…η εβδομάδα, πολιτιστικά, ήταν εξαιρετική.

Δύο χαρτάκια είχαμε στα χέρια μας: Ένα εισιτήριο για το Slumdog Millioner, και ένα για την παράσταση «Το Θαύμα της Άννυ Σάλλιβαν» στο Θέατρο Άλφα.

Το πρώτο ήταν πάσα, το δεύτερο κερδισμένο σε διαγωνισμό ραδιοφωνικού σταθμού.

Ε, πες το πρώτο δεν πήγε καλά. Είχαμε όμως το δεύτερο.

Αφού το μελετάμε («είμαστε πολύ κουρασμένοι, να πάμε; να μην πάμε;»), το αποφασίζουμε: να πάμε.

Να πάμε, ναι, αλλά με τον ήρωα (δες προηγούμενο ποστ) λίγο …κουρασμένο (καινούργιο δυναμό αλλά ταλαιπωρημένη και προς αντικατάσταση μπαταρία), λέμε ας πάρουμε το τραίνο. Κοντά είναι, νο πρόμπλεμ, θα φτάσουμε ιν νο τάιμ που λένε και τα αμερικανά.

Συνενοούμαστε με την Ελεάνα να βρεθούμε στο πολυχρησιμοποιημένο contact point μας. Εγώ θα έρθω με τα πόδια, η Ελεάνα επίσης, θα περπατήσουμε ελαχίστως, και θα μπούμε εις τα μετρά να μας πανε κατα ‘κει που θέλουμε.

Καλά κανονισμένα, καλά οργανωμένα όλα.

Όλα; Όοοοοοοχι. Ενα μικρό χωριό της Γαλατίας αντιστέκεται ακόμα στην οργάνωση. Διότι εγώ, ο καλός σου, πάω και στήνομαι στα κρύα και περιμένω στην γωνία – αλλά η Ελεάνα, η καλή σου, πάει μέχρι το μετρό, κατεβαίνει στην αποβάθρα και ….

…δεν με βρίσκει.

Περίεργο.

Μήπως είμαι αλλού; Μήπως;

Με παίρνει τηλέφωνο, είμαι αλλού, χα-χα, κοίτα πως πήγαμε να την πατήσουμε, χα-χα.

Βρε τι πήγαμε να πάθουμε.

Βρισκόμαστε στα μισά, ματς μουτς που κάνουν και τα ζευγάρια (μην κοιτάτε έτσι μαντάμ, παντρεμένο ζευγάρι είμαστε, έχουμε και σπίτι), και ξεκινάμε για να πάμε….

Χάνουμε το τραίνο, νο γουόρις, χρόνο έχουμε άπλετο. Η ώρα είναι οκτώμισι, το έργο ξεκινάει εννέα και τέταρτο.

Οκ; ΟΚ.

Παίρνουμε το επόμενο, και μετά το επόμενο.

Φτάνουμε ομόνοια, η καλή σου λιμπίζεται παγωτάκι απο την Παγωτομανία.

Μήπως να πάρουμε μετά, όταν τελειώσει το έργο; προτείνω εγώ – Τσου, καλύτερα τώρα μου λέει η καλή μου.

Το παίρνουμε το παγωτό (χωρίς ζάχαρη, χωρίς γάλα, χωρίς γεύση) τον ρωτάμε τον καταστηματάρχη «τι ώρα κλείνετε περικαλώ;» «στις έντεκα» απαντά το κατάστημα.

Χα-χα, κοίτα πως πήγαμε να την πατήσουμε, δεν θα παίρναμε παγωτάκι, θα το βρίσκαμε κλειστό, χα-χα.

Βρε τι πήγαμε να πάθουμε.

Το αμολάμε το περιπατητό μέχρι το θέατρο, δεν είναι μακρυά, ένα εκατομμύριο φορές έχω περάσει απ’ εκεί, δεν το έχω κοιτάξει ποτέ, μυστήρια πράγματα, τυφλά σημεία στον χάρτη.

