Μετά την (επιτέλους) ψήφιση της επέκτασης του Συμφώνου Συμβίωσης και στα ομόφυλα ζευγάρια, ακούω, διαρκώς μία συγκεκριμένη κριτική:

«Καλά, ούτε η Κανέλλη δεν το ψήφισε; Αυτό έλειπε να μην το ψηφίσει και ο Κακλαμάνης!»

Δεν μου κάθεται καλά όλο αυτό, και θέλω να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη και να μοιραστώ μαζί σας την ενόχλησή μου:

Νομίζω ότι είναι λάθος αυτή η συλλογιστική. Αντιλαμβάνομαι το υπονοούμενο, και ας το συζητήσουμε: Η απόφαση αν κάποιοι άνθρωποι πρέπει ή όχι να έχουν πρόσβαση στα ίδια δικαιώματα που έχουν όλοι οι υπόλοιποι, δεν πρέπει να είναι συνισταμένη του όποιου τρόπου ζωής μας, είτε μας λένε Κανέλλη, είτε Κακλαμάνη, είτε Γεωργιάδη, είτε Πλεύρη.

Μου φαίνεται τελείως λάθος, πχ, να το συνδέουμε έτσι – είναι σαν να λέμε αυτός που έχει παιδιά, *πρέπει* να ψηφίσει έναν νόμο που δίνει επίδομα στις οικογένειες με παιδιά – όχι, δεν *πρέπει* τίποτα: Μπορεί πιθανόν να καταλάβει καλύτερα τα αιτήματα των γονιών – ναι, μα ένας νόμος είναι σωστός, ή είναι λάθος, ανεξαρτήτως αν ο βουλευτής με κάποιον τρόπο κερδίζει, ή χάνει προσωπικά από αυτόν.

Κανένας Ολυμπιακός βουλευτής δεν θα *έπρεπε* να ψηφίζει σαν Ολυμπιακός, κανένας Κυκλαδίτης για τις Κυκλάδες, και πάει λέγοντας.

Προσωπικά, έχω ακριβώς την ίδια απαίτηση να ψηφίσει τον νόμο και ο (κάθε) Κακλαμάνης, και η (κάθε) Κανέλλη, και ο (κάθε) Γεωργιάδης ή ο (κάθε) Μεϊμαράκης, και ο κάθε ετεροφιλόφυλος και ο κάθε ομοφυλόφιλος βουλευτής – γιατί θεωρώ ότι είναι ένας σωστός νόμος και, εφόσον αδιαφορήσω για τα προσωπικά του καθενός ως κοινωνία, τόσο δεν θα έπρεπε να με ενδιαφέρει καν ως συνισταμένη απόφασης.

Μα δεν είναι μόνο αυτό:

Συν τοις άλλοις, μου φαίνεται πως αυτή η συλλογιστική (και παίρνω απλώς αφορμή από εδώ, καθώς τις τελευταίες ώρες το ακούω συνέχεια) λειτουργεί ως μία «get out of the closed» απαίτηση – με την οποία είμαι, προσωπικά, κάθετα και απόλυτα αντίθετος: Αφού κανείς δεν πρέπει να ντρέπεται για τις ερωτικές (και όχι απλώς σεξουαλικές) προτιμήσεις του, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα έπρεπε να νιώθει (με το ζόρι) «υπερήφανος». Αν νιώθει; Ας το πει, δεν έχω πρόβλημα. Μα αν θέλει να το κρατήσει για τον εαυτό του; Κανένα πρόβλημα. Αδιαφορώ ποιον ερωτεύεται ο καθένας, αν θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους – θαυμάσια, αν δεν θέλει, επίσης θαυμάσια.

Δεν – μου – πέφτει – λόγος. Ούτε έτσι, ούτε αλλιώς.

Καταλαβαίνω απόλυτα την οργή όσων δέχονται επικρίσεις, διακρίσεις και πόλεμο επειδή δημοσιοποίησαν την σχέση τους σε μία κοινωνία που μιλά για τους «λίγους ανώμαλους», καταλαβαίνω ότι νιώθουν μόνοι τους σε μία μάχη που δεν τους αφορά αποκλειστικά: Μα το λάθος είναι οι επικρίσεις, όχι το να κρατήσεις την ιδιωτική σου ζωή ιδιωτική. Είναι μία θυσία που δεν απαιτώ από κανέναν να υποστεί, για χάρη καμίας μάχης. Αν είναι σωστό να μην δέχεσαι διακρίσεις, είναι σωστό να μην τις δέχεσαι για κανέναν λόγο, και είτε το δημοσιοποιείς, είτε όχι.

Αυτή η γνώμη μου, τυχόν σκέψεις σας στα σχόλια, ή στα social.

Ταυτόχρονα, τις τελευταίες ημέρες, παίζουν δύο-τρεις ειδήσεις.

