Πριν από αρκετό καιρό, είχα ανεβάσει ένα post περί ρατσισμού. Ο τίτλος ήταν «Δεν είμαι εγώ ρατσιστής, εσύ είσαι αλβανός«, και είχε γραφτεί τον παλιό, καλό καιρό του Δεκεμβρίου του 2004.
Συγκέντρωσε σχόλια, όχι πολλά, αλλά πολύ ουσιαστικά – και καθόλου μα καθόλου αστεία: σ’ αυτό το ποστ, είμαι περήφανος να πω, ακούστηκαν εξίσου και οι δύο πλευρές με μακροσκελή, αξιοπρεπή και σοβαρά κείμενα. Μπορεί να διαφωνούμε ή να συμφωνούμε αλλά το επίπεδο σε γενικές γραμμές παρέμεινε υψηλό.
Πριν απο λίγες ημέρες, άγνωστο πως, ο επισκέπτης με το όνομα vag το βρήκε, και άφησε ένα σχόλιο. Απάντησα, απάντησε κάποιος άλλος, ξανααπάντησε ο επισκέπτης, λόγο στον λόγο ανέβηκε και στα πρόσφατα σχόλια.
Τελευταίο σχόλιο (μέχρι την ώρα που γραφόταν τούτο το ποστ) ήταν μια σύνδεση μεταξύ μεταναστών και Τουρκίας (ή/και γενικότερων εχθρών, όπως οι Εβραίοι[*] και οι Μασόνοι). Απάντησα στον vag ότι δεν έβλεπα σύνδεση, και ο πάντα παρεμβατικός, και εξαιρετικός στην σκέψη του antidrasi+sex μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει την σύνδεση.
Η απάντηση μου βγήκε τόσο από καρδιάς, που ένιωσα την ανάγκη να την κάνω ξεχωριστό post. Νομίζω ότι αξίζει τον κόπο.
Ιδού:
@antidrasi+sex: …και την Α1. Και δεν είμαι τόσο αφελής όσο θέλω να δείχνω κατά καιρούς :). Δεν χάνω την σύνδεση, απλώς δεν την δέχομαι ούτε καν σε πλαίσιο συζήτησης.
Δεν θέλω ξένες (υπερ)δυνάμεις που μας μισούν τόσο που ξημεροβραδιάζονται για να βρουν έναν τρόπο να τσαλακώσουν την απαράμιλλη ελληνική μας καταγωγή και ποιότητα να γίνουν αφορμή, ή αιτία, ή πρόσχημα να καταπατούμε βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
Δεν θέλω ένας οικονομικός μετανάστης από το Πακιστάν να χάνει την ζωή του, την αξιοπρέπειά του, την ύπαρξη του από ηδονισμένους πολεμοχαρείς που ανατριχιάζουν στην ιδέα ότι ένας πόλεμος φτιάχθηκε ειδικά γι’ αυτούς, και κατασκευάζουν λόγους να πατήσουν άλλους, ασθενέστερους συνανθρώπους μας μόνο και μόνο επειδή μπορούν – ή επειδή νιώθουν ότι δικαιούνται να το κάνουν.
Χρόνια τώρα, χάρη σε αντίστοιχα προσχήματα, φερθήκαμε απάνθρωπα σε Ρομ, σε μετανάστες, ακόμα και σε Έλληνες που δεν ταίριαζαν στο προφίλ του υπερέλληνα.
Προφανώς διαλογίζονται συνδέσεις. Και είναι τόσο εμφανείς που ούτε καν ένας αφελής δεν μπορεί να προσπεράσει. Και, επειδή από την άλλη πλευρά υπάρχουν εξίσου φανατικοί και διορισμένοι πολεμοχαρείς, κάποια από αυτά τα λεγόμενα μπορεί να έχουν βάση.