(τώρα, εσύ που έχεις διαβάσει τούτο και το προηγούμενο και είσαι φτιαγμένος και έτοιμος για την στραβή, και λες «πως θα την πατήσει άραγε ο ήρωάς μας», και ανακάθεσαι στην καρέκλα σου έτοιμος για το μεγάλο θρίλερ, την κορύφωση, και λες τι ώρα να είναι, και σου λέω οκτώμισι, προλαβαίνουμε, και μου λες α-χα, οπότε δεν αργήσατε, σαν και χθες, και σου λέω όχι, στην ώρα μας, έτοιμοι και ωραίοι, και μου λες α-χα, πως θα την πατήσετε σήμερα και σου λέω γιατί ρε φιλαράκι να την πατήσουμε, και μου λες θα καθόσουνα να γράψεις όλα τούτα αν δεν την πατάγατε, και σου λεω μπορεί να θέλω να σου γράψω οτι το έργο ήτο γαμάτο και κουνήθηκαν τα καθίσματα απο τα χειροκροτήματα και μου λες ασε ρε καραγκιόζη που το ‘χει το ριζικό σου να δεις εσύ έργο, και σου λέω σάλτα και απαφτώσου ρε φιλαράκι που θα με πεις γκαντέμη, και μου λες τελείωνε έχω και δουλειές – και σου λέω οκ, τελειώνω)

Πάμε, και εγώ φοβάμαι οτι θα είναι πήχτρα στον κόσμο. Και είναι μόνο τρία άτομα.

Τώρα, αυτό μπορεί ο ανυποψίαστος να το θεωρεί καλό, αλλά εμένα δεν μ’ αρέσει.

Κοιτάω; Ανοιχτό το γκισέ, εξυπηρετεί.

Πάμε.

(είσαι έτοιμος;)

Πάμε.

Και μία απο τις τρεις ρωτά μεγαλοφώνως την γκισετζου: Δηλαδή δεν θα γίνει παράσταση σήμερα;

(η κορύφωση που λέγαμε;)

όχι, δεν θα γίνει παράσταση σήμερα.

(ντα-ντάμ!)

Η κυρία Πέγκυ Τρικαλιώτη είναι βαθύτατα κρυωμένη και δεν μπορεί να απλώσει το ταλέντο της στα κουρασμένα μάτια μας.

(γκαντέμη)

Χα. Χα.

Βρε τι πήγαμε να πάθουμε.

Φυσικά, σαν κερασάκι στην τούρτα, λεω ευκαιρία να πάρω τουλάχιστον ένα καλώδιο οθόνης να συνδέω το λάπτοπ μου με την οθόνη μου, που το θέλω εδώ και κανα μήνα, αλλά δεν έχω χρόνο να πάρω, που να έχει εδώ κοντά, στην στουρνάρα Στουρνάρη , δίπλα είναι, πάμε να ρίξουμε μία γρήγορη ματιά, ίσα που προλαβαίνουμε (όλοι καταλαβαίνουμε που θα μας οδηγήσει το ίσα που προλαβαίνουμε, έτσι δεν είναι;) και πάμε μέχρι εκεί – και όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά γιατί έχει επεισόδια και βρωμάει δακρυγόνο.

Και δεν παίρνω ούτε καλώδιο.

Έτσι, σαν κερασάκι στην τούρτα στο λέω.

Σλαμντογκ μιλλιονερ!

Έχουμε προσκλήσεις. Χα!

Εχουμε προσκλήσεις για την πρεμιέρα!

Χα-χα!

Αυτο σημαίνει οτι θα το δούμε, πριν απο όλους του άλλους (εξων αυτούς που το έχουν ήδη κατεβάσει και το έχουν ήδη δει – μη χέσω) και έχει και μάσα μετά.

Και άρτος και θεάματα!

Με πρόσκληση – χα!

Τιιιιιιι έγινε παιδάκια; ε; ζηλέψαμε; ε; εεεεεε;

Χα!

Ξεκινάμε λοιπόν, απο τις επτά για να πάμε εκεί οκτώ. Μπόλικη ώρα, γεμάτη. Και αν βάλεις ότι το οκτώ γίνεται και …οκτώμισι, είμαστε πολύ άνετοι.

Η Ελεάνα οδηγάει, εγώ συνοδηγάω, και διαβάζω χάρτη. Όλα καλά, μέχρι να βγούμε εθνική. Εθνική, μάλιστα, διότι η παράσταση δίνεται στα Στερ στο ίλιον, το οποίο, αν δεν σας το έχω πει μας πέφτει κομματάκι μακρυά. Αλλά έχει προσκλήσεις, και τσάμπα μάσα, το οποίον, και στην Κύπρο να ‘πεφτε, θα πηγαίναμε.

Και οχτώ όσκαρ, ε; μην το ξεχνάμε αυτό – γιατί τον έχουμε τον πολιτισμό μέσα μας.

Απανταχώθεν.

Και βραμ και βρουμ, εχω τυπώσει χάρτη, ωραίο, μαγκιόρικο, στρίφτε εδώ, κάντε έτσι, φτάσατε.