Ένα: οι δημόσιοι και οι συνταξιούχοι να πληρώνονται με υποχρεωτική χρήση πλαστικού χρήματος. Θα παίρνουν 120-150 ευρώ, λέει το δημοσίευμα, την εβδομάδα, και τα υπόλοιπα θα πρέπει να τα χρησιμοποιούν μόνο με κάρτες: «Mε πιστωτικές κάρτες οι μισοί μισθοί και συντάξεις» Παραθέτω το απόσπασμα:

Συγκεκριμένα το ΥΠΟΙΚ επεξεργάζεται σχέδιο σύμφωνα με το οποίο θα προβλέπεται η υποχρεωτική χρήση καρτών στις συναλλαγές των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων.

Αυτό θα επιτυγχάνεται, σύμφωνα με το δημοσίευμα, με έλεγχο στα μετρητά που σηκώνουν από μισθούς και συντάξεις και συγκεκριμένα περιορίζοντας την εβδομαδιαία ανάληψη μετρητών από τις τράπεζες στα 150 ευρώ από τα 420 που είναι σήμερα. Τα χρήματα που απομένουν στους λογαριασμούς των δικαιούχων, συνταξιούχων και δημοσίων υπαλλήλων, θα μπορούν να ξοδεύονται μόνο μέσω πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών.

Δύο, η υποχρέωση πληρωμής των γιατρών με πλαστικό χρήμα. Οι γιατροί, αφού υπήρξαν κάποιες προϋποθέσεις έκαναν δεκτό, κατ’ αρχάς, το μέτρο: «Ναι» με γκρίνια από τους γιατρούς στη χρήση πλαστικού χρήματος

Τρία, όλες οι καινούργιες επιχειρήσεις από 1/1/2016 θα πληρώνονται με πλαστικό χρήμα. Αυτό θα επεκταθεί και στις επιχειρήσεις που έχουν ξεκινήσει παλαιότερα, υποχρεωτικα, και σύντομα σε όλες: Πλαστικό χρήμα στις νέες επιχειρήσεις. Παραθέτω απόσπασμα:

Ολες οι νέες επιχειρήσεις που θα συσταθούν το 2016 θα υποχρεούνται για όλες τις συναλλαγές τους να χρησιμοποιούν χρεωστικές ή πιστωτικές κάρτες. Αυτό σημαίνει ότι θα εγκαταστήσουν μηχάνημα POS το οποίο θα επιδοτείται από τα πρόγραμμα του ΕΣΠΑ. Οπως αναφέρει στην «Κ» ο αναπλ. υπουργός Οικονομικών Τρ. Αλεξιάδης, εφόσον οι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν έναν λογαριασμό και μία κάρτα για τα έσοδα και τα έξοδά τους, θα απαλλάσσονται από την υποβολή της δήλωσης φόρου εισοδήματος και την περιοδική δήλωση ΦΠΑ, δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία θα είναι γνωστά στο υπουργείο. Σταδιακά το μέτρο της μη υποβολής δήλωσης θα επεκταθεί και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Τέσσερα, αλλά αυτό ήταν στα ψιλά: Οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες, μετά από απλό αίτημα μίας δημόσιας επιχείρησης (Δήμοι, ΔΕΚΟ, εφορίες, κλπ) να παρακρατούν από λογαριασμούς πολιτών τυχόν χρέη τους. Επίσης, το όριο του προστατευόμενου ποσού κατέβηκε από τα 1.500 ευρώ, στα 1.000: Άρχισαν κατασχέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς για οφειλές σε Δήμους, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικά ταμεία, εφορίες. Παραθέτω απόσπασμα:

Έστω ότι έχετε απλήρωτη μία κλήση από δημοτική αστυνομία, ή οφείλετε Χ ποσό από νερό στον δήμο που διαμένετε, ή έχετε οφειλή από ΔΕΗ, τότε είναι πολύ πιθανό αν έχετε τραπεζική κατάθεση, να δείτε το ποσό οφειλής να αφαιρείται από τον τραπεζικό σας λογαριασμό.

Συγκεκριμένα από το καλοκαίρι (μως η μεγάλη έξαρση σημειώθηκε το Σεπτέμβριο), οι τράπεζες παραλαμβάνουν ομαδικά κατασχετήρια -από εφορίες, τελωνεία, δήμους, ΔΕΚΟ, ασφαλιστικά ταμεία-, για δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών.

Τα αιτήματα είναι πολλά, μα πάρα πολλά. Υπολογίζεται ότι καθημερινά φτάνουν στις τράπεζες κατασχετήρια που αφορούν 500 και πάνω ονόματα.

Με τα κατασχετήρια ζητείται η δέσμευση καταθέσεων και μάλιστα για ποσά που συνήθως δεν ξεπερνούν τα 150 ευρώ.

Πρόκειται για οφειλές, από λογαριασμούς νερού, ρεύματος, ακόμα και από κλήσεις της δημοτικής αστυνομίας.

Ο καταθέτης δεν έχει κανένα τρόπο αντίδρασης, και άμυνας, αφού ο νόμος προβλέπει σαφώς την κατάσχεση οφειλής, από τραπεζικό λογαριασμό.

