Όπως μου το έστειλε ο Αντρέας…

Μετά από κάθε πτήση οι πιλότοι συμπληρώνουν μια φόρμα που ονομάζουν ‘gripe sheet΄ στην οποία καταγράφονται τα προβλήματα που παρατηρήθηκαν κατά την πτήση, έτσι ώστε οι μηχανικοί να τα διορθώσουν.

Οι μηχανικοί διαβάζουν αυτή την λίστα, διορθώνουν το πρόβλημα και καταγράφουν στο κάτω μισό της φόρμας ποιες ενέργειες έγιναν σχετικά με το πρόβλημα αυτό. Πριν από την επόμενη πτήση οι πιλότοι συμβουλεύονται την φόρμα για να δουν αν το πρόβλημα έχει αντιμετωπιστεί.

Το κακό είναι ότι οι μηχανικοί εδάφους δεν διαθέτουν καθόλου, μα καθόλου χιούμορ 🙂

Ακολουθεί μια λίστα με σφάλματα που έχουν παρατηρηθεί κατά την πτήση και έχουν καταγράφει από τους πιλότους της Qantas καθώς και η λύση που έχει δοθεί από τους μηχανικούς εδάφους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Qantas είναι η μοναδική μεγάλη αεροπορική εταιρεία που δεν έχει ατυχήματα στο ενεργητικό της.

(Π: Το πρόβλημα όπως καταγράφηκε από τον πιλότο. Λ: Η λύση που δόθηκε από τον μηχανικό.)

Π: Ο κυρίως αριστερός τροχός σχεδόν θέλει αντικατάσταση.
Λ: Ο κυρίως αριστερός τροχός σχεδόν αντικαταστάθηκε.

Π: Η δοκιμαστική πτήση ήταν Ο.Κ., εκτός από το σύστημα αυτόματης προσγείωσης που ήταν κάπως απότομο.
Λ: Σύστημα αυτόματης προσγείωσης δεν έχει εγκατασταθεί σε αυτό το αεροσκάφος.

Π: Κάτι χαλαρό στο πιλοτήριο.
Λ: Κάτι σφίχτηκε στο πιλοτήριο.

Π: Ψόφια έντομα στο παρμπρίζ.
Λ: Ζωντανά έντομα στην πίσω μεριά.

Π: Ο αυτόματος πιλότος σε κατάσταση διατήρησης ύψους προκαλεί κάθοδο 200 πόδων το λεπτό.
Λ: Δεν μπορούμε να αναπαράγουμε το πρόβλημα στο έδαφος.

Π: Ενδείξεις διαρροής στο δεξιό κυρίως σύστημα προσγείωσης.
Λ: Οι ενδείξεις αφαιρέθηκαν.

Π: Τα επίπεδα θορύβου του DMA είναι απίστευτα υψηλά.
Λ: Ο θόρυβος του DMA ρυθμίστηκε σε πιο πιστευτά επίπεδα.

Π: Οι ασφάλειες τριβής προκαλούν κόλλημα του λεβιέ ισχύος.
Λ: Γι’ αυτό είναι εκεί.

Π: Το IFF δεν λειτουργεί.
Λ: Το IFF ποτέ δεν λειτουργεί σε κατάσταση ‘OFF’.

Π: Υποψιάζομαι ότι υπάρχει ράγισμα στο παρμπρίζ.
Λ: Υποψιάζομαι ότι έχεις δίκιο.

Π: Η μηχανή Νο3 λείπει.
Λ: Η μηχανή βρέθηκε στο δεξί φτερό μετά από σύντομη έρευνα.

Π: Το αεροσκάφος συμπεριφέρεται κάπως αστεία.
Λ: Προειδοποιήσαμε το αεροσκάφος να σοβαρευτεί.

Π: Το ραντάρ βουίζει.
Λ: Το ραντάρ επαναπρογραμματίστηκε με μουσική.

Π: Ποντίκι στο πιλοτήριο.
Λ: Εγκαταστάθηκε γάτα.

Π: Θόρυβος προερχόμενος κάτω από τον πίνακα οργάνων. Μοιάζει σαν ένας νάνος να βαράει κάτι με το σφυρί του.
Λ: Πήραμε το σφυρί από το νάνο.

Π: Η ραδιοπυξίδα αρνείται να συνεργαστεί με το GPRS.
Λ: Της έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις.



 ? 

–>

Γίνονται τέτοια πράγματα;

Και εγώ ανησυχώ για την τιμή των μακαρονιών; Για τα γιαούρτια; Για το echelon; Για τον $^%$^%## τον Κωνσταντίνου; Για τον Πάπα;

By all means, είναι καιρός να ασχοληθώ με σοβαρά πράγματα πλέον. Άλλωστε, τα σημάδια υπάρχουν!