Και μπαίνουμε εθνική.

Τώρα, μέχρι εδώ καλά. Αλλά στην Εθνική που βγαίνουμε ρε φιλαράκι; Ε;

Διότι η εθνική δεν είναι …Αττική Οδός, να έχει σημάνσεις και πινακίδες και φώτα. Εγώ το έχω πει κυρά μου, οτι τα αμερικανάκια γινήκανε βλαμμένα διότι τους τα έδιναν όλα στο πιάτο – ενώ εμείς, τα ελληνάκια, που ήμασταν μαθημένα στο «κοίτα να γλυτώσεις», τα καταφέρναμε παντού.

Ε, κάποτε στην εθνική είμαστε ατσίδες – τωρα, άμα δεν έχει την πράσινη την ταμπέλα με τα γράμματα τα τρίστηλα, τον βρίζουμε τον κράτος τον ίδιο. Και αυτόν, και τον θείο του.

Όπερ, με λίγα λόγια χαθήκαμε. Χαθήκαμε στην Εθνική κάργα ένα πράγμα. Κάνουμε απ’ εδώ, κάνουμε απ’ εκεί, βγαίνουμε κάπου. Κάπου όμως.

Που άραγε;

Νύχτα βράδυ, σκοτάδια, πίσσα, κάπου.

Με τα πολλά, πιάνουμε τους δρόμους. Έχω χάρτη, αλλά δεν με βρίσκω. Και το Gps, (άλλες αμερικανιές αυτές) να έχει αράξει στην εξοχή να αερίζεται.

Πιάνουμε έναν δρόμο. Όπα; Ξαναμπαίνουμε στο παιχνίδι. Άλλα τις; Η ώρα είναι οκτώ και τέταρτο, προλαβαίνουμε. Χαρ-χαρ.

Είμαστε Αγίων Αναργύρων και θα στρίψουμε Δημοκρατίας. Λίγο ακόμα, και θα το δούμε το Στερ, θα δούμε τα όσκαρ, τους διάσημους και το φαγοπότι.

Η Αναργύρων, φυσικά, πήχτρα. Καραπήχτρα όμως. Μόνο τραίνο δεν πέρασε. Εντάξει, υπομονή, οκτώ και είκοσι, πόσο θα μας πιάσει η Δημοκρατίας, πέντε λεπτά; μάγκες.

Να την η στροφή, μπροστά. Στρίψαμε, καθαρίσαμε.

Και παφ.

Και ναι ρε φιλαράκι, παφ. Το αμάξι σβήνει. Σβήνει, και δεν ανάβει.

Για το αμάξι να σου πω ότι είναι ήρωας. Αλήθεια, Ήρωα τον φωνάζει η Ελεάνα. Είναι τέσσερα χρόνια μικρότερός της, το εβδομήντα οχτώ η Ελεάνα, το ογδόντα δύο γεννήθηκε το σταρλετάκι. Είχε και ένα κόκκινο φωτάκι αναμμένο, το αγνοήσαμε επιδεκτικά, εκείνο πάλι, δεν μας αγνόησε.

Δεν μας αγνόησε στην Αναργύρων. Στην πλατεία. Πάνω στην στροφή. Για Δημοκρατίας. Εκεί που δεν υπάρχουν φανάρια, μόνο -καλοί- τρόποι.

Με το που μου κάνει νόημα η Ελεάνα, τσαφ, το πιάνω γάτος, κατεβαίνω σαν αίλουρος, αρπάζω τον ήρωα από πίσω (άσε τα πονηρά μαντάμ, έχουμε κλείσει τον δρόμο λέμε) η κυρία στο τιμόνι, και σπρώχνε μάγκα μου.

Σπρώχνε μάγκα, σπρώχνε, το αράζω στην γωνία διότι έχει και μία ανηφόρα ο δρόμος, όσο να πεις, και κοψομεσιάστηκα. Ούτε αλάρμ δεν έχουμε, όχι οτι τα χρειαζόμαστε, σημειωτόν πάει όλος ο κόσμος, κουλός ο δρόμος. Ενηγουέη, ανοίγουμε το καπώ, κοιτάω εγώ ο μυστήριος να κάνω οτι καταλαβαίνω, γρυ. Δεν παίζει.

Κοιτάω το ρολόι. Χα-χα. Οκτώμισι. Κάποιοι, κάπου, βλέπουνε μια προβολή οκτώ όσκαρ, ενώ οι άλλοι χαζεύουν τον δρόμο χωρίς φανάρια, και καλούν την οδική βοήθεια.

