
Και, ξαφνικά, μας χάλασαν οι αστυνομικοί. Ξαφνικά, το να βγάλει όπλο και να πυροβολήσει, μας έκανε όλους να ανατριχιάσουμε. Το να κρατάει προφυλακισμένο επί οκτάμηνο συμμετέχοντα (ή μή) στα επεισόδια, και να αυξάνονται οι κατηγορίες (πρώτα πετούσε πέτρες, μετά έγινε μολότοφ κ.λ.π.) μας θορύβησε. Ξαφνικά, να κλωτσούν πέντε-έξι μαντραχαλαίοι έναν διαδηλωτή (που έχει συλληφθεί) μας προκαλεί αποτροπιασμό. Να παρασέρνει ζητάς πεζό με μηχανή, τρόμο.
Ξαφνικά, η εικόνα έγινε ξεκάθαρη: Οι κακοί, κακοί αστυνομικοί.
Περιέργως πως, από χθες, έχω την εντύπωση πως το μίγμα που δημιουργείται, εντέχνως, περιέχει μόνο δύο (άντε τρεις) συνιστώσες: τους ματατζήδες και τους μπαχαλάκηδες. Αντε, και τα θύματα.
Το βράδυ της Κυριακής, στον Σταύρο Θεοδωράκη παρήλασαν ένας «αναρχο – αντιεξουσιαστής», ένας άνδρας της ομάδας ΜΑΤ, ένας σκηνοθέτης, ένας καταστηματάρχης, και μία κοπέλα, ηλικίας ίδιας με του αδικοχαμένου Αλέξανδρου.
Λες και κάπου, ανάμεσα σε όλους αυτούς, μπορεί να βρει κανείς γιατί έγιναν αυτά τα επεισόδια.
Δεν είναι όμως η εργασιακή τους σχέση που έχει κάτι κοινό. Ούτε η συμμετοχή τους. Βασικά, από την συζήτηση, έλειπε κάποιος.
Έλειπες εσύ (*).
Βλεπεις, καθήμενος στον καναπέ σου, ή στο γραφείο σου, ή στο twitter σου, ή στο blog σου, ή εν πάσει περιπτώσει καθήμενος, και σχολιάζοντας, παρακολουθώντας, κατηγοριοποιώντας και γκρινιάζοντας, είτε για τους μεν, είτε για τους δε, ξέχασες κάποιον.
Εσένα.
Διότι, όσα έχει κάνει η αστυνομία, τα έχεις παραγγείλει εσύ. Την διαφθορά; εσύ. Την αδιαφάνεια; εσύ. Τους αστυνομικουκουλοφόρους; εσύ. Να τραβάνε όπλο; εσύ. Να πυροβολούν; το ίδιο. Να παρασέρνουν με την μηχανή; πάλι εσύ. Να κλωτσάνε ανήμπορους να αντιδράσουν; ω, ναι:
Πάλι εσύ.
Βλέπεις, στην μάχη των δρόμων, εκεί στα στενά, συγκρούονται δύο ομάδες ανθρώπων. Η μία, είναι οι μπαχαλάκηδες. Ας μην ασχοληθούμε με αυτούς τώρα. Η άλλη ομάδα, που έχει περισσότερο ενδιαφέρον, πληρώνεται από σένα, οργανώνεται από σένα, διατάσσεται από σένα, προστατεύει εσένα, και λειτουργεί κάτω από τις δικές σου εντολές.
Κάθε μαλάκας που πυροβολεί έναν δεκαπεντάχρονο χωρίς λόγο, εκτελεί με τις δικές σου διαταγές.
Πω, πω – έκπληξη: είναι δικός σου υπάλληλος.
Και, όχι μόνο αυτό – αλλά δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι δεν ήξερες κιόλας. Διότι ήξερες. Και για την ζαρτινιέρα έμαθες, και για τους δολοφονημένους μετανάστες των κρατητιρίων, και για τους πυροβολισμούς, και για τους πέντε-εναντίον-ενός, και για τις άδικες προσαγωγές, και για το άφθονο ξύλο, και για τους κουκουλοφόρους ασφ-αλήτες που παριστάνουν (κύριος οίδε γιατί) τους μπαχαλάκηδες.
Ήξερες. Στο είπαν τόσοι πολλοί, τόσες πολλές φορές. Στο έδειξαν με εικόνες, με βίντεο, με περιγραφές.
Ήξερες, και δεν έκανες τίποτα γι’ αυτό. Και τώρα, οι υπάλληλοί σου κατέβηκαν στον δρόμο, να καταστείλουν την αναρχία. Ή, ότι άλλο γουστάρουν. Υπό τις εντολές σου, υπό τις διαταγές σου, και κυρίως, υπό την ανοχή σου.
Γι’ αυτό, κάνε μου την χάρη, και μην παραμυθιάζεσαι. Οι υπάλληλοί σου φυλάνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, τραβάνε πιστόλι, γκαζώνουν στον κοσμάκη και πλακώνουν πέντε/έναν. Οι υπάλληλοί σου φορτώνουν πέτρες και μολότοφ σε κάθε κακομοίρη. Οι υπαλληλοί σου ανοίγουν κεφάλια ηλικιωμένων και ξεκινάνε πρώτοι τα επεισόδια.
Κάνουν ότι τους πεις: Ανοίξτε καμιά μύτη να χαζέψω στις ειδήσεις λες; ανοίγουν. Σπάστε κανα κεφάλι μετανάστη να έχω να λέω αύριο λες; σπάνε. Χωθείτε στους μπαχαλάκηδες να κάνουν καμιά ζημιά ζητάς; άμεσα.
Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.
Για πάρτη σου δουλεύουν. Και μην πεις όχι – αν δεν τα έκαναν στο όνομά σου, θα τους είχες σταματήσει καιρό τώρα.
Τους σταμάτησες; όχι βέβαια. Οπότε, τουλάχιστον, μην γκρινιάζεις. Και μην τους βρίζεις. Είναι άκομψο να βρίζεις τους δικούς σου εργαζόμενους.
Υ.Γ.: Και που ‘σαι; αν νιώθεις αρκετά άντρας, κατέβα να τους βοηθήσεις κιόλας. Υπάρχουν αρκετοί Αλέξανδροι ακόμα για ξεκαθάρισμα.
(*) Εσύ, εγώ, όλοι μας.