Σε τι κόσμο ρε father με έφερες να ζήσω;

(Και εν πάσει περιπτώσει, με έφερες που με έφερες. Ακόμα να μου δώσεις τις οδηγίες χρήσης;)

    .



 ? 

–>

Μια μέρα, έπεσε στα χέρια μου ένα πεντακοσάευρω. Μισο – τυπωμένο.

Στην πραγματικότητα, κάποιος, κάποτε, είχε κάνει δοκιμή έναν εκτυπωτή, και τυπώσανε ένα πεντακοσάευρω – μόνο απο την μία πλευρά όμως. Της αμαρτίας. Απο την άλλη, λευκό, σαν την ηθική.

Μου έμεινε, το κόλλησα στον τοίχο, γελάγαμε – αλλά δεν του έδινε κανένας σημασία. Υστερα μετακομίσαμε, που χώρος για κολλήματα σε τοίχους… Αδικία, όλες οι καλές γελοιογραφίες μου μουχλιάσανε στο συρτάρι.

Το πεντακοσάευρω όμως γλύτωσε την λήθη. Θες για πλάκα, θες για χαβαλέ – βγήκε απο το συρτάρι και έκοβε βόλτες στο γραφείο.

Κυριολεκτώ:

Κάθε πρωϊ που ερχόμουνα στο γραφείο, είχε αλλάξει θέση. Βρε εδώ το άφηνα, εκεί το έβρισκα – σαν τα σαλιγκάρια, δεν είχε πάει μακρυά, αλλά είχε μετακινηθεί. Εφτασα μέχρι και να το τσεκάρω πριν φύγω (πως κάνει ο κόσμος με το αμάξι του;) – το πάρκαρα ε-δώ, είμαι σίγουρος.

Ε, την επομένη, το έβρισκα ε-κεί.

Αναρωτιόμουνα γιατί, μέχρι που ανακάλυψα ότι ο κόσμος έβλεπε το πεντακοσάευρω, ερχόταν μέχρι το γραφείο μου, και το έπιανε για να δει αν είναι αληθινό.

Γι’ αυτό και άλλαζε συνέχεια θέσεις.

Εμένα όμως, δεν μου κάνει καμία εντύπωση. Έμαθα να το βλέπω. Δεν με προκαλεί, δεν με συγκινεί.

~

Καμία φορά, σκέφτομαι μήπως το πεντακοσαευράκι μου είναι σαν τα ελλατώματα και τις αρετές μου:

Εγώ, που τα βλέπω συνέχεια, δεν συγκινούμαι. Οταν οι άλλοι τα βρούν πάνω μου, ξαφνιάζονται, και με κουνάνε, να δουν αν είμαι αληθινός.

Προσοχή όμως: το κάνουν μόνο αυτοί που νοιάζονται να με αποκτήσουν. Οι πεινασμένοι. Αυτοί που έχουν φάει, αδιαφορούν εντελώς…

Κυριακή, εγώ και ο Γιώργος, σκοτώνουμε την ώρα μας.

Που νομίζετε;

Για σκεφθείτε. Σας δίνω 2 hints. Έχει ένα κάστρο και ένα μοναστήρι.

Ε, λοιπόν, δεν είναι άλλο από την μοναδική περιοχή των Κάτω Πατησίων.

Ο Γιώργος τα ήξερε και μου λέει πάμε να σου δείξω; Ε, για να είμαι ειλικρινής, αυτό δεν το περίμενα.

Το κάστρο είναι α-πι-στευ-το. Μικρό μεν, και κάπως ‘στριμωγμένο’ αλλά εντυπωσιακό. Αν δεν βρεθεί κάποιος με την ιστορία του, εγώ θα συνεχίζω να πιστεύω ότι κάποιος ήταν κολλημένος με τα κάστρα, και όταν του δώθηκε ευκαιρία να χτίσει, είπε ‘θέλω κάστρο’.

Μέχρι και οικόσημο έβαλε. Μέχρι πριν απο μερικές εβδομάδες ήταν στέκι ναρκομανών. Τώρα έχει μία κλειδαριά στην πόρτα. Είναι πάντως έτοιμο να διαλυθεί – και δεν βλέπω να την γλυτώνει.

Είπα να θυμηθώ που είναι, να σας το πω και σας -το ξέχασα. Τον ρώτησα, να μου θυμήσει, μου είπε – το ξέχασα πάλι. Πάντως είναι στον αριθμό 56! (το θυμάμαι γιατί αυτό το τράβηξα φωτό!)