Μέχρι να έρθει ο Γιώργος της οδικής, και να μας πει οτι ούτε στο τετράγωνο δεν πάει χωρίς δυναμό, και να μας φορτώσει, και να έχει πάει δέκα, και να έχουν φάει οι άλλοι και τα καναπεδάκια, και τους καναπέδες και τις πολυθρόνες, εγώ χαζεύω τον δρόμο.

Δρόμος χωρίς φανάρια, να μου θυμίζει την Ινδία, εκεί που δεν χρειάζονται φανάρια. Εκεί που όλα τα αμάξια δεν είναι καινούργια, και που οι οδηγοί γλυτώνουν πάντα, πλαγίως και μυστηρίως, και το ινδικό σλαμ ντογκ μίλλιονερ, και την ωραία βραδιά που έτσι και αλλιώς περάσαμε, γιατί το ρίξαμε στον χαβαλέ και στην καζούρα, και που δεν βαριέσαι αδελφέ – καλύτερα περνάμε μαζί.

Οχι, που μου θέλαμε και πρεμιέρες, τρομάρα μας 🙂

Αλλά και συ κυρά μου, μας έφαγες με το μάτι σου!

Point Of View

Το Σάββατο, πριν τα ντέρμπι, τις πετυχημένες (ή αποτυχημένες) λαγάνες και τις ταραμοσαλάτες με ψωμί ή με πατάτα, πριν τις βουτιές των ξένων χρηματιστηρίων, πριν τους έρωτες της Κυριακής και τις απογοητεύσεις τις Δευτέρας, πριν ανακοινωθούν καπου τέσσερα δις για τους Παλαιστίνιους, ελπίδα και κατάρα μαζί, πριν τσακωθείς με τον γείτονα, πριν ανακαλύψεις οτι γουστάρεις την κοπελίτσα στο ψιλικατζίδικο, πριν πας βόλτα και δεις τον ήλιο, ή βόλτα και χαζέψεις το φεγγάρι,

…το Σάββατο λοιπόν,

…κάποιοι, κάπου, πήραν χαμπάρι οτι μας πλησιάζει ένας αστεροειδής.

Μεγάλος.

Τόσο μεγάλος που θα σκότωνε τους περισσότερους κατοίκους μιας μεγαλόπουλης και τα όνειρα όλου του πλανήτη.

Αυτό το Σάββατο. Θυμάσαι τι έκανες; Θύμωνες, έκανες έρωτα, λιγουρευόσουν μία μακαρονάδα, ή την ταραμοσαλάτα της δευτέρας, τσακωνόσουν με την κοπέλα σου- με το αγόρι σου, κοιτούσες έξω και έλεγες ωραία μέρα θα κάνει αύριο, ετοίμαζες χαρταετό, έγραφες ποστ, αναρωτιόσουν αν να πάρεις την κυριακή εφημερίδα, και αν ο Νικοπολίδης θα αποκρούσει το σουτ του Καραγκούνη ή αν θα χαμηλώσει τις τιμές του το Internetικό Victoria Secret.

Κάποιοι μάθαιναν οτι ο κόσμος μπορεί να τελειώσει με την μορφή που τον ξέρουμε. Κάποιοι, έβλεπαν έναν βράχο, και έλεγαν θα περάσει κοντά. Πολύ κοντά.

Πόσο κοντά;

Είναι Σάββατο, ίσως βράδυ, και λίγοι άνθρωποι είδαν μία πέτρα και -δεν μπορεί- το σκέφτηκαν το τέλος.

Ίσως λίγο, ίσως πολύ.

Εγώ, μπορεί να αναρωτιόμουν πως να πω ψέματα στην γυναίκα μου για να καταφέρω να το δω τον αγώνα του Ολυμπιακού, άλλος πως να φάει διακόσια ευρώ απο τον συνεταίρο του, άλλος πως να ανακοινώσει στους γονείς του οτι έχει καρκίνο, άλλος πως θα καταφέρει να κλέψει ένα φιλί απο την χαριτωμένη θεά που την λατρεύει, αλλά αυτή δεν ξέρει τίποτα, ο τραπεζίτης σκαρφίζεται σενάρια για να βάλει χέρι σε μερικά δισεκατομμύρια δολάρια, το πρεζόνι αναρωτιέται που θα βρει για την επόμενη φιξιά, ο τραγουδιστής με τι να κάνει ρήμα η λέξη «αγάπη», ο παντρεμένος αν είναι καλύτερα με την γυναίκα του ή να πά να μείνει μόνος του να ησυχάσει απο την γκρίνια της, ο παλαιστίνιος κρατάει στα χέρια του το νεκρό παιδί του και ορκίζεται εκδίκηση, ο άστεγος βρίσκει μία χάρτινη κούτα και λουφάζει γιατί κάνει κρύο, και η Κούνεβα προσπαθεί να γυρίσει πλευρό στο κρεβάτι του νοσοκομείου και αναρωτιέται πως θα είναι η ζωή απο ‘δω και μπρός.

