Μου φαίνεται κάθε φορά λίγο περίεργο που μιλάμε για «επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου». Όχι γιατί δεν αξίζει μία τέτοια ημέρα, κάθε άλλο, αλλά γιατί νομίζω ότι χάνεται το βασικό νόημά της:

Δεν είναι ημέρα επετείου, θεωρώ: είναι μέρα ευθύνης.

Και αν το ξεχάσουμε, ξεχνάμε και το βασικό μας καθήκον: ο σκοπός μας δεν είναι (μόνο) να θυμόμαστε. Ο σκοπός (θα πρέπει να) είναι να θυμόμαστε πως φτάσαμε εκεί, και πως οφείλουμε να κάνουμε ο,τι μπορούμε για να αλλάξουμε τα πράγματα.

~

Οι ευθύνες του κράτους αναπτύχθηκαν (μέσα από την διαμαρτυρία, τις αντιδράσεις) αρκετά εκείνες τις ημέρες: Ανάμεσα στους ανθρώπους που δικαιούνται να φέρουν όπλο υπήρχαν ανεκπαίδευτοι, ψυχολογικά απροετοίμαστοι, ανίκανοι να διαχειριστούν τέτοια ευθύνη.

Σταμάτησαν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι; Σταμάτησαν να οπλοφορούν;

Και πριν από αυτό το γεγονός αλλά και μετά, σε αναρίθμητες υποθέσεις αστυνομικής βίας ειδικά κατά την κορύφωση της μνημονιακής περιόδου, η αστυνομία συνέχισε όχι μόνο να παραβαίνει τους βασικούς κανόνες εμπλοκής κάτω από τους οποίους οφείλει να κινείται, αλλά και (μέσω των πηγών της) να ψεύδεται ασύστολα για τέτοια περιστατικά προσπαθώντας να δημιουργήσει ένα κλίμα και μία εικόνα που αποκλειστικά και μόνο κάμερες περαστικών και δημοσιογράφων μπορούσαν να διορθώσουν και να επαναφέρουν στην πραγματικότητα.

Χωρίς αυτές τις ανεξάρτητες πηγές ενημέρωσης, ο Αυγουστίνος Δημητρίου «χτύπησε σε μία ζαντρινιέρα», ο Μάριος Ζ είχε «τσάντα με μολότοφ», οι αστυνομικοί φτάνουν «αμέσως μετά» από το χτύπημα στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι «Συνεργείο», οι πιτσιρικάδες στα Εξάρχεια «πέταξαν μολότοφ» στους Κορκονέα Σαραλιώτη και αυτοί «αμύνθηκαν για την ζωή τους», οι αστυνομικοί φτάνουν «αμέσως μετά» το μαχαίρωμα του Παύλου Φύσσα, ο Ζακ Κωστόπουλος «μπήκε να κλέψει υπό την επήρεια ναρκωτικών και έπεσε στην τζαμαρία και σκοτώθηκε».

Ακόμα και με όλα τα στοιχεία από τις κάμερες στην διάθεσή μας, η εικόνα επιδέχεται «αλλαγών» – όπως για παράδειγμα έγινε ακριβώς στην υπόθεση Γρηγορόπουλου όπου ο τηλεοπτικός σταθμός Mega «έντυσε» το βίντεο με ήχους εκρήξεων αρχείου – και το σέρβιρε στο τηλεοπτικό του κοινό ως ενημέρωση.

Παρά την απίστευτης έντασης διαμαρτυρία εκείνης της εποχής, δεν νιώθω ότι έχουμε αλλάξει κάτι από τότε: ακόμα και τώρα, σήμερα, ο Κωστόπουλος περιγράφεται ως βίαιος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψιν η αναίτια, ωμή βία που δέχθηκε αρχικά και που πιστεύω ότι τον ανάγκασε να αμυνθεί, ούτε η βία που ασκήθηκε μετά από αστυνομία και πιθανότατα και από ιατρικές δυνάμεις:

«Αυτή είναι η πρακτική και σε όποιον αρέσει» δήλωνε ο Πρόεδρος των αστυνομικών για τις βάρβαρες ενέργειες των αστυνομικών στον Κωστόπουλο που πιθανότατα του κόστισαν την ζωή του – και παραμένει ακόμα εκπρόσωπος και πρόεδρός τους.

Αντίστοιχα, οι νεκροί της Μόριας και του Κολαστηρίου πχ παραμένουν ανώνυμοι και αδιερεύνητοι, η αστυνομία διώχνει (υποκριτικά, για μένα) τον αστυνομικό που πιάνεται να φωνάζει «κωλόγρια» – αλλά δεν δείχνουν κανένα αποτέλεσμα σε επίσημες καταγγελίες για βιασμούς ακόμα και παιδιών ή για βασανισμούς και επαναπροωθήσεις στα σύνορα.

Το σύστημα, και με προηγούμενες κυβερνήσεις, και με την κυβέρνηση Τσίπρα (που είχε σαν σημαία της το καθολικό αίτημα για αναδιοργάνωση και έλεγχο των αστυνομικών αρχών) συνεχίζει ακάθεκτο την ανήθικη δουλειά του.

~

Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος είναι νεκρός. Αυτό δεν είναι μία ευχάριστη υπενθύμιση – αλλά μία αναγκαία υπενθύμιση. Δεν θυσιάστηκε για να μας κάνει να ενδιαφερθούμε – βρέθηκε ατυχώς στην πορεία μίας σφαίρας ενός δολοφόνου που καταχράστηκε την εξουσία του, και αυτός ο δολοφόνος άσκησε αυτήν την εξουσία γιατί εμείς, ούτε πριν αλλά πολύ περισσότερο ούτε και μετά, δεν απαιτήσαμε αρκετά έντονα να κριθεί πριν την χρησιμοποιήσει, και να τιμωρηθεί δίκαια μετά.

Στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο δεν οφείλουμε τιμές και επετείους.

Οφείλουμε μία δικαιοσύνη, που, από τα στενά των Εξαρχείων και τα κρατητήρια των Αστυνομικών τμημάτων και τα «νοσοκομεία» του Κορυδαλλού μέχρι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα νησιά ανεχόμαστε (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) αμίλητοι κάποιοι να καταχρώνται την εξουσία τους.

Οφείλουμε να αλλάξουμε, με επιχειρήματα και πυγμή, αυτήν την απαράδεκτη εικόνα που έχει το κράτος, πιέζοντας καθημερινά, με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας την εκάστοτε κυβέρνηση να ελέγξει και να τιμωρήσει αυτούς που καταχρώνται την εξουσία που τους δίνουμε εμείς.

Οφείλουμε, όχι στο όνομα του κάθε Καλτεζά, της κάθε Γκουλιώνη, του κάθε Γρηγορόπουλου, του κάθε Κωστόπουλου – αλλά στην δική μας αξιοπρέπεια κυρίως να μην χρειαζόμαστε τον επόμενο Μιχάλη, την επόμενη Κατερίνα, τον επόμενο ανώνυμο νεκρό του Κολαστηρίου ή της Μόριας, τον επόμενο Αλέξη ή τον επόμενο Ζακ για να αντιδράσουμε.

Αυτές οι μέρες δεν είναι του Αλέξη.

Αυτές οι μέρες είναι η υπενθύμιση ότι εμείς έχουμε ιστορική ευθύνη που υπάρχει ένας Αλέξης να θυμόμαστε.

Αυτές οι μέρες είναι και η υπενθύμιση της δικής μας, διαχρονικής και αποκλειστικής ευθύνης μας να μην υπάρξει ποτέ πια άλλος Αλέξης.

Update: Εδώ ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο από το Vice για τις φορές που η αστυνομία υπερβαίνει, συνήθως ατιμώρητα, τον ρόλο της:

«Αναφέρομαι σε ένα δίκτυο ενεχυροδανειστηρίων σε όλη την Ελλάδα, το γνωστό δίκτυο “Ριχάρδος”, που είχε ξεζουμίσει, τα πρώτα χρόνια της κρίσης κυρίως, δεκάδες χιλιάδες θα έλεγε κανείς συμπολίτες μας που είδανε, εν μία νυκτί, τα εισοδήματά τους να καταρρακώνονται, να μένουν άνεργοι, να βρίσκονται στην ανέχεια, στην απελπισία, και να προσπαθήσουνε, μέσα στην απελπισία τους προσπαθήσανε πολλοί εξ αυτών να βρουν τη δυνατότητα έστω ενός πρόσκαιρου βοηθήματος, όχι εισοδήματος, βοηθήματος, ξεπουλώντας τα τιμαλφή τους σε τιμή ευκαιρίας»

Αυτό δήλωσε ο Τσίπρας για την «υπόθεση Ριχάρδου» μέσα στην Βουλή. Τρία χρόνια κυβέρνηση, το ότι καταγγέλλεται από τον πρωθυπουργό πως οι ενεχυροδανειστές έχουν ξεζουμίσει απελπισμένους πολίτες από τον πρωθυπουργό, στ’ αλήθεια με ξεπερνάει.

Δεν είναι δηλαδή ότι δεν ξέρει ότι είναι λάθος – ξέρει, και το καταγγέλλει και στην βουλή.

Θα έλεγε κανείς (λαϊκιστής, ίσως) πως, ως κυβέρνηση θα μπορούσε να γίνει κάτι γι’ αυτό, πχ να υπάρχει ένας έλεγχος, μία οριοθετημένη λειτουργία ώστε να μην ξεζουμίζονται οι άνθρωποι, πχ. Θα ήταν ασφαλώς καλύτερο από το να χρησιμοποιείται η πράξη τους ως ..καταγγελτικό πολιτικό εργαλείο, ιδιαίτερα από τους ανθρώπους που έχουν την σχεδόν απεριόριστη εξουσία να το διορθώσουν. Γιατί, επί τρία χρόνια τουλάχιστον, αυτά τα ενεχυροδανειστήρια λειτουργούν, είναι νόμιμα, διαφημίζονται – και μάλιστα πασχίζω να βρω τα δημοσιεύματα που μιλούν για ανύπαρκτες συνθήκες κρατικού ελέγχου όταν πρωτοάνθισε η λειτουργία τους, στις αρχές της κρίσης – με ο,τι αυτό συνεπάγεται.

Το αμέσως χειρότερο βέβαια, είναι πως το μόνο παράνομο (ή ανήθικο, η διαδικασία την ώρα που το γράφω είναι εν εξελίξει με πολλές ανατροπές) σ’ αυτήν την ιστορία, είναι αν …πήραμε τους φόρους από το ξεπούλημα ξεζουμισμένων απελπισμένων καταρρακωμένων οικονομικά ανθρώπων.

…και δεν ξέρω τι είναι πολιτικά ευτελέστερο, να καταγγέλλεις ότι κάποιοι κλέβουν τους συνανθρώπους μας ενώ έχεις την εξουσία να το αλλάξεις, ή να βρίσκεις ότι το μόνο παράνομο σ’ αυτήν την διαδικασία είναι ότι δεν επωφελήθηκες τελικά κι εσύ ως κράτος από αυτό…

Διαβάζοντας το («εν θερμώ» όπως λέγεται η αντίστοιχη στήλη του thepressproject) κείμενο του Κωνσταντίνου Πουλή «Και τώρα, αγαπητοί νοικοκυραίοι;» μου γεννιέται μία άλλη διαδρομή σκέψης:

Δυστυχώς, δεν ήταν κλέφτης ο Ζακ. Δυστυχώς δεν ήταν πρεζόνι. Δυστυχώς, είχε φίλους, που ορκίζονται στο όνομά του, δυστυχώς, ήξεραν όλοι την ταυτότητά του, δυστυχώς, ήταν ο Ζακ, μάχιμος οροθετικός και περήφανος ομοφυλόφιλος.

Ήλπιζα τουλάχιστον μέσα μου, να ήταν ναρκομανής. Ειλικρινά μιλάω, εγώ δεν τον ήξερα τον άνθρωπο, ήλπιζα να ήταν πρεζόνι, και ο,τι έκανε να ήταν αποτέλεσμα στέρησης, αφού δεν στάθηκε αρκετή δικαιολογία η υποτιθέμενη απόπειρα κλοπής. Ήταν η τελευταία μου ελπίδα.

Φευ.

«Ο Ζακ είναι ένας από εμάς», γράφει παντού στην Αθήνα.

Τι κρίμα.

Τι κρίμα να πρέπει να είναι ένας από εμάς για να νοιαστούμε. Τι κρίμα να πρέπει να έχει ονοματεπώνυμο, να έχει ταυτότητα, να έχει παρουσία και θετική στάση στους συνανθρώπους του, τι κρίμα να είναι «καθαρός» (πόσο αισχρή λέξη μοιάζει, ε;), να μην είναι κλέφτης, ζήτουλας, πρεζάκι, ζητιάνος, κακομοίρης.

Τι κρίμα που η κοινωνία μας, χρειάζεται πιστοποιητικά «ορθώς φέρεσθαι» για να φτάσει κάποια στιγμή, επιτέλους (και αν), να πει «κρίμα το παιδί».

Δεν θέλω ο νοικοκυραίος να πει τελικά μετά από όλα αυτά, «κρίμα το παιδί».

«Και αν ήταν γνωστός σου; ο αδελφός σου; Αν ήταν το παιδί σου, αν ήταν ο φίλος σου;»

Αδελφός μου, είναι ο κοσμηματοπώλης που του πετάει μία πέτρα. Φίλος μου, είναι ο μεσίτης, που βρίσκει την ευκαιρία να ματώσει τις μπότες του. Παιδί μου, είναι ο αστυνομικός που τον πατάει κάτω, ο νοσοκόμος που τον πάει δέσμιο στον θάνατό του. Γνωστός μου, είναι αυτός που κοιτάει ένα λιντσάρισμα χωρίς να παρεμβαίνει – είτε από ηδονή, είτε από φόβο.

Αυτά είναι τα αδέλφια μου. Αυτοί είναι οι φίλοι μου. Αυτοί είναι τα παιδιά μου. Αυτοί είναι οι γνωστοί μου.