Αλλά έχουν βάση αποκλειστικά και μόνο σε έναν κόσμο στον οποίο ζουν οι ίδιοι και οι φοβίες τους: ούτε εσύ, ούτε εγώ φοβόμαστε ή μισούμε τους Τούρκους. Και ούτε ο Τούρκος blogger θα μισούσε εμάς τους δύο. Θα μπορούσαμε να συνυπάρξουμε αρμονικά και ποιοτικά (και εξαιρετικά ουσιαστικά) αν δεν υπήρχαν και από τις δύο πλευρές αυτοί που δεν ζουν χωρίς να σκοτώσουν.
Αλλά, παρότι υπάρχουν αυτοί, και υπάρχουν και οι λόγοι που αυτοί δημιουργούν με μεγάλη επιτυχία, δεν συνδέεται με το γεγονός ότι ο οικονομικός μετανάστης στην Ελλάδα (και την Τουρκία επίσης) πεθαίνει.
Οι φανταστικοί εχθροί έχουν δημιουργήσει εντελώς πραγματικούς νεκρούς.
Και τώρα, με την άδειά σου, θα πάρω αυτό το κείμενο που έγραψα από καρδιάς, και θα το αναρτήσω σε ποστ, όπως ακριβώς του αξίζει.
Και, πιστός στον λόγο μου, αυτό έκανα. Το παλιό, καλό σχόλιο – καθώς έχει ξεφύγει κατ’εμε λίγο από την βασική του αναζήτηση, δεν χρειάζεται πλέον, να φορτώνεται με σχόλια.
Ας δούμε αν εδώ μπορούμε πολιτισμένα να εκφράσουμε τις αντιρρήσεις μας.
[*] γνωρίζετε άλλωστε καλά την θέση μου για το Παλαιστινιακό ζήτημα – αλλά αυτό δεν με κάνει αντί- τίποτα. Ούτε αντί-εβραίο, ούτε αντί-ισραηλινό.
Είναι δύσκολο να σας εξηγήσω, αλλά έχουμε προβληματάκια, και πρέπει να τα προσπεράσουμε. Προβληματάκια δεν έχουμε τυχαία, έχουμε γιατί εγώ πάω και πειράζω ότι δεν πρέπει, και μετά χαλάει, και μετά χαλιέμαι, και δεν ξέρω τι μ***κια έκανα, και άντε να το φτιάξω, και πάει λέγοντας… 🙂
Λίγο μαυρούλι το καινούριο look, (πρόλαβα να το κάνω λίγο πιο φωτεινό) αλλά πολύ-πολύ εύκολο και νόστιμο. Όχι του γούστου μου για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι τόσο μαύρος γκρίζος ο αρκούδος – αλλά θα προσπαθήσω να τον ομορφήνω λιγουλάκι μόλις βρω τον χρόνο (αυτό βέβαια, μπορεί να είναι και σε κανα-δύο μήνες, οπότε βολευτείτε).
Σχόλια και παρατηρήσεις καλοδεχούμενα. Και ιδέες αν είσαστε του χώρου και βρείτε καμία.
Υ.Γ. Αυτό, πρέπει να είναι το πιο συνηθισμένο post σε παλιούς blogger που για τον ένα ή τον άλλο λόγο αλλάζουν το εικαστικό τους. Το ‘χω δει δεκάδες φορές, και γελάω πάντα με τον κακομοίρη τον blogger που παλεύει να εκπροσωπηθεί από ένα εικαστικό που δεν ελέγχει πλήρως. The joke is on me now, i guess 🙂
Γύρω στις μία και μισή, Τρίτη μεσημέρι, μου έρχεται μήνυμα στο twitter απο τον Νικόλα Μπαρδάκη: «Θα κάνουμε στο tvxs debate bloggers με τον Γιώργο Παπανδρέου – είσαι;»
Μου πήρε πέντε-έξι ώρες να απαντήσω. Debate με τον Παπανδρέου εγώ; Απο που και ως που; πολιτικός, δεν είμαι, δημοσιογράφος, δεν είμαι, μπορώ να βρω πέντε ή έξι ερωτήματα, αλλά πάλι, τι δουλειά έχω εγώ; Εχω σκέφτομαι. Αφού είναι debate με blogger, έχω. Και ας κάνω ότι καλύτερο μπορώ. «Απαντώ ναι, είμαι στην διάθεσή σου.»