Όμως, εδώ οφείλω να παραθέσω και δύο προσωπικές περιπτώσεις τουλάχιστον, γιατί θα υπάρχουν και άλλες, με κατασχέσεις για ποσά κάτω από το προστατευόμενο όριο(*) – στην 2η τουλάχιστον περίπτωση μάλιστα, η κατάσχεση έγινε γιατί ήταν ..εγγυήτρια.

Μόνο δύο, ξαναλέω. Θα υπάρχουν εκατοντάδες τέτοιες περιπτώσεις.

(*) Προστατευόμενο όριο υπάρχει μόνο σε έναν λογαριασμό κατά άτομο, ποσού όχι μεγαλύτερου από €1.000

Ok με την ενημέρωση; Πάμε στις σκέψεις τώρα.

~

Είναι πολύ δύσκολο να μεταφέρω σε λέξεις αυτό που αισθάνομαι: Το να επιτρέψω να παραδοθεί το χρήμα στις τράπεζες, εγω να έχω έναν αριθμό μόνο που να πιστοποιεί ότι μου ανήκει, να είμαι διαρκώς ελεγχόμενος για το τι αγοράζω, με τα χρήματα που κέρδισα ο ίδιος, να μπορεί ο καθένας να ξέρει την οικονομική μου κατάσταση και να μην μπορώ να αντιδράσω ακόμα και αν αδικούμαι, είναι συνθήκες που με εγκλωβίζουν αφόρητα.

Κανονικά, θα έπρεπε να πω «οι άνθρωποι» – αλλά θα πω «εγώ» για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση για το «χειρότερο σενάριο» που υπερασπίζομαι:

Αν για μένα έχει μεγαλύτερη σημασία να πληρωθεί το φαγητό του παιδιού μου, από το να πληρωθεί ένα χρέος στην τράπεζα, για τα χρήματα που έχω κερδίσει – αυτή η απόφαση θα έπρεπε να είναι ιερή. Αυτή η προτεραιότητα είναι δική μου ευθύνη. Τα χρήματα που κερδίζω είναι δικά μου, και η διαχείρισή τους βαρύνει αποκλειστικά εμένα.

Αν καμία συναλλαγή δεν θα επιτρέπεται, σύντομα, χωρίς πλαστικό χρήμα:

μου φαίνεται πολυ ενοχλητικό ότι η τράπεζα, και τόσοι άλλοι πίσω από αυτήν, θα έχουν την απόλυτη καταγραφή όλων των οικονομικών συνηθειών μου, των οικονομικών σχέσεών μου, της οικονομικής μου ταυτότητας.

μου φαίνεται απολύτως αδιανόητο για την προσωπική μου ελευθερία, ότι τα χρήματά μου θα είναι ιδιοκτησία άλλου. Να μου τα δίνει, όποτε και όπως νομίζει, να τα διαχειρίζεται όπως νομίζει, να μου τα παρακρατά, όποτε νομίζει.

μου φαίνεται πολύ ανησυχητικό το σενάριο αύριο το πρωί πχ, το κράτος να αποφασίσει μία έκτακτη εισφορά σε όλους της τάξης πχ του 5%-10% των χρημάτων στην τράπεζα, και αυτά, απλώς, να μεταφερθούν από τον έναν λογαριασμό σε έναν άλλο, χωρίς καμία δυνατότητα άμυνάς μας.

μου φαίνεται εξαιρετικά τρομαχτικό να αποφασίσει πχ η Ελλάδα να γυρίσει σε άλλο νόμισμα, και για μας να αλλάξει απλώς το εικονίδιο πίσω από την ηλεκτρονική πληρωμή μας εν μία νυκτί, χωρίς να έχω τον έλεγχο να αντιδράσω.

Τα χρήματά μας δεν θα είναι (ήταν μία αυταπάτη, το ξέρω, δεν ήταν ποτέ) πια, δικά μας. Θα ανήκουν στο κράτος και στις τράπεζες, και θα τα διαχειριζόμαστε μόνο με την διακριτική τους ευχέρεια – αν και όπως αυτοί το επιτρέπουν. Όπως λέω πάντα, προσοχή στο «αν δεν έχεις σκοπό να παρανομήσεις δεν έχεις τίποτα να χάσεις», είναι το μότο που παρέδωσε τις σημαντικότερες ελευθερίες μας σε κάποιον άλλον.

Αυτό που (για την παρούσα κυβέρνηση, όταν ήταν αντιπολίτευση) ήταν ο «οικονομικός στραγγαλισμός μίας ολόκληρης χώρας» από τους δανειστές της με τον οικονομικό έλεγχο, επιχειρείται, από την ίδια κυβέρνηση, να γίνει σε ατομικό επίπεδο σ’ αυτήν την ίδια χώρα: ο ατομικός πλούτος, αποκλειστικά στα χέρια του κράτους και της εξουσίας.

Επιπλέον, οι too big to fail τράπεζες, δεν θα έχουν μόνο πια τον έλεγχο μίας οικονομίας, αλλά και τον απόλυτο έλεγχο του χρήματος κάθε πολίτη ξεχωριστά. Κάνουμε ένα μεγάλο, επικίνδυνο θηρίο, απλώς μεγαλύτερο -και αφάνταστα πιο επικίνδυνο.