Τώρα, Θηβών είναι; Θησέως είναι; Πάντως, 56!(καλά μην κάνετε έτσι ντε, θα το βρώ)

Ούτε το ‘να, ούτε τ’ άλλο. Θήρας 54. Ετοιμαστείτε, η Κουρούνα ετοιμάζει post για το θέμα..

Οσο αφορά το μοναστήρι, είναι ανοιχτό στο κοινό. Και φυσικά, είναι αδύνατο να θυμηθώ που βρίσκεται :Ρ

Στην βόλτα βρήκαμε και δύο-τρεις ευκαιρίες να αποθανατίσουμε αυτό που εγώ αποκαλώ ‘Τέλεια επικοινωνία’.

Δεν θα γέλαγα τόσο, αν δεν ήταν παραλίγο να την πατήσω και εγώ:

Φτιάχνω ένα poster στο γραφείο για να παραγγείλω μαζικά -για όποιον άλλον ενδιαφέρεται- τα γνωστά κίτρινα βραχιόλα του Lans Armstrong.

Φτιάχνω την αφίσα, τα βάζω όλα ωραία και σωστά, αλλά.. Ξεχνάω να γράψω οτι είναι δύο τα μεγέθη. Αντρικό και γυναικείο-παιδικό. Το προσθέτω αλλά.. Πως θα ξέρουν ποιο μέγεθος τους κάνει; εγώ στο γραφειο φοράω το λαστιχιένιο βραχιόλι, αντρικό μέγεθος, και μπορώ να τους δείξω, αν θέλουν.

Προσθέτω λοιπόν την παρακάτω κείμενο:

«Αν θέλετε να δείτε το τυπικό αντρικό μέγεθος, μπορείτε να το βρείτε στο γραφείο του Γιάννη.»

Αμέ.

Παραλίγο να το τυπώσω κιόλας.

Γελάτε μπαγάσηδες με τα κουλά που μου συμβαίνουν και αν και δεν έχω όρεξη τρελή, θα σας χαρίσω άλλο ένα, μια παλιά ιστορία, για να κάνετε γουικέντ με χιούμορ, αρκούδος μέηντ.

Αγοράζω κομπιούτερ, φρέσκο, μπράντ νιού θίνγκ. Του κουτιού.

Με τα εξ-πιά του, και τα σέα του, και τα μέα του. Οθόνη δεν είχε, αλλά κοτζαμάν γαϊδούρι να το κοιτάξω στα δόντια; Αλλωστε, με τόσα που έδωκα, σιιιιιγά μην μου βάζανε και οθόνη.

Τέλος πάντων, τoν πήρα. Με γειές. Φτου σου.

Μια Πέμπτη να ήτανε θαρρώ, το κουβαλάω το κουτί μέχρι το σπίτι, βαριά η ρουφιάνα η βιομηχανία – μου φεύγει η μέση. Εν ολίγοις, δεν είναι της επιστροφής. One way ticket – αμα μου βγάλει πρόβλημα προτιμώ να το φάω παρά να το επιστρέψω.

Παρένθεση με νόημα: για να ξυπνήσω το πρωϊ, βάζω τον ΟΤΕ και με ξυπνάει. Μια κυρία με την γλυκειά της την φωνή μου λέει οτι ξύπνα ρε παπάρα, όχι μόνο ξημέρωσε, αλλά μέχρι να σηκωθείς, ο ήλιος ψόφησε. Αλλά, πάντα γλυκά και χαριτωμένα.

Επιστρέφω στο θέμα. Το κομπιούτερ το εγκαθιστούμε, δουλεύει, κάνει και θόρυβο η σαχλαμάρα, γρου-γρου ο ανεμιστήρας, δεν βαριέσαι. Είναι και τα πρώτα μου εξ-πι, κάνω το κέφι μου, ώωω τι ωραία πράματα είναι τούτα, μεγαλεία.

Εν ολίγοις, νυχτώνει. Ωρα για ύπνο. Τονε κλείνουμε, με βαριά καρδιά, κανονίζουμε για μας ξυπνήσουνε οι ΟΤΕτζίδες, όνειρα γλυκά.

Ντριν-ντριν ο τηλέφωνος. Ωρα να ξυπνήσεις ρε μπαγάσα. Πάω να το σηκώσω – το ‘χω στο διπλανό δωμάτιο, δεν είχε βγάλει ακόμα την προσφορά ο Γερμανός με τα ασύρματα.

Βρίσκω το κομπιούτερ ανοικτό.

