δεν το θέτει). Η Digea αναφέρεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο, ανεξαρτήτως πως βγαίνει. Αυτό κάνω και εγώ.

Υ.Γ.2: Ούτε η Digea, ούτε το ΕΣΡ έχουν κοινοποιήσει τις ανακοινώσεις τους στους δικτυακούς τους τόπους. Το μόνο δημοσίευμα που βρήκα είναι της Ναυτεμπορικής (και το άρθρο των εργαζομένων, που ενώ παρουσιάζουν αυτολεξεί τα κείμενα σε εισαγωγικά, δεν αναφέρουν πηγές). Όποιος έχει επιπλέον πληροφορίες που θα ξεκαθαρίσουν την κατάσταση (και πιθανώς μου αλλάξουν την γνώμη μου), ενημερώνει.

Υ.Γ.3: Σήμερα η Digea εκπέμπει ΜΟΝΟ το σήμα του Alter σε κακή ποιότητα. Δεν ξέρω αν είναι τεχνικά εφικτό να οφείλεται σε λάθος, και όχι σε ηθελημένη παραποίηση του σήματος. Ενημερώστε αν γνωρίζετε.

Υ.Γ.4: Αν πληρώσουν οι υπάλληλοι την συμμετοχή του σταθμού, η Digea θα αφήσει το κανάλι να εκπέμψει ελεύθερα; Πόσο κοστολογείται η συμμετοχή, ξέρει κανείς;

Διαβάζω για τους 117 βουλευτές που ζητούν τα αναδρομικά τους. Έχει πλάκα, γιατί σχεδόν ταυτόχρονα μου ήρθε ένα email που μου ζητά να υπογράψω ένα εξώδικο που προσβάλλει την διαδικασία είσπραξης εισφορών από τον λογαριασμό της ΔΕΗ.

Μου αρέσουν και οι δυο κινήσεις, εκατέρωθεν. Και των βουλευτών, και των πολιτών.

Μου φαίνεται εξαιρετικά πολιτισμένο(*):

Οι άνθρωποι κάνουν προσφυγή στα δικαστήρια. Θεωρούν ότι έχουν νόμιμο δικαίωμα, το αίτημά τους είναι δίκαιο, και αυτό έχει καταπατηθεί.

Αν δεν μας αρέσουν οι νόμοι, να τους αλλάξουμε. Αν δεν μας αρέσουν οι διαδικασίες, να τις αλλάξουμε. Αν δεν μας αρέσουν οι βουλευτές, να τους αλλάξουμε. Αν δεν μας αρέσει να μας παίρνουν χαράτσι από την ΔΕΗ, να το αλλάξουμε. Αν δεν μας αρέσουν οι νομοθέτες, ή οι δικαστικοί, ας τους αλλάξουμε.

Ως τότε, το μόνο που μπορούν να κάνουν, οι μεν και οι δε, είναι να διεκδικήσουν το δίκαιό τους. Και, όσο με ενοχλεί το «μα θέλουν και σύνταξη οι συνταξιούχοι» ή «θέλουν και δουλειά οι δημόσιοι υπάλληλοι» μαζί με το «στις μέρες που ζούμε» θα με ενοχλεί όσο και το «μα θέλουν και τα αναδρομικά οι βουλευτές».

Η δικαιοσύνη (θα έπρεπε να) έχει ένα περίεργο κουσούρι: Δεν λέει «στις μέρες που ζούμε» θα έχεις λιγότερη δικαιοσύνη. Οφείλει να την παρέχει, ανεξαρτήτως ημερών.

Είτε βουλευτής είσαι, είτε συνταξιούχος, είτε χαρατσωμένος από την ΔΕΗ.

Αν ισχύσει για όλους όσους διεκδικούν τα δικαιώματά τους, εγώ είμαι ok (**).

(* Μια χαρά το ξέρω ότι οι καιροί δεν είναι ιδιαιτέρως πολιτισμένοι.)

(** Update: αν όχι όμως;

Without money

Λέω να γράψω κάτι στον εαυτό μου. Αν σε αφορά και σένα, ρίξε του μία ματιά.

Μαλάκα μου, δεν ήθελα να στο πω εγώ.

Αλήθεια.

Ήθελα να στο πει κάποιος άλλος, να το ακούσεις από αλλού, να μην με συνδέσεις μ’ αυτήν την αλήθεια, να μη χρειαστεί να σου απαντήσω σε καμία ερώτηση.

Αλλά δεν ακούω να το λέει κανείς.

Οπότε, μάλλον, θα στο πω εγώ.

Δεν – είσαι – πλούσιος.

Μαλάκα μου, κρατήσου. Κάτσε σε μία καρέκλα, πάρε βαθιές ανάσες, προσπάθησε να χαλαρώσεις. Είχες καταλάβει λάθος, ok, ανθρώπινο ήταν, να μην το βλέπεις μπροστά σου, να μην θέλεις να το δεις βρε αδελφέ, επιλεκτική αντίληψη, υπάρχουν και ιατρικοί όροι γι’ αυτά τα πράγματα.

Δεν είσαι πλούσιος.

Υπάρχουν οι πλούσιοι, και υπάρχεις και εσύ. Κάπου ανάμεσα, υπήρξε μία ομίχλη, μία βαβούρα, και ξαφνικά, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, βρέθηκες να ζεις σαν πλούσιος. Εκεί που οι πλούσιοι είχαν αμάξι, είχες και εσύ. Εκεί που είχαν στέγη, είχες και εσύ. Σούπερμαρκετ αυτοί; και εσύ. Σαλέ και παραλίες; και εσύ. iphone αυτοί;, και εσύ. Nike και Dolce Cabana; Και εσύ.

Αυτοί, βέβαια, τα αγόραζαν. Εσύ, τα νοίκιαζες. Νοίκιαζες το αμάξι σου από την τράπεζα, και όταν πάλιωνε, στο έδινε. Νοίκιαζες το σπίτι που έμενες, και όσο και να πάλιωνε, δεν στο έδινε ποτέ. Έπαιρνες δάνεια για το ταξίδι με την παρέα στο hype μέρος, με επιδότηση το iphone, στην κάρτα το σουπερμάρκετ με την σαμπάνια, στην κάρτα και η Cabana.

Σ’ αυτό το θολό τοπίο, αφεντικά και δούλοι, πλούσιοι γινίκαμε ούλοι.

Τώρα, για μας, είχε πλάκα όλο αυτό. Χαβαλέ. Με πενηντάρικο είσοδο έμπαινες στο κλαμπ που ο άλλος έμπαινε τσάμπα επειδή ήταν διάσημος, μπορεί να του έτρωγες ξέρω γω την γκόμενα, ή το αγόρι, να μην ξεχώριζες από τον δίπλα αν ήταν λεφτάς, έμαθες τα παιδιά σου να ονειρεύονται λούσα. Πλήρωνες για να σου ανοίξουνε δρόμο, για να χτίσεις στο δάσος, για να πας στο καλύτερο ιδιωτικό νοσοκομείο, για να κερδίσεις στην δίκη.

Ξεχώριζες όμως από το χαμίνι.

Α, μάλακα μου, το χαμίνι ήταν χαμίνι. Ο πατέρας σου που ήταν οικοδόμος ξέρωγω, ή συνταξιούχος, ή η μάνα σου, ή ο άγνωστος, στον δρόμο, που ‘μπαινε ολόκληρος στον κάδο, ο μετανάστης, ο άστεγος, αυτοί ήταν οι φτωχοί.

Άλλη κάστα.

Εσύ, ήσουν ο νεόπλουτος.

Άλλη κάστα.

Μάλιστα.

Ε, λοιπόν, λυπάμαι που θα στα γαμήσω όλα αυτά, αλλά ήσουν τόσο πλούσιος, όσο σου επέτρεπαν άλλοι να είσαι.

Γιατί, κάποια στιγμή, ο βεριτάμπλ πλούσιος, τα πήρε. Λέει, ρε φίλε, εγώ αφεντικό, εσύ γραφιάς, και ‘χουμε και οι δύο αμάξι; Έχουμε και οι δύο Cartie; Έχουμε και οι δύο iphone; Γαμάμε τις ίδιες γκόμενες; Φοράμε το ίδιο κόσμημα;

Και που θα ξέρει ο δίπλα ρε καραγκιόζη ότι εγώ αφεντικό και εσύ γραφιάς;

Πως θα ξεχωρίζουμε;

Στο μεταξύ όμως, εσύ ξέχασες.