Έχοντας βάλει, ξεκάθαρα, εδώ και χρόνια, την οικονομία ως ισότιμο συνομιλητή των ηθικών μας αξιών, η μετατροπή της όποιας οικονομικής μας ελευθερίας σε πλαστική, με ανησυχεί βαθιά, και προϊδεάζει ένα εξαιρετικά μαύρο μέλλον κατά την ταπεινή μου γνώμη.

Δεν υπάρχει λίγο Βαγγέλης Γιακουμάκης. Δεν υπάρχει λίγο Ουαλίντ Ταλέμπ. Δεν μπορείς να είσαι λίγο ο ανώνυμος νεκρός του Κολαστηρίου.

Δεν το καταλαβαίνεις; Δεν είναι παιχνίδι στο οποίο μπορείς να παίξεις τον μικρό ρόλο σου και μετά να προχωρήσεις. Δεν είναι θέατρο, για μία παράσταση μόνο. Είναι παράσταση ζωής, πρέπει να καταλάβεις ΓΙΑΤΙ επέλεξες να παίξεις τον ρόλο, και να το τιμήσεις μέχρι τέλους – μέχρι την δικαίωσή του.

Είναι επικίνδυνη η απόφαση της συμμετοχής σου. Δεν μπορεί να είναι επιδερμική – όχι γιατί το λέω εγώ, αλλά γιατί το λένε τα θύματα:

Στο Παγκράτι, λίγοι τραμπούκοι έσπασαν το πόδι ενός, και έλουσαν με χλωρίνη τον άλλον απο ένα ζευγάρι ανθρώπων που, απλώς, καθόταν στο πάρκο.

Αυτό, έγινε λίγους μήνες πριν. Αυτό, ήταν πριν τον Βαγγέλη.

Αν δεν ξεχνούμε (όλοι μας, ή έστω όσοι ξεχάσαμε-μαζί κι εγώ) τότε, αν επιλέγαμε η θέση μας να είναι ουσιαστική, βαθιά, αν η επιμονή μας δεν σταματούσε μέχρι να έρθει ένα θετικό αποτέλεσμα, όποιο και αν ήταν αυτό, αν επιμέναμε να βρεθούν οι ένοχοι, να τιμωρηθούν, αν δεν ανεχόμασταν τον υπουργό μας να λέει «στην θητεία μου ΔΕΝ θα αποκτήσουν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους δύο άνθρωποι που δεν εγκρίνω την σχέση τους – ο,τι και να γίνει» – ίσως, ίσως τώρα τα πράγματα να ήταν διαφορετικά.

Ίσως να ήταν διαφορετικά και για τον Βαγγέλη.

Στην Μανωλάδα, δύο χρόνια κοντά πριν, οι εργαζόμενοι πυροβολήθηκαν γιατί ζήτησαν την αποζημίωσή τους, για δουλειά που έκαναν στα χωράφια. Αυτό, έγινε πριν το πτηνοτροφείο – και σχεδόν δυο χρόνια μετά από τον Ουαλίντ.

Αν εκτός από την πρόσκαιρη έκφραση της ενόχλησής μας, είχαμε αντιδράσει πιο δυναμικά, αν είχαμε πιέσει τους βουλευτές μας, αν επιμέναμε η δημοσιογραφία να ικανοποιήσει τις απορίες μας, αν είχαμε καταστήσει σαφές ότι δεν θα γίνει ανεκτή τέτοια συνθήκη εργασίας ξανά – τότε ίσως, ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα, και για τους εργαζόμενους στην Μανωλάδα έναν χρόνο μετά, και για το πτηνοτροφείο που ξεχάσαμε -ήδη- το όνομά του στην Χαλανδρίτσα.

Αρκετό καιρό πριν, μάθαμε για τις απαράδεκτες συνθήκες στο @kolastirio, μάθαμε για τους νεκρούς, μάθαμε γι’ αυτούς που κρεμάστηκαν αποδρώντας, έτσι, από την φρίκη με τον μόνο τρόπο που ήξεραν.

Αν επιμέναμε να βρεθεί η ευθύνη, να τιμωρηθούν οι υπεύθυνοι, να αλλάξουν οι συνθήκες στο νοσοκομείο και στις φυλακές ευρύτερα, τότε ίσως, ίσως αυτός ο άνθρωπος να μην έχανε την ζωή του τόσο άδικα.

~

Αντιθέτως από ότι μοιάζει να διαποτίζει αυτό το άρθρο, δεν μιλάω για τύψεις. Αλλά ο Βαγγέλης για κάποιον λόγο εγκατέλειψε. Τα αφεντικά του Ουαλίντ, για κάποιον λόγο πίστεψαν πως μπορούν να τον βιάσουν με ένα σκουπόξυλο και να τον βασανίσουν επί 18 ώρες. Και τον ανώνυμο νεκρό του κολαστηρίου, για κάποιον λόγο επέλεξαν να αγνοήσουν τις εκκλήσεις του για βοήθεια.