Κοιτάζω γύρω μου – σ’ αυτήν την κοινωνία ζω. Αυτός είναι ο περίγυρός μου.

Και σ’ αυτήν την κοινωνία, δεν θέλω να τον αντιμετωπίσει η αστυνομία διαφορετικά επειδή είναι ο γνωστός Ζακ, οι δημοσιογράφοι διαφορετικά επειδή είναι φίλος πολλών επωνύμων, δεν θέλω να νοιαστούν οι γύρω μου επειδή τελικά δεν ήταν πρεζάκι, κλέφτης – θέλω να θεωρήσουν άδικο τον θάνατο ακόμα και αν ήταν πρεζάκι ή κλέφτης. Ειδικά αν ήταν πρεζάκι και ανώνυμος κλέφτης.

Αυτό, θα είχε πράγματι νόημα. Έτσι, θα είχαμε πράγματι καταφέρει κάτι.

Αν αυτή η κοινωνία μάθει να νοιάζεται μόνο όταν ο άλλος περνάει τα τεστ της «κοινωνικής αποδοχής», αν νοιάζεται μόνο όταν το θύμα της μοιάζει, μπορεί όντως να γίνει λίγο πιο επιφυλακτική στο μέλλον, ναι – αλλά δεν διόρθωσε αληθινά τίποτα.

Στο κάτω, κάτω, αν ψάξει κανείς καλά, θα βρει λόγους να μην είναι ο Ζακ το παιδί του. Θα δημιουργήσει άμυνες για να απέχει από την σύνδεση, για να προστατευτεί και να μην θυμώσει τελικά. Είναι εύκολο, δεν θα εκλείψουν λόγοι να διαφέρει ο καθένας. Αν μπεις σ’ αυτό το παιχνίδι, σε κάθε προσπάθεια να σε συνδέσουν για να νοιαστείς, θα βρεις λόγους να αποσυνδεθείς για να απέχεις.

Ας προσπαθήσουμε έστω και αργά, έστω και αδικώντας τον, συνειδητά, με την ελπίδα να αλλάξουμε κάτι:

Ήταν κλέφτης λοιπόν ο άνθρωπος αυτός.

Κλέφτης, πρεζόνι και ανώνυμος.

Και όχι, δεν του άξιζε να πεθάνει.

Κρίμα το παιδί.

~

Διάβασε επίσης: Σπίτια σας, Κάτω από το γκρι, Οι θύτες

Όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερη βάση αποκτά το αφήγημα της άρνησης των νεκρών του Πολυτεχνείου. «Δεν υπάρχουν», πρωτάκουσα εκεί γύρω στο ενενήντα να λένε, και η αλήθεια είναι πως ξαφνιάστηκα, γιατί όσο ήμουν πιτσιρικάς νόμιζα ότι οι νεκροί ήταν μέσα στο πολυτεχνείο (χωρίς κανείς να μου έχει πει ξεκάθαρα κάτι τέτοιο) και έτσι νόμιζα ότι υπήρχε πράγματι ένα ψέμα άξιο έρευνας.

Μετά βέβαια μεγάλωσα λιγουλάκι (θέλω να πιστεύω) και έτσι δεν ετίθετο πια θέμα. Μέσα ή έξω, οι νεκροί του πολυτεχνείου υπάρχουν, είναι καταγεγραμμένοι, και ιστορικά θεμελιωμένοι.

Όσο περνούσε ο καιρός όμως, τόσο και μεγαλώνει το κίνημα της αμφισβήτησης. Και, όσο με αφορά, το ερώτημα ήταν συνεχές: γιατί κάποιος να αρνείται το προφανές; Τι νόημα έχει, πχ, να λες «το Άουσβιτς ήταν ένα ψέμα» ή «το πολυτεχνείο δεν είχε νεκρούς»; Τι κερδίζει κανείς;

Η γνώμη μου είναι πως η ιστορία πεθαίνει.

Οι άνθρωποι που βασανίστηκαν, αυτοί που έχασαν τα παιδιά τους, εκείνοι που σημαδεύτηκαν από την αγριότητα της Χούντας, σιγά-σιγά πεθαίνουν. Η φωνή τους δεν έχει πια θέση στην αφήγηση. Οτιδήποτε και αν ειπωθεί τώρα για τον πατέρα του Κομνηνού, για την μητέρα του Μυρογιάννη, τον ταγματάρχη Μουστακλή – οι άνθρωποι αυτοί πέθαναν, δεν έχουν αντίλογο. Όσο περνάει ο καιρός, αυτές οι φωνές μας δοκιμάζουν – και βλέπουν τι απαντούν όσοι, ακόμα, μπορούν. Προετοιμάζουν τις άμυνές τους, και όταν και αυτοί πλέον πεθάνουν, δεν θα μείνει κανείς να τους απαντήσει πια.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να λειτουργήσει εναντίον της έρευνας. Ο χρόνος εκτός από το να μας κάνει να ξεχνάμε, μας βοηθά να αποστασιοποιούμαστε. Πράγματα που τα βλέπαμε τότε με ένα συναισθηματικό πρίσμα, στην όποια αποτίμηση της κατάστασης μπορούμε τώρα να τα δούμε πιο καθαρά, με ευρύτερο πεδίο. Όσο δεν χρησιμοποιείται η έρευνα ως βάση άρνησης της βασικής δομής, είναι προφανώς χρήσιμη και καλοδεχούμενη.

Όμως, οι αρνητές δεν λένε αυτό. Το «δεν υπήρχαν νεκροί στο πολυτεχνείο» δεν έχει να κάνει με την γεωγραφική απόσταση των νεκρών από το κέντρο των εξελίξεων της υπόθεσης πολυτεχνείο, αλλά με την άρνησης μίας συγκεκριμένης αποτρόπαιης διαδικασίας: «Η χούντα είχε καλύτερη οικονομία από ότι τώρα, έφτιαξε δρόμους, κοιμόμασταν με τα παράθυρα ανοικτά, δεν βασανίστηκε κανείς». Μικρές επιθέσεις στο συνολικό αφήγημα της ιστορίας, για να καταλήξουμε σε μία μεγάλη που οι ακροδεξιοί την λένε ανοικτά, οι υπόλοιποι την εξάγουν ως συμπέρασμα:

«Α, ρε, Παπαδόπουλος που μας χρειάζεται»

Φυσικά, όπως είναι απολύτως λογικό, οι «μια χούντα χρειαζόμαστε» δεν μιλούν για μία χούντα αριστερή πχ. Αυτή είναι αποτρόπαιη, εκτός κάθε λογικής. Η «Χούντα που χρειαζόμαστε» πρέπει να είναι η δική μας Χούντα, αυτή που πιστεύει αυτά που θέλουμε εμείς, αυτή που δεν θα πειράξει εμάς, εκείνη που θα κάνει εμάς να νιώθουμε πιο ισχυροί:

Δεν είναι περίεργο που κατ’ εμέ οι άνθρωποι που την επιθυμούν, είναι και οι άνθρωποι που εκδηλώνουν αντίστοιχες τάσεις ρατσισμού, φυλετισμού, διαχωρισμού: «Εμείς οι καλοί, οι άλλοι οι κακοί, και πρέπει εμείς να είμαστε πιο ισχυροί από τους άλλους, αλλιώς θα μας φάνε». Όσοι είναι διαφορετικής φυλής, θρησκείας, πατρίδας, σεξουαλικού προσανατολισμού, ακόμα και οικονομικών δυνατοτήτων ή κομματικών πεποιθήσεων – είναι «οι άλλοι», οι κακοί. «Εμείς» είμαστε συνήθως οι καλοί. Όσο πιο δικαιολογημένη είναι η εξόντωσή τους – ακόμα και η φυσική – τόσο πιο ακραία νοείται αυτή η θέση.

~

Όλα αυτά είναι προφανή, δεν παραθέτω μία πρωτάκουστη αλήθεια. Περισσότερο θέλω να τονίσω την ανάγκη να μην ξεχνάμε, και κυρίως να μην θεωρούμε καθόλου δεδομένη την καθολική αποδοχή ως ιστορική αλήθεια τέτοιων γεγονότων. Αφορμή εν μέρει γι’ αυτό το σκεπτικό, στάθηκε το φαινομενικά άσχετο άρθρο του Ιάκωβου-Αντώνιου Αρμάου για το news247.gr την ελληνική έκδοση της Huffington Post.

Σ’ αυτό, ο αρθρογράφος καταδικάζει μεν απερίφραστα την επίθεση στον Θανάση Αντετοκούνμπο από τον Τσουκαλά, αλλά, ο επιφανής Γιάννης θα έπρεπε να μην αντιδράσει καθώς η ζημιά είναι δυσανάλογη της βαρύτητας της πράξης του ή ακόμα και της βαρύτητας της θέσης του ίδιου του παρουσιαστή.

Θα έπρεπε να είναι πιο ώριμος ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, να αντιληφθεί το κακό που προκαλείται στην χώρα όταν ένας τόσο προβεβλημένος νέος στοχεύει στα χειρότερα αντανακλαστικά μας.

Το πρόβλημα σ’ αυτήν την δήλωση (πέραν του προφανούς) είναι πως ο αρθρογράφος θεωρεί ότι ο Τσουκαλάς είναι μειοψηφία. Θεωρώ πως το αντίθετο συμβαίνει. Το ζήτημα (που μπορώ εν μέρει να αποδεχθώ τον προβληματισμό του) είναι αν όντως η στόχευση στον παρουσιαστή θα προκαλέσει μεγαλύτερη τελικά ή μικρότερη ζημιά. Φοβάμαι πως δεν έχω εύκολη απάντηση, αλλά το σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να είναι αποδεκτή απάντηση το «μην μιλάς».

Η πιο προφανής απάντηση για μένα θα ήταν πως, αν είχαμε μιλήσει ΕΜΕΙΣ, εσωτερικά, δεν θα χρειαζόταν ο Γιάννης να υπερασπιστεί δημόσια τον αδελφό του. Όχι «μην μιλάς» λοιπόν, αλλά «θα το φροντίσουμε εμείς»:

Αν δεν υπήρχαν μερικοί εμπνευσμένοι δημοσιογράφοι σε εκείνες τις δύσκολες στιγμές, η συνέντευξη του πατέρα του Κομνηνού και της μητέρας του Μυρογιάννη που είδα εχθές το βράδυ στην αξιοπρεπέστατη ΕΡΤ, δεν θα υπήρχαν. Η ζωές τους δεν θα είχαν καταγραφεί καν. Ο πόνος τους, τα ψέματα ή οι αθλιότητες που τους εκστόμισαν, δεν θα είχαν θέση σε μία ιστορική πραγματικότητα. Θα πέθαιναν σιωπηλοί, και έτσι η απάντηση του αστυνομικού «αχ, αυτά τα παιδιά, δεν ακούνε» στον πατέρα του Κομνηνού που μόλις έχει δει το νεκρό παιδί του, δεν θα είχε αποτυπωθεί στην μνήμη κανενός.

~

Αυτό, είναι όπως είπα, το προφανές. Υπάρχει, βέβαια, και το λογικό:

Προσωπικά δυσκολεύομαι να κατανοήσω πως κάποιος μπορεί να υποστηρίζει ότι είναι καλύτερο να έχεις τουλάχιστον 24 νεκρούς έξω και όχι μέσα στο Πολυτεχνείο.

Από την πρώτη στιγμή που είχα ωριμάσει αρκετά για να αντιμετωπίσω λογικά αυτήν την δήλωση, θεωρούσα ότι -ειδικά όταν έμαθα ότι ο (τότε ένθερμος χουντικός) οδηγός του τανκ δήλωσε ότι σταμάτησε λίγο πριν την πύλη για να δώσει χρόνο σ’ αυτούς που ήταν πίσω να φύγουν και να μην τους πατήσει- θα ήταν σαφώς πιο πιθανό να είχε νεκρούς μέσα, κατά την διάρκεια της επίθεσης, παρά να τους σκοτώνουν έξω – που σημαίνει εκτός από πρόδηλη εκδικητικότητα και μεγαλύτερες πιθανότητες να σκοτώσουν απλούς περαστικούς.

Στα δικά μου αυτιά πάντα η δήλωση «Δεν είχε νεκρούς ΣΤΟ πολυτεχνείο» αντίθετα από την αποτίμηση που επεδίωκε καταδίκαζε τελικά ακόμα περισσότερο την Χούντα, παρά την αθώωνε.

Τόσο καιρό νόμιζα ότι είναι λογικό, και ότι αυτό καταλάβαιναν όλοι. Αλλά, σκεφτόμενος πως το ότι πιστεύουμε ότι όλοι αντιλαμβάνονται το ίδιο τα πράγματα είναι μάλλον μία αφελής σκέψη, σκέφτηκα να γράψω ολόκληρο άρθρο, για να μοιραστώ τελικά αυτό το για μένα λογικό μαζί σας…

Έχω σβήσει πενήντα φορές αυτό το άρθρο, και έχω ξαναξεκινήσει από την αρχή – ο μεγαλύτερος φόβος μου πάντα παραμένει όχι να θυμώσει κάποιος γι’ αυτά που πιστεύω, , αλλά να θυμώσει νομίζοντας ότι λέω άλλα από όσα θέλω να πω – και αυτή η περίπτωση είναι πολύ εύκολο να παρεξηγηθεί. Θα είμαι όσο πιο προσεκτικός μπορώ, λοιπόν.

Πριν λίγες ημέρες, το ΑΤ Ομονοίας δέχθηκε επίθεση. Αυτό, ήταν κάτι που πυροδότησε διάφορες αντιδράσεις – από την ευκαιριακή επίθεση στην κυβέρνηση από την αντιπολίτευση, μέχρι την αντίδραση πολιτών γι’ αυτό που ονόμασε η αστυνομία «τραυματισμούς» και την αντίστοιχη σιωπή για τα πεπραγμένα του αμαρτωλού τμήματος.