Ξέχασες ότι το σούπερμαρκετ είναι δανεικό. Ότι το iphone είναι δανεικό. Ότι το ρολόι είναι δανεικό, ότι το κουστούμι είναι δανεικό, το αμάξι δανεικό, το ταξίδι δανεικό, το laptop δανεικό, το σπίτι δανεικό.

Ξέχασες ότι το σπίτι είναι δανεικό, και νόμιζες πως είναι δικό σου. Ξέχασες πως η δουλειά είναι δανεική, και το αμάξι δανεικό, και η χώρα δανεική, και όλα δανεικά, και τα νόμιζες δικά σου.

Άρχισες να λες για το ελληνικό ιδεώδες, και άφησες να γαμάνε τους μετανάστες στα χωράφια, λες και δεν ήσουν ποτέ μετανάστης. Ξέχασες. Έλεγες πόσο άδικο είναι να καίνε την Πόρσε του άλλου, νομίζοντας ότι έκαιγαν την δική σου, λες και δεν το έκαιγαν άνθρωποι σαν και σένα. Ξέχασες. Πόσο άδικο είναι να σταματάνε την παρέλαση και να αμαυρώνουν την ιστορία, λες και δεν την αμαυρώνουν ότι υπάρχουν άστεγοι στους δρόμους. Ξέχασες. Πόσο σε ενοχλούν οι πορείες που κλείνουν τους δρόμους, λες και δεν είσαι εργαζόμενος. Ξέχασες. Πόσο ενοχλεί η εικόνα του πεινασμένου, λες και θα έχεις φαΐ για πάντα. Ξέχασες. Πόσο ενοχλεί η εικόνα του άστεγου στο (ιστορικό) κέντρο της Αθήνας, λες και έχεις δικό σου σπίτι. Ξέχασες.

Ξεχάστηκες. Νόμιζες πως είσαι αφεντικό.

Και ξέχασες που ανήκεις.

Ντάξει, ρε φίλε, κάλλιο αργά.

Δεν ήθελα να στο πω εγώ, καταλαβαίνεις.

begging

Σε πλησιάζω. Δεν υπάρχουν υγρά σοκάκια και μαλακίες, αυτά είναι στα έργα, εδώ ο δρόμος είναι φωτεινός, τα πλακάκια καθαρά, κάπου ένα κόκκινο χαλί, κάμερες, μάρμαρο στους τοίχους, ξύλο αληθινό για την καρέκλα σου. Σε ρωτάω: Πόσο πάει; Θέλω να αγοράσω ευημερία. Θέλω να πληρώνω με ευρώ. Μου λες, ο παππούς, της γειτονιάς. Δεν θα του φτάνει η σύνταξη, για το νοίκι. Αν μένει σε δικό του, θα του έρθει με την ΔΕΗ. Θα δώσει άλλο νόημα στην λέξη χαράτσι. Σκοτάδι. Δεν έχει άλλους πόρους, μπορεί να ζει και τα παιδιά του. Δούλευε τόσα χρόνια, και έτσι και αλλιως, δεν μπορεί να αντιδράσει πια. Χρειάζεται τα φάρμακα, πλησιάζει στον θάνατο. Με φοβάται. Θα τον λιώσω. Ντάξει, αλλά θέλω ευρώ. Να είμαι στις αγορές. Πόσο πάει; Για να έχω, πρέπει ο προμηθευτής μου να είναι χαρούμενος, μου λες. Θα σου μεταφέρω τις εντολές του. Εκλογές, όποτε θέλει αυτός. Δημοψηφίσματα, αν θέλει αυτός. Πρωθυπουργούς, όποιος θέλει αυτός. Αντιπολίτευση, όπως και όποιον θέλει αυτός. Δημοσιογράφους, όποιους θέλει αυτός, να λένε ότι θέλει αυτός. Βάζει τα λεφτά, καταλαβαίνεις. Θέλει να αισθάνεται ασφαλής. Πόσο πάει; Να, οι φίλοι σου δεν θα πληρώνονται. Η εταιρία θα κρατά τους μισθούς τους από τον Αύγουστο, για να πληρώσει τους ξένους προμηθευτές της, για να φέρει εμπόρευμα. Δεν παίρνουν πια επιταγές, καταλαβαίνεις. Πόσο πάει; Ξέρεις, θα χρειαστεί να σου βάλω και φασίστες. Στην κυβέρνηση. Κανα-δύο γελοίους, για να γελάμε, και καναδύο σοβαρούς. Θα έχουν υμνήσει ο,τι χειρότερο έχεις σκεφτεί, και εγώ θα τους τιμήσω με τρόπους που δεν φαντάζεσαι. Δεν τους χρειάζομαι, αλλά για αύριο, μου λες. Μη δουν χαρά στα σκέλια τους, καταλαβαίνεις. Πολιτική. Πόσο πάει; Θα νομιμοποιήσω τα λεφτά στο εξωτερικό. Βγήκαν με όποιον τρόπο μπορείς να φανταστείς, δουλεμπόριο με μετανάστες, τράφικινγκ, ναρκωτικά, μίζες, θα μπορούν να αγοράσουν ότι θέλεις εδώ στην Ελλαδα – δεν θα ρωτήσω που τα βρήκαν. Πόσο πάει; Θα σε βρίζουν οι ξένοι. Μάγκα μου, θα σε ξεφτιλίσουν, και εγώ από πάνω θα σου φωνάζω μαζί τα φάγαμε, σκάσε. Και θα σκας.Πόσο πάει; Άκου, θα βάλω τραπεζίτη πρωθυπουργό. Δεν έχεις πρόβλημα, ε; Δεν είναι ανάγκη να τον ψηφίζεις. Φροντίζω εγώ. Είσαι πειραματόζωο. Θέλω να δω πως αντιδράς για να το κάνω και στους γείτονές σου. Πόσο πάει; Δεν θα δεις πολιτικό στην φυλακή. Αμνηστία, γενική. Καταλαβαίνεις, τα μυρίζονται τις έχθρες οι αγορές, αγριεύουν. Πόσο πάει; Θα χρειαστεί να σου πω ότι είμαι ήρωας. Κάνεις θυσίες – αλλά και εγώ θυσιάζω καρέκλες. Μην το ξεχάσεις: ήρωας. Για το καλό της πατρίδας. Πόσο πάει; Θα αλλάξω και τις λέξεις. Θα κλείνουν τα μαγαζιά και γω θα σου λέω ευημερία. Θα σου κατεβάζω την ΔΕΗ και θα το λέω θυσία. Θα γίνω λίγο νονός. Τα ξανάπαμε. Πόσο πάει; Θα σου πω κατάφωρα ψέματα. Όσο πιο στα μούτρα σου μπορώ, και, αμέσως μετά, θα σου ξαναπώ. Το αντέχεις; Πόσο πάει; Θα πληρώσω τα κανάλια – όχι για την σιωπή τους, αλλά για την συνενοχή τους. Οι δημοσιογράφοι θα με υμνούν, εμένα, και τις χειρότερές μου αποφάσεις ως απολύτως αναγκαίες. Θα τους βάλω να σου λένε κάθε μέρα πως θα πεθάνεις, και εσύ, και θα παιδιά, και η γυναίκα σου, εκτός και αν υποταχθείς. Πόσο πάει; Θα σου λέω καθημερινά ότι φταις. Ό,τι και να είσαι, φταις. Θα σου λέω «κάναμε λάθη, και εμείς» αλλά μετά θα λέω στους συμπολίτες σου ότι φταις, μέχρι να σε μισήσουν με όποιον τρόπο μπορούν, και μετά θα σε στρέψω εναντίον τους, γιατί θα σου πω ότι φταίει κάποιος από αυτούς. Πόσο πάει; Αν μου αντιδράσεις, θα σε βαρέσω. Έχεις – δεν έχεις κάνει κάτι θα σε ψεκάσω. Θα προσπαθήσω να σε σκοτώσω. Σοβαρά στο λέω, κοίτα να είσαι σίγουρος. Χρειάζομαι τα ευρώ. Την ασφάλεια. Πόσο πάει; Θα πεινάσει κόσμος. Πόσο πάει; Το πετρέλαιο – Πόσο πάει; Τα νοσοκο – Πόσο πάει; Η παιδει- Πόσο πάει;

Τι πόσο πάει ρε φίλε; Όσα είσαι διατεθειμένος να δώσεις. Τόσα θέλω.

Η οθόνη, και ένα πληκτρολόγιο.