Εντάξει, θα με ενημέρωσει. Στο μεταξύ, έχω αρχίσει να σκέφτομαι τις ερωτήσεις. Τι σκατά μπορεί ο αρκούδος να ρωτήσει τον Παπανδρέου; Για να δούμε…
Λίγες μέρες πριν, έχω διαμαρτυρηθεί στο twitter για τις κρατικές διαφημίσεις εν καιρώ εκλογών. Ορίστε η πρώτη ερώτηση.
Δεν μου αρκεί. Συνεχίζω να ψάχνω: τι έχω γράψει ως blogger; Τι με έχει ενοχλήσει περισσότερο; Τα σκάνδαλα. Ιδού και η δεύτερη ερώτηση.
Ψάχνω και στο blog. Ντόρα Μπακογιάννη και η περίθαλψή της. Γιατί ιδιωτικά και όχι δημόσια; Να άλλη μία ερώτηση.
Κινητή τηλεφωνία. Αυτός ο άδικος φόρος, για τον οποίο είχα ξεκινήσει την πιο αποτυχημένη καμπάνια μου ever. Να η εκδίκηση μου: θα ρωτήσω τον μελλοντικό πρωθυπουργό για την νομιμότητά της, και για τις προθέσεις του.
Δεν μου αρκούν – δεν είναι καν σοβαρές ερωτήσεις. Είναι, αλλά για έναν δημοσιογράφο – όχι για μένα. Τι νόημα εχει να τις κάνω εγώ;
Την Πέμπτη, δεν έχω πάρει ακόμα καμία πληροφορία. Πόσες ερωτήσεις θα κάνω; Μία; Δύο; Δέκα; Εγώ και ποιοι άλλοι;
Στέλνω μήνυμα στον Μπαρδάκη να με ενημερώσει, μου απαντά ότι μόλις έχει κάτι χειροπιαστό, θα το κάνει. Ήδη, είναι Πέμπτη, μία μέρα πριν, και δεν ξέρω με τι κανόνες θα παίξω. Στο μεταξύ, είμαι απογοητευμένος με την επιλογή των ερωτήσεων.
Σκέφτομαι να ρωτήσω πολιτικά. Επιλογή προέδρου, και ότι αυτό σημαίνει. Να άλλη μία ερώτηση.
Μήπως πρέπει να γίνω πιο επιθετικός; μήπως οι ερωτήσεις μου είναι πολύ ευγενικές; Παίρνω τηλέφωνο έναν φίλο, που δουλεύει στο Μαξίμου. Ωραίος τύπος, έχουμε τσακωθεί άπειρες φορές, αλλά πάντα σε επίπεδο διαλόγου, ποτέ προσωπικά. Ετσι πρέπει να δούλευε η αγορά τα αρχαία χρόνια. Με ήθος. Του εξηγώ το πρόβλημα, ξαναπιάνουμε τις ερωτήσεις. Ξεκαθαρίζουμε διάφορα, μου προσθέτει μερικά, οι ερωτήσεις είναι περισσότερο «ερωτήσεις», και έχουν πλέον και λύσεις μέσα τους. Σχεδόν όχι ερωτήσεις, προτάσεις.
Το ερωτηματολόγιο έχει αρχίσει να θυμίζει πλέον αρκούδο.
Αλλά κάτι λείπει.
