Επειδή μάλλον θα χρειαστεί να λέμε πάλι τα (για μένα) αυτονόητα, ας κάνω άλλη μία προσπάθεια να εξηγήσω τι συμβαίνει στον βαθύ και σκοτεινό εσωτερικό πολιτικό μου κόσμο.

Είδα την συνέντευξη του Τσίπρα στο συνέδριο του Οικονομικού Ταχυδρόμου. Εκεί, έγινε και μία αναφορά στις δωρεάν μετακινήσεις – σκέψη που είχε θέσει και μία μέρα νωρίτερα ο Ανδρουλάκης. Πέντε τομείς πρότεινε ο πρώην πρωθυπουργός, ως άμεσες ενέργειες για να επηρεάσει την πολιτική ατζέντα (όπως έλεγε και άρθρο που τις παρουσίαζε): Ρεύμα, στέγαση, πανελλαδικές, αυξήσεις σε νοσηλευτικό προσωπικό και καθηγητές και δωρεάν μετακίνηση.

Μάλλον κάτι δεν έγινε απολύτως κατανοητό, φοβάμαι.

Μπορεί να είμαι εγώ – μάλλον είμαι μόνο εγώ, δεν ξέρω – που έχει σκοτεινιάσει η ψυχή μου με το επίπεδο της δημοκρατίας μας σήμερα. Οι θεσμοί σε πλήρη αποσύνθεση, η δικαιοσύνη, εκτός από μερικές φωτεινές εξαιρέσεις χρησιμοποιείται ως εμφανές εργαλείο συγκάλυψης των αντιδημοκρατικών διαδικασιών.

Αυτό το πρόβλημα βλέπω εγώ.

Αυτό είναι το θέμα.

Το αν ο Μητσοτάκης αφήνει τα ενοίκια να πάνε στον θεό, αν φρόντισε, ο ίδιος προσωπικά, το δημόσιο να απομακρυνθεί από τον έλεγχο της ΔΕΗ ώστε το χρηματιστήριο να ξεφτιλίζει τα οικογενειακά εισοδήματα με ένα απολύτως απαραίτητο αγαθό, αν έδωσε δισεκατομμύρια σε απευθείας αναθέσεις, αν έχει επιτρέψει την διάλυση του ΟΠΕΚΕΠΕ και των τραίνων, είναι σημαντικά θέματα – αλλά όχι τα πιο σημαντικά.

Για μένα, μπορεί εγώ να είμαι περίεργος, δεν με πειράζει.

Για μένα πιο σημαντικό είναι όταν η ΠτΔ καθυστερεί τον διορισμό ανωτάτων δικαστικών γιατί αντιλαμβάνεται ότι θα αλλάξει η εξουσία, είναι πιο σημαντικό όταν εισαγγελείς χάνουν τις θέσεις τους ενώ κάνουν έλεγχο στο κράτος, είναι πιο σημαντικό όταν η Βουλή ψηφίζει με επιστολικές ψήφους γιατί ανησυχεί μήπως οι βουλευτές ψηφίσουν κάτι άλλο, όταν μετράει όπως νομίζει τα ψηφοδέλτια, όταν εισαγγελείς κλείνουν έρευνες εν εξελίξει ή αρνούνται να δουν στοιχεία της υπόθεσης που ερευνούν – και η λίστα είναι τεράστια.

Και αυτό είναι ένα πρόβλημα για την επόμενη κυβέρνηση – το καταλαβαίνω.

Γιατί αν πας να προστατέψεις την Δημοκρατία ή την Δικαιοσύνη βάζοντας απόλυτους κανόνες, την ελέγχεις απόλυτα – άρα δεν την βοηθάς καθόλου. Αν βάλεις κανόνες που αλλάζουν, τότε η κοινωνία μας επαφίεται στο αν η επόμενη κυβέρνηση θα ακολουθήσει τους κανόνες.

Αν πας να τιμωρήσεις τους ενόχους, πρέπει να το κάνεις με τρόπο που δεν θα ελέγχεις την δικαιοσύνη, γιατί αλλιώς θα είσαι εσύ που την ελέγχει απλώς με τρόπο που βολεύει πχ το δικό μου θυμικό. Αδιανόητα επικίνδυνο.