Όλοι στο σπίτι, κοιμούνται. Εγώ, γράφω. Ξημερώνει Σάββατο, 12 Νοεμβρίου του 2011, μία μέρα μετά. Όχι, δεν ξημερώνει τίποτα. Θα αργήσει να ξημερώσει.

Μέχρι τώρα, η τηλεόραση έπαιζε. Κοιμήθηκα λίγο, όσο χρειαζόταν για να ξυπνήσω να ταΐσουμε την μικρή. Άλλες φορές τρώει εύκολα, άλλες δύσκολα. Βγάζει και γουλίτσες, παίρνει και σιρόπι, σαν την μεγάλη της αδελφή.

Φοβάσαι μην χάσεις όσα αγαπάς μόνο όταν γίνει κάτι που σου στερεί την ασφάλεια ότι θα τα έχεις για πάντα. Όπως την ανθρωπιά σου, ξερώ γω. Ή την τιμή σου.

Δάκρυσα σήμερα.

Ήμουν στο γραφείο, και, κάποιοι άνθρωποι χαμογελούσαν. Νικητές. Όχι γύρω μου: στο γυαλί, στις δηλώσεις. Με νίκησαν. Μου είπαν «κοίτα, η απόλαυση να χτυπήσεις έναν άνθρωπο, η απόλαυση να τον πονέσεις, να τον διώξεις, να τον ξεριζώσεις, να τον κοιτάξεις σαν κατώτερο ον, σήμερα, μόλις τώρα, σε εξουσιάζει. Θα αναφέρεσαι σε αυτήν ως Κύριε Υπουργέ μου. Θα την πληρώνεις, θα την τιμάς, θα την σέβεσαι.»

Αλλιώς; Αλλιώς θα χάσω κάτι από μένα.

Την αξιοπρέπειά μου, την ελευθερία μου, τα παιδιά μου το φαγητό τους, η γυναίκα μου τον άντρα της, ο πατέρας μου τον γιο του.

Νίκησαν.

Πονάει λίγο το συκώτι μου. Δεν είναι η πρώτη φορά, με πονάει μέρες τώρα, μάλλον, μήνες τώρα. Πρέπει να πάω να το κοιτάξω, το αμελώ. Να το σημειώσω στο κινητό μου, απέκτησε ημερολόγιο, καλεντάρι. Όμορφο. Τίποτα πια όμως δεν είναι τόσο αθώα όμορφο.

Πονάει το χαμόγελό τους.

Γιατί μου είπαν, κοίτα, μικρέ μου. Δεν χρειαζόμαστε τανκς. Διάολε, δεν χρειάζεται ΚΑΝ να είμαστε ψεύτες! Μπορούμε να πούμε ότι είμαστε ακροδεξιοί, ότι μισούμε όποιον δεν είναι έλληνας, ότι θεωρούμε έναν συνάνθρωπό μας κατώτερο – και πάλι να μπούμε στην κυβέρνηση! Τα κανάλια που μας φώναζαν τόσο καιρό σε όλα τα παράθυρά τους δικαιώνονται, και δεν θα τα ξεχάσουμε. Σήμερα, η ανάγκη της πατρίδας απαιτεί να μας πουν ήρωες – και εσύ, μικρέ μου, μπορείς μόνο να κοιτάς.

Αλλιώς θα γίνεις σαν και μας. Θα λύνεις τις διαφορές σου με γροθιές.

Κάνει λίγο κρύο. Τα κοινόχρηστα ήταν πολύ ακριβά ήδη, φέτος θα μας γονατίσουν. Χοντρότερα ρούχα, και κάλτσες. Θα μπορούσαμε να μετακομίσουμε, και ίσως χρειαστεί να το κάνουμε – αλλά το σπίτι μας αρέσει, έχει χώρο για τα παιδιά, τώρα που είναι μικρά. Ίσως μετά.

Ότι τους έβαλε το ΠΑΣΟΚ, με γονατίζει. Δεν ξαφνιάζομαι για την σύμφωνη γνώμη της Νέας Δημοκρατίας, ξέρω τι θα πεις, αυτοί είναι οι βασικοί εχθροί τους – ποτέ δεν το χώνεψα πλήρως αυτό, αλλά το ΠΑΣΟΚ με γονάτισε. Δεν ήμουν ποτέ ΠΑΣΟΚ, δεν το ψήφισα ποτέ, δεν ήμουν ποτέ κανένα κόμμα άλλωστε, είχα πάντα πολιτική ιδεολογία που δεν καλουπώνεται σε κόμματα, δεν χωράει σε στεγανά. Το είπε το κόμμα και παπαριές – στα αρχίδια μου. Αλλά βλέπεις τους ανθρώπους. Σου πουλάνε έναν σοσιαλισμό. Δεν τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ψηφίσεις – αλλά τους εμπιστεύεσαι αρκετά για να τους ακούσεις. Να ψάξεις, ανάμεσά τους, έναν καλό, ίσως τίμιο. Που πάει να αλλάξει κάτι. Εκατον πενήντα τρεις από αυτούς λοιπόν, όσοι παρέμειναν σταθεροί στο «ψηφίζω για τελευταία φορά», δικαίωσαν το σίχαμα της ακροδεξιάς, του παρέδωσαν, ανίκανοι, ανήμποροι να κάνουν αλλιώς, την εξουσία, όσο μικρή και να είναι, ή όσο μεγάλη, την τιμή, την αξιοπρέπειά τους. Εκατόν πενήντα τρεις μικροί άνθρωποι, που θέλουν να λέγονται αριστεροί.

Πες ότι θέλεις, έχε ότι γνώμη θέλεις. Τίποτα αξιοπρεπέστερο για μένα στην βουλή, τίποτα πιο ελπιδοφόρο, από την απόλυτη άρνηση της αριστεράς να συμμετέχει σ’ αυτήν την κυβέρνηση. Τίποτα πιο ελπιδοφόρο.

Δάκρυσα σήμερα.

Μία φίλη, ας την πούμε Δανάη, μου είπε μία ιστορία. Η γιαγιά της, αυτόν τον μήνα, παρέλαβε δύο φακέλους. Στην μία επιστολή, γράφει την σύνταξή της: Τετρακόσια ευρώ. Στην άλλη, έχει την ΔΕΗ. Τριακόσια ενενήντα. «Τι να της πω;» μου λέει.

Τι να της πει;

Στο twitter, πασχίζω να γράψω.

Συνήθως όταν θυμώνω, ξεκινάω και ξεχνάω να σταματήσω. Δέκα, είκοσι, τριάντα tweets συνεχόμενα. Λέω, λέω λέω – μέχρι να νιώσω ότι είπα αυτό που ήθελα, όπως ήθελα να ακουστεί.

Σήμερα, πασχίζω να γράψω. Πασχίζω να ψελλίσω. Πασχίζω να εξωτερικεύσω.

Σε ένα από αυτά, γράφω: «Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που το παιδί μου δεν καταλαβαίνει. Ευτυχώς μαλάκα μου να λες που δεν έχω να γυρίσω σπίτι να του εξηγήσω.» Μια κοπέλα μου απαντά: «Εγώ τι εξήγηση και τι διαβεβαίωση για το μέλλον να δώσω στο παιδί μου, που είναι και παιδί μεταναστών;»

Της απαντώ «δύναμη και κουράγιο. Δεν είναι η εικόνα μας αυτή. Συγνώμη.»

Μετά, αφαιρώ ότι δεν είναι απαραίτητο, μένω στην ουσία. Απαντώ: «Συγνώμη.»

Αυτό λέω στην φίλη μου την Δανάη να πει στην γιαγιά της. Συγνώμη.

Έχουμε δακρύσει και οι δύο, και εγώ και η Δανάη – από απόγνωση. Αυτό να της πεις, της λέω. Συγνώμη.

Αυτή η συγνώμη, έχει πατέρα. Έναν φίλο, που ξέρω ότι ψήφισε ΠΑΣΟΚ, που ξέρω ότι είναι τίμιος, που ξέρω ότι τα όχι που έχει πει έκτοτε του έχουν κοστίσει πάρα πολλά, που στις 16:06 μου έστειλε ένα μήνυμα στο κινητό.

«Τι να πω… Συγνώμη»

Σκέφτομαι τον Γλέζο, συχνά. Έχω μεγάλη εκτίμηση, μπορεί να μην συμφωνώ πάντα μαζί του, αλλά είναι άνθρωπος αξιοπρεπής, σπάνια εικόνα. Δίπλα δε στους άλλους, ακτινοβολεί.