Καθώς μπαίνουμε στο απόγευμα, ξεκινάει εν αγνοία μου, μεταξύ αστείου και σοβαρού, μία ψηφοφορία. Τα παιδιά του deb8.gr έχουν καλέσει σε δικό τους debate τον Δραγασάκη του Συνασπισμού, και έχουν ανοιχτή ψηφοφορία για τους bloggers που θα συμμετέχουν. Μου το δείχνει η Cyberela, γελάμε, αλλά επειδή ο Μπαρδάκης έχει ζητήσει διακριτικότητα δεν την έχω ενημερώσει για την δική μου συμμετοχή στο αντίστοιχο του Παπανδρέου. Γελάμε, αλλά αφού κλείνουμε το chat, η Μυρτώ με προσθέτει ως επιλογή.
Απο τον Μπαρδάκη έρχεται το ok. Το debate θα γίνει, μία ερώτηση ο καθένας, σύνολο περίπου δεκαπέντε άτομα. Στο τάδε μαγαζί, στις δωδεκάμιση. Έχω δεκατρείς, δεκατέσσερις ερωτήσεις, και καμία δεν με αντιπροσωπεύει πλήρως.
Στο μεταξύ, η εν αγνοία μου επιλογή, μαζεύει ψήφους εμπιστοσύνης. Το αντιλαμβάνομαι, βλέπω την γκάφα, την ενημερώνω, αλλά δεν αλλάζει τίποτα – ο κόσμος ψηφίζει. Είμαι, και παραμένω δεύτερος.
Στο φτωχό μου το μυαλό, η επιλογή των bloggers για τις ερωτήσεις προς τον Δραγασάκη είναι απείρως πιο τιμητική από την επιλογή που έγινε από το tvxs για τον μελλοντικό πρωθυπουργό. Εχω όμως ήδη δώσει τον λόγο μου, και παρότι υπάρχει η δυνατότητα χρονικά, δεν θέλω καπελώσω κανέναν πηγαίνοντας και στα δύο – ήδη δεν αισθάνομαι καλά που αφήνω τα παιδιά του deb8 για τα παιδιά του tvxs.
Οχι απλώς δεν αισθάνομαι καλά: αισθάνομαι χάλια. Όλο το βράδυ, μέχρι τις 3-4 το πρωϊ, αναρωτιέμαι αν ο αρκούδος θα ήταν πιστός στις αρχές του αν εγκατέλειπε μία δημοκρατική, διαφανής ψηφοφορία προς κάποιον μικρότερο, για μία κατ’ επιλογήν προς κάποιον σπουδαίο. Το ερώτημα γίνεται πιο εύκολο όταν σκέφτομαι οτι είμαι προετοιμασμένος τόσες ημέρες για τον Παπανδρέου ενώ δεν έχω καμία ερώτηση για τον Δραγασάκη. Και επιπλέον όντας φιλικά προσκείμενος προς τον Συνασπισμό (ή έστω τον Σύριζα) δεν μπορώ καν να σκεφτώ μία αντικειμενική ερώτηση.
Τυπώνω τις ερωτήσεις, είναι ήδη δεκαπέντε. Θα επιλεγεί μόνο μία. Γράφω με μεγάλα γράμματα, για να μην με μπερδέψει το άγχος την ώρα που θα διαβαστεί. Σε ένα μικρό, τετράγωνο χαρτάκι, γράφω ένα όνομα, σχεδόν μηχανικά: Αμαλία.
Είναι γελοίο, δεν υπάρχει ερώτηση γι’ αυτό. Αυτό που έχουμε είναι debate, όχι φιλική κουβέντα. Ότι και αν πασχίζω να συμπληρώσω για να βγει ερώτηση, απλώς δεν βγαίνει.
Εντωμεταξύ, προστίθεται και άλλο ένα όνομα: Κατερίνα.
Στο ίδιο μικρό, τετράγωνο χαρτί.
Ήταν που ήταν πριν δύσκολο με την Αμαλία μόνη της, άμα βάλεις μαζί και την Κατερίνα, ερώτηση δεν βγαίνει με τίποτα. Τι έχουν κοινό εκτός του ότι αδικήθηκαν;
Είναι όμως αρκούδος. Είναι τόσα χρόνια blogging. Για αυτούς, για τον Θοδωρή, για την Κωνσταντίνα, για τον Θοδωρή.