Τα καταλαβαίνω όλα αυτά, αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι απλό. Γι’ αυτό και επιμένω ότι χρειάζεται σοβαρότητα.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πχ, ΕΙΧΕ κανόνες. Απλώς, τους αγνόησε όταν και όπως ήθελε.

Ο Τασούλας πχ, ως πρόεδρος της Βουλής, είχε συγκεκριμένο κανονισμό να ακολουθήσει όταν χρειάστηκαν να επιλεχθούν νέα μέλη για τις ανεξάρτητες αρχές. Ήταν ένας κανόνας σαφής: τα 3/5 της διάσκεψης, 16,2 μέλη από τα 27, άρα λίγο περισσότερο από 16 μέλη. Σαφής κανόνας, για να προστατεύεται η ανεξαρτησία των αρχών από την κυβέρνηση. Ο Τασούλας έκανε το 16,2 σε 16 ευνοώντας το κόμμα του, και η κυβέρνηση επέλεξε τα μέλη που ήθελε – και τιμήθηκε γι’ αυτό καθώς αντίστοιχα με απλή κυβερνητική πλειοψηφία έγινε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Απλοί κοινοβουλευτικοί κανόνες, σαφείς και ξεκάθαροι κανόνες, και όποιος θέλει και έχει την εξουσία, τους αγνοεί.

Πάμε λίγο πίσω για να καταλάβετε το πρόβλημα; ΕΛΑΣ και ΠΑΣΟΚ, τα δύο μεγαλύτερα αυτήν την στιγμή κόμματα της αντιπολίτευσης, μιλούν για… δωρεάν εισιτήρια.

Είναι προσβολή.

Χρειάζομαι (εγώ, δεν ξέρω για εσάς, για μένα μιλάω τώρα) μία πρόταση που να είναι ταυτοχρόνως δημοκρατική αλλά και να μην αφήνει καμία κυβέρνηση, ούτε την επόμενη, ούτε όποιου επιλέξει και αγαπά ο καθένας, να κάνει τα ίδια.

Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου “έθαψε” την υπόθεση των υποκλοπών μόλις ενημερώθηκε ότι ενδιαφερόμενοι θέλουν να καταθέσουν νέα στοιχεία. Ο Ζαχαρίας Κεσσές ενημέρωσε εγγράφως τον κ. Τζαβέλλα ότι θέλει να καταθέσει νέα στοιχεία για την υπόθεση, και μία ημέρα μετά ο εισαγγελέας την έστειλε στο αρχείο για να μην τα παραλάβει, μία διαδικασία που ευνόησε την εγκαλούμενη κυβέρνηση.

Χρειάζομαι (εγώ, δεν ξέρω για εσάς, για μένα μιλάω τώρα) μία πρόταση που να είναι ταυτοχρόνως υπερ της δικαιοσύνης αλλά και να μην αφήνει καμία κυβέρνηση, ούτε την επόμενη, ούτε όποιου επιλέξει και αγαπά ο καθένας, να την χειραγωγήσει όπου και όπως θέλει.

Ακούστε, γιατί μιλάω σοβάρα.

Η ιστορία μας βρίθει από πολιτικές παρανομίες που έμειναν ατιμώρητες από τις επόμενες κυβερνήσεις. Αυτό το μοντέλο του φιλικού διακανονισμού πρέπει να αλλάξει. Επειγόντως. Αφού οι κανόνες από μόνοι τους δεν αρκούν, ίσως έχει έρθει ο καιρός για τιμωρία, ώστε τις επόμενες φορές, όποιος παίξει με την δικαιοσύνη ή την δημοκρατία να ξέρει ότι θα υπάρξουν και συνέπειες.

Και αυτή η σκέψη που κάνω είναι τρομακτική.

Και ακούω για… εισιτήρια.

~

Είναι σημαντικό να έχουμε φθηνότερη κατοικία; Απολύτως. Το καταλαβαίνω πρώτος εγώ. Να έχουμε φθηνότερη κατοικία, φθηνότερο ρεύμα, αξιοπρεπείς μισθούς, ευκολότερη διαβίωση. Ναι, χίλιες φορές ναι.