Θυμάμαι ότι τον ψέκασαν, ανθρωπάκια, σε μία πορεία που εγώ δεν ήμουν εκεί, και ήταν εκείνος.

Θυμάμαι πόσες ιστορίες έχω ακούσει για όλα εκείνα που εκείνος θυσίασε, και εγώ όχι.

Θα δει τον Βορίδη υπουργό. Αυτός ο άνθρωπος, που του χρωστάω πολλά για την ελπίδα, θα δει τον Βορίδη υπουργό.

Πως να τον κοιτάξω στα μάτια;

Με τι μούτρα να του ζητήσω συγνώμη;

Τηλεοπτικό παράθυρο. Ο Αθανάσιος Πλεύρης γειτονιάζει τον Σπηλιωτόπουλο. Στην μέση, η Στάη. μοιάζει θυμωμένος – δεν πήρε, φαίνεται τίποτα. Αδικήθηκε. Δεν ακούω τι λέει, είμαι πολύ θυμωμένος. Μοιάζει με παιδάκι, σκέφτομαι τον πατέρα του, σκέφτομαι τον Γλέζο.

Είμαι πολύ θυμωμένος, ναι. Αλλά είμαι απόλυτα απογοητευμένος.

Ο βουλευτής, ο πράσινος, ο μπλε, στις 19 Φεβρουαρίου, αν έχουμε Ελλάδα μέχρι τότε, αν έχουμε Ευρώπη, αν έχουμε Σύνταγμα, αν έχουμε βουλή, αν έχουμε δουλειά, αν έχουμε ευρώ ή αν έχουμε δραχμή, στις 19 Φεβρουαρίου ο βουλευτής θα απλώσει το υπέροχο προσωπάκι του, φωτοσοπιασμένος, τριάντα χρόνια νεότερος, με άψογο σακάκι και χτένισμα, και θα γράψει από κάτω κάτι σαν «για να ξαναβρούμε την ελπίδα», ή «για την Ελλάδα», και θα εμφανιστεί, χάρτινος, μονοδιάστατος, στο γυαλί, στην αφίσα,

…και γω θα θυμάμαι την έκφραση του Βέγγου, όταν βλέπει ότι το παιδί του είναι ναζί.

Την πλήρη, απόλυτη, αδιαπραγμάτευτη απογοήτευσή του.

Θα αργήσει να ξημερώσει.

Συμπάθα με, όχι σχόλια σήμερα.

DayOfShame

Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

Με τον φόβο (ή «φόβο») να μην γίνει ποτέ το δημοψήφισμα, να προλάβει να πέσει η κυβέρνηση, ή το κράτος, ή να εκπληρωθεί η προφητεία των Μάγια ξερωγω, ας δούμε τι είναι αυτή η παπαριά, και γιατί είμαι αναφανδόν υπέρ της.

Τι σημαίνει ένα δημοψήφισμα:

Για την δημοκρατία. Η κυβέρνηση, πλην ορισμένων διαδικασιών, δεν έχει την λαϊκή εντολή παρά μόνο κάθε τέσσερα χρόνια. Τέσσερα-χρόνια. Αυτά είναι πολλά, σε κάθε περίπτωση, και, σήμερα μιλώντας, πολλές είναι και τέσσερις ώρες. Την ψηφίζουμε τώρα, και για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, λειτουργεί όπως νομίζει.

Συμφωνείς; διαφωνείς; μπορείς πχ να διαδηλώσεις, να κάψεις τράπεζες ή να μπεις στο μπουρδέλο την βουλή, να μιλήσεις στους βουλευτές σου ή να τους πετάξεις γιαούρτια, αλλά δημοκρατικά υποχρεωμένοι να σε ακούσουν είναι μετά από τέσσερα χρόνια.

Πολύ. Υπερβολικά πολύ. Γι’ αυτόν τον λόγο, η διενέργεια δημοψηφίσματος είναι μία θαυμάσια ευκαιρία για να μιλήσει, δημοκρατικά και -κυρίως- θεσμικά, ο λαός. Η δημοκρατία έχει μόνο να κερδίσει από αυτήν την διαδικασία της.

Γι’ αυτό είμαι υπέρ του δημοψηφίσματος.

Για τον πολίτη. Κάθε δυνατότητα που έχει ο πολίτης να συμμετέχει στα κοινά είναι μία δυνατότητα αξιοπρεπής παρουσίας. Ο Α ή ο Β μπορεί να τον θέλει στον δρόμο – δεν θα διαφωνήσουμε. Μπορεί να τον θέλει στο Σύνταγμα, δεν θα διαφωνήσουμε. Στον αγώνα, ούτε εκεί θα διαφωνήσουμε. Αλλά το σημαντικό, κατ’ εμέ, είναι να τον θέλει ενεργό. Κάθε φορά που καλείται να απαντήσει ο πολίτης σε ένα ερώτημα, καλείται να συμμετάσχει στην λύση του. Μέχρι τώρα, η συμμετοχή του ήταν να επιλέξει την Καϊλή γιατί έγραφε ωραία στο γυαλί, τον Ρομπόπουλο γιατί είχε ωραιο λόγο, ή τον Τσοχατζόπουλο για το παράστημά του. Μπορούσε – αλλά εδώ και δύο τουλάχιστον χρόνια αντιλαμβάνεται πόσο πονάει αυτή η ελαφρότητα της επιλογής, πόσο επηρεάζει την καθημερινότητά του. Ή, εν πάσει περιπτώσει, θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί.

Γι΄αυτόν τον λόγο, η η διενέργεια δημοψηφίσματος είναι μία θαυμάσια ευκαιρία να συμμετάσχει(*), να έχει το βάρος της απόφασής του, να αξιοποιήσει την δύναμή του.

Γι’ αυτό είμαι υπέρ του δημοψηφίσματος.

Για το κράτος. Εδώ και χρόνια γράφω, με απόλυτη συνέπεια ελπίζω, πως η εικόνα μου είναι ότι οι τελευταίες κυβερνήσεις ΔΕΝ αξιοποιούν την εξουσία του λαού με λύσεις, αλλά με πρόγραμμα. Ότι τους είναι απείρως πιο εύκολο να πουν «ας φορολογήσουμε αυτό», από το να πουν «ας δημιουργήσουμε εκείνο». Πιο εύκολο, πιο βατό, πιο ασφαλές. Ε, προφανώς, δεν είναι. Ειδικά η τελευταία κυβέρνηση έχει βαλθεί να πείσει ότι αυτό που κάνει είναι σωστό, καταναλώνοντας απείρως περισσότερες δυνάμεις για να το τεκμηριώσει, από ότι για να εξετάσει την πιθανότητα να υπάρχουν και άλλες λύσεις, άλλες επιλογές, άλλες προτάσεις. Δεν ξέρω αν δεν την νοιάζει, που είναι το βλακώδες, είτε δεν είναι μέρος της ατζέντας της, που είναι το προδοτικό, δεν έχει δείξει ούτε ένα λεπτό μάχης για την λύση, παρά δύο χρόνια μάχης για την λύση έτσι.

Αυτή η κυβέρνηση μπορεί να τα αλλάξει όλα. Με ένα δημοψήφισμα να βγει ένα ερώτημα που περιέχει δύο λύσεις. Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι δεν θα γίνει, αλλά αφήστε με να είμαι ρομαντικός: έχει την ευκαιρία να δείξει ότι, έχει την σκέψη δύο λύσεων, την δυνατότητα διαχείρισής τους, μέχρι τώρα ακολουθούσε το ένα, είναι ικανή για το δεύτερο.

Γι’ αυτό, είναι μία θαυμάσια ευκαιρία, να δούμε ποιος είναι τι, ποιος αξίζει τι, και ποιος μπορεί τι.

Και γι’ αυτό, είμαι υπέρ του δημοψηφίσματος.

Υ.Γ.: (*) στο twitter διάβασα πως, η μη συμμετοχή ποσοστού μεγαλύτερου από το 50,1% την καθιστά άκυρη. Δεν μπόρεσα να το επιβεβαιώσω, αλλά, αν ισχύει, σημαίνει ότι έχουμε περισσότερες επιλογές από τις δύο, ειδικά σε ένα ερώτημα που δεν μας καλύπτει. Update (11/1/2012): το κείμενο στο twitter, αν και αναφερόταν στο δημοψήφισμα, ίσως εμπνεύστηκε από ένα email που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή για τις κανονικές εκλογές, το οποίο δεν ισχύει.

