Τα παραμύθια είναι ωραία, αλλά μόνο για τα μικρά παιδιά.
Μεγαλώνοντας, όταν στα πουλάνε, ξενερώνεις λιγουλάκι. Χαλιέσαι. Και καμιά φορά, τρομάζεις κιόλας.
§
Δεν ξεμωράθηκα – ξέρω τι λέω.
Μιλάω για τα παραμύθια.
Να, για παράδειγμα τούτο το τελευταίο. Θα κοπεί, λέει, ο δέκατος τέταρτος μισθός.
Δεν είναι αυτό το παραμύθι, προφανώς. Το παραμύθι, είναι ότι αυτό γίνεται για να ενισχυθεί η οικονομία μας.
Για να βελτιώσουμε τα οικονομικά μας.
Όσο ήμουνα παιδί, μπορεί να το έτρωγα αυτό το παραμύθι. Αμάσητο.
Μπορεί να έλεγα «αφού είμαστε σε τόσο δεινή οικονομική κατάσταση, ας γίνει» ή «το καταλαβαίνω ότι δεν γίνεται αλλιώς».
§
Όσο ήμουνα παιδί όμως όλα αυτά. Αθώος.
Γιατί τώρα που μεγάλωσα, σκέφτομαι λιγάκι παραπάνω. Λέω μέσα μου:
«Τι αλλάζει;»
Τι αλλάζει άραγε;
Μήπως ο δέκατος τέταρτος μισθός μας οδήγησε εκεί; Μήπως το χαμηλό Φ.Π.Α. ή η σύνταξη στα εξήντα-πόσα;
Δεν νομίζω.
Πιο πιθανό είναι να μας οδήγησαν εκεί άθλιες οικονομικές κινήσεις. Ηλίθιοι σε πολυ επικίνδυνα πόστα. Δημόσια έργα, που έκαναν τριάντα και τιμολογούνταν πενήντα (ή εκατόν τριάντα). Μίζες, σε κάθε βήμα, αλόγιστες δαπάνες, έξοδα που δεν δικαιολογούνταν, δωράκια, σε ημετέρους ή μοναστήρια, σε ποδοσφαιρικές ομάδες ή κάστες ειδικά πληρωμένων δημοσίων υπαλλήλων, σε υπερτυχερούς μονιμοποιημένους υπαλλήλους της βουλής, σε δημοσιογράφους ή μη κυβερνητικές οργανώσεις, σε δικούς μας, σε κόμματα, σε πολυτελή αυτοκίνητα για τον κύριο υπουργό και την κυρία του. Απίστευτη αγορά συνειδήσεων με μονιμοποιήσεις δημοσίων υπαλλήλων. Παιχνίδια σε χρηματιστήρια με τα λεφτά των ασφαλισμένων. Άσκοπες σπατάλες σε πολεμικό υλικό.
Νεοπλουτισμοί και ρεμούλα, συμφέροντα και παρέες.
Αυτά μας οδήγησαν εκεί.
Αλλά αυτά δεν κλείνουν. Δεν ενοχλούνται. Η μαύρη τρύπα δεν ταπώνεται. Οι λύκοι δεν φεύγουν, Τριγυρίζουν, από απόσταση, αλλά δεν φεύγουν. Εχει ζουμί ακόμα.
Ξεκινήσαμε και καλά με πέντε-δέκα κυβερνητικά αυτοκίνητα, αλλά ξεχάσαμε τους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από αυτό το «μεγάλο κακό».
Το χειρότερο έγκλημα της τελευταίας ίσως εκατονταετίας, δεν έχει ούτε έναν υπεύθυνο. Ούτε έναν υπόλογο.
Μα αυτοί είναι η μαύρη τρύπα. Αυτοί μασάνε αδιαλείπτως τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Δεν ξέρουμε ποιοι είναι; Δεν κρύβονται ιδιαιτέρως. Τα έκαναν κότερα, επιχειρήσεις, ποδοσφαιρικές ομάδες, κόμματα, συμβάσεις, κανάλια, προεκλογικές εκστρατείες.
Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να τους δεις.
§
Το να ζητάει ο πρωθυπουργός την καταβολή του δέκατου τέταρτου μισθού, δεν θα αλλάξει απολύτως τίποτα, γιατί αυτοί οι άνθρωποι, είναι ακόμα εκεί, στις ίδιες θέσεις, με τα πηρούνια έτοιμα και τα μαχαίρια τους ακονισμένα. Ούτε ο δέκατος τέταρτος, ούτε η αύξηση του Φ.Π.Α. θα τους εξαφανίσει:
Είναι ακόμη εδώ. Στην σκιά. Περιμένουν.
Το να ζητάει λοιπόν θυσίες, δεν είναι εξοργιστικό για αυτά που έγιναν εχθές. Είναι εξοργιστικό για αυτά που θα ακολουθήσουν αύριο – και θα γίνουν, λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα, ευρώ προς ευρώ, αφού δεν προστατευτήκαμε καθόλου, και σε κανέναν τομέα, από όλα αυτά που μας οδήγησαν εδώ:
Αναπαραγάγουμε, σε απελπιστικά ίδιο βαθμό, τα ίδια ακριβώς λάθη, ακόμα και τώρα.
Αν το μεγαλύτερο λάθος του κράτους είναι ότι δανειζόταν κάθε φορά που δεν είχε, (μεγαλώνοντας το έλλειμα και τις ανάγκες της) είναι βλακεία να πιστεύεις ότι δεν κάνει ακριβώς το ίδιο και τώρα. Το κάνει εκβιαστικά και εξαναγκαστικά – αλλά ιστορικά, διαπράττει το ίδιο ακριβώς λάθος: δεν δημιουργεί. Καλύπτει.
Αναλώνεται, και αυτή, ακριβώς όπως και οι προηγούμενοί της, τέσσερις μήνες τώρα, στο να εφευρίσκει νέους φόρους, όχι νέες ευκαιρίες. Νέες δικαιολογίες, όχι νέες ιδέες.
Οι δανειστές μόνο άλλαξαν. Ήταν οι μεγάλες τράπεζες του εξωτερικού, ή οι ανυπόμονοι ευρωπαίοι εταίροι μας, τώρα γίναμε εμείς εκ των έσω. Ηταν οι σκληροί επιχειρηματίες του ευρώ, και έγιναν οι αφελείς του αμίμητου προεκλογικού «λεφτά υπάρχουν».
Δεν ξέρω για λεφτά, κορόϊδα πάντως, υπάρχουν σίγουρα.
Όπως όμως τελείωσε η υπομονή των εταίρων μας, έτσι, αναμφισβήτα, κάποια δεδομένη στιγμή, θα τελειώσει και η υπομονή (και οι δυνατότητες) των εσωτερικών, ταλαιπωρημένων δανειστών μας: Το τελευταίο ενέχυρο που έχει η πατρίδα να δώσει στην κοστουμαρισμένη ευρώπη, είναι ο μεροκαμιατιάρης έλληνας. Αν και αυτοί οι ευρωπαίοι είχαν λίγο μυαλό -ή αν τους ενδιέφερε πραγματικά- μπορεί να ήταν σαφώς πιο φρόνιμο να ζητήσουν κανένα κεφάλι.
Ξέρεις, κάποιον υπεύθυνο για αυτό το χάλι. Μόνο και μόνο για να σιγουρευτούν ότι δεν θα ξαναγίνει.
Αλλά μπορεί να ήταν κανένα καλοπληρωμένο καλόπαιδο της Siemens ή κανας μεσάζοντας για φρεγάτες, οπότε, τελικά, ασ’ το καλύτερα.
Ας σφάξουμε κανα εκατομμύριο αυτόχθονες για αρχή. Και μετά, βλέπουμε.