Γιατί λείπαμε εμείς, οι υπόλοιποι, από εκεί.

Το ξέρω ότι νοιαζόμαστε. Το βλέπω, και αντίθετα από την απαισιόδοξη οπτική του «άχρηστου like» εγώ πιστεύω ότι ένα like, ένα tweet, ένα RT, ένα post, μία αναφορά στην παρέα ή στην οικογένεια, παίζει ρόλο – και μάλιστα πολύ σημαντικό.

Μα χρειάζεται και κάτι παραπάνω. Χρειάζεται επιμονή και μνήμη. Να ξέρουμε γιατί.

Ο Βαγγέλης πέθανε, αλλά υπάρχουν και άλλοι Βαγγέληδες. Ο Ουαλίντ, δεν μπορεί να πάρει πίσω τα φρικτά βασανιστήρια, αλλά έχει ελπίδα για την δικαίωσή του, για να μην υπάρχουν άλλοι Ουαλίντ. Ο ανώνυμος νεκρός του Κολαστηρίου χάθηκε, αλλά αν δεν είναι πια ανώνυμος, αν ενδιαφερθούμε, υπάρχουν και άλλοι ασθενείς που δεν χρειάστηκε ακόμα να κλάψουμε γι’ αυτούς.

Το «είμαστε πλέον εμείς μαζί σου» πρέπει να είναι ειλικρινές, όσο ειλικρινής ήταν και ο πόνος των θυμάτων.

Η μοίρα όλων αυτών των ανθρώπων δεν αλλάζει – μα η μοίρα των ανθρώπων αλλάζει.

Τα -ειλικρινή, το πιστεύω- δάκρυά μας γι’ αυτούς τους ανθρώπους, πρέπει να γίνουν πράξεις για τους επόμενους που είναι, ακόμα, ιστορίες που δεν έγιναν.

Χρειάζομαι την βοήθειά σας να τους θυμάμαι. Γιατί υπάρχουν πολλοί που χρειάζονται την βοήθειά μας για να μην τους ξεχάσουμε.

~

Ο Ουαλίντ Ταλέμπ συνεχίζει την μάχη του στα δικαστήρια στις 31 Μαρτίου 2015.

Στην «νέα Μανωλάδα» ξεκινά σήμερα η έρευνα. Στην παλιά, οι ιδιοκτήτες έχουν αφεθεί ελεύθεροι.

Ο νεκρός του νοσοκομείου φυλακών Κορυδαλλού, είναι ακόμη ανώνυμος. Η ιστορία του δεν έχει ειπωθεί.

Υποκριτές.

«Τους έβαλε ο Σύριζα να κοιμούνται στο κρύο για να κερδίσουν μερικές ψήφους». Και; Τους σώσαμε; Ζήτησαν να φύγουν από την Ελλάδα – τους ακούσαμε; Ζήτησαν να δοκιμάσουν την τύχη τους αλλού – τους το επιτρέψαμε; «Δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο». Το διεκδικήσαμε μαζί τους; Οι μισοί από σας βρε υποκριτές, λέτε «δεν χωράμε άλλους ξένους» – και όταν θέλουν να φύγουν και να πάνε αλλού, παίρνετε το μέρος της Ευρώπης, και της υπάρχουσας νομοθεσίας της για να τους κρατήσουμε εδώ; Και μετά; Δεν θα πείτε, βρε παλιοϋποκριτές, δέκα λεπτά μετά, δεν θα πείτε «σίγα μην τους ταΐζουμε κιόλας»; Τι θέλατε; τι θέλατε από αυτούς τους ανθρώπους; Που θέλετε να τους στείλετε – γιατί θέλετε να τους κάνετε κακό; Μόνο κακό; Ακόμα και όταν δεν εξαρτάται από εμάς η τύχη τους να τους πατήσουμε; Θέλουν να φύγουν και τους κρατάμε με το ζόρι εδώ; Να κάνουν ΤΙ εδώ; Να δουλέψουν; Να επιβιώσουν; Τι να κάνουν, τι διεκδικήσαμε για την ζωή τους;

Υποκριτές.

Σας ένοιαξε μόνο η απειθαρχία. Μόνο αυτό. ΜΟΝΟ ΑΥΤΟ. Η απειθαρχία κάποιων που είπαν «πιστεύουμε ότι έχουμε δίκιο, και θέλουμε να το διεκδικήσουμε». Ούτε σας έκλεψαν, ούτε σας σκότωσαν, ούτε καν ασχολήθηκαν μαζί σας. Και ας μην ταίριαξαν στο «τρομοκράτες, ληστές, δολοφόνοι» – ταίριαξαν στα «βρώμικα κουρέλια που θέλουν καθάρισμα με την μάνικα». «Δεν μας ενδιαφέρει η Ελλάδα», είπαν, «θέλουμε να ζήσουμε ΑΛΛΟΥ». Όχι. Εδώ. Με το στανιό. Γιατί απειθάρχησαν, γιατί κέρδισαν την συμπόνια και την φιλία κάποιων, γιατί ήταν αξιοπρεπείς ακόμα και όταν ανόητοι παρεισέφρησαν στις κουβέρτες τους.