Με κοιτάει – το κοιτάω. Ρε εγώ δεν σε έκλεισα εχτές; Δεν μιλάει. Λέω, δεν μπορεί, θα το ξέχασα πάνω στην χαρά μου. Τον κλείνω, με το εξφάιλς στο μυαλό δεν με ξαναπαίρνει και ο ύπνος, γκαντεμιά, δεν βαριέσαι.

Πάω γραφείο, γυρίζω, παίζω με τον καινούργιο μου φίλο, τον κλείνω και μία δοκιμαστική μπας και ανοίγει μόνος του, όχι, φυσιολογικότατος.

Μάγκας.

Σαββάτο και Κυριακή, όλα καλώς.

Δευτέρα, ξυπνάω, η γνωστή διαδικασία..

..ο κομπιούτερ ανοικτός.

Οχι ρε φίλε. Πόλτεργκαϊστ. Ντεζαβου. Τέλος πάντων, λέω θα τον ξέχασα εψές, δεν βαριέσαι, καινούργιος είναι δεν παθαίνει και τίποτα να δουλέψει και καμία υπερωρία.

Το βράδυ τον αφήνω ανοιχτό, να κόψει καμιά ταινία να βγάλει τα λεφτά του. Ολοι δουλεύουνε σ΄αυτό το σπίτι. Αρα την Τρίτη, που τον βρίσκω ανοικτό, όλα καλώς.

Το βράδυ της Τρίτης, τον σβήνω. Ξεκουράσου.

Την Τετάρτη το πρωϊ τον βρίσκω ανοικτό.

Ρε λέω, μπας και μου τον δώσανε μεταχειρισμένο και ήταν σε κανένα γραφείο δημοσίου, και έμαθε να ξυπνάει κατά τις έξι;

Αλλά με τρώει και η αμφιβολία. Μήπως τον άφησα εγώ;

Το βράδυ τον κλείνω. Καλά. Σίγουρα. Το κοιτάω: εκλεισες ρε σκασμένο ή προσποιείσαι;

Το πρωϊ, ανοικτός. Ντούρος.

Οχι ρε παιδιά, με χάνετε. Αυτό ήτανε. Φωνάχτε γιατρούς, βάλτε μου ασπρόρουχα, με χάνετε, γεια σας. Σηκώνομαι τα βράδια, νυχτοπερπατάω, και αντί να τριγυρνάω με τα χέρια απλωμένα και να χαζεύω την ζωή απο τα μπαλκόνια, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, τσακίζω τα IRC και τα Evolution Soccer.

Και που να το πω; Στον γιατρό μου; Γιατρέ μου ο κομπιούτερ ανοίγει μόνος του για να με χαιρετίσει το πρωϊ; Στους φίλους μου;

Ξέρεις πόσο γρήγορα ψάχνεις παρέα αμα πεις τέτοιο πράγμα στους φίλους σου;

Λέω άμα και αύριο τον βρω να με περιμένει, θα ψάξω βοήθεια. Χελπ.

Πρωϊ – πρωϊ φοβάμαι να πάω στο δωμάτιο. Μπαίνω, γουρ-γουρ ο ανεμιστήρας. Ανοικτός φωτεινός, έτοιμος για χρήση.

Παίρνω τηλέφωνο το μαγαζί που το αγόρασα. Όταν το ‘χα πάρει ήταν μόνο ένας τύπος – τώρα το σηκώνει μία κοπέλα.

Ε, λέω, αμα είναι το ριζικό σου να ξεφτιλιστείς…

– «Ε, γεια σας, είχα πάρει ένα μηχάνημα απο εσάς, πριν λίγες μέρες»

– «Ναι». Α, ωραία, καταλαβαίνει. Μέχρι εδώ, καλά.

– «Ναι, και αντιμετωπίζω ένα μικρό πρόβλημα».

– «Πείτε μου». Η κοπέλα βαριέται – εμφανώς όμως.

Κάτσε να δεις τι σου χω μετά μικρή.

Πως το λένε τώρα αυτό;

– «Να… Ανοίγει μόνος του».

– «Ορίστε; τι εννοείτε;» Το κέρδισα το ενδιαφέρον σου ε; Kαλωσήρθες στον εφιάλτη μου.

– «Να το πρωϊ όταν ξυπνάω, τον βρίσκω ανοικτό».

– «Μήπως τον ανοίγετε εσείς; Μήπως τον ξεχνάτε ανοιχτό;»

Αν ισχύει ένα απο τα δύο, τότε καλύτερα να πάρω τον γιατρό μου.

– «Ε… όχι, απο όσο ξέρω κανείς δεν τον ανοίγει. Ανοίγει μόνος του».