§
Είναι ωραία λοιπόν τα παραμύθια. Και ο πρωθυπουργός είχε το σωστό βλέμμα, το στεναχωρημένο, το πικραμένο όταν έλεγε ότι «τον σταματούν στον δρόμο και του προσφέρουν τον δέκατο τέταρτο για την πατρίδα». Ενα γλυκό, συμπονετικό ύφος, με την ανάλογη ανάμνηση.
Ενα γλυκό παραμύθι, μια γλυκιά απειλή, με μία ελπίδα για έναν ανήσυχο, γεμάτο εφιάλτες, ύπνο.
Αλλά, παραδόξως, δεν είναι το πιο τρομαχτικό ότι αυτό το παραμύθι κοιμίζει.
Για να είμαι ειλικρινής, το πιο τρομαχτικό δεν είναι αυτό.
Το πιο τρομαχτικό είναι ότι μοιάζει να τα πιστεύει αυτά τα παραμύθια.
Αυτό με κρατάει ξάγρυπνο τα βράδια.
Και εμένα, και τους λύκους που παραμονεύουν χαμογελώντας, δείχνοντας μου τα δόντια τους στο σκοτάδι.
Οι νότες.
Για να είμαι ειλικρινής, αυτό μου έλειψε πιο πολύ. Οι νότες.
Οι στίχοι.
Δεν μιλάνε πια οι στίχοι.
Φέρονται βίαια απέναντί μας. Και αυτό, δεν είναι το χειρότερο.
Μας κοροϊδεύουν. Μας φτύνουν στα μούτρα, και μεις κάνουμε λίγο πιο ‘κει, γιατί μας κρύβουν την εικόνα από το iphone μας. Από το Κους Κους και το διαζύγιο φωτιά. Μας χτυπούν, μας βιάζουν, μας κλέβουν – φίλε, μας κλέβουν, με το μεγαλύτερο θράσος που είδες ποτέ, μας τσιγκλάνε, μας δουλεύουν, μας λένε μια τούτο, και με το ίδιο ύφος, αμέσως μετά το άλλο, μας γελάσανε.
Ελεγα στην αρχή, θα θυμώσει. Τον βαρέσανε, δεν μπορεί, θα θυμώσει.
Και δεν θύμωσε.
Έλεγα μετά, θα θυμώσει, να, τώρα τον σκοτώσανε, να, τώρα θα θυμώσει. Θύμωσε λίγο, και μετά, τίποτα. Δεν απαίτησε, δεν ζήτησε, δεν ήλπιζε καν.
Μετά, είπα θα θυμώσει, τον κρυφακούσανε, τον κρεμάσανε, του είπανε ψέματα – ούτε τότε θύμωσε.
Τον γελάσανε. Δεν θύμωσε.
Του πειράξανε την ασφάλεια, την σύνταξή του – όχι, ούτε τότε.
Τον κλέψανε, του κλέψανε έναν ολόκληρο μισθό, που τον είχε πληρωμένο – όχι.
Βγήκανε στην τηλεόραση αυτοί που τον κλέψανε, που τον φλομώσανε στα ψέματα, να του πουν τι πρέπει να κάνει τώρα – όχι, όχι. Ούτε τώρα.
Δεν έγραψε ούτε έναν στίχο.
Ούτε μία μελωδία.
Σιωπή.
Ο κόσμος κατέβηκε, πεταξε πέτρες, τον κλέψανε, τον κρυφακούσανε, τον βαρέσανε, τον σκοτώσανε, του ‘πανε ψέματα, τον γελάσανε, τον φτύσανε στα μούτρα – όχι.
Ούτε έναν στίχο.
Γιατί βγάλανε όλοι τον σκασμό;
Τι σιωπή είναι αυτή θεέ μου; Πιο βίαιη και από τις πράξεις τους. Με τρομάζει αυτή η σιωπή. Στην χούντα, που απαγορευόταν, τραγουδούσαν. Είχαν νοήματα. Είχαν πάθος.
Είχαν λόγο. Είχαν καρδιά.
Αυτή η ησυχία με τρομάζει.
Η μουσική του αδιάφορου.