Είναι αρκούδος, αλλά δεν υπάρχει ερώτηση προς τον επόμενο πρωθυπουργό.
Όλο το βράδυ αναρωτιέμαι: Να ρωτήσω; Για debate με φωνάζουν οι άνθρωποι, όχι για κουβεντούλα. Δεν χωράνε πουθενά – αλλά από την άλλη, γι΄αυτούς είμαι ο αρκούδος. Σ’ αυτούς έχω υποχρέωση. Κοιτάζω το χαρτί. Εχω υποχρέωση.
Ερχεται Παρασκευή. Ξυπνάω, ετοιμάζομαι, είμαι όπως πάντα μες τα νεύρα λόγω άγχους. Εχω μαζί μου έξι σελιδες Α4 χαρτί με δεκαπέντε ερωτήσεις, και ένα μικρό τετράγωνο χαρτάκι με πέντε πλέον ονόματα. Πέντε ονόματα και καμία ερώτηση.
~
Φτάνω, όπως πάντα, νωρίτερα. Βρίσκω εκεί Vrypan, Papachatzis, κουβεντούλα, ξεχνιέμαι. (Καθυστερημένα λίγο) μαζευόμαστε και μπαίνουμε.
Ωραίος χώρος. Μου αλλάζουν τέσσερις φορές θέση – υπακούω πρόθυμα, να κάνουν την δουλειά τους οι άνθρωποι. Εκεί που είχα χωθεί σε μία θέση εκτός κάμερας στην άκρη, καταλήγω πρώτος-πρώτος, καραφλός και με λευκό πουκάμισο να ξεχωρίζω. Δεν μου έφτανε το άγχος μου.
Δίπλα μου η @sotomi. Δεν γνωριζόμαστε προσωπικά, αλλά την προηγούμενη μου ζήτησε και της έστειλα χάρτη του event. Ευτυχώς δεν της έστειλα άλλα ντ’ άλλων, και το βρήκε 🙂
Μπαίνει ο πρόεδρος. Φιλικός, χαιρετά όλους δια χειραψίας, χωρίς να επιμείνει σε κάποιον ειδικά. Καθόμαστε, ο Κούλογλου μιλάει λίγο με τον πρόεδρο, θυμάμαι οτι ξέχασα να σημειώσω σε κάθε ερώτηση το ‘κύριε πρόεδρε‘ ως προσφώνηση – μην ξεχαστώ και τον πω πρωθυπουργό τον άνθρωπο.
Ξεκινάμε.
Κρατάω έξι Α4 με πλήρεις, τυποποιημένες ερωτήσεις, και ένα τετράγωνο χαρτάκι που έχει μόνο 5 ονόματα.
Η @sotomi μου δείχνει τις δικές της, έχει έρθει με λαπτοπ. Μία είναι για τεχνολογία, μία άλλη για τους υπαλλήλους δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Ερωτήσεις debate, σαν και τις δεκαπέντε δικές μου. Με ρωτά ποια να πει. Τις τονίζω οτι ερώτήσεις τεχνολογίας, σε debate με bloggers θα καούν γρήγορα. Πέφτω μέσα – η ερώτηση είναι πρώτη ή δεύτερη, από άλλον. «Αν θέλετε, θα σας δώσω τις δικές μου» της λέω χαμογελάστα. «Εχω καβάντζα». Γελάμε, αλλά σηκώνει γρήγορα το χέρι της για να μην χάσει την δεύτερη. Την επιλέγουν, την κάνει, ηρεμεί. Μετά μου λέει «εσύ;» Της δείχνω το πάκο, και το χαρτάκι. Της απαντώ κάτι σε στυλ «αν είμαι καλό παιδί αυτές, αν είμαι κακό, αυτήν». Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Δεν έχω καν ερώτηση.
