Ταρατατζουμ!

Αύριο η Ελλάδα βγαίνει επισήμως από τα Μνημόνια.

Με ανακοινώσεις, με μία λαμπερή γιορτή, με διαγγέλματα εθνικής ανεξαρτησίας και επαναφοράς στην κανονικότητα.

Κάτσε να σου πω τι σκέπτομαι.

~

Κατ’ αρχάς, έχω μαύρα (οικονομικά) μεσάνυχτα. Το έχω πει εκατό φορές, αλλά οφείλω να το τονίζω σε κάθε άρθρο, μη τυχόν νομίζεις ότι για όσα πιστεύω ότι συμβαίνουν, έχω και απτές, οικονομικές αποδείξεις. Μπορεί να υπάρχουν, να έχω δίκιο – μα κάλλιστα μπορεί να κάνω λάθος, και όλα να ‘ναι αλλιώς, και με την άγνοιά μου να μην τα υπολογίζω σωστά. Δεν σου λέω λοιπόν *τι συμβαίνει*, σου λέω *τι πιστεύω* και ας αποδεχθούμε και οι δυο ότι μπορεί να είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Η Ελλάδα είναι μία κατεστραμμένη οικονομικά χώρα.

Με κατεστραμμένους οικονομικά πολίτες.

Η οικονομία είναι διαλυμένη, αφήνουμε να πεθάνουν άνθρωποι σε κέντρα κράτησης χωρίς καν να αναρωτηθούμε γιατί, οι συνταξιούχοι μας δυσκολεύονται πολύ να τα βγάλουν πέρα, τα μαγαζιά είναι κλειστά, οι εταιρίες απ τις οποίες εισάγουμε δεν δίνουν πίστωση καθώς υπάρχει έλλειμμα εμπιστοσύνης, οι άνθρωποι άνεργοι, δουλεύουν εκτός αντικειμένου και με τα ελάχιστα χρήματα, η φορολογία αβάσταχτη, ακόμα και οι μικροεισοδηματίες οφείλουν να πληρώσουν, οι επιχειρηματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι δεν έχει νόημα να δουλεύουν αν είναι σωστοί στα βιβλία τους γιατί ένα τεράστιο ποσοστό πάει στην φορολογία, δεν παράγεται νέο χρήμα εκτός από τις σταθερές μας (τουρισμός κλπ), τα νέα παιδιά μας φεύγουν για να επιβιώσουν κάπως καλύτερα στερώντας μας τις ικανότητές τους, ενώ ένα μεγάλο μέρος του παραγωγικού κράτους έχει χαριστεί για τα επόμενα 100 χρόνια και περιμένει, υπομονετικά, την εκποίησή του.

Δεν λέω ότι την κατέστρεψαν αποκλειστικά τα μνημόνια, υπόψιν. Έχω ξαναπεί ότι τα μνημόνια αυτά καθ’ αυτά, μπορεί να είχαν και σωστά πράγματα, μπορεί και λάθος – η βασική μου αντίρρηση έχει να κάνει με τις εκβιαστικές συνθήκες με τις οποίες επιβλήθηκαν, με τους «πατερούληδες» της οικονομίας που απαίτησαν την υποταγή σ’ αυτά δίνοντας ελάχιστο χρονικό περιθώριο να ελεγχθούν (και να αμφισβητηθούν, αν χρειαστεί) οι αλήθειες τους.

Η δε ζημιά, δεν είναι μόνο οικονομική: Στο οικονομικό σκέλος μπορεί να γίνει μία αποτίμηση από πιο ειδικούς, στο σκέλος όμως της δημοκρατικής λειτουργίας ενός κράτους, έχουμε χάσει άμα τη εφαρμογή τους, πριν δούμε δηλαδή τα αποτελέσματά τους – ακριβώς λόγω των συνθηκών που αυτά εφαρμόστηκαν.

Όλες αυτές οι ζημιές, οι οικονομικές, οι δημοκρατικές, όλες αυτές οι καταστροφές δεν έχουν (για μένα, πάντα) ως δείκτη έναρξης το Καστελόριζο παρεμπιπτόντως. Δεν πιστεύω ότι η Ελλάδα, ως χώρα, καταστράφηκε από τα μνημόνια.

Η γνώμη μου είναι ότι η καταστροφή της Ελλάδας (οικονομική, δημοκρατική, ουσιαστική) έχει ξεκινήσει πολύ πιο πριν.

Μια Ελλάδα που δανειζόταν χωρίς περιορισμούς, μία Ελλάδα που ξόδευε χωρίς σύνεση, μία Ελλάδα στην οποία το χρήμα και η εξουσία ήταν το άλφα και το ωμέγα κάθε επιχειρήματος, μία Ελλάδα που κατέστρεφε συστηματικά ο,τι μπορούσε να της αποφέρει δουλειές και χρήματα βιοτεχνίες, βιομηχανία – μοιραία θα οδηγούσε σε μία Ελλάδα που θα έχανε την αυτοκυριαρχία της, σε μία εξαρτημένη χώρα, σε μία χώρα υπόδουλη σε όποιον είχε χρήματα και την δυνατότητα να επιβάλλει τις απόψεις του.