Όταν δεν μιλάς εσύ, θα μιλήσει κάποιος άλλος.
Αξίωμα.
Αν κάνεις ησυχία, κάποιος άλλος θα βρει λόγο. Θα πει αυτό που νομίζει. Καλά θα κάνει, αλλά είναι υπό την ανοχή σου. Υπό την δική σου σύμφωνη γνώμη.
Ότι και αν πει, δεν το επέτρεψες μόνο: το δικαιολόγησες.
Θα εξηγήσω.
~
Όταν άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα, μου τέθηκε μία ερώτηση. Μου είπαν «σε βλέπουμε να ασχολείσαι περισσότερο με τους μετανάστες, μην κακοπεράσουν αυτοί, αλλά αν βρεις έλληνες, δεν είσαι τόσο δυναμικός». Δικός μου άνθρωπος μου το ‘πε, που μ’ αγαπάει και τον αγαπάω.
Αν και δεν θέλω να το παραδεχθώ, έχει δίκιο. Όχι ότι ασκώ αντίστροφο ρατσισμό, και θα πω «έλα μωρέ, έλληνας είναι» – αυτό το ξεκαθαρίζω μία και καλή. Αλλά κοιτάω τον άνθρωπο με τους συμμάχους του. Αν έχει οικογένεια, πρώτα να βοηθήσει αυτή. Αν έχει φίλους, πρώτα αυτοί. Αν έχει γνωστούς, πρώτα αυτοί. Και αφού βοηθήσουν όλοι αυτοί, μετά ανακατεύομαι εγώ.
Ο μετανάστης δεν έχει φίλους.
Γι αυτό νοιάζομαι περισσότερο. Γιατί ο μετανάστης είναι απόκληρος, σκουπίδι, λιγότερος από άνθρωπος. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που λένε «να σωθούν πρώτα οι δικοί μας, και μετά οι μετανάστες» θα υπάρχω και εγώ και θα λέω «να σωθούν όλοι«.
Για να μην ακούγονται μόνο αυτοί.
Για να μην γίνεται ησυχία.
~
Η Κατερίνα έγραψε ένα post σήμερα. Διαβάστε το και σβήστε ότι λέει για τον αρκούδο(*). Ειλικρινά, δύο γάλατα πήγαμε. Δύο γάλατα, και δύο τηλεφωνήματα.
(*) Φαντάσου, δηλαδή, πως είναι η κατάσταση για να πανηγυρίζονται έτσι δύο γάλατα.
Δεν γλυτώνει η γυναίκα με δύο γάλατα.
Διαβάστε τα σχόλια όμως.
Το δεύτερο σχόλιο, που είναι δικό της, γράφει κάτι που γράφεται στο forum του parents.gr, μία πύλη για γονείς, που έγινε, και εκεί, έκκληση για βοήθεια. Οι γονείς, σε μεγάλο βαθμό, ανταποκρίθηκαν, έδειξαν ενδιαφέρον, έγινε συζήτηση να μαζευτούν ρούχα, φαγητά, παιχνίδια για το μωρό, ότι μπορούσαν.
Αλλά γράφει κάποιος/α στο forum:
Αντιγράφω:
«ναι αν νιωθεις ετσι κανε αυτο απλα εγω θελω να σου πω οτι οι αλοδαποι που ηρθανε στην ελλαδα φερανε και την εγκληματικοτητα μαζι τους…σκεψου ποσους ελληνες εχουνε σκοτωσει και δεν ειδα κανεναν απο τα κρατη τους να κανει ερανο για τους σκοτωμενους αθωους ελληνες απο αλβανους.κτλ.
δεν λεω οτι καλως εφυγε ο ανθρωπος αλλα δεν θα τρελαθω κιολας ..νομιζω οτι το να βοηθηθει η γυναικα αυτου ειναι καπως αδικο σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα….»
Και σημειώνει από κάτω η Κατερίνα που παραθέτει το σχόλιο:
ΜΥΝΗΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ FORUM PARENTS…..
