Όσο εγώ θύμωνα,

Όσο εγώ θύμωνα, η κυβέρνηση έκλεινε άλλη μία υπόγεια μπίζνα,

άλλος ένας επιχειρηματίας έκλεινε το μαγαζί του,

άλλος ένας πελάτης δεν είχε λεφτά να ξοδέψει.

Όσο εγώ θύμωνα άλλη μία οικογένεια δεν άνοιγε air condition,

άλλος ένας άνθρωπος δεν πήγαινε στον γιατρό,

άλλος ένας μαθητής δεν χώραγε να γίνει φοιτητής,

άλλος ένας γονιός δεν έστειλε το παιδί του να σπουδάσει,

άλλος ένας νοικοκύρης έπαιρνε τρεις φέτες ζαμπόν.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλο ένα σπίτι καιγόταν,

άλλος ένας μετανάστης πνιγόταν,

άλλος ένας μετανάστης πυροβολούνταν από συνοριοφύλακες,

άλλος ένας αναρχικός έτρωγε ξύλο στα μπουντρούμια της ΕΛΑΣ.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλος ένας δικαστής αποφάσιζε κατά παραγγελία,

άλλη μία δικογραφία μπήκε στο αρχείο,

άλλος ένας υπουργός δήλωνε αθώος λόγω ασυλίας,

άλλος ένας πολιτικός έμενε «λίγο πίσω για να ξεχαστεί»,

άλλος ένας πολίτης έχανε το δίκιο του.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλο ένα τρένο έμπαινε στην ίδια τυφλή γραμμή,

άλλος ένας γονιός περίμενε ένα μήνυμα που δεν ήρθε ποτέ,

άλλο ένα μπάζωμα κάλυπτε τις ευθύνες κάτω από το χώμα.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλος ένας άνθρωπος πήγαινε σε νοσοκομείο χωρίς γιατρό,

άλλος ένας γιατρός κάνει εξαντλητικές βάρδιες,

άλλος ένας πυροσβέστης πρέπει να δουλέψει δύο φορές παραπάνω για να καλύψει τα κενά.

Όσο εγώ θύμωνα άλλος ένας εργαζόμενος δούλευε δωδεκάωρο χωρίς υπερωρία,

άλλος ένας πέθαινε σε εργατικό ατύχημα για να βγουν οι στόχοι,

άλλος ένας συλλογικός φορέας διαλυόταν με νομοθετήματα,

άλλος ένας εξηντάχρονος άφηνε την τελευταία του πνοή σε σκαλωσιά.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλος ένας δημοσιογράφος ζάλιζε το κοινό του με βλακείες,

άλλος ένας πολίτης πίστευε ψέματα,

άλλος ένας εκδότης πληρωνόταν για να γκεμπελίζει.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλη μία παραλία χαριζόταν για ξαπλώστρες και VIP,

άλλο ένα αρχαίο τσιμεντωνόταν για να αντέχει τακούνια και επιδείξεις,

άλλος ένας ελεύθερος χώρος στην πόλη χανόταν κάτω από το μπετόν.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλη μία επιτροπή εμπειρογνωμόνων αγνοούνταν στις αποφάσεις,

άλλος ένας επιστήμονας βλέποντας την έρευνα να υποστηρίζεται μόνο στο εξωτερικό,

άλλος ένας καθηγητής πάλευε με την υποστελέχωση στα πανεπιστήμια,

άλλος ένας νέος μάζευε τις βαλίτσες του για το εξωτερικό.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλο ένα παλαιστίνιο παιδί το πυροβολούσαν στο κεφάλι,

άλλος ένας παλαιστίνιος έχανε το σπίτι του άδικα από έναν έποικο,

άλλος ένας έλληνας συλλαμβάνονταν σε ένα λιμάνι γιατί διαμαρτυρόταν,

άλλος ένας δικαστής που κατείγγειλε την γενοκτονία έχανε τα λεφτά του,

άλλος ένας φοιτητής απελαύνονταν γιατί μίλησε για την Παλαιστίνη.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλος ένας ήταν κάτω από την παρακολούθηση της εξουσίας,

άλλος ένας ανεξάρτητος θεσμός δεχόταν επίθεση επειδή έκανε τη δουλειά του,

άλλος ένας δημοσιογράφος έβλεπε τις πηγές του να εκτίθονται,

άλλος ένας πολιτικός εκβιάζεται να αλλάξει τις αποφάσεις του.

Όσο εγώ θύμωνα, άλλος ένας αδικούνταν. Άλλος ένας έχανε. Άλλος ένας πέθαινε.

Δεν αλλάζει τίποτα ο θυμός μου απέναντι σ’ αυτούς που αδικούν. Αδιαφορούν για τον θυμό μου εκείνοι.

Όσο εγώ θυμώνω απλώς, εκείνοι κάνουν την δουλίτσα τους, δεν έχουν πρόβλημα. Κι αυτοί που έχουν την ανάγκη μου, χάνουν.

Δεν φτάνει μόνο ο θυμός μας. Είναι καλός, είναι χρήσιμος, μας θυμίζει ότι είμαστε άνθρωποι απέναντι στο άδικο – μα δεν φτάνει μόνος του.

Ακόμα και σαν καύσιμο για να ονειρευτούμε κάτι άλλο, έναν άλλον κόσμο, δεν είναι μόνο του αρκετό.

Να κάνουμε *κάτι* μ’ αυτό πρέπει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.