Η ζημιά δεν ξεκίνησε στο Καστελόριζο. Και, αν δεν το αντιληφθούμε αυτό, μοιραία, η ζημιά δεν τελειώνει στις 20 Αυγούστου του 2018.

Για να διορθωθεί η ζημιά, απαιτείται δημοκρατία, ισονομία, δικαιοσύνη, απαιτείται ουσιαστική, αξιοπρεπής δημοσιογραφία, απαιτείται κατανόηση των λαθών, προσπάθεια να εντοπιστεί τι τα δημιούργησε, και σαφή συναίνεση ώστε να μην επαναληφθούν.

Απαιτείται όχι μόνο να καταλάβουμε ότι κάναμε λάθος, αλλά και ΠΟΥ κάναμε λάθος.

Και αυτό, καθώς δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, δεν έγινε καμία προσπάθεια να αντιμετωπιστεί. Και, για να είμαι σωστός, όχι μόνο δεν μας το επέβαλε κανένα μνημόνιο, αλλά τα ίδια τα μνημόνια λειτούργησαν ακριβώς όπως δεν θα έπρεπε να λειτουργήσουν, διαβρώνοντας την συνείδησή μας, βουλιάζοντας την αξιοπρέπειά μας, στερώντας μας από δημοσιογραφία, από άποψη χωρίς φωνές και από ηρεμία για να ανακτήσουμε την λογική μας.

Είμαστε ένας λαός που δεν έχει καταλάβει όχι μόνο το ΤΙ αλλά καλά-καλά ούτε και το ΠΩΣ φτάσαμε ως εδώ.

Για μένα η παιδεία κάθε ζημιάς είναι το πολυτιμότερο αγαθό. Οι άνθρωποι θα κάνουν λάθος, είναι βέβαιο, και θα προχωρήσουν μπροστά μόνο αν το αντιληφθούν, το αντιμετωπίσουν, και το διορθώσουν.

Αλλιώς θα το επαναλάβουν – μέχρι να μάθουν.

Ταρατατζουμ και φαμφάρες λοιπόν, και χαίρομαι με την χαρά σας, αλήθεια, αλλά είμαι βαθιά ανήσυχος για το μέλλον: Τι λέμε με αυτήν την διαφήμιση στους υπόλοιπους λαούς;

Αν δεν τους πούμε, εμείς πρώτοι, ως παράδειγμα, πως χαλάσαμε την δημοσιογραφία μας, πως χαλάσαμε την ισονομία μας, πως σακατέψαμε την δημοκρατία μας – αν τους πούμε «Βγήκε η Ελλάδα! Είδατε; Τίποτα δεν είναι ακατόρθωτο! Μη φοβάστε, μπορείτε!» με μία οικονομία διαλυμένη, αν τους πούμε «Όλα καλά πια!» αντί να τους πούμε ότι τα μαγαζιά είναι κλειστά, ότι όλοι χρωστάνε παντού γιατί τους τελείωσαν τα λεφτά κάτω από το στρώμα, αν δεν τους πούμε ότι οι πολίτες φέτος θα κρυώσουν, περισσότερο από πριν, και θα πεινάσουν, περισσότερο από πριν, και θα κινδυνέψουν, περισσότερο από πριν, ότι οι επιχειρήσεις θα κλείσουν, περισσότερο από πριν – αν δεν τους τα πούμε όλα αυτά, θα τυφλωθούν απ τα βεγγαλικά μας, και θα πουν «λύνεται το πρόβλημα, αρκεί να κάνουμε ο,τι μας λένε» και θα την πατήσουν – όπως και εμείς.

Ο μόνος δείκτης όμως που δείχνει αν μία χώρα θα καταστραφεί ή όχι, είναι ο δείκτης Δημοκρατίας της.

Θα ήταν καλύτερο να τους πούμε «Έχετε σωστούς νόμους και λειτουργούς που τους εφαρμόζουν όπως πρέπει;» «έχετε αξιόπιστη και αξιοπρεπή δημοσιογραφία;» «Ασχολούνται οι πολίτες σας με την ουσία, λαμβάνοντας τα σωστά δεδομένα, δείχνουν ενδιαφέρον για τα κοινά; Ξέρουν να ξεχωρίζουν τις κραυγές από τις θέσεις;» «Είναι οι πολιτικοί σας άξιοι του ρόλου τους;»

Γιατί εμείς δεν τα είχαμε αυτά. Γι αυτο φτάσαμε μέχρι εκεί, και μετά μοιραία μέχρι εδώ.

Ούτε και τώρα, θεωρώ ότι τα έχουμε. Παρότι φεύγουμε -υποτίθεται- από εδώ.

Δεν είναι αυτό το σημείο των πανηγυρισμών μας. Και θα καταλάβω, όταν και αν έρθει ποτέ ότι ήρθε, γιατί σε εκείνο το σημείο θα έχουμε κατανοήσει, πρωτίστως, ότι δεν πανηγυρίζεται.