ZHTHΣΑ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ…
Ήταν η δεύτερη «επίθεση» που δέχθηκε η Κατερίνα. Από ανθρώπους που λένε «ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα». Και δεν αντέχει άλλο. Και εγκαταλείπει. Και λυγίζει. Και ζητά να κατέβει το θέμα. Δεν αντέχει να το βλέπει. Όχι πια το ξένο post: αυτό το ζήτησε την προηγούμενη φορά που γράφτηκε κάτι παρόμοιο. Όλο το θέμα πια. Ότι είχε γίνει μέχρι τότε. Για να μην «μολυνθεί».
Δεν ξέρω, ξαναδιάβασέ το. Αργά. Αν αντέχεις. «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».
Είναι «άδικο«.
~
Δεν τα έχω με αυτούς. Αυτό πιστεύουν; αυτό λένε. Είναι κουταμάρα; για μένα είναι. Είναι οδυνηρό; επίσης.
Δεν τα έχω -προφανώς- με την Κατερίνα. Πόσο μίσος να αντέξει όταν βλέπει, καθημερινά, δίπλα της, τον πόνο; Θυμάστε πως αντέδρασαν οι γείτονές της; Όταν εκλιπαρούσε, όχι από το blog, προσωπικά, τον γείτονά της, που άκουγε το ίδιο κλάμα, για βοήθεια; Για ένα-πακέτο-μακαρόνια; Μπροστά στο πρόσωπό της; (και έγραψε ελάχιστα όπως μου εκμυστηρεύτηκε)
Δεν τα έχω λοιπόν με αυτούς.
Με μας τα έχω. Γιατί σιωπώντας εμείς, ακούγονται οι άλλοι..
Γιατί αν δεν ΦΩΝΑΞΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ «ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΡΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΜΗΝ ΚΟΙΤΑΣ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ! ΤΗΝ ΜΑΝΑ! ΤΟ ΠΑΙΔΙ!» θα βρεθούν κάποιοι άλλοι, που έχουν άλλα μυαλά, να πουν «άδικο να βοηθηθεί».
Και θα ακουστεί η φωνή τους. Η τρομαχτική, βαθιά τρομαχτική φωνή τους.
Και δεν θα είμαστε δίπλα στην Κατερίνα. Πλάι της. Να της λέμε «μην τους ακους». Και να λέμε και στους άλλους, μην τους ακούτε. Να σταθούμε δίπλα. Πολλοί.
Και θα λυγίσει η Κατερίνα.
Και θα λυγίσει η καθηγήτρια.
Και θα λυγίσει ο άνθρωπος που θέλει να βοηθήσει. Ο άνθρωπος που βλέπει Ανθρώπους, και όχι Μετανάστες.
~
Επειδή σιωπήσαμε εμείς.
Δεν πάω να σε γεμίσω ευθύνες φιλαράκι. Απλώς, έτσι έχουν τα πράγματα.
Και θα κλείσει το θέμα στο forum, η βοήθεια στην Λίντα, η ενασχόληση του κόσμου, η πιθανότητα να μάθουν ελληνικά οι μετανάστες, η αντοχή της Κατερίνας. Οριστικά.
Όταν σιωπήσαμε εμείς, κάποιος είπε: «Ειναι καπως αδικο [να βοηθηθει η γυναικα αυτου] σε σχεση με τους αθωους ελληνες που εφυγαν αδικα».
Υ.Γ.: Έχουν νόημα τα σχόλια; όχι, ούτε και σήμερα έχουν.
.
Δεν πρέπει να έχει πεθάνει πιο γρήγορα άνθρωπος.
Ο Nikola (ή Νικόλας, ή Νίκος – δεν έχει σημασία) δεν πέθανε όταν τον πυροβόλησαν από άστοχες, το λιγότερο, ενέργειες της αστυνομίας.
Ο Nikola πέθανε όταν τον ξεχάσαμε πέντε λεπτά μετά. Πέντε λεπτά μετά.