Όπως έχω πει όσες περισσότερες φορές μπορώ, είμαι εναντίον κάθε πράξης βίας – είτε έρχεται από την νόμιμη πλευρά, είτε έρχεται από την παρανομία του αντιεξουσιαστικού χώρου. Προφανώς, ως πολίτης είμαι υπεύθυνος για τον πρώτο κομμάτι – η «νόμιμη» βία ασκείται για το δικό μου «καλό» με την δική μου αποδοχή και εξουσιοδότηση. Εγώ είμαι το αφεντικό της.

Οπότε, για τις πράξεις του ΑΤ Ομονοίας, που βγήκαν στην επιφάνεια μετά το χτύπημα, εγώ είμαι υπεύθυνος – ως πολίτης.

Τι κάνουμε όμως μετά;

Αυτό είναι ένα πρόβλημα, και μάλιστα σοβαρό. Αν δικαιολογήσω το χτύπημα με βάση τις πράξεις του ΑΤ Ομονοίας, παραδέχομαι ότι δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα γι’ αυτές. Αποποιούμαι τον ρόλο μου, της ευθύνης μου. Δεν έχω αποδώσει δικαιοσύνη, δεν έχω πιέσει για την δημοσίευσή τους, για την κριτική τους. Αν πω «ναι, αλλά για τον Ζακ δεν λέτε τίποτα» θα μπω σε μία λίστα ανθρώπων που με βάση ένα άθλιο παρελθόν, επιδοκιμάζω ένα εξίσου άθλιο παρόν, και φυτεύω τους σπόρους για ένα σαφώς αθλιότερο μέλλον. Θα κάνω τον Ζακ εργαλείο, για να δικαιολογήσω μία ενέργεια, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος άλλος θα κάνει εργαλείο την Μυρτώ, ή την Μαρφίν, για να δικαιολογήσει μία άλλη ενέργεια, που του ταιριάζει περισσότερο.

Τι θα πετύχω όμως;

Ασφαλώς, η υπόθεση Ζακ (και δεν είναι μόνο αυτή, με αφορμή αυτήν την ενέργεια έχω μάθει άλλες 2-3 που αγνοούσα, όλες πρόσφατες) είναι σημαντική, ασφαλώς η σιωπή της εξουσίας στις παραλήψεις, τα λάθη και τις απαράδεκτες ενέργειες των εκπροσώπων της είναι εξωφρενική – αλλά, και αυτό είναι εξίσου σημαντικό, πως θα τολμήσω εγώ (εγώ, που φέρω την ευθύνη) να μιλήσω για εκδίκηση;

Ποιον εκδικούμαι;

Η εκδίκηση είναι ένα μυστήριο πιάτο. Ο καλύτερος εκφραστής της των τελευταίων χρόνων ήταν η 17 Νοέμβρη, μία ομάδα δολοφόνων που έκρινε, αποφάσιζε και δολοφονούσε όσους πίστευε ότι το άξιζαν. Από τον βασανιστή της Χούντας Μάλλιο, μέχρι τον Μπακογιάννη και τον Βρανόπουλο (δεν βάζω τον Αξαρλιάν μέσα, και θα εξηγήσω κατόπιν γιατί) οι στόχοι της 17 Νοέμβρη στοχοποιούντο και δολοφονούντο με απόφασή της, χωρίς να ακολουθεί τίποτα άλλο, παρά μόνο ένα χαρτί με μία εξήγηση.

Είναι κοινώς αποδεκτό ότι η οργάνωση είχε τύχει ευρείας αποδοχής. Είτε με στόχους σαν τον Μάλλιο που είχε γλυτώσει την φυλακή παρά το αποτρόπαιο έργο του, είτε με στόχους αμερικανούς και βρετανούς (που «προφανώς ήταν κατάσκοποι») η γενική αντίδραση ήταν «να αγιάσει το χέρι τους» και «ε, ρε 17 Νοέμβρη που σας χρειάζεται».

Η εκδίκηση του πολίτη στην εξουσία που δεν τον υπολόγιζε.

Ασφαλώς, για λόγους αρχής, ενοχλούμαι να πιστεύει κανείς ότι η 17 Νοέμβρη λειτουργούσε και εξ ονόματί μου. Είτε ο Μάλλιος, είτε ο Μπακογιάννης (που ειλικρινά δεν κατάλαβα ποτέ γιατί δολοφονήθηκε) ήταν στα μάτια μου ανέκαθεν το ίδιο αθώοι. Η απόφαση για την ποινή τους θα έπρεπε να έρθει μέσω της δικαιοσύνης, και αν και όπου αυτή απέτυχε, ήταν δική μου ευθύνη και όχι κάποιου θολού ευρύτερου συστήματος που θα εκδικηθώ με δανεικές σφαίρες από μία ομάδα εκδικητών με κουμπούρια.

Εγώ ήμουν ο εχθρός.

Αυτό είναι εξαιρετικά δύσκολο να το συλλάβει κανείς. Ο φίλος με τον οποίο μιλάω και πιστεύει ότι καλά τους κάνανε στο ΑΤ Ομονοίας γιατί ξέρει τα πεπραγμένα τους νιώθει σαφώς εγγύτερα με τους αντιεξουσιαστές, παρά με τους πολιτικούς προϊσταμένους ενός αιματοβαμμένου αστυνομικού τμήματος. Η ευθύνη σταματά κάπου – στον αστυνομικό που πατούσε το κεφάλι του Ζακ; στον διοικητή του που δεν αντέδρασε; στην εξουσία που δεν τον παρέπεμψε; στην πολιτική προϊστάμενό του που δεν αναζητά ευθύνες; Πάντως σίγουρα όχι στον ίδιο: ούτε ενέκρινε τέτοιες πράξεις, ούτε επέτρεψε τέτοιες πράξεις, ούτε δικαιολόγησε ποτέ τέτοιες πράξεις.

Και έτσι, η εκδίκηση είναι αποδεκτή.

Ταυτόχρονα, οι αστυνομικοί βγάζουν πανό «η αστυνομία είναι στο στόχαστρο», οι υπόλοιπες πράξεις τους παίρνουν κι άλλη αναβολή, οι Φαήλοι βρίσκουν κοινό για να γιουχάρουν εντός έδρας, η αντιπολίτευση βρίσκει πάτημα να αντιδράσει έχοντας άλλα πράγματα στο μυαλό της, οι ψαγμένοι βρίσκουν αφορμή να λειτουργήσει το ιδιώνυμο, και ο επόμενος αστυνομικός θα ακουμπήσει πιο εύκολα το περίστροφό του στην επόμενη επίθεση σε τμήμα, ή στην επόμενη αντιπαράθεση στον δρόμο με αντιεξουσιαστές. Γιατί φοβάται; Γιατί μισεί; Πάντως έτσι θα γίνει.

Και τι κέρδισα εγώ;

Εγώ, που δεν αποζητώ εκδίκηση αλλά δικαιοσύνη, μόνο έχασα από όλο αυτό. Δεν μπορώ να πανηγυρίσω ένα χτύπημα που θα μπορούσε να έχει και θύματα, εκατέρωθεν, δεν βρίσκω καμία απολύτως ικανοποίηση από μερικούς φοβισμένους μπάτσους, ούτε αισθάνομαι στο ελάχιστο ότι ο Ζακ δικαιώθηκε, ότι την επόμενη έστω φορά οι αστυνομικοί θα έχουν μία ελαχίστως τυπική ΕΔΕ για το επόμενο παράπτωμά τους.

Θέλω πολύ προσεκτικά να ξεκαθαρίσω ότι η σκέψη μου δεν αφορά ούτε τους αντιεξουσιαστές, ούτε την 17 Νοέμβρη, ούτε κανέναν που δρα εκτός νόμου. Δεν ασκώ κριτική στις πράξεις τους, γιατί αυτές απευθύνονται σε μένα. Εγώ είμαι ο στόχος. Και δεν το λέω με την θυματοποίηση που έχουμε συνηθίσει, μα με την πλήρη ανάληψη ευθύνης, γιατί όντως κάποιοι έχουν αδικηθεί εξ ονόματί μου, εκ της ανοχής και του βολέματός μου. Όπως πιθανόν έχει καταστεί σαφές τόσα χρόνια αρθρογραφίας μου, ο στόχος πάντα είναι να ξεκαθαρίζω τις δικές μου ευθύνες – να γίνομαι εγώ καλύτερος.

Ως στόχος, οφείλω πρωτίστως να ντραπώ αν ένα αστυνομικό τμήμα δεν τιμωρείται για τα όποια λάθη του, πριν θυμώσω βολικά που του επιτέθηκαν ή πανηγυρίσω που εκδικήθηκα εξίσου βολικά την κακοδιαχείρισή τους.

Αυτό, η ντροπή, η αντίληψη και η ανάληψη της ευθύνης που μου αναλογεί, είναι όντως ένα συναίσθημα που μπορεί να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο. Το συναίσθημα του φόβου, του μίσους ή της εκδίκησης, δεν είναι.

Υ.Γ.: Ο Αξαρλιάν δεν ήταν ποτέ «στόχος», αλλά «παράπλευρη απώλεια» και ως εκ τούτου είναι θεωρώ τρομερά άδικο να συμπεριλαμβάνεται ως οντότητα στην όποια διαδικασία εκδίκησης ή τιμωρίας.

Να μην αφήσουμε να ξεχαστούν για πάντα μέσα στα σκουπίδια και τη φρίκη τιτλοφορείται το άρθρο της Τζένης Τσιροπούλου για λογαριασμό του ThePressProject.

παραθέτω αποσπάσματα (όλο το άρθρο στο ThePressProject) – οι όποιες επισημάνσεις δικές μου:

Τραγικές και απάνθρωπες συνθήκες μονάχα επιβίωσης στη Μόρια, μέσα κι έξω από το επίσημο στρατόπεδο. Κάθε φορά που έρχομαι λέω δεν πάει χειρότερα και την επόμενη φορά είναι όλο και χειρότερα. Και ήμουν στη Μόρια από το καλοκαίρι του 2015. Μέσα λοιπόν στο επίσημο καμπ της ΕΕ, το οποίο έχει χωρητικότητα 3.000 ατόμων αλλά ζουν γύρω στα 7.500 άτομα -με το ένα τρίτο να είναι παιδιά- δύο και τρεις οικογένειες στοιβάζονται μαζί μέσα σε ένα κοντέινερ. Ο ιδιωτικός χώρος της καθεμιάς οριοθετείται με μία κουβέρτα-παραβάν. Οι άνθρωποι υποχρεώνονται κάθε μέρα να στέκονται δύο με τρεις ώρες στην ουρά για να πάρουν πρωινό, το οποίο ίσα-ίσα προλαβαίνεις να το φας και πας να ξαναστηθείς στην ουρά για το μεσημεριανό και μόλις φας την τελευταία μπουκιά πας να ξαναστηθείς στην ουρά για άλλες δυο-τρεις ώρες για να περιμένεις το βραδινό. Η αναμονή γίνεται σε έναν χώρο που μοιάζει με κλουβί και το φαγητό τις περισσότερες φορές είναι χάλια, μου λένε όλοι ανεξαιρέτως οι πρόσφυγες με τους οποίους συνομιλώ. Εφόσον το καμπ έχει γίνει άβατο για τους δημοσιογράφους και τους φωτορεπόρτερ, ανεβαίνω στον λόφο δίπλα στη Μόρια και βλέπω με τα ίδια μου τα μάτια την ατέλειωτη ανθρώπινη ουρά. […]

[…] «Οι ουρές χωρίζονται σε τρεις: μία για οικογένειες, μία για single men και μία για γυναίκες. Πάντα γίνονται τσακωμοί.»

Εν τω μεταξύ, οι πρόσφυγες καταγγέλλουν ότι συχνά μένουν νηστικοί γιατί οι μερίδες τελειώνουν χωρίς να έχουν παραλάβει όλοι τη σακούλα με τα πλαστικά τάπερ.

Μια κοπέλα από το Αφγανιστάν μού δείχνει ένα βίντεο στο κινητό της:

Μια γιαγιά βαστιέται σε μια μαγκούρα. Το φαγητό έχει τελειώσει και η ίδια δεν έχει προλάβει να πάρει. Ένας Έλληνας αστυνομικός τής φωνάζει «Σκατόγρια! Σκατόγρια! Άι στο διάολο! Θα στο βάλω στον κώλο [το μπαστούνι].» Ο αστυνομικός τής τραβάει το μπαστούνι από το χέρι και της το πετάει μακριά. Το βίντεο αναμένεται να προβληθεί μέσα στις επόμενες βδομάδες σε τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ της ιταλικής τηλεόρασης για τη Μόρια.

Ένας πατέρας από το Αφγανιστάν με τρία μικρά παιδάκια, δεν ξέρει κάθε φορά τι να κάνει: να στηθεί στην ουρά αφήνοντας τρία πιτσιρίκια ολομόναχα ή να μείνει μαζί τους αλλά να μείνουν όλοι νηστικοί; Όσο μας μιλάει για τη ζωή του εδώ, αρχίζει να κλαίει. […]

[…] Τρία χρόνια και ένα μεγάλο εννιαψήφιο χρηματικό ποσό μετά – 800 εκατομμύρια και έπονται άλλα τόσα, ποσό που καθιστά την Ελλάδα την πιο κοστοβόρα ανθρωπιστική ανταπόκριση στην ιστορία – και δεν έχουν λυθεί ούτε τα πιο στοιχειώδη: τροφή και στέγαση. […]

[…] Ουρές δεκάδων ανθρώπων για την τουαλέτα, ενώ μικροί και μεγάλοι κάνουν μπάνιο με κρύο νερό αφού δεν έχει ποτέ ζεστό κι ας κρυώνει ο καιρός, όπως μου λένε οι άνθρωποι που ζουν σε λίμπο μέσα στο ΚΥΤ της Μόριας. Ποιος από μας αλήθεια αντέχει να κάνει μπάνιο με κρύο νερό χειμωνιάτικα και μετά να τουρτουρίζει σε σκηνές καλοκαιρινού camping; […]

[…] Το αίτημά μας με το ιταλικό κανάλι (με το οποίο συνεργάζομαι για μερικές μέρες) για να μπούμε μέσα στο hotspot, το επίσημο καμπ δηλαδή, απορρίφθηκε από το υπουργείο. Ταυτόχρονα, η αστυνομία απαγορεύει στους πρόσφυγες να τραβάνε βίντεο με τα κινητά τους τηλέφωνα. Ένας πρόσφυγας μάς λέει ότι ένας Άραβας τραβούσε βίντεο και μόλις τον είδε ένας αστυνομικός, του πήρε το κινητό, το έσπασε με τη μπότα του και του είπε: «Να, ορίστε, δικό σου τώρα».

