(για πάρτη σου, ξέρεις εσύ)
Για να μην βαριέμαι στο τραίνο, ξεκίνησα να παίζω τέτρις στο κινητό.
Το παιχνίδι ξεκινάει με δύο επιλογές – είτε παίζεις με την εύκολη διαδρομή, είτε παίζεις στο δύσκολο. Το point είναι να αντέξεις όσο περισσότερο μπορείς.
Απο ένα σημείο και μετά, το παιχνίδι δεν παίζεται. Γίνεται πάρα πολύ γρήγορο, ότι και να έχω προσπαθήσει, είναι αδύνατο να τα προλάβεις τα γαμημένα τα μπλοκάκια. Είναι πολύ γρήγορα, πέφτουν σχεδόν σαν να σε μισούν, δεν μπορείς να σκεφτείς, έρχεται το ένα, μετά το άλλο. Δεν ταιριάζουν, κάνω μια μαλακία, πέφτει ένα πολύ άστοχα, απογοητεύομαι, αλλά αυτά δεν με λυπούνται, δεν σταματούν. Θα πέσει και το επόμενο – και δεν θα ταιριάζει πουθενά.
Πάντα παραδίδομαι – σηκώνω τα χέρια, και παρακαλάω να τελειώσει. Χάνω απογοητευμένος.
Πόσο κοντά είναι αυτό στην ζωή;
Πόσο κοντά μοιάζει αυτή η διαδικασία με την εποχή που έχεις προβλήματα; Που σου έρχεται το ένα μετά το άλλο, και εκεί που λες να! ήρθε αυτό που ταιριάζει και θα βοηθήσει, και θα ξελασκάρω λίγο – κάνεις μαλακία γιατί ήρθε πολύ γρήγορα και δεν ήσουν προετοιμασμένος και τα έκανε χειρότερα, αντί να λύσει σε έφερε ποιο κοντά στην ήττα και απογοητεύεσαι λίγο περισσότερο…
Η δική μου οπτική είναι οτι όσο και να μοιάζει με την ζωή (εκείνη την στιγμή μόνο αυτό σκέφτεσαι, μόνο αυτό υπάρχει, το παιχνίδι) ΔΕΝ είναι η ζωή.
Μετά, κλείνεις το κινητό, ή σε παίρνει κάποιος τηλέφωνο, ή μιλάς με τον σκύλο σου, εν πάσει περιπτώσει ζεις.
Τα προβλήματα, λυπάμαι που το λέω δεν είναι η ζωή – είναι αντίστοιχα με το τέτρις που μοιάζει για λίγο να είναι αποκλειστικά, αλλά δεν υπάρχει μόνο αυτό, υπάρχουν και όλα τα άλλα που έχουν σημασία, που έχουν νόημα – αλλά δεν τα βλέπεις, γιατί εκείνη την στιγμή είσαι αφοσιωμένος στο τέτρις.
Όμως δεν είναι τίποτα άλλο, ένα τέτρις είναι, άμα το κλείσεις δεν υπάρχει.
Τα downsite της ζωής μας, τα έχουμε ξεπεράσει γελώντας.
Ξέρετε πόσες αναποδίες είχα εγώ; Πόσες φορές είπα πάει! τελείωσε – δεν βλέπω συνέχεια;
Και τώρα λέω είμαι ευτυχής.
Ρε πούστη μου, η ζωή είναι πολύ περίεργη, σαν να την περπατάς στο κέντρο της Αθήνας. Ένα τετράγωνο μετά δεν ξέρεις τι θα σου ξημερώσει. Μπορεί να δεις τον Γεωργούλη, έναν άστεγο, να σε βρέξει ο παπάρας που περνάει με το αμάξι του και στα αρχίδια του η λακούβα γεμάτη νερά. Μπορεί να δείς μία τιμή σε ένα προϊόν και να πεις ωραίο! θα το αγοράσω (μία μέρα) ή να δεις έναν τίτλο στις εφημερίδες, και να αναρωτηθείς πότε επιτέλους θα πάρει ο Παναθηναϊκός πρωτάθλημα. Μπορεί να μισήσεις την Κοντολίσα (την αρχίδω) ή να ανακαλύψεις ένα χρώμα καινούργιο, ή ένα σπίτι που η αρχιτεκτονική του θα σε ξαφνιάσει.
Να κοιτάξεις πάνω απο μία ταμπέλα μαγαζιού (πάντα έχει σπίτια πάνω απο τις ταμπέλες μαγαζιού) ή έναν σούπερ γκόμενο, ή να γελάσεις που ανακάλυψες οτι έφυγες απο το σπίτι με το τηλεκοντρόλ αντί για το κινητό.
Να δοκιμάσεις ένα φαγητό που δεν δοκίμασες ποτέ, ένα κρασί που δεν τόλμησες να πιείς, ένα άρωμα που δεν είχες σκεφτεί να βάλεις. Να κάνεις τα μαλιά σου αλλιώς, να αλλάξεις χρώμα στον τοίχο, να φυτέψεις μία μπιγκόνια, να δίνεις κάθε μέρα ένα χάμπουργέρ σε έναν άστεγο.
Η ζωή έχει πάντα μία έκπληξη κάπου. Στην φυλάει. Εν’ ανάκη, θύμωσε και κλείσε το γαμημένο το τέτρις σου.
Και πήγαινε ένα τετράγωνο πιο πέρα.
Κάνε υπομονή – δεν είναι κοντά το τετράγωνο, και η έκπλήξη (καλή ή και καμιά φορά κακή) είναι εκεί και σε περιμένει. Και μετά δες: το φόρεμα, το χρώμα, τον Γεωργούλη, την αφίσα, τον άστεγο, τον τοίχο, την πινακίδα, την αφίσα, την μυρωδιά, την γεύση, το αύριο.

(1 ψήφοι, βαθμολογία: 4,00 / 5)
έλα ντέ;.



Το Σάββατο έκανα μία βόλτα στην παλιά μου γειτονιά.