Υποκριτές.

Τάχα μου νοιαστήκατε αν μικρά παιδιά κρυώνανε το βράδυ. Και τους χαρίσατε, απλόχερα, αδιάφορα, ένα αβέβαιο μέλλον, σε μία αβέβαιη χώρα, φιμωμένα, με ΜΑΤ στις τρεις το πρωί Κυριακή βράδυ, με μπουνιές και κλωτσιές, να αποχωρίζονται βιαίως τα λιγοστά υπάρχοντά τους, λεφτά, διαβατήρια, οικογενειακές φωτογραφίες – που πετάχθηκαν σαν σκουπίδια.

Και κάθε ένας που είπε έστω και μία κουβέντα συμπαράστασης, όχι να έδωσε μία κουβέρτα, ένα γάλα, μία κουβέντα μόνο, έγινε το κομματικό στέλεχος που εκμεταλλεύτηκε αυτές τις αθώες ψυχές. Εμείς οι κακοί, εσείς οι καλοί. Όσοι είπαν «να τους ακούσουμε» με την παρανομία, όσοι είπαν «δεν γίνεται, δεν θα έχουν ποτέ, ποτέ, ΠΟΤΕ καλύτερο μέλλον», με την νομιμότητα.

Υποκρισία, πήχτρα στην υποκρισία. Για να δούμε, θα κρυφτεί πίσω από τα φωτάκια του δέντρου της καθαρής πλατείας;

…τρία, δύο, ένα – καλή χρονιά.

Δεν κάνουμε με τον ίδιο τρόπο την ευχή, δήμαρχε.

  • Διάβασε επίσης: Αυτό που δεν είναι πάντα βία
  • Διάβασε επίσης: Ο αρκούδος, το Συριζαίικο τέρας της προπαγάνδας
  • Πρέπει να είναι ωραία να είσαι ψηλά. Πρέπει να είναι όμορφο, ασφαλές και αναζωογονητικό να είσαι πχ ο Τσαουσόπουλος, ή ο Ψαριανός, αυτές τις ημέρες, να είσαι εκεί, ψηλά στον παγκόσμιο αξιακό κώδικα, και κάπου χαμηλά, όταν σκύβεις το κεφάλι σου στους πληβείους, στο πρόσωπο των Σύρων μεταναστών να βλέπεις κουρέλια, ή στο τραυματισμένο πρόσωπο της Κούνεβα, και το χαρακωμένο από τις εμπειρίες πρόσωπο του Γλέζου να βλέπεις την οικογένεια Άνταμς (εδώ, επειδή το πρωτότυπο έγινε «μόνο για φίλους» – και γω δεν είμαι τέτοιος, προφανώς).

    Άλλωστε τι είναι οι Σύροι; Κουρέλια είναι. Με την μάνικα θέλουν καθάρισμα, όπως οι βρωμιές. Τι είναι η Κούνεβα και ο Γλέζος; Φρικιά είναι, απομεινάρια μίας πραγματικότητας και ενός σουρεαλισμού που δεν υπάρχει στην καθαρότητα του πολιτικού λόγου που πρεσβεύεις.

    Δεν χρειάζεται να καταλάβεις.

    Ούτε τους μεν, ούτε τους δε. Ούτε να σκεφτείς τι λες, ούτε τι αναπαραγάγεις.

    Σε έναν μικρόκοσμο που σε αποθεώνει, σε μία παντελή έλλειψη σύνδεσης με την πραγματικότητα, σε έναν κόσμο που οι αγωνίστριες δεν υπάρχουν, για να δεχθούν βιτριόλι, οι αγωνιστές δεν υπάρχουν, για να διεκδικήσουν μία άλλη ζωή, σε έναν κόσμο που το επιθυμητό είναι λαμπάκια σε ένα δέντρο, αγορές σε ένα μαγαζί, τσεκιν σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο, υποταγή σε έναν πρόεδρο που δεν ξέρεις καν ακόμα το όνομά του, σε έναν μικρόκοσμο που σαν δεύτερη φωνή, άβουλη, θα πάψει όταν θα αρχίσεις τα «Εεεεεεεελα τώρα σε παρακαλώ» της διάνοιας και της μίας μοναδικής αρχής, σαν ένα μικρόφωνο που κρατάς μόνο εσύ, και φοβάσαι μην μιλήσουν άλλοι, με πιο αληθινά δράματα από ένα ..χαμένο ραντεβού, και σου κλέψουν την δόξα.

    Και ξεπέφτω και γω, και σε λέω γελοίο, σιχαμένο μαλάκα, εκεί που έχω κρατήσει ένα επίπεδο σε όλα, σε χειρότερα, πολύ χειρότερα από σένα, πέφτω και γω στην «ανωτερώτητά» σου, γελοίε σιχαμένε μαλάκα, και γίνομαι ένα σαν και σένα, να λέω σε άνθρωπο τέτοια πράγματα, κόντρα σε όλα όσα πιστεύω και πρεσβεύω.