Αυτά όμως, είναι διαμάχη σε ένα πεδίο που μπορεί να παίξει ο οποιοσδήποτε. Οι όροι του παιχνιδιού, αν αφεθούν να μείνουν αυτοί, θα μετατραπούν σε μία ζυγαριά παροχών, σε ένα εξαθλιωμένο οικονομικά ψηφοφόρο, που, κάτω από την πίεση που νιώθει, θα του είναι σαφώς πιο εύκολο να ψηφίσει τον καλύτερο παροχολόγο.

Και σ’ αυτό το παιχνίδι, μπορεί να παίξει ο οποιοσδήποτε – δηλαδή και ο Μητσοτάκης. Τι τον εμποδίζει να πει “δωρεάν μετακινήσεις για όλους”; Ακόμα και αν αναγκαστεί να τις κάνει, θα κάνει το ρεύμα δύο φορές ακριβότερο και θα βγουν τα λεφτά.

Αστειεύεστε;

Μιλάτε σοβαρά;

Αυτό είναι το διακύβευμα;

Αν η αντιπολίτευση δεν αντιμετωπίσει την κατάσταση που έχει να διαχειριστεί με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, αν, πρωτίστως, δεν καταλάβει το πλαίσιο στο οποίο πάσχουμε και χρειαζόμαστε επειγόντως αλλαγή στις βασικές δομές, αν επιλέξει (για άλλη μία φορά) να αντιμετωπίσει τους ψηφοφόρους ως πένητες ηλίθιους που θα γυαλίσει το μάτι τους με γυαλάκια και καθρέπτες, τότε καλό θα είναι να προετοιμαστεί καλά, γιατί εκπαιδεύοντας τους ψηφοφόρους έτσι, θα επιλέξουν κι αυτοί μετά κάποιους πολύ καλύτερους από αυτούς σ’ αυτό το παιχνίδι.

Εγώ δεν ζητώ πια μόνο εξασφάλιση των κανόνων. Για πρώτη φορά με τόση επιμονή ζητώ τιμωρία των ενόχων. Δεν ζητώ μόνο να μπει ένα φρένο για το μέλλον – απαιτώ να υπάρξει επιτέλους δικαιοσύνη για το παρελθόν. Είναι τρομερά επικίνδυνο ένα τέτοιο αίτημα, το αναγνωρίζω. Γι’ αυτό απαιτείται σοβαρότητα και υπευθυνότητα. Απαιτούνται προτάσεις. Απαιτείται αντίληψη, έμπρακτος σεβασμός στην δημοκρατία και την δικαιοσύνη, τιμιότητα και ειλικρίνεια, καθαρό μυαλό και αξιοπρέπεια λόγου και έργων.

Είμαστε σε μία από τις χειρότερες περιόδους που έχουμε αντιμετωπίσει, και χρειαζόμαστε πολιτικές προτάσεις ανάλογες της σοβαρότητας της κατάστασης.

Τα δωρεάν εισιτήρια; Αφήστε τα για αργότερα.

Τις τελευταίες ημέρες, δύο γεγονότα που αφορούν ανθρώπους που ζήσαμε τις μάχες τους μας επηρέασαν, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. 

Ο πρώτος, είναι ο Βασίλης Δημάκης. Ο Δημάκης είναι κρατούμενος, που διαμαρτυρόμενος γιατί δεν μπορούσε να φοιτήσει από τις φυλακές όπως έκανε μέχρι τώρα, ξεκίνησε απεργία πείνας, και δίψας. Μετά από ανεπάλληλες επιτυχίες και αποτυχίες, βρέθηκε να διακόπτει και να ξαναρχίζει την απεργία, ενώ, σύμφωνα με τον δικηγόρο του έφτασε να προχωρήσει σε μηνυτήρια αναφορά και αγωγή κατά του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, για μία (απαράδεκτη, κατ’ εμέ) δημόσια ανακοίνωσή του.

Στο τέλος, ο Δημάκης σταμάτησε την απεργία, καθώς του δόθηκε το δικαίωμα να συνεχίσει τις σπουδές του όπως έκανε μέχρι τώρα από τις φυλακές. 

Πολλοί πολίτες βρέθηκαν να πανηγυρίζουν θεωρώντας τον αγώνα κερδισμένο καθώς πίστευαν  πως ο Δημάκης είχε δίκιο και πως δικαιώθηκε με την υπαναχώρηση της κυβέρνησης. 