Άλλες θέσεις για το δημοψήφισμα: «Εκβιασμός» αλλά και «ευκαιρία» το δημοψήφισμα για την αριστερά (Το ποντίκι)

Signature

Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

Είναι απλό: οι πολιτικοί του σήμερα έχουν την αποκλειστικότητα στην ανάγνωση και την μετάφραση του έργου των αγωνιστών του ’40. Γι’ αυτό κάθονται στην εξέδρα των επισήμων – έτσι νιώθουν. Σαν παπάδες της ιστορίας, κάθε ένας πολίτης που προσβάλλει την εξουσία αυτή, κάθε ένας που κατακρίνει το έργο τους, δεν χτυπά τους αντιπροσώπους των ηρώων, τους ερμηνευτές τους, χτυπά τους αγωνιστές του ’40: Στρέφεται κατά του ιστορικού παρελθόντος.

Οι πολιτικοί μας νιώθουν ως τα θύματα – αλλά αντέχουν, στωικά, την επίθεση: Αυτό που δεν αντέχουν είναι το πλήγμα στο αληθινό θύμα κάθε διαμαρτυρίας, και κάθε μορφής της, που είναι ο φαντάρος στα χιόνια, ο πολίτης της πείνας του έπους. Ως εκπρόσωποί τους, οι πολιτικοί μας, οι αιρετοί επίσημοι, μπορούν να αντέξουν τα πάντα – αλλά ντρέπονται, βαθύτατα, για έναν λαό που χτυπά, μέσω αυτών, το βαθύτερο νόημα του «όχι» και της επανάστασης, καθώς εμείς, οι πολίτες, εκλέξαμε τους συγκεκριμένους πολιτικούς για να έχουν την αποκλειστικότητα στην διδαχή του.

Αυτό είναι το νόημα όσων θα ακούσεις σήμερα:

Δεν μπορεί ο καθένας να ερμηνεύσει κατά το δοκούν το ‘όχι’ του ’40: Υπάρχει μία συντεταγμένη πολιτεία που έχει αναλάβει, με προσωπικές θυσίες, την διαδικασία της διδαχής του.

Τι θα γίνει δηλαδή, θα τα ισοπεδώσουμε όλα τέλος πάντων;

Έχουν πέσει όλοι επάνω μου και με βαράνε.

Με βαράνε τα ΜΑΤ. Με βαράνε οι μπαχαλάκιδες, με βαράνε οι ασφαλήτες, με βαράνε οι αναρχικοί, με βαράει το ΠΑΜΕ, με βαράει ο συνδικαλισμένος, με βαράει ο καναπεδάκιας, με βαράει αυτός που με εκμεταλεύεται, με βαράει το τάδε μπλοκ, με βαράει ο καταστηματάρχης που του έκαψαν το μαγαζί, με βαράνε στην ασφάλεια, με βαράνε και οι δικοί μου μετά.

Με βαράει το κράτος. Με βαράει η εφορία, με βαράει το χαράτσι της ΔΕΗ, με βαράνε τα διόδια, με βαράνε οι εξοπλισμοί, με βαράει η Siemens, με βαράει ο Παπανδρέου, με βαράει ο Ρομπόπουλος, με βαράει ο Βενιζέλος, με βαράει ο Πάγκαλος, με βαράει ο Παπουτσής, με βαράει ο Χρυσοχοϊδης, με βαράει ο Λοβέρδος, με βαράει ο Κακλαμάνης, με βαράνε και οι υπόλοιποι, με βαράει ο Τσουκάτος, με βαράει ο Μαντέλης, με βαράει ο Τσοχατζόπουλος, με βαράνε οι απειλές, με βαράνε οι εκβιασμοί, με βαράει το αν δεν κάνεις ότι σου πούμε.

Με βαράνε στην βουλή. με βαράει ο Βορίδης, με βαράει ο Καρατζαφέρης, με βαράει ο Πλεύρης, με βαράει ο Γεωργιάδης, με βαράει ο Σαμαράς, με βαράει ο Καραμανλής, με βαράει ο Βουλγαράκης, με βαράει ο Σιούφας, με βαράει ο Καμμένος, με βαράει ο Λιάπης, με βαράνε και οι υπόλοιποι, με βαράει ο Μιχαλολιάκος, με βαράει ο Μητσοτάκης, ώρες-ώρες με βαράει και το ΚΚΕ, σπανίως αλλά με έχει βαρέσει και ο Σύριζα, με βαράει η Μπακογιάννη. Με βαράει ακόμα και ο υπάλληλος που φέρνει νερό.

Με βαράει ο αστυνόμος, που μου ζητάει στοιχεία με το ρε. Με βαράει ο σκουπιδιάρης που ανακατεύει σκουπίδια με την ανακύκλωση, με βαράει ο υπάλληλος στο ΙΚΑ που βαριέται και μου μιλάει και άσχημα, με βαράει ο γιατρός που περιμένει φακελάκι, με βαράει ο δάσκαλος που σταρχίδια του το παιδί μου, με βαράει ο βιομήχανος που μου δίνει νερό για γάλα, με βαράει ο εστιάτορας που μου πλασάρει σάπια, με βαράει ο σουβλατζής που είναι μες τις κατσαρίδες, με βαράνε οι της κινητής που χρεώνουν όλοι τα ίδια, με βαράνε οι της λαχαναγοράς που πουλάνε όλοι τα ίδια, με βαράει η κλίκα που πουλάει τα γιαούρτια όλα μία τιμή, με βαράει ο συνεργειάκιας.

Με βαράει ο Ψωμιάδης ο Νομάρχης, με βαράει ο Ψωμιάδης με το πούρο του, με βαράει ο Κουρής της Αυριανής, με βαράει ο Κούγιας, με βαράει ο Τριανταφυλλόπουλος, με βαράνε όλοι οι μπράβοι των προέδρων, με βαράει ο Τσουκαλάς, με βαράει ο αντίπαλος, με βαράει ο διαιτητής που τα παίρνει, με βαράει ο δημοσιογράφος που τα γράφει γιατί τα παίρνει.

Με βαράνε οι τράπεζες. Με βαράνε τα δάνεια, με βαράει η Μέρκελ, με βαράει ο Σόιμπλε, με βαράνε οι χρηματιστές, με βαράνε οι αγορές, με βαράνε οι Γερμανοί, με βαράνε οι Αμερικάνοι, με βαράνε οι Ρώσοι, με βαράνε από το Ισραήλ, με βαράνε και από την Τουρκία, με βαράνε οι Κινέζοι, με βαράνε οι Σαουδάραβες, με βαράνε οι ειδήσεις, με βαράνε οι παραθυράκιδες, με βαράνε οι αρθρογράφοι των εφημερίδων, με βαράνε τα ενημερωτικά blog, με βαράνε οι ακροδεξιοί στα φόρουμ, με βαράνε και στον δρόμο, με βαράνε οι ακροαριστεροί στα φόρουμ, με βαράνε και στον δρόμο. Με βαράνε οι μετανάστες που βαρέθηκαν να τους βαράνε, με βαράει και ο τύπος που ψάχνει στα σκουπίδια, χωρίς να το θέλει ο άνθρωπος, αλλά εγώ πονάω, με βαράει το αφεντικό μου, με βαράει ο προϊστάμενός μου, με βαράει στο εργοστάσιο που δουλεύω, με βαράει στο ντελιβεράδικο που δουλεύω, με βαράει όταν με εκχωρεί σε άλλη εταιρία που παίρνουν 700 και γω παίρνω 300, με βαράει αυτός που του μοιράζω φυλλάδια, με βαράει αυτός που δεν μου απαντά την καλημέρα μου, με βαράει αυτός που παρκάρει στην διάβαση, με βαράει ο καλλιτέχνης που βγάζει δέκα χιλιάδες, με βαράει που μιλάει για την κρίση, με βαράει το κάθε ξέκωλο που κάνει καριέρα με το βυζί του, με βαράει που το παιδί μου θέλει να του μοιάσει, με βαράει ο πλούσιος με την πισίνα και την δική του εκπομπή, με βαράει που το παιδί μου θέλει να του μοιάσω.

Με βαράνε όλοι αυτοί, και πονάει. Κάθε μέρα με βαράνε.

Μόνιμο αγκάθι μου οι κρεμάλες.

Αν κάτι με στοιχειώνει, κάθε φορά, είναι οι κρεμάλες, τα ντου στην βουλή, το σύνθημα «να καεί το μπουρδέλο η βουλή».