Μας λένε για βιασμούς, ναρκωτικά και πορνεία μέσα στο καμπ. Όλοι θέλουν να μας μιλήσουν για αυτό που υποφέρουν. “Πρόμπλεμ πρόμπλεμ” προφέρουν ασταμάτητα. Όταν τους ρωτάω πόσο καιρό είναι εδώ, η απάντησή τους έρχεται με ακρίβεια πόνου: δεν λένε απλώς δυο μήνες ή δυο χρόνια. Μου λένε ακριβώς πόσους μήνες, μέρες και ώρες ζουν στη Μόρια. Μωρά γεννιούνται στον καταυλισμό και αναρωτιέμαι πώς θα μεγαλώσουν και γιατί τους τσακίζουμε τις ψυχές, τι ανθρώπους φτιάχνουμε και τι άνθρωποι είμαστε;

Χτες γνωρίσαμε έναν έφηβο από τη Συρία. Μια φυσιογνωμία τόσο ευγενική και θλιμμένη μαζί, ένα αγόρι 16 χρονών με αξιοπρέπεια καθηλωτική. Ζει εδώ και ένα χρόνο μέσα στο καμπ της Μόριας. Το αριστερό του χέρι και μπράτσο ήταν γεμάτο μαχαιριές. Είναι το χέρι του που βλέπεις στην κεντρική εικόνα αυτού του κειμένου.

-Πώς τραυματίστηκες;

-Εγώ το έκανα μόνος μου. Γιατί 24 ώρες το 24ωρο δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω παρά να σκέφτομαι και να σκέφτομαι και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω για τη ζωή μου που θέλω τόσο πολύ να τη ζήσω. Το θέλω πολύ. Εδώ ζούμε σε μια μεγάλη φυλακή. Κάθε βράδυ βλέπω ότι τον ίδιο εφιάλτη: είμαι στη Συρία και κάποιος μου φωνάζει και με κυνηγάει. Ευτυχία για μένα είναι να γλιτώσω από τη Μόρια και να πάρω τηλέφωνο τη μαμά μου και να της πω ότι είμαι καλά.

Τις επόμενες μέρες παρατηρώ κι άλλους άντρες με τις ίδιες μαχαιριές στο ένα τους χέρι.

Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα προειδοποιούν ότι αυξάνονται οι απόπειρες αυτοκτονίας και οι αυτοτραυματισμοί ανήλικων προσφύγων.

Ακόμα και οι εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές ΜΚΟ ζητάνε να μεταφερθούν αλλού γιατί νιώθουν ότι και η δική τους ψυχική υγεία καταρρέει.

Οι άνθρωποι που εργάζονται στο πεδίο μιλούν για κακοδιαχείριση στο προσφυγικό ενώ πιστεύουν ότι η απαράδεκτη αυτή κατάσταση διαιωνίζεται εσκεμμένα ώστε να σταλεί το μήνυμα και να αποτραπούν νέες αφίξεις. Αυτό ακριβώς, όπως διέρρευσε, προτάθηκε πολύ πρόσφατα σε κλειστή συνάντηση Ελλήνων και Ευρωπαίων αξιωματούχων καθώς και εργαζομένων στην ανθρωπιστική βοήθεια: Χειροτερέψτε τα για να μην έρθουν κι άλλοι.

Όμως βάρκες φτάνουν σχεδόν καθημερινά, οι άνθρωποι έρχονται και υπάρχουν πάντα κι αυτοί που είναι ήδη εδώ. Δεν τα καταφέρνουν όλοι όμως. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές διαβάζω για τη βάρκα που αναποδογύρισε έξω από τη Σμύρνη. Η ελπίδα τους ήταν να φτάσουν στη Λέσβο. Αντ’ αυτού, στη λίστα του θανάτου προσθέσαμε ακόμα 9 νεκρούς ενώ 25 είναι αγνοούμενοι.[…]

Η φρίκη δεν έχει σταματημό, το άρθρο συμπληρώνεται με φωτογραφίες και video από την δημοσιογράφο, και επιπλέον συνεντεύξεις. Ξανά, το link εδώ.

Όπως έχω ξαναγράψει στο blog, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απουσία της κυβέρνησης, ούτε η ασφαλώς με διάθεση συγκάλυψης απόφαση για την απαγόρευση της δημοσιογραφίας να κάνει την δουλειά της – μα πρωτίστως η απουσία της δικαιοσύνης. Τέτοιες συνθήκες, με τραυματισμούς, θανάτους, βιασμούς και όλα τα άλλα ανήκουστα που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, θα έπρεπε να έχει ξεσηκώσει από κοινωνικούς λειτουργούς, μέχρι τον εισαγγελέα.

Απάντηση για κάθε ένα χωριστά από αυτά τα καταγεγραμμένα περιστατικά, θα έπρεπε να έχει δώσει ο/η διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης (και όχι μόνο αυτού), αλλά και όλοι οι πολιτικοί προϊστάμενοί του.

Πιστεύω ακράδαντα ότι όποιος ευθύνεται γι’ αυτές τις εικόνες, από τον υπάλληλο μέχρι τον διοικητή μέχρι τους αρμόδιους υπουργούς ακόμη και τον ίδιο τον Τσίπρα, πρέπει να λογοδοτήσουν άμεσα στην δικαιοσύνη. Πιστεύω όμως εξίσου ότι η σιωπή από τους φιλοκυβερνητικούς είναι εκκωφαντική – η φωνή τους θα ήταν η μόνη που θα μπορούσε, καταπώς δείχνουν τα πράγματα, να κάνει λίγο πιο ανθρώπινες τις συνθήκες – ακόμα και να χαρίσει μία αξιοπρεπή ελευθερία σ’ αυτούς τους αδικημένους ανθρώπους…

Δείτε τι συμβαίνει. Ξεχάστε ότι κυβερνούν οι άνθρωποι που προτιμάτε. Αντιδράστε.

Μόνο εσείς μπορείτε πια να σώσετε αυτούς τους ανθρώπους.

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη. Με μέση, αρχή, τέλος, με επιμύθιο, απ’ όλα – στην έκθεση θα έπαιρνε άριστα και μπράβο μου.

Αλλά φυσικά, δεν θα το ανεβάσω, γιατί του λείπει το πιο βασικό.

Δεν έχω γράψει την ουσία του πράγματος.

~

Η ιστορία είναι γεμάτη ανατροπές. Στην αρχή, ένας ληστής μπαίνει σε ένα μαγαζί με ένα μαχαίρι και σπάζοντας τις βιτρίνες τραυματίζεται και πεθαίνει. Κάποιοι συμπεραίνουν αυτόματα ότι είναι μετανάστης. Ύστερα, ο ληστής γίνεται πρεζάκι, που είναι διαλυμένος και πήγε για να εξασφαλίσει την δόση του. Μετά, το πρεζάκι δεν πεθαίνει απο τα γυαλιά της βιτρίνας – δολοφονείται από περαστικούς. Στην συνέχεια, βγαίνει το πρώτο βίντεο (χωρίς ήχο). Τότε δεν άντεξα να το δω. Μετά, μαθαίνουμε ότι το «πρεζάκι-ληστής» είναι γνωστός σε πολύ κόσμο (τον ακολουθούσα και γω), ο Ζακ, μία μορφή που είχε επηρεάσει με την στάση του μία ολόκληρη κοινότητα. Μαθαίνουμε ότι ο καταστηματάρχης «είχε πάει για τσιγάρα», το βίντεο γίνεται viral, ο ληστής είναι πια «πούστης οροθετικός». Ο κόσμος αναρωτιέται για το μαχαίρι, ο καταστηματάρχης συλλαμβάνεται. Κάποιοι παίρνουν την θέση του καταστηματάρχη, κάποιοι του Ζακ, κάποιοι μιλάνε για ανθρωπιά λιντσάρισμα, κάποιοι για αυτοπροστασία. Η υπόθεση αποκτά βαρύτητα, συζητείται. Ύστερα, αφήνεται να εννοηθεί (κυρίως από τον Βαλλιανάτο – μα όχι μόνο από αυτόν) πως ο Ζακ (γιατί το θύμα έχει πια όνομα) δεν μπήκε για να κλέψει μα για να σωθεί από πέσιμο που του έγινε λίγο πριν.

Προσέξατε τι έγραψα στην αρχή;

Έχω γράψει ένα πολύ ωραίο ποστ για τον Ζακ Κωστόπουλο και τον καταστηματάρχη .

Εκεί είναι το λάθος μου. Αισθάνομαι ότι εκεί είναι το λάθος όλων μας.

~

Ο καταστηματάρχης και ο Ζακ Κωστόπουλος είναι δύο αυθεντικοί ήρωες μίας τραγωδίας. Έπαιξαν έναν ρόλο σε μία σκηνή που την παρακολουθήσαμε όλοι, μάθαμε το θύμα, τον θύτη, οι ρόλοι άλλαξαν κατά το δοκούν, ανάλογα με την καρέκλα του θεατή. Ο πούστης, το πρεζάκι, ο οροθετικός, οι φασίστες που λιντσάρουν, ο τύπος με τα άσπρα μαλλιά που τον προστατεύει, οι ΕΚΑΒίτες που τον περιθάλπουν, τα ουρλιαχτά, οι αστυνομικοί που (δεν) παρεμβαίνουν, η μεταφορά στο νοσοκομείο με χειροπέδες, ο ένας στο χώμα, ο άλλος στην φυλακή.

Αδυνατώ, και μιλώ πολύ σοβαρά, να κουνήσω το δάκτυλο σε οποιονδήποτε εδώ. Δεν ξέρω καν τι έγινε, μπήκε μέσα; Ήταν άδειο; Πήγε να κλέψει; Είχε φύγει ο καταστηματάρχης; Ήθελε να τον σκοτώσει; Έγινε ότι έγινε γιατί όλοι κινήθηκαν σαν όχλος; Ήταν ο Ζακ οπλισμένος με μαχαίρι ή ήταν ο Ζακ αυτός που όλοι περιγράφουν, ένας ιδιαίτερα συναισθηματικός άνθρωπος που δεν θα πείραζε κανέναν; Ήταν όλο μία τεράστια παρεξήγηση; Τους τρόμαξε ο Ζακ με την συμπεριφορά του; Ήταν υπό επήρεια; Δεν ήταν και του συνέβαινε κάτι άλλο; Βρήκαν ευκαιρία να λιντσάρουν έναν πεσμένο, δεν υπάρχει αμφιβολία καμία, και είπαν ψέματα όσο δεν ήξεραν ότι υπήρχε το βίντεο, και είναι ένοχοι γι’ αυτό, ο,τι και να έγινε, αλλά όλη η υπόθεση συνολικά είναι τόσο ανατρεπτική κάθε λίγο και λιγάκι, που δεν μπορώ να καταλάβω καν τι έγινε.

Εκτός από δύο πράγματα:

Υπάρχει ένας νεκρός.

Και υπάρχουν πολλοί θύτες.

~

Πάντα πασχίζω να καταλάβω. Αυτό είναι το πρόβλημά μου, αυτή είναι μία από τις κατάρες που κουβαλάω. Θα αναρωτηθώ για τον δράστη, θα προσπαθήσω να καταλάβω πως σκεφτόταν, τι ένιωθε, θα προσπαθήσω να καταλάβω τι θα ένιωθα εγώ στην θέση του, πως θα αντιδρούσα εγώ, τι θα έκανα τελικά εγώ, πόσο ανθρώπινος θα ήμουν στην ίδια κατάσταση, στις ίδιες συνθήκες.

Μα σ’ αυτήν την περίπτωση, δεν έχω φτάσει εκεί. Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση σταμάτησα λίγο πριν: συνάντησα πολλούς δράστες, δεκάδες δράστες, ιδιαιτέρως σκληρούς, εξαιρετικά αιμοβόρους, στυγνούς, ανθρώπους που δικαιολόγησαν απόλυτα την πράξη, που είπαν «αν έμπαινε ένας μαχαιροβγάλτης στο δικό σου μαγαζί;» και «ένας πούστης λιγότερος» και «ξεβρώμισε ο τόπος με το καθίκι», τα κανάλια (μέχρι και ο Δήμαρχος(!) έπαιξαν με άνεση το «μαίνεται η παραβατικότητα και τα ναρκωτικά στο κέντρο της Αθήνας» και έκαναν και δημοψήφισμα «συμφωνείτε με την αντίδραση του καταστηματάρχη σ’ αυτόν που εισέβαλλε στο μαγαζί του με μαχαίρι;», και ο μέσος πολίτης βομβαρδίζεται με το «καλά του κάνανε».

«Καλά του κάνανε».

Μπορώ να αναρωτηθώ για όλους, για τον Ζακ, για τον καταστηματάρχη – μα αυτός που, στο σπίτι του, στην ασφάλειά του, έχοντας όλον τον χρόνο να σκεφτεί, έχοντας την κατάληξη μπροστά του, έχοντας όλη την εικόνα μπροστά του, αυτός που ξέρει ότι ο νεαρός θα πέσει, αιμόφυρτος, θα πεθάνει αν τον κλωτσήσουν, αυτός που θα γράψει αυτά τα πράγματα θα τα γράψει γιατί είναι χαραγμένα βαθιά στην ψυχή του.