Και ο βράχος πλησιάζει.

Αν το μαθαίναμε;

Τι απο όλα αυτά θα είχε σημασία; Τι θα μέτραγε; Αν το μαθαίναμε θα είχαμε πνιγεί στα «σ’ αγαπώ» και στα «σε μισώ», στα «σου είπα ψέματα» και στα δάκρυα.

Θα είχαμε δύο αληθινές ημέρες.

Και ύστερα, ο αστεροειδής θα συνέχιζε την πορεία του, και εμείς θα κοιταζόμασταν σαν χαζοί, θα γελάγαμε, θα αγκαλιαζόμαστε, θα φιλιόμαστε και θα μονιάζαμε. Όλοι αδέλφια, κανείς το κακό κανενός αδελφού του, τον ίδιο τρόμο μοιρασμένοι, την ίδια ανακούφιση χαρισμένη.

Μα δεν το μάθαμε.

Και έτσι, το ίδιο μουντρούφληδες συνεχίσαμε, και βρίσαμε για το ποδόσφαιρο, είπαμε ψέματα στην γυναίκα μας, δεν είπαμε στον γέρο μας πόσο τον αγαπάμε, βρίσαμε τον γείτονα, δουλέψαμε το κράτος και φάγαμε τα δις, ορκιστήκαμε αιώνιο μίσος στον αιώνιο εχθρό μας και σχεδιάσαμε μια υπέροχη νύχτα αγκαλιά με ένα χαρτόκουτο.

Για σκέψου το λίγο: Θα είχαμε δύο αληθινές ημέρες.

Και μία ολόκληρη ζωή.

(δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας, είναι εντελώς αληθινό. Διαβάστε το εδώ.. Update: Περισσότερα απο την Citronella, που έχει και βίντεο.)

Ακουσα και εγώ, όπως και αρκετοί άλλοι, την φάρσα του Μητσικώστα στον Ρουβά.

Δεν είμαι Ρουβακι, κάθε άλλο – είχα μια μάλλον αδιάφορη σχέση με τον Ρουβά. Χαριτωμένα τα τραγούδια του, σε όποιους απευθύνονται, αλλά μέχρι εκεί. Δεν είμαι όμως και ΑντιΡουβάς – ο καθένας μπορεί να ακούει ότι γουστάρει, είτε της δικαιοσύνης τον ήλιο, είτε τα μακαρόνια με κιμά.

Ομολογώ όμως, οτι μετά το άκουσμα της εν λόγω φάρσας, τον συμπάθησα πολύ τον κύριο Ρουβά. Γιατί δείχνει αυτογνωσία. Γιατι δείχνει σεβασμό.

Σε όρους του παιχνιδιού, ο Ρουβάς είναι στους πιο ακριβοπληρωμένους (αν όχι ο πιο ακριβοπληρωμένος) τραγουδιστής. Ο μεγαλύτερος αστέρας της ελληνικής showbiz. Δεν λεω οτι αυτό είναι κακό, ή καλό. Δεν με νοιάζει γιατί δεν συμμετέχω σ’ αυτό, δεν εχω αγοράσει ποτέ δίσκο του – ή τον δίσκο των πενήντα άλλων που του κάνουν παρέα στην λίστα αυτή.

Αλλά όλο αυτό, σε έναν άνθρωπο, δίνει έναν αέρα. Όπως και να το κάνεις, μπορεί να δώσει ένα τουπέ. Και αν είσαι εκεί τα τελευταία δέκα, δεκαπέντε χρόνια, ε, έχεις άλλο κύρος.

Αλλο κύρος ανάμεσα σε ομοίους σου, ε; Σε ανθρώπους που θεωρούν οτι αυτή η λίστα είναι το παν, αυτοί οι αστέρες είναι υπέρλαμπροι.

Ε, ο κορυφαίος της λίστας, παρότι ο Μητσικώστας -παύλα- Θοδωράκης του ζητά να του μιλήσει στον ενικό, δεν τολμά να το κάνει.