Με τρομάζει αυτό το σύνθημα, βαθιά, με τρομοκρατεί.

«Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή».

Προσπαθώ, κάθε φορά, να εξηγήσω γιατί. Φυσικά, όπως σε όλα, η βάση της διαφωνίας μου είναι κυρίως το «όχι στο όνομά μου», μία θεωρία ύπαρξης που με καλύπτει, σχεδόν πάντα, απόλυτα.

Όχι στο όνομά μου.

Όσο δεν θέλω να λέει ο πρωθυπουργός πως οι θυσίες που κάνει ο Ελληνικός λαός τον αναγκάζουν να πλήξει τον τάδε, ή τον τάδε κλάδο (όχι στο όνομά μου, μάγκα μου) άλλο τόσο δεν θέλω ένα κομμάτι όχλου, είτε για χαβαλέ, είτε, πολύ περισσότερο, για τον βασανισμένο λαό (όχι στο όνομά μου, φίλε) να ορμήξει και να κάνει ντου στην Βουλή.

Όχι στο όνομά μου.

Αλλά αυτός είναι ο εύκολος λόγος. Ο άλλος χέστηκε – θα μου πει, «στα παπάρια μου, δεν το κάνω στο όνομά σου, στο δικό μου το κάνω. Εσύ κάτσε στον καναπέ σου να διαμαρτύρεσαι».

Σωστός, βέβαια. Όμως.

Ο δεύτερος λόγος ήταν πάντα το «και μετά;»

Η αμεσοδημοκρατία, που είναι ένα ευγενές, τολμώ να πω, όνειρο πολλών, δεν είναι άμεσα εφαρμόσιμο. Θα μπορούσαμε να γίνουμε εκείνο το χωριό που αυτοδιοικείται – αλλά δεν πρόκειται, όχι διότι ο γείτονας μου που κατεβάζει τα σκουπίδια του ενώ έχει απεργία, ή που δεν κόβει απόδειξη ενώ κατηγορεί αυτούς που φοροδιαφεύγουν, ή που βρίζει τον μετανάστη που «του έχει φάει τις δουλειές», ή, ή, ή – (καταλαβαινόμαστε, αυτός) όχι λοιπόν γιατί αυτός δεν πρόκειται ποτέ, δεν έχει ούτε την παιδεία, ούτε την διάθεση να εφαρμόσει αμεσοδημοκρατία.

Όχι γι’ αυτό.

Αλλά γιατί τα κενά εξουσίας, ειδικά τα τόσο μεγάλα κενά εξουσίας, θα καλυφθούν, άμεσα, από τους ισχυρούς. Και, πιο ισχυρός από τους εκατό, διακόσιους, χίλιους που θα μπουν με λοστάρια μέσα στην βουλή και θα ανοίξουν όποιο κεφάλι βρουν, είναι ο τύπος που έχει όπλο, πιο ισχυρός από αυτόν είναι ο τύπος που έχει πολυβόλο, πιο ισχυρός από αυτόν ο τύπος που έχει τανκς, πιο ισχυρός ακόμα ο τύπος που έχει ξερωγω πενήντα αστέρια ή ένα σφυροδρέπανο στην σημαία του.

Αν με εννοείς.

Το «και μετά;» λοιπόν, μοιάζει ένας αξιοπρεπής λόγος να φοβάμαι.

Αλλά, παραδόξως, δεν είναι ούτε αυτό.

(αντέχεις; τελειώνω)

Ο λόγος που φοβάμαι, λοιπόν, παραδόξως, είναι η εμπιστοσύνη.

Καμιά δεκαριά νοματαίοι αποφάσισαν πως δεν είμαστε αρκετά ικανοί να αντέξουμε την αλήθεια. Στην αρχή, έταζαν θέσεις στο δημόσιο πχ με λεφτά που δεν είχαν, και τα δανειζόντουσαν. Μικρό το επιτόκιο, μπορούσαν. Κρατούσαν επιχειρήσεις ανοιχτές με λεφτά που δεν είχαν, και τα δανειζόντουσαν. Μικρό το επιτόκιο, μπορούσαν. Δεν σου έλεγαν όμως «ψιτ, που ‘σαι, δεν παράγουμε. Αν συνεχιστεί αυτό, θα βουλιάξουμε». Αντιθέτως, έταζαν περισσότερες θέσεις, περισσότερο δημόσιο, περισσότερα επιδόματα. Το βασικό πρόβλημα ήταν πως δεν είχαν εμπιστοσύνη στον κόσμο. Του έλεγαν ψέματα. Ήξεραν, πίστευαν πως αν του έλεγαν την αλήθεια, θα λειτουργούσε λάθος. Και συνέχισαν να μην τον εμπιστεύονται. Σήμερα, καμιά δεκαριά νοματαίοι αποφάσισαν να μας ρίξουν στο ΔΝΤ. Χωρις να ρωτήσουν κανέναν. Μαζεύτηκαν σε ένα δωμάτιο, είπαν «μαλάκα βουλιάζουμε» (το καλό σενάριο σου λέω τώρα) και φτιάξανε πλάνο σωτηρίας. Χωρίς να ρωτήσουν κανέναν. Το πλάνο ήταν μαλακία – πήγαν να το φτιάξουν με ένα που αποδείχθηκε χειρότερο. Δεν ρώτησαν κανέναν. Γιατί δεν είχαν εμπιστοσύνη σε κανέναν.

Δεν είχαν εμπιστοσύνη σε μένα, σε σένα.

Ο κόσμος επαναστάτησε, πήρε κατ’ αρχάς τα πλακάτ, μετά μαζεύτηκαν πολλοί, μετά πέσανε τα δακρυγόνα και οι φόροι. Θόλωσε πες. Βρέθηκε, στους καπνούς, μία λύση.

«Να καεί, να καεί, το μπουρδέλο η Βουλή».

Γιατί να είναι αυτή η λύση; Γιατί να μην «καθαρίσει, καθαρίσει το μπουρδέλο η βουλή»; Ή να «πλυθεί, να πλυθεί, το μπουρδέλο η βουλή»;

Γιατί φοβούνται ότι, αν πέσει η κυβέρνηση, το μπουρδέλο θα αλλάξει πουτάνες – μπουρδέλο όμως, θα παραμείνει.

Γιατί δεν έχουν καμία, απολύτως εμπιστοσύνη. Σε σένα, σε μένα.

Δεν λέω ότι την αξίζουμε, ούτε εσύ, ούτε και γω. Μπορεί να μην είμαστε άξιοι εμπιστοσύνης. Μπορεί, πράγματι, να βάλουμε άλλες πουτάνες στο μπουρδέλο, όχι καλύτερες από αυτές που είναι τώρα εκεί. Δεν λέω.

Λέω όμως δύο πράγματα: ότι δεν θέλω κανένας με λοστάρι να αποφασίσει, εν μέσω χημικών και αστυνομικής βίας, στο όνομά μου, πως ήρθε η ώρα να καθαρίσει έτσι η βουλή,

και πως ο μόνος, ο μόνος τρόπος να γίνουμε άξιοι εμπιστοσύνης, είναι κάποιος να αρχίσει να μας εμπιστεύεται.

Και όσες φορές και να τα κάνουμε σκατά, ποτέ να μην πει «αφού τα κάνεις σκατά, σου αφαιρώ τον λόγο, παίρνω την κρεμάλα μου, και καίω την βουλή». Να διδάσκει, να επιμένει, να δείχνει, κάθε φορά, τα ίδια και τα ίδια λάθη, να νουθετεί, να προτείνει, να ελπίζει.

Αλλιώς, είτε οι μεν, είτε οι δε, θα δουλεύουν για το καλό μας. Και να θυμάσαι: είναι αποκλειστικά και μόνο γιατί δεν μας εμπιστεύονται.

Υ.Γ.: Μια σκέψη είναι, την δουλεύω ακόμα, συμπεριφερθείτε αναλόγως στα σχόλιά σας.

Ο @NChatzinikolaou ζητά ερωτήσεις για τον Θ. Πάγκαλο απόψε, για την εκπομπή του.