Μπαγκράουντ μουσική: η ζώνη του λυκόφωτος. Νανανανα..

«Μισό λεπτό να σας δώσω…» τον γιατρό; «..τον τεχνικό».

Αντε, καλά – τι να τα πεις σε έναν, τι σε δύο.

– «Παρακαλώ;»

Ανενημέρωτος. Έπρεπε η μικρή να στα πει, σε άφησε να φας την κρυάδα και για κοίτα; σε καμιά γωνιά θα είναι και θα σε χαζεύει να ακούς τα μαντάτα. Αλλά τι να του πει; Οι πελάτες σου είναι κλινικές περιπτώσεις;

– «Να, το και το. Μόνος του.»

– «Αυτό, δεν το έχω ξανακούσει.»

Σώπα γιατρέ. Εμ, έτσι μαθαίνει ο κόσμος.

– «Ναι.» Σειρά μου τώρα.

– «Μήπως χτυπάει το τηλέφωνο;»

Ωπ! είσαι μάγκας! που το ξέρεις βρε κερατά;

– «Ναι, χτυπάει κάθε πρωϊ»

«Ε, αυτό είναι. Υπάρχει μία εντολή στο bios..» πως; «..που το ενεργοποιεί αν έχετε συνδέσει το μόντεμ και χτυπάει το τηλέφωνο. Το χρησιμοποιούν για να λαμβάνουν fax μέσω υπολογιστή.»

Μου λέει πως να το απενεργοποιήσω. Το κάνω. Τον κλείνω. Το δοκιμάζω – με παίρνω τηλέφωνο από το κινητό. Αδιάφορος, κοιμάται.

Ακόμα και τώρα δεν μου ‘χει περάσει: καμιά φορά τον κοιτάω στραβά:

Ζεις ρε;

Ρουφιάνα τεχνολογία όμως, έ; Γι’ αυτό στο Δαφνί δεν βάζουνε κομπιούτερς.

Αποτοξινωση.

Τρεις μέρες στο παράδεισο, τελευταίο μέρος της Οδύσσειας.
(Τα προηγούμενα κεφάλαια: Το Πρώτο | Το Δεύτερο | Το Τρίτο)

Εν τάχει, λέξεις κλειδιά (για να συννενοούμαστε):

Φαϊ:
Στον Χανιώτη, για να φας χαμπουργκεράκι νόστιμο, ζουμερό, και κυρίως, φτιαγμένο απο αγνά υλικά. Ολη η Παροικιά περνάει απο εκεί. Εκτός απο τα χάμπουργκερ, φτιάχνει και μαγευρευτά φαγητά, πίτσες, μακαρονάδες κ.λ.π.

Στην Denise, στο Gellati Sulla Luna, για παγωτό. Μαγεία. Η Denise, ιταλίδα στην καταγωγή, φτιάχνει από τα πιο νόστιμα παγωτά που έχω φάει ποτέ. Μυστήριες γεύσεις (π.χ. παστέλι), μεγάλες ποσότητες, αλλά και πολυ υγιεινά, γιατί τα φτιάχνει μόνη της. Πολύ καλή παρέα επίσης. Πολλές φορές, βλέπω στα μάτια της την σιγουριά της μάνας μου.

Λεφτά:
Δεν υπάρχει δεκάρα τσακιστή. Για όλα πληρώνει ο Νίκος (άγιο αυτό το παιδί, άγιο) ο οποίος με φιλοξενεί κιόλας. Και κερνάει και ποτάκια. Παραπάνω απο ότι πρέπει, όπως θα δείξει η ιστορία.

Χώροι:
Budha. Το club της Παροικιάς. Καλά, ε; Δεν το συζητάμε. Χωρίς τουρίστες η επαρχία σε χτυπάει κατακέφαλα. Τρεις φορές να πας, τους έχεις δεί όλους. Τα ποτά τα φοβάσαι (αλλά εγώ είχα βύσμα, οπότε δεν μπορώ να μιλήσω με γεγονότα), οι άντρες μαγκάκια, οι γυναίκες άψαχτες. Το παίρνω πίσω: Αγόρια και κορίτσια, όχι γυναίκες και άντρες.

Saloon. Το αντίθετο του Budha. Δεν είναι ακριβώς club, μπαράκι είναι, παίζει μόνο ροκάκια, όπως κάθε μαγαζί που σέβεται τον εαυτό του, τα ποτά είναι καθαρά (αν και αυτά τα πράγματα αλλάζουνε με τον καιρό, ποτέ δεν ξέρεις), έχει ξένους. Μοιάζει με το Budha μόνο στο ότι έχει αγοράκια και κοριτσάκια.