Ο Δημάκης όμως δεν κέρδισε τώρα. 

Αν η κυβέρνηση συνέχιζε να επιμένει στην απόφασή της, και ο Δημάκης δεν σταματούσε έγκαιρα την απεργία, θα πέθαινε. Αν θεωρούσε τελικά την ζωή του υπέρτερο αγαθό από αυτήν την μάχη και επέλεγε να κρατήσει τις δυνάμεις του για να πολεμήσει μία άλλη μέρα, μπορεί και να σταματούσε νωρίτερα, ανεξαρτήτως απόφασης. 
Ο Δημάκης κέρδισε εκείνη την στιγμή που είπε «νομίζω ότι είναι δίκαιος ο αγώνας μου, και θα παλέψω γι’ αυτό». Όποιο και αν ήταν το αποτέλεσμα μετά, είτε ήταν μόνος του, είτε είχε εκατο χιλιάδες να συμφωνούν μαζί του και να διαδηλώνουν για να γίνει σεβαστό το αίτημά του, την στιγμή που αποφάσισε να διεκδικήσει αυτό που πίστευε σωστό και τίμιο, ήταν η στιγμή που κέρδιζε. 

~

Ο δεύτερος, είναι ο Μανώλης Κυπραίος.  Δημοσιογράφος, που έχασε για πάντα την ακοή του το μεσημέρι της 15ης Ιουνίου 2011 μετά από έκρηξη οβίδας κρότου-λάμψης που έριξε μία ομάδα των ΜΑΤ κοντά του, καθώς πήγαινε να κάνει την δουλειά του. Όλο αυτό το διάστημα, απολύτως εξαφανισμένος από την επικαιρότητα και από τους συναδέλφους του, πάλεψε να δικαιωθεί, θεωρώντας πως αυτό που του συνέβη ήταν πέρα για πέρα άδικο. Πήγε στα δικαστήρια, δεχόμενος μάλιστα επιθέσεις αστυνομικών και άλλων ανώνυμων για την απόφασή του.

Πριν λίγες ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε τον Μανώλη Κυπραίο

Ο Μανώλης όμως, δεν κέρδισε τώρα.

Η μάχη που έδωσε ήταν ήδη κερδισμένη όταν πήρε την απόφαση να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που βίωσε. Θα μπορούσε να έχει εγκαταλείψει δεκάδες φορές, όταν οι συνάδελφοί του επέλεγαν επιδεικτικά να αγνοήσουν την ιστορία του, ή όταν δεχόταν ύβρεις  για την μάχη του. Θα μπορούσε το δικαστήριο να μην τον δικαιώσει. Το «μπράβο» για την προσπάθειά του το άξιζε την στιγμή που αποφάσισε να πολεμήσει, όχι την στιγμή που ο δικαστής δικαίωνε τον αγώνα του.

~

Οι μάχες που δίνουμε, μπορεί να μην είναι επιτυχημένες. Οι αγώνες μας, μπορεί να είναι μάταιοι. Μπορεί να μην έχουμε φίλους μαζί μας, μπορεί να μην μάθει κανείς τι στερούμαστε, ούτε τι θέλουμε τελικά να πετύχουμε. Μπορεί να μας μισούν όσοι έχουν να χάσουν από την διεκδίκησή μας. Μπορεί, κάποια στιγμή να εγκαταλείψουμε, ή να χάσουμε.

Αν αυτές οι μάχες δίνονται τίμια και με αξιοπρέπεια, είναι κερδισμένες επειδή δόθηκαν, όχι επειδή κάποιος άλλος τελικά αποφάσισε πως είχαμε δίκιο ή άδικο. Η τελική κρίση τους, για τον κάθε ένα που πολεμά, δεν ορίζει το πρόσημο του αγώνα που επέλεξε. Ο Βασίλης και ο Μανώλης πάλεψαν τίμια, δημόσια και με προσωπικό κόστος.

Όποιος από εμάς συμφωνεί με την στάση τους και τον σκοπό τους, τους οφείλει το «μπράβο» και τον σεβασμό του όχι γιατί κέρδισαν, αλλά γιατί επέλεξαν να πολεμήσουν αυτό που τους αδικούσε με τον τρόπο που επέλεξαν να το κάνουν.