Kudos(*) λοιπόν στον Ρουβά, που αναγνωρίζει (δεν του το ζήτησε κανείς, αντιθέτως) οτι υπάρχουν και άλλοι θεσμοί, πιο σοβαροί και πιο ουσιαστικοί απο αυτόν που τον περιβάλλει. Kudos που μιλάει στον πληθυντικό, kudos για τον σεβασμό και την αναγνώριση.

Δεν θεωρεί εαυτόν ανώτερο επειδή μερικοί απο εμάς τους υπόλοιπους θεωρήσαμε οτι πρέπει να τον αναγάγουμε σε κορυφαίο.

Μακάρι να ακολουθούσαμε, πολλοί εξ ημών, το παράδειγμά του.

Υ.Γ.: Με τον Μητσικώστα έχω επίσης και τις κόντρες και τις συμπάθειες μου. Κάτω απο την ζώνη πάντως το τωρινό αστειάκι του – αυτός ο έξυπνος, Ρουβάς ο αφελής. Μπορεί αν δεν με εντυπωσίαζε με την συμπεριφορά του ο Ρουβάς, να θύμωνα – τώρα απλώς αδιαφορώ με την άστοχη πλάκα του.

Την φάρσα μπορείτε να την δείτε εδώ.

(*) kudos = σεβασμός.

Point Of View

Point Of View

Είναι αρκετά τα διαφημιστικά που κυκλοφορούν στο internet και προσφέρουν είτε μέτρηση …βάρους, είτε να βρείτε το IQ σας, και πάει λέγοντας.

Είχα μάλιστα πετύχει και μερικά που ζητούσαν να δώσεις τον αριθμό του φίλου σου (της κοπέλας σου, του παιδιού σου) και η υπηρεσία θα σε ενημερώσει που βρίσκονται στον χάρτη(!).

Οι υπηρεσίες αυτές ξεχωρίζουν γιατί για να πάρεις τα αποτελέσματα, θα πρέπει να στείλεις το κινητό σου τηλέφωνο. Εκεί θα σου στείλουν την απάντηση, χρεώνοντας σε (δεν το κρύβουν) με κάποια ευρώ (συνήθως 2) ανά μήνυμα.

Ανα μήνυμα, σημαίνει πάνω απο ένα. Στην πραγματικότητα η υπηρεσία δεν αναφέρει συνήθως πόσα μηνύματα θα στείλει, αφήνοντας ανοιχτή την πιθανότητα να συνεχίσει να σου στέλνει, πολλά μηνύματα την εβδομάδα, μέχρι να θελήσεις να διακόψεις.

Μέχρι εκεί, πιθανώς, όλα καλά.

Αν το δώσεις, εν γνώση σου, θα χρεωθείς για όσα μηνύματα θέλεις. Μετά, σταματάς.

Σταματάς;

Χμμ… Οχι τόσο εύκολα.

Έφτασε στα χέρια μου ένα email που λέει ότι δεν φεύγεις από όλους τόσο εύκολα. Το θύμα που κάνει την καταγγελία, υπογράφει επώνυμα, βάζει μέχρι και το τηλέφωνό της, και μιλάει για την περιπέτειά της με μία εταιρία που …δεν την αφήνει να διακόψει!

Συγκεκριμένα καταγγέλλει ότι δεν απαντάει κανείς στα τηλέφωνα για να κάνει διακοπή, ενώ παρά τα επανηλλειμένα sms που έχει στείλει στο αντίστοιχο νούμερο διακοπής, συνεχίζει να χρεώνεται αδιαλείπτως. Το ποσό δεν είναι μικρό, €2/SMS 2 SMS την εβδομάδα, πράγμα που σημαίνει οτι είναι έτσι και αλλιώς σοβαρό το πρόβλημα.

Δεν αναφέρω το email, ούτε τα ονόματα του θύματος και της εταιρίας, κυρίως επειδή δεν έχω στοιχεία οτι πράγματι συνέβησαν έτσι όπως περιγράφονται τα πράγματα. Αλλά η αναφορά στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το θύμα είναι σημαντική, κυρίως επειδή η φάκα δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη όταν πρωτοείδα την διαφήμιση. Αλλά γίνεται ξεκάθαρο τώρα με ποιον τρόπο θα σας εξαπατούσε ένας κομπιναδόρος αν ήθελε.

Αν λοιπόν θέλετε να μάθετε το IQ σας, να σας το πω εγώ: παίζοντας σε τέτοια παιχνίδια, και δίνοντας το κινητό σας, έχετε μικρότερο IQ απο αυτούς που τα σχεδιάζουν….