Σκέφτομαι, είναι ευκαιρία να περάσει η γνώμη μου. Σκέφτομαι, μπορώ να εξηγήσω σ’ αυτόν τον άνθρωπο, αν θέλει να ακούσει, (πάντα με έλεγαν υπερβολικά αισιόδοξο και καλοπροαίρετο με τους ανθρώπους) πόσο κακό παθαίνει η ελληνική κοινωνία ως αποτέλεσμα των πράξεών του. Να τον καταστήσω υπεύθυνο, να του πω «ξέρεις, η τιμή του πετρελαίου», ή «ποιοι είναι οι φοροφυγάδες που χρωστάνε» και τέτοια.

Δεν μου έρχεται στο μυαλό τίποτα.

Τίποτα άλλο μετά από αυτήν την εικόνα:

Το πρόβλημά μου είναι σαφές: Δεν μπορώ να μιλήσω σοβαρά, με κανέναν αν δεν λυθεί αυτό.
Οποιαδήποτε κουβέντα κάνω, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, υπό οποιαδήποτε διαδικασία, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς –

– όσο αυτός ο άνθρωπος φωνάζει «έξω από την πλατεία» και ο ΜΑΤατζής τον πλησιάζει –

– και ο άνθρωπος αμύνεται-παρακαλά-τονίζει-σημειώνει-φοβάται-δεν το πιστεύει-

«μην με βαρέσεις»

– άνθρωπος χωρίς μάσκα, χωρίς πέτρες στα χέρια, χωρίς απειλή, χωρίς άλλη απειλή από την φωνή του, χωρίς άλλα όπλα από τις λέξεις του, χωρίς άλλη ευθύνη από την ύπαρξή του, εκεί, μόνος του –

«μην με βαρέσεις»

– και ακούγεται ο χτύπος, ο πόνος, και σωριάζεται, και ο ΜΑΤατζής αποχωρεί, ανώνυμος, λειτουργός ενός κράτους που δεν νιώθει, που δεν έχει ούτε οίκτο ούτε αιδώ ούτε νόημα ούτε λογική ούτε συναίσθημα –

– και σωριάζεται μόνος του κάτω, κρατώντας το κεφάλι του, που τρέχει αίμα, που στάζει στο Σύνταγμα, μπροστά από την βουλή, ανάμεσα από δακρυγόνα, κρότου λάμψης, πνιγμένους στο σύνταγμα –

– Δεν υπάρχει κάποιος για να μιλήσω μαζί του.

Αν μιλήσω μαζί του, αν του πω «οι συντάξεις», «η Τρόικα», «το άρθρο στο ΒΗΜΑ», «οι δικοί σας συνδικαλιστές», είναι σαν να του λέω «καλά αυτός, εντάξει, αλλα και οι συντάξεις, το βήμα, οι συνδικαλιστές, η τρόικα».

Δεν θέλω να το κάνω αυτό.

Τραβάω γραμμή. Η αξιοπρέπειά μου το απαιτεί. Τραβάω γραμμή. Η συνείδησή μου το προστάζει. Όχι «καλά αυτός αλλά…»

Αυτός.

Μετά όλα τα άλλα. Μετά οι πολιτικές αποφάσεις, μετά οι συνομιλίες με την τρόικα ή τους διαπραγματευτές ή τους συνδικαλιστές, ή τους δημοσιογράφους, ή τον κυρίαρχο λαό, ή τα τιμημένα γηρατειά, ή τον ψηφοφόρο στην εξουσία.

Πρώτα αυτός.

Η αντοχή μου, και κατά συνέπεια η αναγνώριση του κράτους που εκπροσωπεί ο συνομιλητής μου εξαρτάται απόλυτα από το κατέβασμα ενός γκλόμπ στο κεφάλι ενός αθώου.

Είναι η γραμμή της αξιοπρέπειάς μου, και δεν προτίθεμαι να την περάσω.

~

Διάβασε επίσης: «Εγώ, το αφεντικό«, «Να πούμε ότι άργησαν να κερδίσουν, μόνο αυτό«, «#GreekPmLive, απαντήστε κύριε Πρωθυπουργέ«, «Τι ήταν πραγματικά το #askND«

Those Days

Flickr εικόνα (μεγάλο μέγεθος)

(μόλις το έγραψα, το ξαναδιάβασα αυτό το ποστ. μια συμβουλή: μην το διαβάσεις.)

Sad clown

Δεν ξέρω πως φτάσαμε ως εδώ. Κοιτάω που φτάσαμε, κοιτάω πως να διαφύγουμε, αλλά, πραγματικά, είμαι πολύ, πολυ απογοητευμένος.

Όλα είναι σκατά.

Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε πιθανή λαϊκή εντολή. Το κράτος υπολειτουργεί, σε όλους τους τομείς. Χρήματα λείπουν από παντού, οι πολίτες έχουν σταματήσει να το εμπιστεύονται, βγαίνουν νόμοι αναδρομικοί, σκαρφίζονται κάθε τρόπο, νόμιμο ή ακόμα και παράνομο, με τους πιο γελοίους όρους, για να κλέψουν, στην ουσία, χρήματα από τον πολίτη. Ζητούν να ξανακάνεις περαίωση, ακόμα και αν έχεις ήδη κάνει στο παρελθόν, ακόμα και αν έκανες κάθε-προηγούμενη-χρονιά, ακόμα και αν δεν έχεις τίποτα να κρύψεις. Κρύβουν χαράτσια στους λογαριασμούς της ΔΕΗ για να τα δώσεις, ακόμα και εκβιαστικά. Ταυτόχρονα, κάθε αγορά είδους πολυτελείας γίνεται χωρίς ποθεν έσχες, αποκλειστικά για να ξαναέρθει το χρήμα που την κοπάνησε στο εξωτερικό.

Ταυτόχρονα, κάθε ποσό άνω των πέντε χιλιάδων ευρώ φορολογείται, κάτι που σημαίνει ότι όποιος παίρνει περισσότερα από 380+ ευρώ τον μήνα, καλείται να πληρώσει στο τέλος του χρόνου. Όποιος το σχολιάζει γίνεται λαϊκιστής και λοιδορείται. Οι πολίτες αρνούνται να πληρώσουν. Γκρεμίζοντας κάθε αίσθηση νομιμότητας ή δικαιοσύνης, αρνούνται τις επιταγές του κράτους. Δεν πληρώνω, από δικαίους και αδίκους, ξεσφραγίζουν κουτιά της ΔΕΗ, όποιος θέλει, όπου θέλει, όπως θέλει αρνείται να πληρώσει, αρνείται να υπακούσει. Βγαίνει νόμος για το κάπνισμα στα μαγαζιά, κάποιοι βαράνε πέντε-δέκα ελεγκτές, αρνούνται να ελέγξουν, ο νόμος ισχύει, αλλά δια της ράβδου δεν εφαρμόζεται. Ο κόσμος στέλνει ο,τι να ναι στις εφορίες που δεν έχουν ελεγκτές να δουν τι από αυτά ισχύει και τι όχι. Από την άλλη, το κράτος αλλάζει κάθε-γαμημένη-μέρα τους κανόνες, σήμερα αποδείξεις, αύριο κάρτες, μεθάυριο πάλι αποδείξεις γιατί δεν υπάρχουν μηχανήματα παντού, παραμεθαύριο πάλι κάρτες. Μαζέψτε, μην μαζεύετε, μαζέψτε πάλι. Παράνοια.

Οι μαθητές χωρίς βιβλία ξεκινάνε τις τάξεις, άλλοι κάνουν κατάληψη, άλλοι σπάνε τα σχολεία, καταστρέφουν τα πάντα. Οι εργαζόμενοι στον δήμο απεργούν, δεν απεργούν, κάνουν κατάληψη στις χωματερές, δεν μπορούν να απεργήσουν, παίρνουν λιγότερα πια, είναι πιο ακριβή η απεργία, δεν αντέχουν οικονομικά να διεκδικήσουν, οδηγούνται σε παρανομίες. Παράνοια. Τα σκουπίδια μαζεύονται στους δρόμους, παιδιά σε σχολεία λιποθυμούν από ασιτία, ναι ρε φίλε, από ασιτία, (διαψεύστηκε) γίνονται καταγγελίες, δεν οδηγούν πουθενά. Γονείς χωρίς δουλειά, άνθρωποι χωρίς μέλλον. Κρατήσεις σε δημοσίους υπαλλήλους για την ενίσχυση των ανέργων, μειώνονται διαρκώς οι μισθοί, ανακοινώνεται αύξηση μισθών με το ενιαίο μισθολόγιο, ισχύει – αλλά έχουν ήδη κοπεί όλα τα επιδόματα, δίκαια και άδικα, τελικά είναι μειωμένος ο μισθός.