Δεν είναι ένας. Δεν είναι καν όσοι ήταν πριν έναν χρόνο, ή πριν δύο χρόνια – ή, αν θέλεις, μιλάνε τώρα πολύ περισσότεροι, είναι πολλοί, ένας θα ήταν πολύς, δύο θα ήταν πολλοί – μα είναι στ’ αλήθεια πολλοί, υπερβολικά πολλοί, αφόρητα πολλοί.

Δεν συζητάω πια για το λιντσάρισμα που έγινε στην οδό Γλάδστωνος.

Συζητώ για κάτι απείρως μεγαλύτερο, για μία μόλυνση, έναν καρκίνο που εξαπλώνεται, που μολύνει ανθρώπους στην ψυχή τους, που μισούν, που φοβούνται, που δικαιώνουν μία δολοφονία – έναν θάνατο έστω, που για αυτούς το 33χρονο παιδί «καλά έπαθε» και πέθανε.

«Καλά του κάνανε».

Φυσικά, δεν σταματάει εδώ. Ο φρουρός τα άκουσε που δεν πυροβόλησε τους Ρουβίκωνες (πρόσφατα πολιτικοί σιγοντάριζαν τρελούς που σημάδευαν με ένα δάκτυλο την οθόνη αν θυμάστε), όποιος διαφωνεί με το Μακεδονικό θέλει κρέμασμα, οι λάθρο να πεθαίνουν στα σύνορα για παραδειγματισμό, οι μουσουλμάνοι είναι τζιχαντιστές και ας ψοφήσουν, οι πούστηδες μας έχουν κάνει όλους σαν τα μούτρα τους και θέλουν λοβοτομή να γίνουν καλά. Το μίσος ξεχειλίζει, δεν λέγεται σιγά και ύπουλα, λέγεται δυνατά, με θράσος, το «εγώ δεν είμαι φασίστας, αλλά», το «εγώ δεν είμαι ρατσιστής, αλλά» έχει γίνει «εγώ ΕΙΜΑΙ φασίστας», «εγώ ΕΙΜΑΙ ρατσιστής», οι μάσκες πέφτουν, πριν ακόμα στεγνώσει το αίμα φυτρώνεται κι άλλο, με ένα «καλά να πάθει».

«Καλά του κάνανε».

~

Άκου με λίγο.

Ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ο καταστηματάρχης ήταν σε άμυνα, ακόμα και αν πιστεύεις, ειλικρινά, ότι ένιωθε απειλή, ή ήθελε να προστατευτεί, ότι τρόμαξε, δεν θα πάω να σε πείσω αλλιώς, δεν ξέρω, ακόμα και αν πιστεύεις όλα αυτά ειλικρινά γιατί αυτό κατάλαβες από αυτήν την τραγωδία – ένα πράγμα μην πεις:

Πως «καλά του κάνανε».

Ας είναι αυτό το μόνο, το λίγο που ζητάω. Αυτή η υπόθεση να είναι μία τραγωδία, όχι μία πράξη δικαιοσύνης. Δεν σου ζητάω να καταδικάσεις τον καταστηματάρχη, δεν σου ζητάω να αθωώσεις τον Ζακ, σου ζητάω μόνο να βρεις στην καρδιά σου να στεναχωρηθείς για έναν νεκρό.

Όχι «κρίμα» – να στεναχωρηθείς πραγματικά. Γιατί εκεί έξω υπάρχουν άλλοι καταστηματάρχες, υπάρχουν φασίστες, υπάρχουν πρεζόνια, υπάρχουν οροθετικοί, υπάρχουν 33χρονοι ακτιβιστές, υπάρχουν ληστές με μαχαίρι, υπάρχουν κλέφτες, υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, υπάρχουν αδικημένοι, υπάρχουν άλλοι άνθρωποι, το ίδιο άνθρωποι, το ίδιο με τον καταστηματάρχη της ιστορίας μας, με τον Ζακ της ιστορίας μας, με εσένα και εμένα.

Και κανείς – σε παρακαλώ, σε ικετεύω, ας συμφωνήσουμε σ’ αυτό, σ’ αυτό μόνο – κανείς δεν αξίζει να πεθάνει.

Αν κάτι πήγε στραβά, ας το διορθώσουμε, αν μπορούμε ας βοηθήσουμε, αν είναι δυνατόν ας χτίσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας, μην αφήσουμε να ποτίζουν με χολή την ζωή μας, μην καθαρίσουμε με ένα «καλά του κάνανε», γιατί μπορούσαν να του κάνουν καλύτερα, αληθινά καλύτερα, αν ήταν πρεζόνι να γινόταν καλά, αν ήταν φασίστας ο καταστηματάρχης να φροντίσουμε καταλάβαινε το λάθος του, ας διορθώσουμε, ας φτιάξουμε ένα γαμημένο κάτι καλύτερα.

Σε ικετεύω. Μην φυτέψουμε άλλο μίσος.

Τίποτα δεν μπορεί να επιβιώσει τελικά σε τόσο μίσος, όχι μόνο αυτοί που τους αξίζει. Τίποτα.

Η χώρα μας έχει αποδεδειγμένα τρεις συγκεκριμένες φυσικές καταστροφές που την ταλανίζουν: Σεισμούς, πυρκαγιές και πλημμύρες. Πλην του σεισμού (που έχουμε αργήσει να δούμε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους επιστήμονες) από τις άλλες δύο, είχαμε νεκρούς φέτος – και όχι μόνο.

Και όχι λίγους.

Στις 12 Σεπτεμβρίου (εχθές, για την στιγμή που γράφω τούτο το ποστ) έγινε μία παρουσίαση μελέτης για τους λόγους που στην φωτιά στο Μάτι, είχαμε τόσους πολλούς νεκρούς (ήδη, την στιγμή που γράφω το κείμενο, έχουν φτάσει τους 99).

Αντιγράφω από το in.gr την ομάδα που συνέταξε την μελέτη:

Την μελέτη υπογράφουν ο κ. Κώστας Συνολάκης, καθηγητής Φυσικών Καταστροφών, Πολυτεχνείο Κρήτης Πρόεδρος, Τάξη Θετικών Επιστημών, Ακαδημία Αθηνών. Ο κ. Νίκος Καλλιγέρης, καθηγητή στο University of California, Los Angeles. Οι κ.κ. Βασίλης Σκαναβής και Κωστής Δουλιγέρης, καθηγητές στο University of Southern California. Η κυρία Ιφιγένεια Γιανουκάκου-Λεονστίνη από το Πολυτεχνείο Κρήτης και οι Haizhong Wang, Ali Mostafizi από το Oregon Staτe University, Tomoyuki Takabatake από το Waseda University, Japan.

Η μελέτη αυτή αποφαίνεται ότι θα μπορούσε να υπάρξει εκκένωση του χώρου εκεί, με τα πόδια ή με αυτοκίνητα, σε λιγότερο από μία ώρα.

Κοντά δύο ημέρες μετά, η είδηση φιλοξενείται σ’ αυτά που συνηθίζουμε να λέμε αντιπολιτευτικά site (skai.gr – Καθημερινή, Ναυτεμπορική, iefimerida, in.gr) αλλά ούτε μία κουβέντα δεν γίνεται στα φιλοκυβερνητικά site (avgi.gr, left.gr), ούτε πχ στο site της εφημερίδας Documento (μέχρι την στιγμή που έγραφα αυτό το ποστ).

Δεν υπάρχει πουθενά αυτό το πόρισμα εκεί, καμία αναφορά – σαν να μην έγινε ποτέ.

Γιατί; Επειδή το παρουσίασε η Νέα Δημοκρατία;

~

Άκου τι γίνεται: Εγώ δεν έχω ιδέα από φωτιές, από εκκενώσεις, από αυθαίρετα ή από τις συνθήκες που μπορεί να δημιούργησαν το πρόβλημα, ή να επιδείνωσαν την κατάσταση εκεί. Ξέρω ότι αυτοί που υπογράφουν την μελέτη, είναι επιστήμονες, όχι τυχαίοι. Αν έχουν λάθη στην προσέγγισή τους, οφείλουν να αντιμετωπιστούν επιστημονικά – και σίγουρα, όχι με σιωπή.

Αν μπορούσε να εκκενωθεί όντως ο χώρος, με ασφάλεια, και δεν έγινε, κάποιος ευθύνεται. Και αν κάποιος ευθύνεται, πρέπει να τεθεί απέναντι των ευθυνών του. Να απολογηθεί, μήπως η ευθύνη είναι ευρύτερη, δική μας. Και να τιμωρηθεί, στον βαθμό που πρέπει.

Έχει σημασία αν είναι Συριζαίος ή Νεοδημοκράτης; Έχει σημασία αν τον γουστάρουμε ή όχι; Έχει σημασία αν τα έχει κάνει όλα λάθος μέχρι τώρα, ή αν έχει κάνει χίλια σωστά και απέτυχε σ’ αυτό, και μόνο;

Ενενήντα εννιά άνθρωποι πέθαναν. Αν πέθαναν από ανθρώπινα λάθη, οφείλουμε πρωτίστως να τα διορθώσουμε, με ειλικρίνεια. Το να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας για κομματικούς λόγους, σαν να μην έγινε, δεν θα σώσει κανέναν αύριο.

Αυτό δεν θέλουμε – όλοι; Να γίνουμε καλύτεροι;

Συνηθίζω σε τούτο το blog όσο περισσότερο μπορώ να επικεντρώνω τις σκέψεις και την κριτική μου στην κυβέρνηση, καθώς η αντιπολίτευση δεν με κυβερνά, ούτε ορίζει την τύχη μου.

Αυτό, δεν σημαίνει ότι η αντιπολίτευση κάνει σωστά την δουλειά της – συνήθως το αντίθετο, απλώς αν ασχοληθώ μαζί της, στα λίγα ποστ που μπορώ να διαθέσω χρόνο και την ελάχιστη φαιά μου ουσία να γράψω, θα είναι εις βάρος μίας άλλης ανάρτησης, στην οποία μπορώ πιθανόν να φανώ χρησιμότερος σε έναν αναγνώστη, μοιραζόμενος την σκέψη μου για μία ενέργεια της κυβέρνησης (της εκάστοτε κυβέρνησης).

Σήμερα όμως, λέω να παρεκκλίνω λίγο της συνηθισμένης μου τακτικής, καθώς η ανάρτηση του αντιπροέδρου της ΝΔ Γεωργιάδη μου προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση:

Θυμίζω, ότι πρόκειται για τον αντιπρόεδρο της δεξιάς παράταξης, ενός κόμματος που θέλει να τοποθετείται στην φιλελεύθερη λογική της οικονομίας – άλλωστε και ο Γεωργιάδης αυτοπροσδιορίζεται ως «οικονομικά φιλελεύθερος» (και μόνο, καθώς σε όλους τους άλλους τομείς θα προσδιοριζόταν το λιγότερο ως συντηρητικός, αν όχι χειρότερα).

Τι δουλειά έχει όμως ένας φιλελεύθερος πολιτικός, και δη αντιπρόεδρος ενός κόμματος (που πιστεύω ότι θα φτάσει κοντά, αν όχι θα κερδίσει την εξουσία) να …διαφημίζει εν πολλοίς ένα ιδιωτικό κολέγιο;

Προσωπικά, διακρίνω μερικά προβλήματα:

Ένα εκ των οποίων είναι πως ο Γεωργιάδης είναι πολιτικός. Κάτω από ποιο πρίσμα αναρτά αυτό το κείμενο; Είναι διαφημιστικό; Είναι μία εξυπηρέτηση; Τι είδους εξυπηρέτηση επιλέγει (ακριβώς την ισχυρότερη στιγμή διαφημιστικά) για το κολλέγιο; Και ποια ανταλλάγματα θα δοθούν σε έναν (επιμένω, στο άμεσο μέλλον κυβερνητικό) ισχυρότατο, το δεύτερο τη τάξη στέλεχος;

Ένα δεύτερο έχει να κάνει με το κείμενο αυτό καθ’ εαυτό. Μου προκαλεί εξαιρετική εντύπωση η δήλωση ότι το κολέγιο «εξασφαλίζει εργασία σε κάθε απόφοιτό του». Ακόμα και αν είναι απλώς μία φιλική εξυπηρέτηση, αυτή η δήλωση δεν μπορεί να είναι αληθής – ένα κολέγιο με 100% εργαζόμενους αποφοίτους είναι οπωσδήποτε ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό στοιχείο. Για του λόγου το αληθές όμως, το ίδιο το BCA αναφέρεται σε 80% (κάτι που, αν δεν κάνω λάθος, επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε χρόνο, το 2015, το 2017 σταθερά στο 80%). Διαφημιστικά, τέτοιες υπερβολές μπορεί να λέγονται (αν και ακόμα και σ’ αυτό διαφωνώ έντονα) – αλλά από έναν αντιπρόεδρο (μελλοντικά πιθανόν κυβερνώντος κόμματος), νομίζω ότι είναι μία τουλάχιστον επικίνδυνη, και πάντως σίγουρα πιστεύω ψευδής δήλωση.

Ένα τρίτο, έχει να κάνει με τις παράλληλες εργασίες του αντιπροέδρου – μία εκ των οποίων, η Ελληνική Αγωγή (ένα «σχολείο» εκμάθησης αρχαίων ελληνικών) που, πριν από λίγο καιρό, ευχαρίστησε το BCA College για την εξυπηρέτησή του:

Προφανώς μία επιχείρηση μπορεί να βοηθάει μία άλλη. Και ένας πολιτικός μπορεί να έχει επιχειρήσεις (ή δεν μπορεί, δεν έχω καταλήξει ακόμα, κάθε σκέψη δεκτή). Όταν όμως υπάρχει απ’ ευθείας διαφήμιση πολιτικού σε μία επιχείρηση που βοήθησε την επιχείρησή του τότε αυτές οι «βοήθειες» οφείλουν να τίθενται σε ένα μικροσκόπιο για να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχουν ανήθικες συναλλαγές.