Θυμώσαμε όσο θα θυμώναμε αν μας έπιανε κάποιος την θέση στο μετρό, την σειρά στην ουρά, και μετά συνεχίσαμε με τις ζωές μας.
Πέντε λεπτά μετά.
Δεν πρόλαβε να ταφεί ο άνθρωπος, και τον είχαμε ξεχάσει. Τους λόγους που έγινε ότι έγινε, το άδικο, το αίμα στον δρόμο, την επιτυχία.
Πέντε λεπτά μετά.
Εκτός από το εξώφυλλο (θα μπορούσα να έχω κάνει αυτό, αλλά με είχε προλάβει ο Αλέξανδρος έναν περίπου χρόνο πριν) και το άρθρο, παρακολούθησα το blog της Κατερίνας, για το θέμα.
Η Κατερίνα, για όσους δεν γνωρίζουν, είναι γειτόνισσα της οικογένειας. Άκουγε το κλάμα της Λίντας, το ίδιο βράδυ. Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.
Και το επόμενο, και το επόμενο, και το επόμενο.
Η Κατερίνα ήταν εκεί, πέντε λεπτά μετά.
Διάβασα το blog της, ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για να μάθω τι γινόταν σ’ αυτήν την οικογένεια, που έμεινε ορφανή, πέντε λεπτά μετά.
Διάβασα σκληρά πράγματα. Σκληρά, οδυνηρά. Αυτά που διαβάζεις όταν ενδιαφερθείς πέντε λεπτά παραπάνω. Και διάβασα για ανέχεια, για ρατσισμό, για αδιαφορία, για ένα γάλα που δεν υπάρχει, για ένα άδειο ψυγείο. Μια τρέλα.
Και έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω, πήγα στο twitter, εκεί όπου χίλιοι περίπου άνθρωποι με διαβάζουν, και τους ενημέρωσα:
«Παιδιά, πέντε λεπτά μετά, υπάρχει ένα παιδί. Μία οικογένεια. Ένα δράμα.»
Ένα δράμα ρε πούστη μου.
Μια μητέρα, και ένα μωρό, που κλαίνε, σε ένα υπόγειο.
Πέντε λεπτά μετά.
~
Εικοσιοχτώ άνθρωποι. Τόσοι επανέλαβαν το μήνυμά μου. Εικοσιοχτώ άνθρωποι.
Εννέα μηνύματα. Τόσοι είπαν μία κουβέντα. Εννέα άνθρωποι έγραψαν «προχώρα Κατερίνα, εμείς είμαστε εδώ».
352 κλικ.
352 επισκέψεις.
Ενα ευρώ από την κάθε μία, θα πλήρωνε ένα νοίκι. Μια καλημέρα από τον καθένα, θα γέμιζε ένα ξημέρωμα. Θα έδινε δύναμη.
~
Έστειλα email στην Κατερίνα. Για να μάθω νέα. Μου έδωσε τηλέφωνο, της έδωσα και γω, μιλήσαμε.
Την άκουσα.
Και είχε πολλά να πει. Δεν διαβασες ούτε το ένα πέμπτο.
Πήγαμε στο σούπερ-μάρκετ εχθές (ναι, εχθές) και δώσαμε σήμερα μία σακούλα γάλατα στην Κατερίνα. ΜΙΑ ΣΑΚΟΥΛΑ ΓΑΛΑΤΑ. Λιγότερα από είκοσι ευρώ. Και ντρεπόμουνα κιόλας, που ήταν λίγα. Ντρεπόμουνα. Αλλά έριξα τα μούτρα μου, γιατί είπα δεν είναι καιρός για ντροπές, να πιεί γάλα το παιδί. Να σκεφτεί η μάνα ότι δεν είναι μόνη της.
Πήρα όμως τηλέφωνο φίλους και τους το είπα. «νοιαστείτε», τους είπα, μόνο αυτό. Εγώ δεν έχω. Νοιαστείτε.
Και άλλος μου είπε, το νοίκι – εγώ. Και άλλος, τα έπιπλα; εγώ. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω εκεί. Και άλλος μου είπε θα μιλήσω αλλού.