Γραφείο:
Ο Νίκος είναι και ασφαλιστής. Στην Πάρο δύσκολα είσαι μόνο αυτό. Ως ασφαλιστής (τα ‘χουμε ξαναπει, είναι καλός ο κερατάς, δεν το περίμενα) προσπαθεί να φτιάξει βάση δεδομένων με τους πελάτες του. Τι δουλειά έχει ένας web designer να φτιάχνει βάσεις; Ε, τόσα έκανε για μένα. Μην βαράς Βασίλη, καλή δουλειά του έκανα (νομίζω). Αυτός θα την χαλάσει μετά. Επανέρχομαι. Γραφείο: Ως ασφαλιστής, έχει και ένα γραφείο στην Παροικιά. Χώρος γραφείου και με κρεβάτι, κουζίνα, μπάνιο. Κάθε φορά που ανάβεις το φως στο μπάνιο μπιζζάρει ένας ανεμιστήρας – και επειδή δεν είχαν ντροπές οι παριανοί όταν τα χτίζανε, ο ανεμιστήρας κοιτάει στον δρόμο, μπροστά απο το σπίτι. Κάθε τουρίστας που περνάει απο ‘κει, ξέρει με ακρίβεια τι ώρα πας για κατούρημα. Αν δε, σου έρθει έμπνευση για κάτι άλλο, ξέρει και τι έφαγες χθες.

Πρώτη μέρα, Παρασκευή. Μεσημέρι, φαϊ στου Χανιώτη. Ο Νίκος θέλει να με ψήσει να κοιτάξουμε την βάση – εγώ πάλι θέλω ουρανό και θάλασσα. Καθόμαστε σε ένα απο τα καινούργια μαγαζιά που είναι στην παραλία, αλλά σε όροφο.

Με σερβίρει η Ελένη. Αχχχχ… Δεν είναι θεά, αλλά πολύ ζεστή, φιλική, και γήινα όμορφη. Μετά μαθαίνω (όλο μετά τα μαθαίνω ρε πούστη μου) οτι είναι και η γκόμενα/γυναίκα του αφεντικού του μαγαζιού, που ειρήσθω εν παρόδω με ξέρει – αλλά δεν τον θυμάμαι. Κάνουμε πλάκα (με την Ελένη, όχι με τον μυστήριο) και νιώθω τρελά άνετα. Φοράει και πουκάμισο… Αχχχ. Που είναι η δική μου; Η ολοδική μου; Τέλος πάντων.

Θέλω ήλιο, σχεδόν απεγνωσμένα. Καμιά φορά, νιώθω σαν φυτό, που έχει ανάγκη τον ήλιο. Ο Νίκος τον έχει δει υπερβολικά εκεί στο νησί – εμένα μου λείπει. Αυτός κάθετε στην σκιά, εγώ στον ήλιο. Θα το πληρώσω μετά αυτό – αλλά χαλάλι.

Το πιαμε και το αναψυκτικό μας; Πάει. Πάμε για παγωτό; Πάμε.

H Denise παθαίνει πλάκα που με βλέπει. Οι δουλειές της ξεκίνησαν καλά, το μαγαζί δουλεύει απο τώρα. Άλλαξε και τις καρέκλες έξω, και μοιάζει να μεγάλωσε – τις το λέω, μου λέει οτι όλοι το έχουν προσέξει, αλλά το μόνο που έχει αλλάξει, είναι η σειρά των τραπεζιών. Για δες, μια μικρή αλλαγή, πως μεταμορφώνει…

Μέχρι το απόγευμα, περπατάμε. Έχουμε πολλά να πούμε, γεγονότα και αναμνήσεις. Αν μου αρέσει μία φορά το περπάτημα στην Αθήνα, φαντάζεστε στην Πάρο. Ο Νίκος παραδόξως αντέχει – τώρα τελευταία, όλο και περισσότερο περπατάει. Πρέπει να γκρινιάξω βέβαια λίγο – αλλά μόνο λίγο.

Το βράδυ, οταν το νησί έχει κόσμο, ο Νίκος δουλεύει και στο Budha «τσεκαδόρος». Δεν είμαι σίγουρος τι είναι αυτό – θα μάθω το επόμενο βράδυ. Σήμερα δεν προβλέπεται να έχει δουλειά το μαγαζί, συνεπως δεν δουλεύει.