Ένα τέταρτο, και ίσως το ενοχλητικό για μένα σ’ αυτήν την ιστορία είναι πως η ελεύθερη αγορά της ιδιωτικής εκπαίδευσης δέχεται πλήγμα όταν ένα συγκεκριμένο, φίλα προσκείμενο κολέγιο αποκτά τέτοια διαφήμιση (ο Γεωργιάδης έχει ισχυρότατο account με 207.000 συνδρομητές αυτήν την στιγμή). Ακόμα δηλαδή και αν δεν υπάρχει ψέμα, ή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων, ακόμα και αν δεν πρόκειται για κάποιας μορφής επί πληρωμή ή και με καλή πρόθεση διαφήμιση, αν αφαιρέσεις κάθε δικαιολογημένη ή μη ενόχληση – μένει το καθαρά φιλελεύθερο του πράγματος: Είναι θεμιτό, μία επιχείρηση – για οποιονδήποτε λόγο – να αποκτά τέτοιο προβάδισμα έναντι των ανταγωνιστών της από έναν τόσο λαοπρόβλητο πολιτικό, αντιπρόεδρο της κύριας αντιπολίτευσης; Δεν είναι ευθεία παρέμβαση ειδικά μία τέτοια στιγμή, μία τέτοια διαφήμιση στην εύρυθμη και πρωτίστως «ελεύθερη» λειτουργία της οικονομίας;

~

Δεν θέλω να μπερδέψω κανέναν: Όσοι έχουν διαβάσει έστω και μία φορά το blog μου αντιλαμβάνονται ότι ο Γεωργιάδης προφανώς δεν υπήρξε, ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει πολιτική μου επιλογή. Ως εκ τούτου, οι σκέψεις μου πέφτουν στο κενό όσο αφορά την πολιτική κριτική του, καθώς δεν άλλαξαν ούτε πρόκειται να αλλάξουν ποτέ την θέση μου απέναντί του – τουναντίον. Οι ψηφοφόροι του είναι αρμόδιοι – όσο είναι αντιπολίτευση.

Ο φιλελευθερισμός από την άλλη, μου φαίνεται μία ενδιαφέρουσα θεωρία. Δεν λέω ότι στο οικονομικό σκέλος προτίθεμαι να την ακολουθήσω πιστά (αντιθέτως, στο κοινωνικό του σκέλος μου φαίνεται άξια προσοχής) – αλλά, τυγχάνει μίας κακής διαφήμισης από ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται φιλελεύθεροι (όπως πχ ο Τζήμερος) ενώ κάθε άλλο παρά αυτό είναι (τουλάχιστον, όπως είπα, κοινωνικά). Όταν σταματήσει να δέχεται εσωτερικά πλήγματα από κάκιστες αντίστοιχες αναφορές, θα έχει νόημα να τον συζητήσουμε σοβαρά – και να διαφωνήσουμε όπου χρειαστεί, ή ίσως να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

Αλλά για να γίνει αυτό, θα πρέπει πρώτα να αυτοπροστατευτεί, κάτι που μοιάζει όλο και περισσότερο απίθανο…

Υ.Γ.: Μερικές μέρες μετά την σύνταξη του άρθρου, διάβασα αυτό το πολύ ενδιαφέρον ποστ για τον φιλελευθερισμό: Εισαγωγή στην Φιλελεύθερη Κοινωνιολογία – Μανιφέστο». Αξίζει, πιστεύω, την ανάγνωση.

«Κοιτάξτε έχουμε παιδιά που κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Παιδιά 10 ετών που προσπαθούν να αυτοκτονήσουν.»

Κάποτε έλεγα από τούτο εδώ το blog, ότι η απομάκρυνση της δημοσιογραφικής έρευνας από την κυβέρνηση Σύριζα είναι το μεγαλύτερο πλήγμα για τους ανθρώπους που (συνήθως άδικα) κρατούνται φυλακισμένοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Το BBC έρχεται να με επιβεβαιώσει με τον χειρότερο δυνατόν τρόπο. Απίστευτες καταγγελίες, απάνθρωπη συμπεριφορά, οι χειρότερες δυνατόν ιστορίες από μία έρευνα που έγινε «στα κλεφτά», όπως-όπως, καθώς οι δημοσιογράφοι δεν έχουν πρόσβαση σ’ αυτά τα κελιά.

Εδώ το ρεπορτάζ του BBC από την Ελληνοφρένεια και απόδοση στα Ελληνικά από τον Χρήστο Αδαμίδη

Στο άρθρο θα βρείτε την ελληνική μετάφραση του ρεπορτάζ.

Όσο με αφορά, ξαναλέω τα ίδια: Γι’ αυτήν την κατάσταση, υπάρχουν υπεύθυνοι. Δεν τίθεται θέμα (πια) παραίτησεώς τους, τίθεται θέμα τιμωρίας, και μάλιστα παραδειγματικής για κάθε καταγγελία που ευσταθεί από αυτές τις λίγες, που διαφεύγουν του δημοσιογραφικά αποκομμένου στρατοπέδου συγνέκτρωσης ανθρώπων. Όσο ψηλά και αν χρειάζεται να φτάσει.

Ενώ ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, απαντάει γελώντας: «Τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για αυτό».

~

Υ.Γ. ένα: Ενδιαφέρον που (από ακροδεξιά κυρίως μέσα) γενικά οι διαμαρτυρίες για τις συνθήκες αποδίδονται σε «βάρβαρους λαθρομετανάστες». Φαίνεται πως α) το να τους έχεις κλεισμένους σαν ζώα δεν ρίχνει τον ρατσισμό στην Ελλάδα (γιατί αυτοί οι άνθρωποι εκεί μέσα κάποια στιγμή επαναστατούν και αυτό είναι λίπασμα για τον ρατσισμό), και β) είναι βάρβαρος αυτός που αντιδρά, αλλά όχι εσύ που επιλέγεις να τους κλείνεις μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες. Ενδιαφέρον.

Υ.Γ. δύο: και κάτι ακόμα, που θα έχει σημασία στο μέλλον: Αυτά τα στρατόπεδα έχουν, αν έχω αντιληφθεί σωστά – κατά παράβαση κάθε νομιμότητας (για λόγους …κατεπείγοντος) απ’ ευθείας συμβάσεις για όλα (διατροφή, συνθήκες διαβίωσης, προσωπικό).

Σας μοιάζει να παίρνουν αυτοί οι άνθρωποι (όχι μόνο εκεί, παντού) όσα πληρώνουμε να έχουν;

και αν όχι, ποιοι τα τρώνε με απευθείας συμβάσεις;

Στο μέλλον, αυτή η ερώτηση φοβάμαι ότι θα απαντηθεί με πολύ σκληρό τρόπο….

Υ.Γ. τρία: «We have not money for this. You know the economical condition of Greece». Τι έλεγα μερικά άρθρα πριν; Επιλογές.

Η ΕΡΤ αποφάσισε να αγοράσει το ποδοσφαιρικό προϊόν 7 ποδοσφαιρικών ομάδων, για δύο χρόνια, με συνολικό κόστος περίπου 52 εκατομμύρια ευρώ. Για τα δικαιώματα θα πληρώσει περίπου 45 εκατομμύρια, για τo τεχνικό μέρος της μετάδοσης περίπου 4 εκατομμύρια ευρώ, ενώ περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ, χοντρικά, πάνε ως «χορηγία στην Σούπερλιγκ». Για την μετάδοση δηλαδή των συνολικά 105 αγώνων τα επόμενα 2 χρόνια, θα της κοστίσει, κατ’ αναλογία, κάθε αγώνας 210 χιλιάδες περίπου ευρώ.

Ωραία; Όχι, καθόλου ωραία.

Βλέπω συνολικά 3 προβλήματα σ’ αυτό το παράλογο σκηνικό:

Πρώτον, το προϊόν. Τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ; Πχ, μία εκ των ομάδων αυτών, ο Παναθηναϊκός, έπρεπε να υποβιβαστεί καθώς είχε οφειλές προς παίκτες κλπ. Με την σύμφωνη γνώμη των ομάδων, την γλύτωσε με αφαίρεση βαθμών και μεταγραφικές περικοπές- κάτι που δεν συνέβη σε άλλες ομάδες τα προηγούμενα χρόνια. Μία άλλη ομάδα, αυτή που, δεν αγόρασε τα μεν δικαιώματά της η ΕΡΤ αλλά ανήκει στο ίδιο πρωτάθλημα στο οποίο επέλεξε να επενδύσει, ο πρόεδρός της κατέβηκε όταν ένιωσε ότι αδικείται οπλοφορώντας στο γήπεδο – και έμεινε επιδεικτικά ατιμώρητος. Στους αγώνες ντέρμπι, το ξύλο έπεφτε βροχή, και βγήκαν και ακόμα και μαχαίρια. Αγώνες δεν ολοκληρώνονται. Οι παίκτες μένουν απλήρωτοι. Η δικαιοσύνη κάνει έλεγχο για επηρεασμούς αποτελεσμάτων, έχοντας βάλει μέχρι και κοριούς σε παίκτες, προέδρους και διαιτητές – χωρίς ακόμα να έχει διαλευκανθεί το όλο σκηνικό.

Ξαναρωτάω λοιπόν, τι ακριβώς αγοράζει η ΕΡΤ;

Η γνώμη μου είναι ότι πετάει 52 εκατομμύρια ευρώ σε έναν βόθρο. Σε έναν ζοφερό, πηχτό, μολυσματικό λάκο με σκατά, μία τρύπα που το μόνο που κάνει είναι είτε να εκτρέφει στρατούς προέδρων, είτε να φροντίζει ώστε με χίλιους δύο τρόπους να εκμεταλλεύεται πηγές εσόδων όπως είναι το στοίχημα, νόμιμο ή παράνομο. Εκεί όπου κάθε νόμος υπάρχει για να καταπατείται, κατά το δοκούν των ισχυροτέρων. Και όχι μόνο αυτό…

Το προϊόν λοιπόν είναι χαλασμένο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Δεύτερον, η ανταπόδοση. Η ΕΡΤ θα ξοδέψει για κάθε παιχνίδι περίπου 210.000 ευρώ. Πολύ αμφιβάλλω αν ακόμα και το ένα δέκατο εξ αυτών θα επιστρέψουν με την μορφή διαφήμισης. Και; Θα με ρωτήσεις. Πρέπει να είναι κερδοφόρα η ΕΡΤ; Όχι, θα συμφωνήσουμε – δεν πρέπει να είναι κερδοφόρα, δεν είναι αυτό το πρωταρχικό της μέλημα. Δεν έχω καμία απαίτηση γι’ αυτό – δέχομαι να μην λειτουργεί με όρους αγοράς, εφόσον μπορεί να μας προσφέρει κάτι που να αξίζει. Μα ας το σκεφτούμε λίγο λογικά: Εκτός από την ποιότητα του προϊόντος που αγόρασε (είπαμε, ζέχνει) το κόστος είναι ασύμμετρο τελείως. Αναρωτιέμαι, πόσα θα έδινε ένα ιδιωτικό κανάλι (ναι, με βάση το κέρδος) για να αποκτήσει 2 χρόνια 7 ομάδων (Παναθηναϊκός, Άρης, Ατρόμητος, Παναιτωλικός, Απόλλωνας Σμύρνης, Ξάνθη και Λαμία) Σούπερλίγκ; ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να έδινε 52 ολόκληρα εκατομμύρια ευρώ. Ικανότεροι από εμένα μπορούν να το κοστολογήσουν όλο αυτό, αλλά αποκλείω να μην είναι τρελή χασούρα. Και τι κερδίζει; Τι κερδίζουμε εμείς από την επένδυσή της;

Στον αθλητισμό δεν επενδύει (είπαμε, βόθρος) – αντιθέτως, διαιωνίζει μία εντελώς τοξική κατάσταση αντί να την αφήσει να πεθάνει (έστω και με ενοχλητικό κρότο) όπως ακριβώς θεωρώ ότι της αξίζει, τρώγοντας τα σωθικά της – μπας και, μπας και, καταλάβει από τα λάθη της και επιτρέψει κάποια στιγμή αυτορρυθμισμένη και αξιοπρεπής.

Η ΕΡΤ όμως, αγοράζοντας δικαιώματα σ’ αυτόν το μολυσματικότατο προϊόν, στερεί τα χρήματα από άλλες τηλεοπτικές παραγωγές, που πιθανότατα θα είχαν σαφώς μεγαλύτερη αξία. Δεν λέω να τα δώσει στην όπερα γιατί ξέρωγω ποιότητα και πολιτισμός (που γιατί όχι δηλαδή, αλλά τέλος πάντων) αλλά οτιδήποτε άλλο θα ήταν καλύτερο. Ας έκανε τηλεοπτικά μαθήματα τεχνών. Ας έκανε μαθήματα για το Σύνταγμα. Ας μάθαινε τον κόσμο Ελληνικά. Ας τον μάθαινε ξένα. Ας τον μάθαινε υδραυλικά. Οτιδήποτε! Κοίτα, και λευκή οθόνη να δείχνει επι 90′ – αφαλώς πιο χρήσιμο και παραγωγικό θα είναι.

Χαλασμένο το προϊόν, και με καμία θρεπτική αξία (αντιθέτως) η κατανάλωσή του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τρίτον, τα χρήματα. Εδώ, θα πάρουμε μία βαθιά, βαθιά ανάσα.

Πενηνταδύο εκατομμύρια ευρώ, είναι χρήματα που δεν πρέπει να ξοδεύει κανείς σ’ αυτό το προϊόν ούτε όταν ως χώρα της χαρίζουνε όλα τα χρέη, και τις δίνουν και απο πάνω και εκατό δις να χει να πορεύεται.