Θα βοηθήσω. Να κάνω ότι μπορώ.
Μα την παναγία. Έτσι. «Εγώ».
Δεν είμαι καλύτερος από σένα. Δεν ήμουνα ποτέ, και δεν θα γίνω ποτέ.
~
Ξέρεις κάτι; δεν σε μαλώνω. Άλλες φορές (δεν) έχω κάνει τα ίδια και χειρότερα. Εχω αγνοήσει, έχω αδιαφορήσει, έχω ξεχάσει.
Κι αν έχω ξεχάσει.
Αλλά απογοητεύτηκα ρε.
Μα την παναγία, απογοητεύτηκα. Απογοητεύτηκα που δεν θύμωσες, απογοητεύτηκα που δεν νοιάστηκες, που δεν φώναξες, που δεν μίλησες, που δεν νοιάστηκες, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Στ’ αλήθεια στο λέω, απογοητεύτηκα που δεν έκλαψες. Όχι που δεν έβαλες το χέρι στην τσέπη, ή που δεν πόσταρες μία καλή κουβέντα, ή που δεν άφησες ένα σχόλιο «κράτα ρε!», ή που δεν έκανες RT – που δεν έκλαψες.
Κι ας μην χορτάσει ούτε με το κλάμα σου, ούτε με το ποστ σου το παιδί της:
Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.
~
Πήγα να τα κλείσω όλα σήμερα. Μα το θεο. Και τα twitter, και τα blog και όλα. Να πα να γαμηθεί, αν δεν φάει μία μάνα με το παιδί της, ορφανοί και οι δυό, να πα να γαμηθούν και τα blog, και όλα.
Αλλά αν δεν το έχω και αυτό το ρημάδι, θα τρελαθώ. Θα τρελαθώ που πεθαίνει ένας άνθρωπος και το ξεχνάμε. Που σταματήσαμε να κλαίμε, και αφήνουμε, αλόγιστα, σκληρά και αδιάφορα, μία οικογένεια στην μοίρα της. Πέντε λεπτά μετά.
Απογοητεύτηκα. Που δεν μαύρισε η ψυχή σου.
Δεν το χρωστάς σ’ αυτήν, και σίγουρα, ΣΙΓΟΥΡΑ δεν το χρωστάς σε μενα.
Σε σένα το χρωστάς.
να τα κάνεις ΤΙ τα comment? Αστο καλύτερα.
Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.
Για την αστυνομία ήταν μία επιτυχημένη επιχείρηση. Μία παράπλευρη απώλεια. Ένα «λυπούμαστε». Ή ούτε καν «λυπούμαστε». Ένα «Λυπούμαστε, αλλά«.
Για το παιδί του ήταν ένας πατέρας. Για την γυναίκα του ένας σύντροφος. Για τον εργοδότη του ένας υπάλληλος. Για τους φίλους του ένας φίλος. Ο Νίκος.
Για τους υπόλοιπους δεν ήταν ούτε η Μενεγάκη, ούτε ο Λάτσιος, ούτε η Αλεξανδράτου, ούτε ο Κακαουνάκης.
Για κάποιους εντάξει, δεν ήταν και Έλληνας.
Για το κράτος δεν ήταν ούτε βουλευτής, ούτε πολιτικός, ούτε επιχειρηματίας, ούτε τράπεζα.
Για σένα δεν ήταν ούτε ο αδελφός σου, ούτε ο πατέρας σου, ούτε εσύ.
Ήταν εικοσιπέντε χρονών. Πατέρας ενός δεκαοχτάμηνου παιδιού.
Μυστήριο πράγμα ο άνθρωπος.
Υ.Γ.: Είχε και όνομα ο εικοσιπέντε ετών πατέρας. Μπορεί να κάναμε μία μέρα να το μάθουμε, αλλά χαλάλι:
Ήταν ο Nikollas Todi.



(17 ψήφοι, βαθμολογία: 3,35 / 5)