    Αλλά πόση αντοχή να έχει ο άνθρωπος που σ’ ακούει;

    Το ορφανό παιδάκι από την Συρία, ή το καμμένο πρόσωπο της Κούνεβα, δεν επέλεξε να είναι έτσι. Δεν είναι μία μάχη που επέλεξε να δώσει, ένας αγώνας που μπορεί να έχει και τίμημα και το ότι θα μοιραστεί την σκέψη του κάποιος σαν και σένα από τα βάθη του βόθρου σου που αποκαλείς, δήθεν, μυαλό. Όχι: Ήταν κολλημένος στον τοίχο, με μία ανύπαρκτη ζωή, ή μία μάχη με ένα αφεντικό για τις συναδέλφους της. Δεν ήθελε να γίνει ήρωας, να εκπροσωπήσει κάτι, μέσα από ένα κολλημένο από την πείνα στομάχι, ή ένα τραυματισμένο πρόσωπο – έπρεπε να επιβιώσει έναν βιασμό, της ανάγκης για ζωή και της ελευθερίας της.

    Και γω, τίποτα πες να μην μπορώ να κάνω για να πάρουν οι άλλοι μιά ευκαιρία να ζήσουν άφοβα αλλού, ή να μην εκβιάζονται με βιτριόλι, ή να μην ζήσουν ξανα ναζισμό και φασισμό – τουλάχιστον, γελοίε, σιχαμένε μαλάκα, να εκτεθώ λίγο και γω, και όταν κάποιος τους σκοπεύει από ψηλά με την θρασύτητα του καλοβολεμένου, για έναν γέλωτα ηλιθίων ακολούθων του, να πετάγομαι, γελοίε, σιχαμένε μαλάκα, και να λέω:

    «Τι λες βρε γελοίε, σιχαμένε μαλάκα;»

    Να μην σε ανέχομαι. Να μην περάσει έτσι. Καταλαβαίνεις.

    Update: Ο Τσαουσόπουλος απαντά για τις επιθέσεις που του έγιναν με αφορμή την δήλωσή του. Μεταξύ άλλων, ζητά και συγνώμη. Την παραθέτω αυτούσια:

    Αγαπητοί φίλοι,

    Θα ήθελα να καταθέσω την προσωπική μου άποψη για το θέμα που δημιουργήθηκε.

    Ξεκαθαρίζω λοιπόν από την αρχή ότι δεν είμαι ρατσιστής.

    Πιστεύω ακράδαντα στο δικαίωμα όλων των ανθρώπων να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες ζωής, ακόμα κι αν, για να το πετύχουν αυτό, είναι αναγκασμένοι να φύγουν από τις πατρίδες τους και να αναζητήσουν κάπου αλλού, καλύτερη ζωή και τύχη.

    Αυτό αφορά φυσικά και στους συνανθρώπους μας από τη Συρία.

    Λυπάμαι και μελαγχολώ, που το κράτος μας δεν έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το φλέγον πρόβλημα των μεταναστών. Και λυπάμαι, ακόμα που η Ελλάδα παλεύει ουσιαστικά μόνη σε αυτό, με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης να «κοιτάζουν» από μακριά τις χαμένες ανθρώπινες ψυχές, που καταλήγουν στην πατρίδα μας.

    Ας μιλήσουμε όμως για το συμβάν.

    Η εκπομπή είναι Νο1 σε ακροαματικότητα στα βασικά κοινά επί σειρά ετών, με κυρίαρχα συστατικά τη μουσική, τους αστείους διαλόγους και τη χιουμοριστική υπερβολή στο σχολιασμό της καθημερινότητας.

    Κι όταν λέμε χιουμοριστική υπερβολή, εννοούμε και τα αστεία και ανέκδοτα που ο καθένας μας λέει ή δέχεται να ακούει, στην παρέα του, στο καφενείο, την ταβέρνα ή αλλού. Αστεία. Χοντροκομμένα ίσως, αλλά αστεία…

    Όταν κάναμε το «αστείο» με τους πρόσφυγες από τη Συρία, κανείς από τους χιλιάδες ακροατές μας δεν έστειλε κάποιο μήνυμα, ούτε έγινε κάποιο τηλεφώνημα δυσαρέσκειας, ούτε αναρτήθηκε κάποιο σχόλιο στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Διότι όλοι όσοι έχουν επιλέξει να μας ακούν ξέρουν ότι δεν έχουμε κακή πρόθεση.

    Αλλά ας δούμε τι είπα…

    Το σχόλιο ξεκίνησε με το ότι εμείς φέτος στολίσαμε …Σύριους κ.λπ. Αμέσως μετά και ακριβώς στο κέντρο του σχολιασμού, αλλάζοντας τόνο φωνής, μίλησα για λίγα δευτερόλεπτα σοβαρά και επί της ουσίας. Και είπα:

    «Κύριε Καμίνη, αν δεν είναι δικό σας το θέμα, πρέπει να βγείτε και να πιέσετε την κεντρική εξουσία να δώσει λύση. Πρέπει η κυβέρνηση να λύσει το όποιο νομικό πρόβλημα αυτών των ανθρώπων, και να τους μεταφέρει κάπου, ώστε να μπορεί να τους περιθάλψει σωστά».