~
Η κουβέντα προχωράει. Οι ερωτήσεις είναι επιπέδου debate: σοβαρές, με ελεγχόμενες απαντήσεις, ουσιαστικές για καθορισμό πολιτικής / αλλά εγώ κρατάω πέντε ανθρώπους στα χέρια μου. Πέντε ανθρώπους που δεν έχουν ακουστεί ποτέ.
Κοιτάω διαρκώς σκεφτικός το χαρτάκι. Σχεδόν δεν ακούω ούτε τις ερωτήσεις, ούτε τις απαντήσεις. Είναι σαφές, έχω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω πως να το πω. Ο αρκούδος έχει δουλειά σ’ αυτό το debate μόνο αν είναι ο αρκούδος. Αλλιώς, καλύτερα να πήγαινε κάποιος δημοσιογράφος. Δεν είμαι καλός για δημοσιογράφος. Δεν νομίζω να γίνω ποτέ.
Μία ερώτηση φέρνει μία απάντηση που μου ταιριάζει. Μιλάει για την κοινωνία των bloggers, και το πόσο επηρεάζει τους ανθρώπους για ανοιχτή κοινωνία πληροφορίας. Ενώ έχω σχεδόν εγκαταλήψει, και ψάχνω τα χαρτιά μου για την ερώτηση νούμερο πέντε, το σκέφτομαι, το αποφασίζω. Ρε μαλάκα, χωρίς αυτούς τους πέντε δεν θα ήσουν τίποτα. Γελάω με το άγχος μου μήπως κάνω ερώτηση που δεν ταιριάζει με το ύφος τις κουβέντας. Πόσο περισσότερο άγχος να έχω από την Κατερίνα; Πόσο περισσότερο από τον Θοδωρή; Πόσο περισσότερο από την Κωνσταντίνα;
Σηκώνω άμεσα το χέρι μου. Η ερώτηση έρχεται κουμπί με την προηγούμενη, αν με επιλέξει ο Κούλογλου, θα κάνω ότι μου έρθει στο μυαλό. Με επιλέγει. Μέχρι να μου φέρουν μικρόφωνο, αποφασίζω:
Θα κάνω την ερώτηση σαν να μιλάω στον επόμενο Καραμανλή. Σαν να την κάνω σε έναν φίλο, που έχει όλη την ευθύνη, αλλά δεν ξέρει γι΄αυτούς τους ανθρώπους. Θα μιλήσω σαν αρκούδος, σαν blogger, όχι σαν δημοσιογράφος. Θα του πω μία ιστορία:
Για αυτούς που δεν πρέπει να χάσουν.
Κάνω την ερώτησή μου.
Δεν ήθελα καν απάντηση. Ήξερα καλά ότι τέτοια ερώτηση δεν απαντιέται με τίποτα. Νιώθω απίστευτα, έχω βουρκώσει. Και τώρα που το γράφω, που το θυμάμαι, βουρκώνω:
Να πούμε ότι άργησαν να κερδίσουν, μόνο αυτό.
Είμαι υπερήφανος που έχω μιλήσει μέσα από την καρδιά μου. Ότι θέλω να πω – όχι πέντε μέρες τώρα, αλλά πέντε χρόνια τώρα, σε μία ερώτηση. Μέσα απο την καρδιά μου. Νιώθω απίστευτα.
Δείχνω στην @sotomi δίπλα μου το χαρτάκι. Δεν μπορώ να μιλήσω, ψελλίζω κάτι σαν «τελικά, έκανα του κεφαλιού μου». Γυρίζει το λαπτοπ της για να το δω, και δείχνει το twit της, που αναφέρει την ερώτηση. Δεν μπορώ να απαντήσω, χτυπάω την καρδιά μου με το χέρι μου σε σημάδι ευγνωνομοσύνης.