Παλεύω για το φαϊ μου. Πηγαίνουμε στο γραφείο, κάθομαι στην Access και φτιάχνουμε μαζί μια βάση δεδομένων για τους πελάτες του Νίκου – μέχρι τις δυόμισι-τρεις. Υστερα δεν θα πάμε Budha – αντιθέτως, ροκάκια στο Saloon.

O dj είναι ο πιο μουρλός άνθρωπος που θα συναντήσω στο νησί. Καλοπροέραιτα το λέω – αλλά είναι. Το μαγαζί έχει έξι – επτά άτομα, και χωράει δεκαπλάσιους. Μπορεί να μοιάζει άδειο – αλλά μου είναι τόσο απαραίτητο εκείνη την στιγμή, που μοιάζει με μήτρα.

Γήινο μέρος. Τα χρώματα σιγανά, η μουσική τέλεια (ο dj μας ρωτάει τι θέλουμε να ακούσουμε, εγώ προτείνω Rolling Stones, θέλω το Out Of Control – μου βάζει το Angie), κάποια στιγμή έρχονται και άλλοι πελάτες, μια τουρίστρια μοιάζει χαριτωμένη (κάθε άλλο) αλλά guess what ο μυστήριος που με κοιτάει άγρια έχει άλλα σχέδια για αυτήν απόψε.

Κατά τις 4.30-5 την πουλεύουμε. Time for ypnos.

Εχω βάλει ξυπνητήρι στις 10 – παπάρια. Στις μία ανοίγει το ένα μάτι, στις μιάμισι το άλλο. Βασικά, την πάτησα και με τον Νίκο: θα ξυπνήσουμε ρε; του λέω. Θα ξυπνήσω εγώ – μην ανησυχείς. Πέφτει το φώς την μέρας στα μάτια μου.

Ναι αμέ; Οταν ξυπνάω ανακαλύπτω οτι έχει κλείσει τα πάντα στο δωμάτιό του – το απόλυτο σκότος. Σαν το πείραμα με την γάτα, δεν ξέρω καν αν είναι εκεί.

Ο άρχοντας του σκότους.

Επίσης, ο ήλιος δεν ξηγήθηκε καλά. Ξεφλουδίζω. Λίγο. Στο καραφλό της κεφαλής. Δεν σκέφτηκα να βάλω αντιηλιακό, εμείς οι καραφλοί έχουμε όλον τον χρόνο ανάγκες τέτοιες, μυστήριες.

Anyway, πάμε για φαϊ, παρότι έχει πάει σχεδόν απόγευμα. Μην ρωτήσετε που – στο σωστό μέρος. Μετά παγωτό, φυσικά, και μετά προετοιμασία για την εθνική το βράδυ. Εγώ γυρίζω τους δρόμους, έχει άπλετο φως, ουρανό, και χώρο για φωτογραφίες στο κινητό μου. Ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Χάνομαι και βρίσκομαι στα στενά. Κόσμος μηδεν. Άδεια την λάτρεψα την Πάρο – όχι γεμάτη.

Ο Νίκος έχει πάει να παίξει με τον Γιώργο ένα παιχνίδι που πολεμάει ο ένας τον άλλο στον υπολογιστή, στρατηγικής. Οταν γυρίζω αντέχω να παρακολουθήσω για 10-15′, μετά βαριέμαι.

Αρχίζει η εθνική. Με πιάνει ένα κλειστοφοβικό (εδω μέσα θα περάσω τις διακοπές μου;) και βαστάω μέχρι το πρώτο, βαρετό ημίχρονο. Φεύγουμε με τον Νίκο, ακούμε τα πανηγύρια στον δρόμο.

Ο Νίκος πηγαίνει στο Budha, για δουλειά. Κατά τις δύο, πάω και εγώ.

Τσεκαδόρος: αυτός που κοιτάει πόσα ποτά βάζουν οι μπάρμεν, ωστε να κάνουν μετά σύγκριση με τις εισπράξεις τους.

Ο Νίκος είναι γάτος. Βλέπει τα ποτά, ταυτόχρονα μιλάει μαζί μου και με μία δίμετρη, στο ύψος του. Πιασμένη, αλλιώς δεν θα μίλαγε μαζί μου καθόλου. Ενας πιτσιρικάς που τον γνωρίζει πιάνει κουβέντα μαζί μου – ε, λοιπόν απογοητεύομαι για την πνευματική κατάσταση της νέας γενιάς.

