Αυτή, είναι μία φωτοβολίδα που πετάχτηκε, από τους φιλοξενούμενους οπαδούς της μίας ομάδας, στους γηπεδούχους οπαδούς της άλλης ομάδας.

Διαβάζω δε στα ρεπορτάζ, ότι η φωτοβολίδα πετάχτηκε με όπλο, ενώ ο δράστης δεν συνελήφθη, και το παιχνίδι συνεχίστηκε.

Πάμε λοιπόν:

Το παιχνίδι, έπρεπε να σταματήσει. Εκείνη την στιγμή. Να διακοπεί, ούτε καν να συνεχιστεί με άδειες κερκίδες.

Ο δράστης έπρεπε να συλληφθεί. Υποτίθεται ότι υπάρχουν κάμερες για να βρεθεί, αν είναι υποχρέωση της ομάδας και δεν υπάρχουν να συλληφθεί ο υπεύθυνος της γηπεδούχου, αν δεν είναι υποχρέωση να γίνει.

Όσοι ήταν δίπλα στον δράστη, τον είδαν, μα απέκρυψαν την πράξη του ή τον έκρυψαν για να μην βρεθεί, θα έπρεπε η ίδια η ομάδα τους, να τους απαγορέψει την είσοδο στα γήπεδα – για πάντα. Ηθικά, όχι νομικά: για πάντα.

Εφόσον η μετακίνηση έγινε ομαδικά, δηλαδή με συνδέσμους κλπ, έπρεπε αν υπάρχει υπεύθυνος γι’ αυτούς τους ανθρώπους να συλληφθεί και αυτός με την σειρά του. Αν δεν υπάρχει, να οριστεί ένας υπεύθυνος για την μετακίνηση, και να υπάρχουν ευθύνες γι’ αυτόν.

Επίσης, έπρεπε να συλληφθεί και ο υπεύθυνος του ελέγχου των οπαδών, για όλες τις θύρες, καθώς και αυτός για την είσοδο στην θύρα των οπαδών από την οποία έφυγε η φονική φωτοβολίδα.

Αυτά, είναι τα πρακτικά, που έπρεπε να γίνουν την ώρα του αγώνα.

Τίποτα εξ αυτών δεν έγινε.

Γιατί; Επειδή δεν είχαμε νεκρό;

~

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί μετά τις πολύνεκρες πλημμύρες στην Μάνδρα; Πόσες ενέργειες έχουν μπει σε λειτουργία, ακόμα και κατεπειγόντως, για να μην υπάρξει άλλος νεκρός;

Βλέπετε πόσα πράγματα έχουν εξαγγελθεί για το Μάτι, μετά την πολύνεκρη πυρκαγιά; Πόσες ενέργειες θεωρούνται πλέον επιβεβλημένες, πόσες υπηρεσίες άλλαξαν υπεύθυνους, πόσα πράγματα θεωρούνται αυτονόητα πλέον μπήκαν στην ατζέντα;

Λοιπόν, προτείνω να κάνουμε το εξής:

Δείτε αυτόν τον άνθρωπο για παράδειγμα με το κόκκινο καπέλο. Εκ της φωτογραφίας μοιάζει να είναι ο πιο κοντινός στο φονικό βλήμα. Μάθετε το όνομά του, κάντε του μία κηδεία, τα παιδιά του και η γυναίκα του να τον κλάψουν –

– ΠΕΙΤΕ ΟΤΙ ΤΟΝ ΠΕΤΥΧΕ.

Πείτε ότι πια είναι νεκρός. Στην οικογένειά του η ΕΠΟ να δώσει τιμητική σύνταξη για να τα βγάζει πέρα, βάλτε τον σε ένα καράβι να μην τους ξαναδεί, αλλάξτε του όνομα και πρόσωπο, αν χρειαστεί, βάλτε τον σε υπηρεσία ανάλογη της προστασίας μαρτύρων.

Νιώστε την φρίκη να τον διαπερνάει ένα καυτό βλήμα, να του καίει τα σωθικά, να τον πετυχαίνει στην καρωτίδα και η κάψα να του στεγνώνει το ίδιο του το αίμα, κανείς δίπλα να μην μπορεί να το βγάλει, νιώστε την απελπισία όσων είναι δίπλα, νιώστε την ηδονή του δολοφόνου που ρίχνει ένα βλήμα πάνω στον κόσμο, όχι αδιαφορώντας αν έχει νεκρό αλλα ΕΠΙΔΙΩΚΟΝΤΑΣ να έχει νεκρό, ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ να έχει νεκρό, οποιονδήποτε, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο κάτω ένα παιδί, τέσσερα καθίσματα και λίγο πιο πάνω μία γυναίκα, κάντε ο,τι χρειάζεται – αν δεν ξέρετε πως, ρωτήστε όσους κάθονταν δίπλα στον Χαράλαμπο Μπλιώνα.

Και θα σας πω γιατί:

Η ζωή είναι σκληρή. Κάπου – κάπου, στεκόμαστε τυχεροί, μας προειδοποιεί, μας λέει «κοίτα, κοίτα τι μπορεί να συμβεί», και εμείς έχουμε δύο επιλογές. Ή θα αξιοποιήσουμε αυτό το μάθημα, ή θα περιμένουμε να δούμε τι, πράγματι, μπορεί να συμβεί.

Λίγα εκατοστά χωρίζουν δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες: Στην μία, ένας άνθρωπος πεθαίνει, πάλι, εντελώς άδικα σε ένα γήπεδο. Στην άλλη, η φωτοβολίδα βρίσκει ένα κάθισμα, ή κάποιος κουνιέται ελάχιστα και γλυτώνει.

Είναι ίδιον των έξυπνων ανθρώπων, αυτών που θέλουν να αλλάξει κάτι, αυτών που θέλουν να δουν μία καλύτερη μέρα, τα πράγματα να προχωράνε μπροστά, αν θα μάθουν – ή όχι.

Αν δεν θέλουν να μάθουν, όσες φορές και να προειδοποιηθούμε με τα ελάχιστα εκατοστά, δεν θα αλλάξει τίποτα. Καμιά φορά, όπως μας έμαθε πικρά η υπόθεση Μπλιώνα, ακόμα και όταν μας δείξει τι τελικά θα συμβεί, ακόμα και τότε – αν οι άνθρωποι δεν θέλουν, δεν θα αλλάξει τίποτα.

Εγώ θέλω μία κυβέρνηση, μία δικαιοσύνη, έναν λαό που να θέλει να το αλλάξει αυτό. Να σκέφτεται όλα αυτά τα μεγαλόσχημα που θα έλεγε αν είχαμε νεκρό – και να τα κάνει πράξη πριν φτάσουμε να έχουμε τελικά.

Άλλωστε, δεν ακούω κανέναν που να τολμά να πει «όχι, δεν πρέπει να αλλάξει, γι’ αυτούς και γι’ αυτούς τους λόγους».

Καλό είναι που ντρέπονται, καλύτερο θα ήταν να το αλλάξουν – (ειδικά εκεί στην κυβέρνηση έχουν και πενήντα δύο εκατομμύρια τρόπους να το πιέσουν να γίνει, εκτός από τις δικές τους ευθύνες).

Αλλιώς, μετά, τουλάχιστον μην κάνουν τους ξαφνιασμένους.

Προειδοποιήθηκαν.