Οταν φεύγω, αναρωτιέμαι μήπως ξέχασα κάτι εκεί. Βλέπω την διαφορά. Πήγα στο debate 200 κιλά – επιστρέφω πραγματικά ανάλαφρος. Παίρνω την Ελεάνα απο το κινητό, της λέω την ερώτηση που έκανα. Το προηγούμενο βράδι, της είχα διαβάσει μία μία τις ερωτήσεις, αλλά δεν της είχα κάνει αναφορά στους πέντε. Μένει άφωνη: «αν μου το είχες πει τότε,» μου λέει «αυτήν θα σου έλεγα και γω να κάνεις». Συμφωνώ – ο αρκούδος, αυτήν θα έκανε.
Δεν είναι σπουδαία ερώτηση. Δεν είναι δημοσιογραφικό λαβράκι. Δεν ήταν η θυσία η τρομερή να πω κάτι τέτοιο σε ένα debate. Ήταν όμως μια γέννα. Ήταν μία ερώτηση που ‘δεν έπρεπε να γίνει’ γιατί κανείς τόσα χρόνια, σε τόσα debate δημοσιογράφων δεν τολμούσε να την κάνει. Όχι γιατί ντρεπόταν, ή κάτι τέτοιο: γιατί δεν ήταν καν ερώτηση.
Δεν είχε ερώτηση, γιατί κανείς από αυτούς δεν έθεσε ποτέ το θέμα του σαν ερώτηση. Δεν αναρωτήθηκε γιατί σε μένα: γιατί συνέλαβαν εμένα, γιατί έκλεισαν την δική μου δουλειά, γιατί να κάνουν σε μένα κολπικό έλεγχο, γιατί να με βάζουν εμένα να υπογράφω λιγότερες ώρες, γιατί σε μένα να ζητήσουν φακελάκι.
Δεν είχαν ερώτηση αυτά τα παιδιά, είχαν θέση: να σταματήσει σε μένα.
Σε μένα ο κολπικός έλεγχος, σε μένα η αδικία, σε μένα η ανομία, σε μένα η εκμετάλευση, σε μένα ο εκβιασμός.
Σε μένα. Όχι χωρίς εμένα, με εμένα, αλλά να τελειώσει εδώ.
Και ξέρετε κάτι; Είναι από μόνο του γενναίο αυτό. Και κάνει και τους μικρούς, ανόητους αρκούδους γενναίους, στους δικούς τους, γελοίους προσωπικούς πολέμους. Και μιλούν στον Παπανδρέου σαν να ήταν φίλοι απο παλιά, και του λένε «να μην χάσουν. Μπορούμε να κάνουμε τουλάχιστον αυτό; Να μην χάσουν. Να πούμε ότι άργησαν λίγο να κερδίσουν, όχι ότι έχασαν. Μόνο αυτό: ότι άργησαν λίγο να κερδίσουν».
Με δάκρυα, μέσα απο την καρδιά μου, όπως πρέπει.
Για σας ρε αδέλφια. Για σας.
Υ.Γ.(1): Όλες οι ερωτήσεις εδώ. Υπάρχουν και έντονες αντιρρήσεις για το debate και τους συμμετέχοντες, εδώ, και εδώ.
Υ.Γ.(2): Έστειλα τις ερωτήσεις με email στον (πλέον) πρωθυπουργό. Ελπίζω να μου τις απαντήσει, τόσο κόπο έκανα 🙂
Το πόσο καλούς φίλους έχω, δεν λέγεται. Μόλις έμαθαν ότι μου έχει έρθει χαρτί για εφορευτική επιτροπή, αμέσως να μου προτείνουν τρόπους να ξεφύγω! Εκτός από αυτούς που μου έλεγαν απλώς «μην πας, κάνε ότι μπορείς να μην μπλέξεις», ήταν και πολλοί άλλοι που ήταν και χρήσιμοι, και είχαν και τρόπους για να γλυτώσω τον βραχνά.