Οι κοπέλες δεν είναι για δεύτερη ματιά. Ούτε καν οι μπαργούμεν. Δίπλα μου μόνο μία αξιόλογη δεσποινίς, με μεγάλη παρέα αντρών – νιώθω πολύ γέρος για να χωθώ, όπως θα έκανα παλιά. Μου θυμίζει την ανιψιά του Τάσου – τώρα το πήρα χαμπάρι αυτό. Ο Νίκος φροντίζει να με σερβίρουν συνέχεια – και αμέσως. Πιάνω τον εαυτό μου να πίνει γρήγορα – δεν ξέρω να πίνω ο πούστης. Και τα ποτά έρχονται ανάμεσα στα υποβρύχια που κερνάει ο Νίκος, και στα σφηνάκια τεκίλας που κερνάνε οι αλλοί. Μέχρι τις 5, έχω γίνει χά-λια.

Φεύγω. Με οχτάρια και αδειασμένο στομάχι, γυρίζω σπίτι χωρίς να βρω ούτε ένα μαγαζί να φάω κάτι. Στον άλλο δρόμο έχει, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια.

Στέλνω μήνυμα στον Νίκο: Εφυγα, είμαι χάλια, αμα βρεις φαϊ φέρε.

Με το ζόρι φτάνω. Γδύνομαι, αφήνω την πόρτα ξεκλείδωτη, για να μην με ξυπνήσει ο άλλος προσπαθώντας να μπει, ξαπλώνω. Κοιμάμαι πιο γρήγορα και απο αστραπή.

Με ξυπναει ο Νίκος κατά τις έξι, με φαϊ στα χέρια. Τυροπιττούλα. Να αγιάσεις άνθρωπέ μου.

Να αγιάσεις με όλα αυτά που σου έκανα – χωρίς να τα θυμάμαι καθόλου την επόμενη μέρα.

Διότι, η ιστορία λέει, αλλά εγώ δεν παραδέχομαι καθώς δεν ενθυμούμαι, οτι με πήρε τηλέφωνο εκειδα που κοιμόμουνα, με ξύπνησε (ο μπαγάσας, πως τα κατάφερε;) και ενώ αυτός είχε φτάσει μέχρι την πόρτα του σπιτού, του είπα πως ήμουν στο γραφείο. Επιστρέφει στο γραφείο, κάπου ένα δεκάλεπτο δρόμο με το αμάξι, όπου και βρίσκει κλειστά. Με ξαναπαίρνει, με ξυπνάει (ο μπαγάσας, πως τα κατάφερε;) και επιβεβαιώνει οτι είμαι σπίτι και κοιμάμαι του καλού καιρού. Ερχεται – και φέρνει και φαϊ.

Anyway, εγώ δεν θυμάμαι τίποτα.

Την επόμενη μέρα, ξυπνάω καλά. Λίγο χάλια στομαχικώς, αδειάζω ένα μπουκάλι νερό με την μία. Στο μαγαζί του άλλου Νίκου, που παντρεύεται, ο μπαγάσας, το Πάσχα, πίνω έναν χυμό μπανάνα. Απο τον Βασίλη τα έμαθα αυτά, το λέω.

Πάμε για φαϊ. Που; Τι που; Τα ίδια θα λέμε; Παγωτό. Μετά κουτσομπολιό. Apparently, η μαυρομάλλα γκαρσόνα στο Budha, εχθές το βράδυ πλακώθηκε με μία πρώη γκαρσόνα και νυν πελάτισσα. Μπουκάλια φύγανε, μπουνιές – κλωτσιές πέσανε, μεγάλα γλέντια. Επιβεβαιώνω οτι είχα φύγει όταν έγινε ο σαματάς και τον δεν ξέχασα οινοπευματωδώς.

Η κουβέντα γίνεται με την πρώην. «Τα ‘θελε και τα ‘παθε, η παλιοαθηναία» και τέτοια.Εγώ το παίζω σοφός – και μιλάω σπάνια, ενώ ακούω τα πάντα. Φτιάχνω σενάρια, που και που τα πετάω, πέφτω μέσα.

Μιλάει το Southern μάλλον, ακόμα.

Το βράδυ ετοιμάζω τα πράγματά μου. Φαϊ. Μην λέμε πάλι τα ίδια. Παίρνω και ένα έξτρα, για την Αθήνα, όταν φτάσω θα είναι πρωϊ και θα πεινάω. Χάλια θα είναι αλλά για την ανάμνηση βρε αδελφέ.

Το καράβι έρχεται στην ώρα του. Θα ταξιδέψω βράδυ. Ολα μου πάνε (για άλλη μία φορά) δεξιά: Το καράβι δεν έχει κόσμο, εκεί που είμαι δεν κάνει κρύο. Κοιμάμαι πάντως λίγο – μάλλον η υπερένταση. Ξημέρωμα. Αθήνα.

Αθήνα.



 ? 

–>