Οι πολίτες βγάζουν κρεμάλες στους δρόμους, κρε-μά-λες, οι πολιτικοί είναι αδύνατο να περπατήσουν. Γίνονται δηλώσεις ανυπακοής ως επανάσταση από βουλευτές, πνίγονται μετά στην αίθουσα ψηφοφορίας πίσω, όχι μόνο από μισόλογα, αλλά και από ξεκάθαρες δηλώσεις εκβιασμού. Ουδείς ασχολείται. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις έχουν πάρει μία ιδιότυπη ασυλία, ακόμα και αν υπάρχει ξεκάθαρη ευθύνη, καλύπτεται από παραγραφή. Άνθρωποι που από κατηγορητήρια, με στοιχεία, έχουν φάει ότι τρώγεται, που εμπλέξανε γυναίκες, παιδιά, off shore, εκκλησίες, τον θεό τον ίδιο, είτε δεν αγγίζονται, είτε τα ονόματά τους γίνονται γνωστά μόνο κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ των εμπλεκομένων κομμάτων. Επιχειρηματίες πηδάνε από το παράθυρο, αυτοπυρπολούνται, δεν μαθαίνει κανείς τίποτα.

Τα δελτία ειδήσεων και οι στήλες των εφημερίδων έχουν γεμίζει από αυτόκλητους σωτήρες, κουστουμάτους των δεκάδων χιλιάδων ευρώ που μιλάνε με άνεση για τον κατώτατο μισθό, στρατευμένους δημοσιογράφους που λειτουργούν με εκβιασμούς, απειλές και σκορπίζουν κατηγορίες, και αυθεντικούς γνώστες (και «γνώστες») που αυτοδιαψεύδονται προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσουν ένα σύστημα χωρίς καμία απολύτως σταθερά. Δημοσιογράφοι και «δημοσιογράφοι» που κάνουν τα δελτία τύπου είδηση, και τα ευχολόγια σίγουρο μέλλον. Και ποιοι παρακολουθούν; Επιχειρηματίες που καταρρέουν, μαγαζιά που κλείνουν διαρκώς, άνθρωποι που χάνουν την δουλειά τους, και δεν βρίσκουν ούτε έναν-χρόνο-μετά, μετά από άπειρες αποστολές βιογραφικών, παρακάλια, βύσματα και μέσα.

Άνθρωποι χωρίς μέλλον, που φωνάζουν «να καεί το μπουρδέλο η βουλή», και η φωνή τους ενώνεται με ακροδεξιούς που νομιμοποιούνται σε βουλή και δήμους, που κυκλοφορούν άνετα πλέον με μαχαίρια και λοστάρια, που η φωνή τους ενώνεται με ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει στο δημόσιο ούτε μία μέρα, ή στην μονάδα τους ούτε μία μέρα, και όλοι αυτοί βρίσκονται αντιμέτωποι με την πιο ανερχόμενη εργασία αυτήν την στιγμή, τις δυνάμεις ασφαλείας, τα ΜΑΤ, που χτυπούν ακαριαία, δεν λογοδοτούν πουθενά, δημοσιογράφους, πολίτες, παιδιά, χωρίς οίκτο, χωρίς αιδώ. Και έτσι, έχεις άλλον έναν λόγο να μην κατέβεις σε πορείες έτσι και αλλιώς χωριστές, άλλοι εδώ, άλλοι εκεί, και αν είσαι με τους από εκεί να μην μπορείς να τραγουδήσεις τα συνθήματα των από εδώ, συνθήματα έτσι και αλλιώς παρωχημένα, φτιαγμένα από ξύλινους ανθρώπους, αχυρανθρώπους, συνδικαλιστές που δεν μπορούν να απολυθούν, που δεν δούλεψαν ποτέ, που δεν νοιάζονται, μερικοί εκ των οποίων θα γίνουν γενικοί γραμματείς και υπουργοί αύριο, μίας Ελλάδας διαλυμένης.

Μιας Ελλάδας που το μέλλον της εγκλωβισμένο σε σχολές και παρατάξεις, σε μαφία των τάξεων και των εξωθεσμικών, πασχίζει να βρει μία ακτίνα φωτός έξω, έξω όπου και να είναι αυτό. Σκλαβοπάζαρα στην Αυστραλία ή μία τυχερή θέση στην Αγγλία. Μα και έξω να πεινάνε, να μαθαίνουμε τα κόλπα τους, να βαπτίζουμε την απόλυση εφεδρεία, μισούς μισθούς για μισή δουλειά, απλήρωτοι για μήνες, να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι. Να μην πληρώνεσαι αλλα να μην είσαι απολυμένος να πάρεις τουλάχιστον επίδομα. Παράνοια.

Τα κανάλια να παίζουν τις ίδιες αηδίες κάθε μέρα, τα εξώφυλλα των εφημερίδων να εκβιάζουν, πότε για δικό τους όφελος, πότε για μία πατρίδα που έχουν να της εξοφλήσουν το ΙΚΑ πέντε χρόνια τώρα. Ο διπλανός μου να μην κόβει αποδείξεις, ο άλλος να ακριβαίνει ως καρτέλ το ήδη ακριβότερο πετρέλαιο, το γάλα, την τιμή της μονάδας στο κινητό, όλοι μαζί συννενοημένοι να σε χρεώνουν στα 45» πλέον, όχι στα 30», συννενοημένοι, στα μουγγά, και εσύ να μην έχεις ούτε αυτά να δώσεις.

Εταιρίες να μπλέκονται σε σκάνδαλα, εκατομμύρια ανασφάλιστα αυτοκίνητα, να παρακαλάς να μη σε βαρέσει κανένα, κλοπές, πρεζόνια, ημεδαποί και μη με στιλέτα στην τσέπη τα βράδια, ο κάθε Ψωμιάδης να κατουρά σε ένα σάπιο δικαστικό σύστημα, και να βγαίνει γελώντας ενώ μόλις τον πιάσανε γιατί τον κυνηγούσε ιντερπολ και ως φυγά, δίπλα ο άλλος να παθαίνει καρδιακό γιατί χρώσταγε τρία χιλιάρικα. Παράνοια. Σε κάθε προσπάθεια σωτηρίας θα χωθεί και κάποιος τραμπούκος, θα κάνει την ελπίδα στρατευμένη, τελικά θα φύγεις αηδιασμένος, το όνειρο να γίνεται σαπίλα.

Και στις ειδήσεις, να σε απειλούν με όρους ακαταλαβίστικους, σπρεντ, κούρεμα, αγορές, να μην καταλαβαίνεις, να θες πέντε μάστερ να δεις ειδήσεις, ο Πάγκαλος να σου λέει μαζί τα φάγαμε, ο Χρυσοχοϊδης να μιλά για επενδύσεις δισεκατομμυρίων, ο Παπουτσής να δικαιολογεί τον ματατζή που κοπανάει τον άνθρωπο που λέει μη με βαρέσεις, και εμείς να κοιτάμε όταν ατιμώρητα χημικά με σκοπό να δολοφονήσουν ρίχνονται στους αποπνικτικούς χώρους του μετρό, χτυπώνται γιατροί που παρέχουν πρώτες βοήθειες, απλοί άνθρωποι με παιδιά.

Κόμματα υπερχρεωμένα σε τράπεζες, αληθινά χρεωμένα, με δάνεια, πολιτικές χρεωμένες σε επιχειρηματίες που τις κράτησαν ζωντανές, σε Ευρωπαίους, σε Αμερικανούς, σε ισραηλινούς, σε Κύπριους και Τούρκους, σε μπίζνεσμαν, από την Σαουδική Αραβία, στο κεφάλαιο, τους Κινέζους, που μοιράζονται ορυχεία χρυσού, άφαντες μελλοντικές πετρελαιοπηγές, αοζ, που στέλνουν καράβια με γιατρούς στο έλεος των οποίων θέλουν να τα βυθίσουν, απόπειρες δολοφονίας Ελλήνων πρωθυπουργών, φυσικά αέρια, ψυχρός πόλεμος στα πόδια μας, κοιτάμε, χαζεύουμε αμίλητοι.

Και σε όλα αυτά, κανένα μέλλον, καμία διέξοδος, μπροστά μας χρεωκοπία, οι ίδιοι πολιτικοί, οι ίδιες ιδέες, καμία ελπίδα, τίποτα ορατό.

Χρεωκοπία ρε φίλε. Χρεωκοπία.

Υ.Γ.: Video που κοινοποίησε η @Cyberela