    Είπα κάτι κακό; Έχει κάποιος αντίρρηση σε αυτό;

    Αμέσως μετά είπα ότι δεν είμαι ρατσιστής, ούτε Χρυσή Αυγή και… Χρυσά Αυγά – για να ξεκαθαρίσω έτσι την κατάσταση και τα πιστεύω μου.

    Συνεχίζοντας επίσης είπα ότι δημιουργείται πρόβλημα στους επαγγελματίες των καταστημάτων γύρω από την περιοχή, κι ότι δεν είναι καλό θέαμα για τους τουρίστες, που θα πλημμυρίσουν τα ξενοδοχεία μέσα στα Χριστούγεννα.

    Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί, ότι είναι κι αυτό ένα πρόβλημα, που για να λυθεί θα πρέπει το κράτος να δώσει επιτέλους λύση.

    Τελειώνοντας το σχόλιό μου απευθύνθηκα πάλι χιουμοριστικά -αλλά πιστεύω ουσιαστικά- στον πρωθυπουργό, λέγοντάς του «Αντουάν, κάνε κάτι, βάλε κάποιον να λήξει το θέμα».

    Όποιος καλοπροαίρετος ακούσει το σχόλιο, δε μπορεί παρά να συμφωνήσει μαζί μου, στο σοβαρό κομμάτι αυτού του σχολίου. Όσον αφορά στο χιουμοριστικό, αποδέχομαι την αστοχία και ζητώ συγγνώμη γι’ αυτήν.

    Με λίγα λόγια, όσοι βρήκαν την ευκαιρία να μου επιτεθούν, το έκαναν ξεχνώντας ή απονευρώνοντας την καρδιά του σχολίου μου.

    Κάπου εδώ άρχισε η …χλαπαταγή.

    Από τη μια, ακροδεξιά στοιχεία με θεώρησαν δικό τους και με έκαναν σημαία.

    Από την άλλη, ανώνυμοι bloggers και δημοσιογράφοι μέσα από τα sites πέταξαν λάσπη, επιτιθέμενοι προσωπικά σε μένα με χυδαίες ύβρεις και χαρακτηρισμούς, που δεν αφορούν σε πολιτικές θέσεις.

    Την εκπομπή μου κάθε πρωί την ακούν άνθρωποι, που ξυπνούν νωρίς και δίνουν καθημερινά τον αγώνα του μεροκάματου. Άνθρωποι που πηγαίνουν σε γραφεία, εργοστάσια, βιοτεχνίες, ή βρίσκονται πάνω στο τιμόνι. Μέσα σε αυτούς, είναι και πολλοί αλλοδαποί, που επικοινωνούν μαζί μου με μηνύματα.

    Όλοι αυτοί έχουν επιλέξει να με τιμούν, γιατί με τον τρόπο αυτό φτάνουν στη δουλειά τους με κάποιο έστω αμυδρό χαμόγελο και κάπως καλή διάθεση, από αυτά που η ομάδα μου κι εγώ τους λέμε στον αέρα.

    Οι όποιοι προνομιούχοι και οι «χαϊστες» δε μας ακούν. Τέτοια ώρα κοιμούνται ακόμα…

    Παρ’ όλη τη λάσπη που έπεσε, μπορώ να κατανοήσω τις επιθέσεις.

    Η ατμόσφαιρα είναι εξαιρετικά ηλεκτρισμένη. Υπάρχει αγωνία για το μέλλον της χώρας. Αλλά και αγωνία για το μέλλον του καθενός από εμάς.

    Οι πολιτικοί και τα κόμματα που κυβέρνησαν τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει λάθη. Άλλοι περισσότερα, άλλοι λιγότερα. Δεν τα έχουν καταφέρει. Για το καλό όλων μας, μακάρι οι επόμενοι –όποιοι κι αν είναι αυτοί- να τα καταφέρουν.

    Κλείνοντας, θα ήθελα να παραθέσω μια προσωπική αλήθεια. Τα τελευταία δέκα χρόνια ξυπνάω κάθε μέρα, κάθε πρωί στις 5 και μισή, και από τις 7 το πρωί ακούγομαι ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ, ευχάριστος, ευδιάθετος και χαμογελαστός.

    Για να το πετύχει αυτό κάποιος, δε φτάνει μόνο να έχει στο μυαλό του μόνο το βιοπορισμό. Πρέπει να αγαπά τους ανθρώπους, να αγαπά το διπλανό του. Αλλιώς ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ. Δέκα χρόνια, κάθε μέρα, ΔΕ ΒΓΑΙΝΕΙ.

    Ευχαριστώ
    Μιχάλης Τσαουσόπουλος