Ενας δεκατριάχρονος λοιπόν, έγινε πατέρας. Και στην κοινωνία της Βρετανίας, προκλήθηκε σάλος. Οι βρετανοί (και ο υπόλοιπος κόσμος) το διάβασαν σε δύο τρεις εφημερίδες, στο BBC και είδαν και βίντεο στο YouTube.

Το πρώτο θέμα που απασχολεί, τους τηλεθεατές και αναγνώστες είναι αν ο πιτσιρικάς είναι αρκετά ώριμος για να γίνει πατέρας.

Ώρες-ώρες έχω την αίσθηση οτι η κοινωνία μας έχει αποβλακωθεί εντελώς.

Διότι το θέμα της ωριμότητας του δεκατριάχρονου, ανέλαβαν εντελώς ανώριμα να λύσουν περιοδικά, εφημερίδες, κανάλια, βίντεο, δεκάδες δικτυακοί τόποι, και κάθε άλλος τυχάρπαστος που έτρεξε να επωφεληθεί απο την ζουμερή ιστορία.

Ο δεκατριάχρονος που, ειρήσθω εν παρόδω, θεωρείται πολύ ανώριμος για πατέρας, θεωρήθηκε αρκετά ώριμος για συναινέσει ώστε να ποζάρει σε εξώφυλλά περιοδικών με το τέκνο του, πιθανότατα υπο αμοιβή, και να δει τον εαυτό του να απαντά σε ώριμες ερωτήσεις δημοσιογράφων στο YouTube.

Αντί να καταδικάζουμε τα μέσα, που εξεφτέλισαν ένα, κατά κοινή ομολογία, δύσκολο κοινωνικό θέμα, τα χρησιμοποιήσαμε για να ασχοληθούμε με κάτι που θα έπρεπε να αφεθεί αθόρυβα και προσεκτικά σε επαγγελματίες ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

Αντι να κάνουμε το καθήκον μας, ασχοληθήκαμε με την ψυχαγωγία του πράγματος.

Λες και έχει ο δεκατριάχρονος την ευθύνη για το πως έχει καταντήσει την ζωή του, και όχι ΕΜΕΙΣ για το πως καταντήσαμε και την δική του, και την δική μας.

Η είδηση για την πατρότητα του δεκατριάχρονου θα παιχτεί ακριβώς πριν την εκπομπή Η Στιγμή της Αλήθειας, και θα δημοσιευτεί ακριβώς δίπλα στην πρωτοσέλιδη φωτογραφία του μοντέλου που κόντεψε να χάσει το μάτι της απο το σπέρμα του συντρόφου της, και στις αποκλειστικές φωτογραφίες απο την δολοφονία Σεργιανόπουλου.

Προς θεού: ας σταματήσουμε να σχολιάζουμε την ωριμότητα του δεκατριάχρονου. Δεν είμαστε αρκετά ώριμοι για κάτι τέτοιο.

Και φυσικά, όσο πάει, δεν γινόμαστε καλύτεροι, ε;
Point Of View

Πενήντα τριών ο ασθενής που κατέληξε σε ασθενοφόρο της συμπρωτεύουσας. Πατέρας δύο παιδιών.

Και αυτό γιατί σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν υπήρχαν στο ασθενοφόρο ειδικά πατς για τον απινιδωτή. Αξίας εκατό ευρώ.

Τόσο άξιζε η ζωή του; λιγότερα απο εκατό ευρώ;

Αυτά, θα τα έγραφα αν ήμουν εφημερίδα. Θα τα έλεγα αν ήμουν δημοσιογράφος. Θα τα αναπαρήγαγα αν ήμουν αντιπολίτευση.

Επειδή όμως, ούτε εφημερίδα είμαι, ούτε δημοσιογράφος, ούτε πολιτικός, θα σας πω τι σκέφτομαι:

Το «πενηντατριάχρονος» κάηκε με την «σαρανταπεντάχρονη» «τριανταπεντάχρονη» που εκβίαζε μία θέση στο δημόσιο και έκανε τον μισο πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο να ψεύδεται ασύστολα. Όταν μάθουμε το όνομά του, ας πούμε «Ηλίας», θα έχει βάρος όσο και η Αμαλία. Ισχυρό, αλλά όχι με διάρκεια. Ενα και κάτι χρόνο μετά, και δεν έχει τίποτα περισσότερο στην συνείδησή μας απο ένα λινκ στην άκρη του blog μας. «Αυτος που πέθανε στο ασθενοφόρο» έχει την ίδια αξία μνήμης με τον νεαρό που έχασε το πόδι του: ανύπαρκτη.