Ο δε βραχνάς, ασήκωτος: πας από τις πέντε το πρωί, και δύσκολα ξεφεύγεις μέχρι τις πέντε το άλλο πρωί. Ούτε τουαλέτες έχεις εύκολες, ούτε φαγητό, για ύπνο δεν το συζητάμε, και κινητά να πεις καμία χαζομάρα, απαγορεύονται.
Φρίκη.
Οπότε, έπεσαν όλοι επάνω μου να με σώσουνε. Στην δουλειά μου ετοιμάζανε χαρτιά, πριν προλάβω να πω τίποτα – οι φίλοι μου έλεγαν δικά τους τερτίπια με τα οποία γλυτώσανε (γιατρούς και ταξίδια) και οι πολύ κολλητοί, συγγενείς και λοίπά, μου τονίζανε οτι αφού έκανε το κράτος κουταμάρα και το έστειλε στην παλιά μου διεύθυνση, απλώς να μην πάω.
Αν και θα χρειαστεί να μην πάω ούτε να ψηφίσω, γιατί θα με μπουζουριάσουνε εκεί, και θα μου φορτώσουν την δουλειά – στην καλύτερη, γιατί στην χειρότερη θα με μπουζουριάζανε – τελεία.
Μμμμάλιστα.
Όλα αυτά, φίλοι και γνωστοί. Που με ξέρουνε. Που μιλάμε μαζί για πολιτική. Που έχουν τον κακό και τον καλό λόγο για τον καθένα πολιτικό. Που μιλάμε μαζί για τα κόμματα, και για διοικηση, και για αποφάσεις, και για την Δημοκρατία.
Μάλιστα.
Και πως νομίζεις ότι φτιάχνετε η Δημοκρατία ρε μάγκα; Αν δεν πας εσύ να μετρήσεις την ψήφο, και εγώ, και όλοι, ποιος θα πάει; Για ποια κυβέρνηση σχολιάζεις, όταν, αν έρθει η σειρά σου να κάνεις το καθήκον σου, θα κοιτάξεις να κάνεις ότι μπορείς να το αποφύγεις;
Ρε με δουλεύεις; Αν δεν το κάνεις εσύ, ποιος περιμένεις να το κάνει; Σοβαρά, αν εσύ είσαι ευθυνόφοβος, και κακομοίρης, και φτηνόμαγκας, πως τολμάς να έχεις λόγο για τον κόπο των άλλων και αν το κάνουν καλά, ή άσχημα;
Δεν ντρέπεσαι λίγο;
Είπε κανείς οτι είναι εύκολο; Είπε κανείς οτι είναι εύκολη η δημοκρατία; όταν πας εσύ να βάλεις τον σταυρουδάκο σου (για να σου δώσουν καμία θεσούλα υποθέτω), δεν περιμενεις οτι κάποιος άλλος θα πρέπει να το μετρήσει, και να το ξαναμετρήσει, και να το καταχωρήσει; τι περιμένεις, οτι τον βάζεις και τον παίρνει ο Νικολακόπουλος και τον κάνει μπάρα μόνος του; αποφεύγεις να δεις οτι κάθονται δέκα κακομοίρηδες να κάνουν όλη την δουλειά;
Τυφλός είσαι; τι νομίζεις οτι είναι αυτοί; Αλβανοί που μαζεύουν τα πορτοκάλια, και τους φωνάζουμε να μετρήσουν και τις ψήφους;
Πάρτο χαμπάρι μάγκα μου: η δημοκρατία θέλει μικρές θυσίες. Θέλει εσένα και εμένα να μετράμε ψήφους και σταυρούς, από το πρωί, μέχρι το άλλο πρωί, νηστικοί, νυσταγμένοι και ξεθεωμένοι.
Δεν είναι τσάμπα η Δημοκρατία μάγκα μου.
Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ είμαι περήφανος που θα είμαι εκεί, σήμερα.