Πολλώ δε μάλλον τώρα, που οι φόροι στο πετρέλαιο θέρμανσης κάνει τον κόσμο να μην αγοράζει και να κρυώνει (ή να μπαίνει μέσα με ηλεκτρικό, ή να πεθαίνει με μαγγάλια), πολλώ δε μάλλον τώρα που το κατώτατο όριο στο αφορολόγητο έκανε τον κόσμο να πληρώσει σε απίστευτες ποσότητες στις τελευταίες δηλώσεις, έχει-δεν έχει, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι επιχειρήσεις καλούνται να προκαταβάλουν φόρους, να πληρώσουν περίπου τα μισά από όσα παίρνουν στο κράτος (ΦΠΑ συν φορολογία) και να τίθεται καθημερινά ο οικονομικός ιστός σε απίστευτες δοκιμασίες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι συνταξιούχοι ζουν με τρομέρες μειώσεις (και την ελπίδα της πάλαι ποτέ 13ης-14ης σύνταξης που κάλυπτε κενά), πολλώ δε μάλλον τώρα που οι (αδίκως) φυλακισμένοι πρόσφυγες και μετανάστες το καλοκαίρι ψήνονται στα κοντέινερ και τον χειμώνα τουρτουρίζουν στα χιόνια (και πεθαίνουν επειδή άναψαν ένα γκαζάκι), και τρέφονται με χαλασμένα φαγητά και ακατάλληλα νερά σε υπερπληθείς φυλακές, πολλώ δε μάλλον τώρα που τα καλύτερα μυαλά μας μεταναστεύουν σε άλλες χώρες, πολλώ δε μάλλον τώρα που οι νέοι άνθρωποι κοιτάνε καθημερινά χωρίς καμία τύχη τις ελάχιστες ανοικτές θέσεις εργασίας, και, και, και.

Πολλώ δε μάλλον τώρα λοιπόν, δεν πετάς πενηνταδύο γαμημένα εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, άσκοπα.

Γιατί αν το κάνεις, δηλώνεις ότι ΕΧΕΙΣ λεφτά. Ως κράτος, ΕΧΕΙΣ λεφτά. Πενηνταδύο; Πενηνταδύο. Όσα χρειάζονται ίσως μερικές ΜΕΘ, ίσως κάποιοι για να ξεκινήσουν μία επιχείρηση, ίσως ένας παππούς ή μία γιαγιά για να μην ζήσει με 300 ευρώ τον μήνα. ΕΧΕΙΣ λεφτά. Απλώς, ΕΠΕΛΕΞΕΣ να τα πετάξεις σε έναν βούρκο. Κανένας δεν σε ανάγκασε, κανένας δεν σου βαλε το μαχαίρι στον λαιμό, κανείς δεν σε πίεσε – απλώς, όρισες μία ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ.

Και εδώ έρχεται η κατακλείδα αυτής της σκέψης:

Όταν κάνεις προτεραιότητά σου να πετάξεις πενήντα δύο εκατομμύρια ευρώ σε έναν βούρκο, κάθε αδικημένος μετράει διπλά. Μία γιατί τον αδίκησες, μία γιατί επέλεξες να τον αδικήσεις για να δείξεις μπάλα.

Σαν τα παιχνίδια εκτός έδρας δηλαδή, σε διπλούς αγώνες.

Το μόνο πρόβλημα, είναι ότι χάνουμε πάντα εμείς, οι θεατές.

11/10/2018: Μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα για τις τιμές και την λογική της χορηγίας αυτής, έχει σήμερα το insidestory σε μία από τις ανοικτές του σελίδες…

Χωρίς να εμπλέξω καθόλου την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τις όποιες ευθύνες έχει ο καθένας γι’ αυτό, ή την πολιτική που (αναπόφευκτα, είτε το θέλουμε είτε όχι) θα προκύψει από κάτι τέτοιο, τούτες τις ημέρες που τα πράγματα ήταν δύσκολα, δοκιμάστηκε ποικιλοτρόπως και η δημοσιογραφία.

Αν και υπήρχαν πολλά δείγματα ένθεν κακείθεν κακής δημοσιογραφίας, θα ήθελα να εστιάσω σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που εκθέτει όλο τον δημοσιογραφικό χώρο, και όχι μόνο τους εμπλεκόμενους.

Άρθρο του iefimerida.gr, σήμερα 01 Αυγούστου του 2018 ανεβασμένο στις 17:51.

Τίτλος:

Φάμελλος: «Η ευθύνη της τραγωδίας ανήκει σε όσους έχτισαν τα αυθαίρετα»

Τα εισαγωγικά στον τίτλο, από το ενημερωτικό site.

Ο τίτλος της ανάρτησης, απολύτως φυσιολογικά, συγκεντρώνει πολύ θυμωμένες αντιδράσεις. Αν μη τι άλλο, ο,τι είναι σε εισαγωγικά, αποδίδεται επί λέξη στον αναπληρωτή υπουργό, και είναι εξαιρετικά ειδεχθές, ειδικά σε τέτοια στιγμή (έχω εκφράσει σε προηγούμενο άρθρο μου την αντίδρασή μου στην θέση αυτή, για συγκεκριμένους λόγους).

Και όταν λέω πολύ θυμωμένες, εννοώ πολύ θυμωμένες. Και στο άρθρο τα σχόλια, και στα social media όπου και αν αυτό αναπαρήχθει.

…δεν είναι όμως ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Μία χρήστης, η @annzabel, κάνει κάτι που (δεν θα έπρεπε να) είναι αυτονόητο: προβληματίζεται με την ανάρτηση. Είναι δυνατόν να είπε τέτοιο εξωφρενικό πράγμα ο αναπληρωτής υπουργός; Διαβάζει το κείμενο (δεν μένει στον τίτλο, δηλαδή) και δεν βλέπει να γίνεται αναφορά σ’ αυτό που περιγράφεται στον τίτλο (πλην του εισαγωγικού σχολίου, και αντιγράφω επί λέξη: «Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες που θρηνούν νεκρούς από την φονική πυρκαγιά στο Μάτι, εμφανίστηκε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος Σωκράτης Φάμελλος.»)

«Προκλητικός και αμετανόητος απέναντι στις οικογένειες ο αναπληρωτής υπουργός», αλλά καμία αναφορά επ’ αυτού στο υπόλοιπο κείμενο.

Αναζητά λοιπόν την αρχική τοποθέτηση του Φαμελλου, και την βρίσκει -ευτυχώς- αυτούσια, αναρτημένη από τον ίδιο στο youtube.

Περιγράφει λοιπόν:

Όλη η ομιλία Φάμελλου κρατάει οκτώ λεπτά, και είναι, όπως είπα, αυτούσια. Πουθενά δεν λέει αυτό που λέει ο τίτλος – όχι μόνο στο επι λέξη, αλλά ούτε καν αφήνει να εννοηθεί κάτι τέτοιο ως αυτό που του προσάπτεται.

Την άκουσα, δύο φορές – άκουσέ την και εσύ, είναι όλη εδώ: https://www.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=HjkWWh9q5_g

Παρένθεση για να μην παρεξηγηθώ: Δεν έχει να κάνει με τον Φάμελλο εδώ, δεν έχει να κάνει με το αν έχει δίκιο, ή άδικο, δεν έχει να κάνει με πολιτική κριτική ή κυβερνητική υπεράσπιση. Το θέμα μου αποκλειστικά είναι η δημοσιογραφία. Και ούτε καν η δημοσιογραφία του iefimerida: Η δημοσιογραφία ευρύτερα.

Ανακεφαλαιώνω, για να φτάσω και σε συμπέρασμα:

Το ειδησεογραφικό site, αποδίδει στον αναπληρωτή υπουργό μία πρόταση, με εισαγωγικά. Στην εισαγωγή δε του κειμένου, τον μέμφεται σκληρά (όπως θα του άξιζε πιθανόν, όντως, αν είχε πει κάτι τέτοιο). Στο κείμενο δεν παρουσιάζεται πουθενά αυτή η αναφορά. Θα μπορούσε να το έχει πει σε δευτερολογία ίσως ο Φάμελλος, την οποία όντως δεν έχω – ή σε βουλευτές μετά, ή να τον άκουσαν στο διάδρομο να το μονολογεί, δεν ξέρω, δεν τον υπερασπίζομαι, λέω ούτε στο άρθρο δεν υπάρχει. Πουθενά.

Η πρόταση που του αποδόθηκε, ξεσηκώνει – απολύτως δίκαιες- αντιδράσεις και οργή. Απολύτως δίκαιες, τα έλεγα και στο προηγούμενο άρθρο μου.

Μία πολίτης, ξαφνιάζεται, την ψάχνει, δεν την βρίσκει στο κείμενο, δεν την βρίσκει ούτε στην ομιλία ούτε ως υπόνοια.

~

Μπορεί να νομίζεις ότι το πρόβλημα μου εδώ είναι το iefimerida – αλλά μόνο αυτό δεν είναι το πρόβλημά μου. Άκου πως το σκέφτομαι:

Το iefimerida κάνει την δουλειά του. Προσωπικά, η αίσθησή μου είναι ότι το iefimerida δεν έχει κάνει κανένα απολύτως λάθος. Είτε έχει όντως ειπωθεί -κάπου αλλού, στην δευτερολογία, σε συναδέλφους, εκτός μικροφώνου, μονολόγησε στους διαδρόμους, δεν ξέρω- είτε το iefimerida είπε ψέματα. Όχι παράφρασε, κατάλαβε λάθος, του ξέφυγε, ήταν αστοχία – είπε ξεκάθαρα ψέματα.

Οπότε δεν μέμφομαι το iefimerida εδώ:

Μέμφομαι την δημοσιογραφία που δεν ερευνά το iefimerida.

Το ρεπορτάζ, δεν το οφείλει να το κάνει η κάθε @annzabel. Την είδησή της, δεν οφείλει να την φιλτράρει η ίδια. Έχει άλλα πράγματα να κάνει, έχει άλλες ανάγκες να γεμίσει τον χρόνο της, έχει άλλες ευθύνες να καλύψει από το να ασκεί ουσιαστική δημοσιογραφική έρευνα …ακούγοντας ένα βίντεο οκτώ λεπτών.

Δεν είναι δουλειά της @annzabel να ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι στην δημοσιογραφία.

Η ίδια η δημοσιογραφία οφείλει να το κάνει αυτό.

Αν δεν αυτοελέγξει τον κλάδο της, αν δεν τονίσει τις αστοχίες, από οπουδήποτε, από τα Νέα, την Εφημερίδα των Συντακτών, την Καθημερινή, το ThePressProject, από το Βήμα και την Δημοκρατία, από το Documento και την Αυγή, από το Left και το iefimerida, από το in.gr και το News247 – κάνει κακό στην δουλειά της.

Αν νομίζει ο καθένας φορέας της δημοσιογραφίας ότι προστατεύεται έτσι, κρύβοντας το κεφάλι στην άμμο σε κάθε στραβή, και κοιτάζοντας αλλού για να μην παρεξηγηθεί με τον συνάδελφο – πλανάται πλάνην οικτράν. Έχω τονίσει προσωπικά όσες περισσότερες φορές μπορώ, και όσο πιο εμφατικά μπορώ, ότι η δημοσιογραφία είναι ο ισχυρότερος πυλώνας της δημοκρατίας μας. Η κριτική στην επικαιρότητα είναι σημαντική, η κριτική στην (κάθε) κυβέρνηση σημαντικότερη – μα η κριτική και ο έλεγχος της δημοσιογραφίας είναι ο πιο σημαντικός ίσως και ο πιο αναγκαίος τρόπος να διατηρήσει το μέσο μία αξιοπιστία (και, κυρίως, μία αξιοπρέπεια).

Χαλάει σχέσεις και φιλίες βέβαια όλο αυτό, αλλά όποιος νομίζει ότι θα καεί μόνο το διπλανό χωράφι και όχι το δικό του με το κάθε «αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» – νομίζω ότι εθελοτυφλεί.

Αν όχι για τίποτα άλλο, και μόνο για το προφανές: όποιος ψεύδεται συνειδητά μέσω της δημοσιογραφίας, και δεν αναφέρομαι στο iefimerida αλλά μιλάω γενικά, με την πράξη του αυτή, με κάθε ψέμα, κάθε προπαγάνδα, κάθε αλλοίωση της πραγματικότητας για ίδιον όφελος, πετυχαίνει όχι μόνο να λειτουργήσει ως βραχυπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της αλήθειας, αλλά και ταυτόχρονα ως μακροπρόθεσμο καρφί στο φέρετρο της ίδιας της δημοσιογραφίας.

Και κάθε φορά που η δημοσιογραφία δεν ελέγχει, πρωτίστως τα του οίκου της(*), δεν νοείται κατάλληλη και για να ελέγξει μετά οτιδήποτε άλλο.

Και έχουμε ανάγκη μία αξιοπρεπή δημοσιογραφία. Πάντα είχαμε, αλλά πολύ περισσότερο τώρα.

(*) και υπόψιν, δεν αναφέρομαι μόνο στα άρθρα. Η δημοσιογραφία στην Ελλάδα, οφείλει εκτός από τα άρθρα που γράφονται να ελέγξει τα πόθεν έσχες, τις διαδικασίες πώλησης αγοράς τίτλων, την βιωσιμότητα εντύπων, τους δημοσιογράφους με θέσεις υπευθύνων τύπου, τους μισθούς συναδέλφων τους, τα δάνεια στα μέσα τους, τις σχέσεις πολιτικών-δημοσιογράφων-τραπεζών, τις διαφημίσεις – και τόσα άλλα.

Ανεξαρτήτως ποιο κόμμα είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση είναι όλων μας. Και αυτών που την ψήφισαν, και αυτών που δεν την ψήφισαν, και αυτών που δεν ψήφισαν καν. Αυτό το λέω χρόνια, γιατί υπάρχει δυστυχώς παραμένει επίκαιρο – αν και θα έπρεπε να είναι σαφές.

Ανεξαρτήτως ομως και ποιος είναι στην κυβέρνηση, η κυβέρνηση σε μία τραγωδία οφείλει να είναι όλων μας, επίσης: Να, πχ, τώρα, οφείλει να είναι και των ιδιοκτητών που κάηκαν τα σπίτια τους, και των συγγενών ή φίλων των νεκρών, και αυτών που γλύτωσαν στο τσακ στις παρακείμενες περιοχές, και όσων είδαν το δράμα από την τηλεόραση.