Εχω μία άλλη ιδέα.

Να ονομάσουμε αυτόν τον άνθρωπο «ο πατέρας μου».

Κάθε φορά που αναφερόμαστε σ’ αυτόν, να τον λέμε ο πατέρας μου: «Ο πατέρας μου κατέληξε στο ασθενοφόρο γιατί δεν υπήρχαν πατς εκατο αξίας ευρώ. Ο πατέρας μου άξιζε λιγότερο απο εκατο ευρώ. Ο πατέρας μου πέθανε άδικα, και κανείς δεν έδειξε την παραμικρή -αληθινή- μεταμέλεια. Κανείς δεν ντράπηκε που εξαιτίας του πέθανε ο πατέρας μου. Κανείς δεν μετάνιωσε.»

Είναι ενδιαφέρον σαν πείραμα. Ίσως για τον πατέρα μας να κατέβουμε στους δρόμους. Ίσως αν είναι ο πατέρας μας που πεθαίνει άδικα να αντιδράσουμε. Είναι απλό: είτε θα αντιδράσουμε γι αυτό, είτε -πια- δεν θα αντιδρούμε για τίποτα. Αν αντιδράσουμε γι’ αυτό, δεν θα σταματήσουμε. Ούτε στην παραίτηση του υπευθύνου, ούτε του βουλευτή, ούτε του υπουργού, ούτε του εκάστοτε πρωθυπουργού. Γιατι είναι ο δικός μας ο πατέρας. Γιατί είναι άδικο. Αν δεν αντιδράσουμε, να μην αντιδράσουμε για τίποτα. Ο πατέρας μας να πεθαίνει άδικα – οκ. Θα αράζουμε στον καναπέ μας και θα βλέπουμε το καινούργιο επεισόδιο του nip tuck, ή θα συζητάμε για το καινούργιο 3G iphone.

Ενας νεαρός έχασε το πόδι του πριν απο καιρό, γιατί δεν έγινε άμεσα η διακομιδή στο νοσοκομείο. Η Αμαλία πέθανε μόνο και μόνο γιατί (εκτός απο τα φακελάκια) αντιμετώπισε και την γραφειοκρατική και ιατρική δυστοκία. Τα χρήματα που κατατέθηκαν για τους πυρόπληκτους ή για την οικογένεια με πρόβλημα υγείας, και δεν δόθηκαν εκεί που έπρεπε, όταν έπρεπε. Ενας άνθρωπος έχασε την ζωή του γιατί δεν ήταν εξοπλισμένο σωστά το ασθενοφόρο.

Λαϊκίζω βάζοντας τα όλα στην ίδια μοίρα; προφανώς. Αλλά αφού δεν κάναμε (ή πετύχαμε) απολύτως τίποτα για μεμονωμένα όλα αυτά, ίσως κάνουμε κάτι, ίσως αντιδράσουμε συνολικά.

Ισως πάλι, αντιδράσουμε απλώς για τον πατέρα μας.

Διαβάστε το δυνατά:

«Ο πατέρας μου πέθανε σε ένα ασθενοφόρο γιατί δεν υπήρχαν πατς εκατο αξίας ευρώ. Ο πατέρας μου άξιζε λιγότερο απο εκατο ευρώ. Ο πατέρας μου πέθανε άδικα, και κανείς δεν έδειξε την παραμικρή -αληθινή- μεταμέλεια. Κανείς δεν ντράπηκε που εξαιτίας του πέθανε ο πατέρας μου. Κανείς δεν μετάνιωσε. Και κανείς δεν πλήρωσε. Εχασα τον πατέρα μου, και κανείς δεν πλήρωσε.»

Αν αυτό δεν δημιουργήσει αντιδράσεις, τίποτα δεν θα δημιουργήσει.

Είναι, αλήθεια, ένα ενδιαφέρον πείραμα.

Στο 221.gr γίνεται αναφορά στην -σοβαρή- πιθανότητα η έλλειψη απινιδωτή να μην έπαιξε κανέναν ρόλο στον θάνατο αυτού του ανθρώπου. Αν και το θέμα δεν είναι -προφανώς- αν κατέληξε ο συγκεκριμένος ή αν θα περιμέναμε τον …επόμενο να πεθάνει, αξίζει τον κόπο η αναφορά.
Point Of View

Point Of View

Point Of View

Point Of View