Επίσης αυτονόητο, επίσης δεν είναι.

Τρεις φορές, από (τουλάχιστον) τρία κορυφαία χείλη άκουσα ότι θα δοθεί προτεραιότητα να γκρεμιστούν τα αυθαίρετα στις πληγείσες (και όχι μόνο, αλλά δεν ήταν σαφές) περιοχές. Τέσσερις ημέρες μετά την τρομερή καταστροφή. Τέσσερις ημέρες μετά.

Κατ’ αρχάς, για να είμαστε ok και να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις, δεν έχω αυθαίρετο στο Μάτι. Και να είχα όμως, τα ίδια θα έλεγα.

Ας δούμε λοιπόν τι πετυχαίνει κανείς μ’ αυτήν την δήλωση: Ας πούμε, επειδή υπάρχει όντως θέμα αυθαιρεσίας, κάποιοι θα πουν σ’ αυτούς που κάηκαν τα σπίτια τους «καλά να πάθετε». Και επειδή δεν υπάρχει μέτρο, δεν θα πουν μόνο σ’ αυτούς που έχουν αυθαίρετο, θα πουν σε όλους εκεί «καλά να πάθετε». Είναι χρήσιμο αυτήν την στιγμή; Σε κανέναν. Είναι άχρηστη η πληροφορία. Γιατί; Γιατί τα αυθαίρετα δεν εξάπλωσαν την φωτιά. Το κτίσμα δεν την εξαπλώνει όταν παίρνει την θέση του δάσους (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις, φιάλες υγραερίων κλπ), ίσως μάλιστα και να την σταματά – αν είναι αντιπυρικά χτισμένο. Το αυθαίρετο ή μη, θυμίζει λίγο μεταναστευτικό – έχει να κάνει με το αν έχεις χαρτιά, ή αν δεν έχεις χαρτιά – αλλιώς είναι ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΤΙΣΜΑ, από ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, και έχει ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ σε μία πυρκαγιά. Η κύρια διαφορά, είναι τα ΛΕΦΤΑ. Τα λεφτά, που, εκατοντάδες χρόνια τώρα, οι κυβερνήσεις παίρνουν, για να ορίσουν ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΤΙΣΜΑΤΑ από αυθαίρετα, σε νόμιμα. Διαρκές έγκλημα που έκαναν και οι προηγούμενες, αλλά και η παρούσα που κρύβεται πίσω από τα αυθαίρετα.

Επίσης, το να έχει κανείς αυθαίρετο – δεν του στερεί την ζωή. Δεν μπορεί να κάνεις επιλογή «δεν έχεις αυθαίρετο, στην σβήνω την φωτιά» πχ, «έχεις, σβήσε την μόνος σου». Ένας επιπλέον λόγος (πλην της κοινής λογικής) είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί ΠΛΗΡΩΝΟΥΝ, κανονικά (εξ όσων γνωρίζω, όπως προείπα δεν έχω σπίτι τέτοιο) φόρους – όπως ΕΝΦΙΑ. Γιατί να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ για ένα σπίτι που, όταν καεί, του λένε «δεν έπρεπε να το έχεις»; Τι άλλο δηλαδή καλύπτει ο φόρος τους; Το ..δικαίωμα να να τους καεί το σπίτι;

Τέλος, τα αυφαίρετα σπίτια, δεν είναι πρόβλημα που παρέλαβε η κυβέρνηση τον Ιούλιο του 2018. Αντιθέτως, όπως είδαμε, με αντίτιμο 30 αργύρια, προσπάθησε τα ΙΔΙΑ σπίτια (όπως ήταν, αντιπυρικά, επικίνδυνα, λάθος χτισμένα, με δρόμο, χωρίς, με πεζοδρόμιο, χωρίς, με δέντρα μέσα στις αυλές γιατί δεν επιτρεπόταν το κόψιμο τους – γιατί ήταν δάσος, duh) να τα νομιμοποιήσει. Αν ήταν πραγματικά θυμωμένη η κυβέρνηση με τα αυθαίρετα, θα έπρεπε, 2015 να ξεκινήσει τον έλεγχό τους:

Και όταν λέω έλεγχος, δεν εννοώ ούτε γκρέμισμα, ούτε …νομιμοποίηση μετά ποσού: λέω έ-λεγ-χος ώστε να παραμένουν αντιπυρικά, να έχουν δρόμους (και πεζοδρόμια) αρκετά για δύο, τρεις λωρίδες αυτοκινήτων, ή ο,τι άλλη διαδικασία θα έκανε την παρουσία τους εκεί ασφαλή κατά τους ειδικούς. Εγώ δεν είμαι ειδικός, αυτοί ξέρουν: Οτιδήποτε δεν θα έδινε δικαιολογία σε μία κυβέρνηση να φταίει κάποιος άλλος σε μία καταστροφή.

Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.

Πέραν αυτών, που όπως είπαμε είναι η κοινή λογική σε μία εντελώς παράταιρη και άστοχη χρονικά διαδικασία ανόητης απόδοσης ευθυνών υπάρχει και μία σημαντική παράμετρος:

Δεν εμπόδισαν τα αυθαίρετα να μην επικοινωνηθεί η ζημιά.

Βλέπεις, η γνώμη μου είναι ότι καταστροφές συμβαίνουν. Άλλες φορές, μπορούσαμε να τις αποφύγουμε, πχ αν δεν χτίζαμε στα ρέματα. Άλλες φορές δεν μπορούσαμε – ίσως αυτή ήταν μία από αυτές. Πολύ δυνατός άνεμος, λάθος φορά, μία φωτιά κάπου, ελάχιστος χρόνος και αδυναμία πυρόσβεσης.

Όλα αυτά όμως, είτε με αυθαίρετα είτε χωρίς, είτε με αέρα είτε χωρίς, είτε με προβλήματα είτε χωρίς, είτε με μνημόνια είτε χωρίς, δεν θα έπρεπε να εμποδίσουν έναν κρατικό, μηχανισμό να ενεργοποιηθεί και να επικοινωνήσει το πρόβλημα: «Υπάρχει φωτιά εκεί, κατευθύνεται προς τα εκεί, διόδους διαφυγής θα βρείτε εκεί, θα σας περιμένουν αστυνομικοί να σας δείξουν τον δρόμο»

Δεν λέω ότι είναι απλό, ή είναι δύσκολο: λέω ότι είναι ευθύνη, κάθε ελαχίστως οργανωμένης κοινωνίας να παρέχει στους πολίτες της την πληροφορία που χρειάζονται για να σωθούν σε μία επικείμενη καταστροφή: Έναν σεισμό, μία πλημμύρα, μία πυρκαγιά. Με SMS, με μία ντουντούκα, με ραδιόφωνο, με τηλεόραση, με internet – με οτιδήποτε χρειαστεί, ώστε να φτάσει το μήνυμα σε όλους.

Και τούτη η χώρα, και σεισμούς έχει, και πλημμύρες έχει, και φωτιές έχει. Δεν τις λείπουν λόγοι να έχει σχέδιο ενημέρωσης.

Όταν λοιπόν η κυβέρνηση δεν αντιλαμβάνεται ότι είχε ευθύνη πρωτίστως εκείνη την στιγμή, απέναντι σε ανθρώπους, απέναντι στους τουλάχιστον 87 νεκρούς, στους δεκάδες αγνοούμενους, και στους ασθενείς που ακόμα δίνουν μάχη για την ζωή τους στα νοσοκομεία να τους βοηθήσει σε μία δύσκολη στιγμή που βρέθηκαν – αλλά η πρώτη διόρθωση που προαναγγέλλει είναι απέναντι σε κτήρια, το πρόβλημα δεν θα διορθωθεί ποτέ.

Και το ζητούμενο, από οποιαδήποτε κυβέρνηση, φτιαγμένη από οποιοδήποτε κόμμα εξουσίας, είναι να διορθώσει τα προβλήματα. Είτε τα προκαλεί η ίδια, είτε τα παρέλαβε από το αμαρτωλό παρελθόν η ευθύνη της είναι να τα διορθώσει.

Αλλιώς, είναι επιζήμια. Και αν αυτό δεν το καταλαβαίνει (θα έπρεπε να) αποτελεί πρόβλημα.

Υ.Γ.: Άκουσα για πολιτικές ευθύνες. Πολιτικές ευθύνες χωρίς παραίτηση, δεν νοούνται. Αν πιστεύουν ότι σωστά έπραξαν, ότι ήταν αδύνατο να εμποδίσουν έστω και έναν θάνατο από αυτούς, ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν: εκλογές, να αντιπαραθέσουν όλοι τα επιχειρήματά τους, και ας κρίνει ο πολίτης αν έγιναν σωστά. Όλα τα άλλα, είναι καθρεφτάκια. Και δεν χρειαζόμαστε άλλες «ξύπνιες» κυβερνήσεις που να μας βλέπουν ως ιθαγενείς σε μία ζούγκλα. Ας απολαύσουμε, έστω και μία φορά, να μας μιλήσουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια.

Υ.Γ.: Με νεκρούς, το έχω ξαναπεί και στο παρελθόν, θα έπρεπε να ασχοληθεί η εισαγγελία. Και αν υπάρχουν ευθύνες, που πιστεύω ότι υπάρχουν, να είναι και ποινικές. Σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, με οποιοδήποτε κόμμα, για οποιοδήποτε πρόσωπο.

Υ.Γ.: Είχα συζήτηση (εκτός δικτύου) με φίλους στους οποίους παρέθεσα τις απόψεις μου. Μου είπαν για κτισμένα και καταπατηθέντα που είναι επικίνδυνα, που κλείνουν διαδρομές εξόδου, διαδρομές προς την θάλασσα ή την παραλία – όχι μόνο για περιπτώσεις κινδύνου, όπως τώρα, αλλά και για όλες τις υπόλοιπες ημέρες, που μιλάμε για την απλή, καθημερινή, ψυχαγωγία του κόσμου. Ξαναδιάβασα μετά το κείμενό μου, και σε περίπτωση που δεν είμαι σαφής στην τοποθέτησή μου, επισημαίνω: «Και, αν χρειαζόταν γκρέμισμα, γκρέμισμα. Ούτε λόγος.» Ελπίζω να παραμένω σαφής.

«Ουδείς δύναται να παρεμβαίνει στα εσωτερικά της Ελλάδας» διαμηνύει ο Υπουργός Εξωτερικών Κοτζιάς.

Το πιο τρανταχτό παράδειγμα ότι «ουδείς δύναται», το θυμάμαι ελάχιστα χρόνια πιο πριν, από το στόμα πρώην υπουργού.

Υ.Γ.: Γούστο έχει να μας πουν ότι σήμερα δεν ισχύει κάτι τέτοιο, να γίνει ακόμα πιο τραγελαφικό όλο αυτό…

Δύο ανθρώπους πέταξαν στην θάλασσα στην Θεσσαλονίκη, γιατί τους έβλεπαν να πηγαίνουν προς την συγκέντρωση του Thessaloniki Pride, τις προηγούμενες ημέρες.

Αυτό που έχω εισπράξει κυρίως μέχρι τώρα, είναι γέλια, ειρωνεία – ένα γενικό «καλά τους έκαναν».

Εγώ πάλι, το μόνο που θυμάμαι, ήταν αυτό:

Οι νεαροί φωνάζουν και γελούν, ενώ τους φωνάζει ότι πονά και τους λέει να τον αφήσουν. Οι συμφοιτητές του ωστόσο δεν τον ακούν, αντιθέτως ξεσπούν σε γέλια και συνεχίζουν το “παιχνίδι” τους εναντίον του 20χρονου. Ο νεαρός αν και φωνάζει ότι πονάει, προσποιείται κάποια στιγμή ότι γελάει ίσως σε μια προσπάθεια να τους πείσει να τον αφήσουν.

Εμφανίζεται αμήχανος. Λέει πως δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα πόδια ούτε τα χέρια του. «Αφήστε με. Πονάω», παρακαλάει αλλά εκείνοι γελούν και δεν τον ακούν.

Ένας μυώδης νεαρός τον πιάνει κεφαλοκλείδωμα. Τον σηκώνει από το κρεβάτι και με δύναμη τον ξαπλώνει ξανά κάτω πιέζοντας με βία το κεφάλι του. Ο 20χρονος μοιάζει παραδομένος. Σαν να περιμένει μοιρολατρικά να τελειώσουν το “παιχνίδι” τους και να τον αφήσουν ελεύθερο.

Κάποια στιγμή ένας από τους νεαρούς ακούγεται να λέει «φτάνει. Αφήστε τον τώρα«. Λίγο μετά το μαρτύριο τελειώνει. Οι νεαροί, μαζί και εκείνος που τραβάει το βίντεο βγαίνουν από το δωμάτιο.

Αυτό, και δίκαια, το ονομάσαμε bullying και το καταδικάσαμε. Δεν είχε ούτε πλάκα, ούτε «καλά του έκαναν».

Αυτό, επίσης, μπορεί να μην το καταδικάσαμε όσο έπρεπε (ελάχιστες οι αναφορές, ελάχιστες και οι καταδίκες) αλλά τουλάχιστον μας τρόμαξε, μας ανησύχησε – το λιγότερο, δεν θα έμπαινε κανείς στην προσπάθεια να το ρίξει στην …πλάκα.

Τι αλλάζει;

Δύο άνθρωποι περπατούν στην παραλία Θεσσαλονίκης, και χωρίς κανέναν λόγο, δέχονται επίθεση και τους πετούν στην θάλασσα.

Έπρεπε να μην ξέρει κάποιος κολύμπι, πχ, και να πνιγεί για να γίνει σημαντικό και άξιο καταδίκης;

Αλλιώς είναι πλάκα, ειρωνεία, και ένα ατιμώρητο «καλά τους έκαναν» και καθαρίσαμε;